ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαία Ελλάδα και χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαία Ελλάδα και χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Υπατία η Αλεξανδρινή & Ημέρα της Γυναίκας

 

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ & ΝΑ Ασίας Νεκτάριος

Η Υπατία της Αλεξάνδρειας παρουσιάζεται κάθε 8η Μαρτίου ως σύμβολο: άλλοτε ως «μάρτυρας της επιστήμης», άλλοτε ως αφορμή για γενικευτικές καταδίκες της Εκκλησίας. Πέρα όμως από τις ιδεοληψίες και τους μύθους, ποιά ήταν η Υπατία και ποιά η αλήθεια για τον φρικτό θάνατό της σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές;
Η ιστορική Υπατία (τέλη 4ου–αρχές 5ου αι.) ήταν εξέχουσα φιλόσοφος στο περιβάλλον της Αλεξάνδρειας, κόρη του μαθηματικού Θέωνα. Συνδέεται με τη νεοπλατωνική παράδοση και φαίνεται πως δίδασκε μαθηματικά και φιλοσοφία σε κύκλο μαθητών όπου υπήρχαν και χριστιανοί. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Συνέσιου της Κυρήνης, ο οποίος αργότερα έγινε επίσκοπος και στις επιστολές του μιλά με σεβασμό για τη δασκάλα του και τη συμβουλευτική της παρουσία.
Για το συγγραφικό ή επιστημονικό της έργο γνωρίζουμε λιγότερα απ’ όσα συνήθως υποστηρίζουν ορισμένοι στα social media: δεν έχουν σωθεί έργα της, και η εικόνα που προκύπτει από τη σύγχρονη έρευνα είναι ότι η συμβολή της ήταν κυρίως διδακτική και ερμηνευτική, μέσα από σχόλια και εξηγήσεις της ελληνιστικής μαθηματικής και αστρονομικής παράδοσης. Αυτό δεν την μειώνει· εκείνη την εποχή, η διδασκαλία και η διαμόρφωση μαθητών ήταν κεντρικός τρόπος άσκησης της φιλοσοφίας.
 
Ο φρικτός θάνατός της το 415 μ.Χ. περιγράφεται από τον Σωκράτη Σχολαστικό, χριστιανό ιστορικό κοντά στα γεγονότα, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζει τη δολοφονία ως γεγονός που εξέθεσε την πόλη και προκάλεσε ντροπή. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, η Υπατία δολοφονήθηκε από όχλο σε κλίμα πολιτικής σύγκρουσης: είχε στενή σχέση με τον έπαρχο Ορέστη, και κάποιοι πίστεψαν ότι «εμπόδιζε» τη συνεννόηση ανάμεσα στον Ορέστη και τον επίσκοπο Κύριλλο. 
Η Αλεξάνδρεια ήταν πόλη με συχνά ξεσπάσματα βίας και οχλοκρατίας, όπου πλήθη στράφηκαν σε διαφορετικές στιγμές εναντίον διαφορετικών στόχων, ακόμη και εναντίον επισκόπων, όπως του Γεωργίου και του Προτέριου· αυτό δεν κάνει λιγότερο αποτρόπαιο το έγκλημα, αλλά βοηθά να καταλάβουμε ότι το πλαίσιο ήταν βαθιά πολιτικοκοινωνικό.
Χρειάζεται, πάντως, προσοχή σε έναν ισχυρισμό που επαναλαμβάνεται συχνά: οι ιστορικές πηγές δεν μας δίνουν τεκμηριωμένα στοιχεία για ρητή «εντολή» του Κυρίλλου να δολοφονηθεί η Υπατία. Σε αρκετές νεότερες αφηγήσεις ο Κύριλλος παρουσιάζεται ως ο άμεσος οργανωτής, όμως αυτό δεν προκύπτει καθαρά από τις βασικές μαρτυρίες για τα γεγονότα. Επιπλέον, στη νεότερη βιβλιογραφία αναφέρεται το γεγονός ότι, την ημέρα που συνέβη το έγκλημα, ο Κύριλλος δεν βρισκόταν στην πόλη. Σε κάθε περίπτωση, δεν φαίνεται να καταγράφεται κάποια επίσημη κατηγορία ή διαδικασία που να τον καθιστά προσωπικά υπεύθυνο για τη δολοφονία. Αυτό δεν σβήνει το βίαιο κλίμα και τις συγκρούσεις της εποχής· απλώς μας κρατά μακριά από βιαστικά συμπεράσματα που δεν στηρίζονται επαρκώς στις πηγές.
 
Υπεύθυνος για την “δεύτερη καριέρα” της Υπατίας στη νεότερη δημόσια σφαίρα είναι ο Άγγλος λόγιος John Toland. Στην αυγή του Διαφωτισμού, αξιοποίησε την Υπατία λιγότερο ως αντικείμενο ψύχραιμης ιστορικής ανασύνθεσης και περισσότερο ως ρητορικό παράδειγμα για ένα συγκεκριμένο αφήγημα: ότι η ελεύθερη σκέψη, η κλασική παιδεία και η φιλοσοφική συζήτηση μπορούν να συντριβούν όταν η θρησκευτική εξουσία γίνεται πολιτική δύναμη και τροφοδοτεί μισαλλοδοξία. Στο έργο του Hypatia (1720) την περιγράφει ως υποδειγματικά ενάρετη, σεμνή και εξαιρετικά μορφωμένη, ώστε το πρόσωπό της να λειτουργεί ως “αθώος μάρτυρας” της λογικής, ενώ την ίδια στιγμή μεταφέρει το κέντρο βάρους της αφήγησης στη βία του κλήρου και του όχλου της Αλεξάνδρειας. 
Έτσι, η ιστορία της Υπατίας γίνεται εργαλείο πρώιμης διαφωτιστικής πολεμικής υπέρ της ανεκτικότητας και κατά της εκκλησιαστικής επιρροής: ένα γεγονός της ύστερης αρχαιότητας αναπλάθεται σε διδακτικό παράδειγμα για τα διλήμματα της δικής του εποχής, με αντιθέσεις πιο απόλυτες και με πολύ λιγότερη ιστορική αξιοπιστία.
Ο Βολταίρος πατά πάνω σε αυτή την πρώιμη διαφωτιστική χρήση της Υπατίας και την κάνει ακόμη πιο αποτελεσματική για το κοινό του: παίρνει ένα επεισόδιο της ύστερης αρχαιότητας και το μετατρέπει σε καθαρό παράδειγμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην πνευματική καλλιέργεια και στον φανατισμό που γεννά η σύμπλεξη θρησκευτικής αυθεντίας και πολιτικής ισχύος. Εκεί που ο Toland ήδη “στήνει” την Υπατία ως ενάρετη, σεμνή και εξαιρετικά μορφωμένη μορφή ώστε να υπηρετήσει το επιχείρημα υπέρ της ανεκτικότητας, ο Βολταίρος ενσωματώνει την ιστορία της σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα κριτικής απέναντι στη μισαλλοδοξία και στην εκκλησιαστική επιρροή, με στόχο να προκαλέσει ηθική αγανάκτηση και να ενισχύσει τη διαφωτιστική απαίτηση για λογική, μέτρο και ελευθερία της σκέψης.
Με αυτόν τον τρόπο η Υπατία, από πρόσωπο που στις αρχαίες πηγές φαίνεται δεμένο και με τις πολιτικές αντιπαραθέσεις της Αλεξάνδρειας, μετακινείται στη νεότερη δημόσια σφαίρα ως εμβληματική “υπόθεση”: λιγότερο μια σύνθετη ιστορική προσωπικότητα και περισσότερο ένα σύμβολο της διαφωτιστικής αντιπαράθεσης με τη μισαλλοδοξία και τον δογματισμό.
Τέλος, έχει νόημα να θυμόμαστε πως η σύγχρονη εικόνα της Υπατίας έχει φορτωθεί με επιθυμίες και σύμβολα άλλων εποχών: παρουσιάζεται συχνά ως “πρωτοφεμινίστρια”, ως “μάρτυρας του ορθού λόγου” ή ως πρωτοπόρος επιστήμονας με ανακαλύψεις που δεν τεκμηριώνονται. Η ιστορική Υπατία, όμως, είναι ήδη αρκετά σημαντική χωρίς να την μετατρέψουμε σε χαρακτήρα που απαντά στα δικά μας σημερινά συνθήματα. Αν θέλουμε να την τιμήσουμε, ας το κάνουμε με σεβασμό στα δεδομένα: ως σπουδαία δασκάλα και διανοούμενη που παγιδεύτηκε σε μια σύγκρουση εξουσίας και σε μια πόλη όπου η οχλοκρατία μπορούσε να καταστρέψει ζωές—και όπου η ιστορία είναι πιο σύνθετη από έναν βολικό μύθο.
 
Συμπλήρωμα

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Τ σ ι κ ν ο π έ μ π τ η: το μοναδικό κατάλοιπο γιορτής του Δία, που διέσωσε η λαϊκή μας Παράδοση

 
 
Γιώργης Καλογεράκης
Συγγραφέας – Εκπαιδευτικός

facebook

Στο αρχαίο ελληνικό ημερολόγιο κυριαρχούσε την εποχή αυτή ο μήνας Ανθεστηρίων (ανάμεσα σε Φλεβάρη και Μάρτη στο σύγχρονο ημερολόγιο), με πλήθος φυσιολατρικών γιορτών για τον χειμώνα που φεύγει και την άνοιξη που έρχεται! Κυρίαρχη θεότητα των γιορτών αυτών ήταν ο θεός Διόνυσος, της βλάστησης, της γονιμότητας, του κεφιού και της χαράς, του κρασιού και της ιερής μέθεξης! Οι γιορτές αυτές του Διονύσου καλύφθηκαν τη χριστιανική εποχή από τις Απόκριες, που στο αυστηρό τυπικό τους ήταν ένα προστάδιο για το πέρασμα στη Σαρακοστή και στο Πάσχα. Ωστόσο, οι μεταμφιέσεις, κυρίως σε τράγους το ιερό ζώο του Διόνυσου, μετατράπηκαν στους σύγχρονους μασκαράδες και ο ίδιος ο θεός έγινε Καρνάβαλος!
 
Στη μέση των γιορτών αυτών υπήρχε και μια μέρα τιμής για τον Δία, την υπέρτατη θεότητα που γέννησε τον Διόνυσο από τον μηρό του (Διόνυσος = Διός νύσος). Οι αρχαίοι Έλληνες, πολύ πριν τους Εβραίους ή άλλους λαούς, είχαν καθιερώσει τη βδομάδα, μια μονάδα χρόνου ανάμεσα στο 24ωρο (μέρα) και τις διαδοχικές Πανσελήνους (μήνα). Έδωσαν μάλιστα και τα ονόματα των θεών τους στις μέρες, που είχαν την παρακάτω αντιστοιχία με τη σημερινή ονοματοδοσία των ημερών :
Κυριακή : του Απόλλωνα
Δευτέρα : της Άρτεμις
Τρίτη : του Άρη
Τετάρτη : του Ερμή
Πέμπτη : του Δία
Παρασκευή : της Αφροδίτης
Σάββατο : του Κρόνου
 
Μπορεί στη δική μας γλώσσα ονοματολογίας των ημερών αυτά τα στοιχεία να χάθηκαν για πάντα, μιας και στη βυζαντινή εποχή υιοθετήσαμε την εβραϊκή, απλοϊκή ονομασία. Πλην όμως, στην αγγλική, γερμανική αλλά κυρίως στις λατινογενείς γλώσσες έχουν διασωθεί!
Σε κάθε περίπτωση, η Πέμπτη (ημέρα που γιόρταζε ο Ολύμπιος Ζευς) ήταν η βασική ημέρα αργίας και γιορτής στους αρχαίους Έλληνες, όπως η Κυριακή στους Χριστιανούς, το Σάββατο στους Εβραίους και η Παρασκευή στους Μουσουλμάνους σήμερα.
Η λατρεία του Δία περιλάμβανε ολονύχτιο γλέντι με θυσία ζώων και ψήσιμο του κρέατος σε κάρβουνα. Η τσίκνα από τα ιερά σφαχτά αγκάλιαζε το βωμό και το άγαλμα του Διός! Το κρέας βέβαια το έτρωγαν οι εορτάζοντες, συνοδεύοντάς το με το ιερό ποτό του Διονύσου, το κρασί, και με μεταμφιέσεις, χορούς μέθεξης και ταύτισης με το θείο, μέχρι πρωίας!
 
Στο χριστιανικό εορτολόγιο η Τσικνοπέμπτη δε σημαίνει τίποτα. Αυστηρά μάλιστα χριστιανικά τυπικά και ημερολόγια δεν την αναφέρουν καν! Ουδέποτε η πολιτεία την καθιέρωσε ως αργία.
Η λαϊκή Παράδοση όμως τη διέσωσε και την κράτησε ζωντανή. Παλιότερα μάλιστα στο γιορτινό τραπέζι υπήρχε το «πιάτο του πεθαμένου», με φαγητό που το έδιναν στους φτωχούς, ανάμνηση των πάλαι ποτέ νεκρόδειπνων της Εκάτης. Σε πολλές περιπτώσεις το τραπέζι στρώνονταν έξω, για έχει πρόσβαση ο φτωχός και ο ξένος χωρίς να ντρέπονται, άλλη μια συγκινητική αναφορά στον Ξένιο Δία! Τα φαγητά, σε πολλές των περιπτώσεων, θυμιάζονταν με μνημόνευση των ονομάτων των νεκρών! Γνωστό και το λαϊκό δίστιχο που κάνει αναφορά στην προσφορά της Πέμπτης :
Τη Τσουκνοπέφτη το μισθό και τη Μεγάλη Πέφτη,
που δώσει ευκή στον ουρανό χάμαι στη γη δεν πέφτει!
 
Ξέχωρα απ’ αυτό, τιμούσαν ιδιαίτερα τους νεκρούς δυο μέρες αργότερα, τη μέρα του Κρόνου (χρόνου), θεού συνδεδεμένου με τη λατρεία των νεκρών. Ασφαλώς και η γιορτή του Κρόνου εξελίχθηκε στα Ψυχοσάββατα της χριστιανικής εποχής μέχρι και σήμερα και οι προσφορές ευκαρπίας (ποικιλίας καρπών) στους νεκρούς έγιναν τα γνωστά μας κόλλυβα και ο ζωμός της πανσπερμίας σιτηρών και καρπών (κυκεώνας) έδωσε το γνωστό μας χυλό!
 
"Ν": Σημείωση (από εδώ): Στην Ορθοδοξία:

Κάθε μέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη από την Ορθόδοξη Εκκλησία σε κάποιο ιερό πρόσωπο ή πρόσωπα, τα ίδια πάντοτε, όλο το χρόνο. Έτσι, συγχρόνως με όποια εορτή πέφτει σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, ανάλογα με την ημέρα της εβδομάδας στην οποία βρισκόμαστε συνυπάρχει και μια μόνιμη εβδομαδιαία γιορτή:
· κάθε Δευτέρα είναι αφιερωμένη στους αγίους αγγέλους,
· κάθε Τρίτη στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο,
· κάθε Τετάρτη στο σταυρό του Χριστού (Τίμιο Σταυρό), καθώς επίσης και στη Θεοτόκο, ενώ αποτελεί και ημέρα μνήμης της προδοσίας του Κυρίου από τον Ιούδα, πράγμα που συνδέεται φυσικά με την αφιέρωσή της στον Τίμιο Σταυρό,
· κάθε Πέμπτη στους 12 αποστόλους και στον άγιο Νικόλαο,
· κάθε Παρασκευή στα Πάθη του Χριστού (σαν να είναι η Μεγάλη Παρασκευή),
· κάθε Σάββατο στους αγίους μάρτυρες και στις ψυχές των νεκρών («κεκοιμημένων» λέμε στην Εκκλησία, όχι νεκρών),
· κάθε Κυριακή στην ανάσταση του Χριστού.

***** 

Απόσπασμα από το άρθρο Τσικνοπέμπτη: έθιμα και παραδόσεις (από όπου & η φωτογραφία της ανάρτησης)

Ας επιστρέψουμε όμως στη δική μας Τσικνοπέμπτη, που είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου. Οι τρεις εβδομάδες των Αποκριών είναι η Προφωνή, η Κρεατινή και η Τυροφάγος. Κατά την Κρεατινή εβδομάδα, και αναμένοντας τη νηστεία της Σαρακοστής, η ορθόδοξη παράδοση, σεβόμενη τις νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής, τοποθέτησε ανάμεσά τους, την Πέμπτη δηλαδή, μια ημέρα εκτόνωσης με «τσίκνισμα» και κραιπάλη.
Εκτός από την κρεοφαγία τη συγκεκριμένη ημέρα σε πολλά μέρη της Ελλάδας συνηθίζεται να προσφέρεται ως γλυκό το γαλακτομπούρεκο και η γλυκιά κολοκυθόπιτα (κουγκουλούαρι τη λένε οι Αρβανίτες) αλλά και ο μπακλαβάς στη βόρεια Ελλάδα.

Κάθε τόπος φυσικά, ανέπτυξε τα δικά του ιδιαίτερα έθιμα.
Στη Θήβα, την Τσικνοπέμπτη ξεκινά ο «βλάχικος» γάμος, που περιλαμβάνει το προξενιό, συνεχίζεται με τον γάμο και ολοκληρώνεται με το γλέντι και την «επίδοση» των προικιών της νύφης, την Καθαρή Δευτέρα.
Οι Πατρινιοί, στήνουν ψησταριές ακόμη και στα πεζοδρόμια, έξω από τα μαγαζιά τους, και αναβιώνουν το δρώμενο του γάμου «Της Γιαννούλας της Κουλουρούς». Η Γιαννούλα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, που έζησε πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και πουλούσε κουλούρια για να ζήσει. Αγράμματη καθώς ήταν, πίστευε τους συμπολίτες της που της έταζαν να την παντρέψουν με τον Πρόεδρο της Αμερικής Ουίλσον (Ιούλσο, όπως τον πρόφερε η ίδια)! Έτσι στηνόταν μια ολόκληρη φάρσα, ο υποτιθέμενος Ουίλσον, ο γαμπρός, ερχόταν με πλοίο στο λιμάνι, ντυμένος με φράκο και η Γιαννούλα περίμενε τον γαμπρό, ενώ ο κόσμος γύρω διασκέδαζε με την ψυχή του…

Ένα έθιμο που θυμίζει comedia dell’ arte επαναλαμβάνεται την Τσικνοπέμπτη στην Κέρκυρα. Πρόκειται για τα Κορφιάτικα Πετεγολέτσα που πραγματοποιούνται σε κεντρικές πλατείες του νησιού, ή σε στενά δρομάκια. Εκεί οι νοικοκυρές βγαίνουν στα παράθυρα και στήνουν κουτσομπολιό (πετεγουλιό), όπου βγαίνουν –υποτίθεται- στη φόρα όλα τα άπλυτα της κάθε οικογένειας!
Στην Κομοτηνή, τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια ανταλλάσσουν πεσκέσια, βρώσιμα είδη συνήθως, την Τσικνοπέμπτη καψαλίζουν και στέλνουν στα ταίρια τους μια κότα, που θα φαγωθεί την Κυριακή της Αποκριάς.
Στις Σέρρες ανάβουν αυτή τη μέρα φωτιές γύρω από τις οποίες γίνονται τα προξενιά, καθώς ανακατεύονται τα…κάρβουνα!
Τα έθιμα της Τσικνοπέμπτης δεν έχουν τέλος! Από τόπο σε τόπο, από χωριό σε χωριό, βρίσκουμε συνήθειες που οι καταβολές τους χάνονται στα βάθη του χρόνου, όμως κάποια βαθιά – γονιδιακή ή ιστορική μόνο; – ανάγκη επιβάλλει τη διαιώνισή τους.

***** 

"Ν": Εμείς, παρότι σεβόμαστε τα λαϊκά έθιμα των προγόνων μας (τα σημερινά, όχι και τόσο), προτιμούμε το πνευματικό, ορθόδοξο Τριώδιο, που εξευγενίζει τον άνθρωπο και τον κάνει άγγελο, όχι ζωόμορφο μασκαρά. Μακάρι ν' αξιωθούμε να κάνουμε το πρώτο βήμα άμεσα. Επ' αυτού:

Εκκλησιαστικές και καρναβαλικές Απόκριες

Η Τσικνοπέμπτη και τ' Αγιοπότηρο (εδώ βλέπουμε μια γλυκιά προσπάθεια εκχριστιανισμού & πνευματικής ερμηνείας της Τσικνοπέμπτης, όμορφη, που μακάρι να τη βάζαμε μέσα μας κι ας μη λαμβάνει υπόψιν τη σύνδεση με την αρχαιότητα - δεν τον ενδιαφέρει, απλώς, και ίσως καλά κάνει).

Ο παπάς και οι μασκαράδες...
ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ (μια Θεολογική θεώρηση)

Ψυχοσάββατο: να μην ξεχάσω...
Ψυχοσάββατο: όλους μας αγκαλιάζει ο Θεός!

Τα πνεύματα των νεκρών κι εμείς

Ο κόσμος γίνεται διαφορετικός όταν...
Γιατί να θέλω να είμαι ορθόδοξος χριστιανός
Κύριε... μήπως είστε ο Χριστός;
Τι δεν έχεις, Κύριε, να Σου το δώσω...

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

Η δολοφονία της Υπατίας


Η δολοφονία της Αλεξανδρινής φιλοσόφου Υπατίας το 415 μ.Χ. είναι ένα αποτρόπαιο έγκλημα που διέπραξαν φανατικοί χριστιανοί της Αλεξάνδρειας, για το οποίο όμως δεν είναι ορθό να ενοχοποιείται "η Εκκλησία", ούτε ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ούτε ο χριστιανισμός γενικότερα.

Ο χριστιανισμός ουδέποτε δίδαξε τη βία ή τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών ή κατά της μόρφωσης και της επιστήμης. Το αντίθετο μάλιστα. Για του λόγου το αληθές: Η θέση της γυναίκας στο χριστιανισμό, Αρχαία φιλοσοφία και χριστιανισμός, Ιατρική και Χριστιανισμός.

Για την Υπατία:

Η φιλόσοφος Υπατία από τις πηγές

Η αλήθεια για την Υπατία. Η αληθινή ιστορία τής Υπατίας


Η αθωότητα τού αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας 

Η αλήθεια για τη βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας 

Πώς οι ειδωλολάτρες κατέστρεψαν και τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας τον 3ο αιώνα μ.Χ. 

Οι σεσωσμένες επιστολές τού Συνεσίου για την Υπατία 

Συλλογή στοιχείων για την Υπατία με αφορμή την ταινια "agora" 

Η γένεση και εξέλιξη τού μύθου τής Υπατίας

Καλή ανάγνωση.

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2023

Άγιος Ιερόθεος, 1ος επίσκοπος Αθηνών (4 Οκτωβρίου) - Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης (3 Οκτ.) & η αυθεντικότητα των συγγραφών του

Ἱερόθεος ἱερώθη σοι πάλαι,
Νῦν δ' αὖ μεταστάς, καὶ συνήφθη σοι Λόγε.
Ἠοῖ σῆμα κάλυψε τετάρτῃ Ἱερόθειον.

Ορθόδοξος Συναξαριστής


Ο Άγιος Ιερόθεος ήταν πλατωνικός φιλόσοφος και ένας από τα εννέα μέλη του Συμβουλίου της Γερουσίας του Αρείου Πάγου. Αφού δέχθηκε και διδάχθηκε την πίστη του Χριστού από τον Απόστολο Παύλο, χειροτονήθηκε πρώτος επίσκοπος Αθηνών. Μαθητής του υπήρξε ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης (βλέπε 3 Οκτωβρίου), ο οποίος στα συγγράμματά του πλέκει εγκώμια για τον δάσκαλό του.

Εκοιμήθη εν ειρήνη σε βαθιά γεράματα, μετά από πολύχρονη ποιμαντική και συγγραφική δραστηριότητα. Η τίμια κάρα του φυλάσσεται στο ομώνυμο μοναστήρι στα Μέγαρα Αττικής. Επίσης λείψανά του σώζονται στο Άγιον Όρος (Ι. Μ. Αγ. Παύλου) καθώς και στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ανδρέα (Αρχιεπισκοπή Αθηνών).

Ο Μ. Γαλανός στο Συναξαριστή του αναφέρει ότι, είναι αδύνατο να διδάχτηκε από τον Απόστολο Παύλο ο Ιερόθεος πρώτος τη χριστιανική πίστη, διότι οι Πράξεις βεβαιώνουν ρητά ότι πρώτος πίστεψε με τη διδασκαλία του Απόστόλου Παύλου ο Διονύσιος. Αλλά και αν ακόμη ήταν Αρεοπαγίτης ή ακόμα σπουδαιότερο, πρώτος επίσκοπος της εκκλησίας Αθηνών, ήταν δυνατόν να παραλειφθεί μια τέτοια μεγάλη φυσιογνωμία για να συμπεριληφθεί απλά στη γενική έκφραση «ότι επίστευσαν και έτεροι»; Γι' αυτό λοιπόν λογικότερο είναι - συνεχίζει ο Μ. Γαλανός - να δεχτούμε, ότι μάλλον ο Ιερόθεος πίστεψε κατόπιν του Διονυσίου και απ' αυτόν διδάχτηκε, αφού έφυγε από την Αθήνα ο Παύλος. Αλλά όπως και αν έχουν τα πράγματα, βέβαιο είναι ότι ο Ιερόθεος ήταν άνδρας μεγάλης κοινωνικής παιδείας, έκανε πρώτος επίσκοπος Αθηνών και εργάστηκε για το ποίμνιο του με πίστη και πολύ ζήλο. Σύμφωνα μάλιστα με κάποια παράδοση, ο Ιερόθεος ήταν παρών και κατά την κοίμηση της Παναγίας στην Ιερουσαλήμ (15 Αυγούστου).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.

Χρηστότητα ἐκδιδαχθείς, καὶ νήφων ἐν πᾶσιν, ἀγαθὴν συνείδησιν ἱεροπρεπῶς ἐνδυσάμενος, ἤντλησας ἐκ τοῦ Σκεύους τῆς ἐκλογῆς τὰ ἀπόῤῥητα, καὶ τὴν πίστιν τηρήσας, τὸν ἴσον δρόμον τετέλεκας, Ἱερομάρτυς Ἱερόθεε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Έτερον Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τοῦ Παύλου ἠλίευσαι, ταὶς θεηγόροις πλοκαίς, καὶ ὅλος γεγένησαι, ἱερωμένος Θεῶ, σοφὲ Ἰερόθεε, σὺ γὰρ φιλοσοφίας, ταὶς ἀκτίσιν ἐκλάμπων, ὤφθης θεολογίας, ἀκριβοὺς ὑποφήτης, δι' ἧς μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τὰ κρείττονα.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τὸν Ἱεράρχην Ἀθηνῶν ἀνευφημοῦμέν σε, ὡς μυηθέντες διὰ σοῦ ξέvα καὶ ἄῤῥητα, ἀνεδείχθης γὰρ θεόληπτος ὑμvολόγος. Ἀλλὰ πρέσβευε παμμάκαρ. Ἱερόθεε, ἐκ παντοίων συμπτωμάτων ἡμᾶς ῥύεσθαι, ἵνα κράζωμεν· Χαίροις Πάτερ Θεόσοφε.

Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης (3 Οκτ.)

 

Για τη ζωή του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη (πολιούχου της Αθήνας, προστάτη αγίου των δικαστικών & νομικών) δείτε ενδιαφέροντα στοιχεία εδώ.
Η ανεκλάλητη χαρά (Αγ. Διονυσίου του Αρεοπαγίτη)
Για την αυθεντικότητα των κειμένων του αγίου Διονυσίου (αρεοπαγιτικών) δείτε ενδιαφέρον άρθρο εδώ
 
Δείτε επίσης, παρακαλώ:  
 

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

Ημερίδα: Ο ελληνικός Πολιτισμός ως οικουμενική πρόταση - Μια ελπίδα για τον 21ο αιώνα

Αρχαία Ολυμπία, 9 Σεπτεμβρίου 2023 

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

https://www.youtube.com/watch?v=TzFXxKYlrfQ&t=616s

Πρωινή Ενότητα: 10:15 - 13:30 - Συντονισμός: Βίκυ Φλέσσα 
 
10:15 Βασίλης Καραποστόλης: «Ο πόθος της διαιώνισης στον ελληνικό πολιτισμό - από την εύκλεια στην φήμη» 
10:45 Γιώργος Κοντογιώργης: «Η απάντηση του ελληνικού κόσμου στο ερώτημα πού πηγαίνει ο κόσμος τον 21ο αιώνα» 
11:15 Γιώργος Καραμπελιάς: «Μια νέα συγκυρία για τον ελληνισμό στην Ευρώπη» 
12:00 Θεόδωρος Ζιάκας: «Τα ελληνικά Φώτα» 
12:30 Γιάννης Παπαδάκης: «Η οικουμενικότητα της ελληνότροπης σκέψης ως πρόκληση για το μέλλον» 
13:00 - 13:30 Ανοικτή Συζήτηση
 
 

2η συνεδρία
Απογευματινή Ενότητα: 17:00 - 20:00

17:00 π. Νικόλαος Λουδοβίκος: «Η Ελλάδα ως Ανατολή της Δύσης και ως Δύση της Ανατολής: Ο Ρικαίρ, ο Ντούγκιν κι εμείς»
17:30 Χαρίκλεια Τσοκανή: «Η σημασία του αρχαιοελληνικού μύθου στον καιρό μας»
18:00 Σωτήρης Γουνελάς: «Οι αρχαίοι, ο Χριστός και ο πολιτισμός της βαρβαρότητας»
18:30 Μελέτης H. Μελετόπουλος: «Ο κοινοτισμός ως οικουμενική πρόταση»
19:00 - 20:00 Ανοικτή Συζήτηση - Συμπερασματικές Σκέψεις - Αποχαιρετισμός
Συντονισμός: Βίκυ Φλέσσα
 

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2023

Το αρχιτεκτονικό μέτρο στην ελληνική θρησκευτικότητα (περί του ύψους των ναών)

 

Γερομοριάς

Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί ναοί, αλλά δεν υπάρχουν ψηλοί ναοί, τουλάχιστον σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Ακόμα και η παράδοση των βορειότερων ορθόδοξων χωρών με ψηλούς και επιβλητικούς επίχρυσους τρούλους, στον ορθόδοξο νότο δεν βρήκε απήχηση. Στο Βουκουρέστι αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη η κατασκευή ενός πελώριου ναού του Σωτήρος με ύψος 127 μέτρα, που μοιάζει να προσπαθεί να ξεπεράσει το παλάτι του Τσαουσέσκου. Θα υπερβεί τον μητροπολιτικό ναό Πέτρου και Παύλου στην Αγία Πετρούπολη κατά 5 μέτρα ως τον ψηλότερο ορθόδοξο ναό στον κόσμο.

Η θρησκευτικότητα σε αυτόν τον τόπο μπορεί να έχει γνωρίσει στρεβλώσεις, αλλά δεν έχασε το αρχιτεκτονικό μέτρο. Ήδη από την εποχή της κλασικής αρχαιότητας οι Αθηναίοι δίσταζαν να ολοκληρώσουν τον ναό του Ολυμπίου Διός, γιατί δεν ήξεραν αν ένας τόσο μεγάλος ναός θα ευαρεστούσε τον Δία ή θα αποτελούσε "ύβριν". Είχε άλλωστε ξεκινήσει να τον κτίζει ο Πεισίστρατος, δηλαδή ένας τύραννος – μάλιστα ο Αριστοτέλης το φέρνει ως παράδειγμα στα Πολιτικά για να δείξει πώς ένα απολυταρχικό καθεστώς χρησιμοποιεί τη μνημειακή αρχιτεκτονική για να αποπροσανατολίσει τους πολίτες του από την ανελευθερία τους. 

Η Αθήνα της δημοκρατίας τον άφηνε ημιτελή και αφιέρωνε τους πόρους της στην κατασκευή του Παρθενώνα, με σαφώς μικρότερες διαστάσεις από του ναού του Διός, αυτές που του χάρισαν την απαράμιλλη αρμονικότητά του. Τον ναό του Διός θα ολοκλήρωνε πέντε αιώνες μετά ο αυτοκράτορας Αδριανός και θα αποκαλούνταν “μέγα του χρόνου γύμνασμα”.

Το σκεπτικό των γοτθικών ναών, ότι πρέπει να φτάσουν τον ουρανό, για τους Βυζαντινούς θα ήταν αλλαζονικό. Μόνον η Αγία Σοφία τόλμησε να φτάσει σε ύψος τα 56 μέτρα, ακολουθούσε πιθανότατα ο ναός των Αγίων Αποστόλων που χτίστηκε επίσης από τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο, αλλά γκρεμίστηκε από τους Οθωμανούς, και η Αγία Ειρήνη έρχονταν μάλλον τρίτη στα 35 μέτρα.

Οι οπλαρχηγοί του '21 είχαν κάνει το περίφημο “τάμα του Έθνους” για την κατασκευή ενός τεράστιου Ναού του Σωτήρος. Το σχέδιο, αν και έτυχε πολιτικής υποστήριξης από τον Καποδίστρια μέχρι και την περίοδο της Δικτατορίας, δεν υλοποιήθηκε ποτέ.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

Για τους Τρεις Ιεράρχες και την (διαχρονική) ελληνική Παιδεία...

Νατσιός Δημήτρης / Περίβλεπτος

(Ειλικρινά, όταν πλησιάζει η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, η γιορτή της Παιδείας και των Γραμμάτων, αισθάνομαι άβολα, νιώθω ως δάσκαλος, ακόμη και ντροπή. Χάσμα μέγα χωρίζει το πνεύμα των Πατέρων, μ’ αυτό που λέγεται σήμερα νεοελληνική Παιδεία. Τους ονομάζουμε προστάτες μας, όμως τους τιμούμε τόσο, ώστε φροντίσαμε να καταργήσουμε την γιορτή τους και να τους εξοβελίσουμε από τα σχολικά βιβλία. Ένα παλιό μου κείμενο…).

Ο Νομπελίστας μας ποιητής Γ. Σεφέρης έλεγε: “Τα γράμματα είναι από τις πιο ευγενικές ασκήσεις κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου. Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του και μια κακή παιδεία εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος”.

Κι αν σήμερα επερίσσευσαν οι νεόπλουτοι του χρήματος και της μάθησης, αυτοί που συνάζουν γνώσεις με αποκλειστική φροντίδα την προαγωγή και το εισόδημα, εντούτοις υπάρχουν ακόμη άνθρωποι με καλή και αληθινή παιδεία, δε σταμάτησε ποτέ ο μικρός κι ευλογημένος αυτός τόπος να αναδεικνύει πνεύματα φωτοβόλα.

Είμαστε μια χώρα μικρή, ποτέ δεν είχαμε υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, το εντός της κεφαλής όμως εισόδημα των Ελλήνων επλεόναζε, δάνεισε απλόχερα τον πλούτο του και σ’ άλλους λαούς. “Της Ελλάδος αείκοτε σύντροφος πενίη” της Ελλάδας η φτώχεια ήταν πάντοτε σύντροφος, λέει ο Ηρόδοτος, αλλά “στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω, ούτε ένας αιώνας, που να μην γράφτηκε ποίηση, στην ελληνική γλώσσα, που να μην υπήρχε πολιτισμός” απαντά ο Οδ. Ελύτης, ο του Αιγαίου ραψωδός.

Από τους 25 αιώνες αδιάλειπτης πνευματικής παραγωγής, δύο απ’ αυτούς η ιστορία τους τίμησε, τους επροίκισε με το ένδοξο και αθάνατο επίθετο: ο χρυσούς αιών. Σεμνύνεται ο αρχαίος ελληνικός κόσμος για τον χρυσό αιώνα του Περικλή. Έλαμψαν τότε τα λαμπρά αυτά πνεύματα, “οι γονέοι της ανθρωπότητος” όπως τους ονομάζει ο Μακρυγιάννης, ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης. Αυτό το εξέχον πνεύμα το μεταλαμπαδεύει ο Μ. Αλέξανδρος σ’ όλον τον γνωστό τότε κόσμο, καθιστώντας την Οικουμένη ελληνική. Με όχημα την ελληνική γλώσσα, η παιδεία, η οποία κατά τον Σωκράτη “εν ταις ευτυχίαις κόσμος (δηλ. στολίδι) εστίν, εν δε ταις ατυχίαις καταφυγή”, γίνεται κτήμα όλων των λαών, γεγονός που αναγκάζει τον ρήτορα Ισοκράτη να διαπιστώσει πως “μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της Παιδείας της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας”. Έλληνες είναι αυτοί που μετέχουν, που μορφώνονται με την ελληνική σοφία και όχι αυτοί που έχουν καταγωγή ελληνική.

Ανήλθε βέβαια το αρχαιοελληνικό πνεύμα σε ύψη δυσθεώρητα, εντούτοις τα μελανά στίγματα παρέμειναν. Το ιδεώδες του καλού καγαθού πολίτη επισκιαζόταν από τον θεσμό της δουλείας, την υποτίμηση των γυναικών, την περιφρόνηση του σώματος, όπως αυτό εκφράστηκε από τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, κατέπεσε με την επικούρεια φιλοσοφία στην ηδονοθηρία: “αρχή και ρίζα παντός αγαθού, η της γαστρός ηδονή” έλεγε ο Επίκουρος. Φάε, δηλαδή, πίε και ευφραίνου, εκφυλίστηκε το ελληνικό πνεύμα, κυρίως κατά τους αιώνες της ρωμαιοκρατίας, τότε εμφανίστηκαν και οι Γραικύλοι, Έλληνες που υιοθετούσαν τα αισχρά ήθη των ξένων.

Ήταν η στιγμή που ο Ελληνισμός ομοίαζε με έναν γέρο, κουρασμένο και ετοιμοθάνατο, όπως γράφει ο Παν. Κανελόπουλος. Το πνεύμα έσβηνε, η τότε παγκοσμιοποίηση, εκβαρβάριζε και μόλυνε τα πάντα. Είχε έρθει όμως “το πλήρωμα του χρόνου και εξαπέστειλεν ο θεός τον Υιόν αυτού”. Αυτό το πλήρωμα του χρόνου σήμαινε, όπως γράφει και ο μεγάλος μας ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος, πως η εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας, ήταν σχέδιο του Θεού, ώστε η τελειότατη πίστη να εκφρασθεί με το τελειότατο όργανο και να ζυμωθεί μέσα σ’ ένα υψηλό πολιτισμό, όπως τον δημιούργησαν και τον εξέφρασαν οι Έλληνες. “Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθεί το όνομα του Κυρίου”, είπε ο Χριστός όταν αντίκρισε τους Έλληνες. Και έτσι έγινε. Μετά την Ανάσταση του Κυρίου (αυτό σημαίνει η φράση ) και την Πεντηκοστή, οι Απόστολοι μεταφέρουν το χαρμόσυνο μήνυμα εις πάντα τα έθνη, με πρώτο το ελληνικό. Στέκεται προβληματισμένος στην Τροία, απέναντι από την Ελλάδα ο Απ. Παύλος, οπότε του εμφανίζεται το γνωστό όραμα του Μακεδόνα άνδρα ο οποίος τον παρακαλεί “διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν”.

Από εκείνη την στιγμή η ελληνική Οικουμένη, γίνεται χριστιανική Οικουμένη. Ο Παύλος γνωρίζει στους Έλληνες τον άγνωστο Θεό. Ο χριστιανισμός, ως νέος έφηβος, παίρνει στους ώμους του το πολύπαθο κορμί του γέρου Έλληνα. Ο Ελληνισμός σώζεται και αναγεννάται. Μετά από τρεις αιώνες δημιουργεί και τον δεύτερο χρυσό αιώνα του. Τον χρυσό αιώνα των Πατέρων της Εκκλησίας, τότε που έλαμψαν αυτοί που σήμερα τιμάμε, οι μέγιστοι φωστήρες, οι μελίρρυτοι ποταμοί της σοφίας, αυτοί που εφώτισαν και επότισαν την Οικουμένη, οι Τρεις Ιεράρχες, ο Βασίλειος ο Μέγας, ο Γρηγόριος ο θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. “Νενικήμεθα”, νικηθήκαμε φωνάζει ο μεγάλος ειδωλολάτρης ρήτορας Λιβάνιος, διαβάζοντας μια επιστολή του Μεγ. Βασιλείου. Δεν νικήθηκε ο Ελληνισμός, αλλά σώθηκε, δημιουργώντας την νέα μεγάλη πολιτιστική και πνευματική δύναμη της Ανατολής, την Ορθοδοξία. Γεωγραφικά κατάγονται και οι τρεις Ιεράρχες από τον ευρύτερο Ελληνισμό από την Καππαδοκία οι δύο επιστήθιοι φίλοι, ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, από την Αθήνα της Συρίας, την Αντιόχεια, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Συνηθίζεται να λέγεται πως οι Τρεις Ιεράρχες πέτυχαν την σύνθεση Χριστιανισμού και Ελληνισμού. Η αλήθεια είναι πως πέτυχαν να προφυλάξουν αυτήν την σύνθεση από ακρότητες φιλοσοφικές και αιρετικές που ήθελαν την απορρόφηση του ενός από το άλλο στοιχείο. “Γιατί, Κύριε; οι τρεις Ιεράρχες είναι προστάτες των γραμμάτων, της Παιδείας μας”. Το ερώτημα μου το απηύθυνε μαθητής μου, παιδί της ΣΤ’ δημοτικού. Το ερώτημα, το ομολογώ, με έφερε σε δύσκολη θέση. Οι προστάτες άγιοι της Παιδείας, είναι εξοβελισμένοι από την Παιδεία μας. Στο γλωσσικό μάθημα, που συστήνει τον άνθρωπο ως πνευματικό και ηθικό όν, δεν συναντά ο μαθητής του δημοτικού ούτε ένα κείμενο των Τριών Ιεραρχών, ενώ παρελαύνουν οι μέτριοι και οι ασήμαντοι.

Εμποτισμένοι εδώ και 170 χρόνια από το πνεύμα των Βαυαρών, από τους ξενοτραφείς καλαμαράδες και λογίους, θεωρούμε το Βυζάντιο, την Ρωμιοσύνη ως περίοδο σκοταδισμού και μηχανορραφιών. Για να γίνουμε σαν τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης, πρέπει να αποκηρύξουμε “το πάτριον θρήσκευμα και παν ελληνικόν”, όπως έγραφε ο καθ. Βερναρδάκης πριν από 150 χρόνια. Οι ασκητικές μορφές των Τριών Ιεραρχών, η όλο αγάπη για το συνάνθρωπο ζωή τους, η απάρνηση του πλούτου και της καριέρας τους δεν χωρούν στην κοινωνία που έχει ως στόχο το να περνάμε καλά, την ευδαιμονία, την κοινωνική αναρρίχηση με οποιοδήποτε μέσο..

Αναμασάμε εδώ και δεκαετίες τα ξυλοκέρατα της δήθεν πολιτισμένης Δύσης, που βρίσκεται στα όρια της νευρικής κρίσης και δεν σπεύδουμε να ξεδιψάσουμε από την πηγή την αστείρευτη, που λέγεται λόγος των Πατέρων της Εκκλησίας. “Επειδή είμαστε άνθρωποι, δεν μπορούμε να περιφρονούμε του ανθρώπους”, να λόγια αγιασμένα από το στόμα του Μεγ. Βασίλειου, που ίδρυσε ολόκληρη πόλη την Βασιλειάδα, όπου διακονούσε τους ελάχιστους αδελφούς του Χριστού).

1700 χρόνια πριν από την εμφάνιση του φεμινισμού χτυπά ο Γρηγόριος την ανισότητα ανδρών και γυναικών, τους τότε νόμους που προκλητικά ευνοούσαν τους άνδρες. “Δεν δέχομαι αυτήν την νομοθεσία” έλεγε. “Άνδρες ήταν οι νομοθέτες γι’ αυτό ενομοθέτησαν κατά των γυναικών. Ουκ ένι άρσεν ή θήλυ είπεν ο Κύριος”. “Για τα κτήματα που έχουν δοθεί στα παιδιά φροντίζουμε, όχι όμως και για τα παιδιά. Βλέπεις την ανοησία γονέα. Άσκησε την ψυχή του παιδιού πρώτα και κατόπιν θα έλθουν όλα τα άλλα. Όταν η ψυχή του παιδιού δεν είναι ενάρετη, καθόλου δε το ωφελούν τα χρήματα και όταν είναι, καθόλου δεν το βλάπτει η φτώχεια, θέλεις να το αφήσεις πλούσιο; Μάθε το να είναι καλός άνθρωπος… Γιατί πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει ανάγκη από πολλά χρήματα και που περιβάλλεται από πολλά αγαθά, αλλά εκείνος που δεν έχει ανάγκη από τίποτε”. Λόγια προς τους γονείς του αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου, που ηχούν παράξενα σ’ έναν κόσμο σαν τον σημερινό που έχει επιδοθεί στο μανιώδες κυνήγι του εύκολου πλουτισμού, της καλοπέρασης, της επίδειξης.

Η παιδεία μας σήμερα εγκατέλειψε την ψυχή του παιδιού και στράφηκε στον εγκέφαλο του. “Παιδεία εστί ου την υδρία πληρώσαι, αλλά ανάψαι αυτήν” έλεγε ο Πλάτωνας. Γεμίζουμε το κεφάλι του παιδιού με γνώσεις και αφήνουμε σβησμένη την ψυχή του. Ουδέποτε υπήρχαν στον κόσμο και στον τόπο μας τόσοι εγγράμματοι και τέτοια φτώχεια πνευματική. Έχουμε μια παιδεία που επιζητά πρωτίστως να θεραπεύσει τις ανάγκες του κράτους, της βιομηχανίας, των επιχειρήσεων. Γεμίσαμε διπλωματούχους και εξαφανίστηκαν οι πνευματικοί άνθρωποι. Η πραγματική παιδεία προσφέρει κατ’ ουσίαν πνευματική και όχι τεχνική μόρφωση, κάθε κοινωνία που θέλει να προκόψει έχει πρώτα ανάγκη χαρακτήρων και κατόπιν τεχνικών. “Είχαμε τζιβαϊρικόν πολυτίμημον και παίρνομεν ασκιά με αγέρα και κούφια καρύδια. Έτζι θα γίνωμεν παλιόψαθα των λαών” βροντοφωνάζει ο στρατηγός Μακρυγιάννης, που έβλεπε με θλίψη την περιφρόνηση της παράδοσης μας.

“Είναι καλός μαθητής;” ρωτούν αγωνιωδώς οι γονείς, αδιαφορώντας πολλές φορές για τη συμπεριφορά του, τη διαγωγή του. Παιδεία όμως σημαίνει μόρφωση, μεταμόρφωση του ανθρώπου, η παιδεία οφείλει να δημιουργεί άνθρωπο με πίστη, δηλαδή αγωνιστή. Αντί να ανατρέφουμε αητούς, θαλασσοπούλια που θα βγαίνουν ψηλά για να ελέγχουν το πέλαγος, εμείς ταΐζουμε παπαγάλους σε χρυσό κλουβί. Ας σκύψουμε όμως λίγο στο πολυτίμητο τζιβαϊρικόν στον λόγο τον χαριτωμένο, των τριών Ιεραρχών. Τονίζουν και οι τρεις Άγιοι την σπουδαιότητα της αληθινής παιδείας: “Καθένας που έχει μυαλό θ’ αναγνωρίσει ότι η παιδεία είναι για μας τους χριστιανούς το πρώτο των αγαθών. Δεν περιφρονούμε την παίδευση, όπως νομίζουν μερικοί. Αντίθετα, εκείνοι που έχουν τέτοια γνώμη είναι ανόητοι και αμαθείς, θέλουν όλοι να είναι σαν κι αυτούς, ώστε μέσα στην γενική αμάθεια να μην φαίνεται η δική τους άγνοια”, λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος.

“Η παιδεία” γράφει ο Χρυσόστομος, “είναι μέγιστο αγαθό για τον άνθρωπο, είναι μετάληψη αγιότητας. Αυτή ξεριζώνει από τον άνθρωπο την ραθυμία, τις πονηρές επιθυμίες, το πάθος για τα υλικά αγαθά, αυτή αναμορφώνει την ψυχή, αυτή καθιστά την ψυχή, με την χάρη του Αγ. Πνεύματος, αγία”. “Η παιδεία είναι πολύ ωφέλιμη στον άνθρωπο, αλλά απαιτεί πολύ επίμονη προσπάθεια, ώστε να ξεριζωθούν από την ψυχή του παιδαγωγού αδυναμίες και πάθη” λέει ο ουρανοφάντωρ γέροντας της Καισαρείας.

Ξερίζωμα είναι λοιπόν η Παιδεία, πρώτα των κακών επιθυμιών και στη συνέχεια καλλιέργεια αξιών, εξευγενισμός της ψυχής. Τονίζουν ιδιαίτερα οι τρεις Ιεράρχες την ιερότητα του έργου του δασκάλου, θεωρώντας ως πρωταρχικής σημασίας το παράδειγμα, τα έργα του. “Ου γαρ ο λόγος τοσούτον όσον ο βίος, η ζωή, εις την αρετήν άγειν” έλεγε ο αρχαίος Χρυσούς αιών. “Γενού αυτοίς τύπος και μη νομοθέτης” λέει ο χρυσούς το στόμα Ιωάννης. “Η διδασκαλία στην τάξη” λέει ο Μ. Βασίλειος, “πρέπει να γίνεται ευχάριστα, γιατί μόνο τότε η γνώση παραμένει μόνιμα. (Τέρπειν τε άμα και διδάσκειν)”. Για τούτο και τα μαθητικά βιβλία πρέπει να είναι σαφή και ευχάριστα. Ο δάσκαλος δεν πρέπει να διατάζει, όταν είναι ανάγκη να συμβουλεύει, ούτε να συμβουλεύει, όταν είναι ανάγκη να διατάζει”. Οι συμβουλές αυτές του Αγίου μπορούν άνετα να υιοθετηθούν και από τους γονείς που και αυτοί είναι δάσκαλοι δια βίου των παιδιών τους. “Καθαρθήναι δει πρώτον είτα καθάραι, σοφισθήναι και ούτω σοφίσαι, γενέσθαι φως και είτα φωτίσαι, εγγίσθαι Θεώ και προσαγάγειν άλλους, αγιασθήναι και αγιάσαι” αναφωνεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Πατριάρχης της Νέας Ρώμης, ο οποίος ονομάζει “τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών” το άγειν άνθρωπον, το έργο του δασκάλου. 
 
Σημειώσαμε πως και οι τρεις Ιεράρχες μοίρασαν την περιουσία τους, δεν κράτησαν τίποτε για τον εαυτό τους. Μια πράξη που αντηχεί σίγουρα ξένη και αστεία στις αντιλήψεις μας σήμερα, τις χριστιανικές (εντός εισαγωγικών η λέξη) αντιλήψεις για διαφύλαξη και αύξηση της περιουσίας μας. “Όσον πλεονάζεις τω πλούτω, τοσούτων ελλείπεις την αγάπη” καταγγέλει ο Μ. Βασίλειος. “Ουκ εστί μη αδικούντα πλουτείν” δεν μπορεί κάποιος να γίνει πολύ πλούσιος χωρίς να αδικήσει, συμπληρώνει ο Χρυσόστομος που καθημερινά 7.000 άνθρωποι έβρισκαν τροφή στο πατριαρχείο του. “Ντρέπομαι”, έλεγε ο Χρυσόστομος “κάθε φορά που βλέπω πολλούς πλούσιους να γυρίζουν εδώ κι εκεί, να ιππεύουν άλογα με χρυσά χαλινάρια, κι όταν έλθει η ώρα να δώσουν κάτι στον φτωχό, γίνονται από τους φτωχούς φτωχότεροι”.

Γάγγραινα της κοινωνίας κατάντησε σήμερα η φιλαργυρία. “Απ’ όλες τις αρρώστιες που παθαίνει η ψυχή του ανθρώπου, η πιο σιχαμερή, κατά την κρίση μου, είναι η φιλαργυρία, η τσιγγουνιά. Από μικρός την απεχθανόμουν. Και τώρα, μ’ όλο που με την ηλικία άλλαξα γνώμη για πολλά πράγματα, για την τσιγγουνιά δεν άλλαξα. Προτιμώ να ’χω να κάνω και μ’ έναν φονιά, παρά με τσιγκούνη. Γιατί ο φονιάς μπορεί να σκότωσε απάνω στον θυμό του και να μετάνιωσε ύστερα, ενώ ο τσιγκούνης είναι ψυχρός υπολογιστής, ως το κόκαλο χαλασμένος. Στον φονιά μπορείς να βρεις και κάποια αισθήματα, στον φιλάργυρο κανένα. Ο φιλάργυρος είναι εγωιστής, αγαπά μόνο τον εαυτό του, αλλά μπορεί να είναι και τέρας χειρότερο κι από τον εγωιστή, γιατί μπορεί να μην αγαπά μήτε τον εαυτό του και να τον αφήσει να πεθάνει από την πείνα” λόγια του μεγάλου Φ. Κόντογλου, συμφυή με τα λόγια των Πατέρων της Εκκλησίας.

Ασυμβίβαστοι οι Τρεις Ιεράρχες δεν δίστασαν να συγκρουστούν με την τότε εξουσία προκειμένου να υπερασπιστούν την δικαιοσύνη ή την ορθόδοξη πίστη. Δεν δίστασε ο Μεγ. Βασίλειος να αρνηθεί την φιλία του αιρετικού αυτοκράτορα Ουάλη, λέγοντας του “Την βασιλέως φιλίαν μέγα μεν ηγούμαι μετ’ ευσέβειας, άνευ δε ταύτης, ολεθρίαν αποκαλώ”. Δεν ανέχεται να εγκαταλείψει ούτε “ιώτα εν” των θείων δογμάτων και ασπάζεται και τον θάνατο αν παραστεί ανάγκη. Παραιτήθηκε ο Άγιος Γρηγόριος από τον θρόνο της Κων/πόλεως όταν διαπίστωσε αιρετικές κακοδοξίες. 
 
Χτυπά αλύπητα ο Χρυσόστομος, την ανηθικότητα της αυτοκράτειρας Ευδοξίας. “Ο Θεός” της γράφει “σου έδωσε το βασιλικό σκήπτρο για να απονέμεις παντού την δικαιοσύνη. Χώμα και στάχτη, χόρτο και σκόνη, σκιά και καπνός και όνειρο είναι ο άνθρωπος, ακόμα κι αν είναι ισχυρός άρχοντας. Δώσε τέλος στον πόνο και στη δυστυχία των απελπισμένων. Μήπως θα κατέβουν μαζί σου στον τάφο τα σταφύλια των κλημάτων, τα χρήματα και η δόξα της εξουσίας;”. Εξορίστηκε ο Άγιος, πέθανε από τις κακουχίες μακριά στα βάθη της Μ. Ασίας, έδωσε όμως παράδειγμα αιώνιο στους εκκλησιαστικούς ηγέτες, κυρίως στους σημερινούς που ορισμένοι κυκλοφορούν σαν Πέρσες σατράπες, μια άλλη μορφή εξουσίας, ανίκανη να συλλάβει το μήνυμα του Ευαγγελίου που τονίζει πως όποιος θέλει να είναι πρώτος, έσται υμών διάκονος, πρέπει να είναι υπηρέτης όλων.

Απηχώντας τα λόγια του Χρυσοστόμου προς την τότε εξουσία, ο Παπαδιαμάντης πριν από 100 περίπου χρόνια γράφει: “Να παύσει η συστηματική περιφρόνησης της θρησκείας εκ μέρους των πολιτικών ανδρών, επιστημόνων, λογίων, δημοσιογράφων και άλλων. Να συμμορφωθεί η ανωτέρα τάξις με τα έθιμα της χώρας. Να γίνει προστάτης των πατρίων και όχι διώκτρια. Να ασπασθεί και να εγκολπωθεί τα εθνικός παραδόσεις. Να μην περιφρονεί ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον, ό,τι ελληνικόν. Να μην νοθεύονται τα οικογενειακά και θρησκευτικά έθιμα. Να μη μιμώμεθα πότε τους παπιστάς πότε τους προτεστάντας, να μην χάσκωμεν προς τα ξένα, να τιμώμεν τα πάτρια, ως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι;”. “Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο”, έψαλλε ο ποντιακός ελληνισμός. Θα ανθίζει η Ρωμανία όταν τιμά τα πάτρια. “Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος” έλεγε στα 1838 στους μαθητές των Αθηνών ο Κολοκοτρώνης ή όπως το γράφει ο στρατηγός Μακρυγιάννης “χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία έθνη δεν υπάρχουν”.

Είναι πολύ δύσκολο, αδύνατο να περιγραφεί μ’ έναν ταπεινό λόγο η προσφορά των τριών Ιεραρχών στα γράμματα, στην Παιδεία. Αποσιωπώντας την προσφορά τους, σ’ άλλους κοινωνικούς τομείς είναι σαν να προσπαθείς να κρύψεις τον ήλιο με τα χέρια. Θα προσπαθήσω όμως, τελειώνοντας, να συνοψίσω την προσφορά των ακάματων και ακατάβλητων στύλων της Ορθοδοξίας. Και οι τρεις, εις πείσμα του καιρού τους που θεωρούσαν τα αρχαιοελληνικά γράμματα ειδωλολατρική ενασχόληση, σπούδασαν στις καλύτερες σχολές της εποχής τους, διότι πίστευαν ότι η γνώσις και “προς ψυχής γυμνασίαν και προς σεμνότητα ήθους” οδηγεί. Απέκτησαν πάλι την λάμψη τους τα αρχαιοελληνικά γράμματα. Έγιναν αργότερα τα μοναστήρια φιλοσοφικά φροντιστήρια, σ’ αυτά οι μοναχοί “αδιάσπαστον τον μετά του παρελθόντος σύνδεσμον τηρούντες, εκαλλιέργουν τα ελληνικά γράμματα, μεταλαμπαδεύοντες ως συγγραφείς ή και διδάσκαλοι τον ελληνικόν πολιτισμόν εις τους συγχρόνους. Εκ των περιβόλων των μονών, ως από κοιλίας δουρείου ίππου, την ελληνικήν παιδείαν διδαχθέντες και εις τα νάματα της χριστιανικής αρετής λουσθέντες, εξεπήδησαν άνδρες οι οποίοι στύλοι της εκκλησίας και του έθνους εγένοντο”, γράφει ο καθηγητής Φ. Κουκουλές.

Ο Μέγας Βασίλειος μάλιστα στο έργο του “προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων” προτρέπει τους νέους να εγκύψουν στα έργα των αρχαίων Ελλήνων, αλλά να αποφεύγουν τα άσχημα όπως αποφεύγει η μέλισσα τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα. Δεν διστάζει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο ποιητής του Χριστιανισμού, να μιμηθεί τους τραγικούς ποιητές, δεν διστάζει το ωραιότερο πνεύμα της νέας Ελλάδος, ο Χρυσόστομος, να σπουδάσει τον Δημοσθένη. Από κείνη την στιγμή οι εγγράμματοι Χριστιανοί φυλάττουν και διασώζουν την Ελληνική Παιδεία που μεταφέρθηκε αργότερα στην Δύση για να υπάρξει η Αναγέννηση και όλος ο λεγόμενος δυτικός πολιτισμός .

“Υπόβαθρον της κατά Χριστόν φιλοσοφίας” θεωρούν την αρχαιοελληνική παιδεία και φτάνουν από τον καλό καγαθό πολίτη του κόσμου, με την μάθηση και την πίστη, στον καλοκάγαθο πολίτη του ουρανού. “Ο γαρ Θεός πλάττων τον άνθρωπο ουκ εποίησεν αυτόν δούλον, αλλ’ ελεύθερον” λόγια του Γρηγορίου. Να η μεγάλη αλήθεια, να ο κρυμμένος θησαυρός, να η βασιλική οδός για μια παιδεία αληθινή. Με την παιδεία κερδίζεται η μεγαλύτερη αρετή, η ελευθερία. “Ου φύσει, (όχι από την φύση), αλλά μαθήσει (με την μάθηση) καλοί καγαθοί γίνονται”. Ελεύθερο άνθρωπο δίδαξαν οι Τρεις Ιεράρχες. Η ελευθερία λέξη που παράγεται από τον μέλλοντα του ρήματος έρχομαι, το ελεύσομαι, είναι αυτή που θα έρθει, που κινείται και που την αρπάζουν κάστρο είναι και το παίρνεις με το σπαθί σου, λέει ο Καζαντζάκης οι λαοί που αξίζουν, που έχουν δηλαδή αξίες, αιώνιες και ακατάλυτες.

“Γνώμες, καρδιές όσοι Έλληνες ό,τι είστε μη ξεχνάτε. Δεν είσθε από τα χέρια σας μονάχα, όχι χρωστάτε σ’ όσους ήρθαν, πέρασαν, θα ’ρθουνε, θα περάσουν. Κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι οι νεκροί”. Χρωστάμε λέει ο Παλαμάς, δανεισθήκαμε μια λαμπρή παράδοση και η παράδοση παραδίδεται στους αγέννητους. Η μικρή μας πατρίδα, “ουδέν της οποίας είναι γλυκύτερον” όπως λέει ο Χρυσόστομος, θέλει μαθητές παιδευμένους, που να έχουν σκοπό τους όχι μόνο το ζην, αλλά το “ευ ζην”. Που θα συλλογίζονται ελεύθερα και καλά, κατά τον Ρήγα Φεραίο, θέλει η πατρίδα μας “η κοινή μήτηρ πάντων” όπως λέει ο Αγ. Βασίλειος δασκάλους, μάλλον διδασκάλους, που να δίδουν το καλόν, όπως λέει η λέξη, που θα αγαπούν που θα εκτείνουν την της αγάπης σαγήνην, “ίνα μη το χωλόν εκτραπή, ιαθή δε μάλλον” που θα απλώνουν τα δίχτυα της αγάπη και θα αγκαλιάζουν και τους αδύνατους, για να μη εκτραπούν, αλλά να γίνουν και αυτοί μέτοχοι της καλής τραπέζης, παιδεία, δηλαδή, χωρίς αποκλεισμούς κοινωνικούς και ταξικές διαφοροποιήσεις. Οι δάσκαλοι σε αντίθεση με τους υπόλοιπους εργαζόμενους που δίνουν ό,τι έχουν, δίνουν ό,τι είναι.

Υπενθυμίζω και την ρήση του απ. Παύλου “Εάν ταις γλώσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπη δε μη έχω γέγονα ως χαλκός ήχων και κύμβαλον αλαλάζον” ένα άδειο βαρέλι ο χωρίς αγάπη άνθρωπος. Θέλει το τιμιώτερον πάντων η πατρίδα μας επιστήμονες, που θα ακολουθούν τα χνάρια των 3 Ιεραρχών, όχι μικροπρεπείς θηρευτές δόξας και χρήματος, όχι τέτοιους που χωρίζουν την επιστήμη με την αρετή και δουλεύουν την πανουργία, αλλά ταπεινούς σκαπανείς της γνώσης, παραδείγματα προς μίμηση, επιστήμονες που κίνητρο των πράξεων τους θα είναι, όχι οι προσωπικές φιλοδοξίες, αλλά η ευτυχία των ανθρώπων. Στην αντίθετη περίπτωση δεν είναι επιστήμονες, αλλά τύραννοι εισί, γράφει ο ιερός Χρυσόστομος.

Θέλουμε πολιτικούς, ναι “η πολιτεία τροφή ανθρώπων εστίν, καλή μεν αγαθών η δ’ εναντία κακών”. Το καλό πολίτευμα κάνει τους ανθρώπους, τους πολίτες αγαθούς, το κακό πολίτευμα εκφαυλίζει τους πολίτες”, λέει ο Πλάτωνας, θέλουμε πολιτικούς διακόνους του λαού, οι οποίοι θα προσπαθούν να λύουν τας πενίας (την φτώχεια, τις ανάγκες) των πλησίον, των πολιτών, “εξόχως δε των πενεστέρων και κακώς εχόντων”, κυρίως των αδυνάτων, λέει ο Αγ. Γρηγόριος. “Γιατί καμαρώνεις; επειδή πολιτεύεσαι με λόγια; είναι εύκολη η πολιτική με λόγια· δίδαξε με τον τρόπο της ζωής σου αυτή είναι η άριστη πολιτική… Εάν δεν έχεις να επιδείξεις έργο, καλύτερο είναι να σιωπάς, λέει ο Άγιος Ιωάννης. Σήμερα είμαστε μέλος της Ενωμένης Ευρώπης, η οποία βέβαια δεν αποτελεί ιδέα αποτελεί συγκυρία ιστορική στην οποία οφείλουμε να προσαρμοσθούμε διατηρώντας όπως όλοι οι εταίροι μας το δικό μας πρόσωπο. Χωρίς ιδέα το πρόσωπο γίνεται μάσκα και πέφτει. Με μεγάλη ιδέα την εύκολη και άκοπη απόκτηση χρήματος και τις πιο ευτελείς απολαύσεις, ουδείς λαός προκόβει, όταν μάλιστα σηκώνει στις πλάτες του το φορτίο μιας υπέρογκης κληρονομιάς σαν την δική μας. Και όσο πιο βαριά είναι η κληρονομιά τόσο ισχυρότερη γονιμοποιό ιδέα χρειάζονται οι κληρονόμοι.

Στην Ενωμένη Ευρώπη δεν πάμε ως απόγονοι του Σωκράτη μόνο. Αυτό μας κάνει κωμικούς. Όταν μπήκαμε στην ΕΟΚ το 1979 η γαλλική εφ. “ΛΕ ΜΟΝΤ” έγραψε “καλωσορίζουμε την χώρα της Φιλοκαλίας, την χώρα του Βασιλείου, του Γρηγορίου, του Χρυσοστόμου”. Αυτόν περιμένει η Ευρώπη από εμάς, τον φιλόκαλο άνθρωπο, τον φίλο του καλού, τον άγιο, τον άνθρωπο που όπως έλεγε ο Χρυσόστομος είναι πλούσιος όχι γιατί έχει πολλά, αλλά γιατί δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Το τι μας χρειάζεται, μας το λέει ο Δάσκαλος του Γένους, ο Κοσμάς ο Αιτωλός: “Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος να πέσει δεν ημπορεί να σας τα πάρει εκτός και αν τα δώσετε με το θέλημα σας”, όπου ψυχή είναι η παράδοση μας, η γλώσσα μας, τα ήθη και έθιμα μας και Χριστός είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία του, αυτήν που τίμησαν και δόξασαν οι Τρεις πάνσεπτοι φωστήρες, οι πυρσεύσαντες διά θείων δογμάτων την οικουμένην, οι μελίρρυτοι ποταμοί της σοφίας, οι διδάσκαλοι ου μόνων λόγων αλλά και έργων, οι Τρεις Ιεράρχες, οι προστάτες της Παιδείας και των παιδιών μας.

Η ομιλία έγινε στις 31 Ιανουαρίου του 2001 στον Δήμο Δοϊράνης Κιλκίς, επ’ ευκαιρία της γιορτής των Τριών Ιεραρχών.

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

Ἡ Μεγάλη Ἰδέα ἑνὸς μικροῦ λαοῦ [από τον Ηράκλειτο ώς τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό & ώς τις ημέρες μας]

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἐπετείου τῶν διακοσίων χρόνων ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασι

Αρχιμανδρίτης Βασίλειος Ιβηρίτης (Γοντικάκης)


Ὑπάρχουν δύο παραδόσεις στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία: Οἱ πρῶτοι εἶναι «οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν» ποὺ θέλουν νὰ ἐπικρατήσουν καὶ νὰ ὑποτάξουν τοὺς ἄλλους. Καὶ αὐτοὶ ποὺ ζητοῦν νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Ἑνός.
Οἱ πρῶτοι σταδιοδρομοῦν πρόσκαιρα καὶ βασανίζουν τὸν κόσμο. Οἱ δεύτεροι ἀναδεικνύονται «κλέος ἀέναον θνητῶν». Ἀνατέλλει ἀπὸ μέσα τους μιὰ αἴγλη ποὺ δὲν δύει ἀλλὰ φωτίζει καὶ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους.
Οἱ Ἕλληνες εἶναι μικρὸς λαὸς μὲ μεγάλες ἀπαιτήσεις. Ὁ Δημόκριτος ζητᾶ νὰ βρῆ τὴ μία αἰτιολογία τῆς ζωῆς καὶ ὄχι τὴν τῶν Περσῶν βασιλείαν. «Ἔλεγε βούλεσθαι μᾶλλον μίαν εὑρεῖν αἰτιολογίαν ἢ τὴν τῶν Περσῶν οἱ βασιλείαν γενέσθαι». Οἱ ἀπαιτήσεις καὶ ἡ σταδιοδρομία τους ξεπερνοῦν τὴν ἱστορία.
Ὁ Ἡράκλειτος ζητᾶ τὸν τρόπο τῆς τοῦ παντὸς διοικήσεως. Τὰ θυσιάζει ὅλα γιὰ τὸ ἕνα καὶ τοῦ χαρίζεται ἡ γνῶσι τῶν πάντων. Κάνει διάγνωσι ὅτι ὑπάρχει νόμος ποὺ ἐπιβάλλει νὰ ὑπακούωμε στὴ θέλησι τοῦ ἑνός, ὄχι τοῦ ὁποιουδήποτε, ἀλλὰ τοῦ κοινοῦ καὶ θείου Λόγου, τοῦ Λόγου καὶ Θεοῦ ποὺ διοικεῖ τὰ πάντα διὰ πάντων.
Ὅταν ὑπακούωμε στὴ θέλησι τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀληθεύομε. Ὅταν ἰδιάζωμε (θεωροῦμε τὸν ἑαυτόν μας τὴν αὐθεντία) ψευδόμεθα. Στὴ βάσι αὐτῆς τῆς ὑπακοῆς στηρίζονται οἱ ἄριστοι. Καὶ ὁ ἕνας εἶναι τρισμύριοι, οἱ δὲ ἀναρίθμητοι κανείς.
Ὁ Ἡράκλειτος εἶναι ἕνας ἄριστος, γεννημένος μὲ μιὰ ἄσβεστη δίψα καὶ ἀναζήτησι γιὰ τὸ ἕνα καὶ μακρινό. Ὁ ἴδιος δὲν τὸ γνωρίζει ἀλλὰ εἶναι βέβαιος ὅτι ὑπάρχει καὶ τὸν συγκλονίζει. Αὐτὸς ὁ συγκλονισμὸς τὸν κάνει μιὰ αἴσθησι ποὺ κρίνει καὶ ἀπορρίπτει ὅσα βλέπει καὶ ἀκούει νὰ γίνωνται ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του.
Δὲν ἀντιπαραβάλλει τὴ δική του ἄποψι μὲ ἐκείνη τῶν ἄλλων. Νοιώθει τὴν ἀδυναμία τοῦ μεμονωμένου ἀνθρώπου. Ἀποφαίνεται «μὴ εἶναι λογικὸν τὸν ἄνθρωπον, μόνον δ’ ὑπάρχειν φρενῆρες τὸ περιέχον». Δὲν εἶναι ἀπὸ μόνος του λογικὸς ὁ ἄνθρωπος [«χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. 15, 5)]. Εἶναι ὅμως πλῆρες φρονήσεως αὐτὸ ποὺ τὸν περιβάλλει στὸ ὁποῖο τὰ πάντα κυβερνῶνται διὰ πάντων ἀπὸ τὸν Ἕνα.
Δὲν θέλει νὰ πρωτεύση στὴ φθορὰ καὶ νὰ διαπρέψη στὸ χρόνο ἀτομικά. Δὲν κλείνονται ἐκεῖ οἱ φιλοδοξίες καὶ οἱ δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου.
Δὲν τὸν καταλαβαίνουν οἱ συμπατριῶτες του. Τὸν χαρακτηρίζουν σκοτεινό, ὑπερόπτη καὶ ὀχλολοίδορο. Αὐτὰ δὲν τὸν ἀγγίζουν γιατὶ δὲν ἔχουν σχέσι μὲ τὴν πραγματικότητα. Φεύγει μόνος του στὸ βουνό. Συνεχίζει τὸν ἀγῶνα. Ἑρευνᾶ τὸν ἑαυτό του. Πλησιάζει καὶ γνωρίζει «εὖ μάλα» ὅλους τοὺς φιλοσόφους καὶ ποιητές, τοὺς παλαιοὺς καὶ τοὺς νέους. Βλέπει πῶς ἀντιδρᾶ τὸ φορτισμένο εἶναι του μὲ αὐτὸ τὸ πλησίασμα καὶ τὴ γνῶσι.
Μετὰ τὴν τελική του διάγνωσι γυρίζει καὶ ἀπευθύνεται στοὺς Ἐφεσίους: Σᾶς εἶπα ὅτι οἱ πολλοὶ εἶστε πονηροί, ὀλίγοι δὲ ἀγαθοί. Τώρα σᾶς λέω ὅτι δυνάμει ὅλοι εἶστε ἀγαθοί. «Πᾶσι μέτεστι γινώσκειν ἑωυτοὺς καὶ σωφρονεῖν»· εἶναι δυνατὸν σὲ ὅλους νὰ φτάσουν στὴν αὐτογνωσία καὶ τὴ σωφροσύνη. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ὑποτιμήσω οὔτε νὰ μὲ τιμήσετε. Θέλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι, ὅταν ἤμουν νέος, δὲν γνώριζα τίποτε. Ὅταν ἔφτασα στὴν τελειότητα τὰ γνώρισα ὅλα. Αὐτὸς ποὺ πιστεύει στὴ φανταστική του αὐθεντία ψεύδεται. Ἐνῶ κάνει τὸν δάσκαλο, φτάνει σὲ ἀδιέξοδο ἀπογνώσεως καὶ βασανίζει τὸν κόσμο.
Αὐτὸς ποὺ ὑπακούει στὸν Θεὸν Λόγον ἀληθεύει. Τὰ θυσιάζει ὅλα χάριν τοῦ Ἑνός. Τοῦ χαρίζονται τὰ πάντα χάριν τῶν πολλῶν. Ζῆ τὴν ταύτισι τῶν ἀντιθέτων.
Τὸ νὰ κρίνης, κατὰ τὸν λογισμόν σου δίκαια, καὶ νὰ πληγώνης ἀνώφελα τοὺς ἄλλους εἶναι ὑπόθεσι ἐνοχλητικὴ καὶ στεῖρα. Τὸ νὰ ἀπορρίπτης ὅλους καὶ νὰ συγκεντρώνωνται γύρω σου, σημαίνει ὅτι κάτι ἰδιαίτερο συμβαίνει μὲ σένα. Κάπου ἔφτασες, κάτι βρῆκες.
Ὁ Ἡράκλειτος εἶναι ἕνα φαινόμενο στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ἐνῶ ἀπορρίπτει σχεδὸν τοὺς πάντες, ὅλοι συγκεντρώνονται γύρω του θεωρῶντάς τον πατέρα πνευματικὸ καὶ ὁδηγό.
Περνοῦν οἱ χιλιετίες καὶ ἡ παρουσία του ταράζει ζωηφόρως τὴν οἰκουμένη. Ὅλοι, καὶ οἱ μεταξύ τους ἀντίθετοι, τὸν θεωροῦν πνευματικό τους πατέρα καὶ θεμελιωτὴ τῆς θεωρίας των. Ὁ Κίρκεγκωρ (1813-1855) αὐτοεπικαλεῖται μαθητὴς τοῦ Ἡρακλείτου. Ὁ Λένιν (1870-1924) τὸν θεωρεῖ πατέρα τοῦ διαλεκτικοῦ ὑλισμοῦ. Ὁ Χάιντεγκερ (1889-1976) τὸν βλέπει ὡς τὸν πρῶτο δυτικὸ στοχαστή. Καὶ ὁ Ὄσσο (1931-1990) λέει ὅτι εἶναι γκουροὺ τῆς Ἀνατολῆς καὶ ὄχι Ἕλληνας ὅπως ὁ Ἀριστοτέλης.
Αὐτὰ συμβαίνουν σ’ αὐτὸν ποὺ δὲν εἶναι κατὰ φαντασία μεγάλος, ἀλλὰ πραγματικὰ ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ὕβρι καὶ τὴν οἴησι.

* * *

Οἱ Ἕλληνες μπαίνουν στὸ στίβο τῆς ἱστορίας μὲ γενάρχες τοὺς ἄριστους ποὺ θυσιάζουν τὰ πάντα γιὰ τὸν Ἕνα. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τέλους βρίσκεται ἡ δίψα τους γιὰ τὸ ἀπόλυτο καὶ ἡ αἴτησι νὰ γίνεται τὸ θέλημα τοῦ Ἑνός. Αὐτὸ χαρίζει τὴν ἑνότητα τῶν πάντων στὴν ἐλευθερία τῆς ἀειζωίας.
Ζητοῦν τὴ σοφία καὶ τὸ κάλλος ποὺ ἐξυψώνουν τὸν κόσμο, ὄχι τὴν ἐξουσία καὶ τὴ δύναμι ποὺ εὐτελίζουν τοὺς ἀνθρώπους, ὡς κατακτητὲς καὶ νικημένους.
Ἔχουν δοσοληψίες μὲ τοὺς γνωστοὺς λαούς. Ὅ,τι καλὸ παίρνουν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, τὸ καλλιεργοῦν περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἐκεῖνοι ποὺ τὸ εἶχαν. Ζητοῦν τὸ ξεπέρασμα καὶ τὴ μεταμόρφωσι ὅλων. Γίνεται γι’ αὐτοὺς φιλοσοφία ἡ μελέτη τοῦ θανάτου, καὶ φιλοκαλία ἡ προσπάθεια νὰ δώσουν μορφὴ στὸ ἄμορφο, νὰ πετύχουν τὸ ἄγαλμα, τὴν ἀγαλλίασι τοῦ κάλλους καὶ τῆς ζωῆς.
Οἱ δοκιμασίες καὶ τὰ ἀδιέξοδα τῆς ζωῆς γίνονται ἀφορμὴ καλλιτεχνικῆς δημιουργίας καὶ δύναμι νὰ λύσουν τὰ προβλήματα, νὰ φτάσουν στὴν κάθαρσι καὶ τὴν ἀνάπαυσι.
Γεννιοῦνται οἱ τραγωδίες. Ἐκφράζουν τὶς φιλοσοφικές τους ἀναζητήσεις μὲ τὴ γλῶσσα τῶν θεατρικῶν παραστάσεων. Ἐκπαιδεύουν καὶ ψυχαγωγοῦν τὸν κόσμο μὲ τὸ θέατρο. «Δημοτερπέστατόν τε καὶ ψυχαγωγικώτατον ἡ τραγωδία» (Πλάτων). Δὲν ἱκανοποιοῦνται μ’ αὐτὸ ποὺ πετυχαίνουν. Συνέχεια συζητοῦν καὶ ζητοῦν νὰ ἀκούσουν κάτι νεώτερο (Πραξ. 17, 21).
Ἀπορρίπτουν τὴν ὕβρι ὡς πυρκαγιὰ καὶ τὴν οἴησι ὡς ἐπιληψία. Ἀποκτοῦν τὴν ὑγεία μὲ τὴν ἀναζήτησι τοῦ μέτρου. Μπαίνουν στὸν δρόμο τῆς ἐλευθερίας μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸν κοινὸ καὶ θεῖο Λόγο. Τοὺς ἀποκαλύπτεται ὁ τρόπος τῆς τοῦ παντὸς διοικήσεως σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Εἶναι ἐραστὲς τῆς σοφίας καὶ τοῦ κάλλους, ὄχι σφετεριστὲς τῶν θείων δωρεῶν.
Ἐὰν συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα θεωρῆς τὸν ἑαυτό σου κριτήριο τῆς ἀληθείας, καὶ προβάλης τὴν ἄποψί σου ὡς τὴ μόνη ὀρθή, πῆρες στραβὸ δρόμο καὶ φτάνεις σὲ ἀδιέξοδο. Αὐτοφυλακίζεσαι σὲ φαντασιώσεις. Παριστάνεις τὸν μεγάλο ἐνῶ λὲς ψέματα. Φτάνεις σὲ συσκότισι ἀπογνώσεως καὶ τελεσίδικη καταδίκη. Ἀντὶ νὰ σιωπᾶς, ἰσχυρίζεσαι ὅτι τὰ πάντα καταλήγουν σὲ συντρίμμια συμφορᾶς. Ντύνεσαι τὸν ἡρωισμὸ τῆς ψευδαισθήσεως καμαρώνοντας ὡς προφήτης καταστροφῆς. Βλέπεις τὰ πράγματα ἀνάποδα. Σὰν νὰ μὴν ἔχης ἐσὺ ἀνάγκη τοῦ Ἑνός, ἀλλὰ ὁ Θεὸς ζητᾶ βοήθεια ἀπὸ σένα. Κατατάσσεις τὸν ἑαυτό σου στοὺς σωτῆρες τοῦ Θεοῦ, Salvatores Dei.
 
Τοιχογραφία με αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους & συγγραφείς, μονή Μεγάλου Μετεώρου, από εδώ
 
Οἱ ἄριστοι ὑπακούουν στὴ θέλησι τοῦ Ἑνὸς καὶ κατακλύζονται ἀπὸ γνώσεις ποὺ τοὺς κάνουν νὰ ἀγαποῦν τὴν ταπείνωσι.
Ὅταν θυσιάζης τὰ πάντα γιὰ τὸν Ἕνα, τὰ βρίσκεις ὅλα μεταμορφωμένα. Φτάνεις μετὰ ἀπὸ τὸν κόπο στὴν ἀνάπαυσι καὶ ἀπὸ τὴν ἐλπίδα στὸ ἀνέλπιστο. Ἀπολαμβάνεις τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὰ φθαρτὰ καὶ τὴν μετατροπὴ τῶν πάντων σὲ εὐλογία.
Οἱ ἄριστοι προτιμοῦν τὸ ἕνα ἀντὶ πάντων καὶ τοὺς δίδεται κάτι ἐλάχιστο μὲ ἀνεξάντλητο δυναμισμὸ ποὺ τοὺς τρέφει ὡς ἄρτος ζωῆς. «Οἱ δὲ πολλοὶ κεκόρηνται ὅπωσπερ κτήνεα»· οἱ πολλοὶ τρῶνε τοῦ σκασμοῦ σὰν κτήνη καὶ μένουν νηστικοί, γιατὶ δὲν εἶναι κτήνη ἀλλὰ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν ἀνάγκη ἄλλης τροφῆς. Ἀσχολοῦνται μὲ χίλια θέματα, «ἀνθρώπινα δοξάσματα», παιδιαρίσματα, ποὺ δὲν ὁδηγοῦν πουθενά. Μοιάζουν μὲ τροφὴ ἀκατάλληλη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. «Θάλασσα ὕδωρ καθαρώτατον καὶ μιαρώτατον, ἰχθῦσι μὲν πότιμον καὶ σωτήριον, ἀνθρώποις δὲ ἄποτον καὶ ὀλέθριον» (61).
Οἱ ἄριστοι δὲν ἀκολουθοῦν γνωστὰ μονοπάτια ἀνθρωπίνων διαλογισμῶν ποὺ ἀρχίζουν καὶ τελειώνουν στὴ φθορά. Ζητοῦν νὰ γίνεται τὸ θέλημα τοῦ Ἑνὸς καὶ τοὺς ἀνοίγονται δρόμοι ἐλευθερίας. Σβήνουν τὰ γνωστὰ καὶ παρερχόμενα. Ἀνατέλλουν τὰ καινὰ καὶ ἀνανεούμενα.
Στὸν χῶρο τῆς φθορᾶς ὅλα εἶναι αἴολα καὶ σχετικά. Τὰ κακὰ εἶναι νοσηρὰ καὶ ἀπορριπτέα. Τὰ καλὰ εἶναι ἀνεπαρκῆ καὶ ἐφήμερα.
Προσφέροντας τὸ λίγο ποὺ ἔχεις στὴ θέλησι τοῦ Ἑνὸς κατακλύζεσαι ἀπὸ θεῖες δωρεές. Ὁ χορτασμὸς τῆς τροφῆς ποὺ δυναμώνει τὸν ἄνθρωπο ἀκτινοβολεῖται ὡς ἐνέργεια ζωῆς ποὺ ἐνισχύει ὅλους καὶ φανερώνει ὅτι ὅλα εἶναι ἕνα.
Οἱ βάρβαροι εἶναι κλεισμένοι στὰ στενὰ ὅρια τοῦ φθαρτοῦ γιατὶ τοὺς λένε ψέματα οἱ αἰσθήσεις. «Κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισι ὀφθαλμοὶ καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων» (107). Δὲν ὑποψιάζονται τὸν χῶρο τῆς ἐλευθερίας ποὺ προσφέρεται σ’ αὐτὸν ποὺ θυσιάζεται γιὰ τὸ Ἕνα. Προσπαθοῦν νὰ παριστάνουν τὸν πολιτισμένο ἀλλὰ προδίδονται γιατὶ ἡ βαρβαρότητα ἔχει διαπλάσσει ἕνα ἀλλόκοτο ἄνθρωπο μέσα τους. Δὲν δέχονται ἐπιδράσεις ἀνωτέρου πολιτισμοῦ γιατὶ δὲν ὑποψιάζονται τὴν ὕπαρξί του.
Ἀντίθετα, μιὰ μυστικὴ φλέβα διατρέχει τὴν ἱστορία μας καὶ διατρέφει τὴν οἰκουμένη μὲ ἀκαταίσχυντη ἐλπίδα ποὺ φτάνει στὴν κατάργησι τοῦ θανάτου. Ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν αἴτησι νὰ γίνεται τὸ θέλημα τοῦ Ἑνός. Καὶ καταλήγει στὴν κλῆσι τῶν πάντων στὴν πανήγυρι τῆς ζωῆς.
Οἱ ἰδιάζοντες προκαλοῦν σύγκρυο ψευτιᾶς γιατὶ στηρίζονται στὸν ἑαυτό τους. Γράφουν βιβλία. Κάνουν θεωρίες. Θέλουν νὰ σώσουν τὸν κόσμο· ὁ ἕνας ὑπόσχεται φανταστικὲς κατακτήσεις, καὶ ὁ ἄλλος προβλέπει ἀναπόφευκτες καταστροφές. Ὅλοι λένε ψέματα.
Γιὰ τοὺς ἄριστους ὅλα βρίσκονται ἐν ἐξελίξει καὶ ταὐτόχρονα ἀπολαμβάνουν τὴν τελικὴ καρποφορία γιατὶ στηρίζονται στὴ θέλησι τοῦ Ἑνός. Σβήνουν οἱ ἐφιάλτες τῶν ψευδαισθήσεων. Ἀνατέλλει τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας.
Ἂν θελήσης νὰ τοὺς κλείσης τὸν δρόμο, τοὺς πολλαπλασιάζεις τὴ δύναμι γιατὶ στηρίζονται στὸν Ἕνα, καὶ ἡ ἀποστολή τους εἶναι εὐλογία γιὰ ὅλους.
Στὴν πορεία τῆς ἀναζητήσεως τῶν τιμίων: Ἢ τὰ παραδίδεις ὅλα στὴ θέλησι τοῦ Ἑνός, καὶ σοῦ χαρίζεται ἡ ἔκπληξι τῆς ἀτελευτήτου ἐπεκτάσεως. Ἢ παραμένεις δέσμιος στὴν ἀτομική σου αὐθεντία ποὺ γεννᾶ τοὺς κακοήθεις ὄγκους τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ καὶ τοῦ σχολαστικισμοῦ.

* * *

Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔρχεται στὴν Ἀθήνα, βρίσκει τὴν πόλι «κατείδωλον», γεμάτη βωμοὺς στοὺς γνωστοὺς θεούς. Ἀλλὰ βλέπει καὶ ἕνα βωμὸ «τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ». Αὐτὸ τοῦ ἀνοίγει τὴν καρδιὰ καὶ τοῦ χαρίζει τὴ δυνατότητα νὰ μιλήση ὡς οἰκεῖος στὴν ὁμήγυρι τῶν Ἀθηναίων. Ἀρχίζει σχολιάζοντας τοὺς δικούς τους ποιητὲς καὶ φιλοσόφους, ποὺ βάζουν τοὺς ἀνθρώπους στὸν δρόμο τῆς ἀναζητήσεως τοῦ Ἑνός.
Ἀκοῦνε τὸ μήνυμα τῆς καινῆς κτίσεως ὡς ἀπάντησι στὰ ἐρωτήματα ποὺ τοὺς βασανίζουν μιὰ ζωή. Δέχονται τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ Λόγου ποὺ τοὺς ἕλκει καὶ τοὺς ἀλλοιώνει ὡς ἔρωτας θεϊκός. «Ἔθελξας πόθῳ με Χριστὲ καὶ ἠλλοίωσας τῷ θείῳ σου ἔρωτι. . . »
Μπολιάζεται ἡ δίψα καὶ ἡ τόλμη τῆς θυσίας τῶν πάντων χάριν τοῦ Ἑνός, στὴν καλλιέλαιο τῆς χάριτος. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μ’ αὐτήν τους τὴν ἐνέργεια δὲν μεταστρέφονται σὲ κάποια νέα πίστι, ἀλλὰ βρίσκουν στὸ μήνυμα τοῦ Ἀποστόλου τὴν ἀπάντησι στὴ βαθειά τους ἀναζήτησι.
Ἐπειδὴ δὲν θέλουν τὴν τῶν Περσῶν βασιλεία, τοὺς δίδεται ἡ πολυεθνικὴ αὐτοκρατορία, γιατὶ δὲν θὰ μείνουν σ’ αὐτή. Ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τὸν γνωρίζουν, δὲν ἀναπαύεται σὲ τίποτε φθαρτὸ καὶ παρερχόμενο ὅσο μεγάλο καὶ ἂν φαίνεται. Δέχονται τὴν αὐτοκρατορία ὡς κάτι σημαντικὸ ἀλλὰ χρονικὸ ποὺ κάποτε τελειώνει. Καὶ πρέπει νὰ ἁγιασθῆ γιὰ νὰ σωθῆ καὶ νὰ προσφερθῆ σὲ ὅλους ὡς εὐλογία καὶ δύναμι ζωῆς. Τοὺς δίδεται μὲ τὸ νὰ τοὺς τὴν ἀρνοῦνται πάνω στὰ πράγματα. Ὑποτάσσονται οἱ Ἕλληνες στοὺς Ρωμαίους. Καὶ νικοῦν οἱ ἡττημένοι τοὺς κατακτητές, ὄχι μὲ τὴ δύναμι τῶν ὅπλων (χαμένη ὑπόθεσι), ἀλλὰ μὲ τὴ χάρι τοῦ Πνεύματος ποὺ ὁμορφαίνει τὴ ζωὴ καὶ καθιστᾶ ὅλους νικητές.
Τὸ ζητούμενο εἶναι ὄχι νὰ ὑποτάξης καὶ νὰ ταπεινώσης τὸν ἄλλο, ἀλλὰ νὰ γίνης κοινωνὸς τῆς Δυνάμεως ποὺ ὅλους τοὺς ἐλευθερώνει καὶ τοὺς ἀδελφώνει στὴν ἔκπληξι τῆς ἀειζωίας.
Ἡ θυσία τῶν πάντων χάριν τοῦ Ἑνὸς τοποθετεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν καρδιὰ τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς. Τοῦ χαρίζει τὴν ἀσταμάτητη διαστολὴ καὶ τὴν τελικὴ ἁπλότητα ὅπου ἑνώνονται τὰ ἀντίθετα. Συνέρχονται τὰ μακρινά. Ἀνακεφαλαιώνονται ὅλα σὲ ἕνα. Καὶ δίδεται στὸν καθένα μιὰ ἐλάχιστη μερίδα ποὺ ἔχει ἐν σμικρῷ τὸ ὅλο.
Ὅταν δεχθῆς τὸ πλήρωμα τῆς γνώσεως ὡς δύναμι ζωῆς, δὲν καυχᾶσαι γιὰ τὶς ἐπιτυχίες σου, ἀλλὰ συγκλονίζεσαι ἀπὸ δέος γιατὶ σώζονται ὅλοι.
Ἡ τόλμη τῆς θυσίας γιὰ τὸν Ἕνα βάζει τὰ πάντα σὲ κίνησι ἢ μᾶλλον σοῦ ἀποκαλύπτει τὸν τρόπο τῆς τοῦ παντὸς διοικήσεως. Συζῆ ὅλος ὁ κόσμος, ὄχι προσπαθῶντας ὁ ἕνας νὰ ὑποτάξη τὸν ἄλλον, ἀλλὰ «τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν» (Φιλιπ. 2, 3)
Οἱ δοκέοντες, ὡς τέκτονες (κατασκευαστὲς) ψευδῶν τιμωροῦνται ἀπὸ τὴ θεία Δίκη. Ἐνῶ οἱ ἄριστοι τιμῶνται ἀπὸ ὅλους.
Οἱ πρῶτοι μένουν μόνοι καὶ διερωτῶνται γιατί συνέβη αὐτό. Οἱ ἄριστοι συγκεντρώνουν ὅλους γιατὶ τοὺς στέλνουν σ’ αὐτὸν ποὺ εἶναι τὰ πάντα ἐν πᾶσι.
Ὅταν θυσιάζης τὸ λίγο ποὺ ἔχεις, σοῦ χαρίζεται τὸ «ὑπερεκπερισσοῦ» ποὺ δὲν φανταζόσουν. Ὅταν θέλης νὰ πετύχης αὐτὸ ποὺ προσδιορίζεις γιὰ νὰ δοξασθῆς, τότε ἔχεις ἄδοξο τέλος.
Οἱ Ἕλληνες στήνουν βωμὸ στὸν ἄγνωστο Θεό. Καὶ φτάνουν στὴ θεία Λειτουργία ὅπου λατρεύουν τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι «ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος». Μπαίνουν στὴν εὐρυχωροτέρα τῶν οὐρανῶν Ἐκκλησία ὅπου τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται.

* * *

Ὅταν μεταφέρεται ἡ πρωτεύουσα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὴ Δύσι στὴν Ἀνατολή, ὅλα ἀκολουθοῦν τὴ γνωστὴ ἐξέλιξι.
Ἐπικρατεῖ φυσιολογικὰ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ἀναζήτησι. Τὸ πρωτεῖο δίδεται στὴ μία ζύμη ποὺ ζυμοῖ ὅλο τὸ φύραμα. Προχωροῦμε πρὸς τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας. Ὅλα προσλαμβάνονται καὶ μεταμορφώνονται.
Ἀπὸ τὸν κοινὸ καὶ θεῖο Λόγο τοῦ Ἡρακλείτου προχωροῦμε στὸν σεσαρκωμένον Θεὸν Λόγον τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀπὸ τὴ φιλοσοφία ὡς μελέτη τοῦ θανάτου προχωροῦμε στὴ λειτουργικὴ θεολογία ὡς κατάργησι τοῦ θανάτου καὶ δύναμι ζωῆς.
Ἀπὸ τὴν ἀρχαία τραγωδία ὡς θεατρικὴ παράστασι προχωροῦμε στὴ θεία μυσταγωγία ὡς θεολογικὴ ἱερουργία.
Ἀπὸ τὴ μέθη καὶ τὴ μανία τῶν ἀρχαίων ὀργίων φτάνουμε στὴ νηφάλια μέθη καὶ σώφρονα μανία τῶν ἱερῶν μυστηρίων. Ὅλα μεταμορφώνονται καθαιρόμενα.
Ἡ Ἐκκλησία ἐντοπίζει καὶ σώζει τὸν δυναμισμὸ τῆς ζωῆς καὶ ἐνισχύει τὴν ὑγεία τοῦ πνεύματος. Ἀφαιρεῖ τὴν ἀρρώστια τῆς διαστροφῆς. Ἀπορρίπτει τὴν ὕβρι καὶ τὴν οἴησι. Μεταμορφώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει μιὰ αἴσθησι. Ὅλα ξεπερνιοῦνται. Καὶ προχωροῦν ἀκατάπαυστα ἐπὶ τὰ πρόσω.
Καταξιώνεται ἡ ἀγάπη τῆς ἐλευθερίας μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸν θεῖον Λόγον, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο καὶ γίνεται.
Μετὰ τὴν ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς ὑπακοῆς καὶ τοῦ χρέους ὅλα ἀνατέλλουν φωτισμένα καὶ πασίχαρα. Ὅταν τελειώνη ἡ Σαρακοστὴ τῆς ζωῆς, ὅλοι καλοῦνται «εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου».

* * *

Ἐφ’ ὅσον ἄρχισες καὶ προχωρεῖς, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἡρακλείτου ποὺ θυσιάζει τὰ πάντα χάριν τοῦ Ἑνός.
Ἐφ’ ὅσον τὸν βλέπεις νὰ προχωρῆ ἀπὸ τὴ φθαρτὴ κίνησι τῶν φθαρτῶν στὴν ἀίδια τῶν ἀιδίων. Νὰ συγκεντρώνη, μέσα στὶς χιλιετίες ποὺ ἀκολουθοῦν, ὅλα τὰ ἀνήσυχα πνεύματα. Καὶ νὰ δίδη κουράγιο σὲ ὅλους τοὺς ἀπαιτητικοὺς δείχνοντάς τους τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἀίδια κίνησι τῶν ἀιδίων ὅπου δεσπόζει ὁ κυβερνῶν τὰ πάντα διὰ πάντων.
Ἐφ’ ὅσον προχωρεῖς στὴν Ἐκκλησία ὅπου βρίσκεις τὸν Θεάνθρωπο νὰ εἶναι ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος στὴ λειτουργία τῆς σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου.
Ἐφ’ ὅσον αὐτὰ συμβαίνουν· ἀποκτᾶς ἄλλο ἦθος, χρέος καὶ ἰσχύ. Παραδίδεσαι στὴ θέλησι τοῦ Ἑνός. Ἀγαπᾶς τοὺς ἐχθρούς σου καὶ γίνεσαι ἀδελφὸς μὲ τοὺς ξένους.
Τὰ πάντα λειτουργοῦν ὡς εὐεργεσία γιὰ σένα. Καὶ σὺ εἶσαι εὐλογία γιὰ ὅλους. Ἠρεμεῖς γιατὶ ὅλα σοῦ κάνουν καλό. Δὲν διαπληκτίζεσαι μὲ κανένα γιατὶ εἶσαι εὐγνώμων πρὸς ὅλους καὶ γιὰ ὅλα.
Ὅπως βιολογικὰ γιὰ νὰ ζήση ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ ἥλιου καὶ τὸ ὀξυγόνο τοῦ ἀέρα· πνευματικὰ γιὰ νὰ ἀναπτυχθῆ καὶ νὰ βρῆ τὸν ἑαυτό του, χρειάζεται τὴ θέρμη τῆς ἀγάπης καὶ τὴν εὐρυχωρία τῆς ἐλευθερίας.
Τὸ πρόβλημα τῆς ζωῆς ἔχει θεολογικὲς προεκτάσεις. Παρέχεται στὸν ἄνθρωπο ἡ δυνατότητα τῆς πίστεως γιὰ νὰ πετύχη τὴ θεία ἀλλοίωσι καὶ τὴν ἐπέκτασι ἐπὶ τὸ ἀόριστον τῆς ἐλευθερίας. Δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἕνα βιολογικὸ πλάσμα ποὺ ἀρχίζει καὶ τελειώνει στὸ πεπερασμένο καὶ φθαρτό. Ἔχει μέσα του τὴν πνοὴ τοῦ Ἄναρχου καὶ Ἀτελεύτητου, ποὺ διὰ τῆς πίστεως τοῦ χαρίζει τὴ γνῶσι τῶν θείων καὶ ἀνελπίστων. «Τῶν θείων τὰ πολλὰ διαφυγγάνει, μὴ γινώσκεσθαι ἀπιστίηι» (86). (Τὰ πιὸ πολλὰ τῶν θείων πραγμάτων μᾶς ξεφεύγουν καὶ δὲν τὰ γνωρίζομε λόγῳ ἀπιστίας).

* * *

Ὅλα τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ἔχουν ἀρχὴ καὶ τέλος. Πρὶν τελειώση ἡ ἱστορικὴ διαδρομὴ τῆς αὐτοκρατορίας, πρὶν ἀκουσθῆ τὸ «ἑάλω ἡ Πόλις», καὶ ἀρχίσουν τὰ μοιρολόγια τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν, ἤδη ἔχουμε ἀναχθῆ λειτουργικὰ στὴν εὐρυχωρία τῶν οὐρανῶν καὶ τὴν ἐλευθερία τῶν ἐσχάτων. Ζοῦμε καὶ ψάλλομε μέσα στὴν Ἐκκλησία τὸν παιᾶνα τῆς παγκοσμίου χαρᾶς. «Ἑάλω ὁ θάνατος θανάτῳ». Ὁ θάνατος τεθανάτωται καὶ ζωὴ πολιτεύεται. Πατήσαμε τὸ πόδι μας στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Ἦλθε ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν. Ὅλα ἀλλάζουν στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Μὲ τὴν πτῶσι τῆς Πόλεως, ἄλλοι ἀρχίζουν νὰ θρηνοῦν γιὰ τὴν ἀπώλεια αὐτῶν ποὺ ἔχασαν· ἄλλοι νὰ χαίρωνται γιὰ τὴν κατάκτησι ποὺ πέτυχαν. Αὐτὰ ἔχει ἡ ἱστορία, καὶ συνεχίζεται ὁ ἕνας ἀγῶνας. Ἡ χάρι τοῦ Πνεύματος φανερώνει ποιά εἶναι ἡ τελικὴ ἐπιτυχία γιὰ ὅλους τοὺς θνητούς· νικητὲς καὶ νικημένους.
Οὔτε αὐτὴ ἡ νίκη σοῦ χαρίζει τὴν αἰώνια ζωὴ ποὺ ζητᾶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Οὔτε ἡ ἧττα σοῦ ἀποκλείει τὴ δυνατότητα νὰ προχωρήσης στὴν ἐλευθερία τῆς ἀειζωίας. Ὅλοι κρινόμαστε καὶ βοηθιόμαστε ἀπὸ ὅλα.
Ἡ νίκη, ὡς ἐπιτυχία δυνάμεως, ἔχει ἀνάγκη μεταμορφώσεως. Καὶ ἡ ἧττα, ὡς δοκιμασία ζωῆς, περιέχει τὴ δύναμι ποὺ σοῦ χαρίζει τὰ ἀκατόρθωτα.
Γι’ αὐτὸν ποὺ ζητᾶ τὰ ἀνθρωπίνως ἀνέφικτα, ὄλες οἱ δοκιμασίες γίνονται ἀναβαθμοὶ ἀνόδου καὶ προϋπόθεσι πρὸς ἐπίτευξι τῶν ἀνελπίστων. Καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ἀφορμὴ χαρᾶς ὅλων.
Εἴτε εἶναι πολίτης αὐτοκρατορίας εἴτε ὑπόδουλος τυραννίας, ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ τὸ ξεπέρασμα τῆς ἱστορίας. Οὔτε ἡ δουλεία μπορεῖ νὰ τὸν καταστρέψη. Οὔτε ἡ αὐτοκρατορία νὰ τὸν ξεδιψάση. Θέλει τὴν ἀιδιότητα τῆς ἀειζωίας, ὄχι τὸν θρίαμβο τῆς φθορᾶς.
Στὸ πιὸ μικρὸ παρεκκλήσι τῆς τουρκοκρατίας καὶ στὴν πιὸ μεγάλη ἐκκλησία τῆς αὐτοκρατορίας ἱερουργεῖται ἡ ἴδια θεία Λειτουργία ποὺ προσφέρει στὸν πιστὸ τὸν οὐράνιο ἄρτο, Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, εἰς βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν.

* * *

Ὅταν κατεβαίνη στὸ κήρυγμα ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός (17141779), βρίσκει τὰ πάντα ἀνυπόφορα μπλεγμένα καὶ ἀπολύτως ἁπλᾶ, γιατὶ ξέρει τὶ θέλει νὰ κάνη, σὲ ποιοὺς ἀπευθύνεται καὶ πῶς τὸ πετυχαίνει. Δὲν μιλᾶ ὡς μελλοθάνατος, ἔστω τολμηρός. Μιλᾶ ὡς νεκρὸς καὶ ἀείζωος. Δὲν διατυπώνει σκέψεις ἀλλὰ δίδει ζωή.
Λέει: «ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σᾶς διδάξω, ἀλλὰ μήτε τὰ ποδάρια νὰ σᾶς φιλήσω, διατὶ ὁ καθένας ἀπὸ λόγου σας εἶναι τιμιώτερος ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον». Ἀλλὰ ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου «ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ διδάσκη βασιλεῖς καὶ πατριάρχας, ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, ἄνδρας καὶ γυναῖκας, παιδιὰ καὶ κορίτσια, νέους καὶ γέροντας καὶ ὅλον τὸν κόσμον».
Δὲν σχολιάζει τὰ βάσανα ποὺ περνοῦν, οὔτε ἐρεθίζει τοὺς κατακτητὲς ποὺ τοὺς καταπιέζουν. Χαρίζει σὲ ὅλους τὸν Παράδεισο ποὺ ἀπολαμβάνει.
Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ σταματήση τὸν νεκρὸ ποὺ μιλᾶ γιὰ ζωή. Ὅλοι θέλουν νὰ ἀκοῦνε αὐτὸν ποὺ ξέρει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι «ὅλος φῶς, ὅλος χαρά, ὅλος εὐσπλαγχνία, ὅλος εὐεργεσία, ὅλος ἀγάπη».
«Ἡ δουλειὰ ἡ ἐδική μου εἶναι ἐδική σας, εἶναι τῆς πίστεώς μας, τοῦ γένους μας». Εἶναι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Τοὺς ἀνεβάζει στὸν οὐρανό, πάνω ἀπὸ αὐτοκρατορίες καὶ τουρκοκρατίες. Τοὺς βάζει στὴ ζωή τους τὸν Χριστό.
Τὸν ἀκοῦνε οἱ ραγιάδες καὶ ζωογονοῦνται. Τὸν ἀκοῦνε οἱ Τοῦρκοι, οἱ Φράγκοι, οἱ Ἑβραῖοι καὶ προβληματίζονται. Τὸν ἀκοῦνε οἱ ὁμιλητὲς καὶ οἱ λογοτέχνες καὶ νοιώθουν βραδύγλωσσοι ποὺ τραυλίζουν.
Εἶναι χειρουργὸς ποὺ κινεῖ τὰ χέρια καὶ τὰ νυστέρια μὲ ἀσυγκράτητη ταχύτητα καὶ ἀπόλυτη ἀκρίβεια. Εἶναι ἀριστοτέχνης τοῦ λόγου, ἐμψυχωτὴς τοῦ ἀνθρώπου, διοργανωτὴς τῆς παιδείας.
Λέει· ἔμαθα ὅτι δὲν εἶστε Ἕλληνες εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι. Γι’ αὐτὸ νὰ ἀνοίξετε σχολεῖα, νὰ μαθαίνουν τὰ παιδιά σας ἑλληνικά, νὰ ξεσκεπάζετε τὰ μυστήρια τῆς πίστεως ποὺ κρύβονται ἐκεῖ. Καὶ ὅποιος μαθαίνει ἑλληνικὰ νὰ τοῦ χαρίζετε τὰ χρέγια.
Αὐτὸ τὸ κήρυγμα ἔγινε μιὰ φορὰ καὶ ἀκούγεται γιὰ πάντα. Σφράγισε τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα τῶν ἀκροατῶν, τὴν ἱστορία καὶ τὸν τόπο τους.
Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀπόλαυσι· νὰ πλησιάζης τὸν κόσμο σὰν πεθαμένος καὶ ἀνύπαρκτος. Καὶ νὰ τοὺς γεμίζης τὴν καρδιὰ μὲ τὴ χαρὰ ποὺ ξεπερνᾶ τὸν θάνατο.

* * *

Ὅποιος κηρύττει τὴν ἀλήθεια ποὺ σώζει τὸν κόσμο σταυρώνεται ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ σκότους ποὺ δὲν ἀνέχονται τὴν τῶν πάντων ἐλευθερία καὶ ἑνότητα. Εἶναι γι’ αὐτοὺς ἀπαράδεκτη ἡ παρουσία τοῦ Θεανθρώπου ποὺ τὰ πάντα ὑπομένει γιὰ νὰ σώση ὅλους. Δὲν θέλουν τὴν ἀγάπη του, οὔτε ὑποφέρουν τὴν ἐλευθερία του, γιατὶ τοὺς ἀκυρώνει τὴν προοπτικὴ τῆς ζωῆς καὶ τὸ περιεχόμενο τῶν ἀπασχολήσεών τους. Αὐτοὶ θέλουν τὸ καθεστὼς τῆς βαρβαρότητος γιὰ νὰ τρέφωνται ἀπὸ τὶς σφαγὲς τῶν ἀδυνάτων καὶ τὸ πλιάτσικο τῶν ξένων.

* * *

Βρισκόμαστε σὲ μιὰ περίοδο εἰρήνης. Μετὰ ἀπὸ διεθνεῖς συνθῆκες μένουν κάποιες χιλιάδες μουσουλμάνοι στὴ Θράκη. Καὶ ἀντίστοιχα μένουν ἀνάλογες χιλιάδες ὀρθόδοξοι Ρωμηοὶ στὴν Πόλι.
Φτάνομε στὰ «Σεπτεμβριανά» (6η καὶ 7η) τοῦ 1955. Ἐφαρμόζεται ἡ ὀργανωμένη ἐξόντωσι, σὲ λίγες ὧρες, τῶν ὀρθοδόξων Ρωμηῶν. Παρουσιάζεται τὸ κεκρυμμένο πρόσωπο τῆς μανίας ποὺ περιμένει πολὺ γιὰ νὰ δράση μιὰ στιγμή.
Συγκεντρώνονται ἀθόρυβα ἑκατὸ χιλιάδες κακοποιοί. Βγαίνουν ἀπὸ τὶς φυλακὲς εἰκοσιπέντε χιλιάδες ἐγκληματίες.
Ἐξοπλίζονται μὲ ρόπαλα, λοστάρια καὶ τσεκούρια. Ἐξαπολύονται γιὰ τὴν ἐπίθεσι κατὰ ἀπροστάτευτων καὶ ἥσυχων πολιτῶν.
Καλύπτονται ἀπὸ τὰ σώματα ἀσφαλείας. Ξαφνιάζουν ἀνυποψίαστους καὶ νομοταγεῖς ἀνθρώπους ποὺ πρέπει νὰ ἐξαφανισθοῦν ἐπειδὴ ἔχουν διαπράξει τὸ ἔγκλημα νὰ εἶναι γηγενεῖς ὀρθόδοξοι χριστιανοί.
Δὲν πρόκειται γιὰ ἐκτροπὴ ἀκραίων στοιχείων ποὺ ξεσποῦν παράφορα (αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβῆ σὲ κάθε κοινωνία) ἀλλὰ γιὰ ἐγκληματικὴ ἐνέργεια ποὺ συλλογικὰ καὶ ἐν ψυχρῷ ὀργανώνεται ἀπὸ τὴν κρατικὴ ἐξουσία.
Σὲ λίγες ὧρες καταστρέφουν 4.348 ἐμπορικὰ καταστήματα, 2.000 σπίτια, 110 ξενοδοχεῖα, 21 ἐργοστάσια, 26 σχολεῖα, 29 φαρμακεῖα, 73 ἐκκλησίες.
Πετοῦν στοὺς δρόμους τὰ ἱερὰ κειμήλια τῆς πίστεως· τὴν περιουσία καὶ τὸν κόπο μιᾶς ζωῆς. Κανένα τουρκικὸ κατάστημα δὲν θίγεται. Κανένα ἑλληνικὸ δὲν σώζεται. Φανερώνεται τὸ μέγεθος τῆς μοχθηρίας καὶ ἡ ἀκρίβεια τῆς προετοιμασίας. Βεβηλώνουν καὶ γκρεμίζουν ἐκκλησίες. Βιάζουν γυναῖκες καὶ παιδιά. Ἀφοδεύουν στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Κατασκάβουν τοὺς τάφους τῶν Πατριαρχῶν. Σκορποῦν στοὺς δρόμους τὰ σώματα τῶν πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες κεκοιμημένων. Φανερώνουν ἔνστικτα φρικτῆς μοχθηρίας.
Δὲν ἱκανοποιοῦνται μὲ τὸ νὰ κακοποιήσουν τοὺς ζωνταντούς. Θέλουν νὰ ἐξαφανίσουν τὰ ἴχνη τῶν αὐτοχθόνων κεκοιμημένων. Αὐτὸ φανερώνει τὸ ἐσωτερικό τους περιεχόμενο καὶ τὸ μέγεθος τῆς διαστροφῆς. Δὲν ὑποφέρουν τὴν εἰρήνη τῆς συμβιώσεως μὲ κάποιους ἄλλους. Τοὺς εἶναι ἀπαράδεκτη ἡ ζωὴ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀδελφοσύνης. Στηρίζονται πάνω σὲ δικές τους βάσεις καὶ σχέδια, ποὺ ἐπιβάλλουν τὸν ὁλοκληρωτισμὸ καὶ τὴν ἐξουθένωσι.
Τὸ νὰ θεωρῆς τὸ ἔγκλημα θεία ἐντολή, εἶναι τὸ ἔσχατο κατάντημα τῆς διαστροφῆς. Καὶ τὸ νὰ ἔχη διαμορφώσει αὐτὸ τὸν ἐσωτερικό σου κόσμο, σὲ καθιστᾶ μόνιμο κίνδυνο γιὰ κάθε γείτονά σου. Ἀλλὰ τίποτε δὲν συμβαίνει χωρὶς νόημα.

* * *

Ἡ ἱστορία τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν μπορεῖ νὰ εἶναι γεμάτη ἀνθρώπινα πάθη, διενέξεις πολυχρόνιες καὶ συρράξεις μὲ ἑκατόμβες θυμάτων. Ὅλα ὅμως βρίσκονται μέσα σὲ γνωστὰ πλαίσια. Συνέχεια κάτι γίνεται. Περνᾶ ὁ καιρός. Καταλαγιάζουν τὰ πάθη. Ἠρεμοῦν τὰ πνεύματα. Συνεργάζονται οἱ λαοί.
Οἱ σχέσεις Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος εἶναι ἄλλης φύσεως, ἐντάσεως καὶ διαρκείας. Ξεπερνοῦν τὰ συνηθισμένα καὶ εὐκόλως θεραπευόμενα. Ἐδῶ συγκρούονται δύο ξένοι κόσμοι διαφορετικῶν ἀντιλήψεων γιὰ τὸ νόημα καὶ τὴν ἀξία τῆς ζωῆς.
Ὑπάρχει ὅμως ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ποὺ θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἀνασταίνει τοὺς νεκρούς.
Ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κατερχόμενος σωτήρας, ὡς καλὸς Σαμαρείτης, ρίχνει ἔλαιον καὶ οἶνον εἰς τὸν περιπεσόντα εἰς τοὺς ληστάς. Καὶ δὲν παραβλέπει τοὺς ληστὲς ποὺ εἶναι θύματα ληστείας διεστραμμένων δοξασιῶν καὶ ἐπιδιώξεων. Θεωροῦν ἐπιτυχία νὰ κατασφάζουν τοὺς ἄλλους γιὰ νὰ ἐπιβληθοῦν, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν ὅτι σκοτώνουν τὸν ἄνθρωπο ποὺ κρύβεται μέσα τους. Ὁ Θεάνθρωπος θυσιάζεται γιὰ νὰ σώση καὶ αὐτοὺς ποὺ τὸν μισοῦν καὶ τὸν σταυρώνουν.
Ἐνῶ τόσοι δήμιοι πέρασαν στὴν ἱστορία καὶ ἔσβησαν ἀφήνοντας ἀνάμνησι φρίκης, ἡ ἱστορία συνεχίζεται μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ ἄλλα ὀνόματα.
Χωρὶς τὴν κατάργησι τοῦ θανάτου ἡ ζωὴ εἶναι καταδίκη εἴτε κατέχεις κοσμικὴ ἐξουσία εἴτε ὑποφέρεις βάρβαρη δυναστεία. Ἡ θεία Λειτουργία χαρίζει τὴν ἐλευθερία τῆς αἰωνιότητος σὲ ὅποιον καταφεύγει στὴν ἀγάπη τοῦ Δυνατοῦ.
Μέσα στὸν ὁλοκληρωτισμὸ τῆς τρομοκρατίας ὑπάρχουν ψυχὲς ποὺ ζοῦν τὸν πλοῦτο τῆς χάριτος καὶ δὲν μποροῦν νὰ μιλήσουν γιὰ τὴ δύναμι τῆς πίστεως. Τὸν ἴδιο καιρό, σὲ χώρους ἐλευθερίας, ἄλλοι ἀσελγοῦν πάνω στὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τῆς ἀλήθειας τῆς ζωῆς.
Ἡ Ἀλήθεια μένει ἔκθετη καὶ κτυπᾶται ἀπὸ ὅλους, τοὺς οἰκείους καὶ τοὺς ξένους. Ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ, ἐνῶ τὴν ἀντιπροσωπεύουν, τὴν ἀγνοοῦν καὶ τὴν προδίδουν. Καὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὴν ἀπορρίπτουν καὶ τὴν σταυρώνουν.
Ἐνῶ βρίσκεσαι στὸ καταμεσήμερο ποὺ σὲ τυφλώνει ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ἔρχεται ὁ ἄλλος μὲ ἕνα σπαρματσέτο νὰ σὲ θαμπώση μὲ τὴ λάμψι τοῦ «διαφωτισμοῦ». Ἢ θέλει νὰ σὲ ζεματίση μὲ ἕνα κουβᾶ βραστὸ νερό, τὴ στιγμὴ ποὺ ἔρχεσαι ἀπὸ τὸ καμίνι ποὺ λειώνει τὸ ἀτσάλι.
Ἐὰν κάποιος πετᾶ πέτρες γιὰ νὰ σβήση τὸν ἥλιο, δὲν θὰ τὸν παρακαλέσης νὰ μὴν τὸ κάνη ἐπειδὴ ὁ ἥλιος μᾶς χρειάζεται.
Ἡ προπαγάνδα τῶν ὁλοκληρωτισμῶν σὰν βιτριόλι κατακαίει τὴ σύστασι τοῦ νοός. Ὁ σχολαστικισμὸς σὰν ναρκωτικὸ ἀποκοιμίζει τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν καταντᾶ ἐξάρτημα μηχανῆς.
Ἡ ὀργάνωσι τοῦ παντὸς ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν παροχὴ τῆς ἐλευθερίας ἐκ μέρους τοὺ Ἑνὸς νὰ κάνη ὁ καθένας ὅ,τι θέλει. «Ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ρυπαρὸς ρυπαρευθύτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι» (Ἀποκ. 22, 11).
Τὸ ἐπικίνδυνα θαυμαστὸ βρίσκεται στὸ μέγεθος τῆς ἀνοχῆς καὶ τοῦ σεβασμοῦ ὅλων. Δὲν ἐμποδίζει ὁ Ἀόρατος τοὺς ἐλεύθερους νὰ ἀνοηταίνουν καὶ νὰ ἀσχημονοῦν παριστάνοντας τοὺς δυνατούς. Οὔτε ἀφήνει χωρὶς ἐπίσκεψι παρηγοριᾶς τοὺς φυλακισμένους στὰ κάτεργα τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ. Κρίνει καὶ σώζει ὅλους τὸ φῶς τῆς παρουσίας Του.
Τὸ ὅτι βρισκόμαστε σ’ αὐτὴ τὴν κατάστασι εἶναι φανέρωσι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι δυνάστης ποὺ δίδει ἐντολὲς ἀλλὰ πατέρας ποὺ ἀγαπᾶ. Ἡ ἀλήθεια τῆς σωτηρίας δὲν ἐπιβάλλεται ὡς ἐντολὴ ἀλλὰ χαρίζεται ὡς εὐλογία στοὺς ἥρωες τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὑπομονῆς. Γι’ αὐτὸ ὅλοι εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ ὅλα.
Ὁ Ἀναστημένος Χριστὸς κυκλοφορεῖ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν παντοῦ καὶ πάντοτε σεβόμενος τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐπισκεπτόμενος τοὺς τρομοκρατημένους ποὺ δὲν μποροῦν νὰ μιλήσουν.

* * *

Ἐπειδὴ αὐτοὶ ποὺ μᾶς γέννησαν ἔβαλαν τὸν πῆχυ τῶν ἀπαιτήσεων πολὺ ψηλά, μᾶς χάρισαν δυνατότητες ἀπεριόριστες καὶ μᾶς φόρτωσαν μὲ ὑποχρεώσεις ἀναπόφευκτες. Αὐτοὶ ποὺ δὲν ἀνέχονται τὴν παρουσία μας εἶναι πλάσματα τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχουν ἀνάγκη ἀπο τὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος.
Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς δὲν ἀντιπροσωπεύει μιὰ ἄποψι ἀπὸ τὶς πολλές. Οὔτε στρατεύεται μὲ μιὰ παράταξι τῆς ἱστορίας ποὺ χτυπᾶ κάποιαν ἄλλη. Ἀλλὰ ἀνήκει λειτουργικὰ στὸν Θεάνθρωπο ποὺ τὰ πάντα ὑπομένει γιὰ νὰ σώση ὅλους. Βρίσκεται μέσα στὴ θεουργικὴ μήτρα τῆς Ἐκκλησίας, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ σύμπασα καὶ θεουργεῖται.
Ἡ ἀξία ἑνὸς ἀνθρώπου δὲν ὑπολογίζεται ἀπὸ τὸ πόσα χρόνια ἔζησε ἀλλὰ τί κέρδισε μὲ τὴ ζωή του καὶ τί ἀφήνει φεύγοντας στοὺς ἄλλους ποὺ εἶναι ὁ ἑαυτός του.
Ἡ ἑλληνικὴ χριστιανικὴ Αὐτοκρατορία, ποὺ ὀνομάστηκε Βυζαντινή, δὲν ἀξίζει γιὰ τὰ χίλια χρόνια ποὺ ἔζησε καὶ γιὰ τὴν οἰκουμένη ποὺ περιέλαβε ἀλλὰ γιὰ τὸ ἕνα τέκνο ποὺ ἐγέννησε. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ λειτουργικὴ θεολογία ὡς αὐτοκρατορία τῆς ἀγάπης ποὺ οὐδέποτε ἐκπίπτει (Α΄ Κορ. 13, 8). Αὐτὴ εἶναι ἡ προσφορά της πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ θεία Λειτουργία προσφέρεται ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης. Σαρκοῦται ὁ Θεὸς Λόγος. Συστέλλεται στὸ ἐλάχιστο. Καὶ διαστέλλει στὸ ἀπεριόριστο τὸν ἄνθρωπο.
Ἡ δύναμι ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο διαμορφώνει τὴν Πόλι καὶ κτίζει τὴν ἉγιαΣοφιά. Ἡ ἴδια δύναμι τὴν κρατᾶ ἐλεύθερη καὶ διενεργεῖ τὴν ἅλωσι ποὺ ἐλευθερώνει τοὺς δεσμίους. Αὐτὴ τὴν ἅλωσι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὴ σταματήση γιατὶ ὅλοι τὴν προσδοκοῦν. Ἑκούσια καὶ ἀκούσια τὴν ὑπηρετοῦν. Εἶναι τὸ τέλος μιᾶς πορείας καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς καινῆς πολιτείας.
Ἡ καρδιὰ τῆς Πόλεως λειτουργεῖ καὶ ψάλλει. Ἡ καρδιὰ τῆς Πόλεως πάλλει καὶ πάλλεται. Ἡ Ζωὴ δὲν θνήσκει, μόνο κατεβαίνει στὸν Ἅδη, παίρνει ὅλους τοὺς πεπεδημένους καὶ τοὺς ἀνεβάζει στὸ φῶς.
Ὅταν περνᾶς δοκιμασία ποὺ σὲ διαλύει τελείως, χωρὶς νὰ ἀφήνη ὑπόνοια σωτηρίας, τότε ἔρχεται ἄλλη Δύναμι. Σὲ ἐπισκέπεται ἐκεῖ ποὺ εἶσαι καταδικασμένος. Σοῦ δίδει ξένη χάρι καὶ ζωή, μὲ ὕφος καὶ ἤθος ἄλλο, πέρα ἀπὸ τὰ γνωστὰ καὶ σχολιαζόμενα στὴν ἀγορά.
Ἕνα πάναγνο βλαστάρι θάλλει μέσα στὴ συμφορά· γεννᾶται ἀπὸ τὸ θάνατο καὶ φέρνει μηνύματα ζωῆς σὲ ὅλους. Χαίρει ἐν τοῖς παθήμασι. Δυναμώνει ὅταν ἀσθενῆ. Καὶ εἶναι εὐγνῶμον σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ ἀρνεῖται καὶ θέλει νὰ τὸ ἐξαφανίση.
Αὐτὸ τὸ ἄνθος τῆς ζωῆς εἶναι φάρμακο ἀθανασίας καὶ γι’ αὐτὸν ποὺ θέλει νὰ τὸ κάψη.

* * *

Σ’ αὐτὸ τὸν τόπο διαρκῶς κάτι ἱερουργεῖται. Δίδεται μιὰ μαρτυρία ποὺ ξεπερνᾶ τὴν ἱστορία. Ἐνεργοῦνται σεισμικὲς δονήσεις. Συγκρούονται τεκτονικὲς πλάκες. Κάτι συμβαίνει ποὺ δὲν ρυθμίζεται ἀπὸ ἀνθρώπινες ἐπεμβάσεις. Ὁ ἀγῶνας τῆς ἐλληνικῆς Παραδόσεως, ἐξαγνισθεὶς μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς Χάριτος, ἀνέρχεται ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἀναζήτησι καὶ φτάνει στὴν οὐράνια ἀνάπαυσι ὡς εὐλογία ὅλων.
Οἱ Ἕλληνες θεωροῦσαν ὀμφαλὸ τῆς γῆς τοὺς Δελφούς. Καὶ αὐτὸ τὸν ὀμφαλὸ τὸν μετέφεραν στὸν χῶρο τῆς ἉγιαΣοφιᾶς.
Αὐτὸ τὸν τόπο τὸν λεηλάτησαν σταυροφορίες τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Εἶναι πεδίο οἰκουμενικῶν διεκδικήσεων καὶ συρράξεων. Καὶ μαρτυρία τῆς τελικῆς ἀπελευθερώσεως καὶ γαλήνης. Δὲν μιλᾶ μιὰ ἀνθρώπινη ἄποψι. Κυριαρχεῖ μιὰ θεία παρουσία. Ἐνῶ μέσα στοὺς αἰῶνες ἔρχονται τόσοι ξένοι σφετεριστές· ποιός θὰ ἐπικρατήση καὶ πόσο. Ὑπάρχει ὁ Δεσπόζων τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων ποὺ ρυθμίζει ὡς θέλει τὰ πάντα. Εἶναι τόσο μεγάλος, ὡς αἰτία καὶ φρουρὰ τοῦ παντός, ποὺ παρουσιάζεται ὡς ἀδύνατος καὶ ἀνύπαρκτος.
Ἄγεται ἀπὸ τὸν Ἄννα στὸν Καϊάφα κρινόμενος ὁ κρίνων τὴν οἰκουμένη. Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται ὁ ἀναβαλλόμενος τὸ φῶς ὡς ἱμάτιον.
Ὡς τζαμὶ ἢ ὡς μουσεῖο ἐμφανίζεται ἡ ἉγιαΣοφιά. Καὶ δι’ ὅλων τῶν ἀλλαγῶν φανερώνεται ἀναλλοιώτως αὐτὸ ποὺ εἶναι. Ἑρμηνεύεται γιατί ὅλοι γυρίζουν γύρω ἀπὸ τὴν σαρκωθεῖσαν τοῦ Θεοῦ Σοφίαν καὶ δύναμιν.

* * *

Μπαίνοντας μέσα στὴν ἉγιαΣοφιὰ βγαίνεις στὸ ὕπαιθρο τῆς ἐλευθερίας ποὺ εἶναι τὸ σπίτι σου. Τὸ ἀπέραντο γίνεται ἡ ζεστὴ φωλιὰ τῆς οἰκουμένης.
Σὲ περιβάλλει μιὰ οὐράνια ὀπτασία μὲ ὑλικὴ ὑπόστασι. Ὅλο τὸ σῶμα τοῦ ναοῦ δονεῖται θεϊκά.
Ὅταν συντονισθῆς στὸν παλμὸ τῆς ἉγιαΣοφιᾶς, καὶ ἀκούσης τὸν λόγο τῆς σιωπῆς, συγκλονίζεσαι ἀπὸ τὴ δύναμι ποὺ ζωοποιεῖ τὰ σύμπαντα.
Ἀενάως συντελεῖται τὸ θαῦμα. Ἡ γῆ γίνεται οὐρανός, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς σαρκοῦται καὶ θεώνει τὸν ἄνθρωπο. Γεμίζεις ἀπὸ θαυμασμὸ καὶ ἀνάπαυσι. Αἰσθάνεσαι τὸ ἀπαύγασμα τῶν πόνων ποὺ προηγήθηκαν καὶ τὴν ἀνάσα τῆς ἐλευθερίας ποὺ χαρίζεται.
Βρίσκεσαι στὴν ὥρα τοῦ ξεπεράσματος τῆς φθορᾶς. Διερωτᾶσαι ποῦ στηρίζεται αὐτὴ ἡ μοναδικὴ οἰκοδομή. Ποιὰ βαθύριζη παράδοσι βλάστησε αὐτὸ τὸ ἀμάραντο ἄνθος.
Δὲν εἶναι ἀνθρώπινο κατόρθωμα ἀλλὰ οὐράνια δωρεὰ Αὐτοῦ ποὺ τὰ πάντα ὑπομένει γιὰ νὰ σώση ὅλους. Βρίσκεσαι στὴν οὐρανώσασα τὸ γεῶδες ἡμῶν φύραμα Ἐκκλησία.
Ὑπάρχουν εὐκτήριοι οἶκοι ποὺ ξεπερνοῦν σὲ μέγεθος τὴν ἉγιαΣοφιά. Ἀλλὰ δὲν περιγράφεται τὸ ἀπερίγραπτο. Οὔτε ἀξιολογεῖται μὲ διαστάσεις μετρούμενες τὸ θαῦμα.
Ἀρχίζομε ἀπὸ τὴν ἱστορία καὶ φτάνομε στὴν αἰωνιότητα. Ἀρχίζομε ἀπὸ τὴν ταραχὴ τοῦ πολέμου καὶ φτάνομε στὴν εἰρήνη τῆς θείας περιχωρήσεως. Ὁμολογοῦμε ὅτι ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου εἶναι φανέρωσι πανσόφου ἀγάπης καὶ παροχὴ ἐλευθερίας. Καὶ τελειώνει μὲ τὴ χαρὰ τῆς καινῆς πολιτείας· τῆς ἑκουσίου ἀντιπροσφορᾶς τῶν πάντων πρὸς τὸν ἐλεήμονα Δημιουργὸ καὶ εὐεργέτη.
Ὅλοι εἴμαστε θνητοί, καὶ κανεὶς δὲν θέλει νὰ πεθάνη. Ὅλοι καταλήγομε στὸν τάφο, ἀλλὰ ὑπάρχει μιὰ χαρὰ ποὺ περιγελᾶ τὸν θάνατο.
Ὁ ἀθέρας τῆς ζωῆς ποὺ χαρίζει τὴν αἰωνιότητα εἶναι θεία δωρεὰ στοὺς ἥρωες τῆς πίστεως καὶ τῆς ὑπομονῆς. Ὁ Δημιουργὸς καὶ προνοητὴς τοῦ παντὸς ἔχει τὴ θέλησι καὶ τὴ δύναμι νὰ ὑπομένη τὰ πάντα γιὰ νὰ σώζη ὅλους· καὶ αὐτοὺς ποὺ τὸν μισοῦν καὶ τὸν σταυρώνουν.

* * *

Τελικὰ ἡ μεγάλη ἰδέα τοῦ Γένους μας εἶναι ἡ μεγάλη ἰδέα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Δὲν εἶναι ἡ κατάληψι ἑνὸς γεωγραφικοῦ τόπου ἀλλὰ ἡ ἀνάληψι σὲ μιὰ λειτουργικὴ ἐλευθερία.
Σκοπὸς εἶναι νὰ σωθῆ ὁ ἄνθρωπος. Νὰ νικήσουν ὅλοι. Νὰ μὴν μείνη κανεὶς νεκρὸς ἐπὶ μνήματος. Νὰ φωτισθοῦν τὰ σύμπαντα. Νὰ βασιλεύση ἡ ζωή. Νὰ δέχεται ὁ ἄνθρωπος μιὰ στιγμὴ τὴν αἰωνιότητα, καὶ μὲ ἕνα ἅγιο Μαργαρίτη ὅλο τὸν Παράδεισο, εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, εἰς βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν. Αὐτὸ δὲν τὸ πετυχαίνει ἄνθρωπος ἀλλὰ τὸ δωρίζει ὁ Θεάνθρωπος ποὺ τὰ πάντα ὑπομένει γιὰ νὰ σώση ὅλους.
Σταματᾶ ἡ ταραχὴ τοῦ πολέμου καὶ τῆς διαμάχης ποὺ ἄλλους ἀναδεικνύει δούλους καὶ ἄλλους ἐλεύθερους. Παραδίδονται τὰ σκῆπτρα τῆς ἀδιαδόχου βασιλείας σὲ ἕνα παιδί· «παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός».
Δὲν ὑπάρχουν πιὰ νικητὲς καὶ νικημένοι. Ὅλοι εἶναι νικητὲς γιατὶ ζωή, νίκη καὶ χαρὰ εἶναι τὸ παιχνίδι ποὺ δὲν σταματᾶ. «Ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματ. 18, 3). Ἐκεῖ καταλήγει ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Καὶ δὲν μᾶς ὑπόσχεται ἀλλὰ μᾶς χαρίζει ἀπὸ τώρα τὰ μέλλοντα Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν, οὗ τὸ κράτος καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἅγιο Ὄρος,
7 Μαρτίου 2021
 
"Ν": Αξίζει να δείτε και: