Επί του θέματος, ο μακαριστός Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Γούβαλης θέτει μία εύλογη απορία:
Ένα εύλογο ερώτημα, που γεννάται στους σύγχρονους μελετητές του αρχαίου ελληνισμού, είναι το «Πως ένας λαός, τόσο σπουδαίος και ευφυής, που ανέπτυξε πρωτοφανή πολιτισμό, είχε τόσο χαμηλή ιδέα περί του θείου»;
Το ερώτημα δεν είναι σύγχρονο. Τα απαράδεκτα και σκοτεινά σημεία της θρησκείας των προγόνων μας είχαν ήδη επισημάνει οι μεγάλοι σοφοί της αρχαιότητας.
Οι αντιλήψεις του Πλάτωνα π.χ. για το «όντως ον» ή του Αριστοτέλη για το «πρώτον κινούν» είναι προφανώς εντελώς ασυμβίβαστες με την πολυθεία και την ειδωλολατρία των λαϊκών στρωμμάτων της εποχής τους. Ο Πλάτωνας μέμφεται σαφώς τον Όμηρο, ότι παρουσιάζει τους θεούς γεμάτους πάθη, παρέχοντας μια πολύ αρνητική αντίληψη του θείου. Ακόμη και οι Σκύθες, επισημαίνει ο π. Δανιήλ, λαός βάρβαρος και πολεμικός, όταν πληροφορήθηκαν όσα συνέβαιναν στη λατρεία του Διονύσου, απορούσαν για το πως οι Έλληνες δέχονται να λατρεύουν έναν θεό, που αφαιρεί τον νού τους…
Κατά τον π. Δανιήλ, αυτό ήταν ένα είδος οικονομίας, για να επικρατήσει φυσικά και αβίαστα η πίστη στον Χριστό. Ίσως, ο Θεός επέτρεψε αυτή την κατάσταση, για να αναζητήσει ο ελληνισμός μια θρησκεία, αντάξια του μεγαλείου του… Κάποια φωτεινά πνεύματα της αρχαίας Ελλάδος, όπως ο Αισχύλος, ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ανέμεναν έναν μεσσία η λυτρωτή και, κατά κάποιον τρόπο, «προφήτευσαν» την έλευση του Χριστού…


