Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Γ΄Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Γ΄Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Γιάννης Ρίτσος, Ελένη


 Χαρακτικό της Β. Κατράκη για το
ποίημα Η Ελένη του Γ. Ρίτσου
[...] Έφυγαν ένας -ένας οι παλιοί μας γνώριμοι. Λιγόστεψε και η αλληλογραφία.
Μόνο σε τίποτα γιορτές, σε τίποτα γενέθλια, μια σύντομη κάρτα - 
ένα στερεότυπο τοπίο του Ταϋγέτου με δαντελωτές κορφές, πολύ γαλάζιες,
ένα κομμάτι απ' τον Ευρώτα με άσπρα βότσαλα και ροδοδάφνες,
ή τα ερείπια του Μυστρά με τις αγριοσυκιές. Μα το συχνότερο απ' όλα
τηλεγραφήματα συλλυπητήρια. Κι απαντήσεις δεν έρχονταν. Ίσως
στο μεταξύ νάχε πεθάνει ο παραλήπτης - δε μαθαίναμε πιο πέρα.

Ο σύζυγός μου δεν ταξίδευε πια. Δεν άνοιγε βιβλίο. Τα τελευταία του χρόνια
είχε γίνει πολύ νευρικός. Κάπνιζε ατέλειωτα. Τις νύχτες σεργιανούσε
στο μεγάλο σαλόνι, με κείνες τις ξέφτιες καφετιές του παντόφλες
και τη μακριά νυχτικιά του. Κάθε μεσημέρι, στο τραπέζι, επανερχόταν
στην απιστία της Κλυταιμνήστρας ή στη δίκαιη πράξη του Ορέστη
σα να απειλούσε κάποιον. Ποιος νοιαζόταν; Δεν τον άκουγα καν. Ωστόσο
σαν πέθανε, μούλειψε πολύ, - μου λείψαν προπαντός εκείνες οι κουτές απειλές του, 
σάμπως αυτές ακριβώς να μου ορίζαν μια θέση αμετάθετη στο χρόνο,
σάμπως αυτές να μ' εμποδίζαν να γεράσω.

Ονειρευόμουν τότε τον Οδυσσέα, το ίδιο αγέραστον κι αυτόν, με το έξυπνο, τριγωνικό σκουφί του
ν' αργοπορεί το γυρισμό του, ο πολυμήχανος, - με τί προφάσεις ευφάνταστων κινδύνων,
ενώ αφηνόταν (τάχα ναυαγός) πότε στα χέρια μιας Κίρκης, πότε
στα χέρια μιας Ναυσικάς, να του βγάζουν τα στρείδια απ' το στήθος, 
να το λούζουν με μικρά ρόδινα σαπούνια, να φιλούν την ουλή στο γόνατό του,
να τον αλείβουν λάδι.

Θαρρώ πως έφτασε κι αυτός στην Ιθάκη` - θα τον κουκούλωσε, λέω, με τα φαντά της
η άχαρη χοντρή Πηνελόπη. Δεν πήρα από τότε μήνυμά του -
μπορεί και να τα σκίζουν οι δούλες, - τι χρειάζονται πια; 
Οι Συμπληγάδες  μεταφερθήκαν κάπου αλλού, σ' ένα χώρο πιο μέσα - τις νιώθεις
ασάλευτες, μαλακωμένες - πιο τρομερές από πριν, - δε συνθλίβουν,
πνίγουν σ' ένα πηχτό, μαύρο ρευστό  - δε γλυτώνει κανένας.

Μπορείς να φύγεις τώρα. Νύχτωσε. Νυστάζω, - να κλείσω τα μάτια,
να κοιμηθώ, να μη βλέπω ούτε έξω ούτε μέσα , να ξεχάσω
το φόβο του ύπνου και το φόβο του ξύπνου. Δεν μπορώ. Πετάγομαι πάνω - 
φοβάμαι μήπως δεν ξαναξυπνήσω. Μένω άγρυπνη, ν' ακούω
απ΄το σαλόνι το ροχαλητό των υπηρετριών, τις αράχνες στους τοίχους,
τις κατσαρίδες μέσα στην κουζίνα, ή τους νεκρούς να ρουθουνίζουν
με βαθιές εισπνοές, σα να κοιμούνται τάχα, σα νάχουν ησυχάσει.
Χάνω και τους νεκρούς μου τώρα. Τους έχασα. Πάνε.

Καμμιά φορά, περασμένα μεσάνυχτα, ακούγονται κάτω στο δρόμο
οι ρυθμικές οπλές απ' τ' άλογα μιας καθυστερημένης άμαξας, σα να επιστρέφει
από μια πένθιμη παράσταση κάποιου ετοιμόρροπου, συνοικιακού θεάτρου
με πεσμένους τους γύψους της οροφής, με ξεγδαρμένους τοίχους,
με μια τεράστια κόκκινη, ξεθωριασμένη αυλαία, κλεισμένη,
πούχει μαζέψει απ' τα πολλά πλυσίματα, και στο κενό που αφήνει κάτω
διακρίνονται ξυπόλυτα τα πόδια του μεγάλου φροντιστή ή του ηλεκτρολόγου
που ίσως τυλίγει σε ρολό ένα χάρτινο δάσος για να σβήσει τα φώτα.

Εκείνη η χαραμάδα μένει ακόμη φωτισμένη, ενώ στην πλατεία
έχουν απ' ώρα σβήσει οι πολυέλαιοι και τα χειροκροτήματα. Στον αέρα
μένει βαρειά η ανάσα της σιωπής, κι ο βόμβος της σιωπής κάτω
απ' τ' άδεια καθίσματα, μαζί με φλούδες από ηλιόσπορους και στριμμένα εισιτήρια,
με κάτι κουμπιά, ένα μαντίλι δαντελένιο, ένα κομμάτι κόκκινο σπάγγο.

...Κ΄εκείνη η σκηνή, πάνω στα τείχη της Τροίας, - να αναλήφθηκα τάχα στ' αλήθεια
αφήνοντας να πέσει απ' τα χείλη μου - ; Καμμιά φορά δοκιμάζω και τώρα,
εδώ πλαγιασμένη στο κρεββάτι, ν' ανοίξω τα χέρια, να πατήσω
στις μύτες των ποδιών - να πατήσω στον αέρα, - το τρίτο λουλούδι - ( απόσπασμα )


Γιάννης Ρίτσος, Ελένη, Τέταρτη Διάσταση , Κέδρος 1990, 24η έκδοση

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε την Ελένη το 1970 ενώ βρισκόταν εξόριστος στο Καρλόβασι της Σάμου. Η Ελένη είναι ένας μονόλογος που χαρακτηρίζεται για τη θεατρικότητά του. Απαγγέλλλεται μπροστά σ' ένα βουβό πρόσωπο. Την αρχή και το τέλος του μονολόγου πλαισιώνουν δυο περιγραφές - παρένθετες -που αποτελούν σκηνοθετικές οδηγίες. Η θεματολογία προέρχεται από τα Τρωικά , αλλά ο ποιητής προβάλλει σύγχρονα κοινωνικά και ιστορικά ζητήματα. Με αυτό τον τρόπο τα μυθολογικά πρόσωπα αποκτούν μια άλλη διάσταση πιο κοντά στη νεοελληνική καθημερινότητα.


Το 2009 ο  Βασίλης Παπαβασιλείου σκηνοθέτησε και ερμήνευσε την Ελένη .

"Το θέατρο του Ρίτσου είναι ένα θέατρο γλώσσας και ιδεών. Το ανθρώπινο πάθος, είτε τη “γυναικεία” ψυχή αφορά είτε την “ανδρική”, φωτίζεται στοργικά και συνάμα ανελέητα ως έρμαιο μιας υπέρτερης διαπλοκής δυνάμεων, που φέρουν τα ωραία ονόματα Πόθος, Δόξα, Ομορφιά, και συνθέτουν το δίχτυ της Μοίρας μας.
Στους “μονολόγους” του Ρίτσου το πάθος δεν εκτίθεται ως άμεσο βίωμα, αλλά ως αναδρομή. Όχημα αυτής της αναδρομής είναι η γλώσσα. Κάτι περισσότερο: η γλώσσα και το παιχνίδι της είναι η μόνη ταυτότητα των ηρώων του. Οι κατά συνθήκη ονομασίες, Αίας , Ορέστης, Ελένη, κτλ. δε σηματοδοτούν ατομικές οντότητες, αλλά κόμπους του Μύθου ή, μ΄ άλλα λόγια, της ακατάλυτης δύναμης του Απρόσωπου που εξυφαίνει, που πλέκει τη μικρή ζωή του καθενός μας. Τι άλλο έκανε η αρχαία τραγωδία." ( Πηγή)






Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη ...

Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του Ελένη παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή του μύθου . Η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία με τον Πάρη. Η Ήρα θέλοντας να εκδικηθεί την Αφροδίτη ,έστειλε τον Ερμή , άρπαξε την Ελένη και την οδήγησε στην Αίγυπτο. Στη θέση της έβαλε ένα είδωλο, ένα ομοίωμα της Ελένης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι Έλληνες και οι Τρώες πολεμούσαν χρόνια για έναν ίσκιο, για ένα τίποτα.

  Η νέα αυτή εκδοχή δεν ήταν επινόηση του Ευριπίδη. Ένας άλλος ποιητής , ο Στησίχορος (632/631π.Χ.)  από την Ιμέρα της Σικελίας , την είχε παρουσιάσει   στο ποίημά του Παλινωδία :

οὐκ ἔστ᾽ ἔτυμος λόγος οὗτος,
οὐδ᾽ ἔβας ἐν νηυσὶν εὐσέλμοις,
οὐδ᾽ ἵκεο Πέργαμα Τροίας·
Αυτή η ιστορία δεν είναι αληθινή
Δεν μπήκες στα καράβια με τα ωραία σκαμνιά
ούτε έφτασες στα παλάτια της Τροίας  

 
  Η τραγωδία Ελένη παίζεται  στην Αθήνα το 412π.Χ. Την εποχή εκείνη οι Αθηναίοι έχουν υποστεί μια μεγάλη ήττα, μια πανωλεθρία μετά την εκστρατεία τους στη Σικελία. Ο Ευριπίδης εκτός από τις αντιθέσεις που προβάλλει ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα, στη γνώση και στην άγνοια,στο πραγματικό και στο φαινομενικό παρουσιάζει και μια διαφορετική αντίληψη για τον πόλεμο. Ο πόλεμος είναι πηγή μεγάλων συμφορών και δεν υπάρχουν νικητές, γιατί όλοι υφίστανται στον ένα ή στον άλλο βαθμό τα δεινά του . Οι νικητές και οι νικημένοι είναι εξ ίσου τραγικά πρόσωπα. Καλλιεργεί ένα ξεχωριστό είδος τραγικότητας προβάλλοντας το παράλογο και τη ματαιότητα του πολέμου. 

 "... κλάψε 
  τον πόνο και τα δάκρυα
  των γυναικών της Τροίας
  γι' αυτούς που θέρισε κοντάρι ελληνικό..."

 " Με πετροβόλημα και με κοντάρι 
  πλήθος χαθήκαν οι Αχαιοί
  και κατοικούν στον άραχλο Άδη τώρα`
  οι δύστυχες γυναίκες τους πενθώντας
  έκοψαν τα μαλλιά` απομείναν
  έρμα τα σπίτια, δίχως άντρες..." ( Ευριπίδη Ελένη,από το α΄στάσιμο)

Το 1953 ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε την Ελένη. Ο ποιητής εμπνέεται από το ομώνυμο έργο του Ευριπίδη και επεξεργάζεται τη μυθολογική παραλλαγή, με αφορμή τον αγώνα των Κυπρίων, για να εκφράσει το δικό του ερώτημα , τις δικές του σκέψεις και τα  συναισθήματα για τη συνέχιση των πολέμων και την απώλεια χιλιάδων ανθρώπινων ζωών
Ο Σεφέρης εναλλάσσει τη φωνή του με εκείνη του Τεύκρου και αναπτύσσει το θέμα του ανθρώπου που γίνεται πραμάτεια , θύμα δόλου και απάτης.
 
 ΤΕΥΚΡΟΣ

... ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν

οἰκεῖν Ἀπόλλων, ὄνομα νησιωτικόν

Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας.

.................................................................

ΕΛΕΝΗ

Οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρῳάδ’, ἀλλ’ εἴδωλον ἦν.

....................................................................

ΑΓΓΕΛΟΣ

Τί φῄς;

Νεφέλης ἄρ’ ἄλλως εἴχομεν πόνους πέρι;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ



«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»



Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλων,

συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους

στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές

αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.

Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη

βήματα και χειρονομίες∙ δε θα τολμούσα να πω φιλήματα∙

και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.



«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»


Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;

Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:

καινούριους τόπους, καινούριες τρέλες των ανθρώπων

ή των θεών∙

                                                η μοίρα μου που κυματίζει

ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα

και μιαν άλλη Σαλαμίνα

μ’ έφερε εδώ σ’ αυτό το γυρογιάλι.

                                                Το φεγγάρι

βγήκε  απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη∙

σκέπασε τ’ άστρα του Τοξότη, τώρα πάει νά ‘βρει

την Καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει.

Που είν’ η αλήθεια;

Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης∙

το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.



Αηδόνι ποιητάρη,

σαν και μια τέτοια νύχτα στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα

σ’ άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,

κι ανάμεσό τους –ποιος θα το ‘λεγε;– η Ελένη!

Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.

Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου∙ την άγγιξα μου μίλησε:

«Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια» φώναζε.

«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.

Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».



Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό

το ανάστημα

ίσκιοι και χαμόγελα παντού

στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα∙

ζωντανό δέρμα, και τα μάτια

με τα μεγάλα βλέφαρα,

ήταν εκεί στην όχθη ενός Δέλτα.

                        Και στην Τροία;

Τίποτε στην Τροία – ένα είδωλο.

Έτσι το θέλαν οι θεοί.

Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν

πλάσμα ατόφιο∙

κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.



Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.

Τόσα κορμιά ριγμένα

στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης∙

τόσες ψυχές

δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.

Κι οι ποταμοί φούσκωναν μες στη λάσπη το αίμα

για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη

μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

Κι ο αδερφός μου;

                        Αηδόνι αηδόνι, αηδόνι,

τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;



«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»



Δακρυσμένο πουλί,

στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη

που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,

άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι,

αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,

αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν

τον παλιό δόλο των θεών∙

                                                αν είναι αλήθεια

πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,

ή κάποιος άλλος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη

ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος, που ωστόσο

είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,

δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει

μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε

πως τόσος πόνος τόση ζωή

πήγαν στην άβυσσο

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.


Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Λήδα και κύκνος

Ο δικός μου τόπος 
η ξακουστή ' ναι Σπάρτη και πατέρας
ο Τυνδάρεως` μια φήμη ωστόσο λέει
πως παίρνοντας ο Δίας θωριά κύκνου, 
πέταξε προς τη μάνα μου, τη Λήδα,
κάποιον αϊτό για να ξεφύγει τάχα, 
κι έτσι μαζί της δολερά έχει σμίξει,
αν είναι αλήθεια. Ελένη τ' όνομά μου

Η Λήδα και ο Κύκνος, έργο του Τιμοθέου, π. 370 π.Χ. Αντίγραφο. Ρώμη, Μuseo Capitolino
Πηγή: Αρχαιολογία







Αα! Τύχη πολυστέναχτη 
και πικραμένη μοίρα που έχεις!
Αγλύκαντη ζωή από τότε 
που σ' έσπειρεν ο Δίας, όταν
σαν κύκνος λευκοφτέρουγος 
αστράφτοντας μες στον αιθέρα
μπήκε στης μάνας σου τον κόρφο.

Peter Paul Rubens,Leda and the Swan
Πηγή: Wikipaintings


Οι στίχοι είναι από την τραγωδία του Ευριπίδη, Ελένη

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Τα μοιρολόγια του γάμου

 Ο Ευριπίδης και η "Ελένη" μας έδωσαν πάλι ένα ερέθισμα για να προσεγγίσουμε όχι το θέμα του γάμου γενικά , αλλά το γάμο σε σχέση με τη γυναίκα και τη μοίρα που της είχε ορίσει η κοινωνία ανεξάρτητα από τη θέλησή της . Λέει ο Αγγελιαφόρος απευθυνόμενος στην Ελένη μετά την αναγνώριση
     ...Θυμάμαι
       το γάμο σου, στο νου μου ξαναφέρνω
       πως έτρεχα βαστώντας τις λαμπάδες
       πλάι στο αμάξι σου κι εσύ νυφούλα
       μαζί μ' αυτόν το πατρικό σου σπίτι
       το ευτυχισμένο χαιρετούσες
  


Ο γάμος για τις γυναίκες , ακόμα κι αν ανήκαν στη βασιλική οικογένεια, ήταν αγοραπωλησία. Και η κόρη ήταν υποχρεωμένη να εγκαταλείψει την οικογένεια της και το σπίτι της και να ακολουθήσει τον σύζυγό της στο δικό του σπίτι για πάντα.Ο πατέρας της κόρης μετά τη μνηστεία (εγγύη) μεταβίβαζε τα δικαιώματά του στο γαμπρό και αυτός αποκτούσε τη νομική κυριότητα και την προίκα , δηλαδή χρήματα, ιματισμό, πολύτιμα αντικείμενα και δούλους. Η ποσότητα βεβαίως εξαρτιόταν και από την οικονομική κατάσταση και την κοινωνική θέση της οικογένειας της νύφης.
Μετά την τελετή του γάμου και το γαμήλιο τραπέζι, η νύφη επιβιβάζεται στην άμαξα ανάμεσα στον σύζυγό της και τον" πάροχο "( φίλο του γαμπρού).Μπροστά πηγαίνουν αυλητές και τρεις κόρες που κρατούν κόσκινο, ρόκα και αδράχτι, σύμβολα νοικοκυροσύνης, ακολουθεί η γαμήλια άμαξα και η μητέρα της νύφης με αναμμένο πυρσό, φίλοι και συγγενείς με αναμμένες λαμπάδες που τραγουδούν τον υμέναιο με κιθάρες και αυλούς.
"Στην μίαν γίνονταν του γάμου χαροκόπι·                                                                                  
νυφάδες απ’ τα γονικά συνόδευαν στην πόλιν
με τα δαδιά και αλαλαγμός σηκώνετο υμεναίου·
και αγόρια κει στριφογυρνούν εις τον χορόν τεχνίτες,
αυλοί, κιθάρες αντηχούν στην μέσην και οι γυναίκες
ολόρθες εις τα πρόθυρα θεωρούσαν κι εθαυμάζαν.  "( Ιλιάδα ραψ.Σ 490-496)  



Χιλιάδες χρόνια από τότε πολλά άλλαξαν στις κοινωνίες,η διαδικασία του γάμου όμως ελάχιστα διαφοροποιήθηκε. Μέχρι και πριν από μερικά χρόνια εξακολουθούσε ο πατέρας ή ο μεγάλος αδελφός να παζαρεύει το γάμο της κόρης ή αδελφής. Τα κορίτσια στην οικογένεια ήταν βάρος, φόρτωμα, διότι η παντρειά τους εξασφάλιζε την κοινωνική καταξίωση της οικογένειας ( μεγάλο το πρόβλημα των ανύπαντρων κοριτσιών) αλλά και η προίκα που έπρεπε να δοθεί στο γαμπρό την  απασχολούσε σημαντικά. Ποιος θα έπαιρνε κορίτσι δίχως προίκα ;

Ο Παπαδιαμάντης δίνει αριστουργηματικά την εικόνα του προβλήματος στη "Φόνισσα".
Η Φραγκογιαννού σκότωνε τα κορίτσια για να τα απαλλάξει αυτά από τα βάσανα και να λυτρώσει τις οικογένειές τους

"Άμα απήλθεν η Αμέρσα, η Φραγκογιαννού, ζαρωμένη πλησίον της γωνίας, μεταξύ της εστίας και του λίκνου, έχασεν εκ νέου τον ύπνον της, και ήρχισε να συνεχίζη τους πικρούς και πόρρω πλανωμένους διαλογισμούς της. Όταν λοιπόν εξενιτεύθησαν εις την Αμερικήν οι δύο μεγαλύτεροι υιοί, και η Δελχαρώ εμεγάλωσεν, ανάγκη ήτο αυτή η μήτηρ να φροντίση διά την αποκατάστασιν της κόρης, καθότι ο γέρων, ο «Λογαριασμός», δεν διέπρεπεν επί δραστηριότητι. Λοιπόν ηξεύρει όλος ο κόσμος τι σημαίνει μία μήτηρ να είναι συγχρόνως και πατήρ διά τας κόρας της, και να μην είναι τουλάχιστον μήτε χήρα. Οφείλει η ιδία και να υπανδρεύση και να προικίση και προξενήτρια και πανδρολόγισσα να γίνη. Ως ανήρ οφείλει να δώση οικίαν, άμπελον, αγρόν, ελαιώνα, να δανεισθή μετρητά, να τρέξη εις του συμβολαιογράφου, να υποθήκευση. Ως γυνή, πρέπει να κατασκευάση ή να προμηθευθή «προίκα», τουτέστι παράφερνα, ήτοι σινδόνας, χιτώνια κεντητά, μεταξωτάς εσθήτας με χρυσοΰφαντα ποδογύρια. Ως προξενήτρια πρέπει ν' ανιχνεύση γαμβρόν, να τον κυνηγήση, να τον αλιεύση, να τον ζωγρήση. Και οποίον γαμβρόν!"

Μετά  την τελετή του γάμου η κοπέλα ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει τον άνδρα της στο σπίτι του όπου θα ζούσε με τα πεθερικά. Οι γονείς της νύφης στην ουσία τη διέγραφαν από την οικογένεια, δεν ανήκε πλέον σ' αυτούς αλλά στον άνδρα της και στους γονείς του. Πολύ σκληρό αυτό . Παρ΄όλα αυτά οι ίδιες οι γυναίκες το διαιώνιζαν στα δικά τους τα κορίτσια.

Στην παραλογή " Του νεκρού αδελφού" ένα από τα βασικά θέματα είναι ο θεσμός του γάμου και ο ξενιτεμός της κόρης. Η μοίρα της κόρης καθορίζεται από τα συμφέροντα της οικογένειας. Η ίδια δεν έχει γνώμη.

 
" Στη λαϊκή πίστη ο θάνατος και ο γάμος θεωρούνταν ουσιαστικά  παράλληλες περιστάσεις , που σηματοδοτούν τη μετάβαση από μια φάση του κύκλου της ανθρώπινης ζωής σε μια άλλη. Η νύφη αφήνει το πατρικό της για να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή και, καθώς διαβαίνει για τελευταία φορά ανύπαντρη το κατώφλι του σπιτιού της, οι δικοί της την αποχαιρετούν σαν να ήταν πεθαμένη, ενώ αυτή αποκρίνεται με παράπονα που ανακαλούν την ανάλογη στάση των νεκρών στα μοιρολόγια...
                      Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερο μαύρ΄ημέρα
                               σήμερ' αποχωρίζεται μάνα τη θυγατέρα.
                                Άνοιξαν οι εφτά ουρανοί τα δώδεκα βαγγέλια.
                               κι επήραν το παιδάκι μου από τα δυο μου χέρια.
                                Μισεύγεις, θυγατέρα μου, και πλιο δε θα γελάσω,
                               σάββατο πλιο δε θα λουστώ, ουδ΄εορτή θ΄αλλάξω.
(Μοιρολόι γάμου από την Κρήτη)
Τη στιγμή που η νύφη απευθύνει τους τελευταίους τελετουργικούς χαιρετισμούς στους συγγενείς της, η μητέρα της καταρέει, φωνάζοντας, όπως και στους αγαπημένους νεκρούς που φεύγουν:
              " Μισεύγεις, παν τα μάθια μου, πα η παρηγοριά μου
                    παν τα κλειδιά του κόρφου μου κι ο στύλος τση καρδιάς μου"
Όταν φτάνει ο ιερέας, είναι σειρά της νύφης να θρηνήσει και να δείξει απροθυμία να αφήσει την οικογένειά της. Κάποιες φορές ζητά να την πιέσουν:
                   - Σέρνε με κι ας κλαίω,
                              κι α κλαίω ποιο πειράζω;
                            - Σέρνε με κιας κλαίω κιόλας
Άλλοτε η νύφη παρακαλεί τη μητέρα της να την κρύψει. Η αντίσταση της, που δεν υπαγορεύεται μόνο από τις εθιμικές συμβάσεις, αλλά οφείλεται εν μέρει και στον πραγματικό της φόβο για την επικείμενη ενηλικίωση, επαναφέρει τη μητέρα στα λογικά της:
                  
                 Άσπρη κατάσπρη βαμβακιά την είχα στην αυλή μου,
                         τη σκάλιζα, την πότιζα, την είχα για δική μου.
                         Μα 'ρθε ξένος κι απόξενος, ήρθε και μου την πήρε.
                       - Κρύψε με, μάνα, κρύψε με, να μη με πάρει ο ξένος.
                       - Τί να σε κρύψω, μάτια μου , που συ του ξένου είσαι
                        του ξένου φόρια φόρεσε, του ξένου δαχτυλίδια, 
                         γιατί του ξένου είσαι συ κι ο ξένος θα σε πάρει.
( Margaret Alexiou, Ο τελετουργικός θρήνος στην ελληνική παράδοση, Μ.Ι.Ε.Τ, 2002)
 
Στην Ήπειρο την ώρα που εγκαταλείπει η νύφη το σπίτι της τραγουδούν μοιρολογώντας:
 Πρώτο τραγούδι:

Σειστήτε όρη και βουνά περβόλια και τα δάση
σήμερα τη Μανούλα της η Νύφη θα τη χάσει.
Μα από χαρά τα δάκρυα κι απ’ τη χαρά τους κλαίουν
κάθε γονιού ν’ αξιώνει ο Θιος παιδιά τους να παντρεύουν.
Κλαίνε απαρηγόρητα και τα πουλιά στα δάση
κλαίει και τούτη η γειτονιά την κόρη που θα χάσει.

Δεύτερο τραγούδι:

Αφήνω γεια στη γειτονιά και γεια στους εδικούς μου
αφήνω και στη μάνα μου τρια υαλιά φαρμάκι
τόνα να πίνει το ταχύ τ’ άλλο το μεσημέρι
το τρίτο το πικρότερο τις πίσημες ημέρες.
       
Στην Ήπειρο ο γάμος ξεκινάει με ένα μοιρολόι , το μοιρολόι του γάμου   


Αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας


Και  ένας γάμος που μπορεί να είναι και ματωμένος πάντα υπάρχει ένας ποιητής να τον υμνήσει .Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ματωμένος Γάμος, απόδοση Νίκος Γκάτσος , Μουσική Μάνος Χατζιδάκις
 
 




                    





Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Τραγούδια για την Ελένη

Αυτή η ανάρτηση είναι αφιερωμένη με πολλή  αγάπη στους μαθητές μου της Γ΄τάξης  κι ας με... παιδεύουν καθημερινά. Στο σημερινό μάθημα,στην "Ελένη" του Ευριπίδη, ανέφερα ότι η Ελένη υπήρξε πηγή έμπνευσης για συγγραφείς, ζωγράφους, γλύπτες, ποιητές, μουσικούς, στιχουργούς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Απ' όλους αυτούς τους καλλιτέχνες το ενδιαφέρον "τράβηξε" η μουσική.
" Υπάρχουν τραγούδια με θέμα την Ελένη;"
"Αρκετά"
" Πείτε μας μερικά"
 Αναφέρω μερικούς στίχους αλλά πού να θυμάμαι και όλα τα τραγούδια. Και τότε μου ζητούν
" μια αφιέρωση , κυρία, στο ofisofi".

 Στίχοι: Κώστας Καρτελιάς
 Μουσική:Μίκης Θεοδωράκης



  "Ελένη"
Από τον κύκλο τραγουδιών "Αργοναύτες"

Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης

Απαγγελία: Αλέξης Κωστάλας








Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

" " σ' άλλες γυναίκες η ομορφιά χαρίζει χαρά, το χαλασμό σε μένα μόνο ..."

Helen of Troy από την Εβελίν ντε Μόργκαν (1898, Λονδίνο).
 Στην "Ελένη" του Ευριπίδη ακούμε την ηρωίδα να θρηνεί για την ομορφιά της, που τη θεωρεί μία από τις αιτίες της δυστυχισμένης ζωής της:
" 'Αλλόκοτη κι ολάκερη η ζωή μου
   δύο οι φταίχτες, η Ήρα κι η ομορφιά μου
   Αχ! να σβηνόμουν πάλι σαν εικόνα
   κι αντί για την ωραία θωριά μου ετούτη
   μεγάλη ασκήμια να' χα, να ξεχνούσαν
   την τωρινή μου οι Έλληνες τη φήμη
   κι ό,τι καλό δικό μου να κρατούσαν,
   όπως θυμούνται τώρα το κακό..."

  " Έχω τόσο βαθιά στη δυστυχία βουλιάξει
     σ' άλλες γυναίκες η ομορφιά χαρίζει
     χαρά, το χαλασμό σε μένα μόνο..."

  " τα δώρα που μου χάρισεν η Κύπρη
     ατέλειωτα γεννήσαν μοιρολόγια,
    αρίφνητο αίμα, δυστυχίες
    πάνω στις δυστυχίες,
    θρήνους στους θρήνους, συμφορές..."

Σ' αυτούς τους στίχους είναι κυρίαρχη η ιδέα ότι η ομορφιά είναι καταστροφική και προκαλεί μεγάλο πόνο είτε στον ίδιο τον όμορφο είτε στους άλλους. Το θέμα αυτό είναι γνωστό μέσα από τους μύθους του Άδωνη 
Η Αφροδίτη και ο Άδωνις. Αττική ερυθρόμορφη λήκυθος σε σχήμα αρυβάλλου από τον καλλιτέχνη Αίσονα, περ. 410 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου.

 του Νάρκισσου
Νάρκισσος του Καραβάτζιο

στο παραμύθι της Χιονάτης  και των Επτά Νάνων και στις διάφορες παραλλαγές του

"Η Χιονάτη". Εικονογράφηση του Heinrich Leutemann ή του Carl Offterdinger  

"Το βασιλόπουλο βλέπει τη Χιονάτη στο φέρετρο"'. Εικονογράφηση του Alexander Zick
 αλλά και σε δημοτικά τραγούδια όπως το πολύ γνωστό " Ο Μενούσης".
Θα σταθώ όμως περισσότερο σε μια ιστορία που μας αφηγείται ο Ηρόδοτος στη νουβέλα" Η γυναίκα του Κανδαύλη" , γιατί νομίζω ότι δεν είναι τόσο γνωστή στους περισσότερους Ο Κανδαύλης ήταν τύραννος των Σάρδεων και όχι μόνο ήταν πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα του αλλά πίστευε ότι ήταν και η πιο ωραία . Παίνευε τόσο πολύ την ομορφιά της γυναίκας του στον έμπιστό του Γύγη αλλά επειδή νόμιζε ότι αυτός δεν τον πίστευε του πρότεινε να τη δει μια μέρα γυμνή για να πεισθεί .
"Γύγη, επειδή δε νομίζω πως πείθεσαι σε όσα σου λέω για την ομορφιά της γυναίκας μου (στα αυτιά συμβαίνει οι άνθρωποι να πιστεύουν λιγότερο απ' ότι στα μάτια τους), δέξου να την δεις εκείνη γυμνή". Αυτός όμως αναφώνησε κι είπε: "Κύριε μου, τί λόγο αρρωστημένο μου λες, παρακινώντας με, την κυρά μου να την δω γυμνή; Μα από τη στιγμή που μια γυναίκα βγάζει το ρούχο της, αφήνει ακάλυπτη και την ντροπή της. Από τα παλιά χρόνια βρήκαν οι άνθρωποι γνώμες σοφές, που πρέπει να μας διδάσκουν· μια από αυτές είναι και τούτη: να κοιτάζει καθένας τη δουλειά του. Εγώ δέχομαι πως εκείνη είναι από όλες τις γυναίκες η πιο όμορφη, και σου ζητώ να μη ζητάς πράγματα άνομα".

Όσο κι αν προσπάθησε ο Γύγης να αποφύγει μια τέτοια πράξη δεν το κατόρθωσε διότι ο βασιλιάς επέμενε και του πρότεινε συγκεκριμένο τρόπο για να μην τον καταλάβει η γυναίκα του:
 "Θάρρος, Γύγη, και μη φοβάσαι ούτε εμένα, πως ίσως θέλοντας να σε δοκιμάσω κάνω μια τέτοια πρόταση, ούτε και τη γυναίκα μου, μήπως από κείνη σε βρει κάποιο κακό. Γιατί εγώ έτσι καλά θα στήσω τη μηχανή από την αρχή, ώστε εκείνη να μην πάρει είδηση ότι εσύ την είδες. Μόνος μου θα σε στήσω μέσα στο δωμάτιο που κοιμόμαστε, πίσω από το ανοιχτό θυρόφυλλο· αμέσως μετά από μένα θα έλθει και η γυναίκα μου για ύπνο. Κοντά στην είσοδο βρίσκεται ένα θρονί· πάνω σ' αυτό βγάζοντας ένα προς ένα τα ρούχα της θα τα αποθέσει και θα μπορέσεις έτσι με όλη σου την ησυχία να τη θαυμάσεις. Όταν προχωρήσει από το θρονί προς το κρεβάτι, και βρεθείς πίσω από την πλάτη της, μόνος σου κοίτα από κει και πέρα να μη σε δει που θα γλιστράς από την πόρτα".

Το αποτέλεσμα  δεν ήταν το αναμενόμενο διότι ο Γύγης έγινε αντιληπτός και η γυναίκα του Κανδαύλη παριστάνοντας την ανήξερη του στήνει παγίδα. Τον καλεί την άλλη μέρα και του βάζει το δίλημμα:
 "Τώρα δύο δρόμοι σου ανοίγονται, Γύγη, και σου δίνω το δικαίωμα να πάρεις όποιον από τους δυο θέλεις: ή σκότωσε τον Κανδαύλη και πάρε εμένα και τη βασιλεία των Λυδών, ή ο ίδιος αμέσως τώρα πρέπει να πεθάνεις, για να μη βλέπεις στο εξής, με την τυφλή σου υπακοή στον Κανδαύλη, όσα δε σου επιτρέπεται. Αλλά ή εκείνος που τα μηχανεύτηκε αυτά πρέπει να αφανιστεί, ή εσύ που εμένα με είδες γυμνή, κάνοντας μία πράξη άπρεπη".

Μη μπορώντας ο Γύγης να ξεφύγει  και θέλοντας να σώσει τη ζωή του ρωτάει:
"Αφού με αναγκάζεις να σκοτώσω τον αφέντη μου, κι ας μην το  θέλω, πες μου να ακούσω με ποιο τρόπο θα του επιτεθούμε". Και εκείνη πήρε το λόγο και είπε: "Από το ίδιο μέρος θά 'ρθει το χτύπημα, από όπου και κείνος με έδειξε γυμνή· πάνω στον ύπνο θα τον βρει" . 
 Με τραγικό τρόπο  ο Κανδαύλης πλήρωσε το πάθος του για την ομορφία της γυναίκας του αλλά και τη ματαιοδοξία του.
(Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του
Δ. Μαρωνίτη  "Ηρόδοτος, Επτά Νουβέλες και Τρία Ανέκδοτα", Άγρα 1981.)
Η ιστορία αυτή του Ηροδότου αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μεταγενέστερους συγγραφείς . Ο Δημήτρης Κορομηλάς έγραψε την  " Κλυτία" το 1886, θεατρικό έργο που επιχειρεί να δραματοποιήσει την ιστορία του Ηροδότου. Το 1952 η Μαργαρίτα Λυμπεράκη έγραψε ένα δράμα με τίτλο " Η γυναίκα του Κανδαύλη" . Το 1992 ο Μάικλ Οντάατζε γράφει το μυθιστόρημα  'Ο Άγγλος ασθενής", το οποίο το 1996 έγινε  ταινία που κέρδισε εννέα όσκαρ. Σ΄αυτό το βιβλίο λοιπόν ο συγγραφέας κάνει αναφορά στον Ηροδότο , στη "Γυναίκα του Κανδαύλη" και αναφέρει ακριβώς την ιστορία όπως την αφηγείται ο Ηρόδοτος.( οι πληροφορίες από http://www.palmografos.com/permalink/8561.html ).








 
















Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

"ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα , ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε , κ΄η ομορφιά του ανθρώπου...''

Με αφορμή το θάνατο του Γιάννη Ρίτσου στις 11Νοεμβρίου 1990 και την " Ελένη" του Ευριπίδη που διδάσκεται στην Γ΄Γυμνασίου

Γιάννης Ρίτσος
Μια "ανάγνωση" στην "Ελένη" του
 Γιώργη Γιατρομανωλάκη,αποσπάσματα μιας εισήγησής του στο Διεθνές Συνέδριο που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο Βρυξελλών το 1996 με θέμα το μύθο της Ελένης. Η εισήγηση του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, που αφορά στην "Ελένη" του Ρίτσου, έχει δημοσιευτεί ολόκληρη στο περιοδικό "Πολίτης".

"Ενα πολιτικό ποίημα;"
Η "Ελένη" (με άρθρο οριστικό) γράφεται, σύμφωνα με το χρονολογικό δείκτη στο τέλος του ποιήματος, στο Καρλόβασι από τον Μάιο ως τον Αύγουστο του 1970, όπου βρίσκεται ο ποιητής περιορισμένος κατ' οίκον από τη δικτατορία του 1967. Τυπώνεται αυτοτελώς το Μάρτιο του 1972, με ένα χαρακτικό της Βάσως Κατράκη και φέρει την αφιέρωση Στη μνήμη της ΝΙΝΑΣ της αδελφής μου. Η Νίνα πεθαίνει τον Φεβρουάριο του 1970 και ο θάνατός της βυθίζει τον ποιητή σε μεγάλο πένθος. Η πάντοτε επαρκώς πληροφορημένη Χρύσα Προκοπάκη στην πρώτη σημείωση της μελέτης της "Πορεία προς τη "Γκραγκάντα"" γράφει: "Πρότυπο για την ανάπλαση της μυθολογικής Ελένης στάθηκε η χαμένη μορφή της αδελφής" του Ρίτσου.
Η Τέταρτη Διάσταση
Η Τέταρτη Διάσταση αποτελεί μια ιδιαιτέρως σημαντική και σημαδιακή συλλογή του Ρίτσου. Συγκροτείται μέσα σε είκοσι περίπου χρόνια και αποτελείται από 18 μεγάλα πεζόμορφα ποιήματα, τα περισσότερα των οποίων έχουν ως θέμα - τίτλο ένα μυθολογικό, πιο συγκεκριμένα ένα τραγικό πρόσωπο, τον Ορέστη, τον Αγαμέμνονα, τον Φιλοκτήτη, τη Φαίδρα, την Περσεφόνη ή την Ιφιγένεια. Πρόσωπα κυρίως από τον οίκο των Ατρειδών, ή πρόσωπα του τρωικού και του αθηναϊκού κύκλου - περιέργως όχι από τον οίκο των Λαβδακιδών. Τα μεγάλα αυτά κείμενα αρχίζουν να γράφονται από το 1956. Εναρκτήριο ποίημα της συλλογής είναι η λιτή "Σονάτα του σεληνόφωτος" (1956) και το τελευταίο (χρονολογικά) η "Φαίδρα" (1954). Τα περισσότερα από αυτά τα ποιήματα εκφέρονται ως μονόλογοι, συνήθως από το επώνυμο πρωταγωνιστικό πρόσωπο με αποδέκτη κάποιον φίλο, σύντροφο ή επισκέπτη. Η Σονάτα, λ.χ., που εγκαινιάζει αυτό το ποιητικό είδος, έχει δύο δραματικά πρόσωπα: τη Γυναίκα με τα Μαύρα που μιλεί, μονολογεί και τον (ανώνυμο) Νέο που την ακούει σιωπηλός. Ανάλογα είναι και τα δραματικά πρόσωπα της "Ελένης", κάτι που πιστεύω δεν είναι τυχαίο. Η γερασμένη Ελένη (Γριά - γριά - εκατό, διακόσω χρονώ, όπως περιγράφεται) μονολογεί ή μάλλον απευθύνει το λόγο χωρίς καμιά διακοπή σε κάποιον ανώνυμο Επισκέπτη, νεότερο οπωσδήποτε από αυτήν, παλαιότερα θαυμαστή της, τώρα βουβό πρόσωπο.
Η θεατρικότητα αυτών των κειμένων δηλώνεται από το γεγονός ότι έξω από τον ποιητικό μονόλογο, προτού δηλαδή αρχίσει και αμέσως μόλις περατωθεί το ποιητικό κείμενο, υπάρχουν τυπωμένα με διαφορετικά στοιχεία (μέσα σε παρένθεση, πάντοτε) κάποια εισαγωγικά, "σκηνοθετικά" σχόλια. Τα Σχόλια εκφέρονται σε τρίτο πρόσωπο και είναι προφανές ότι ανήκουν σε κάποιο πρόσωπο που βρίσκεται έξω από τη δράση του ποιήματος - στον ίδιο τον αόρατο και ωστόσο πανταχού παρόντα σκηνοθέτη Ποιητή. Τα Σχόλια αυτά είναι ποικίλου περιεχομένου, καθώς άλλοτε περιγράφουν το πρόσωπο που ομιλεί, τις κινήσεις, τα ενδύματά του, άλλοτε περιγράφουν το χώρο, εξωτερικό ή εσωτερικό, όπου, συχνά, μας προσφέρουν κάποια ρεαλιστική σκηνογραφία ή σκηνοθεσία - συνήθως έχουμε κάποιο κλειστό χώρο, μια ημιφωτισμένη κάμαρα με ευδιάκριτα τα ίχνη της ανεπανόρθωτης φθοράς, και κάποια απομεινάρια περασμένου μεγαλείου - άλλοτε πάλι μας παρέχουν κρίσεις και πληροφορίες.
Στην "Ελένη" τα Σχόλια είναι εκτενέστερα - άλλωστε η Ελένη είναι σχεδόν τριπλάσια σε μέγεθος από τη "Σονάτα", 4 σελίδες το ένα ποίημα 11 το άλλο. Αυτό που περιγράφεται στα εναρκτήρια Σχόλια είναι η επίσκεψη στην Ελένη, ύστερα από χρόνια, ενός παλαιού γνωστού της και προφανώς θαυμαστή της. Η Ελένη ζει σε μια παλαιά αρχοντική μονοκατοικία με κήπο και αγάλματα, στα πρόθυρα της κατάρρευσης: φθορά, ασοβάντιστοι τοίχοι, πεσμένοι, ξεθωριασμένα παραθυρόφυλλα... η ίδια εγκατάλειψη στον κήπο... σιντριβάνια χωρίς νερό, μουχλιασμένα. Στα ωραία αγάλματα λειχήνες. Μια σαύρα ακινητούσε ανάμεσα στο στήθος μιας νεαρής Αφροδίτης, ζεσταμένη απ' τις τελευταίες ακτίνες του ηλιογέρματος. Ο διστακτικός επισκέπτης χτυπά το κουδούνι, του ανοίγουν ύστερα από κάποια καθυστέρηση. Ακολουθεί η περιγραφή του εσωτερικού, όπου έχουμε την εικόνα της θλιβερής Κρεβατοκάμαρας - εδώ κατά ειρωνικό τρόπο βρίσκεται η σκηνή του δράματος - με την ασάλευτη, καθισμένη στο κρεβάτι της Ελένη. Μετά το μακρύ μονόλογό της, όταν γέρνει το κεφάλι και αποκοιμιέται, ο επισκέπτης, εγκαταλείπει το σπίτι μέσα σ' ένα αόριστο φόβο. Ομως οι φωνές των υπηρετριών, τον επαναφέρουν πίσω: Η Γριά γυναίκα δεν κοιμάται, έχει πεθάνει. Ακολουθεί η λεηλασία του σπιτιού, ο ερχομός της αστυνομίας και η μεταφορά της νεκρής στο Νεκροτομείο. Μόνο τότε φεύγει ο Επισκέπτης, μέσα στο φεγγαρόφωτο κι εκείνος, όπως και ο Νέος της Σονάτας, αλλά χωρίς την αισιοδοξία του Νέου: Στράφηκε και κοίταξε. Είχε βγει το φεγγάρι. Φωτίζονταν αχνά τα αγάλματά της, μόνα, δίπλα στα δέντρα, έξω από το σφραγισμένο σπίτι. Και ένα ήσυχο, παραπλανητικό φεγγάρι.
Πού θα πήγαινε τώρα;
Ο μύθος
Δεν προτίθεμαι να μιλήσω για τη σημασία της μορφής και του μύθου της Ελένης στην ελληνική και στην ευρωπαϊκή τέχνη και λογοτεχνία, αρχαία και νεότερη. Αλλωστε πολλοί έχουν ήδη μιλήσει για το θέμα αυτό. "Ούτε θα δοκιμάσω να συγκρίνω τον τρόπο με τον οποίο ο Ρίτσος προσλαμβάνει το συγκεκριμένο μύθο, με τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουν και χρησιμοποιούν το μύθο άλλοι Ελληνες ποιητές, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης, ο Σινόπουλος κλπ. Ετσι κι αλλιώς υπάρχει στον Ρίτσο, όπως υπαινίχθηκε ήδη, μια ηθελημένη σύγχυση της μυθολογίας και της ιστορίας, της προσωπικής περίπτωσης και της πολιτικής κατάστασης, γεγονός που τον διακρίνει σαφώς από τους άλλους ποιητές. Η Ελένη, λ.χ., του Σεφέρη φαίνεται περισσότερο "ανεξάρτητη" από προσωπικά στοιχεία, όπως γίνεται με την Ελένη του Ρίτσου. Επιπλέον, η Ελένη του Ρίτσου, όπως συμβαίνει και με τα άλλα πρόσωπα της "Τέταρτης Διάστασης", ζει (και τούτο φαίνεται πολύ καθαρά) στο δικό μας καιρό, σε ένα δικό μας περιβάλλον όπου τα δεδομένα και τα στοιχεία (υλικά και μη) του πολιτισμού και της σύγχρονης ιστορίας συνείρονται με μυθολογικές αναφορές. Μπορούμε όμως να κάνουμε δυο τρεις γενικές, παρατηρήσεις που θα μας βοηθήσουν να εννοήσουμε καλύτερα τα πράγματα.
1. Ο Τρωικός πόλεμος, όπως αναφέρεται από τον Ρίτσο, λίγη σχέση έχει με το μυθικό (κατακτητικό ή όχι) πόλεμο του Ομήρου. Οπως έχουν παρατηρήσει και άλλοι, ο πόλεμος αυτός θυμίζει μάλλον τον ελληνικό Εμφύλιο.
2. Οι μυθολογικοί ή μη ήρωες και ηρωίδες της Τέταρτης Διάστασης (συμπεριλαμβάνεται και η Ελένη) αποτελούν ευδιάκριτες περσόνες του ποιητή. Τουλάχιστον σε ένα μεγάλο βαθμό η φωνή τους ηχεί ως φωνή του Ρίτσου.
3. Τα πρόσωπα που εκφέρουν τον ποιητικό μονόλογο, δηλαδή οι πρωταγωνιστές ήρωες των ποιημάτων, δεν εμφανίζονται ως πρόσωπα δρώντα, ως πράκτορες κάποιας εξελισσόμενης δράσης στο παρόν. Εμφανίζονται, είτε πριν από την ανάληψη κάποιου σημαντικού έργου, όποτε διαλογίζονται περί του πρακτέου (όπως, λ.χ., γίνεται στον "Ορέστη" και στον "Φιλοκτήτη"), είτε εμφανίζονται πριν από την τελική πράξη του βίου τους, λίγο πριν από το θάνατό τους και κάνουν λόγο για κάποιο ένδοξο παρελθόν ως τραγικοί εξάγγελοι, ή ρεπόρτερ (όπως, λ.χ., κάνουν ο Αγαμέμνων και η Ελένη).
http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=3747767&publDate=1998-11-15%2000:00:00.0

Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ, " Η Ελένη" του Γιάννη Ρίτσου

Ποια είναι η Ελένη;

....η Ελένη αντιμετωπίζεται ανθρώπινα για πρώτη φορά από τον Γιάννη Ρίτσο και είναι ο μόνος που τολμάει να γεμίσει το άδειο πουκάμισο.
 Το ποίημα αρχίζει μ' ένα σκηνικό πρόλογο και τελειώνει μ' έναν επίλογο επίσης σκηνικό. Αυτός είναι ένας τρόπος να περιχαρακώσει ο ποιητής το χώρο των διαδραματιζομένων...Το διαχρονικό στοιχείο δεσπόζει σε όλο το έργο. Ένας χρόνος αδιαίρετος που θα ήθελα να τον  ονομάσω μνήμη  τοπογραφική. Όσο αυτή η μνήμη βαθαίνει , τόσο και ανακαλύπτει τη συνέχεια της. Και ο θάνατος είναι στάση, όχι τέλος. Πάει πέρα απ' αυτόν για να βρει ό,τι μένει αθάνατο και να το ανασύρει στην επιφάνεια. Νεκροφάνεια ίσως. Ένας ελληνισμός που Γερνάει, φαίνεται πώς πέθανε και άξαφνα ξανανιώνει.
Ένας ατελείωτος μονόλογος είναι " Η Ελένη "μπροστά σ' έναν σιωπηλό επισκέπτη από τα περαμένα
   " Είταν πολύ νέος τότε` - εικοσιδύο; εικοσιτριώ;"
 Μπαίνει ο παλιός γνώριμος στον κήπο. Ένα κήπο σημερινό ή πριν τρεις χιλιάδες χρόνια. Το άγαλμα της Αφροδίτης σε μία γωνία.
" Κ' εκείνη; Όχι, όχι. - δεν είναι δυνατόν. Γριά- γριά- εκατό, διακόσω χρονώ. Πριν από πέντε χρόνια- Όχι , όχι . Το σεντόνι τρύπιο. Εκεί , ασάλευτη` καθιστή στο κρεββάτι` καμπουριασμένη"
Είναι η Ελένη. Αιώνιο σύμβολο και ιερό μνημείο και ρήμαγμα. Ο σκηνικός πρόλογος του ποιητή μύηση και υποβολή. Υπαρξιακή δραματοποίηση. Ξετυλίγεται ο θρύλος της απαστράπτουσας νεότητας και του θεϊκού κάλλους, οι διεργασίες, οι μεταμορφώσεις, η φθορά, ο θάνατος.
...Έχει αποδεχτεί τη μοίρα της , τη μοίρα του ανθρώπου που εγκαρτερεί. Έζησε σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους τόπους . Χιλιάδες ζωές. Γνωρίζει καλά το αναπόφευκτο. Και στα στερνά της αναπολεί,  ξεδιπλώνει στη μνήμη της έργα και ημέρες, ζυγιάζει κρίνει και αποφθέγγεται.
....Είδε και έζησε πολλά . Γνωρίζει πια τι σημαίνουν οι Ιθάκες, οι πόλεμοι , οι εχθρότητες, οι δόξες, ο μόχθος του ανθρώπου , η προσδοκία του. Και τώρα στο κατώφλι του θανάτου η Ελένη , εκατό, διακόσω και τριών χιλιάδων χρόνων , αναλογίζεται με στωικότητα το εφήμερο του βίου και το οδυνηρό αναπότρεπτο του τέλους. Ό,τι κρατάει στα χέρια της είναι στάχτη.
Ξαναζωντανεύει καταστάσεις και πρόσωπα, που χάραξαν βαθιά  σημάδια στη ζωή της- γιατί όχι στη ζωή της ανθρωπότητας- τα κατατάσσει με τη γαλήνη ενός αρχειοφύλακα, χωρίς οργή, χωρίς μνησικακίες. Με κατανόηση και σοφία. Μόνο πίκρα για τις φευγαλέες χαρές, για τη ματαιότητα των θρήνων, του πόνου και των παθών.
" Και γελάω. Πώς είταν δίχως νόημα όλα, δίχως σκοπό και διάρκεια και ουσία - πλούτη, πόλεμοι, δόξες και φθόνοι, κοσμήματα και η ίδια η ομορφιά μου.
Τι ανόητοι θρύλοι, κύκνοι και Τροίες και έρωτες κι ανδραγαθίες.
Συνάντησα πάλι σε πένθιμα , νυχτερινά συμπόσια τους παλιούς εραστές μου με άσπρα γένεια, με άσπρα μαλλιά, με κοιλιές ογκωμένες, σα νάταν έγκυοι κιόλας απ' το  θάνατο τους, να καταβροχθίζουν με μια ξένη βουλιμία τα ψημένα τραγιά , χωρίς να κοιτάζουν τη σπάλα - τι να κοιτάξουν; - μια επίπεδη σκιά τη γέμιζε  όλη με ελάχιστες κηλίδες.
(...) Τρόμαζα μόνο να βλέπω στη μορφή τους το πέρασμα και των δικών μου χρόνων. Έσφιγγα τότε τους μυώνες της κοιλιάς μου, έσφιγγα μ' ένα ψεύτικο χαμόγελο τα μάγουλά μου, σάμπως να στέριωνα μ' ένα φτενό δοκάρι δυό ετοιμόρροπους τοίχους."
Αυτό το σπαρακτικό στοιχείο της φθοράς και του ανεπίστροφου ερμηνεύει ο Ρίτσος, ένας ποιητής σπάνιας ευαισθησίας....
....Σπόρος και συνέχεια της  ζωής  η Ελένη του Ρίτσου. ..
(...) " Ω βέβαια , θα πρέπει πολύ να γεράσουμε , πολύ , ώσπου να γίνωμε δίκαιοι, να φτάσωμε εκείνη την ήμερη αμεροληψία, τη γλυκειά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις, στις κρίσεις, όταν δικό μας πια μερτικό δεν υπάρχει πια σε τίποτα πάρεξ σ' αυτή την ησυχία."
...Χαρακτηριστικό είναι όλο το αντιπολεμικό απόσπασμα μέσα σ' αυτό το ποίημα:
" Τώρα ξεχνώ τα πιο γνωστά μου ονόματα ή τα συγχέω μεταξύ τους-"
Αραδιάζει ονόματα η Ελένη: Πάρις, Μενέλαος, Ανδρομάχη, Αχιλλέας, Κασσάνδρα, Τεύκρος. Ποιο οι εχθροί , ποιοι οι φίλοι; Καμιά διαφορά , όλοι ίσοι στην ανάμνησή της, όλοι
(...) και ξαφνικά όλο το τοπίο με τα καράβια, τους ναύτες και τ' αμάξια, βούλιαξε μέσα στο φως και στην ανωνυμία.

...Τούτη η γυναίκα, δίχως το μύθο της ομορφιάς μα ούτε και της προσωπικής της ιστορίας, μπορεί να μιλάει αυτή την απλή την παντοτινή γλώσσα στον αιώνιο στρατιώτη
" Εσύ τι κάνεις; Είσαι πάντα στο στρατό; Να προσέχεις. Μη σκοτίζεσαι τόσο για ηρωισμούς, για αξιώματα και δόξες. Τι να τα κάνεις;...
...Ανταγωνισμοί, στερεμένες επιθυμίες, ματαιότητα. Να τι απομένει απ' τους πολέμους. Απομένει όμως και κάτι άλλο, η γνώση των συμφερόντων που τους γέννησαν. Κατακτητικά, οικονομικά συμφέροντα που τα ντύναμε με ιδεολογικά περιβλήματα, ενώ δεν ήταν παρά άδεια σακούλια που τα παραγεμίζαμε με άχυρο...
...Ο χρόνος είναι αδιαίρετος. Τριήρεις και τέθριππα συνυπάρχουν αρμονικά με το μεγάλο ρολόι της Μητρόπολης όπως υπάρχουν αμετακίνητα οι καθημερινές χειρονομίες των ανθρώπων. Σκέφτουμαι πως παιδί ο Ρίτσος, ανάμεσα σε μητέρα και αδελφές, θα παρακολουθούσε με έντσαη και προσοχή κάθε κίνησή τους και τις κατέγραφε τόσο καλά στο νου του, έτσι, που κάθε φορά που μας μιλάει για γυναίκες να μας εντυπωσιάζει με την ακρίβεια της περιγραφής των κινήσεων τους και πολλές φορές και της σκέψης τους:
(...) Μια γυναίκα παίρνει απ' το στρογγυλό λευκό βαζάκι την κρέμα του προσώπου με έμπειρη κίνηση των δύο δακτύλων της, (...)
Η Ελένη μπροστά στον καθρέπτη ή η οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, αιώνες τώρα κάνουν την ίδια αυτή κίνηση. Μα γενικότερα, δε γνωρίζω ποιητή που να έχεο προσέξει πιο πολύ ό,τι τον περιτριγυρίζει κάθε δευτερόλεπτο της ζωής του.Ακούει , βλέπει, αισθάνεται. Δεν του διαφεύγει τίποτα και το πιο ελάχιστο τον συγκλονίζει. Ο μυστηριώδης ήχος, οι δονήσεις μέσα στην ακινησία...και που αποτελούν τη συμπαντική του ταυτότητα....ο κόσμος στο σύνολό του μα και στο ελάχιστο ηλεκτρόνιο του , τόσο που να μπορεί να αισθάνεται ή να βλέπει τη γέννηση μιας καινούριας ρυτίδας, ν' ακούει ένα κρύσταλλινο ανθογυάλι να ηχεί από μόνο του.
( ...) μεταθέτοντας την προσοχή απ' τον προηγούμενο ήχο στην απλότητα του τίποτα.
Οι ώρες που έχει περάσει ο Ρίτσος μοναχός του - εξορίες, φυλακές, σανατόρια - έχουν οξύνει την όραση, την προσοχή του στο ελάχιστο, στα μικροκαθέκαστα και πολλές φορές αυτά τα ασήμαντα φορτισμένα ποιητικά μας δίνουν την πιο καθαρή του ποίηση. Τέτοιες στιγμές είναι εκείνες της Ελένης σαν αναθυμιέται τα παιδικά της χρόνια στις όχθες του Ευρώτα καρτερώντας
           (...) μια μαύρη πεταλούδα με πορτοκαλιές ραβδώσεις να κάτσει σε μια φλούδα, απορημένη που, ενώ μένει ακίνητη, κινείται, κι αυτό με διασκέδαζε που οι πεταλούδες, αν και έμπιρες του αέρα, δεν έχουν ιδέα από ταξίδια στο νερό κι από κωπηλασίες. Και ήρθε.
...Μέσα σ' αυτή την τραγική γνώση του παρόντος, η Ελένη ξαναβρίσκει τον παλμό της αναμονής και της ελπίδας, μιας ελπίδας που πραγματοποιείται.
           Αν δεν ελπίζεις πώς να προσδοκάς το ανέλπιστο;
.....Αν η Σονάτα του σεληνόφωτος ....είναι η τραγωδία της μοναξιάς και της απελπισίας, Η Ελένη είναι η εναγώνια αλλά φιλοσοφημένη παραδοχή. Και το " μήνυμα" της; Γιατί υπάρχει " μήνυμα" κι είναι συγκλονιστικό. Αγώνας, αντίσταση, έστω και χωρίς ελπίδα...
Χωρίς ελπίδα τούτη τη στιγμή... Ο ανειρήνευτος αγώνας μέσα από βασανιστικές διακυμάνσεις, ανόδους και πτώσεις, θ' ανοίξει ρωγμές για τις ελπίδες, για να λάμψει η ομορφιά του ανθρώπου.
Εδώ η ποίηση του Ρίτσου συλλαμβάνει σφαιρικά το δράμα της ανθρωπότητας και τα μεγάλα ερωτηματικά και διλήμματα του ατόμου. Τη μοίρα του κόσμου που προσδιορίζεται a priori , από αθέατες δυνάμεις. Το τραγικό μεγαλείο του ατόμου, που φτερώνει κι αναδέχεται την υπέρτατη θυσία, που απ΄τα μεσούρανα γκρεμίζεται στα τάρταρα.
        Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες,
       θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας
       είταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς. Και οι άνθρωποι, αθώοι,
       να χώνουν τις φουρκέτες των μαλλιών μες στα μάτια τους, να χτυπούν το 
        κεφάλι
      στον πανύψηλο τοίχο, γνωρίζοντας βέβαια πως ο τοίχος δεν πέφτει
      ούτε ραγίζει καν, να δουν τουλάχιστον μες από μια χαραμάδα
      λίγο γαλάζιο ασκίαστο απ' το χρόνο και τη σκιά τους. Ωστόσο - ποιος ξέρει-
      ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει
      η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κ' η ομορφιά του ανθρώπου
      ανάμεσα σε σκουριασμένα σίδερα και κόκκαλα ταύρων και αλόγων,
      ανάμεσα σε πανάρχαιους τρίποδες όπου καίγεται ακόμα λίγη δάφνη
      κι ο καπνός ανεβαίνει ξεφτώντας στο λιόγεμα σα χρυσόμαλλο δέρας.

Είναι οι κορυφαίες στιγμές της Ελένης. Ο ποιητής με διαρκείς ποιητικές μεταθέσεις και με σπαραχτική ειλικρίνεια μας δίνει την πάλη του εφήμερου με το αιώνιο, τη δύναμη της αντίστασης που ανατρέπει το θάνατο.
( Το κείμενο της Τατιάνας Γκρίτση - Μιλλιέξ βρίσκεται στο " Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο, Κέδρος, Αθήνα 1980, σελ 547-555)