Κ.Ι.: Οι Γέροντες είναι οι φωτεινοί εκείνοι στύλοι της Εκκλησίας, οι οποίοι καθοδηγούν όλους εμάς στον δρόμο της κατά Θεόν τελειώσεως. Οι Γέροντες φτάνουν σε ύψη πνευματικά τέτοια, που μπορούν να διεισδύσουν στις ανθρώπινες ψυχές και να διακρίνουν εκεί που υπάρχει η πλάνη, εκεί που υπάρχει η αμαρτία και οι αδυναμίες και να οδηγήσουν τον πιστό Χριστιανό σε ανώτερες καταστάσεις, πιο κοντά στο Θεό, στα κρείττονα, όπως θα έλεγαν οι Πατέρες. Οι Γέροντες είναι εκείνοι οι φιλόθεοι και οι θεόφρονες που αγάπησαν με πάθος το Χριστό και έζησαν μέσα στο Ευαγγέλιο και το Ευαγγέλιο είναι εκείνο που αναλύουν και βιώνουν.
Στο κεφάλαιο αυτό θα δούμε μια μεγάλη φωτεινή μορφή της σύγχρονης Ελληνικής Ορθοδοξίας, τον Γέροντα Δημήτριο Γκαγκαστάθη, τον οποίο εγνώριζε ο κύριος Στυλιανός Κεμεντζετζίδης απο κοντά, του αφιέρωσε τόμο ειδικό και μας δίδει τις εμπειρίες και μαρτυρίες απ' αυτόν τον μεγάλο Γέροντα.
Κ.Ι.: Κύριε Κεμεντζετζίδη, ας κάνουμε γνωστό τον πατέρα Γκαγκαστάθη, με λίγα βιογραφικά στοιχεία προτού μπούμε στα βαθύτερα και ενδότερα της αγιότητας του.
Σ.Κ.: Μάλιστα. Ευχαριστώ κ. Ιωαννίδη για την πρωτοβουλία που είχατε να αξιοποιηθεί και το σύγχρονο αυτό πνευματικό κεφάλαιο της Ορθοδοξίας και να γίνει ευρύτερα γνωστό στο χώρο των Ορθοδόξων Ελλήνων.
Πρόκειται για μια οσιακή μορφή, καίτοι έζησε ως έγγαμος στον κόσμο. Υπήρξε προικισμένος με πολλά χαρίσματα, με πολλή επιμέλεια, καθαρότητα συνειδήσεως, άλαλο πίστη, βαθειά ταπείνωση και με πληρότητα αγάπης στο Θεό και τον πλησίον.
Γεννήθηκε στις αρχές του αιώνος μας, και συγκεκριμένα γεννήθηκε το 1902 στο χωριό Πλάτανος, όπου αργότερα, επί 42 συναπτά έτη, εχρημάτισε ο καλός ποιμήν των λογικών προβάτων. Εκοιμήθη το 1975, στις 29 Ιανουαρίου εν ειρήνη.
Κ.Ι.: Ο Πλάτανος πού ακριβώς ευρίσκεται;
Σ.Κ.: Είναι μια μικρή κωμόπολη, ένα μεγάλο χωριό, 15 χιλιόμετρα δεξιά από την πόλη των Τρικάλων, στη Θεσσαλία. Ο πατήρ Δημήτριος είχε σημεία θαυμαστά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Κι αυτά που παρέλαβε από το Θεό τα καλλιέργησε με φιλότιμο, τα αύξησε και πάντοτε ταπεινά και για τη δόξα του Θεού και μόνον.
Όταν ο Θεός βρει τέτοια σκεύη τα αξιοποιεί, τα πλουτίζει και χαριτώνεται η ζωή τους και κοντά σ' αυτούς και όσοι πλησιάζουν σ' αυτές τις πνευματικές θερμάστρες, σ' αυτά τα λιμάνια.
Ο παπα-Δημήτρης δεν έτυχε σπουδών. Με δυσκολίες ετελείωσε το δημοτικό στο χωριό του. Ήταν βοσκός προβάτων. Όπου κι αν βρισκόταν είχε μνήμη Θεού, μνήμη θανάτου και έκλεινε τα πρόβατα στη στάνη και πήγαινε με δάκρυα και εκκλησιαζόταν. Όταν αυτό δεν μπορούσε να το κάνει, γονάτιζε εκεί που ήταν στα βουνά και έκλαιγε, ζητώντας το έλεος του Θεού, διότι βρισκόταν μακράν του οίκου του Θεού.
Διάβαζε με πολλή κατάνυξη βίους αγίων και τους αισθανόταν φύλακες, ευεργέτες και προστάτες. Είχε αίσθηση ζώσα της παρουσίας των. Τους κρατούσε κοντά του η καθαρότης του βίου του. Και όπως ετόνιζε η εργασία φέρνει την αξία. Αισθανόταν πώς θα πρέπει να τον προστατεύουν οι άγιοι και δεν έκανε τίποτε εάν δεν ξεκινούσε από το Θεό κι εάν δεν κατέληγε στο Θεό.
Δηλαδή, αν έφευγε το πρωί για να φυλάξει τα πρόβατα, θα περνούσε πρώτα από τους Ταξιάρχες, ένα ναό του 1600, κατανυκτικό, με τοιχογραφίες, που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του. Εκεί, έμαθε για το Θεό και από την ευλαβέστατη γιαγιά του και τους ευσεβείς γονείς του τα ιερά γράμματα και του Θεού τα πράγματα. Έλεγε: «να με προστατεύετε, να με φυλάξετε, να γυρίσω και πάλιν στον οίκο σας, να σας πω το ευχαριστώ». Πρώτα στον οίκο του Θεού και μετά στις δουλειές και πάλιν στον οίκο του Θεού και μετά στο σπίτι. Αυτό ήταν το πρόγραμμα της ζωής του.
Κ.Ι.: Δηλαδή, η ζωή του κ. Κεμεντζετζίδη, ήταν δοξολογική ζωή.
Σ.Κ.: Ευχαριστιακή. Όπου κι αν ήταν είχε αναφορά στο Θεό. Στο χωράφι και παντού, στο βουνό, έψαλλε και ευχαριστούσε αδιαλείπτως. Εύρισκε το απερίγραπτο, τη χαρά του Θεού, την ευλογία Κυρίου. Ερχόταν, δηλαδή, στην μακαριά κατάνυξη, στο χαροποιό πένθος, για το οποίο ομιλούν οι Πατέρες. Φυσικά, ο Γέροντας είχε δικό του τρόπο με τον οποίο βίωνε τα του Θεού. Εμείς είμαστε αμέτοχοι αυτών των καταστάσεων και πολλές φορές ούτε καν τα πιάνουμε, σαν νάναι μια ξένη γλώσσα.
Θ' αναφέρω ένα περιστατικό που δείχνει ότι τον είχε κατά κάποιο τρόπο εκλέξει ο Θεός για την ιερή του πορεία και την ευλογημένη αποστολή του. Με συνέπεια ευαρέστησε το Θεό. Και τούτο με την άμεμπτο και καθαρή κατά Χριστό πολιτεία του.
Ένα βράδυ ενώ αναπαυόταν στο φτωχό σπίτι του ήρθε ένας γέροντας και τον ξύπνησε, λέγοντας του: «σήκω παιδί μου γρήγορα, το σπίτι θα πέσει». Ξανά, δεύτερη φορά, τον ξύπνησε. Και στο τέλος, τον ξύπνησε κανονικά. Βγαίνουν από το σπίτι και αμέσως το σπίτι έπεσε! Ο γέροντας ήταν ο άγιος Νικόλαος. Είχαν στο χωριό ναό αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο. Αυτός ήρθε και τον προστάτευσε.
Κ.Ι.: Δηλαδή, έπεσε το σπίτι;
Σ.Κ.: Ναι. Μόλις βγήκε ο παπα-Δημήτρης, αμέσως το σπίτι κατέρρευσε.