Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικότητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικότητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Ο Διονύσιος Πύρρος από την Καστανιά, ιστορικό βλαχοχώρι της Πίνδου

 

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου



Ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος (1777-1853) είναι η μοναδική περίπτωση κληρικού που υπηρέτησε την Επανάσταση του 1821 ως αγωνιστής, ως ιατρός, ως θεολόγος και ιεροκήρυκας, ως δάσκαλος των ελληνόπουλων σε μαθήματα γεωγραφίας, φυσικής και χημείας και ως τεχνοκράτης, εισαγαγών στην επαναστατημένη Ελλάδα την τεχνογνωσία της κατασκευής χαρτιού και επιχειρήσαντος το 1827 να εγκαταστήσει το πρώτο χαρτοποιείο στον Μυστρά και μετά κοντά στο Άργος. Ο πολυτάλαντος αυτός κληρικός ήταν εκείνος, που το 1818 τύπωσε Φαρμακοποιία, στηριγμένη στο έργο του καθηγητού του στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας Λουίτζι-Γκασπάρο Μπρουνιατέλι (1761-1818). Όπως γράφει ο Δημ. Καραμπερόπουλος, το συγκεκριμένο βιβλίο του Πύρρου, «πρέπει να θεωρείται ως η πρώτη ελληνική Φαρμακοποιία». (Δημ. Καραμπερόπουλου «Η ιατρική ευρωπαϊκή γνώση στον Ελληνικό χώρο 1745-1821», Εκδ. Σταμούλη, Αθήνα, 2003, σελ. 292).

Ο Πύρρος γεννήθηκε στην Καστανιά Καλαμπάκας και εκάρη μοναχός στην ονομαστή Μονή Μεταμορφώσεως Μετεώρων. Στα Τρίκαλα Θεσσαλίας διδάχθηκε τα της ελληνικής γλώσσας και τα πρώτα μαθηματικά και στη συνέχεια μαθήτευσε στη Σχολή του Τυρνάβου, όπου δίδασκε ο επιφανής του Γένους ιερέας και διδάσκαλος Ιωάννης Δημητριάδης – Πέζαρος, που διακρινόταν για την κατά κόσμο σοφία του, τη λιτότητα του βίου του, και την έμπρακτη αγάπη και στοργή του στους άπορους μαθητές του.

Συνέχισε τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια ιερέας, λαβών αργότερα και το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Αφού δίδαξε για λίγο στη Χίο μετέβη στην Ιταλία, όπου το 1813 στο Πανεπιστήμιο της Παβίας έλαβε το πτυχίο της ιατρικής σχολής και παράλληλα της φιλοσοφίας. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα θετικών επιστημών σε Πανεπιστήμια της Ιταλίας και της Αυστρίας και εξασκήθηκε στην χειρουργική στο νοσοκομείο του Αγίου Αμβροσίου, στο Μιλάνο. Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και παράλληλα με το λειτούργημα του ιατρού που ασκούσε του ανετέθησαν από το Πατριαρχείο καθήκοντα ιεροκήρυκος.

Στις 6 Απριλίου 1821, λίγες ημέρες πριν να εκτελεσθούν ο Άγιος Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, οι άλλοι Αρχιερείς, οι πρόκριτοι και αρχίσει η σφαγή των Ελλήνων στην Βασιλεύουσα ο Πύρρος, με την βοήθεια Τούρκου που εκείνος είχε θεραπεύσει, διέφυγε στο Άγιον Όρος. Εκεί έφτιαξε για τους σε επαναστατική έξαρση μοναχούς πυρίτιδα και επιχείρησε ανεπιτυχώς να κατασκευάσει δρύινα κανόνια με σιδερένια τσέρκια. Στη συνέχεια έφυγε από τον Αθω και έλαβε ενεργό μέρος στην Επανάσταση του, ως ιατρός μαχητών και αμάχων και ως ιεροκήρυκας, εμψυχώνων τους Έλληνες στον αγώνα τους. (Βλ. σχ. φυλλάδιο – βιογραφία του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού Μορφωτικού Συλλόγου Καστανιάς «Ο Στίνος», σελ. 4).

Οι Βαυαροί φέρθηκαν εχθρικά προς τον Πύρρο. Όπως γράφει ο ίδιος, για να τυπώσει τη Βοτανική του έκαμε δική του λιθογραφία, επειδή οι Βαυαροί «όντες φθονεροί τότε δεν με άφηνον να την τυπώσω. Πολλά έπαθον απ’ αυτούς έως ότου να την τυπώσω…» (Διονυσίου Πύρρου «Φαρμακοποιία», εισαγωγή εις επανέκδοση πρωτοτύπου εκδόσεως του 1818, Αθήνα, 1973). Από αντιπάθεια των Βαυαρών ο λόγιος αρχιμανδρίτης και ιατρός έμεινε έξω από την καθηγεσία στη συσταθείσα το 1837 Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ ήταν από τα ιδρυτικά μέλη και πρώτος πρόεδρος της «εν Αθήναις Ιατρικής Εταιρείας», που ιδρύθηκε το 1835 και «κατέστη η μήτηρ» της εν λόγω Σχολής.

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

Αφιέρωμα στη μνήμη του Τάκη Μουσαφίρη


Τάκης Μουσαφίρης και Δημήτρης Μητροπάνος
Σπάνιες πληροφορίες που έδωσε ο ίδιος σε συνέντευξή του στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας - Η πορεία του από την Ήπειρο στην Αθήνα, τα μεγάλα τραγούδια και οι συνεργασίες που έγραψαν ιστορία στο ελληνικό τραγούδι

Ένας από τους μεγαλύτερους λαϊκούς συνθέτες και στιχουργούς μας, ο Τάκης Μουσαφίρης έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό.
Ηπειρώτης, συγκεκριμένα Γιαννιώτης στην καταγωγή, έγραψε εκατοντάδες τραγούδια που έγιναν τεράστιες επιτυχίες. Ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 ως και τη δεκαετία του ’90, τα σουξέ του διαδέχονταν το ένα το άλλο. Σε αυτά, θα αναφερθούμε στο τέλος του σημερινού άρθρου.

Στις 31/5/1987, ο Τάκης Μουσαφίρης έδωσε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, στον Γιώργη Έξαρχο, για το Γ’ Πρόγραμμα της ΕΡΤ, που είχε τότε διευθυντή τον Κυριάκο Σφέτσα.
Τη συνέντευξη αυτή, παραθέτει αυτούσια ο Γιώργος Έξαρχος στο βιβλίο του «ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΒΛΑΧΟΙ (ΑΡΜΑΝΟΙ)», ΤΟΜΟΣ Α’, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 2001. Θα παραθέσουμε τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της, χρησιμοποιώντας, ως επί το πλείστον γ’ ενικό πρόσωπο.

Ο Τάκης Μουσαφίρης, ήταν γέννημα-θρέμμα της Ηπείρου, συγκεκριμένα του νομού Ιωαννίνων. Οι γονείς του είχαν γεννηθεί σε δύο χωριά που έδωσαν, ανάμεσα στους άλλους, δύο πρωθυπουργούς στη χώρα μας. Συγκεκριμένα, ο πατέρας του είχε γεννηθεί στους Καλαρρύτες, απ’ όπου καταγόταν ο σπουδαίος ιστορικός και πολιτικός Σπυρίδων Λάμπρος και η μητέρα του, από το Συρράκο, γενέτειρα του Ιωάννη Κωλέττη.
Για την ιστορία, οι Καλαρρύτες είναι τόπος καταγωγής του ιδρυτή του οίκου Bvlgari, Σωτήρη Βούλγαρη, ενώ το Συρράκο, είναι γενέτειρα του σπουδαίου ποιητή Κώστα Κρυστάλλη, που έφυγε νεότατος (1868-1894).
Και τα δύο, είναι βλαχόφωνα χωριά. Ο Τάκης Μουσαφίρης, Βλάχος στην καταγωγή, επηρεάστηκε όπως είπε κι ο ίδιος στον Γιώργο Έξαρχο, στα τραγούδια του από τη βλάχικη παράδοση.
Ο πατέρας του έπαιζε κιθάρα και βιολί και η μητέρα του μαντολίνο. Ο Τάκης Μουσαφίρης, είχε ακόμα μια αδερφή.
Όσο για τα παιδικά του χρόνια; Ας δούμε τι είπε ο ίδιος «Κοιτάχτε να δείτε, έζησα στα Γιάννινα, σε μια αποκλεισμένη επαρχία. Εκεί μεγάλωσα, εκεί τέλειωσα το σχολείο και ύστερα ήρθα στην Αθήνα. Αυτό είχε σαν αντίκτυπο και αποτέλεσμα τα τραγούδια της μοναξιάς, της απομόνωσης κτλ., τα οποία βγήκαν από αυτόν τον χώρο».
Όσο για τις επιρροές του; Τα καλοκαίρια πήγαινε στους Καλαρρύτες, όπου άκουγε βλάχικα τραγούδια. Κι από το γειτονικό με την Ήπειρο Ιόνιο και τις καντάδες, είχε επηρεαστεί ο Τάκης Μουσαφίρης. Και ακόμα, έλεγε ο ίδιος:
«Έχω μεγαλώσει σε συνοικισμό. Γύρω μου ήσαν πρόσφυγες. Τα τραγούδια τους άκουγα. Όταν ήμουνα μικρό παιδί, μόνο τέτοια τραγούδια παιζόντουσαν (τραγούδια των προσφύγων) και όλα αυτά τα πράγματα ακουγόντουσαν στα καφενεδάκια και στη γειτονιά μου. Όλα αυτά με έχουν επηρεάσει».
Στο σπίτι του, οι γονείς του έπαιζαν μουσική. Την πρώτη του μελωδία, τη «σκάρωσε» στα εφτά του χρόνια, πηγαίνοντας με το άλογο (!), από τα Γιάννενα στους Καλαρρύτες.

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Των Βλάχων οι κοινότητες γράφουν τη δική τους Ιστορία


Ξένοι περιηγητές του 19ου αιώνα αναφέρουν με έκπληξη ότι είδαν στα βλάχικα χωριά, 
όπως το εικονιζόμενο Νυμφαίο, σχολεία και πλούσιες βιβλιοθήκες

Θοδωρής Αθανασιάδης

Κρεμασμένα θαρρείς στα ψηλότερα σημεία των βουνών, αγκαλιά με τα δάση και τα γάργαρα νερά, αλλά και τα αλπικά βοσκοτόπια, τα βλάχικα χωριά της Ελλάδας μετρούν τους αιώνες με τον δικό τους τρόπο.

Είναι ίσως οι πλέον παρεξηγημένοι Ελληνες, καθώς η λέξη «βλάχος» φέρνει στον νου του συγχρόνου και επιδερμικά μορφωμένου Νεοέλληνα κάποιον άξεστο ορεσίβιο που δεν ξέρει καλά - καλά να γράψει το όνομά του και ζει τον περισσότερο καιρό με τα πρόβατα στα απάτητα βουνά!

Είναι πολύ λίγοι αυτοί που γνωρίζουν πως οι βλάχικες κοινότητες της Ελλάδας ήταν από τα πιο πλούσιες, ακμάζουσες και πιο εξελιγμένες σε όλη την τουρκοκρατούμενη Βαλκανική χερσόνησο μέχρι και τον Μεσοπόλεμο. Μάλιστα, οι ξένοι περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα αναφέρουν με θαυμασμό και έκπληξη στα γραπτά τους ότι είδαν δίπατα και τρίπατα σπίτια, σχολεία με δεκάδες μαθητές, πλούσιες βιβλιοθήκες και κοινωνική ζωή που σε κάποιες περιπτώσεις ήταν συγκρίσιμη μόνο με αυτήν των ευρωπαϊκών πόλεων.

Περήφανοι Βλάχοι

Οι Βλάχοι ήταν πάντα σκληροτράχηλοι ορεσίβιοι, αλλά και πνεύματα ανήσυχα. Διακρίθηκαν με ό,τι καταπιάστηκαν και αποδείχθηκαν σπουδαίοι έμποροι, άξιοι δουλευτάδες, εξαιρετικοί τεχνίτες, ενώ πολλοί από αυτούς είχαν σπουδάσει στα καλύτερά πανεπιστήμια της Ευρώπης!

Οπως και οι Σαρακατσάνοι, οι Βλάχοι ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι που οδηγούσαν τα κοπάδια τους όπου υπήρχαν πλούσια βοσκοτόπια. Το καλοκαίρι στα βουνά, σε συγκεκριμένες περιοχές και τον χειμώνα στα χειμαδιά στις πεδιάδες. Παράλληλα όμως είχαν και μόνιμη κατοικία.

Η διαφορά με τους Σαρακατσάνους, που μιλούσαν μόνο ελληνικά, είναι ότι οι Βλάχοι μιλούσαν ελληνικά, αλλά και το δικό τους γλωσσικό ιδίωμα που έχει μεν λατινικές ρίζες, αλλά χρησιμοποιεί ωστόσο και πάρα πολλές αρχαιοελληνικές και ελληνικές λέξεις (ίσως περισσότερο από το 50%). Τα βλάχικα κατατάσσονται από τους γλωσσολόγους στις λεγόμενες «νεολατινικές γλώσσες» που στηρίχθηκαν στη «λαϊκή λατινική».

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

100 χρόνια από τον θάνατο του Δημήτριου Μπατζιοτέλη από τη Σμίξη Γρεβενών


Δημήτριος Αστ. Μπατζιοτέλης

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΩΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ Η ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΠΡΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΣΜΙΞΗ

Γράφει ο Απόστολος Γ. Νούσιας
Ιατρός, Αντιπρόεδρος Συλλόγου Σμιξιωτών

Ανατρέχοντας σε αρχειακά τεύχη της εφημερίδας  μας, παρατήρησα ότι αρκετοί ήταν οι συμπατριώτες  μας που γράψανε λίγα λόγια για τη δράση και τη  ζωή του ανθυπολοχαγού Δημητρίου Μπατζιοτέλη.  Είτε με περισσότερες, είτε με λιγότερες  λεπτομέρειες, όλα τα άρθρα καταλήγουν με την  υπόμνηση ότι πρέπει να τιμηθεί, λόγω της σπουδαίας του στρατιωτικής καριέρας και του γενναίου θανάτου του, στη γενέτειρά του τη Σμίξη.
Ο Δημήτριος (Μητρολιάς) Μπατζιοτέλης, γιος του Αστέριου (Γούσιου) Μπατζιοτέγου από τον πρώτο του γάμο, γεννήθηκε το 1884 σύμφωνα με τον πρώτο εκλογικό κατάλογο της Σμίξης του 1914. Ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής και επηρεασμένος από τις συνθήκες που επικρατούσαν στις αρχές του 20ου αιώνα, μεταναστεύει στην Αμερική μαζί με τη σύζυγο του Ευαγγελία Μπασδέκη και τη μικρή τους κόρη Ελένη το 1910. 
Τα ονόματα τους, έστω και ελαφρώς παραφθαρμένα (Matzotelos Dimitrios, Matzotelos Evaggelia, Matzotelos Eleni), τα βρίσκουμε στα αρχεία του Ellis Island, όπου δήλωσαν σαν τελευταίο τόπο κατοικίας τους τη Λάρισα και ταξίδεψαν με το πλοίο Themistocles. Με την κήρυξη του 1ου Βαλκανικού Πολέμου, το 1912, χιλιάδες μετανάστες απάντησαν θετικά στο κάλεσμα που τους έκανε η πατρίδα και γύρισαν ως εθελοντές να καταταχτούν και να πολεμήσουν. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Δημήτριος Μπατζιοτέλης, όπου γύρισε από την Αμερική μαζί με την οικογένεια του. Η ένδοξη στρατιωτική του δράση ξεκίνησε στο βορειοηπειρωτικό μέτωπο και την απελευθέρωση της Πρεμετής το 1913 όπου μπήκε επικεφαλής σώματος, συνεχίστηκε με τον αγώνα εναντίον των Βουλγάρων στο 2ο Βαλκανικό και 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και τερμάτισε στη Μικρά Ασία απέναντι στον Τουρκικό Στρατό. 

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

Εδεσσαίοι αγωνιστές προερχόμενοι από την περιφέρεια Κορυτσάς


Η παλιά Έδεσσα

Δέσποινας Χ. Παπαστεργίου 
Οικονομολόγος, πτ. ΠΑΜΑΚ 
Δημοσιογράφος-Ιστορική ερευνήτρια

Η προικισμένη αφειδώλευτα από την φύση Έδεσσα, χτισμένη στους πρόποδες του Βερμίου, με καταπληκτική θέα στον κάμπο, άφθονα νερά και πλούσια βλάστηση, διαθέτει πολύτιμη ιστορική κληρονομιά και παράδοση. Αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Μακεδονίας, γνώρισε την ύψιστη ακμή της κατά την ρωμαϊκή και παλαιοχριστιανική περίοδο, διατήρησε την σπουδαιότητά της κατά τους βυζαντινούς χρόνους και υπήρξε ακόμη και στα χρόνια της τουρκοκρατίας σημαντικό αστικό και διοικητικό κέντρο της κεντρικής Μακεδονίας(1). Αυτό είχε ως επακόλουθο την ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών. 
Επί τουρκοκρατίας το χριστιανικό στοιχείο της ήταν αρκετά υπολογίσιμο, ενώ το 1782 ιδρύθηκε το «Eλληνομουσείον», πρώτο σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Οι κάτοικοί της συμμετείχαν αποφασιστικά στην επανάσταση του 1821 και με πράξεις αυτοθυσίας και αυταπάρνησης, επιβεβαίωσαν το αδάμαστο ελληνικό πνεύμα. Τις δεκαετίες του 1860 και 1870 αποτέλεσε πεδίο συγκρούσεων μεταξύ Πατριαρχικών και Εξαρχικών. Κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, η πόλη και η ευρύτερη περιοχή ανέδειξε πλήθος μαρτύρων και ηρώων που αγωνίστηκαν για την ελευθερία. 
Στην μνήμη της τοπικής παράδοσης της Έδεσσας, στις οικογενειακές παραδόσεις και στις ιστορικές πηγές μαρτυρείται εγκατάσταση οικογενειών από την Μοσχόπολη (μετά την καταστροφή του 1769) και τα μετέπειτα χρόνια από την Κορυτσά(2), η οποία αναπτύχθηκε κυρίως μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης και των υπολοίπων χριστιανικών οικισμών της περιοχής. Τρεις κορυφαίες προσωπικότητες της πόλης που διακρίθηκαν για την γενναιότητα, το θάρρος και τις ηγετικές ικανότητες, ο Αγωνιστής του 1821 Παναγιώτης Ναούμ, ο Μακεδονομάχος Ιωάννης Τσίτσκας και η αδελφή του, Αρσακειάδα δασκάλα του Μακεδονικού Αγώνα, Λιλή Βλάχου ή Τσίτσκα, είλκαν την καταγωγή τους από την περιφέρεια Κορυτσάς. 

Παναγιώτης Ναούμ

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Χρήστος Πιτούλης

Γράφει ο Μιλτιάδης Πιτούλης,
Υποστράτηγος ε.α.

Τα τέσσερα αδέλφια, οπλαρχηγοί στη Φιλιππιάδα, στον πόλεμο του 1910-12. Από αριστερά: 
Γιώργης (ο υστερότοκος γιός), Χρήστος (δευτερότοκος), Ντίνας (πρεσβύτερος), Θωμάς (τριτότοκος).

Oι Πιτουλαίοι, ήταν μεγάλη βλάχικη φάρα και ανήκει στην υποομάδα των Βλάχων που ονομάζονται Αρβανιτόβλαχοι. Η ονομασία αυτή δηλώνει τους Βλάχους που προέρχονται από την περιοχή της Βόρειας Ηπείρου κυρίως της περιοχής Κολώνιας και Φράσερης. Ήταν χριστιανοί με ελληνική συνείδηση. Οι επιθέσεις των Τούρκων και Αλβανών εναντίων των χριστιανών Βλάχων, η καταστροφή της μεγάλης κοιτίδας τους, της Μοσχόπολης, και των υπολοίπων χριστιανικών οικισμών, τους οδήγησαν σε καθαρά νομαδικό βίο.
Oι Αρβανιτόβλαχοι ασχολήθηκαν αποκλειστικά με την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Οργανώνονται κατά Φάρες και Τσελιγκάτα στέλνουν τα προϊόντα τους στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Η φάρα των Πιτουλαίων, οργανωμένη σε τσελιγκάτο μετακινείται μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο στην ενιαία Ήπειρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από την Μοσχόπολη και τα βουνά της Κολώνιας στην οροσειρά του Γράμμου, ως τα παράλια του Ιονίου και της Αδριατικής ζώντας ως σκηνίτες. Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Irvin Sanders στο βιβλίο του The people of rural Greece -εκδόσεις Harvard university press 1962- το τσελιγκάτο των Πιτουλαίων ήταν από τα μεγαλύτερα των Βαλκανίων.

Η οικογένεια Πιτούλη την περίοδο 1910-12 στη Φιλιππιάδα, ανακατεμένη με τον ελληνικό στρατό. 
Στο κέντρο της φωτογραφίας, καθιστοί, από αριστερά: Θωμάς, Ντίνας, Χρήστος. Πίσω, όρθιες, οι σύζυγοί τους. 

Παραμονές των Βαλκανικών πολέμων αρχίζουν στον ενιαίο Ηπειρωτικό χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι εθνοτικές συγκρούσεις. Ο Χρήστος Πιτούλης με τα άλλα τρία αδέλφια του -Ντίνας, Θωμάς και Γεώργιος, συμμετέχουν στον απελευθερωτικό αγώνα του Γιωργάκη Ζωγράφου.
Σε αναφορά του προξενείου Κορυτσάς προς το Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα σημειώνεται «Οι χριστιανικοί πληθυσμοί αισθάνονται σιγουριά με την παρουσία των αδελφών Πιτούλη» (Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών). Στρατεύονται στο πλευρό του Ελληνικού Στρατού. Έτσι, μετά την προσάρτηση της Β. Ηπείρου στο νεοσύστατο κράτος της Αλβανίας θεωρούνται personna non grata και επιλέγουν να εγκατασταθούν μαζί με άλλες νομαδικές μεγάλες φάρες καθώς και Έλληνες της Κορυτσάς και της Χιμάρας στον ελλαδικό χώρο, στην Ηγουμενίτσα. 

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Αδάμ Ιωάννη Μπάλλας


Χρυσός σταυρός «Για το εξαιρετικό θάρρος»
(για την κατάληψη του Ιζμαΐλ)
«Αδάμ Ιωάννη Μπάλλας» (1764–1812) — Υποστράτηγος του στρατού της Ρωσικής Αυτοκρατορίας


Ο Αδάμ Μπάλλας γεννήθηκε το 1764 στη Μοσχόπολη. Στα δέκα του χρόνια, την περίοδο 1774–1775, μεταφέρθηκε στη Ρωσία μαζί με τους άλλους Έλληνες, οι οποίοι διασώθηκαν από τις διώξεις των Οθωμανών που διαπράχθηκαν μετά τα Ορλοφικά. Εκεί πήγε στο νεοσύστατο γυμνάσιο ξένων ομοδόξων, στο σώμα δοκίμων Πυροβολικού και Μηχανικής, το οποίο ήταν περισσότερο γνωστό ως Ελληνικό σώμα.

Μετά την αποφοίτησή του, ο Μπάλλας, το 1782, με το βαθμό του ανθυπολοχαγού μπήκε στο 31ο σύνταγμα πεζικού της Αλεξούπολης και αμέσως βρέθηκε να πολεμά τους Τάταρους στασιαστές στην Κριμαία. Μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης, ήταν παρών στον όρκο υποταγής των κατοίκων της Κριμαίας στο ρωσικό θρόνο, και για την άψογη εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί προήχθη σε υπολοχαγό.

Στις 21 Ιουλίου 1786 μεταφέρθηκε στο σώμα στρατιωτών κυνηγών (γνωστών με το γερμανικό όρο Jäger) της Λιβονίας και από το 1787 έως το 1791 συμμετείχε στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο με το βαθμό του λοχαγού. Διακρίθηκε στις αιματηρές μάχες στο Οτσακόφ και στο Ιζμαΐλ και προήχθη σε ταγματάρχη και έλαβε πιστοποιητικό Επαίνου από τον κόμη Αλεξάντρ Σουβόροφ.

Ο Μπάλλας, επίσης, βραβεύτηκε με χρυσούς σταυρούς «Για την υπηρεσία και το θάρρος» (για την κατάληψη του Οτσακόφ) και «Για το εξαιρετικό θάρρος» (για την κατάληψη του Ιζμαΐλ). Συμμετείχε, επίσης, στην εκστρατεία κατά της εξέγερσης της Πολωνίας, το 1792 και το 1793, ως επικεφαλής του 4ου Τάγματος των Στρατιωτών Κυνηγών της Λιβονίας.

Στις 2 Μαρτίου 1800 ο Αδάμ Μπάλλας προήχθη πρόωρα σε υποστράτηγος για την εξαιρετική κατάσταση του τάγματός του.
Την ίδια χρονιά ο υποστράτηγος Μπάλλας παντρεύτηκε την συμπατριώτισσά του, την Ουλιάνα Στασινού. Απέκτησαν τρία παιδιά: δύο κόρες και ένα γιο, ο οποίος έλαβε εκπαίδευση στο 1ο σώμα Δοκίμων.

Το 1806 ο Μπάλλας συμμετείχε ξανά στον νέο πόλεμο που ξέσπασε εναντίον της Τουρκίας. Έδωσε πολλές μάχες, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η μάχη για την κατάληψη του οχυρού Μπεντέρ. Ειδικότερα, διακρίθηκε κατά την πολιορκία του Ιζμαΐλ, την περίοδο 1806–1809. Κατά την απόκρουση της εξόρμησης 5.000 Τούρκων, στις 7 Μαρτίου 1809, ο Μπάλλας, προσωπικά ο ίδιος, οδήγησε τους στρατιώτες κυνηγούς του στην επίθεση και τραυματίστηκε σοβαρά στον δεξιό ώμο. Για την επίδειξη ανδρειοσύνης βραβεύτηκε με το παράσημο «Τάγμα της Αγίας Άννας» Β΄ τάξεως και διορίστηκε διοικητής στολίσκου, ο οποίος ήταν σταθμευμένος στη χερσόνησο Τσατάλ. Και σε αυτό το πόστο, απέκρουσε πολλές φορές εξορμήσεις των Τούρκων.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

Ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του Νίκου Παπατάκη


Ένα μικρό αφιέρωμα, λόγω της ημέρας, στη μνήμη του Νίκου Παπατάκη με μια ξεχωριστή φωτογραφία...
Νίκος Παπατάκης και Τζον Κασσαβέτης, από την ταινία ''Σκιές''.

Σαν σήμερα, στις 17 Δεκεμβρίου 2010, πέθανε στο Παρίσι ο μεγάλος σκηνοθέτης της διασποράς Νίκος Παπατάκης, γιός του Στέργιου Παπατάκη από το Περιβόλι της Πίνδου (βλαχοχώρι του Ν. Γρεβενών στη δυτική Μακεδονία) που είχε εγκατασταθεί το 1908 στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας όπου ανέπτυξε μεγάλη εμπορική δραστηριότητα[1]. Εκεί γεννήθηκε ο Νίκος Παπατάκης από μητέρα ντόπια, μια καλλονή από την Αβησσυνία[2].

Το 1958, ο Νίκος Παπατάκης βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου τον ενδιέφερε να ανακαλύψει την αντισυμβατική πλευρά της αμερικανικής καλλιτεχνικής ζωής. Οι αναζητήσεις του τον έφεραν στα χνάρια ενός άλλου Έλληνα, του Τζον Κασσαβέτη, ο οποίος τότε είχε αρχίσει να γυρίζει στους δρόμους της πόλης, με άγνωστους ηθοποιούς του εργαστηρίου του, την πρώτη του ταινία, «Σκιές» («Shadows»). Η ιστορία έχει να κάνει με τον ρατσιστικό τρόπο που αντιμετωπίζεται μια μαύρη γυναίκα από τον λευκό εραστή της. Ο Παπατάκης βρήκε τα χρήματα και βοήθησε τον Κασσαβέτη να ολοκληρώσει την ταινία του, η οποία αποτελεί σταθμό στην ιστορία του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου[3]. 

Ο σκηνοθέτης Τζον Κασσαβέτης (9 Δεκεμβρίου 1929-3 Φεβρουαρίου 1989) ήταν γιός του Νικόλαου Κασσαβέτη από το Βρυσοχώρι, βλαχοχώρι του Ζαγορίου στην Ήπειρο (συγχωριανός της μητέρας του Μάικλ Δουκάκη, που ήταν υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ το 1988). Ο Νικόλαος Κασσαβέτης ασχολήθηκε ενεργά με το Βορειοηπειρωτικό και διετέλεσε Πρόεδρος της Πανηπειρωτικής Ενωσης Αμερικης (Pan-Epirotic Union in America). Υπό αυτή την ιδιότητα, ήταν αυτός που έγραψε το υπόμνημα της Πανηπειρωτικής Ένωσης Αμερικής για το Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι (1919). Αγωνίστηκε με σθένος για τα δικαιώματα των συμπατριωτών μας στη Βόρεια Ηπειρο, με προσωπικές εκκλήσεις προς τους Αμερικανούς πολίτες να βοηθήσουν ώστε να απελευθερωθούν οι συμπατριώτες μας από τον αλβανικό ζυγό[4]. 

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

Το τελευταίο ''αντίο'' στη μεγάλη Μοναστηριώτισσα δασκάλα Βιολέτα Παπαθανασίου


Απεβίωσε η κ. Βιολέτα Σμυρνιού-Παπαθανασίου, πρόεδρος του Συνδέσμου Μοναστηριωτών Θεσσαλονίκης, δραστήρια και δημιουργική μέχρι την τελευταία στιγμή. Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί την Πέμπτη 10 Ιανουαρίου στον Ι. Ναό Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης στις 12:00 π.μ. Αιωνία της η μνήμη.

Η κ. Παπαθανασίου, σπούδασε στη Παιδαγωγική Ακαδημία της Φλώρινας και μετεκπαιδεύτηκε στα παιδαγωγικά στο πανεπιστήμιο της Θεσ/νίκης ενώ παρακολούθησε εκπαιδευτικά σεμινάρια στη Γερμανία. Ξεκίνησε την καριέρα της ως δασκάλα από το ιστορικό χωριό Παύλος Μελάς της Καστοριάς, που υπηρέτησε για 10 χρόνια και ανακηρύχτηκε επίτιμη δημότης του, και ασχολήθηκε ενεργά με την εθνική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής των Κορεστίων.
Είχε πλούσια δραστηριότητα στον κοινωνικό τομέα και ήταν μέλος εθνικών και διεθνών οργανισμών. Είχε δώσει πλήθος διαλέξεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 1978, ήταν πρόεδρος ενός από τους ιστορικότερους συλλόγους της Θεσ/νίκης, του συνδέσμου Μοναστηριωτών και των πέριξ η «Καρτερία», υλοποιώντας δράσεις με στόχο την καταγραφή και την μελέτη της ιστορικής παρουσίας του Ελληνισμού στην περιοχή της Πελαγονίας, την διατήρηση και διάσωση της Ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού στην ίδια περιοχή.
Είναι συγγραφέας του ιστορικού ντοκουμέντου «Μάννα η Μακεδόνισσα», που περιγράφει την ιστορία μιας λησμονημένης ηρωίδας, ενώ το βιβλίο της «Μοναστήρι ιστορική περιπλάνηση στην πάτρια γη», τιμήθηκε με διάκριση από την Ακαδημία Αθηνών.
Για τη δράση της τιμήθηκε από τον ερυθρό σταυρό, την Βασιλική πρόνοια, τους Ρόταρι Θεσ/νίκης, το σώμα ελληνικού οδηγισμού Θεσ/νίκης, την ομοσπονδία Δυτικομακεδονικών σωματείων Θεσ/νίκης, την Παμμακεδονική ένωση Αυστραλίας, την πανελλήνια ομοσπονδία Βλάχων, την εταιρία πολιτιστικής και κοινωνικής ανάπτυξης Μακεδονίας-Θράκης, τον σύλλογο γυναικών Θεσ/νίκης, Μακεδονίας και Αθηνών, τον οδοντιατρικό σύλλογο Φλώρινας, τον μουσικοχορευτικό όμιλο Θεσ/νίκης «Ο ΟΡΦΕΑΣ», το υπουργείο Παδείας, τον Δήμο Αμπελοκήπων, τον Δήμο Θεσ/νίκης με το μετάλλιο του Δήμου καθώς και από την Ακαδημία Αθηνών.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Έφυγε από τη ζωή το Αηδόνι των Βλάχων, ο Στέργιος Δαρδακούλης



Το τελευταίο ''αντίο'' στο Αηδόνι των Βλάχων, 
τον Περιβολιώτη Στέργιο Δαρδακούλη. 

Ο ταλαντούχος τραγουδιστής που συγκίνησε με την δωρική, γνήσια και εκφραστική φωνή του αυτούς που αγαπούν το δημοτικό τραγούδι και ιδιαίτερα το βλαχόφωνο, έχασε την μάχη που έδινε τον τελευταίο καιρό με την επάρατη νόσο και η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε σε κλίμα συγκίνησης, παρουσία συγγενών και φίλων της οικογένειας, στη γενέτειρα του, το Παλαιό Σκυλίτση Ν. Ημαθίας στις 5 Ιανουαρίου.

Ο Στέργιος Δαρδακούλης γεννήθηκε στο Παλαιό Σκυλίτση Ν. Ημαθίας. Ήταν γιός του Γιώργου και της Κωσταντίας Δαρδακούλη από το Μακρυχώρι Λάρισας, βλαχόφωνοι με καταγωγή από το Περιβόλι της Πίνδου. Προερχόταν από τις οικογένειες των Περιβολιωτών οι οποίες μετακινήθηκαν στις αρχές και στα μέσα του προηγούμενου αιώνα από τα καλύβια του Ιστόκ της σημερινής FΥRΟΜ (περιοχή Ρέσνας) στο Παλιό Σκυλίτσι. Ορισμένες από τις οικογένειες των Περιβολιωτών του Ιστόκ, όπως αυτή του Στέργιου, εγκαταστάθηκαν προηγουμένως στην Θεσσαλία.

Ο Στέργιος Δαρδακούλης τραγουδούσε από πολύ νεαρή ηλικία δίπλα στον αείμνηστο κλαρινίστα Ηλία Ανδρέου με τον οποίο έγραψε σε βινύλιο 12 τραγούδια ελληνόφωνα και βλαχόφωνα. 
Έχει τραγουδήσει σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου όπως ο Καναδάς, η Γερμανία, η Ελβετία, η Σερβία, η Αλβανία, η FYROM, η Ρουμανία, η Αυστραλία, το Βέλγιο κλπ. αφήνοντας με το τραγούδι του πίσω του χαρές και νοσταλγία στους ξενιτεμένους μας. Συνεργάστηκε με μεγάλους μουσικούς του παραδοσιακού μας τραγουδιού όπως ο Κωστάκης Ζέρβας, ο Βασίλης Έξαρχος, ο Σταύρος Καψάλης, ο Νίκος Ράρρας, ο Γιώργος Μπραχόπουλος, ο Λάμπρος Μόσιος, ο Νίκος Χαλιγιάννης κ.α. Τραγούδησε δίπλα σε εξαίρετους συναδέλφους του όπως ο Κ. Τζήμας, ο Αντώνης Κυρίτσης , ο Σάββας Σιάτρας και πολλούς άλλους. 

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018

Οι εξισλαμισμοί στη Βόρεια Ήπειρο και ο Νεκτάριος Τέρπος


Tου Γιώργου Καραμπελιά 
από το slpress.gr 

Οι εξισλαμισμοί και το παιδομάζωμα συνεχίζονται μέχρι τον ύστερο 18ο αιώνα στη δυτική Ελλάδα, την Ήπειρο και την Αλβανία και ο Κοσμάς Αιτωλός θα αναδειχθεί στον πρωτεργάτη της πάλης ενάντιά τους. Πρόδρομος και πνευματικός μέντοράς του, σχετικά άγνωστος στο ευρύτερο κοινό, υπήρξε ο Βορειοηπειρώτης ιερομόναχος από τη Μοσχόπολη, Νεκτάριος Τέρπος (γεννήθηκε μεταξύ 1675 και 1690 και απεβίωσε μεταξύ 1740 και 1741), τόσο με τη δράση του όσο και με τα βιβλία του. Ανάμεσά τους το Βιβλιάριον, καλούμενον Πίστις, το οποίο γνώρισε 12 εκδόσεις, μεταξύ 1732 και 1818.*

Η Πίστις είχε ως κύριο αντικείμενό την αντιμετώπιση των εξισλαμισμών και της αλλαξοπιστίας των ορθοδόξων. Διαβάζουμε στο προοίμιο του έργου: «Τὸ λοι­πὸν ἐ­τοῦ­το τὸ Βι­βλιά­ριον, τὸ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νον Πί­στις, δὲν τὸ ἐ­σύν­θε­σα διὰ τοὺς σο­φοὺς καὶ γραμ­μα­τι­σμένους ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λὰ διὰ τοὺς ἀ­γραμ­μά­τους καὶ χω­ρι­κούς, ἐ­πει­δὴ εἰς ἐ­τοῦ­τα τὰ μέ­ρη τῆς Τουρ­κί­ας εὑ­ρι­σκό­με­νοι χρι­στια­νοί, πολ­λοὶ ἐ­πλα­νή­θη­καν, καὶ πλα­νοῦν­ται ἀ­πὸ ὀ­λί­γην ἀ­νάγ­κην καὶ δό­σι­μον τοῦ χα­ρα­τζί­ου, καὶ ἀρ­νοῦν­ται (φεῦ) τὸν Χρι­στόν, καὶ πα­ρα­δί­δον­ται εἰς τὰς χεῖ­ρας τοῦ δι­α­βό­λου«.

Ο Νεκτάριος χρημάτισε διδάσκαλος στη σχολή της Μοσχόπολης –τη μετέπειτα περιβόητη Νέα Ἀκαδήμια– περιόδευσε δε ως ιεροκήρυκας στη σημερινή Βόρειο Ήπειρο, Βεράτι, Σπαθία και Μουζακιά, καθώς και στη Νότια Ήπειρο μέχρι την Άρτα, ως πρόδρομος του Κοσμά Αιτωλού. Οι αντι­μωαμεθανικές και αντιτουρκικές θέσεις του οδήγησαν και στην κακοποίησή του τα Χριστούγεννα του 1724, στο χωριό Τραγότι, κοντά στο Ελβασάν. Όταν κήρυσσε παρατήρησε ότι το ακροατήριό του το αποτελούσαν 120 γυναίκες και μόλις 15 άνδρες, διότι οι υπόλοιποι είχαν αλλαξοπιστήσει. Τότε στράφηκε εναντίον του Μωά­μεθ, γεγονός που οδήγησε στον άγριο ξυλοδαρμό του:

«Ὕ­στε­ρον δὲ τὸ ἔ­μα­θαν δύ­ο ἀ­δέλ­φια Ἀ­γα­ῥη­νοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἦ­σαν σουμ­πα­σά­δες, τὸ πῶς ἐ­κή­ρυ­ξα ὁ­μο­λο­γών­τας [ ] τὸν Μω­ά­μεθ ψεύ­στην καὶ πλά­νον, καὶ ἕ­ναν πρῶ­τον μα­θη­τὴν τοῦ ἀν­τι­χρί­στου. Ἦλ­θαν καὶ μὲ ηὗ­ραν εἰς τὸ σπῆτι τοῦ Πα­πά, καὶ εἶ­χεν ὁ κα­θ’ ἕ­νας ἀ­πὸ ἕ­να κον­τό­ξυ­λον ἀ­πὸ γλα­τζι­νά, καὶ κτυ­πῶν­τες ἀ­πά­νω μου ἀ­νε­λε­ή­μο­να… Εἰς ὅ­λα τὰ μέ­ρη μὲ ἐ­βά­ρε­σαν, ἀλ­λοῦ τὸ κορ­μί μου ἐ­κοκ­κί­νι­σε, καὶ εἰς πε­ρισ­σο­τέ­ρους τό­πους ἐ­μαύ­ρι­σε, καὶ ὅ,τι ἔ­κα­μαν ἡ βεν­τού­ζαις καὶ τὰ κέ­ρα­τα, καὶ χά­ρι­τι Χρι­στοῦ ἰ­α­τρεύ­θη­κα, ὅ­μως τὸ ζερ­βόν μου μπρά­τζο ἔ­μει­νε βλαμ­μέ­νο, καὶ πο­τὲ δὲν ἠμ­πο­ρῶ νὰ ἀ­να­παυ­θῶ εἰς αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος«.

Αντιτουρκικό και αντιμουσουλμανικό κήρυγμα

Ο Τέρπος, στα κείμενα και στο κήρυγμά του, χρησιμοποιεί μια βίαιη αντιτουρκική, αντιισλαμική γλώσσα, που δύσκολα συναντούμε σε κείμενα που κυκλοφορούσαν, και μάλιστα σε τέτοια έκταση, στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό:

Σάββατο 12 Μαΐου 2018

Ο παροικιακός Ελληνισμός της Αιγύπτου και η προσφορά του στο γένος


Ἰωάννου Σ. Φουρτούνα
καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Al Azhar Καΐρου


Ἀπό ὅλες τίς παροικίες τοῦ Ἀποδήμου Ἑλληνισμοῦ, ἡ ἑλληνική παροικία τῆς Αἰγύπτου εἶναι ἡ ἀρχαιώτερη καί ἡ πλέον σημαντική τόσο γιά τό μέγεθος τῶν εὐεργεσιῶν της πρός τό νεοσύστατο κράτος, ὅσον καί γιά τήν ἀνεπανάληπτη προσφορά της πρός τήν ἴδια τήν Αἴγυπτο, ἀλλά καί γιά τά θαυμαστά ἐπιτεύγματά της στόν κόσμο τοῦ ἐμπορίου καί τῆς βιομηχανίας, τό ἀνώτερο κοινωνικό καί πνευματικό ἐπίπεδο, ὡς καί τήν πρωτοπορία της σέ πολλούς τομεῖς τοῦ δημοσίου βίου τῆς χώρας, μέ ἀποτέλεσμα οἱ «Αἰγυπτιῶτες» νά ἀποτελοῦν αὐτοδικαίως μοναδικό φαινόμενο μεταξύ τῶν Ἑλλήνων τῆς Διασπορᾶς.

Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Μωχάμεντ Ἄλι καί ἡ προσπάθειά του στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰ. νά κτίση ἕνα σύγχρονο κράτος, παράλληλα μέ τήν φιλία του μέ τόν Γ. Ἀβέρωφ καί τήν συμπάθειά του πρός τούς Ἕλληνες, λόγῳ τῆς ἑλληνικῆς καταγωγῆς τῆς μητέρας του καί τῆς προελεύσεώς του ἀπό τήν Καβάλα, ἀνοίγει τίς πύλες τῆς Αἰγύπτου γιά τίς χιλιάδες τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν πού ἔρχονται λόγῳ τῶν ἀσταθῶν συνθηκῶν, τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων καί τῶν διωγμῶν καί τῆς ἐξ αἰτίας αὐτῶν οἰκονομικῆς δυσπραγίας καί ἐγκαθίστανται στίς μεγαλύτερες πόλεις τῆς Αἰγύπτου.

Πράγματι ἀμέσως μετά τήν ἑλληνική ἐπανάσταση ἀρχίζει ἕνα μεταναστευτικό κῦμα πού διογκώνεται συνεχῶς πρός τήν Αἴγυπτο καί, συγκεκριμένα πρός τήν Ἀλεξάνδρεια, καθώς αὐτή ἀποτελεῖ τό κεντρικό λιμάνι τῆς χώρας καί τήν πύλη εἰσόδου πρός τήν ἀχανῆ ἐνδοχώρα καί τά πλούτη της. Τό λιμάνι τῆς Ἀλεξανδρείας, ἕνα ἀπό τά σημαντικώτερα λιμάνια τῆς Μεσογείου, ὑποδέχεται μέσα στήν κοσμοπολίτικη κοινωνία του τά ἀλλεπάλληλα κύματα τῶν μεταναστῶν καί τά προωθεῖ πρός τό Κάϊρο καί τίς πόλεις τοῦ ἐσωτερικοῦ. Οἱ Ἕλληνες πού παραμένουν στήν πόλη ὀργανώνονται γύρω ἀπό τό Ἑλληνορθόδοξο Πατριαρχεῖο καί οἱ πλέον εὐκατάστατοι δραστηριοποιοῦνται γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν ἀναγκῶν τῶν πρώτων Παροίκων.

Ἔτσι ἡ οἰκογένεια Τοσίτσα φροντίζει νά χτιστῆ στά 1830 τό πρῶτο ἑλληνικό Νοσοκομεῖο, τό «Νοσοκομεῖο τῶν Γραικῶν», ἐνῶ λίγα χρόνια ἀργότερα κτίζεται ἕνα καινούργιο καί πολύ σπουδαῖο Νοσοκομεῖο ὁ «Ἅγιος Σωφρόνιος» πού ἐκτός ἀπό τήν γενική ἀναγνώριση τῶν ὑψηλῶν προδιαγραφῶν του προσφέρει καί στήν ἰατρική ἐπιστήμη, καθώς σ᾿ αὐτό τό σπουδαῖο νοσοκομεῖο ὁ ἐκεῖ ἐργαζόμενος Γερμανός ἰατρός R. Koch μέ τήν βοήθεια καί τῶν Ἑλλήνων ἰατρῶν κ. Καρτούλη καί κ. Βαλασοπούλου, ἀνακάλυψε τό βακτήριο τῆς χολέρας κατά τήν ἐπιδημία πού ξέσπασε στά 1883, γεγονός πού βοήθησε στήν παρασκευή τοῦ σχετικοῦ ἐμβολίου κατά τῆς ἀσθενείας. Ὁ «Ἅγιος Σωφρόνιος» εἶναι τό νοσοκομεῖο στό ὁποῖο νοσηλεύτηκε καί ἄφησε τήν τελευταία του πνοή ὁ ποιητής Κωνσταντῖνος Καβάφης, στίς 29 Ἀπριλίου τοῦ 1933.

Λίγα χρόνια ἀργότερα, στίς 25 Ἀπριλίου τοῦ 1843, μέ πρωτοβουλία τοῦ πρώτου Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος Μιχαήλ Τοσίτσα ἤ Τοσίτζα, ἱδρύεται ἡ Ἑλληνική Κοινότητα Ἀλεξανδρείας, ἐνῶ μετά δεκαετία τό 1854 ἱδρύεται ἡ περίφημη Τοσιτσαία Σχολή καί μετά διετία τό 1856 ἐγκαινιάζεται μέ κάθε ἐπισημότητα ὁ μεγαλοπρεπής Ἱερός Ναός τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Τό 1885 ἀναλαμβάνει τήν προεδρία τῆς Κοινότητος ὁ Γεώργιος Ἀβέρωφ μέ τήν παρουσία τοῦ ὁποίου ἡ ἑλληνική Παροικία ἀπολαμβάνει πολλές καί σημαντικές δωρεές, μεταξύ τῶν ὁποίων ἡ ἵδρυση τό 1878 τοῦ «Ἀβερωφείου Γυμνασίου» καί λίγο ἀργότερα τοῦ «Ἀβερωφείου Παρθεναγωγείου», ἐκεῖ ὅπου σήμερα στεγάζεται τό «Ἑλληνικό Ἐμπορικό Ἐπιμελητήριο» καί τό «Παράρτημα τοῦ Ἱδρύματος Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ».

Ὁ Γεώργιος Ἀβέρωφ ἐκτός ἀπό Μέγας Εὐεργέτης τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος Ἀλεξανδρείας, ἀνακηρύχθηκε ἀπό τό ἑλληνικό κράτος καί ὡς μέγας Ἐθνικός Εὐεργέτης, γιατί ἐκτός ἀπό τήν προσφορά του στήν ἀλεξανδρεινή Ὁμογένεια, παρουσίασε καί μία σπουδαία καί μοναδική προσφορά πρός τήν Μητέρα Ἑλλάδα: Τό Μετσόβειο Πολυτεχνεῖο εἶναι προσφορά τῶν Αἰγυπτιωτῶν, καθώς κτίστηκε μέ χρήματα τῶν τριῶν Μεγάλων Εὐεργετῶν ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια, τοῦ Τοσίτσα, τοῦ Στουρνάρα καί τοῦ Ἀβέρωφ. Μέ τήν οἰκονομική ἀρωγή τοῦ Ἀβέρωφ ἱδρύθηκε ἡ Σχολή Εὐελπίδων, ἡ ἀγροτική Σχολή τῆς Λάρισας καί οἱ φυλακές ἀνηλίκων στήν Ἀθήνα. Ἐπίσης ἐπιχορηγήθηκε ἀπό τόν Ἀβέρωφ ἡ ἀνακατασκευή τοῦ Παναθηναϊκοῦ Σταδίου μέ ἕνα ἑκατομμύριο δραχμές, γι᾿ αὐτό παραπλεύρως τῆς εἰσόδου ὑπάρχει σέ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης τό ἄγαλμα τοῦ Ἀβέρωφ. Ἐκτός ἀπό τήν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τό Μέτσοβο, ὅπου δώρισε πολλά χρήματα γιά τίς ἀνάγκες τῆς πόλεως, ἐπιχορήγησε ἐπίσης τό «Ὠδεῖο Ἀθηνῶν». Ἡ πιό σημαντική του ὅμως προσφορά σέ ἐθνικό ἐπίπεδο εἶναι ἡ χρηματοδότηση τῆς ἀγορᾶς τοῦ θρυλικοῦ καταδρομικοῦ «ΑΒΕΡΩΦ» πού ἀποτελώντας τήν ναυαρχίδα τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου κατά τήν διάρκεια τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, ἔπαιξε καθοριστικό ρόλο στήν ἔκβασή τους ὑπέρ τῆς Ἑλλάδος.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

Δημήτρης Μητροπάνος: 6 χρόνια απουσίας


6 χρόνια χωρίς τον Δημήτρη Μητροπάνο

Μας λείπει η φωνή, τα τραγούδια και το ήθος του. Το λαϊκό τραγούδι χωρίς αυτόν δεν είναι το ίδιο. Ένας σπουδαίος ερμηνευτής που τα τραγούδια του έγραψαν ιστορία στο ελληνικό πεντάγραμμο. 

Ο Δημήτρης Μητροπάνος «έφυγε» σε ηλικία 64 ετών, αφήνοντας πίσω μία σημαντική διαδρομή στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. 
Τα τελευταία χρόνια είχε δώσει σκληρή μάχη για να αντιμετωπίσει σοβαρότατα προβλήματα υγείας. Ο θάνατός του προήλθε από από οξύ πνευμονικό οίδημα στις 17 Απριλίου και κηδεύτηκε στο Πρώτο νεκροταφείο Αθηνών στις 19 Απριλίου 2012. 
Ήταν ένας από τους σημαντικότερους έλληνες τραγουδιστές της σύγχρονης εποχής. Ερμήνευσε χαρακτηριστικά τραγούδια σημαντικών στιχουργών και συνθετών.
Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης απέτισαν φόρο τιμής μεταδίδοντας βίντεο με τις σημαντικότερες ερμηνείες του καθώς και δηλώσεις όσων συνεργάστηκαν μαζί του.

Τα πρώτα χρόνια 

Γεννήθηκε στην Αγία Mονή, μια συνοικία έξω από τα Τρίκαλα -από εκεί ήταν η μητέρα του (η οποία όμως είλκε την καταγωγή της από την Σαμαρίνα Γρεβενών)- στις 2 Απριλίου του 1948. 
Μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του, τον οποίο γνώρισε στα 29 του χρόνια. Μέχρι τα 16 του νόμιζε πως είχε σκοτωθεί στον ανταρτοπόλεμο, όταν ήρθε ένα γράμμα το οποίο έλεγε πως ζει στην Ρουμανία. Ο πατέρας του καταγόταν από ένα χωριό της Καρδίτσας το Καππά. 
Από μικρός δούλευε τα καλοκαίρια για να βοηθήσει τα οικονομικά της οικογένειας του. Πρώτα σαν σερβιτόρος στην ταβέρνα του θείου του ύστερα στις κορδέλες κοπής ξύλων. 
Μετά την τρίτη γυμνασίου, το 1964, κατεβαίνει στην Αθήνα να ζήσει με τον θείο του στην οδό Aχαρνών. Προτού τελειώσει το γυμνάσιο άρχισε να δουλεύει ως τραγουδιστής. 

Επαγγελματική σταδιοδρομία 

Στην ίδια ηλικία, έπειτα από παρότρυνση του Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον οποίο γνώρισε σε μία συγκέντρωση της εταιρίας του θείου του, στην οποία τραγούδησε, επισκέφτηκε την Κολούμπια. 
Εκεί ο Τάκης Λαμπρόπουλος του γνώρισε τον Γιώργο Ζαμπέτα, δίπλα οποίο θα δουλέψει στα «Ξημερώματα». 
Τον Ζαμπέτα τον μνημονεύει ως μεγάλο του δάσκαλο και δεύτερο πατέρα. Όπως είχε δηλώσει, «ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα».
Το 1966 ο Μητροπάνος συναντάται για πρώτη φόρα με τον Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεύει μέρη από τη «Ρωμιοσύνη» και το «Άξιον Εστί» σε μια σειρά συναυλιών στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

Στη μνήμη του καθηγητή Αντώνιου Αιμίλιου Ταχιάου


Eνας αυτοβιογραφικός περίπατος του καθηγητή του ΑΠΘ, που έζησε (αλλά και πέρασε) πολλά 
Αρθρο «δημοκρατίας» Β. Ελλάδος,  
12.04.2017

Από την
Ελένη Σκάρπου

Ανάκληση αναμνήσεων»: Δεν είναι ακόμη ένα σύγγραμμα που γράφτηκε απλά για να γραφτεί... Είναι μια σειρά από προσωπικές μαρτυρίες, ένας αυτοβιογραφικός περίπατος που ξεκινά από το οικογενειακό παρελθόν του συγγραφέα Αντώνιου - Αιμίλιου Ταχιάου και τον Mακεδονικό Aγώνα, για να περάσει από την προπολεμική εποχή, τον Eλληνοϊταλικό Πόλεμο, τη γερμανική κατοχή, τον Εμφύλιο, τη δικτατορία και να καταλήξει λίγο πριν από το σήμερα.

Είναι σίγουρα πολλοί οι λόγοι που ένα τέτοιο λογοτεχνικό δημιούργημα πρέπει να βρει θέση στα ράφια μιας σύγχρονης βιβλιοθήκης, αλλά ο κυριότερος είναι η επαφή με πτυχές της Ιστορίας που δεν γνωρίσαμε από πρώτο χέρι και τις οποίες κάποιοι είχαν την τύχη -και την ατυχία μαζί- να βιώσουν, ώστε να μας τις παραδώσουν ατόφιες και αυθεντικές, σαν φυλαχτό, για τα επόμενα χρόνια.

Στα σημερινά Σκόπια

Εχοντας κλείσει τα 85 χρόνια του, ο κ. Ταχιάος εξιστορεί με λεπτομέρεια τα πάντα: «Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Κρούσοβο, στα σημερινά Σκόπια. Εκεί ζούσαν Ελληνες βλαχόφωνοι. Ο πατέρας μου και ο αδερφός του υπήρξαν αντιπρόσωποι για όλη την ευρωπαϊκή Τουρκία της εταιρίας που είχε και τον “Τιτανικό”, και έστελναν μετανάστες στην Αμερική, για τους οποίους λογοδοτούσαν... αν έχουν προσηλυτιστεί από τους Βουλγάρους. Η μητέρα μου γεννήθηκε στους Πύργους Εορδαίας, στην Κοζάνη. Ο αδερφός της, ο Γρηγόρης Νικολαΐδης, είχε μεγάλη δράση. Στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα είχαν φιλοξενήσει τον καπετάν Γαρέφη με 12 αντάρτες στο σπίτι τους. Επειτα μετακόμισαν στο Αμύνταιο, όπου το 1912 ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον διόρισε δήμαρχο Αμυνταίου» αναφέρει ο συγγραφέας, περιγράφοντας το πρώτο κεφάλαιο, στο οποίο γίνεται αναφορά και στη σύζυγό του, ο προπάππους της οποίας ονομαζόταν Γενναίος Σκούρας και ήταν βαφτισμένος από τον γιο του Κολοκοτρώνη.

Έφυγε από τη ζωή ο καθηγητής Αντώνιος Αιμίλιος Ταχιάος


Εφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών ο ομότιμος καθηγητής της Ιστορίας και Γραμματείας των Σλαβικών Εκκλησιών της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Αντώνιος - Αιμίλιος Ταχιάος.

Ηταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Άθηνών, αλλοδαπό μέλος της Σερβικής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών και της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών, ενώ είχε τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο της Ακαδημίας της Σλοβακίας.

«Δάσκαλο – πρότυπο», χαρακτήρισε τον εκλιπόντα, με δηλώσεις του στο ΑΠΕ - ΜΠΕ, ο πρόεδρος της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Παναγιώτης Σκαλτσής και πρόσθεσε ότι ήταν σημαντικό τόσο το επιστημονικό, όσο και το κοινωνικό του έργο.

Στο επίκεντρο της επιστημονικής ενασχόλησης του Αντώνιου - Αιμίλιου Ταχιάου ήταν η επίδραση του Βυζαντίου στον κόσμο των Σλάβων και το έργο των Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου.

Μεταξύ άλλων, διατέλεσε πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Σλαβικών Μελετών, του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, καθώς και του Κέντρου Μελέτης Πολιτιστικής Κληρονομιάς Κυρίλλου και Μεθοδίου.

Η κηδεία του θα γίνει αύριο στις 11.30 το πρωί από τον μητροπολιτικό ναό Αγίου Γρηγορίου Παλαμά.

ΝΔ: Εμβληματική προσωπικότητα

Εμβληματική προσωπικότητα της πνευματικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής της Θεσσαλονίκης, χαρακτηρίζει με ανακοίνωση της η Διοικούσα Επιτροπή Θεσσαλονίκης της Νέας Δημοκρατίας, τον ομότιμο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Αντώνιο-Αιμίλιο Ταχιάο.

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

Η σθεναρή στάση των Ελληνοβλάχων της Πελαγονίας - Γεγονότα του 1907


Πηγή φωτο: yaunatakabara.blogspot.gr
Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου από τα μέσα του 1907 άρχισε να ατονεί η δραστηριότητα των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων, γεγονός που αφύπνισε την Μακεδονική Επιτροπή, η οποία με έγγραφο της (17 Οκτωβρίου 1907) προς τον Έλληνα πρωθυπουργό ζητούσε την αποστολή πολεμοφοδίων, 150 οπλιτών, εθνικών πρακτόρων και βέβαια ιερέων και δασκάλων.[172] Την ανάγκη για την ενεργοποίηση των ελληνικών σωμάτων στην περιοχή την επισήμανε και η ελληνική προξενική αρχή του Μοναστηρίου, η οποία τη θεωρούσε απαραίτητη για την αναδιοργάνωση του Μακεδονικού Κομιτάτου.[173]
Και ενώ όλα αυτά συνέβαιναν στο επίπεδο των Κομιτάτων και των Επιτροπών, ο ελληνισμός της Πελαγονίας αντιστεκόταν πεισματικά στις οργανωμένες επιθέσεις των ρουμανικών και βουλγαρικών σωμάτων. Ψυχή αυτής της αντίστασης ήταν το αδιαπέραστο ελληνικό φρόνημα των συμπαγών ελληνοβλαχικών πληθυσμών του Μοναστηρίου και των ελληνοβλαχικών κοινοτήτων της ευρύτερης περιοχής (του Μεγαρόβου, του Τιρνόβου, της Νιζόπολης, της Ρέσνας, του Κρουσόβου, της Μηλόβιστας κ.α.). Οι Ελληνόβλαχοι της Βορειοδυτικής Μακεδονίας στάθηκαν υπεράνω των αδυναμιών της ελληνικής κεντρικής εξουσίας, αγωνίστηκαν δυναμικά σε κάθε αλλόφυλη, αλλοεθνή, αλλόγλωσση και αλλόθρησκη προσηλυτιστική διείσδυση, πολέμησαν λυσσαλέα, ιδίως τη ρουμανική κίνηση[174], και διατήρησαν άσβεστη την ελληνική συνείδηση στο βορειότερο εθνολογικό όριο της Ελλάδας.

Αυτή την ελληνική συνείδηση των βλαχόφωνων πληθυσμών του ευρύτερου μακεδονικού χώρου την έχουμε αποτυπωμένη στις περίφημες ''διαμαρτυρίες των Κουτσοβλάχων'', με τις οποίες οι Ελληνόβλαχοι διαμαρτύρονταν για τις ενέργειες της ρουμανικής προπαγάνδας και για τη βίαια απογραφή αυτών ως Βλάχων. Αυτές οι αναφορές-διαμαρτυρίες σώζονται στα αρχεία του Πατριαρχείου, της μητρόπολης Θεσσαλονίκης κ.α. και δημοσιεύονται στην ''Εκκλησιαστική Αλήθεια'' των ετών 1904-1907[175] και εμφορούνται από το βαθύ εθνικό και θρησκευτικό αίσθημα των Ελληνόβλαχων, την ομολογία της εθνικής τους συνείδησης και της υπερηφάνειας τους που ανήκουν στο ελληνικό έθνος και στους κόλπους του Πατριαρχείου και την πηγαία και έντονη αγανάκτηση τους για την προπαγανδιστική διείσδυση της ρουμανικής προπαγάνδας.
Σε μια χαρακτηριστική διαμαρτυρία της 5ης Ιουνίου του 1907, που υπογράφεται από 1425 οικογενειάρχες Ελληνόβλαχους του Μοναστηρίου διαβάζουμε (σε ένα απόσπασμα της): ''Ημείς οι Κουτσόβλαχοι, πληρεστάτην έχοντες συνείδησιν της εθνικής ημών καταγωγής, ουδένα δέ συγγενικόν ή άλλον δεσμόν αναγνωρίζοντες μετά των Ρωμούνων κατοίκων της παριστρίου χώρας, στεντορεία, και αύθις, τη φωνή διακηρύττομεν και διά μυριοστήν φοράν επαναλαμβάνομεν ότι είμεθα γνήσιοι Έλληνες... Ουδείς πλούτος, ουδεμία δύναμις θ' αποσπάση ποτέ ημάς, ούτε από των αγκαλών της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, ήτις προ αμνημονεύτων χρόνων εγαλούχησε και εξέθρεψε ημάς πνευματικώς, ούτε από του ενδόξου ελληνικού Γένους.''[176] Οι Ελληνόβλαχοι του Μεγάροβου κλείνουν την ένθερμη διαμαρτυρία τους (12 Ιουλίου 1907) με μια συγκινητική και ''ενδόμηχο φωνή'' που ''βοά από τα βάθη της καρδίας'' τους: ''Εις τας φλέβας μας ρέει ακόμη αμόλυντον το προγονικόν αίμα. Εις τα δάση του Ολύμπου και της Πίνδου, του Βερμίου και του Περιστερίου, περιίπτανται αι ιεραί των πατέρων μας σκιαί περιφρορούσαι ημάς. Ημείς οι Κουτόβλαχοι ήμεθα, εσμέν και θα είμεθα Έλληνες. Τούτο το ορκιζόμεθα και το διακηρύττομεν, Παναγιώτατε, ενώπιον Θεού και ανθρώπων.''[177] Οι Ελληνόβλαχοι του Τίρνοβου στη δική τους διαμαρτυρία (10 Ιουνίου 1907) τονίζουν με αποφασιστικότητα ''ότι Έλληνες είμεθα και οφείλομεν να παραδώσωμεν τας ιεράς μας παρακαταθήκας, πίστιν και εθνικότητα, ακηράτους εις τας επιγιγνομένας γενεάς''[178], ενώ στη διαμαρτυρία τους οι Νιζοπολίτες (14 Ιουνίου 1907) διακηρύσσουν ότι ''ουδέποτε δε θα μας αλλοιώσωσι το φρόνημα και την πίστιν και εάν όλους τους ισχυρούς της γης διαθέσωσιν εναντίον μας, διότι το αίμα και η συνείδησις είναι αποκεκρυσταλλωμένα γνησίως ελληνικά'' και χαρακτηρίζονται οι ρουμανίζοντες ''ως βδελυραί μυιαί, συκοφαντούντες και ραδιουργούντες τους πάντας''.[179]

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Ναούμ Στ. Σήμτζας - Μηλόβιστα Πελαγονίας


Η Μονή Λαζαριστών στο sirok sokak του Μοναστηρίου
Εγώ δέ ενεθυμήθην την κατά Απρίλιον του 1892 δολοφονίαν του Έλληνος προκρίτου της Μηλοβίστης Ναούμ Στ. Σήμτζα, γενομένης εντός του ναού του χωρίου, τον φονέα του οποίου απέκρυψεν ο καθολικός ιερεύς Φαβεριάλ εν τη στέγη του παρακειμένου καθολικού παρεκκλησίου (Chapele) και κατόπιν εφυγάδευσεν εις Βουκουρέστιον. Ο Φαβεριάλ ήτο αχώριστος φίλος του Μαργαρίτου, κατάπτυστος ξυνωρίς. Οι δυο ούτοι συνέταξαν, εν έτει 1888, την περιβόητον εγκύκλιον προς τους Αλβανούς*. Και τι δεν έγραφον εν αυτή. Τον Όμηρον, τον Μέγαν Αλέξανδρον και τον Αριστοτέλην έλεγον ότι ήσαν Αλβανοί. Τους Έλληνας και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ύβριζον δεινότατα, τους δέ Τούρκους ποταπώς εκολάκευον. Εν τέλει της εγκυκλίου εκείνης προσεκάλουν τους Αλβανούς να ενωθώσι μετά των καταπτύστων Ρουμούνων εις κοινοπραξίαν. Αλλά δεν εννοώ, λέγει ο γέρων του Ολύμπου, διατί αυτοί οι καθολικοί ιερείς τόσα βυσσοδομούσι καθ' Ελλήνων, ενώ οι Έλληνες ανέχονται ακόμη εν μέσαις Αθήναις καθολικόν αρχιεπίσκοπον παρανόμως εις το πλευρόν του Έλληνος Μητροπολίτου. Αλλά μήπως, λέγω, δεν παρεχώρησαν οι Έλληνες εις τους καθολικούς εκκλησίαν εν μέσαις Αθήναις, παρά την Πύλην της αγοράς, ενώ οι εν Παρισίοις καθολικοί ηρνήθησαν να παραχωρήσωσι ναϊδριον εις τους Έλληνας -ζητηθέν πρό της ιδρύσεως του νυν περικαλλεστάτου Ελληνικού ναού.- Εις τους Ρουμούνους όμως, επί τη ελπίδι να προσελκύσωσιν εις τον Ουνιτισμόν, προ πολλού είχον παραχωρήσει ναόν επί της αριστεράς όχθης του Σηκουάνα. Εις τον Φαβεριάλ έδειξα σαφώς την επαύριον του φόνου του προκρίτου της Μηλοβίστης, ότι αι μιαραί του χείρες εβάφησαν εν τω αίματι του αθώου εκείνου. Έκτοτε ο Λαζαριστής ούτος απέφευγε τον χαιρετισμόν μου. Εν τούτοις ημέραν τινά, εισερχόμενος εις το βιβλιοπωλείον του κ. Α. Ζάλλη, συνήντησα τον Φαβεριάλ, καθ' ήν στιγμήν παρετήρει εις τον βιβλιοπώλην ότι κακώς έπραξεν να φέρη τα έργα του Βολταίρου. Παρεμβαίνω εις την συζήτησιν και απαντώ ότι εγώ επαρήγγειλα τα βιβλία του Βολταίρου του οποίου την εφυϊαν και φιλαλήθειαν εκτιμώ και θαυμάζω. Γνώριζε, απαντά ο Φαβεριάλ, ότι τον Βολταίρον κατηράσθη ο Θεός και διά τούτο επί δέκα και πλέον έτη έπασχε βασανιζόμενος εν τη κλίνη και ότι επί τέλους έπιε και τα ούρα του. Αυτά, λέγω, είνε φήμαι προσεγγίζουσαι τη συκοφαντία. Είνε μερικά πράγματα τα οποία δεν σας συμφέρουσι να γράφωνται, καθώς λ. χ. εκείνο όπερ γράφει ο Βολταίρος ότι παντού τας γραφάς ηρεύνησεν ουδαμού όμως απήντησεν την λέξιν Πάπας. Ο Βολταίρος θέλει την συνείδησιν των ανθρώπων ελευθέραν, ουδέ επιδοκιμάζει την βία επιβολήν της θρησκείας. Προκειμένου όμως περι του Χριστιανισμού ο Βολταίρος φρονεί ότι ο Χριστός μίαν θρησκείαν εδημιούργησε, κι αυτή είνε η Ελληνική ορθόδοξος θρησκεία. Οι τελευταίοι ούτοι λόγοι ηρέθισαν σφόδρα τον Λαζαριστήν, το βλέμμα του εξήστραψεν εξ οργής, η όψις ηλλοιώθη, το πρόσωπο του εγένετο κάτωχρον και εν τη φρικώδει εκείνη μορφή του απεσταλμένου του Πάπα διέγωσα τον... διάβολον.  Περιερχόμεθα την πόλιν του Μοναστηρίου, ής θαυμάζομεν το Ελληνικόν νοσοκομείον, τα Ελληνικά εκπαιδευτήρια, το λαμπρόν Διοικητήριον, πρό του οποίου ρέει ησύχως ο Δραγόρης ποταμός.

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Αλκιβιάδης Σκαντέλης, εργολάβος και ξενοδόχος


Η υπογραφή του Αλκιβιάδη Σκαντέλη σε
συμβολαιογραφικό έγγραφο © ΓΑΚ/ΑΝΛ,
Αρχείο Ιωαννίδη, αρ. 930/1882
Ελάχιστα είναι γνωστά για τον Αλκιβιάδη Σκαντέλη (ή Σκανδέλη) που δραστηριοποιήθηκε στη Λάρισα την τελευταία εικοσιπενταετία του 19ου αιώνα.

Καταγόμενος από τα Βιτώλια (Μοναστήρι) της Μακεδονίας, εγκαταστάθηκε μαζί με τη σύζυγό του Δομινίκη (Δόμνα) στη Λάρισα (1875), ως εργολάβος σε έργα οδοποιίας του Τουρκικού Δημοσίου. Παράλληλα ανέλαβε την εκτέλεση ιδιωτικών έργων που του είχαν αναθέσει ο Οθωμανός κτηματίας Γιουσούφ αγάς Σκούρας και οι αδελφοί Γρηγόριος και Λάζαρος Χατζηλαζάρου. Με τον Λάζαρο είχε συστήσει ομόρρυθμη εργοληπτική εταιρεία, την οποία διατήρησε μέχρι τον θάνατο του τελευταίου (1882).

Μετά από την απελευθέρωση της Λάρισας (1881), διέθεσε τα χρήματα που είχε αποκτήσει, για την αγορά ακινήτων στο εμπορικό κέντρο της πόλης. Συγκεκριμένα αγόρασε δύο κατοικίες, την μία στη συνοικία Παράσχου (Αγίου Νικολάου) και την άλλη στην οδό Ραμαζάν Ατίκ 2 (νότια της κεντρικής πλατείας), δύο οικόπεδα στη συνοικία Παράσχου εκτάσεως 277 τ/μ. [1]. και 356 τ/μ. καθώς επίσης και το συγκρότημα ενός πανδοχείου (χάνι) το οποίο βρισκόταν στη θέση Τσούγκαρι της συνοικίας του Τρανού Μαχαλά (Αγίου Αχιλλίου) «επί της ανατολικής πλευράς της οδού Γεφύρας Πηνειού» [2].

Το πανδοχείο ανήκε στην πλήρη κυριότητα της Λουτφιγέ Γιουσούφ Χανούμ, θυγατέρας του προαναφερθέντα Γιουσούφ Αγά Σκούρα και συζύγου του κτηματία Ρετζέπ πασά. Όταν τον Σεπτέμβριο του 1882 η Λουτφιγέ αναχώρησε από την Λάρισα και εγκαταστάθηκε με τον πατέρα της και τον σύζυγό της στα Σέρβια της Κοζάνης, όρισε τον Λαρισαίο εμποροκτηματία Νικόλαο Παπακώστα ως πληρεξούσιο πωλητή του πανδοχείου της. Ο Αλκιβιάδης Σκαντέλης αγόρασε το πανδοχείο στις 20 Οκτωβρίου 1882 αντί 550 χρυσών Τουρκικών λιρών (13.981 δρχ.) [3]. Το όλο συγκρότημα περιλάμβανε εντός του οικοπέδου του, μία διώροφη οικία με εννέα δωμάτια, δύο εργαστήρια, αποθήκες, στάβλους, οινοπνευματοπωλείο και διάφορους βοηθητικούς χώρους.

Την ίδια περίοδο ο Σκαντέλης ανέλαβε διάφορες εργολαβίες στην Ελασσόνα (τότε υπό οθωμανική κατοχή) και αναγκάστηκε να εγκατασταθεί εκεί προσωρινά, διορίζοντας ως πληρεξουσίους του στη Λάρισα, τους κτηματίες Γρηγόριο Χατζηλαζάρου [4] και Νικόλαο Παπακώστα [5].

Μετά την αναχώρησή του, ο Σκαντέλης ενοικίασε (μέσω του Παπακώστα) την κατοικία του στην οδό Ραμαζάν Ατίκ στη Λάρισα. Ως ενοικιαστής την περίοδο 1882-1884 αναφέρεται ο εισαγγελέας του Πρωτοδικείου της Λάρισας Δημοσθένης Καρύκης [6] ενώ μετά το 1884 η οικία ενοικιάστηκε στον ταγματάρχη (ΠΖ) Αναστάσιο Οικονομόπουλο (Βασιλικό Επίτροπο του Γ΄ Διαρκούς Στρατοδικείου Λαρίσης) για να χρησιμεύσει ως κτίριο Στρατοδικείου [7].

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Deák Ferenc - Φραγκίσκος Δέακ


Deák Ferenc
Πολιτικός της Ουγγαρίας, υπουργός Δικαιοσύνης. Τον αποκαλούσαν ''ο σοφός άνθρωπος του έθνους'' και ήταν συγγραφέας του Αυστρο-Ουγγρικού συμβιβασμού του 1868. Ανιψιός του Deák Peter, συνταγματάρχη των Ουσάρων και γιός του Crabor, ενώ σχετίζεται με την μακεδονική οικογένεια Peszkar (Πεσχάρου*) του Miskolc. Η καταγωγή του προερχόταν από εξουγγρισθείσα μακεδονική οικογένεια κατά τα μέσα του παρελθόντος αιώνα. Οι πρόγονοι του είχαν έρθει από την Μοσχόπολη, ήταν Ελληνόβλαχοι, και εγκαταστάθηκαν στο Μίσκολτς.
Αρχικά είχε το όνομα Peszkar και όταν πήγε σχολείο οι καθηγητές του, του έδωσαν το όνομα Deák. Το επίθετο Πεσχάρου το συναντάμε επίσης στους δωρητές για το κτίσιμο της εκκλησίας στο Μίσκολτς. 

Ο Deák είχε ιδιαίτερη φιλία με τον συμπατριώτη του Σίμωνα Σίνα. Ο ίδιος ποτέ δεν απαρνήθηκε την καταγωγή του αλλά και ποτέ δεν την επιβεβαίωσε επίσημα. Ο επίσκοπος Olteanu, ο οποίος ηταν προστατευόμενος του Deák, δήλωσε πολλές φορές ενώπιον φίλων ότι η όψη και οι τρόποι του Deák προδίδουν την Ελληνοβλάχικη καταγωγή του. Περίπου το 1860, ο εκδότης Alexandru είχε γράψει στην εφημερίδα του την ''Ομοσπονδία'' ότι ο Deák Ferenc έλκει την καταγωγή του από Ελληνόβλαχους.

Πηγή: Βασίλειος Σταματόπουλος-Σπύρος Καπαρέλης-Στέλιος Παπαγεωργίου, Οι ελληνικές οικογένειες κατά τον 17ο-19ο αιώνα στην Μεγάλη Ουγγαρία