ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαίες μαρτυρίες για τον Ιησού Χριστό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαίες μαρτυρίες για τον Ιησού Χριστό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Απριλίου 2022

Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης: Η χρονολόγηση και η επιβεβαίωσή τους

 

 F.F. Bruce

Καθηγητής Πανεπιστημίου

Πηγή: "Τα κείμενα τής Καινής Διαθήκης. Είναι άραγε αξιόπιστα;" σελ. 6-10. Αθήνα 2000.

 ΟΟΔΕ

1. Ποια είναι τα κείμενα της Καινής Διαθήκης;

 

Όπως ξέρουμε, η Καινή Διαθήκη αποτελείται από 27 μικρά ελληνικά γραπτά, που συνήθως αποκαλούνται «βιβλία», από τα οποία τα πέντε πρώτα έχουν ιστορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό κι ενδιαφέρουν περισσότερο στην παρούσα μελέτη.

 

 

 

Τέσσερα απ’ αυτά τα ονομάζουμε Ευαγγέλια, γιατί το καθένα τους διηγείται το Ευαγγέλιο – Τα Καλά Νέα – πώς ο Θεός αποκάλυψε τον Εαυτό Του εν Χριστώ Ιησού, για την απολύτρωση του ανθρώπινου γένους. Και τα τέσσερα συνδυάζουν λόγια και έργα του Ιησού, δεν μπορούν όμως να ονομασθούν βιογραφίες, με τη σύγχρονη έννοια της λέξης, γιατί ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με τα δύο- τρία τελευταία χρόνια της ζωής Του και αφιερώνουν ένα φαινομενικά δυσανάλογο διάστημα στην εβδομάδα που προηγήθηκε του Θανάτου Του. Δεν σκοπεύουν ν’ αποτελέσουν τον «Βίο» του Χριστού, αλλά μάλλον να παρουσιάσουν, από διαφορετικά πρίσματα, και αρχικά από διαφορετικές κατηγορίες αναγνωστών, τα Καλά Νέα σχετικά μ’ Αυτόν.

Τα πρώτα τρία Ευαγγέλια (τα κατά Ματθαίον, Μάρκο και Λουκά), συνήθως ονομάζονται «Συνοπτικά Ευαγγέλια»6, λόγω του ότι παρουσιάζουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που τα συνδέουν.

Το πέμπτο ιστορικό κείμενο, οι Πράξεις των Αποστόλων, αποτελεί στη πραγματικότητα συνέχεια του τρίτου Ευαγγελίου, είναι γραμμένο από τον ίδιο συγγραφέα, το γιατρό και σύντροφο του αποστόλου Παύλου, τον Λουκά.

Μας δίνει την περιγραφή την ανάπτυξης του Χριστιανισμού μετά την Ανάσταση και Ανάληψη του Χριστού, και της επέκτασής του προς τα δυτικά, από την Παλαιστίνη στη Ρώμη, μέσα σ’ ένα διάστημα τριάντα χρόνων, μετά την σταύρωση.

 

Από τα υπόλοιπα κείμενα, 21 είναι Επιστολές.

Οι δεκατρείς απ’ αυτές φέρουν το όνομα του Παύλου, εννιά απ’ αυτές απευθύνονται σε εκκλησίες7 και τέσσερις σε μεμονωμένα άτομα8.

Μια άλλη επιστολή, η Επιστολή προς Εβραίους, είναι ανώνυμη, αλλά αρχικά είχε συνδεθεί με τις Επιστολές του Παύλου, κι έτσι συχνά αποδίδεται στον Παύλο. Κατά πάσα πιθανότητα γράφτηκε λίγο πριν το 70 μ.Χ. για μια κοινότητα Χριστιανών Ιουδαίων της Ιταλίας.

Από τις υπόλοιπες Επιστολές, η μια φέρει το όνομα του Ιακώβου, πιθανώς του αδελφού του Κυρίου μας· μία το όνομα του Ιούδα, που αυτοαποκαλείται αδελφός του Ιακώβου και δύο του Πέτρου.

Υπάρχουν ακόμα τρεις Επιστολές, που είναι ανώνυμες, αλλά επειδή παρουσιάζουν φανερή συγγένεια με το τέταρτο Ευαγγέλιο έχουν γίνει γνωστές από πολύ νωρίς, σαν Επιστολές του Ιωάννη.

 

Το βιβλίο που απομένει είναι η Αποκάλυψη9. Ανήκει σε ένα λογοτεχνικό είδος που αν και για μας είναι παράξενο, ήταν πολύ γνωστό στους Ιουδαϊκούς και Χριστιανικούς κύκλους της εποχής, στους αποκαλυπτικούς10.

Η εισαγωγή στην Αποκάλυψη γίνεται από επτά επιστολές, που απευθύνονται σε επτά εκκλησίες της περιοχής της Ασίας. Ο συγγραφέας, ονόματι Ιωάννης, βρισκόταν τότε εξόριστος στο νησί Πάτμος του Αιγαίου πελάγους και καταγράφει μια σειρά οραμάτων που συμβολικά παρουσιάζουν την νύφη του Χριστού, τόσο μέσα στο δικό Του πάθος, αλλά και μέσα στα παθήματα των δικών Του στα χέρια των εχθρών Του και εχθρών τους.

Το βιβλίο γράφτηκε την εποχή των Φλαβιανών αυτοκρατόρων (69 – 96 μ.Χ.) για να ενθαρρύνει τους καταπιεσμένους Χριστιανούς με την επιβεβαίωση πως, πέρα από τα ολοφάνερα εμπόδια τα οποία είχαν ν’ αντιμετωπίσουν, η νίκη τους δεν ήταν αμφίβολη. Στον Ιησού και όχι στον Καίσαρα είχε δοθεί η εξουσία του κόσμου από τον Παντοδύναμο Θεό.

Επομένως, από αυτά τα 27 βιβλία μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα πέντε πρώτα, προς το παρόν, αν και τα υπόλοιπα, ιδιαίτερα οι Επιστολές του Παύλου, παρουσιάζουν ενδιαφέρον για μας, καθώς περιλαμβάνουν ιστορικούς υπαινιγμούς ή ρίχνουν φως στα Ευαγγέλια και στις Πράξεις.

 

2. Ποιες είναι οι χρονολογίες αυτών των κειμένων;

 

Όπως είναι γενικά δεκτό, η σταύρωση του Χριστού έγινε το 30 μ.Χ. Σύμφωνα με τον Λουκά 3/1, η δραστηριότητα του Ιωάννη του Βαπτιστή, που προηγήθηκε της δημόσιας διακονίας του Κυρίου μας,  χρονολογείται στο «15ο έτος της βασιλείας του Τιβέριου Καίσαρα». Ο Τιβέριος έγινε αυτοκράτορας τον Αύγουστο του 14 μ.Χ. και σύμφωνα με την μέθοδο υπολογισμού, γνωστή στη Συρία, που ακολούθησε ο Λουκάς, το 15ο έτος της ηγεμονίας του άρχισε το Σεπτέμβρη ή Οκτώβρη του 27 μ.Χ.11.

Το τέταρτο Ευαγγέλιο αναφέρει τρία Πάσχα μετά απ’ αυτή την χρονολογία12. Το τρίτο Πάσχα απ’ αυτή τη χρονολογία πρέπει να ήταν το Πάσχα του 30 μ.Χ, κατά το οποίο, βάσει και άλλων πληροφοριών, έγινε, κατά πάσα πιθανότητα, η σταύρωση. Σ’ αυτή τη χρονολογία, επίσης, όπως ξέρουμε από άλλες πηγές, ο Πιλάτος ήταν ο Ρωμαίος κυβερνήτης της Ιουδαίας, ο Ηρώδης Αντύπας τετράρχης της Γαλιλαίας και ο Καϊάφας αρχιερέας των Ιουδαίων13.

 

Η Καινή Διαθήκη ολοκληρώθηκε, ή ουσιαστικά ολοκληρώθηκε, το 100 μ.Χ., ενώ η πλειοψηφία των κειμένων είχε έρθει στην ύπαρξη είκοσι ή σαράντα χρόνια πριν από τότε.

Σ’ αυτή τη χώρα14 η πλειοψηφία των σύγχρονων λόγιων τοποθετεί χρονολογικά τα τέσσερα Ευαγγέλια ως εξής:

Κατά Ματθαίον 85-90 περίπου,

κατά Μάρκο 65 περίπου,

κατά Λουκά 80-85 περίπου,

κατά Ιωάννη 90-100 περίπου15.

 

Προσωπικά κλίνω στην αρχαιότερη χρονολόγηση των τριών Ευαγγελίων: Του Μάρκου γύρω στο 64 ή 65 μ.Χ, του Λουκά λίγο πριν το 70, και του Ματθαίου λίγο μετά το 70.

Ένα κριτήριο που βαραίνει για μένα, είναι η σχέση που παρουσιάζουν αυτά τα κείμενα με την καταστροφή της πόλης και του ναού της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους το 70 μ. Χ. Η άποψή μου στο θέμα αυτό είναι πως το κατά Μάρκο και το κατά Λουκά γράφτηκαν πριν απ’ αυτό το γεγονός και το κατά Ματθαίον όχι πολύ αργότερα.

Αλλά, ακόμα και με τη μεταγενέστερη χρονολόγηση, το θέμα είναι ενθαρρυντικό από την άποψη του ιστορικού, γιατί τα τρία Ευαγγέλια γράφτηκαν σε μια εποχή που βρίσκονταν στη ζωή πολλοί από εκείνους που μπορούσαν να θυμηθούν τι είπε και τι έκανε ο Ιησούς, και λιγότεροι βέβαια θα εξακολουθούσαν να είναι ακόμα στη ζωή όταν γράφτηκε το τέταρτο Ευαγγέλιο.

Αν μπορούσε να αποδειχθεί πως οι συγγραφείς των Ευαγγελίων χρησιμοποίησαν πηγές πληροφοριών που ανήκαν σε κάποια πρωιμότερη περίοδο, τότε η κατάσταση θα ήταν ακόμα πιο ενθαρρυντική. Μια πιο λεπτομερής όμως εξέταση των Ευαγγελίων θ’ ακολουθήσει σε άλλο κεφάλαιο.

 

Η χρονολόγηση της συγγραφής των Πράξεων θα εξαρτηθεί από τη χρονολογία στην οποία τοποθετούμε το τρίτο Ευαγγέλιο, γιατί και τα δύο αποτελούν μέρη του ίδιου ιστορικού έργου και όπως φαίνεται το δεύτερο μέρος γράφτηκε λίγο μετά το πρώτο.

Υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα για τη χρονολόγηση αυτού του διττού έργου λίγο μετά την φυλάκιση του Παύλου στη Ρώμη (60-62 μ.Χ.)16. Παρόλα αυτά, μερικοί μελετητές πιστεύουν πως η «αρχική πραγματεία», της οποίας συνέχεια αποτέλεσαν οι Πράξεις, δεν ήταν το παρόν Ευαγγέλιο του Λουκά, αλλά ένα ενωρίτερο προσχέδιο, που μερικές φορές ονομάζουν «Πρωτο-Λουκά». Έτσι μπορούν να χρονολογούν τις Πράξεις στη δεκαετία του 60 και την τελική μορφή του Ευαγγελίου του Λουκά αρκετά αργότερα17. "Ν": Ας μας επιτραπεί να θεωρήσουμε αυθαίρετη αυτή την άποψη, ελλείψει τεκμηρίων και μαρτυριών. Οφείλεται στην ιδεολογική αδυναμία των συγκεκριμένων μελετητών να δεχθούν την πρώιμη χρονολόγηση των ευαγγελίων.

 

Οι χρονολογίες των δεκατριών Επιστολών του Παύλου καθορίζονται τόσο βάσει εσωτερικών όσο και εξωτερικών κριτηρίων. Παρήλθε η εποχή που την αυθεντικότητα αυτών των Επιστολών μπορούσε χωρίς καμιά διάκριση να την αρνηθεί κανείς. Υπάρχουν σήμερα μερικοί συγγραφείς που δεν αναγνωρίζουν την Επιστολή προς Εφεσίους, λιγότεροι την 2η προς Θεσσαλονικείς. Πολλοί αρνούνται πως οι Ποιμαντορικές Επιστολές (προς Τιμόθεο 1 και 2, προς Τίτο) βγήκαν απ’ τα χέρια του Παύλου.18 Προσωπικά δέχομαι πως όλες είναι Επιστολές του Παύλου, όμως, και οι οκτώ ακόμα που απομένουν μας αρκούν για τα σκοπό μας, και απ’ αυτές ξεκινούν τα κύρια επιχειρήματά μας στο κεφάλαιο με τίτλο: «Η σημασία της μαρτυρίας του Παύλου».

Δέκα απ’ αυτές τις Επιστολές, που φέρουν το όνομα του Παύλου ανήκουν στην περίοδο πριν την φυλάκισή του στη Ρώμη. Αυτές οι δέκα, σύμφωνα με τη σειρά συγγραφής τους, μπορούν να χρονολογηθούν ως εξής:

Η προς Γαλάτες το 4819, 1η και 2η προς Θεσσαλονικείς το 50, 1η και 2η προς Κορινθίους το 54 - 56, η Ρωμαίους το 57, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, Φιλήμονα και Εφεσίους το 60 περίπου.

 

Οι Ποιμαντορικές Επιστολές [Α΄ και Β΄ προς Τιμόθεον, προς Τίτον] στο λεξιλόγιό τους και την όλη ιστορική ατμόσφαιρα, περιέχουν σημεία μεταγενέστερης χρονολόγησης από τις άλλες Επιστολές του Παύλου, πράγμα που παρουσιάζει λιγότερες δυσκολίες για κείνους που πιστεύουν σε μια δεύτερη φυλάκιση του Παύλου στη Ρώμη, γύρω στο 65, η οποία και κατέληξε στην εκτέλεσή του20.

Οι Ποιμαντορικές Επιστολές μπορούν να χρονολογηθούν γύρω στο 63 – 65 και η αλλαγή της κατάστασης των πραγμάτων στις εκκλησίες του Παύλου, των οποίων είναι μάρτυρες, οφείλονται κατά μέρος στην ευκαιρία που βρήκαν – με την πρώτη φυλάκιση του Παύλου στη Ρώμη – οι αντίπαλοι του Παύλου σ’ αυτές τις εκκλησίες.

Πάντως, το διάστημα μεταξύ των γεγονότων που αναφέρονται στα Ευαγγέλια και της συγγραφής των περισσότερων βιβλίων της Καινής Διαθήκης, είναι από την άποψη της ιστορικής έρευνας ικανοποιητικά μικρό. Για την επιβεβαίωση της αξιοπιστίας των αρχαίων ιστορικών γραπτών, ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι: Πόσο νωρίς αφότου έλαβαν χώρα, καταγράφηκαν τα γεγονότα;

 

3. Ποιες είναι οι μαρτυρίες για την πρώιμη ύπαρξή τους;

 

Γύρω στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, μια σχολή σκέψης βεβαιώνει με σιγουριά πως μερικά από τα πιο σπουδαία βιβλία της Καινής Διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων των Ευαγγελίων και των Πράξεων, δεν υπήρχαν πριν από την τρίτη δεκαετία του δεύτερου αιώνα μ.Χ.21.

Το συμπέρασμα αυτό ήταν αποτέλεσμα όχι τόσο ιστορικών αποδείξεων, αλλά φιλοσοφικών προκαταλήψεων. Ακόμα και τότε, υπήρχε αρκετό υλικό για να δείξει πόσο αβάσιμες ήσαν αυτές οι θεωρίες, όπως έδειξαν στα έργα τους οι Lightfoot, Tischendorf, Tregelles κ.ά. Όμως, ο όγκος του ιστορικού υλικού, που σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας, είναι τόσο μεγάλος και τόσο πειστικός, που κανένας δεν μπορεί με λογικά επιχειρήματα ν’ αρνηθεί την χρονολόγηση των περισσότερων έργων της Καινής Διαθήκης στον πρώτο αιώνα, οποιεσδήποτε κι αν είναι οι φιλοσοφικές του προκαταλήψεις.

Οι μαρτυρίες για τα κείμενα της Καινής Διαθήκης είναι πολύ περισσότερες από εκείνες για τα περισσότερα έργα των κλασσικών συγγραφέων, την αυθεντικότητα των οποίων κανένας δεν αμφισβητεί.

Όμως, αν η Καινή Διαθήκη ήταν μια συλλογή μη – θρησκευτικών κειμένων, η αυθεντικότητά της θα θεωρείτο – πέρα για πέρα – αναμφισβήτητη. Είναι πράγματι πολύ περίεργο, που συχνά οι ιστορικοί ήσαν πιο εύκολοι να εμπιστευθούν τα δεδομένα της Καινής Διαθήκης, απ’ ότι πολλοί θεολόγοι22.

Υπάρχουν κατά κάποιο τρόπο μερικοί άνθρωποι που αντιμετωπίζουν κάθε «ιερό βιβλίο» ως ύποπτο, ipso facto, και απαιτούν πολύ περισσότερο υλικό επιβεβαίωσης για ένα τέτοιο έργο. Από την άποψη του ιστορικού, οι ίδιες σταθερές πρέπει να απαιτούνται και για τα δύο.

 

Όμως, δεν φιλονικούμε με όσους απαιτούν περισσότερες μαρτυρίες για τα κείμενα της Καινής Διαθήκης απ’ ότι για άλλα έργα, πρώτο, επειδή η παγκοσμιότητα των αληθειών της Καινής Διαθήκης για το ανθρώπινο γένος, είναι τόσο απόλυτη, αλλά και ο χαρακτήρας και τα έργα του Πρωταγωνιστή της τόσο μοναδικά, που επιθυμούμε να είμαστε σίγουροι για την αλήθεια της Καινής Διαθήκης, όσο το περισσότερο μπορούμε.

Και δεύτερο, γιατί πράγματι υπάρχουν πολύ περισσότερες μαρτυρίες για την Καινή Διαθήκη απ’ ότι για οποιοδήποτε άλλο αρχαίο κείμενο αυτής της περιόδου.

Υπάρχουν πάνω από 5000 ελληνικά χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης, ολόκληρα η αποσπάσματα.

Τα καλύτερα και σπουδαιότερα απ’ αυτά φτάνουν μέχρι το 350 μ.Χ. και τα δυο πιο σπουδαία είναι ο Κώδικας του Βατικανού, ο μεγαλύτερος θησαυρός της βιβλιοθήκης του Βατικανού στη Ρώμη, και ο γνωστός Σιναϊτικός Κώδικας, που η Βρετανική κυβέρνηση τον αγόρασε από την Σοβιετική κυβέρνηση αντί 100.000 λιρών τα Χριστούγεννα του 1933, κι αποτελεί τώρα το μεγαλύτερο θησαυρό του Βρεττανικού Μουσείου.

Δυο, ακόμα, σπουδαία χειρόγραφα στη χώρα μας (χώρα τού Συγγραφέα), είναι ο Αλεξανδρινός Κώδικας, που βρίσκεται κι αυτός στο Βρετανικό Μουσείο και γράφτηκε τον πέμπτο αιώνα και ο κώδικας Bezae που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Cambridge, γράφτηκε τον 5ο ή 6ο αιώνα και περιέχει τα Ευαγγέλια και τις Πράξεις, τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Λατινικά.

 

Θα μπορούσαμε ίσως να εκτιμήσουμε πόσο πλούσια είναι η Καινή Διαθήκη σε χειρόγραφες μαρτυρίες αν τη συγκρίνουμε με το γραπτό υλικό άλλων ιστορικών έργων.

Για το έργο του Καίσαρα π.χ. Ο Γαλατικός Πόλεμος (που γράφτηκε μεταξύ του 58 και 50 π.Χ.) υπάρχουν πολλά εκτεταμένα χφφ*, αλλά μόνο 9 – 10 είναι αξιόλογα, ενώ το πιο παλιό είναι περίπου 900 χρόνια μεταγενέστερο της εποχής του Καίσαρα.

Από τα 142 βιβλία της Ρωμαϊκής Ιστορίας του Λίβιου (59 π.Χ. – 17 μ.Χ.) μόνο τριάντα – πέντε έχουν επιζήσει. Τα βιβλία αυτά μας είναι γνωστά σε λιγότερα από είκοσι χφφ διάφορων προελεύσεων, από τα οποία μόνο ένα, αυτό που περιέχει αποσπάσματα από τα βιβλία III – IV, είναι τόσο παλιό, που να φθάνει μέχρι τον 4ο αιώνα.

Από τα δεκατέσσερα βιβλία των Ιστοριών του Τάκιτου (100 μ.Χ. περ.) μόνο τεσσεράμισυ έχουν επιζήσει.

Από τα δεκαέξι βιβλία των Χρονικών του, έχουν επιβιώσει μόνο δέκα, ολόκληρα και δύο κατά μέρος. Το κείμενο αυτών των εκτεταμένων τμημάτων των δύο μεγάλων ιστορικών του έργων εξαρτάται ολοκληρωτικά από δύο χφφ, ένα του ένατου αιώνα κι ένα του ενδέκατου.

Τα εκτεταμένα χειρόγραφα των μικρότερων έργων του («Διάλογος περί των ρητόρων», «Περί της ζωής και του ήθους του Αγρικόλα», «Ήθη των Γερμανών») προέρχονται από έναν κώδικα του δέκατου αιώνα.

Η ιστορία του Θουκυδίδη (460 – 400 π.Χ περ.) είναι γνωστή σε μας από οκτώ χφφ, το πιο πρώιμο από τα οποία ανήκει στο 900 μ.Χ. περίπου, και από μερικά κομμάτια παπύρων που ανήκουν στην αρχή της Χριστιανικής εποχής.

Το ίδιο συμβαίνει και με την Ιστορία του Ηροδότου (488 – 428 π.Χ. περ.). Και όμως, κανένας λόγιος της κλασσικής εποχής δεν δέχεται αντίρρηση για την αυθεντικότητα του Ηροδότου ή του Θουκυδίδη, ούτε καμιά αμφιβολία λόγω του ότι και τα πρώτα ακόμα χειρόγραφα, απ’ αυτά που μπορούν κάπως να μας χρησιμεύσουν, είναι κατά 1300 χρόνια μεταγενέστερα των αρχικών.

 

Πόσο διαφορετική όμως είναι η κατάσταση για την Καινή Διαθήκη απ' αυτή την άποψη!

Πέρα από τα δύο εξαιρετικά χειρόγραφα του 4ου αιώνα που αναφέραμε παραπάνω, τα οποία είναι τα πρώτα από χιλιάδες που μας είναι γνωστά, απομένουν ορισμένα αξιόλογα αποσπάσματα από αντίγραφα βιβλίων της Καινής Διαθήκης σε παπύρους, τα οποία και χρονολογούνται για 100 – 200 χρόνια νωρίτερα ακόμα.

Οι Βιβλικοί Πάπυροι Chester Beatty, η ύπαρξη των οποίων έγινε γνωστή το 1931, αποτελούνται από κομμάτια έντεκα παπύρινων κωδίκων, τρεις από τους οποίους περιείχαν τα περισσότερα από τα γραπτά της Καινής Διαθήκης.

Ένας απ’ αυτούς, που περιέχει τα Ευαγγέλια και τις Πράξεις, ανήκει στο πρώτο μισό του τρίτου αιώνα

ένας άλλος που περιλαμβάνει τις Επιστολές του Παύλου στις εκκλησίες και την Επιστολή προς Εβραίους αντιγράφτηκε στις αρχές του τρίτου αιώνα.

Ο τρίτος, με την Αποκάλυψη, ανήκει στο δεύτερο μισό του ίδιου αιώνα.

 

Μια πιο πρόσφατη ανακάλυψη περιλαμβάνει αποσπάσματα παπύρων που χρονολογήθηκαν από ειδικούς παπυρολόγους πριν το 150 μ.Χ. και δημοσιεύθηκαν στο έργο των H. I. Bell και T. C. Skeat «F r a g m e n t s o f a n U n k n o w n G o s p e l a n d o t h e r E a r l y C h r i s t i a n P a p y r i » (1935).

Αυτά τ’ αποσπάσματα περιέχουν κάτι που από πολλούς θεωρήθηκε σαν μέρος ενός πέμπτου Ευαγγελίου, επειδή παρουσιάζει μεγάλη συγγένεια με τ’ άλλα τέσσερα. Όμως, πιο πιθανή είναι η άποψη που δημοσιεύτηκε στο «T h e T i m e s L i t e r a r y S u p p l e m e n t », τον Απρίλη του 1935, ότι δηλαδή «αυτά τα αποσπάσματα γράφτηκαν από κάποιον που είχε μπροστά του τα τέσσερα Ευαγγέλια και μάλιστα τα ήξερε πολύ καλά. Δεν φαίνεται ν’ αποτελούν ανεξάρτητο Ευαγγέλιο, αλλά είναι παραφράσεις των ιστοριών και του λοιπού υλικού των Ευαγγελίων, που έγιναν για επεξήγηση και οδηγία, ένα εγχειρίδιο διδασκαλίας των ιστοριών των Ευαγγελίων στους ανθρώπους».

Ακόμα νωρίτερο είναι ένα απόσπασμα Παπύρινου κώδικα που περιέχει τον Ιωάννη 18/31 – 33,37 επ., που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του John Rylands του Manchester και χρονολογείται βάσει της παλαιογραφίας το 130 μ.Χ., αποδεικνύοντας πως το τελευταίο από τα Ευαγγέλια που, κατά την παράδοση

γράφτηκε στην Έφεσσο, μεταξύ του 90 και 100 μ.Χ., κυκλοφορούσε στην Αίγυπτο σαράντα περίπου χρόνια μετά τη συγγραφή του (αν – και αυτό είναι το πιο πιθανό – αυτός ο πάπυρος προέρχεται από την Αίγυπτο, απ’ όπου κι αποκτήθηκε το 1917). Θα πρέπει λοιπόν να θεωρηθεί σαν το, κατά μισό αιώνα, νωρίτερο υπάρχον απόσπασμα της Καινής Διαθήκης23.

Ένας χειρόγραφος πάπυρος του ίδιου Ευαγγελίου που ανακαλύφθηκε ακόμα πιο πρόσφατα, ο οποίος δεν είναι βέβαια τόσο πρώιμος όσο ο πάπυρος Rylands, έχει καλύτερα διατηρηθεί. Πρόκειται για τον πάπυρο Bodmer II, του οποίου η ανακάλυψη ανακοινώθηκε από τη Βιβλιοθήκη Bodmer της Γενεύης το 1956. Γράφτηκε γύρω στο 200 μ.Χ. και περιέχει τα δεκατέσσερα πρώτα κεφάλαια του Ευαγγελίου του Ιωάννη, μ’ ένα κενό (είκοσι δύο στίχων), και αξιόλογα κομμάτια των τελευταίων επτά κεφαλαίων.24

 

Μαρτυρία άλλου είδους παρέχεται από τους υπαινιγμούς και περικοπές βιβλίων της Καινής Διαθήκης σε άλλα πρώιμα κείμενα.

Οι συγγραφείς, που είναι γνωστοί σαν Αποστολικοί Πατέρες, έγραψαν κυρίως μεταξύ του 90 και 160 μ.Χ., και στα έργα τους βρίσκουμε υλικό όπου φαίνεται η γνωριμία τους με τα περισσότερα από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης.

Σε τρία έργα, που χρονολογούνται γύρω στο 100 μ.Χ. – στην «Επιστολή Βαρνάβα», γραμμένη κατά πάσα πιθανότητα στην Αλεξάνδρεια, στη «Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων», που γράφτηκε στη Συρία ή την Παλαιστίνη και στην «Επιστολή προς Κορινθίους», σταλμένη από τον Κλήμη Ρώμης, γύρω στο 96 μ. Χ. – βρίσκουμε αρκετές συγκεκριμένες περικοπές από την κοινή παράδοση των Συνοπτικών Ευαγγελίων, τις Πράξεις, την προς Ρωμαίους, 1η Κορινθίους, Εφεσίους, Τίτον, Εβραίους, 1η Πέτρου και πιθανές περικοπές από άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης.

Στις επιστολές που γράφτηκαν από τον Ιγνάτιο, επίσκοπο Αντιόχειας, καθώς ταξίδευε προς τον τόπο του μαρτυρίου του, τη Ρώμη, το 115 μ.Χ., υπάρχουν μερικές περικοπές που πολύ λογικά μπορεί κανείς να τις ταυτίσει με τμήματα του κατά Ματθαίον, κατά Ιωάννη, της προς Ρωμαίους, 1ης και 2ης προς Κορινθίους, Γαλάτες, Εφεσίους, Φιλιππησίους, 1ης και 2ης προς Τιμόθεον, Τίτον όπως επίσης και υπαινιγμοί για το κατά Μάρκο, Λουκά, 2ης προς Θεσσαλονικείς, Πράξεις, Κολοσσαείς, Φιλήμονα, Εβραίους και 1ης Πέτρου.

 

Ο νεότερος στην ηλικία σύγχρονός του, ο Πολύκαρπος, σε μια Επιστολή του προς Φιλιππησίους, αντιγράφει από την κοινή παράδοση των Συνοπτικών Ευαγγελίων, τις Πράξεις, την προς Ρωμαίους, 1 η και 2η προς Κορινθίους, Γαλάτες, Εφεσίους, Φιλιππησίους, 2η προς Θεσσαλονικείς, 1η και 2η προς Τιμόθεον, Εβραίους, 1η Πέτρου και 1η Ιωάννη.

Έτσι, μπορούμε ν’ αναφέρουμε ακόμα παρά πολλούς συγγραφείς του δεύτερου αιώνα, που συγκεντρώνουν πάρα πολύ υλικό, το οποίο φανερώνει τη γνώση και το πόσο αναγνώριζαν την αυθεντία των κειμένων της Καινής Διαθήκης.

Όσον αφορά τους Αποστολικούς Πατέρες το όλο υλικό είναι συγκεντρωμένο και γίνεται η εκτίμησή του σ’ ένα έργο με τίτλο «The New Testament in the Apostolic Fathers», όπου καταγράφονται οι ανακαλύψεις μιας επιτροπής της Oxford Society of Historical Theology, το 1905.

 

Όμως, υλικό αυτού του είδους δεν βρίσκουμε μόνο στους ορθόδοξους Χριστιανούς συγγραφείς. Είναι γεγονός, από την πρόσφατη ανακάλυψη των κειμένων της Γνωστικής Σχολής του Βαλεντίνου, πως πριν από τα μέσα του δεύτερου αιώνα, τα περισσότερα από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης ήσαν τόσο γνωστά και σεβαστά στον κύκλο αυτών των αιρετικών όσο και στην Καθολική Εκκλησία25

Η μελέτη της μαρτυρίας αυτού του είδους, που βρίσκουμε σε χφφ και περικοπές μεταγενέστερων συγγραφέων, συνδέεται με την προσέγγιση που είναι γνωστή σαν Κριτική των Κειμένων.26

Πρόκειται για έναν πολύ σημαντικό κι ενδιαφέροντα κλάδο μελέτης που έχει σαν αντικείμενό του τον καθορισμό, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια, από το υλικό που έχει στη διάθεσή του, των αρχικών λέξεων των κειμένων που εξετάζονται. Αποδεικνύεται, λοιπόν, πειραματικά πολύ εύκολα, πως είναι δύσκολο ν’ αντιγράψει κανείς μια ενότητα κάποιας έκτασης, χωρίς να κάνει ένα ή δυο ολισθήματα τουλάχιστον.

 

Όταν έχουμε κείμενα σαν αυτά της Καινής Διαθήκης, που γράφτηκαν κι αντιγράφτηκαν χιλιάδες φορές, ο αριθμός των λαθών αντιγραφής αυξάνει τόσο πολύ που πραγματικά εκπλήσσεται κανείς. Ευτυχώς, αν ο αριθμός των χειρογράφων αυξάνει τον αριθμό των λαθών κατά την αντιγραφή αυξάνει όμως κατ’ αναλογία και τον αριθμό των στοιχείων για την διόρθωση τέτοιων λαθών, έτσι που οι αμφιβολίες που απομένουν στην προσπάθεια ανεύρεσης της αρχικής διατύπωσης δεν είναι τόσες πολλές, όσο θα φοβόταν κανείς. Είναι, στ’ αλήθεια, πολύ λίγες.

Οι παραλλαγές για τις οποίες υπάρχουν αμφιβολίες μεταξύ των κριτικών του κειμένου της Καινής Διαθήκης δεν θέτουν θέμα ιστορικού υλικού ή Χριστιανικής πίστης και ζωής.

Ανακεφαλαιώνοντας, μπορούμε να παραθέσουμε την ετυμηγορία του Sir Frederic Kenyon, ενός λόγιου που η ικανότητά του να κάνει δηλώσεις για τα αρχαία χφφ δεν έχει άλλη δεύτερη:

«Το διάστημα, λοιπόν, ανάμεσα στο χρόνο της αρχικής συγγραφής και των πρώτων εκτεταμένων μαρτυριών είναι τόσο μικρό, που στην πραγματικότητα είναι αμελητέο. Και το τελευταίο στήριγμα για οποιαδήποτε αμφιβολία, για το κατά πόσο οι Γραφές έχουν φτάσει σε μας όπως ακριβώς γράφτηκαν, έχει τώρα γκρεμιστεί. Τόσο η αυθεντικότητα όσο και η γενική αρτιότητα των βιβλίων της Καινής Διαθήκης πρέπει να θεωρείται αποδεδειγμένη»27

 

Σημειώσεις:


* Σημ. τ. μετ.: χφφ = χειρόγραφα / χφ = χειρόγραφο

 

6. Βλ. σελ. 29 επ.

 

7. Οι επιστολές προς Ρωμαίους, 1η και 2η προς Κορινθίους, Γαλάτες, Εφεσίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, 1η και 2η προς Θεσσαλονικείς.

 

8. Επιστολές προς Φιλήμονα, 1η και 2η προς Τιμόθεο, Τίτο.

 

9. Αποκάλυψη (ενικός) όχι Αποκαλύψεις (πληθυντικός).

 

10. Από την ελληνικής λέξη αποκαλύπτειν. Το πρώτο παράδειγμα αυτού του είδους είναι το βιβλίον του Δανιήλ στην Παλαιά Διαθήκη.

 

11. Αυτή η μέθοδος στη Συρία, που διατηρήθηκε από την εποχή των Σελευκιδών, μετρούσε τα χρόνια ηγεμονίας αρχίζοντας από το Σεπτέμβρη ή Οκτώβρη. Εφόσον ο Τιβέριος έγινε ηγεμόνας τον Αύγουστο του 14 μ.Χ., το επόμενο ηγεμονικό έτος του θεωρήθηκε ότι άρχιζε απ’ το Σεπτέμβρη-Οκτώβρη του ίδιου χρόνου. Το Ιουδαϊκό Πάσχα του Ιωάννη (2/13 επ.) επομένως, ήταν το Μάρτη του 28 μ.Χ., και τούτο συμφωνεί με τη χρονολογική ένδειξη του 2/20, γιατί ο Ναός του Ηρώδη άρχισε να οικοδομείται το 20-19 π.Χ. και 46 χρόνια από τότε μας φέρνουν στο 27-28 μ.Χ.

 

12. Ιωάννης 2/13, 6/4, 11/55, επ.

 

13. Βλ. κεφάλαια 9,10.

 

14. Σημ. τ. μετ.: Εννοεί την πατρίδα του.

 

15. Όπως για παράδειγμα ο B.H. Streeter στο έργο του T h e F o u r G o s p e l s (1924) και ο V. Taylor στο T h e G o s p e l s (1945). Απόψεις για μια πρωιμότερη χρονολόγηση βρίσκει στα έργα των A. Harnack, T h e D a t e o f t h e A c t s a n d t h e S y n o p t i c G o s p e l s (1911), C.E. Raven, J e s u s a n d t h e G o s p e l o f L o v e (1931) σελ. 128 επ., J.A.T. Robinson, R e d a t i n g t h e N e w T e s t a m e n t (1976).

 

16. Πράξεις 28/30. Βλ. F.F.Bruce. T h e B o o k o f A c t s , (1954), σελ. 21 επ.

 

17. Συγκρ. C.S..C.Williams, A C o m m e n t a r y o n t h e A c t s o f t h e A p o s t l e s (1957), σελ. 13 επ.

 

18. Βλ. D. Guthrie, T h e P a s t o r a l E p i s t l e s , 1957, σελ. 11 επ.

 

19. Από την άποψη ότι γράφτηκε πριν τη σύνοδο της Ιερουσαλήμ (Πράξεις, κεφ. 15). Κάποιοι άλλοι τη χρονολογούν λίγα χρόνια μετά.

 

20. Σύγκρ. Ευσέβιος, Εκκλησιαστική ιστορία 11/22,25.

 

21. Πρόκειται για τη σχολή «Tuebingen», που ονομάσθηκε έτσι από το Πανεπιστήμιο του Tuebingen, όπου ο F.C. Baur, κύριος υποστηρικτής αυτών των απόψεων, ήταν καθηγητής. Αυτή η σχολή έθεσε εκ νέου τις αρχές του Χριστιανισμού βάσει της μεταφυσικής του Έγελου.

Οι μέθοδοί τους αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της όλης αντιμετώπισης, όπως συνοψίζεται στην ιστορία που συνέβηκε σε μια τάξη, κατά την οποία ο Έγελος παρουσίαζε τη φιλοσοφία της ιστορίας του, αναφορικά με μια σειρά γεγονότων, κάποιος απ’ τους ακροατές, ένας φοιτητής της ιστορίας, τον διέκοψε λέγοντας: «Μα, κύριε καθηγητά, τα γεγονότα δεν είναι έτσι! «Τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα» είπε ο Έγελος.

Αυτές οι θεωρίες έγιναν δημοφιλείς στη χώρα μας (τού συγγραφέα) το 1874 από έναν «ανώνυμο» συγγραφέα του Supernatural Religion (Υπερφυσική Θρησκεία) (Walter R. Cassels), στον οποίο απάντηση έδωσε ο επίσκοπος Lightfoot με τα άρθρα του στο Contemporary Review, 1874-77, που ανατυπώθηκαν στον τόμο Essays on «Supernatural Religion», (1889). Η θέση του Cassels και η απάντηση του Lightfoot είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες για φοιτητές της Λογικής, που ενδιαφέρονται για του «επιχειρήματος εκ της σιωπής».

 

22. Βλ. A.N.Sherwin White, Roman S o c i e t y a n d R o m a n L a w i n t h e N e w T e s t a m e n t (1963), σελ. 189, όπου με έκπληξη αντιδρά ένας ιστορικός των κλασσικών χρόνων στις «βασικές υποθέσεις της κριτικής της μορφής του εξτρεμιστικότερου είδους».

 

23. Για το κείμενο και την περιγραφή του παπύρου δες C.H. Roberts, A n U n p u b l i s h e d F r a g m e n t o f t h e F o u r t h G o s p e l (1935).

 

24. Άλλοι πάπυροι Bodmer που ανακοινώθηκαν τελευταία περιλαμβάνουν έναν κώδικα του 200 περίπου μ.Χ., ο οποίος περιέχει κομμάτια του Λουκά και του Ιωάννη. Ένας άλλος της ίδιας κατά προσέγγιση χρονολογίας, περιέχει τις Επιστολές του Πέτρου και Ιούδα. Κι ένας άλλος, του έκτου ή έβδομου αιώνα, περιέχει τις Πράξεις και τις Γενικές Επιστολές.

 

25. Δες F.L. (εκδ.) Cross The Long Codex (1955), σελ. 81 επ.

 

26. Μια άλλη πολύ σημαντική κατηγορία μαρτυριών για το κείμενο της Καινής Διαθήκης είναι οι Αρχαίες Μεταφράσεις σ’ άλλες γλώσσες, οι πιο παλιές απ’ τις οποίες η Παλαιά Συριακή και η Παλαιά Λατινική, φτάνουν στο τελευταίο μισό του δεύτερου αιώνα. Αξιόλογη βοήθεια μπορεί επίσης να προέλθει από τα πρώτα Εκκλησιαστικά λειτουργικά βιβλία.

Στην τελευταία εκτεταμένη έρευνα σχετικά με τη χρονολόγηση των κειμένων της Καινής Διαθήκης, R e d a t i n g t h e N e w T e s t a m e n t , ο J.A.T. Robinson (1976), ισχυρίζεται πως κάθε τι στην Καινή Διαθήκη γράφτηκε πριν το 70 μ.Χ., το τελευταίο βιβλίο είναι η Αποκάλυψη, το οποίο τοποθετεί κατά προτίμηση στην εποχή του Γάλβα. (Ιούνιος 68 – Ιανουάριος 69). Ο άξονας γύρω απ’ τον οποίο περιστρέφεται είναι το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, την τελική μορφή του οποίου χρονολογεί μέχρι το 65 μ.Χ.

Δεν θ’ ασχοληθώ πολύ με την πρώιμη χρονολόγησή του, γιατί πιστεύω πως ένα-δύο κείμενα της Καινής Διαθήκης πράγματι δείχνουν πως η πτώση της Ιερουσαλήμ είχε ήδη λάβει χώρα (70 μ.Χ.). Όμως, πρέπει να τονίσω ότι η θέση, του Dr. Robinson έχει μελετηθεί τόσο καλά, κι έχει σωστά κι εκτεταμένα αιτιολογηθεί, που, από δω και στο εξής, κανένας δεν θα έπρεπε ν’ ασχολείται με το θέμα αυτό της χρονολόγησης, χωρίς να λαβαίνει σοβαρά υπόψει τους αυτές τις θέσεις του Dr. Robinson.

 

27. The Bible and Archaeology (1940), sel. 288 ep.

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

Η απογραφή κατά τη γέννηση του Χριστού και η επιστροφή στη Βηθλεέμ


The Census at Bethlehem του Pieter Bruegel the Elder (1566), από εδώ. Στοιχεία για τον πίνακα βλ. στο τέλος της ανάρτησης στην αέναη επΑνάσταση.

 

ΟΟΔΕ - Αέναη επΑνάσταση

 

Α. Ο Κυρήνιος και η απογραφή του κατά Λουκάν

Το περίφημο πρόβλημα της απογραφής, εξ αιτίας της οποίας, σύμφωνα με το κατά Λουκάν ευαγγέλιο, ο άγιος Ιωσήφ ο Μνήστωρ και η Θεοτόκος ταξίδεψαν στη Βηθλεέμ, με συνέπεια τη γέννηση του Ιησού Χριστού εκεί, έχει κυρίως τρεις παραμέτρους:

·         ότι απογραφή στην περιοχή της Παλαιστίνης τα τελευταία έτη της βασιλείας του Ηρώδη δεν φαίνεται γνωστή από άλλες ιστορικές πηγές,

·         ότι ο ευαγγελιστής Λουκάς γράφει ότι η απογραφή αυτή έγινε «ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου», ενώ από τις πηγές γνωρίζουμε ότι τέτοια απογραφή συνέβη μόλις το 6 μ.Χ., δηλ. αρκετά χρόνια αργότερα,

·         ότι, κατά την ευαγγελική διήγηση, όλοι έπρεπε να μεταβούν «εις την ιδίαν πόλιν» (στη δική τους πόλη) για να απογραφούν, αντί να παραμείνουν στον τόπο κατοικίας τους.

Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα σχεδόν θα λυνόταν αν δεν λαμβάναμε υπόψιν το στίχο Λουκ. 2, 2: «αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου». Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι, αν έλειπε αυτός ο στίχος, το κείμενο θα συνεχιζόταν ομαλά: «Εγένετο δε εν ταις ημέραις εκείναις εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην. και επορεύοντο πάντες απογράφεσθαι, έκαστος εις την ιδίαν πόλιν» (Λουκ. κεφ. 2, στίχ. 1 και 3).

Αν εξοβελίσουμε αυτόν το στίχο, μπορούμε να εξηγήσουμε την απουσία άλλων αναφορών στη συγκεκριμένη απογραφή, υποθέτοντας ότι επειδή κανένα έκτακτο γεγονός δεν τη συνόδευσε, αυτό «βοήθησε ώστε να μην της δωθεί ιδιαίτερη ιστορική σημασία», σε αντίθεση με την απογραφή του 6 μ.Χ., που συνοδεύτηκε από την εξέγερση του Ιούδα του Γαλιλαίου (βλ. πιο αναλυτικά στο λήμμα “Κυρήνιος” στην orthodoxwiki, εδώ, όπου παρουσίαση όλων των παραμέτρων του θέματος). Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν περίεργο, γιατί για κάποιες απογραφές γνωρίζουμε μόνον από μία και μοναδική αναφορά ή από κάποιο τυχαίο αρχαιολογικό εύρημα.

Έτσι, θεωρητικά, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ο επίμαχος στίχος δεν είναι γραμμένος από τον ευαγγελιστή, αλλά από κάποιον κάτοχο ενός χειρογράφου του ευαγγελίου, ο οποίος ταύτισε εσφαλμένα τη συγκεκριμένη απογραφή με εκείνη του 6 μ.Χ., το σημείωσε ως σχόλιο στο περιθώριο και αργότερα εντάχθηκε στο κείμενο από λάθος κάποιου από τους πρώτους αντιγραφείς.

Αλλά ακόμη και ο ίδιος ο ευαγγελιστής Λουκάς θα μπορούσε να έχει ταυτίσει εσφαλμένα τις δύο απογραφές, γιατί είναι δεκτό από τους χριστιανούς ότι οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής μπορεί ανθρωπίνως να σφάλουν, όταν αναφέρονται σε ζητήματα που δεν έχουν ουσιαστική σχέση με τη σωτηρία του ανθρώπου: «Το να φυλάττεται τις όμως από πνευματικήν ή θεολογικήν πλάνην και να είναι κεχαριτωμένος και θεόπνευστος, δεν σημαίνει ότι αποκτά απλανή γνώσιν περί της κτιστής αληθείας εν ταις επιστημονικαίς λεπτομερείαις αυτής, αλλά μόνον περί της σχέσεώς της και εξαρτήσεώς της εκ της ακτίστου αληθείας, ήτις είναι η δόξα της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού εν ή συγκατοικούν και συμβασιλεύουν οι άγιοι.

Ο ούτως ευρεθείς εν θεωρία θεούμενος και θεόπνευστος δεν γίνεται απλανής φιλόσοφος ή επιστήμων, αλλ' απλανής θεολόγος. Περί Θεού ομιλεί απλανώς, αλλά δεν καθίσταται αλάθητος περί της δομής και των μυστηρίων του σύμπαντος. (…) Εντός των τοιούτων πλαισίων οφείλομεν να αντιληφθώμεν την θεοπνευστίαν των προφητών, αποστόλων και αγίων, ως και της Αγίας Γραφής και των Συνόδων και το απλανές αυτών (Ιωάννου Ρωμανίδου: Κριτική θεώρησις των εφαρμογών της θεολογίας, σελ. 434)» (από την ανάρτηση Τι λέει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης για το αλάθητο της Αγίας Γραφής, ενώ βλ. και: Είναι η Αγία Γραφή αλάθητη;).

Φυσικά, εκ πρώτης όψεως φαίνεται προτιμητέα η λύση, στην οποία μας οδηγεί ο χαρακτηρισμός της απογραφής του κατά Λουκάν ως «πρώτης»: «αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου» (Λουκ. 2, 2), πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ευαγγελιστής Λουκάς γνώριζε δύο απογραφές σε εποχές όπου ηγεμόνευε στη Συρία ο Κυρήνιος.

«Καθώς ο Ιώσηπος δεν δίνει πληροφορίες ούτε τα ονόματα ηγεμόνων για τα έτη 12-8 π.Χ., θα μπορούσε αυτό να ήταν το χρονικό διάστημα που αφορά την ευαγγελική διήγηση. Ενδείξεις για μια δεύτερη, προγενέστερη ηγετική-διοικητική παρουσία του Κυρήνιου στην περιοχή, δίνει η ερμηνεία μιας επιγραφής του 1764, η οποία δεν αναφέρει το όνομα του Κυρηνίου αλλά το υπονοεί, και ένα νόμισμα με το όνομα Κυρήνιος σε μικρογράμματη γραφή, το οποίο δείχνει ότι "το διάστημα 11 π.Χ. - 4 μ.Χ. κάποιος (άλλος;) Κυρήνιος είχε αναλάβει τη διοίκηση της Συρίας και της Κιλικίας"» (orthodoxwiki, ό.π. στο λήμμα “Κυρήνιος”).

Από τις παραπάνω προτάσεις, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αποδεχτεί όποια προτιμά. Αυτό όμως που προσωπικά αδυνατώ να δεχτώ, ως χριστιανός φυσικά, είναι η άποψη ότι ο ευαγγελιστής Λουκάς επινόησε ο ίδιος τη συγκεκριμένη απογραφή από τη φαντασία του ή επινόησε την τοποθέτηση της γέννησης του Χριστού κατά τη διάρκεια της απογραφής του 6 μ.Χ., για να δώσει συμβολικό χαρακτήρα στο γεγονός. Η επινόηση συμβάντων δεν συνάδει με το ήθος και την αξιοπιστία των συγγραφέων της Αγίας Γραφής, τα οποία οι ίδιοι όχι μόνο διακήρυξαν μεταφέροντας τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού, αλλά και κατέδειξαν με τη ζωή τους, με τη φιλάνθρωπη δράση τους και τον συχνά μαρτυρικό θάνατό τους.

Παρακάτω θα διερευνήσουμε, όσο μας είναι δυνατόν, την υπόθεση και θα καταθέσουμε την πρότασή μας.

Απογραφή στην Ιουδαία το 7 π.Χ.

Γύρω στο 200 μ.Χ. ο Τερτυλλιανός αναφέρει ότι η απογραφή που συνδέεται με τη γέννηση του Χριστού διενεργήθηκε από τον ηγεμόνα της Συρίας Sentius Saturninus, ο οποίος ήταν κυβερνήτης της Συρίας από το 9 έως το 7 π.Χ. [1] Γράφει: «Αλλά υπάρχει ιστορική απόδειξη ότι εκείνη την εποχή είχε γίνει απογραφή στην Ιουδαία από τον Sentius Saturninus, η οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει την έρευνά τους σχετικά με την οικογένεια και την καταγωγή του Χριστού» (Κατά Μαρκίωνος, βιβλίο 4, κεφ. 19· το κείμενο σε αγγλική μετάφραση εδώ). Η αναφορά αυτή εννοεί οπωσδήποτε την απογραφή του κατά Λουκάν, όχι μόνο γιατί δεν γνωρίζουμε άλλη απογραφή στην Ιουδαία την ίδια περίοδο, αλλά και γιατί ο Τερτυλλιανός την προβάλλει ως επιχείρημα για την πραγματική ανθρώπινη γέννηση του Ιησού Χριστού, την οποία ο αιρετικός Μαρκίων απέρριπτε, κόβοντας τα πρώτα κεφάλαια του κατά Λουκάν ευαγγελίου και υποστηρίζοντας ότι ο Ιησούς ήταν καθαρό πνεύμα που δεν υπήρξε ποτέ παιδί, αλλά κατέβηκε από τον ουρανό με μορφή ενήλικα. Συγκεκριμένα, ο Τερτυλλιανός εδώ επιχειρηματολογεί για την πραγματική ύπαρξη της οικογένειας του Ιησού, την οποία ο Μαρκίων απέρριπτε βασισμένος στο Ματθ. 12, 46-50, όπου ο Κύριος λέει «ιδού η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου· όστις γαρ αν ποιήση το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστίν» (βλ. και Μάρκ. 3, 32-35).

Η αναφορά του Τερτυλλιανού δεν αποσκοπεί στην επιβεβαίωση της διήγησης του κατά Λουκάν για την απογραφή, μάλιστα έχει επισημανθεί ότι φαίνεται να διαφωνεί με αυτήν, αφού αναφέρει άλλο πρόσωπο ως ηγεμόνα της Συρίας. Εξάλλου, αγνοεί το ακριβές έτος της γέννησης του Χριστού, την οποία τοποθετεί στο 41ο έτος της βασιλείας του Αυγούστου, που αντιστοιχεί στο δικό μας 3 ή 2 π.Χ. (βλ. Μόσχου Γκουτζιούδη, Ερμηνεία και πρόσληψη Ευαγγελικών κειμένων, εδώ). Η χρονολόγηση αυτή είναι εσφαλμένη, αφού, ως γνωστόν, ο Ηρώδης πέθανε το 4 π.Χ., συνεπώς ο Χριστός δεν μπορεί να γεννήθηκε μετά από το έτος αυτό.

Η αδυναμία του Τερτυλλιανού στη χρονολόγηση, όσο κι αν φανεί παράδοξο, δεν εξασθενεί την αυθεντικότητα της πληροφορίας του για την απογραφή, αλλά αντίθετα την ενισχύει· δεν πρόκειται για κατασκευασμένη πληροφορία, αλλά για αυθεντική, την οποία ο Τερτυλλιανός έχει από δικές του πηγές (βλ. και στο τέλος της υποσημείωσης 2), ανεξάρτητα από τη διήγηση του κατά Λουκάν. Αν σκόπευε να δώσει μια κατασκευασμένη πληροφορία, το λογικό θα ήταν να αναφέρει τον ηγεμόνα που αντιστοιχούσε στο έτος που θεωρούσε έτος της γέννησης ή, το πλέον πιθανόν, να αναφερθεί απλώς στην Κυρήνιο. Εκείνος όμως γνωρίζει ότι την απογραφή πραγματοποίησε ο Σέντιος Σατουρνίνος, αλλά ίσως αγνοεί το ακριβές έτος που είχε πραγματοποιηθεί. Σήμερα όμως γνωρίζουμε ότι ο Σ. Σατουρνίνος ήταν κυβερνήτης της Συρίας από το 9 έως το 7 π.Χ.

Συνεπώς έχουμε μια αναφορά για απογραφή μεταξύ 9 και 7 π.Χ. ανεξάρτητη του κατά Λουκάν. Η απογραφή αυτή, αν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται αμάρτυρη, δηλ. μη μαρτυρούμενη σε άλλες ιστορικές πηγές, στην πραγματικότητα δεν είναι, γιατί τα έτη 9 και 8 π.Χ. είναι εκείνα, στα οποία ο αυτοκράτορας Αύγουστος υποβίβασε τον Ηρώδη από «φίλο» του σε απλό υπήκοο και στη συνέχεια, όπως αναφέρει ο Ιώσηπος, όλη η Ιουδαία έπρεπε να δηλώσει πίστη – δηλ. υποταγή – στον αυτοκράτορα: «παντός γουν του Ιουδαϊκού βεβαιώσαντος δι᾽ όρκων ή μην ευνοήσειν Καίσαρι και τοις βασιλέως πράγμασι» (Ιουδαϊκή αρχαιολογία, Βιβλίον ιζ΄, β΄, 42). Αυτός ο όρκος πίστεως όμως «παντός του Ιουδαϊκού» προϋποθέτει να εμφανιστούν οι άνθρωποι ένας προς έναν και να καταγραφεί η ορκωμοσία του καθενός, προϋποθέτει δηλαδή την πραγματοποίηση απογραφής. Η αντίδραση 6000 φαρισαίων σ’ αυτόν τον όρκο («οίδε οι άνδρες ουκ ώμοσαν όντες υπέρ εξακισχίλιοι»), που προκάλεσε την εκτέλεση των ηγετών τους από τον Ηρώδη και τη χρηματική τιμωρία των υπολοίπων, φανερώνει ότι ο όρκος δόθηκε προσωπικά από τον καθένα. Αν υπάρχει κάποια άλλη πρόταση για το πώς έγινε αυτό, εκτός της απογραφής, είμαι όλος αφτιά.

Έτσι λύνεται και η απορία πώς γίνεται η Ρώμη να διεξήγαγε απογραφή στην Ιουδαία, που υποτίθεται πως ήταν αυτόνομο βασίλειο, «συμμαχικό» προς τη Ρώμη μέχρι το 6 μ.Χ., οπότε εντάχθηκε στην ρωμαϊκή επαρχία της Συρίας, ύστερα από την καθαίρεση και εξορία του Αρχέλαου, γιου του Ηρώδη (βλ. Βικιπαίδεια, λήμμα «Ιουδαία (ρωμαϊκή επαρχία)», εδώ).

Το γεγονός της ορκωμοσίας συνέβη κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Σ. Σατουρνίνου και οπωσδήποτε μετά τη συμφιλίωση Ηρώδη και Αύγουστου, άρα πιθανώς το 7 π.Χ. Δεν αναζητείται λοιπόν πλέον η απογραφή. Είναι ωστόσο αξιοπρόσεκτο ότι το έτος αυτό συμπίπτει με τη σύνοδο των πλανητών Δία και Κρόνου, που κατά τη γνώμη μου ταυτίζεται με το άστρο των Μάγων, όπως είχε προτείνει και ο Κέπλερ και θεωρώ ότι τεκμηριώνεται από τη μελέτη του κ. Σωτήρη Σοφιά «Κώδικας: Άστρο του Ιησού», εδώ.

Επίσης, αν οι Μάγοι δεν εμφανίστηκαν αμέσως, αλλά μετά δύο χρόνια, λόγω των καθυστερήσεων του ταξιδιού τους [γι’ αυτό ο Ηρώδης θανάτωσε τα παιδάκια «από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων» (Ματθ. 2, 16, βλ. και στ. 7, «ηκρίβωσε παρ’ αυτών τον χρόνον του φαινομένου αστέρος»)], τότε οδηγούμαστε στο 5 π.Χ., όπου ο Ιησούς είναι δύο ετών. Αυτό το έτος γίνεται η σφαγή των νηπίων και η φυγή στην Αίγυπτο, ο Ηρώδης πεθαίνει το 4 π.Χ. και η οικογένεια του Ιησού επιστρέφει στην Ιουδαία, αλλά δεν παραμένει, φοβούμενη τον Αρχέλαο, που, όπως ορθά αναφέρει το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, έχει αναλάβει τη βασιλεία· εγκαθίσταται στη Γαλιλαία, όπου βασιλεύει ως τετράρχης ο άλλος γιος του Ηρώδη, ο Ηρώδης Αντίπας.

Τα χρονικά περιθώρια είναι εύλογα και οι συμπτώσεις θεωρώ ότι παραείναι πολλές για να αγνοηθούν – αναφορά του Τερτυλλιανού, περίοδος ηγεμονίας του Σ. Σατουρνίνου, όρκος των Ιουδαίων, σύνοδος πλανητών, κατάλληλο χρονικό διάστημα για τη φυγή στην Αίγυπτο δύο έτη μετά, ζώντος ακόμη του Ηρώδη, και την επιστροφή από αυτήν μετά το θάνατό του.

Το ενύπνιο (όνειρο) του αγ. Ιωσήφ μετά την προσκύνηση των Μάγων & η Φυγή στην Αίγυπτο. Ψηφιδωτό στην Καπέλλα Παλατίνα, Παλέρμο, 1140-70.
 

Ο Κυρήνιος και η Συρία

Τώρα το ερώτημα είναι: πού βρισκόταν ο Κυρήνιος την ίδια περίοδο;

«Ο Πόπλιος Σουλπίκιος Κυρήνιος (Publius Sulpicius Quirinius), ήταν Ρωμαίος αξιωματούχος, ευφυής και δραστήριος στρατιωτικός αλλά και πολιτικός. Γεννήθηκε στο Λανούβιο, κοντά στο Τούσκολο (1ος π.Χ. αιώνας) και κατέλαβε υψηλά αξιώματα στην αυτοκρατορία όπως Έπαρχος της συγκλητικής επαρχίας Κρήτης και Κυρηναϊκής και ίσως Έπαρχος Αφρικής. Μάλιστα, ο ιστορικός Τάκιτος αναφέρεται με εγκωμιαστικά λόγια για τον ικανό αυτό, Ρωμαίο αξιωματούχο, ο οποίος υπέταξε τους Μαρμαρίδες και Γκαραμάντας, νομαδικές φυλές της Αφρικής. Γύρω στο 12 π.Χ., ο Κυρήνιος ονομάστηκε ύπατος και κάπου ανάμεσα στο 1 π.Χ. και 3 μ.Χ. έγινε σύμβουλος του Γάιου Καίσαρα, εγγονού του αυτοκράτορα Αυγούστου, ο οποίος είχε σταλεί στην Ανατολή με ευρεία δικαιοδοσία. Αργότερα ονομάστηκε Ηγεμόνας (Legatus) στην αυτοκρατορική επαρχία της Συρίας (6-7 μ.Χ.) και μετά την καθαίρεση του Αρχέλαου έκανε την απογραφή της Ιουδαίας μαζί με τον Επίτροπο Κοπώνιο (6-9 μ.Χ.)»  (λήμμα “Κυρήνιος”, εδώ).

Το 12 π.Χ. ο Κυρήνιος αναφέρεται ως πρόξενος (consul) σε επιγραφή που βρέθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας της Μικράς Ασίας. Αυτή είναι και η αρχαιότερη αναφορά του ονόματός του (https://en.wikipedia.org/wiki/Quirinius).

Όμως αμέσως μετά μετακινήθηκε δυτικότερα, στην περιοχή μεταξύ Γαλατίας και Κιλικίας, και ανέλαβε εκστρατεία εναντίον της ορεινής φυλής των Ομανάδων (Homanadenses). Η εκστρατεία αυτή διήρκεσε από το 12 ώς περίπου το 1 π.Χ. και για τη νικηφόρα έκβασή της ο Κυρήνιος ονομάστηκε duumvir, δηλ. ανώτατος δικαστής (βλ. στο ίδιο).

Συνεπώς, την περίοδο που μας ενδιαφέρει, ιδιαιτέρως το 7 π.Χ., ο Κυρήνιος πολεμά στη Μικρά Ασία εναντίον μιας φιλοπόλεμης εχθρικής φυλής. Οι Ομανάδες εθεωρούντο φυλή της Κιλικίας: «Between 12 bce and ce 2 he subjugated the Homanadenses, ‘Cilician’ brigands on Lake Trogitis» (Sulpicius Quirinius, Publius | Oxford Classical Dictionary). Η Κιλικία από το 47 π.Χ. ανήκει στην ίδια ρωμαϊκή επαρχία με τη Συρία, η οποία από το 27 π.Χ. περιελάμβανε και τη Φοινίκη: «Ο Ιούλιος Καίσαρ οργάνωσε την Κιλικία (47 π.Χ.) και έγινε τμήμα της ευρύτερης επαρχίας της Συρο-Κιλικικής Φοινίκης (27 π.Χ.)» (εδώ). Διαβάζουμε επίσης (Joshua J. Mark, Cilicia Campestris, κεφ. «Roman Republic & Cilicia», εδώ): «Ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του Καίσαρα και του Πομπήιου διέκοψε οποιαδήποτε άλλη ρωμαϊκή δραστηριότητα στην περιοχή, αλλά, μετά τη νίκη του, ο Καίσαρας αναδιοργάνωσε την επαρχία το 47 π.Χ., επανατοποθετώντας και συνδέοντας στενότερα την Κιλικία με τη Συρία. Το 27 π.Χ., ο Αύγουστος (31 π.Χ. - 14 μ.Χ.) ενώνει την Κιλικία με τη Συρία ως επαρχία της Συρίας-Κιλικίας Φοινίκης, συνδυάζοντας έτσι τις περιοχές. Αυτός είναι ο λόγος που οι πόλεις της Κιλικίας, κυρίως η Ταρσός, αναφέρονται συχνά από τους αρχαίους ιστορικούς ως Συριακές».

Έτσι, «o F. F. Bruce (Μπρους) πιστεύει, ότι “υπάρχει ουσιώδης μαρτυρία ότι ο Κυρήνιος κατείχε τέτοια θέσι ενωρίτερα, πιθανώς μεταξύ του 10 και 7 π.Χ., όταν ως αυτοκρατορικός απεσταλμένος στην επαρχία της Συροκιλικίας για στρατιωτικούς σκοπούς, κατηύθυνε εκστρατείαν εναντίον των Homanadenses, μιας ορεινής φυλής της Μ. Ασίας”» (Ν. Βασιλειάδης, Αρχαιολογία και Αγία Γραφή, απόσπασμα από την ανάρτηση: Το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και οι Πράξεις των Αποστόλων υπό το φως της αρχαιολογικής έρευνας).

Αν ο πόλεμος εναντίον των Ομανάδων έγινε μέσα στα όρια της Κιλικίας (δηλ. εντός της Συρο-Κιλικικής Φοινίκης), τότε έχουν δίκιο εκείνοι που υποστηρίζουν ότι «τότε ο Κυρήνιος, όπως γράφει ο αρχαιολόγος Τόμπσον, “ήταν επιφορτισμένος με έκτακτον αποστολήν παραλλήλως προς τον κανονικόν ηγεμόνα, ο οποίος ήταν τότε ο Sentius Saturninus”» (ό.π.). Άρα ήταν όντως «ηγεμονεύων της Συρίας» και η απογραφή διεξήχθη «ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου» (κατά τον επίμαχο στίχο Λουκ. 2, 2). «Εξ άλλου ο απόστολος Λουκάς δεν γράφει, ότι ο ίδιος ο Κυρήνιος έκαμε την απογραφήν, η οποία έλαβε χώραν το έτος της γεννήσεως του Κυρίου· γράφει απλώς ότι η απογραφή έγινε τότε που ο Κυρήνιος ήταν ηγεμών της Συρίας· “ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου”» (στο ίδιο).

Το πρόβλημα είναι ότι, από τους μελετητές, θεωρείται πως ο πόλεμος έγινε από την πλευρά της Γαλατίας, όχι της Κιλικίας, οπότε ο Κυρήνιος δεν τοποθετείται καν εντός των ορίων της συγκεκριμένης επαρχίας (Sulpicius Quirinius, Publius | Oxford Classical Dictionary).

Άρα ποια είναι η απάντηση;

Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι:

(α) Ή ο Κυρήνιος διεξήγαγε τις επιχειρήσεις του εντός του εδάφους της Κιλικίας ή ίσως συντρέχουν άλλοι παράγοντες, άγνωστοι σ’ εμάς, και ο επίμαχος στίχος του κατά Λουκάν είναι όντως ακριβής [2],

(β) ή ο συντάκτης του στίχου (είτε ο ευαγγελιστής Λουκάς είτε άλλος) πράγματι έσφαλε, μπερδεύοντας την απογραφή που πραγματοποιήθηκε, κατ’ εμέ, το 7 π.Χ.  με την πασίγνωστη απογραφή επί Κυρηνίου το 6 μ.Χ.

Επειδή η παρουσία του Κυρήνιου στην περιοχή ταυτόχρονα με την αναφορά του κατά Λουκάν (δεν συνέπεσε να είναι στην Κρήτη π.χ. ή στην Αφρική) παραείναι ιδανική για να είναι συμπτωματική, δεν πρέπει να αποκλείσουμε την εκδοχή α. Όμως ακόμη και αν ισχύει το β, νομίζω πως ένα τέτοιο ιστορικό λάθος από έναν άνθρωπο της αρχαιότητας (που έγραψε π.χ. 50 χρόνια αργότερα και προσπάθησε να χρονολογήσει από μόνος του, χωρίς να έχει γραπτά βοηθήματα για το θέμα αυτό) είναι συγχωρητέο· δεδομένο όμως είναι ότι κατά τη χρονική περίοδο της γέννησης του Χριστού εντοπίζουμε όντως απογραφή, προερχόμενη φυσικά από διαταγή του καίσαρα (Λουκ. 2, 1). Στην απογραφή αυτή απογράφηκε «πάσα η οικουμένη», δηλαδή όλη η χώρα της Ιουδαίας. Αν η απογραφή έγινε «ηγεμονεύοντος Κυρηνίου» ή Σατουρνίνου, μικρή σημασία έχει.

Είναι ωστόσο πιθανόν η απογραφή του 7 π.Χ. να εντάχθηκε στο γενικότερο πρόγραμμα απογραφών, που πραγματοποίησε ο Αύγουστος για φορολογικούς σκοπούς σε διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας, συνδυάζοντας εδώ τους δύο λόγους (όρκο πίστεως, φορολογικό σύστημα). Στο βιβλίο του W. Μ. Ramsay Was Christ Born at Bethlehem? (London 1898) διαβάζουμε, μεταξύ άλλων (κεφ. 8, «THE SYRIAN ENROLLMENT IN 8 BC», σελ. 149 κ.εξ.), ότι:

Γνωρίζουμε από τις πηγές ότι διενεργήθηκε απογραφή πληθυσμού στην Αίγυπτο το 9 π.Χ. Διαπιστώνουμε όμως και απογραφές στη Συρία και σε άλλες περιοχές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με μια περιοδικότητα 14 ετών. Αυτό σημαίνει ότι το απογραφικό σύστημα που εγκαινιάστηκε στην Αίγυπτο εφαρμόστηκε και αλλού, πιθανώς από το επόμενο έτος 8 π.Χ., η δε γνωστή απογραφή του 6 μ.Χ., που περιελάμβανε και την Παλαιστίνη, πρέπει να ενταχθεί σε αυτό τον κύκλο των 14 ετών. Για το 20 μ.Χ. δεν έχουμε σαφή στοιχεία (αν και στον πρόλογο του έργου του ο Ράμσεϋ επισημαίνει την πρόσφατη – τότε – ανακάλυψη ενός εγγράφου απογραφής, που κατά τη γνώμη του προέρχεται από εκείνο το έτος, λόγω των Ρωμαίων αξιωματούχων που κατονομάζει), έχουμε όμως για τα έτη 34-35, 48, 62 και 76, όχι όλες τις φορές για τις ίδιες περιοχές, πάντως τη Συρία την αφορούν οπωσδήποτε οι απογραφές του 6 και του 34-35 μ.Χ.

Αν το σύστημα αυτό εγκαινιάστηκε πιλοτικά στην Αίγυπτο το 9 π.Χ., είναι εύλογο ότι επεκτάθηκε σε άλλες περιοχές περί το 8 ή 7 π.Χ. Γι’ αυτό ο Λουκάς γράφει ότι η απογραφή αφορούσε «πάσαν την οικουμένην» (Λουκ. 2,1), επειδή υπήρχε γενικότερο πρόγραμμα απογραφής ανά ορισμένα έτη. Ο βασικός σκοπός των απογραφών ήταν φορολογικός. Βλ. και: «Οι φορολογικοί συντελεστές κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Αυγούστου καθορίζονταν κατόπιν απογραφής του πληθυσμού κάθε επαρχίας» (Βικιπαίδεια, λήμμα Οκταβιανός Αύγουστος, Δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις). Ενδέχεται ο Ηρώδης «να έκανε αυτός την απογραφή ως αυτοκρατορικός εκπρόσωπος, αφού ο ίδιος είχε τη δικαιοδοσία να κόβει και να κυκλοφορεί νομίσματα με την προτομή του. Τέτοιου είδους απογραφές συνέβησαν στη Συρία, στην Καππαδοκία και αλλού. Στη Σαμάρεια για παράδειγμα επιβλήθηκαν φορολογήσεις πριν την υπαγωγή της ως ρωμαϊκή επαρχία, όταν αυτή βρισκόταν υπό τη διακυβέρνηση του Ηρώδη του Μεγάλου» (Μόσχου Γκουτζιούδη, Ερμηνεία και πρόσληψη Ευαγγελικών κειμένων, ό.π., εδώ).

«Γεγονός πάντως είναι πως χωρίς επιπλέον στοιχεία δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε μια απόφαση για το ζήτημα της απογραφής που μνημονεύει ο Λουκάς» (στο ίδιο). Το σημαντικό όμως, κατ’ εμέ, είναι ότι η συγκεκριμένη απογραφή αποτελεί ιστορικό γεγονός.

 

Β. Άγιος Ιωσήφ ο Μνήστωρ και Βηθλεέμ

 

 

Τα τρία από τα τέσσερα ευαγγέλια συμφωνούν ότι ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας και μεγάλωσε στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας. Το 4ο ευαγγέλιο, το κατά Μάρκον, δεν το απορρίπτει, απλώς δεν αναφέρει κάτι σχετικό.

Κατά Ματθαίον: γέννηση στη Βηθλεέμ: κεφ. 2, στίχος 1 – μετοικεσία στη Ναζαρέτ: κεφ. 2, στίχ. 23.

Κατά Λουκάν: γέννηση στη Βηθλεέμ: κεφ. 2, στίχ. 4-7 – μετοικεσία στη Ναζαρέτ: κεφ. 2, στίχ. 39.

Το κατά Ιωάννην αναφέρει ότι ο Ιησούς προέρχεται από τη Ναζαρέτ (κεφ. 1, στίχ. 46-47), ενώ στο κεφ. 7, στ. 41-43, αναφέρει ότι κάποιοι από τους ακροατές του Ιησού αναρωτιούνταν πώς είναι δυνατόν να είναι αυτός ο Μεσσίας, αφού ο Μεσσίας, κατά τις προφητείες, θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ: «μη γαρ εκ της Γαλιλαίας ο Χριστός έρχεται; ουχί η γραφή είπεν ότι εκ του σπέρματος Δαυΐδ και από Βηθλεέμ της κώμης, όπου ην Δαυΐδ, ο Χριστός έρχεται; σχίσμα ουν εν τω όχλω εγένετο δι' αυτόν». Ο ευαγγελιστής Ιωάννης αφήνει ασχολίαστο αυτόν τον προβληματισμό, πράγμα που σημαίνει ότι θεωρούσε γνωστό τοις πάσιν ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στη Βηθλεέμ και μάλιστα «αθόρυβα» (περισσότερα στο άρθρο μας Η Γέννηση του Χριστού στους αποστόλους Παύλο και Ιωάννη, ενώ για τις αντιρρήσεις ως προς την πραγματική ύπαρξη της Ναζαρέτ στο άρθρο Υπήρξε η Ναζαρέτ ή πρόκειται για εφεύρεση των ευαγγελιστών;).

Ποια όμως ήταν η ακριβής σχέση του αγίου Ιωσήφ του Μνήστορος με τη Βηθλεέμ και γιατί, κατά τον ευαγγελιστή Λουκά, έπρεπε να ταξιδέψει μέχρι εκεί για να απογραφεί;

Περί Βηθλεέμ στο κατά Ματθαίον

Από το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο είναι φανερό ότι ο άγιος Ιωσήφ και η Θεοτόκος βρίσκονταν στη Βηθλεέμ με την πρόθεση να ζήσουν εκεί μόνιμα και όχι για ταξίδι λίγων ημερών: η προσκύνηση των Μάγων έγινε «στο σπίτι» («εν τη οικεία», Ματθ. 2, 11), ενώ και μετά την επιστροφή από την Αίγυπτο επρόκειτο να επιστρέψουν στην Ιουδαία, αλλά τους απέτρεψε ο φόβος για το νέο βασιλιά Αρχέλαο, γιο του Ηρώδη, και γι’ αυτό, μετά από όνειρο του αγίου Ιωσήφ, κατευθύνθηκαν στη Γαλιλαία και κατοίκησαν στη Ναζαρέτ (στίχ. 22-23).

Αν η μόνιμη κατοικία του Ιωσήφ βρισκόταν αλλού και με τη Βηθλεέμ δεν τον συνέδεε τίποτε σε βάθος πολλών γενεών, δεν είναι λογικό ότι θα εγκατέλειπε αυτή την κατοικία και θα σχεδίαζε να μετοικήσει σε ένα χωριό όπου ουσιαστικά ο ίδιος και η οικογένειά του θα ήσαν ξένοι.

Ο ευαγγελιστής Ματθαίος δεν διευκρινίζει πώς επέλεξαν συγκεκριμένα τη Ναζαρέτ. Αυτό όμως μας το εξηγεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, πληροφορώντας μας ότι εκεί διέμενε αρχικά η Θεοτόκος.

Περί Βηθλεέμ στο κατά Λουκάν

Ο ευαγγελιστής Λουκάς γνωρίζει ότι ο Ιωσήφ είχε σπίτι στη Βηθλεέμ και ότι, μαζί με την οικογένειά του, έμεινε σ’ αυτό.

α) Γράφει ότι η Θεοτόκος, όταν γέννησε το μωρό της, το ξάπλωσε στη φάτνη «διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» (Λουκ. 2, 7).

Για τη λέξη κατάλυμα διαβάζουμε στο Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης του Ιωάννου Σταματάκου (Αθήνα 2002, σελ. 503):

κατάλυμα: πανδοχείον, «κατάλυμα», κατοικία.

καταλύω (εκτός των άλλων σημασιών, όπως καταστρέφω κ.λ.π.): μένω, διαμένω, κατοικώ, αναπαύομαι.

Εκτός της τελευταίας, οι τρεις πρώτες ερμηνείες σημαίνουν μόνιμη εγκατοίκηση. Διαμένω (μία των ερμηνειών): μένω διαρκώς εις τι μέρος, παραμένω, επιμένω (σελ. 263).

Ο στίχος Λουκ. 2, 7 σημαίνει ότι στη Βηθλεέμ υπήρχε «κατάλυμα» (τόπος διαμονής) για τον Ιωσήφ και τη Θεοτόκο, αλλά δεν είχε μέρος κατάλληλο για τον τοκετό – και προφανώς δεν υπήρχαν κλινικές όπου θα μπορούσαν να καταφύγουν. Αυτό πιθανότατα συνέβαινε επειδή στο σπίτι διέμεναν ή φιλοξενούνταν πολλοί άνθρωποι. Αν συνυπολογίσουμε τα επτά μεγαλύτερα παιδιά του Ιωσήφ – ο αριθμός και τα ονόματα των θυγατέρων του διασώζονται από την παράδοση, ενώ των υιών του στην Καινή Διαθήκη – τα οποία μάλιστα ίσως αντιδρούσαν αρνητικά στον φαινομενικό δεύτερο γάμο του πατέρα τους και στην αδιευκρίνιστη εγκυμοσύνη της μνηστής του, μπορούμε να αντιληφθούμε το αδιέξοδο της κατάστασης.

Δεδομένου ότι οι ευαγγελικές διηγήσεις είναι κατά κανόνα λιτές, καταλαβαίνουμε ότι υπάρχουν αμέτρητες λεπτομέρειες που αγνοούμε και για τις οποίες μπορούμε να κάνουμε ποικίλες εύλογες υποθέσεις, τοποθετώντας τα γεγονότα στην καθημερινή ζωή, και μάλιστα στη ζωή της εποχής εκείνης. Υπόψιν δε ότι, ακριβώς για τον ίδιο λόγο, υποθέσεις κάνουν και όσοι απορρίπτουν την αξιοπιστία των ευαγγελίων.

Επειδή η λέξη κατάλυμα φυσικά σημαίνει και τόπο προσωρινής παραμονής, πρέπει να προσθέσουμε και την άποψη ορισμένων μελετητών ότι ο Χριστός γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της εορτής της Σκηνοπηγίας, οπότε οι Εβραίοι διανυκτέρευαν για επτά ημέρες σε «σκηνές» (sukkah) «φτιαγμένες από φοίνικες, λεύκη και κλαδιά δένδρων» σύμφωνα με λεπτομερείς οδηγίες του Λευιτικού 23, 39-40 (βλ. εδώ), σε ανάμνηση της παραμονής των προγόνων τους στην έρημο, επί Μωυσέως. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το «κατάλυμα» του Ιωσήφ και της Θεοτόκου, στο οποίο «δεν υπήρχε τόπος» για το μωρό, ήταν μία τέτοια καλύβα στο ύπαιθρο. Βλ. σχετικά στο άρθρο «Chronological timing of our Messiah's birth» (όπου και οι φωτογραφίες τέτοιων «σκηνών»), εδώ. Αυτή η άποψη δεν αναιρεί τα στοιχεία που φανερώνουν ότι υπήρχε και μόνιμη κατοικία της οικογένειας του Ιωσήφ στη Βηθλεέμ, όπως φαίνεται στο κατά Ματθαίον, αλλά όπως βλέπουμε ευθύς αμέσως και στο κατά Λουκάν.


 

β) Ο ευαγγελιστής Λουκάς επίσης γράφει ότι «όσο βρίσκονταν εκεί» (στη Βηθλεέμ) ο Ιωσήφ και η Θεοτόκος, συμπληρώθηκαν οι μέρες για τον τοκετό της («εν τω είναι αυτούς εκεί», Λουκ. 2, 6). Από αυτό μπορούμε να καταλάβουμε ότι βρίσκονταν ήδη κάποιες μέρες στη Βηθλεέμ – και προφανώς δεν έμεναν σ’ ένα στάβλο. Το ευαγγέλιο δεν αναφέρει ότι ο Ιησούς γεννήθηκε τη νύχτα που έφτασαν στο χωριό και ότι δεν έβρισκαν φιλοξενία ή πανδοχείο και γι’ αυτό κατέφυγαν για να διανυκτερεύσουν στο στάβλο. Ο στάβλος αυτός πιθανότατα ανήκε στην οικογένεια του Ιωσήφ και ίσως ήταν εξάρτημα του σπιτιού του.

γ) Τέλος, είναι φανερό ότι παρέμειναν στη Βηθλεέμ τουλάχιστον για σαράντα ημέρες μετά τη γέννηση του Παιδίου: στις οκτώ ημέρες τελέστηκε η περιτομή και στις σαράντα ημέρες μετέβησαν στο ναό των Ιεροσολύμων για να τελέσουν τα «κατά τον νόμον», και έπειτα από όλα αυτά «επέστρεψαν στη Γαλιλαία, στην πόλη τους, τη Ναζαρέτ» (Λουκ. κεφ. 2, στ. 21-22 και 39). Συνεπώς όλο αυτό το διάστημα είχαν στέγη.

Ο Λουκάς δεν μας αναφέρει γιατί έφυγαν από τη Βηθλεέμ, αλλά φαίνεται σαν απλώς να επέστρεψαν στη Ναζαρέτ ως τόπο της μόνιμης κατοικίας τους. Την αιτία όμως την πληροφορούμαστε από τον ευαγγελιστή Ματθαίο. Το κατά Λουκάν δεν κάνει κανένα λόγο για τους Μάγους, τη σφαγή των νηπίων και τη φυγή στην Αίγυπτο. Γιατί; Μπορώ να υποθέσω μια απάντηση: επειδή η Θεοτόκος – προσωπικά γνωστή στον ευαγγελιστή Λουκά και πηγή πληροφόρησής του κατά μία ισχυρή άποψη – δεν επιθυμούσε να γίνει λόγος, ίσως από το σπαραγμό της καρδιάς της για τα θανατωθέντα νήπια, αλλά και επειδή πιθανόν δεν ήθελε να διαφημίσει την ιστορία των Μάγων, των οποίων τα δώρα φύλασσε ακόμη ως οικογενειακό κειμήλιο, σύμφωνα με την παράδοση που θέλει τη διαδρομή τους ώς την εποχή μας, στη Μονή Αγίου Παύλου του Αγίου Όρους.

Η αρχή της ιστορίας, στη Ναζαρέτ

Ο ευαγγελιστής Ματθαίος προσδιορίζει γεωγραφικά τη διήγησή του «εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας» μιλώντας για τη γέννηση του Χριστού, στην αρχή του 2ου κεφαλαίου του. Ο προβληματισμός του αγίου Ιωσήφ όμως για την εγκυμοσύνη της Θεοτόκου και η πρώτη εμφάνιση του αγγέλου σ’ αυτόν βρίσκονται στο 1ο κεφάλαιο. Αυτό μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι ο ευαγγελιστής δεν τοποθετεί αυτό το επεισόδιο στη Βηθλεέμ, αλλά κάπου αλλού – και, λαμβάνοντας υπόψιν τις πληροφορίες του κατά Λουκάν, 1, 26-27, ο τόπος αυτός είναι η Ναζαρέτ.

Στο επεισόδιο του προβληματισμού του Ιωσήφ, δεν είναι νυμφευμένος με τη Θεοτόκο, γιατί τότε θα την είχε ήδη «παραλάβει», ενώ ο άγγελος του παραγγέλλει «μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου» (Ματθ. 1, 20). Γι’ αυτό, όταν αργότερα κατέβηκε στη Βηθλεέμ, η Θεοτόκος ήταν «μεμνηστευμένη αυτώ» (Λουκ. 2, 5) και όχι σύζυγός του.

Το κατά Λουκάν, από την άλλη, αναφέρει ότι ο ευαγγελισμός της Θεοτόκου συνέβη στη Ναζαρέτ και ότι η Μαριάμ ήταν αρραβωνιασμένη «ανδρί, ώ όνομα Ιωσήφ» (Λουκ. 1, 26-27). Αναφέρει επίσης ότι για την απογραφή ταξίδεψαν από τη Ναζαρέτ στη Βηθλεέμ (2, 4). Δε γράφει όμως ότι ο Ιωσήφ ήταν από τη Ναζαρέτ, αντίθετα αναφέρει ως «την ιδίαν πόλιν» αυτού (τη δική του πόλη), στην οποία όφειλε να απογραφεί, τη Βηθλεέμ, λόγω της καταγωγής του από τον οίκο Δαβίδ.

Να αναφέρουμε εδώ ότι την έκφραση «η ιδία πόλις» τη συναντούμε και στο Ματθ. 9, 1, όπου ο Ιησούς «ήλθεν εις την ιδίαν πόλιν», και έτσι χαρακτηρίζεται εδώ η Καπερναούμ, επειδή εκεί κυρίως ο Ιησούς διέμενε. Βλέπουμε λοιπόν τον όρο να χρησιμοποιείται για τον τόπο διαμονής κάποιου και όχι για τον τόπο της απώτερης καταγωγής του.

Εξωβιβλικές μαρτυρίες 

Σε πρωτοχριστιανικά κείμενα που έχει επικρατήσει να εντάσσουμε στα λεγόμενα «απόκρυφα ευαγγέλια», παρότι δεν είναι όντως απόκρυφα όπως άλλα (δηλ. βιβλία γνωστικών ή γνωστικιζόντων αποκρυφιστικών ομάδων), αλλά χριστιανικά κείμενα που συγκεντρώνουν παραδόσεις για τη ζωή της Θεοτόκου και τη γέννηση του Χριστού, ανακατεμένες ενίοτε με φανταστικά στοιχεία, η μόνιμη κατοικία του αγίου Ιωσήφ αναφέρεται ή υπονοείται ότι τοποθετείται στη Βηθλεέμ.

Έτσι, στο απόκρυφο «Γέννα Μαρίας», κεφ. 6, διαβάζουμε ότι «ο Ιωσήφ επιστρέφει στην Βηθλεέμ να τακτοποιήσει τα του γάμου» (βλ. «Η μορφή της Παναγίας στα απόκρυφα κείμενα», εδώ). Και στο περίφημο «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου», κεφ. 8-9, όταν οι ιερείς του Ναού, που είχαν παραλάβει τη Θεοτόκο σε ηλικία τριών ετών, αναζητούν πλέον έναν δίκαιο άνδρα, χήρο, για να τη θέσουν υπό την προστασία του (και τελικά επιλέγεται ο Ιωσήφ), οι απεσταλμένοι τους αναζήτησαν τους κατάλληλους «σε όλη την περιοχή της Ιουδαίας» (εδώ).

Σε άλλη όμως παράδοση, πολύ πιο συγκεκριμένη, αναφέρεται ότι ο Ματθάν, παππούς του Ιωσήφ, αλλά και της Θεοτόκου [3], ζούσε στη Βηθλεέμ. Με τη σύζυγό του Μαρία απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τον Ιακώβ, πατέρα του αγίου Ιωσήφ του Μνήστορος («Ματθάν δε εγέννησε τον Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα Μαρίας», Ματθ. 1, 15-16), τη Μαρία, μητέρα της Σαλώμης της μαίας (η οποία, σημειωτέον, εμφανίζεται στο «Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου» ως κάτοικος της Βηθλεέμ), τη Σοββί, μητέρα της αγίας Ελισάβετ (μητρός του Προδρόμου), και την Άννα, μητέρα της Θεοτόκου [4]. Από τις πολλές αναφορές της παράδοσης αυτής σε Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, ας παραπέμψουμε σ’ εκείνη από τον άγιο Ανδρέα Κρήτης (Κανών εις το Γενέσιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, PG 97, στήλη 1325). Πολλές αναφορές σε πηγές βλ. Μάρκου Α. Σιώτου, «Οι κατά σάρκα Προπάτορες του Ιησού Χριστού», περιοδικό Θεολογία, τόμ. ΝΖ΄, τεύχ. Β΄, Απρίλιος-Ιούνιος 1986, σελ. 283-288 (εδώ, σελ. 11-16 του pdf).

Η αγία Άννα μάλιστα, κατά τον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων, που επαναλαμβάνει την ίδια παράδοση ως προς τις τρεις θυγατέρες του Ματθάν, «εγέννησε Μαρίαν την Θεοτόκον εν Βηθλεέμ» (βλ. Novae patrum bibliothecae tomus secundus, σελ. 484, εδώ).

Σε συνέχεια αυτής της παράδοσης, διαβάζουμε για τη Βηθλεέμ: «…εδώ βρίσκονται οι αγροί του Βοόζ, στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης, στους οποίους και εργάστηκε η γυναίκα του, Ρουθ. (…) Τα κτήματα αυτά, αιώνες αργότερα, περιήλθαν στην ιδιοκτησία των Προπατόρων Ιωακείμ και Άννης, γονέων της Παρθένου Μαρίας. Γι' αυτό και το Προσκύνημα φέρει και την ονομασία “Τα χωράφια της Παναγίας”. Μέσα στο Προσκύνημα, που σήμερα έχει μεταβληθεί σε Ιερά Μονή, όπως στα παλιά χρόνια, σώζονται ακόμα τεράστιες ελιές, που χρονολογούνται περισσότερο από 2.500 χρόνια» (π. Ιγνατίου, ηγουμένου της Ιεράς Μονής των Ποιμένων, «Το χωριό των Ποιμένων και τα “Χωράφια της Παναγίας”», εδώ).

Οι μαρτυρίες αυτές, ανεξάρτητα από την ιστορική τους ακρίβεια (που γίνεται δεκτή από την Εκκλησία σε μεγάλο βαθμό), φανερώνουν ότι η παράδοση θεωρεί τη Βηθλεέμ ως τη γενέτειρα του αγίου Ιωσήφ – ενδεχομένως δε και της Θεοτόκου – και όχι απλώς ως τόπο καταγωγής των μακρινών προγόνων του.

Η προτεινόμενη λύση

Συνεπώς, σύμφωνα με την πρόταση αυτού του άρθρου, ο άγιος Ιωσήφ δεν είχε αποκοπεί από τη Βηθλεέμ από πολλές γενιές, αλλά τουλάχιστον γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ αυτήν. Ποια η σχέση του με τη Ναζαρέτ; Συγγραφείς όπως ο Επιφάνιος ο Αγιοπολίτης υποστηρίζουν ότι είχε ήδη μετοικήσει και εγκατασταθεί εκεί («διάγων εις πόλιν της Γαλιλαίας Ναζαρέτ», Επιφανίου του Μοναχού και Πρεσβυτέρου, Λόγος περί του βίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, PG 120, στ. 196). Αυτό όμως αντιτίθεται στα στοιχεία από το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, που φανερώνουν την πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης στη Βηθλεέμ. Γι’ αυτό θεωρώ πιθανότερο να ταξίδεψε στη Ναζαρέτ για να λάβει ως σύζυγο τη Θεοτόκο [5]. Εκεί πληροφορήθηκε για την εγκυμοσύνη της, λυπήθηκε, αποφάσισε «να τη διώξει κρυφά» και έλαβε την απάντηση από τον άγγελο (Ματθ. 1, 19-20). Γι’ αυτό αποφάσισε να καθυστερήσει την επιστροφή του στη Βηθλεέμ, μέχρι τον τοκετό. Όμως η απογραφή τον ανάγκασε να επιστρέψει, «για να απογραφεί» («απογράψασθαι»), μαζί με τη μνηστή του (Λουκ. 2, 5).

Έτσι, όταν το ευαγγέλιο γράφει ότι για την απογραφή έπρεπε να μεταβεί «έκαστος εις την ιδίαν πόλιν» (στ. 3), δεν εννοεί την πόλη της απώτερης καταγωγής του, αλλά της μόνιμης κατοικίας του (για όσους βρίσκονταν σε ταξίδι ή έμεναν προσωρινά αλλού, λόγω επαγγέλματος π.χ.) ή, έστω, της άμεσης καταγωγής του, όπου θα βρισκόταν και η γονική περιουσία του.

Μια τελευταία λεπτομέρεια: στην αναχώρησή τους για τη Ναζαρέτ, ο Λουκάς τη χαρακτηρίζει «την πόλιν εαυτών» (τη δική τους πόλη): «υπέστρεψαν εις την Γαλιλαίαν εις την πόλιν εαυτών Ναζαρέτ» (Λουκ. 2, 39). Αυτό ίσως στηρίζει την άποψη ότι ο Ιωσήφ είχε ήδη μετοικήσει στη Ναζαρέτ, αλλά πιθανόν χαρακτηρίζεται έτσι επειδή στη συνέχεια έζησαν εκεί και ο Κύριος μεγάλωσε εκεί. Όπως και αν έχει το πράγμα όμως, ως «η ιδία πόλις» του Ιωσήφ χαρακτηρίζεται η Βηθλεέμ.

Σημειώσεις

[1] Βλ. W. Μ. Ramsay, Was Christ Born at Bethlehem? (London 1898), κεφ. 8, «THE SYRIAN ENROLLMENT IN 8 BC», σελ. 149 κ.εξ. – το βιβλίο δημοσιεύεται εδώ και εδώ.

[2] Δύο ενδεχόμενα, που έχουν προταθεί:

(Α) «Επειδή απ’ ό,τι εξάγεται απ’ τον Ιώσηπο, ηγεμόνας της Συρίας απ’ το 744-748 [από κτίσεως Ρώμης] ήταν ο Sentius Saturninus, το δε 748 αναφέρεται ο Quintilius Varro, έπεται ότι η ηγεμονία του Κυρηνίου πρέπει να ορισθή κατά το 747-748, κατά την οποία συνέβη και η απογραφή. Αλλά, επειδή αυτός ήταν απασχολημένος στον πόλεμο κατά των Homanadenses, τις υποθέσεις διεξήγαγε ο προκάτοχός του Sentius Saturninus, και αυτός ενήργησε την απογραφή, και κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτή έγινε απ’ τον Sentius Saturninus, όπως λέει ο Τερτυλλιανός, αλλά με ηγεμόνα της Συρίας τον Κυρήνιο κατά το Λουκά. Επειδή δε… επί ένα μόλις έτος κράτησε την ηγεμονία της Συρίας και αυτήν μόνο “επί ψιλώ ονόματι”, όντας απασχολημένος σε πόλεμο, γι’ αυτό ο Ιώσηπος αναφέρει ως διάδοχο του Saturninus τον Quintilius Varro. Και κατά την ηγεμονία, λοιπόν, του Κυρηνίου, το 747 δηλαδή, γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός».

(Β) «Όσον αφορά δε στη σχέσι του Κυρηνίου με την πρώτη απογραφή, ο μεν Mommsen φρονεί, ότι αυτός υπήρξε εν ενεργεία legatus της Συρίας το 3-1 π.Χ., ο δε Ramsay κλίνει υπέρ της γνώμης ότι ο Κυρήνιος έλαβε κάποια έκτακτη εντολή και εξουσιοδότησι από τον Quintilius Varus, όπως έγινε αυτό προκειμένου και για τον Corbulo απ' Ummidius Quadratus και για το Βεσπασιανό απ’ τον Mucianus. Εξ αιτίας δε της εξουσιοδοτήσεως αυτής αποκαλείται και απ’ τον Λουκά ηγεμονεύων».

Τα ενδεχόμενα αυτά (βλ. π. Ιω. Κωστώφ, Ανασκευή του Ευαγγελίου του Ιούδα, έκδ. Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Αθήνα 2006, σελ. 161-162) πιθανόν είναι θεωρίες που κρέμονται στον αέρα (εφόσον δεν τεκμηριώνονται), γι’ αυτό και δεν τα προτείνουμε εμείς. Όμως, όσο απίθανα κι αν φαίνονται, στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι αδύνατον.

«Αλλά παραμένει ακόμα η απορία, πώς δεν διασώζεται στους έξωθεν ιστορικούς καμμιά μαρτυρία της απογραφής αυτής; Αποκρίνονται [παλαιότεροι μελετητές]: Διότι χάθηκαν τα υπομνήματα της Δεκαετηρίδας του Αυγούστου, κατά την  οποία έλαβε χώρα η απογραφή αυτή. Αλλά η υπόθεσι ήταν, όπως φαίνεται, πασίδηλος, επειδή ό θείος Ιουστίνος στη Β' απ’ τις Απολογίες του και ο Τερτυλλιανός κατά Μαρκίωνος (Βιβλ. Δ΄ Κεφ. ζ΄) παραπέμπουν τους εθνικούς και τους αιρετικούς στους Δημοσίους Πίνακες — οι οποίοι τότε διασώζονταν ακόμα — για να πεισθούν» (ό.π., σελ. 163)

Ο Ράμσεϋ (ό.π., κεφ. 8, σελ. 155 & 171) έχει εκφράσει την ίδια άποψη: Ο Τερτυλλιανός επικαλείται δημόσια έγγραφα, γράφοντας ότι «τα πράγματα αυτού του κόσμου πρέπει να ελέγχονται από τα δικά του έγγραφα». Έναν αιώνα νωρίτερα και ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυς, απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Αδριανό, στη Σύγκλητο και σε όλο το λαό της Ρώμης, επισήμανε ότι τα σχετικά με τη γέννηση του Χριστού μπορούν να τα πληροφορηθούν «εκ των απογραφών των γενομένων επί Κυρηνίου του υμετέρου, εν Ιουδαία πρώτου γενομένου επιτρόπου» (Απολογία Α΄, 1, 34, PG 6, 384), υπονοώντας ότι οι σχετικές πληροφορίες βρίσκονταν ακόμη στα δημόσια αρχεία.

«Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ήταν δυνατό για οποιονδήποτε ζούσε τον πρώτο ή τον δεύτερο ή τον τρίτο αιώνα να ανακαλύψει μόνος του τα γεγονότα για οποιαδήποτε από αυτές τις πρώιμες απογραφές, αν ήταν διατεθειμένος να κάνει λίγο κόπο και να δείξει λίγη προσοχή. Η ακριβής παρατήρηση, η καταγραφή και η διατήρηση όλων των γεγονότων αποτέλεσαν τη βάση της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής διοίκησης» (Ράμσεϋ, ό.π., σελ. 156).

Επαναλαμβάνουμε ότι, κατά τον γράφοντα, έχει μικρή σημασία η σχέση του Κυρήνιου με την απογραφή, αλλά έχει μεγάλη σημασία ότι έγινε η συγκεκριμένη απογραφή.

[3] Για το θέμα της συγγένειας μεταξύ Θεοτόκου και Ιωσήφ βλ. Μάρκου Α. Σιώτου, «Οι κατά σάρκα Προπάτορες του Ιησού Χριστού», περιοδικό Θεολογία, τόμ. ΝΖ΄, τεύχ. Β΄, Απρίλιος-Ιούνιος 1986, σελ. 283-288 (εδώ, στις πρώτες σελ. του άρθρου). Ο συγγραφέας πληροφορεί ότι ήταν συχνό φαινόμενο ο γάμος μεταξύ συγγενών και διευκρινίζει: «Οι μεταξύ των συγγενών γάμοι εδικαιολογούντο και εκ του περιορισμού των κορασίδων εντός της οικογενείας αυτών, ως και εκ της ελλείψεως επαφής αυτών μετά του εκτός της οικογενείας κόσμου. Ειδικότερον υπηγορεύοντο [=προωθούνταν] οι γάμοι των κορασίδων μετά του θείου αυτών, κατά κανόνα και εκ λόγων κληρονομίας, ώστε η περιουσία των Εβραίων να μη μεταβιβάζηται εις έτερον γένος» (υποσημ. 76).

Στο λήμμα της Βικιπαίδειας «Γάμος», κεφ. Ιουδαϊσμός - Ο γάμος στην Παλαιά Διαθήκη, διαβάζουμε επίσης: «Ο γάμος μεταξύ συγγενών (‘’ενδογαμία’’) ήταν συνηθισμένος, για παράδειγμα γάμοι μεταξύ εξαδέλφων – κατάλοιπο του νομαδικού βίου. Ίσχυε όμως και η εξωγαμία (γάμος έξω από το συγγενικό κύκλο) και οι ‘’μικτοί γάμοι’’ με αλλοδαπές γυναίκες (Ηλίας Οικονόμου, Παραδόσεις Αρχαιολογίας της Παλαιστίνης και Βιβλικής Θεσμολογίας, Αθήναι, 1992, σελ. 307)».

Ο γάμος μεταξύ συγγενών ή μεταξύ μελών της ίδιας φυλής δεν ήταν απόλυτος κανόνας, όπως θα δούμε παρακάτω, στην υποσημ. 4.

Στο προαναφερόμενο άρθρο του Μ. Σιώτου βλ. και εκτενής ανάλυση της φαινομενικής ασυμφωνίας των δύο γενεαλογιών του Χριστού (Ματθ. κεφ. 1 και Λουκ. κεφ. 3), σελ. 280-282 (σελ. 8-10 του pdf).

[4] Αν έχει κάποια σημασία για το θέμα μας, και η Ελισάβετ με την οικογένειά της ζούσε στην Ιουδαία, όχι στη Γαλιλαία (Λουκ. 1, στίχ. 39 και 65).

Το γεγονός ότι, σύμφωνα με το κατά Λουκάν ευαγγέλιο, η Ελισάβετ ήταν μία από τις «θυγατέρες του Ααρών» και η Μαρία ήταν συγγενής της (Λουκ. 1, 7 & 36 αντίστοιχα), κατά κάποιους φανερώνει λευιτική καταγωγή της Θεοτόκου (και όχι δαβιτική, δηλ. από τη φυλή του Ιούδα). Όμως, σύμφωνα με την παράδοση που αναφέρουμε εδώ, η Ελισάβετ και η Μαριάμ ήταν πρώτες ξαδέρφες από την πλευρά των μητέρων τους (Σοββί και Άννας). Ο πατέρας της αγίας Ελισάβετ (αγνώστου ονόματος) πιθανόν ήταν από τη φυλή Λευί (τη φυλή του Ααρών και του Μωυσή), ενώ της Μαριάμ (άγιος Ιωακείμ) από τη φυλή του Ιούδα.

Αυτό θυμίζει μια όμοια περίπτωση στην Έξοδο, 6, 23, όπου αναφέρεται η σύζυγος του Ααρών, Ελισαβέθ, κόρη του Αμειναδάβ και αδελφή του Ναασσών, που ήταν φύλαρχος της φυλής Ιούδα (Αριθμοί 1, 7), συνεπώς, τα παιδιά του Ααρών συνδέονται και με τη φυλή του Ιούδα. Όπως επισημαίνει ο μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας, καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών, η Ελισαβέθ είναι όπως η Ελισάβετ στο Λουκ. 1,7, η σύζυγος ενός ιερέα από την φυλή Λευί και συνδεδεμένη συγχρόνως με τη βασιλική φυλή του Ιούδα. Η Ελισάβετ, η μητέρα του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, ήταν από τις θυγατέρες του Ααρών αλλά η ξαδέλφη της (Μαρία) από τον οίκο Δαβίδ. Σχετικά με το ζήτημα βλ. στο άρθρο μας Γιατί οι Εβραίοι δεν πιστεύουν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Μεσσίας, κεφ. 3, Τα ιουδαϊκά επιχειρήματα κατά της μεσσιανικότητας του Ιησού.

[5] Πώς η Θεοτόκος βρέθηκε αρχικά στη Ναζαρέτ δεν μας είναι γνωστό. Είχαν μετοικήσει οι γονείς της; Βρισκόταν υπό την προστασία άλλων συγγενών; Κατά την παράδοση, ως γνωστόν, η Θεοτόκος μεγάλωσε στο Ναό, υπό την προστασία των ιερέων (μεταξύ των οποίων και ο άγιος Ζαχαρίας, σύζυγος της Ελισάβετ). Όταν έφυγε από το Ναό, σε εφηβική ηλικία, οι γονείς της είχαν κοιμηθεί και γι’ αυτό οι ιερείς την έθεσαν υπό την προστασία του Ιωσήφ κανονίζοντας το γάμο τους. Στο μεσοδιάστημα τη βλέπουμε στη Ναζαρέτ, κατά τον ευαγγελιστή Λουκά. Ποιος ανέλαβε προσωρινά την κηδεμονία της, άγνωστο. Πάντως αναφορά στους γονείς της δεν υπάρχει στο ευαγγέλιο, όμως γνωρίζουμε ότι εκεί είχε συγγενείς, αφού, επιστρέφοντας από την Ιερουσαλήμ, όπου είχαν μεταβεί μαζί με τον δωδεκαετή Ιησού για τον εορτασμό του Πάσχα, μετά από διαδρομή μιας ημέρας «ανεζήτουν αυτόν εν τοις συγγενέσι και εν τοις γνωστοίς» (Λουκ. 2, 44).

Ας επισημάνουμε ότι το ευαγγέλιο δεν διευκρινίζει το είδος της συγγένειας Θεοτόκου και Ελισάβετ. Αν δεχτούμε ότι ήσαν εξαδέλφες, όπως επιμένει η παράδοση (και δεν έχουμε κάποιο στοιχείο που να το αναιρεί), έχουμε μια ένδειξη υπεράσπισης της διήγησης για τη γέννηση και την παιδική ηλικία της Θεοτόκου εφόσον εκείνη ήταν «παρθένος» (Λουκ. 1, 27, δηλ. άγαμη κοπέλα, συνεπώς μικρής ηλικίας), ενώ οι άγιοι Ελισάβετ και Ζαχαρίας ήσαν «προβεβηκότες εν ταις ημέραις αυτών» (Λουκ. 1, 7), δηλ. ηλικιωμένοι. Αυτό επιβεβαιώνει ότι η Θεοτόκος γεννήθηκε όταν οι γονείς της βρίσκονταν σε προχωρημένη ηλικία, όπως θέλει η παράδοση.

 

Μπορείτε να δείτε επίσης

Ο Ιστορικός Ιησούς και τα κριτήρια αξιοπιστίας * Ημερομηνία γέννησης Χριστού * Αξιοπιστία Αποστόλων * Λάθος Διονυσίου του Μικρού στη χρονολόγηση της γέννησης του Χριστού * Υπήρξε η Ναζαρέτ ή πρόκειται για εφεύρεση των ευαγγελιστών; * Πέντε επιχειρήματα που δείχνουν ότι ο Ιησούς Χριστός πράγματι σταυρώθηκε * Μπορεί να αμφισβητηθεί πλέον η ιστορικότητα του Ιησού; * Ιησούς Χριστός και μυθικά αρχέτυπα * Περιεχόμενα και Εισαγωγή στο ψευδοντοκιμαντέρ Ζeitgeist * Σπίτι από την εποχή του Ιησού ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά στη Ναζαρέτ * Ερμηνευτική κακοήθεια των εχθρών του Χριστιανισμού