Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοελληνική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοελληνική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

Τσεκριέ

Οι Λαοί, οι Λαοί,
φέρνουμε θάνατο στους Λαούς,
Οι στρατιές, οι στρατιές,
του Μεγάλου Τζένκις - Χαν.
( Παλιό Μογγολικό τραγούδι)

Είναι το όμορφο προάστειο της Προύσας, με τις θερμοπηγές. Τα μεγάλα ξενοδοχεία της λουτρόπολης είναι τώρα νοσοκομεία, για να στεγάσουνε τις χιλιάδες των λαβωμένων της μάχης της Άγκυρας. Όλα τα ξενοδοχεία - νοσοκομεία είναι χτισμένα στην άκρη του γκρεμού και μέσα από τα παράθυρά τους βλέπεις τον πλούσιο κάμπο και την πρωτεύουσα της Βιθυνίας, σκαρφαλωμένη στα ριζά του Μύσιου Όλυμπου.
Ανάμεσα στα σπίτια της πόλης στηλώνουνται τα παλιά τεμένη με τους διπλούς μιναρέδες. Το Γεσλί Τζαμί, το μεγάλο τζαμί του Σουλτάν Μπαγιαζίτ, οι τάφοι του Σουλτάν Οσμάν και του Ορχάν.
Στην άλλη άκρη της πολιτείας, σαν περιφρονημένος παρίας, είναι η Χριστιανική συνοικία κι' η Μητρόπολη.
Αυτή την Τούρκικη Προύσα θέλησαν να λευτερώσουνε ο Γυιός του Ψηλορείτη κι' αργότερα ο Κόμης Αχαρνών.
Μα αυτοί οι δυό τρανοί, πεθάνανε αναπαυτικά πάνω στα κρεββάτια τους, όταν χτύπησε η ασημένια καμπάνα που τους καλούσε για το μεγάλο τους ταξίδι.

Πάνω , όμως, στο Τιρνακσίζ Τεπέ του Σαγγάριου, ο Μ.Α. αντίκρυσεν αφάνταστα κι' απίστευτα πράγματα. Στην πλαγιά του Τεπέ, προς το μεγάλο ποτάμι, κοίτουνται δυό 20χρονοι άντρες, που η ξιφολόγχη του μιανού είναι μπηγμένη μέσα στα στήθεια του άλλου. Τα κοκκαλιασμένα τους χέρια ακόμα κρατάνε σφιχτά το Γαλλικό όπλο και το μάουζερ.
Η μια ξιφολόγχη είναι Γαλλικής κατασκευής κι' η άλλη είναι προϊόν των εργοστασίων του Κρουπ, πριονωτή από το πίσω μέρος και κοφτερή από το μπροστινό. Όταν τραβήξεις αυτή την ξιφολόγχη πίσω, σέρνεις μαζύ της σάρκες και κόκκαλα.
Στα βάλτα, κοντά στο ποτάμι, κοίτεται ένας άμορφος πολτός που βρωμοκοπά. Είναι τρία μεγαλόσωμα άλογα πυροβολικού και τρεις πυροβολητές. Έτσι που περνούσαν βιαστικά πλάι στη μακάβρια μάζα, ο Μ.Α. παρατήρησε το κομμένο κεφάλι ενός πυροβολητή να κοίτεται ανάμεσα στη ξαντερισμένη κοιλιά τ' αλόγου του. Τρία μέτρα παραπέρα, ακρωτηριασμένα, κοίτουνταν σταυρωτά ένα ανθρώπινο χέρι κι' ένα μπροστινό πόδι αλόγου. Το χέρι είχε ένα ασημένιο δαχτυλίδι πάνω σ' ένα δάχτυλο και το πόδι ένα γυαλιστερό, καινούργιο πέταλο.
Κι' ύστερα, λένε πως το πέταλο φέρνει γούρι και καλοτυχιά! Και το ζωγραφίζουνε με φανταχετρά χρώματα πάνω στις πρωτοχρονιάτικες κάρτες! Το ασημένιο δαχτυλίδι ίσως να ήτανε η βέρα του γάμου του ανώνυμου νεκρού.
Όρσε!! Πολιτισμέ του εικοστού αιώνα!!

Στο Μεραρχιακό χειρουργείο, πλάι στο θολό ποτάμι κοίτουνται κατοσταριές νεκρά κορμιά παλληκαριών. Το συνεργείο ταφής δεν προφταίνει να θάβει τα νεκρά κουφάρια. Μέσα στο χειρουργείο ο Μ.Α. βλέπει ξαπλωμένο ένα παιδί του λόχου τους, που φαίνεται πως χτύπησε ύστερ' απ' αυτόν. Όταν τον πέρνανε πίσω, αυτός ο σύντροφός του ήταν γερός και έρριχνε θεριστική βολή με τ' οπλοπολυβόλο του μέσα στη νύχτα της κόλασης, πάνω στον Μέλανα Λόφο, μπροστά στο Πολατλή. Είναι βαρειά λαβωμένος στην κοιλιά. Πλάι στο φορείο του στέκεται ο μικρός τρίποδας του φυσιολογικού ορρού. Το παλληκάρι παραμιλά πάνω στην επιθανάτια πάλη του. Κατάγεται από την περιοχή της Φλώρινας. Είναι Σλαυόφωνος.
Ο Μ.Α. γονατίζει πλάι του και φωνάζει τ' όνομά του:
" Δαμιανέ!!"
Ο ετοιμοθάνατος σουφρώνει για μια στιγμή τα φρύδια του, σαν να θέλει να συγκεντρωθεί. Μα απότομα, ο Μ.Α., βλέπει την ωχράδα του θανάτου να τρέχει πάνω στο πρόσωπό του, κι' η όψη του να πέρνει τη γαλήνια έκφραση του λυτρωμού.
Σκύβει και τον φιλά στο μέτωπο και του κλείνει με σταθερά δάχτυλα τα γκρίζα μάτια του. Του σταυρώνει τα χέρια και του σιάχνει τα μουσκεμένα από τον ιδρώτα της αγωνίας μαλλιά του:
" Έχε γεια, για πάντα, Δαμιανέ", μουρμουρίζει αδάκρυτος ο Μ.Α.

Στο χειρουργείο γνωρίστηκε τυχαία μ' ένα συνομίληκό του τραυματία. Κι' οι δυό τους ήταν ελαφρά τραυματισμένοι, ο ένας στο κεφάλι κι' ο άλλος στο μηρί, στα ψαχνά. Ο καινούργιος του φίλος, που τον έφερε κοντά του η μπόρα του πολέμου, ήταν του πυροβολικού. Καταγώτανε από τ' Αμπέλια της Χαλκίδας. Τ' όνομά του , Ορέστης Γράντζης.
Φύγανε μαζύ, με το ίδιο αυτοκίνητο για τον σιδηροδρομικό σταθμό του Σαρή Γκιόλ. Άμα φτάσανε στο σταθμό, τρίβανε κι' οι δυό τα μάτια τους: Στοίβες ολόκληρες οι κονσέρβες, τάπιες τα τσουβάλια η γαλέτα κι' απίστευτο αν δεν τώβλεπε κανείς με τα μάτια του...ένας πελώριος σωρός κουραμάνα, από χιλιάδες καρβέλια.
Κι' οι δυό τους ήταν θεονήστικοι. Για μέρες τώρα, μασούσανε στάρι που το μάζευαν μέσ' από τ' αλώνια πάνω στη γραμμή μάχης, μπροστά στο Πολατλή. Με χίλια βάσανα ο σιτιστής τους ο Χρίστος τούς έφερνε δυό καζάνια βρασμένο πλιγούρι με κρέας και 4 βαρέλια νερό, φορτωμένα στα μουλάρια, τη νύχτα. 
" Εδώ έχει μπόλικη μάσα", λέει ο Ορέστης στον Μ.Α., άμα αντίκρυσε την τάπια με τις κουραμάνες.
Ο Μ.Α., με τραχειά φωνή, λέει τούρκικα, κι' ύστερα εξηγεί στον φίλο του από την Εύβοια, την Τούρκικη παροιμία:
" Ω! ουρανέ, μήτε αμπάς απόμεινε μήτε γελέκο. Γιατί άλλους ταΐζεις με γλυκά καρπούζια κι' άλλους πικρά ξυλάγγουρα;".
Πηδάνε σβέλτα κι' οι δυό τους από τ' αυτοκίνητο.
" Ωχ!", ξεφωνίζει ο Ορέστης. " Ξέχασα πως έχω το μηρί μου πληγωμένο. Μα πεινώ. Νομίζω πως μπορώ να καταπιώ όλη τούτη την στοίβα τα καρβέλια".
Πλησιάζουνε έναν ένοπλο σκοπό:
"Συνάδελφε", του λένε ντροπαλά σαν ζητιάνοι. " Πεινάμε. Κει πάνω βράζαμε στάρι και τρώγαμε. Δώσε μας λίγο ψωμί. Κει πάνω βράζαμε και τρώγαμε τα κόλλυβά μας ζωντανοί ακόμα".
Ο σκοπός, μ' ένα κόμπο στο λαρύγγι, τους λέει:
" Πάρτε ό,τι θέλετε κι' όσα θέλετε. Κουραμάνες, κονσέρβες, γαλέτα. Η Στρατιά υποχωρεί από το Καλέ Γκρόττο. Όλα τούτα θα τα περιχύσουμε βενζίνα και θα τα βάλουμε μπουρλότο, άμα οι δικοί μας περάσουν το ποτάμι. Βλέπετε κείνη τη στοίβα; Είναι κάσες βενζίνας για το μπουρλότο, πρόχειρες".

Ήταν κοντά μεσάνυχτα άμα φτάσανε στο Εσκή Σεχίρ, μέσα σ' ένα ανοιχτό, φορτηγό βαγόνι. Το πόδι του Ορέστη τού πονούσε πολύ και το κεφάλι του Μ.Α. το σούβλιζαν οδυνηρές μαχαιριές. Το τραίνο μπήκε στο σταθμό. Σιδηροδρομικοί δικοί τους, με στρατιωτικά ρούχα, κρατάνε κλεφτοφάναρα και φωνάζουν οδηγίες ο ένας στον άλλον, μέσα στη νύχτα.
" Τίνας χώρους αφίγμεθ' ή τίνων ανδρών πόλιν;", καλαμπουρίζει ο Ορέστης, ρωτώντας ένα σιδηροδρομικό.
" Η δε πόλις Φρυγίς, Δορύλαιον τούνομα, γυιέ μου Οιδίποδα", κακανίζει ο σιδηροδρομικός. Ήταν ο Σταθμάρχης.
" Κι' εμείς ερχόμαστε από το Γόρδιον", φωνάζει ο Μ.Α. γελώντας.
" Ναι, μα δεν μπορέσατε να λύσετε τον Γόρδιον δεσμό".
" Αμ, αφού δεν μπόρεσε να τον λύσει μήτ' ο Μεγ' Αλέξανδρος", φωνάζει ένας άλλος τραυματίας.
" Ναι, μα τον έκοψε με τη σπάθα του", αποσώνει ο σταθμάρχης με γέλιο στη φωνή του.
" Άμα σ' βαστά ισένα, κυρ - σταθμάρχι', πάρι μια γιαταγάνα σαν του μπόγι σ' κι πάνι να τουν κόψεις ισύ", φωνάζει ένας άλλος λαβωμένος από το άλλο βαγόνι.
" Εσύ είσαι, Στράτη;", φωνάζει ξαφνιασμένος ο Μ.Α.
Η φωνή ήταν του Στράτη του Σπαρά, από το Μαραθόκαμπο της Σάμου, τρομπλονιστή του λόχου τους.
" Βρε, ψ'χούλα μ', είσι ζωντανός στ' αλήθεια, κριάς κι κόκκαλα, για του φάντασμα σ'; Ιγώ έμαθα πους η σφαίρα σ' σκόρπισ' τα μυαλά".
" Ήταν ακριβώς μεσάνυχτα, Στράτη, κι' έτσι η σφαίρα, δεν μπορούσε να δει καλά. με χτύπησε ξώπετσα".
" Βρε αδιρφέλι μ' οι σφαίρες βλέπ' ν κι τ' νύχτα κι τ' μέρα, άμα πιρνούν απού κουντά σ' κι σφυρίζ'ν σαν όχεντρις".

Μένουνε μια βραδυά στο Εσκή Σεχίρ, τους αλλάζουνε τους επιδέσμους τους, κι' οι ελαφρά τραυματίες μπαίνουνε μέσα σε φορτηγά βαγόνια, την άλλη μέρα το πρωί για το Καρά Κιόι. Αριστερά από τη σιδηροδρομική γραμμή , στην πλαγιά ενός λόφου, χιλιάδες πρόβατα κι' αγκυρανά κατσίκια, πηγαίνανε σιγά - σιγά προς το Καρά Κιόι και την Προύσα. Ήταν τα ΛΑΦΥΡΑ!!
Πήγανε κι' αφίσανε άθαφτα τα Ελληνικά νηάτα, νεκρά, πάνω στα οροπέδια της Ανατολίας, και γι' αντάλλαγμα των νεκρών, κουβαλούσανε ζωντανά πρόβατα κι' αγκυρανά κατσίκια!
Μέσ' από το βαγόνι, ο Μ.Α. δείχνει στον Ορέστη την Κοβαλίτσα, το Ακ Μπουνάρ και την καμμένη μεγάλη κωμόπολη του Μποζ Εγιούκ, που την πυρπόλησαν υποχωρώντας τον περασμένο Μάρτη.
Ως τα σήμερα ακόμα, θυμάται ο Μ.Α. την πυρπόληση του Μποζ Εγιούκ. Ήταν νύχτα όταν εγκαταλείψανε την Κοβαλίτσα και, κακήν - κακώς, υποχωρούσανε για την Προύσα. Στη μέση της πυρκαϊάς, στεκότανε η μαύρη σιλουέττα του μεγάλου τζαμιού με τον ψηλό μιναρέ. Ένας διαβολικός ήχος ακουότανε, έτσι που οι φλόγες της καταστροφής καταπίνανε αχόρταγες τα χτίρια. Τότες θυμήθηκε την πυρπόληση της Ρώμης και τον Νέρωνα.
" Ποιος ήτανε ο Νέρωνας του Μποζ Εγιούκ;"
" Εσύ, αθώο μου περιστεράκι", άκουσε να του φωνάζει μέσα του μια τραχειά φωνή, γεμάτη σαρκασμό.
Κι' έτσι, ο Ορέστης από την Εύβοια κι' ο Μ.Α. από το νησί της Εκάτης, φτάσανε στην Προύσα και στο νοσοκομείο του Τσεκριέ. Κι' οι δυό τους κοιμούνται πλάι - πλάι μέσα στο μεγάλο δωμάτιο, κατάχαμα. Έχουνε μπόλικες κουβέρτες, μα το κορμί τους κι' οι κουβέρτες είναι γεμάτες ψείρα. Ο άνθρωπος όμως είναι ένα ζώο υπομονετικό, πιο υπομονετικό κι' από τον γάιδαρο. Μπορεί να συνηθίσει και στην ψείρα. Και τι ψείρα! Άσπρη, μεγάλη, παχειά και στρουμπουλή σαν το κουκουνάρι! Αν η Ελλάδα την έστελνε σε διεθνείς ζωοτεχνικές εκθέσεις, θα έπερνε σίγουρα το πρώτο "χρυσούν μετάλλιον".
Αν πάλι, η Ελλάδα είχε σήμερα όλη την ψείρα της Στρατιάς Μικρασίας στην υποχώρησή της από την Άγκυρα, και την πουλούσε στα μικροβιολογικά εργαστήρια των " Πεπολιτισμένων Χωρών" για πειράματα του μικροβιολογικού πολέμου του μέλλοντος, θα μπορούσε από τα λεφτά που θάπερνε να ξοφλήσει όλα τα ξένα δάνειά της τοις μετρητοίς, και να γλυτώσει μια για πάντα απ' όλους τους Σάυλωκς.

" Κοιμάσαι, Ορέστη;"
" Όχι, σκέφτομαι".
" Τι σκέφτεσαι;"
" Τους συντρόφους μου που φύγανε για πάντα. Μια μεγάλη οβίδα SCODA κομμάτιασε το πεδινό πυροβόλο μας, μέσα στα βάλτα, κοντά στο Τιρναξίζ Τεπέ. Τρία άλογα και τρεις σύντροφοί μου κομματιάστηκαν. Ο ένας τους ήταν αδερφικός μου φίλος. Το πρωί, την ίδια μέρα που σκοτώθηκε, το αεροπλάνο μάς έρριξε τον σάκκο του ταχυδρομείου. Είχε γράμμα από τη γυναίκα του στο Γύθειο, πως γέννησε ένα χαριτωμένο αγοράκι".
" Φορούσε δαχτυλίδι ο φίλος σου, Ορέστη;"
" Ναι, μια ασημένια βέρα του γάμου του".
" Μην κλαις, Ορέστη. Κι' εγώ πάνω στην Κοβαλίτσα, τον περασμένο Μάρτη, έχασα πάνω από εκατό συντρόφους μου. Μια μονάχα οβίδα βαρέως από το Ινονού, σκότωσε 21 συντρόφους μου. Τους μετρήσαμε προσεχτικά. Ήταν ακριβώς 21. Τον Χάρη τον Κίτσιο από τα Χάσια, τον γνωρίσαμε από τ' ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε. Το κεφάλι κι' ο λαιμός του λείπανε..."
Ξαπλωμένοι μέσα στις ψειριασμένες κουβέρτες, σ' ένα πρώην ξενοδοχείο πολυτελείας του Τσεκριέ της Προύσας, δυο παλληκάρια 21 χρονών, κλαίνε σιγανά, για να μη ξυπνήσουνε τους άλλους λαβωμένους συντρόφους τους που κοιμούνται.
Κλαίνε για τους συντρόφους τους, που δεν θα τους ξαναδούνε οι δικοί τους.

Πλάι στο ξενοδοχείο - νοσοκομείο του Τσεκριέ είναι ένα μεγάλο αρχαίο τζαμί με διπλόν μιναρέ. Ο Ορέστης κι' ο Μ.Α. κολυμπάνε στη μαρμαρένια  δεξαμενή του ξενοδοχείου με το ζεστό νερό της θερμοπηγής. Ντύνουνται, πέρνουν το συσσίτιό τους και πάνε στον αυλόγυρο του τζαμιού. Το τζαμί είναι χτισμένο πάνω στον γκρεμνό. Ένα δυνατό, χοντρό, λίγο πλαγιαστό ντουβάρι, χτισμένο στην απόκρημνη πλαγιά, ανεβαίνει ως την αυλή του τζαμιού και κλείνει τον αυλόγυρο από το μέρος του κάμπου. Το ντουβάρι έτσι που τελειώνει, σχηματίζει μια χαμηλή πεζούλα στον αυλόγυρο.
Οι δυό σύντροφοι πάνε και κάθουνται στην πεζούλα. Ο καθένας ανοίγει στον άλλο αβίαστα το βιβλίο της ιστορίας του, μ' εμπιστοσύνη και μ' απλότητα:
Ο Ορέστης έχει ένα καλό κορίτσι που τον περιμένει στην Χαλκίδα της Εύβοιας. Εκείνη πήγαινε στο Παρθεναγωγείο και κείνος στο Γυμνάσιο όταν πρωτογνωρίστηκαν. Εκείνη σπούδαζε φιλολογία και κείνος δασοκομία. Του άρεζαν τα δέντρα και τα δάση και τα ρουμάνια:
" Εδώ, η Μικρασία σας, έχει τα πιο όμορφα δάση που αντίκρυσα στη ζωή μου. Τα δάη του Μύσιου Όλυμπου είναι υπέροχα. Από τούτη την πλαγιά της Προύσας, βορεινή βλάστηση. Από το μέρος της Κιουτάχιας, παρθένα δάση θεόρατων πεύκων. Όταν φτάσαμε στο Εσκή Σεχίρ, έγραψα στην Έλλη και την ρωτούσα, αν θα της άρεζε άμα απολυθώ και παντρευτούμε να έρθουμε να μείνουμε για πάντα στην Προύσα. Τα άρεσα πολύ τούτα τα μέρη. Η ζωή μου ολόκληρη έχει κολλήσει πάνω τους."

....................................................................................................................................................

Ο Μ.Α. άνοιξε και κείνος το βιβλίο των παραμυθιών της ζωής του. Τον θάνατο του πατέρα του, την προσφυγιά, το σβύσιμο των ονείρων του να γίνει εμποροπλοίαρχος σε καράβια γραμμής εξωτερικού, να δει όλον τον μεγάλο κόσμο. Στο τέλος τού μίλησε για τον ορκισμένο αδερφό του από τα βουνά του Πίνδασου.
" Τον ξαναντάμωσες ποτέ σου τον Σουλεϊμάν;" ρωτά ο Ορέστης συγκινημένος.
Ο Μ.Α. για λίγο διστάζει. Κυττά τον σύντροφό του κατάματα. Εκεί μέσα στα μάτια του καινούργιου φίλου του, είδε την άσπρη ψυχή του, σαν μια μεγάλη πέτρα, πεταμένη με πολύχρωμα φύκια, εκεί που ψάρευε λιθρίνια στη Σκάλα του Κεμέρ.
" Ναι, ανταμώσαμε κρυφά μέσα στο ρουμάνι πάνω από το Τζουμαλή Κιζίκ, έξω από την Προύσα, πριν λίγους μήνες. Ήρθε κρυφά μέσ' από τα βουνά επίτηδες να μ' εύρει".

* * *
" Ογλούμ, γυιέ μου!"
Δυό αδύνατα χέρια γέρικα τον αγκαλιάζουνε από πίσω. Ο Μ.Α. σηκώνει το κεφάλι του και πετιέται ολόρθος.
" Μπουμπά!! Τι γίνεσαι;"
Ένας γέρος Χότζας αγκαλιάζει ένα αλλόπιστο παλληκάρι, ντυμένο στα μπλε, μάλλινα, ρούχα του νοσοκομείου στο Τσερκριέ. Κι' οι δυό τους φορούνε σαρίκι, ο γέρος γύρω στο κόκκινο φέσι του, κι' ο νηός το σαρίκι του άσπρου επίδεσμου γύρω στο λαβωμένο κεφάλι του.
" Χτύπησες βαρειά, γυιέ μου;" ρωτά ο γέρος ανήσυχα.
" Όχι, ελαφριά. Λαβώθηκα κει πάνω στο Σακάρια. Πώς βρέθηκες εδώ μπουμπά;"
" Μουατζίρ ( πρόσφυγας). Τα χωριά μας, όλα τα Κιζικλάρ, τα κάψανε οι δικοί σας", λέει ο γέρος πονεμένα, μα ήρεμα. " Τώρα μένω στην Προύσα".
Ένας άλλος Χότζας, κοντόχρονος, με καλοκάγαθη έκφραση, παρακολουθεί τη σκηνή. Ο Ορέστης παρακολουθεί και κείνος με συγκίνηση την απρόοπτη αυτή συνάντηση του φίλου του με το Χότζα.
" Είναι ο Χότζας που μούλεγες;"
" Ναι, αυτός είναι Ορέστη".
"Πατέρα, ο σύντροφός μου μού είπε πως φωνάζεις γλυκά κι' όμορφα την προσευχή σου πάνω από τον μιναρέ. Πόσο θάθελα να σ' άκουα!" λέει ο Ορέστης.
Ο Μ.Α. εξηγεί στον λιπόσαρκο Χότζα την παράκληση του φίλου του.
" Σήμερα είναι η σειρά του συντρόφου μου", λέει ο Χότζας του Τζουμαλή Κιζίκ, δείχνοντας τον κοντόχοντρο ιερωμένο που πλυνότανε στο μαρμαρένιο συντριβάνι.
Ο άλλος Χότζας, που παρακολουθούσε την κουβέντα τους, του φωνάζει:
" Κάνε το χατίρι των παιδιών και πες την εσύ την προσευχή".
Ο Χότζας του Τζουμαλή Κιζίκ πλένεται στο συντριβάνι κι' ανεβαίνει στον ψηλό μιναρέ. Η φωνή του ξεχύνεται πάνω από την πλαγιά του Τσεκριέ. Δεν ήτανε όμως η παλιά φωνή, γεμάτη πίστη στον Αλλάχ και στους ανθρώπους. Ήτανε μια κραυγή απελπισιάς κι' απόγνωσης, το τραχύ ξεφωνητό ενός ανθρώπου, που έχασε πια την ακλόνητη πίστη του για το θεό και για τον άνθρωπο.

Άμα κατέβηκε από τον μιναρέ, τους προσκάλεσε και τους δυό στο προσφυγικό καλύβι του. Τους έψησε καφέ και κουβεντιάζανε. Ο Μ.Α. εξηγούσε στον Ορέστη τι έλεγε Τούρκικα.
" Έμαθες τίποτα για τον αδερφό σου τον Σουλεϊμάν;"
" Όχι, μπουμπά".
" Ο Σουλεϊμάν χτύπησε βαρειά πάνω στο Καρά Μπουγιού Νταγ, μα γίνηκε ολότελα καλά. Είχα στείλει μήνυμα στον πατέρα του στο Πελήτ Κιόι , ζητώντας νέα του. Ο πατέρας του μ' απάντησε αν τύχει και σε ξανανταμώσω, να σου δώσω τα χαιρετίσματά του και να σου πω πως πρέπει να κρατήσετε τον όρκο σας ως το τέλος κι' οι δυό σας".
Σε λίγο οι δυό τραυματίες σηκώθηκαν να φύγουνε για το νοσοκομείο. Ο Μ.Α. πήρε το χέρι του γέρου ανάμεσα στα δυό του χέρια και το φίλησε. Ο γέρος τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο κεφάλι.
" Ο Αλλάχ μαζύ σας, παιδιά μου".

* * *
Οι δυό τραυματίες κάθουνται πάνω στην πεζούλα του αυλόγυρου του τζαμιού και κουβεντιάζουν. Κι' άλλοι τραυματίες παραπέρα, παρέες - παρέες , κάθουνται και μιλούν και γελάνε ή στε΄κουνται βουβοί, για ώρα, κυττώντας στον κάμπο. Είναι απομεσήμερο.
" Ο Μεγαλειότατός μας έστειλε το διάγγελμά του στον στρατό. Ξέρετε, παιδιά, πώς τελειώνει το Βασιλικό Διάγγελμα; " Μολών λαβέ". Μα ο Λεωνίδας προσπάθησε, μαζύ με τους τριακόσιους του, και νεκρός ακόμα, να βουλώσει την κλεισούρα στις Θερμοπύλες, με το κουφάρι του και με τα νεκρά κορμιά των παλληκαριών του. Ενώ τούτος;"
Ο ομιλητής μιλά χαμηλόφωνα στην παρέα του. Φαίνεται πως είναι αντιβασιλικός, ή το λάβωμα του κι' ο όλεθρος π' αντίκρυσε κει πάνω στην Άγκυρα τον κάνανε αντιδυναστειακό. Μιλά με πίκα και μίσος.
" Μίλα σιγότερα, Μήτρο, γιατί θα βρεις τον μπελά σου. Κύττα κείνα τα δυό αυγοτάραχα που πάνε πάντα μαζύ! Πρόσεχε άμα μιλάς πολιτικά".
" Ποιους; Εκείνους κει στην πεζούλα; Μωρέ, είναι χρυσά μωρά κι' οι δυό τους. Προψές τη νύχτα, μιλούσαν σιγανά για τους σκοτωμένους συντρόφους τους και στο τέλος κλαίανε σαν παιδιά κι' οι δυό τους. Κοιμάμαι κοντά τους, μέσα στον ίδιο θάλαμο. Ο ένας είναι από την Εύβοια κι' ο άλλος είναι Μικρασιάτης. Ανθρώποι που κλαίνε τη νύχτα για τους χαμένους συντρόφους τους, δεν μπορεί νάναι Βασιλικοί. Ορέστη, Μ.Α., ελάτε στην παρέα μας".
Οι δυό φίλοι πάνε στην παρέα του "μολών λαβέ". Έτσι η παρέα από έξη, γίνουνται οχτώ.
" Ο Βασιλιάς έδωκε ρητή διαταγή, όλοι οι τραυματίες να μην ξαναπάνε στο μέτωπο, παρά να τοποθετηθούν σε μετόπισθεν υπηρεσίες".
" Μ' αυτά μάς ξεγελάνε. Έμαθα πως ο Βασιλιάς πήγε να δει τους βαρειά πληγωμένους στα νοσοκομεία της Προύσας κι' έκλαιε σαν μωρό".
" Εγώ γεννήθηκα στο Ασουάν, στην Άνω Αίγυπτο, κι' έχω δει κροκόδειλους με τα μάτια μου. Οι κερατάδες, τη νύχτα κλαίνε σαν μωρά, για να ξεγελάσουν κι' ανθρώπους και ζούδια να πέσουν στα νύχια τους. Λένε πως βγάζουνε και δάκρυα  από τα μάτια τους. Μα εγώ δεν τα είδα , γιατί φοβόμουνα να πάω κοντά τους. Κι' ο δικός μας κροκόδειλος, πρώτα μάς έσυρε στο μακελειό, ύστερα μάς έκλαψε ζωντανούς και πεθαμένους, πέταξε την ασπρογάλαζη ρουκέτα του "μολών λαβέ" και γεια σας - χαίρετε για το Τατόι, να κυνηγήσει ελάφια, άμα μπει ο χειμώνας".
" Μ' αυτά μάς ξεγελάνε πάντα. Κι' ο βασιλιάς κι' οι σύμβουλοί του. Δεν μας νοιαστήκανε άμα βγάλανε τον φετφά τους στο Συνέδριο της Κιουτάχιας. Ο ξετσίπωτος ο Πρωθυπουργός του έκανε τη δήλωση στους αντιπροσώπους του Τύπου: " Εάν δεν διαλύσωμεν τας ορδάς του Κεμάλ μέχρις Αγκύρας, εν ανάγκη θα βαδίσωμεν και μέχρι Σεβαστείας". Ξέρετε, βρε παιδιά πόσο απέχει η Άγκυρα από τη Σεβάστεια; Ρίξτε κάτω τον χάρτη και μετρήσετε μ' ένα χάρακα. Η Άγκυρα απέχει από τη Σεβάστεια όσο ακριβώς η Προύσα από την Άγκυρα".
" Μπας και θα περπατάνε αυτοί με τον γυλοιό στην πλάτη, ψειριασμένοι, κουρελιάρηδες, δαρμένοι από την πείνα και την δίψα; Κατουρήσανε μέσα στο κύπελλό τους και να πιούνε το κάτουρό τους το ίδιο; Εγώ τώπια πάνω στον Τραπεζοειδή λόφο, μπροστά στο Πολατλή, μα το ξέρασα και φώναξα στους συντρόφους μου: " Παιδιά, για τ' όνομα του Χριστού, μην πιήτε το κάτουρό σας, θα τελλαθήτε".

..........................................................................................................................................................

Σε λίγο φτάνει ένας τραυματίας κουτσαίνοντας.
" Έμαθα πως ο Βασιλιάς φεύγει σε μια ώρα για τα Μουδανιά μ' αυτοκίνητο κι' από εκεί για την ωραία Αθήνα".
Όλων τα μάτια, και των εννιά, καρφώθηκαν πάνω στον αμαξητό Προύσας - Μουδανιών, που στριφογύριζε σαν φίδι μέσα στον κάμπο, μα η κουβέντα εξακολούθησε.
" Εκεί στα Μουδανιά θα τον αναμένει η Αμφιτρίτη, η βασιλική θαλαμηγός, το αμαρτωλό σκάφος".
Από τον τρόπο που μιλούσε, ο Μ.Α. στοιχηματούσε το κεφάλι του πως τούτος δω, πριν καταταχτεί θα ήτανε δάσκαλος.
" Ο Βασιλιάς, σε κάθε πόλεμο, παραχωρεί την Αμφιτρίτη στο Έθνος, για πλωτό νοσοκομείο".
" Δεν μου λες, βρε συνάδελφε, μπας κι' έφερε την Αμφιτρίτη ο πατέρας του από τη Δανία; Για η μάνα του την έφερε από τη Ρωσία των Τσάρων;"
" Ογδόντα χιλιάδες λιποτάχτες είναι στην Ελλάδα. Δεν θέλουνε να ξαναγυρίσουν στο μέτωπο".
" Κι' εγώ νάμουνα στη θέση τους, το ίδιο θάκανα".
" Υποχωρώντας από το Καλέ Γκρόττο, δεν αφήκαμε ολόρθο ντουβάρι. Πέτρα πάνω στην πέτρα δεν αφήκαμε. Όλα τα κάναμε Γης Μαδιάμ. Και στο τέλος, αν έρτουνε ανάποδα τα πράγματα, εμείς θάχουμε τα σπίτια μας και τους δικούς μας ασφαλισμένους. Μα όλη την καταστροφή που φέραμε στην Ανατολή, θα την πληρώσουνε με αίμα και δάκρυα τούτοι οι φουκαράδες οι Μικρασιάτες".
Όλοι τους ρίξανε μια ματιά συμπόνοιας προς τον Μ.Α. Εκείνος έκανε πως δεν πρόσεχε τα λόγια τους και κυττούσε κατά το Ντεμιρντές.
" Ο " Μολών Λαβέ" φεύγει, παιδιά", ξεφωνίζει ένας από τους εννιά. 
Όλοι κυττάνε κατά τον κάμπο. Πάνω στον αμαξητό Προύσας - Μουδανιών, τρέχανε τρία αυτοκίνητα κρατώντας κανονική απόσταση αναμεταξύ τους. Στο μεσαίο αυτοκίνητο καθώτανε αναπαυτικά ο νεώτερος Τζένκις Χαν, αφίνοντας ρημαδαριό κι' απόγνωση στο διάβα του, χιλιάδες χωριά και κωμοπόλεις ρημαγμένα.
Τα Ελληνικά νηάτα, η χαρά της σήμερα κι' η ελπίδα της αύριο, τα μισά, κοιτόντουσαν νεκρά πάνω στ' αγριοβούνια της Ανατολίας ή ακρωτηριασμένα μέσα στα νοσοκομεία. Ο νεώτερος Τζένκις Χαν, πήγαινε να περάσει τον χειμώνα του στο γενέθλιό του Κερουλέν, το Κερουλέν της Δεκέλειας.
Οι μπαγκαντούρ του, οι μισάνθρωποι πολιτικάντηδες του, θα σεμνύνουνε τα θεωρεία του Βασιλικού Θεάτρου με την αιματοβαμμένη κορμοστασιά τους, στο ερχόμενο χειμερινό "σαιζόν". Θα πηγαίνουνε οι σαδιστές ν' ακούσουνε την τραγική μητέρα, την προδομένη Μήδεια, να μακελειάζει πίσω από τις διπλοαμπαρωμένες πόρτες τα δύστηνα τα παιδιά της.


Αλέκου Δούκα, Στην Πάλη - Στα Νειάτα. Μελβούρνη, Αυστραλία, Νοέμβρης 1953







Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2022

Αλέκου Δούκα , Στην Πάλη - Στα Νειάτα"

 

Το Νοέμβριο του 1953 εκδόθηκε στη Μελβούρνη το βιβλίο του Αλέκου Δούκα " Στην Πάλη -  Στα Νειάτα".
Ο Αλέκος Δούκας στην αρχή του βιβλίου του απευθύνεται στον αναγνώστη και γράφει:

" Κάθε βιβλίο που γράφεται, πρέπει να έχει και κάποιο σκοπό. Αλλοιώτικα, το βιβλίο αυτό είναι άχρηστο και προορίζεται για την μούχλα της ντουλάπας ή για προσάναμμα της φωτιάς της κουζίνας.
Και τούτο το βιβλίο γράφτηκε για ένα σκοπό, ένα πολύμορφο σκοπό.
Όσους Μικρασιάτες ποιητές και πεζογράφους διάβασα, δεν συμφώνησα πέρα για πέρα μαζύ τους. Μερικοί αρχίσανε τους θρήνους του Ιερεμία, χωρίς να έχουνε τη δύναμη να εγκαρδιώσουν και να δώσουνε ελπίδα, όπως μπορούσε να κάνει ένας Ιερεμίας.
Άλλοι πάλι, μπορούσανε να ιδούν το ξεκλήρισμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού, κι' αγνοούσανε ολότελα το ρήμαγμα του Λαού της Τουρκίας. Μήτε μπορούσανε , έστω και "κατόπιν εορτής" , να αναλύσουνε αντικειμενικά το ξύπνημα της αστικής τάξης της Τουρκίας, που θα ηγούτανε του κινήματος της απελευθέρωσης του Λαού της, από τη φεουδαρχική, ιεροκρατική και ξένη πολιτικο-οικονομική του υποδούλωση.
Μια άλλη μερίδα υπάρχει ακόμα στην Ελλάδα, απομεινάριο της " Μεγάλης Ιδέας", που νομίζει πως πρέπει να πάμε πίσω στη Μικρασία, με τη σπάθα του Μεγ-Αλεξάνδρου ή με τη βαρβαρική Στρατιά Μικρασίας. Ευτυχώς, αυτή η ομάδα είναι ολιγάριθμη, μα ακόμα, αρκετά επικίνδυνη.
Γενικά, όμως, κανένας διανοούμενος Μικρασιάτης δεν δίνει μια κατευθυντήρια γραμμή, μήτε θέλει να  αναγνωρίσει πως οι καιροί άλλαξαν, κι' ότι ο Τούρκικος κι' ο Ελληνικός Λαός μπορούνε να συνεργαστούν στενότατα προς το παρόν χωρίς ξένους πάτρωνες, να συζήσουν στο προσεχέστατο μέλλον, κι' ακόμα να συγχωνευθούν κάτω από μια παγκόσμια, προοδευτική και ειρηνική κοινωνία.
Επίσης θέλησα να περισώσω από τελειωτικό αφανισμό ηθογραφικό υλικό και πανάρχαιες παραδόσεις του Μοσχονησιού, καθώς και τη ζωή του Ελληνισμού των παραλίων της Μικρασίας, από την αρχή του παρόντος αιώνα, ως την τραγική μέρα του ξεκληρισμού του.
Το βιβλίο τούτο έχει γραφεί ιδίως για τη Νέα Γενηά, που την καμαρώνω έτσι που τραβά θαραλλέα και γεμάτη ελπίδα προς τα εμπρός. Φυσικά θα μας προσπεράσει και θα μας αφίσει πίσω " βραδυπορούντας", αν δεν έχουμε την τόλμη και το ψυχικό θάρρος να πάμε μαζί της, εμείς οι πρεσβύτεροι. Μήτε θ' ανεχτεί η Νέα Γενηά να θελήσουμε να την κλείσουμε μέσα στο ιδεολογικό καβούκι της εποχής μας. Εμείς οι πρεσβύτεροι, είμαστε το "ΧΘΕΣ", οι Νέοι είναι το "ΣΗΜΕΡΑ" και το "ΑΥΡΙΟ".
Πολλοί, "διυλίζοντας τον κώνωπα την δε κάμηλον καταπίνοντες", ίσως να ρωτήσουν: " Το βιβλίο σου είναι νουβέλλα; Είναι συλλογή διηγημάτων; Γιατί τρέχεις στο γράψιμό σου; Αυτό το βιβλίο, ως φόρμα, είναι ανορθόδοξο".
Η απάντηση μου είναι: Ναι, είναι ανορθόδοξο. Δεν είναι νουβέλλα, δεν είναι συλλογή διηγημάτων. Είναι ταχυγραφημένα χρονικά· και τα χρονικά πάντοτε είναι ταχυγραφήματα. Και σκοπός τούτων των ταχυγραφημένων χρονικών είναι να περισώσω από τη λησμοσύνη μερικές σελίδες της ιστορίας μας, που άλλοι παραλείψανε. Σελίδες ποτισμένες με το αίμα και τα δάκρυα του Λαού μας και με το αίμα και τα δάκρυα του Τούρκικου Λαού.
Η εποχή της "Κατοχής" αντιπροσωπεύεται από μια ολόκληρη πλειάδα ποιητών και πεζογράφων, που περισώσανε για τους μεταγενέστερους την Πίνδο, το Χαϊδάρι, την Ασκλάβωτη Αθήνα, τις "33 Μέρες" και...γιατί όχι;...την Μακρόνησο, τα Γιούρα και τον ΄Αη Στράτη.
Το βιβλίο μου αυτό, προσπαθεί να καλύψει τμήματα της ιστορικής μας εποχής, που άλλοι δεν έχουνε καλύψει ως τα τώρα " ( Ascot Vale, Victoria, Australia. Χριστούγεννα 1952).

Το βιβλίο προλογίζει ο Βασίλης Στεφάνου, ο οποίος γεννήθηκε στο Καστελόριζο και μετανάστευσε στην Αυστραλία το 1927 συνταξιδεύοντας με τον Αλέκο Δούκα Ο Βασίλης Στεφάνου υπήρξε μαζί με τον Αλέκο Δούκα από τα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου " Δημόκριτος" και της εφημερίδας " Νέος Κόσμος", αλλά και καθοδηγητικό στέλεχος της ελληνοαυστραλιανής  Αριστεράς.

Γράφει ο Βασίλης Στεφάνου για το βιβλίο " Στην Πάλη - Στα Νειάτα":

" Μέσα από τον αναβρασμό του τελευταίου πολέμου, μέσα από την καινούργια τάση της ρεαλιστικής διανόησης, ήταν αναπόφευκτο, η όλη αυτή εξέλιξη να κατασταλάξει μέσα  σ' ένα βιβλίο, όπως " Στην Πάλη - Στα Νειάτα" του Αλέκου Δούκα.
Το βασικό θέμα, η συμφιλίωση των δύο Λαών, του Τούρκικου και του Ελληνικού, που συμβολίζει ο συγγραφέας με την ισόβια, δυνατή φιλία του Μικρού Αδερφού και του Σουλεϊμάν, είναι ένα θέμα που πηγάζει όχι από τη φαντασία ενός ιδεαλιστή, αλλά είναι ολόκληρη η πείρα των δυό Λαών, είναι η πείρα της Ανθρωπότητας, βγαλμένη από τον αγώνα της ζωής. Είναι ένα αληθινό αντικαθρέφτισμα της πραγματικότητας.
Ο συγγραφέας δεν ονειρεύεται μια γαλήνια κατάσταση, ούτε περιγράφει την εξέλιξη των δύο χαραχτήρων, σαν ένα ήσυχο ποταμάκι, που κυλά ήρεμα μέσα στη λαγκαδιά.
Ο πόθος της ειρήνης και της συμφιλίωσης, προέρχεται από τον σκληρόν αγώνα για τη Ζωή, από την πικρή πείρα των δύο Λαών.
Η γαλήνια παιδική περίοδος είναι μάλλον ηθογραφία γραμμένη σε αυτοτελή μικροδιηγήματα που περιέχουν τον σπόρο ιστορικών γεγονότων.
Το γαλήνιο όμως ποταμάκι, αλλάζει σε πολυκύμαντο χείμαρρο στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Η περιγραφή από τον συγγραφέα της Μικρασιατικής εκστρατείας και της Καταστροφής, που ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο, είναι το πιο ζωντανό μέρος του βιβλίου. Ο συγγραφέας με τα πιο αδρά χρώματα ζωγραφίζει όχι μονάχα την τραγωδία και τη συμφορά των δυό Λαών σ' αυτή την ιστορική περίοδο, μα αναλύει ταυτόχρονα  με ένα επιδέξιο τρόπο τις κοινωνικο - ιστορικές συνθήκες, που υπήρχαν σ' αυτή την εποχή της τραγικής ζωής των Λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας: Ο Ελληνικός Λαός θυσιάζει το παν στο βωμό της "Μεγάλης Ιδέας", που ντόπιοι και ξένοι καιροσκόποι τού επέβαλαν, κι' ο Λαός της Τουρκίας ταυτόχρονα με την υπεράσπιση της πατρίδας του, εξέλισσε την Αστική Δημοκρατία στη Χώρα του.
Η εισβολή των Ελλήνων, η πατριωτική αντίσταση του Τούρκικου Λαού, η οπισθοχώρηση και το ξερρίζωμα του Ελληνισμού της Μικρασίας, όλα αυτά περιγράφονται με τα λόγια και τα έργα του απλού Λαού των δυό αυτών χωρών. Όλα αυτά τα προβλήματα μαζεύουνται σαν μικρά ποταμάκια, για να δημιουργήσουν το επιβλητικό ποτάμι, το μεγάλο ερώτημα: " Γιατί; Ποιος ο λόγος;"
Την απάντηση στο ερώτημα αυτό τη βρίσκει ο αναγνώστης στην εξέλιξη του Μικρού Αδερφού και του Σουλεϊμάν. Το πρώτο μέρος, που περιγράφει την παιδική περίοδο των δυό φίλων, ίσως να είναι λεπτομερειακό, αλλά η τοπική ηθογραφία κι' η αστική προέλευση των δυό παιδιών, αποτελεί τη βάση για την κατανόηση της αλλαγής τους, ύστερα από την Μικρασιατική Εκστρατεία. Η απάντηση στο ερώτημα δίδεται στην  εξέλιξη του Μικρού Αδερφού και στο ξύπνημα του Σουλεϊμάν.
Η επίθεση της αστυνομίας κατά των αναπήρων πολέμου στη Σαλονίκη, το LOCK -OUT των καπνεργατών στην Ξάνθη, που κι' αυτοί, μαζύ με τον Μικρό Αδερφό, πέσανε θύματα της "Μεγάλης Ιδέας", ήταν το φυτίλι που έβαλε φωτιά στο μπαρούτι.
Η μετανάστευση στην Αυστραλία και η συμμετοχή του Μικρού Αδερφού στους αγώνες του Αυστραλέζικου Λαού, είναι η περίοδος της διάλυσης του καπνού από την έκρηξη, κι' η ψυχική απολύτρωσή του.
Το βιβλίο του Αλέκου Δούκα δεν προσπαθεί να περικλείσει την όλη ιστορική πάλη του Ελληνικού Λαού, ούτε προσπαθεί να δικαιολογήσει το ξεγέλασμα του Τούρκικου Λαού. Περιγράφοντας την παιδική ηλικία, το άνδρωμα και το ωρίμασμα του Σουλεϊμάν και του Μικρού Αδερφού, δείχνει το δρόμο προς τα εμπρός.
Για την μεταπολεμική Ελληνο - Αυστραλέζικη πνευματική εξέλιξη, το βιβλίο " Στην Πάλη - Στα Νειάτα" δεν είναι ένας σταθμός, αλλά ένας οδηγός που δείχνει το δρόμο για τη μελλοντική εξέλιξη της πνευματικής ζωής του απόδημου Ελληνισμού.
Αυτή η ζωή θα δημιουργήσει τους νέους συγγραφείς της, που με νέους ορίζοντες μπροστά τους, θα πάρουν τον δρόμο που πρωτοπόροι, σαν τον Αλέκο Δούκα, χαράσσουνε. ( Οκτώβρης 1953, Elsternwick, Victoria, Australia.)
(συνεχίζεται)


Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

Αλέκος Δούκας, ένας ξεχασμένος συγγραφέας



Αφορμή για τη "γνωριμία" με τον Μικρασιάτη Αλέκο Δούκα στάθηκε ένα άρθρο του Τάσου Κόρφη στο περιοδικό " η λέξη" , ειδικό τεύχος( Νοέμβρης - Δεκέμβρης '92) με αφιέρωμα στη Μικρά Ασία.
Ο τίτλος του άρθρου " Ένα λησμονημένο πεζογράφημα για τις χαμένες πατρίδες". Γράφει ο Τάσος Κόρφης ότι " Δεν είναι, βέβαια, σκοπός του παρόντος να αναλύσει το πλήθος των έργων που, από το τέλος της δεκαετίας του '20 ως σήμερα, περιέγραψαν με γλαφυρότητα την ειρηνική και αμέριμνη συνύπαρξη των Ελλήνων και των Τούρκων πριν από το 1914, το κίνημα των Νεοτούρκων και τις συνέπειές του, την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, την καταστροφή της Σμύρνης και όσα επακολούθησαν, δηλαδή την αιχμαλωσία και την προσφυγιά, αλλά να ανασύρει από τη λήθη ένα λησμονημένο πεζογράφημα: το ιστόρημα του Αλέκου Δούκα " Στην πάλη, στα νειάτα". Ένα έργο που προσπαθεί να περισώσει το ηθογραφικό υλικό και τις πανάρχαιες παραδόσεις του μικρασιατικού ελληνισμού, ενώ, παράλληλα, να αποδείξει ότι για το φανατισμό των λαών δεν είναι υπεύθυνες ούτε οι διαφορετικές ρίζες, ούτε η παιδεία, ούτε καν η θρησκεία, αλλά μόνο η απρόσωπη εξουσία."
Ποιος ήταν όμως ο Αλέκος Δούκας;
Μας τον παρουσιάζει ο Τάσος Κόρφης:
" Ο Αλέκος Δούκας, μικρότερος αδελφός του συγγραφέα Στρατή Δούκα, γεννήθηκε το 1900 στα Μοσχονήσια Κυδωνιών, Σμύρνης. Προσφυγόπουλο, στα δεκαέξι του χρόνια, σταμάτησε τις σπουδές του στα γυμνάσια Κυδωνιών και Μυτιλήνης και ρίχτηκε στη βιοπάλη.
Υπηρέτησε στη Στρατιά Μικρασίας από το Μάρτιο του 1920 ως την καταστροφή και τραυματίστηκε στην Άγκυρα και αργότερα στο Αφιόν Καρά Χισάρ. Για την πολεμική του δράση τιμήθηκε με το Διασυμμαχικό Μετάλλιο Νίκης, τον Πολεμικό Σταυρό τρίτης τάξεως και το Αργυρούν Αριστείον Ανδρείας, που του απονεμήθηκε από τον Βασιλέα Κωνσταντίνο επί του πεδίου της μάχης Εσκή Σεχήρ.
Μετανάστευσε στην Αυστραλία το 1927 και δοκίμασε όλα τα δεινά της πικρής ζωής των πρωτοπόρων ελλήνων μεταναστών. Οι αντίξοες συνθήκες δεν τον εμπόδισαν να διαβάζει και συγχρόνως να γράφει. Έτσι απέκτησε μια πλατιά μόρφωση και επιβλήθηκε στην Αυστραλία σαν γενάρχης της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας.
Το 1953 εξέδωσε το πρώτο βιβλίο του " Στην πάλη, στα νειάτα", που γνώρισε σημαντική επιτυχία, και το 1962 άρχισε να τυπώνει το δεύτερο " Κάτω από ξένους ουρανούς", που κυκλοφόρησε το 1963, μετά το θάνατό του. Παράλληλα υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής της εφημερίδας " Νέος Κόσμος" και του περιοδικού " Ελληνοαυστραλιανή Επιθεώρηση" και συνεργάστηκε με λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ένα, μάλιστα, μεγάλο μέρος από τα πεζογραφήματα των σοβιετικών συγγραφέων που μετάφρασε, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό " Ελεύθερα Γράμματα" και η μετάφραση της νουβέλας του Αλέξη Τολστόι " Η οχιά" εκδόθηκε το 1953 αυτοτελώς  από τον " Κόσμο".
Σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα έξω από τη Μελβούρνη στις 24.10.1962, ενώ γύριζε από διαδήλωση υπέρ της Ειρήνης.
Ο Αλέκος Δούκας είχε, σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του, μια σοβαρή πνευματική εξάρτηση από τον αδελφό του Στρατή, που μπορούμε να πούμε ότι κατεύθυνε , με την αισθητική του οξυδέρκεια και την αντικειμενική κριτική του, τα λογοτεχνικά του βήματα(...)"
Επιπλέον η αναζήτηση  στο διαδίκτυο έφερε θετικά αποτελέσματα καθώς έφερε στα χέρια μου το βιβλίο " Στην πάλη , στα νειάτα" ( τι θα γινόμασταν χωρίς τους καλούς μας παλαιοβιβλιοπώλες...) , αλλά και άρθρα και παρουσιάσεις για τον Αλέκο Δούκα από τη μακρινή Αυστραλία.
Με τον τίτλο " Ποιος ήταν ο Αλέκος Δούκας;" και υπότιτλο "Ο άνθρωπος που θεωρείται ο θεμελιωτής της ομογενειακής λογοτεχνίας στην Αυστραλία, «μιλά» 53 χρόνια μετά τον θάνατό του, μέσα από την αλληλογραφία του" η κ.Ευγενία Παυλοπούλου έγραψε ένα εκτενές άρθρο στις 5 Νοεμβρίου 2015 στο περιοδικό "Νέος Κόσμος".  

Παραθέτω την αρχή του άρθρου: 

"«Δικός μας» άνθρωπος ο Αλέκος Δούκας και αυτό το κτητικό που τού αποδίδουμε, έχει πολλές και διαφορετικές ερμηνείες. Ναι, ήταν ένας μετανάστης, όπως είμαστε όλοι εμείς. Ήταν ένας άνθρωπος που η ζωή του, είτε σε προσωπικό είτε σε κοινωνικό επίπεδο, είναι αλληλένδετα δεμένη με την ελληνική παροικία από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής της. Μία από τις θεμελιακές προσωπικότητες της ιστορίας της ελληνικής παροικίας σ’ αυτή τη χώρα, με άλλα λόγια της δικής μας ιστορίας. Ήταν βέβαια και ένας απ’ τους πρωτεργάτες του «Νέου Κόσμου», τότε που η εφημερίδα ήταν ένας θεσμός που βοηθούσε νεομετανάστες να βρουν τον… «δρόμο» τους στους Αντίποδες.

Θες η κοινωνική του δράση, θες η ιδεολογική του στάση και οι ανησυχίες, θες τα οράματά του, θες η ανάμειξή του με τα κοινά, θες η πρωτοπόρα για μετανάστη, τω καιρώ εκείνω, απόφασή του να γράψει λογοτεχνία και δοκίμια, θες ο ταραγμένος του ψυχισμός ως απόρροια του ξεριζωμού του από τη Μικρά Ασία και της, εκ των υστέρων, συμμετοχής του και τραυματισμού του στον Μικρασιατικό πόλεμο, καθιστούν τον Αλέκο Δούκα μία από τις πλέον πολύπλοκες και πολυδιάστατες προσωπικότητες της ελληνικής ομογένειας της Αυστραλίας.

Παράλληλα, όμως, ο Αλέκος Δούκας, χωρίς ο ίδιος να το επιδιώκει, γίνεται μία μορφή-ιστορική και αντιπροσωπευτική πηγή των βιωμάτων μίας ολόκληρης γενιάς μεταναστών που έφτασαν στην Αυστραλία στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Η ενεργή συμμετοχή του σε μία πολεμική σύρραξη που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, η ζωή του στην μεσοπολεμική Ελλάδα, οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της χώρας υποδοχής (Αυστραλία) είναι ο κοινός παρονομαστής των εμπειριών που κουβαλούσαν οι μετανάστες που έφτασαν την δεκαετία του 1920 εδώ.

Πριν «ακούσουμε» τον Αλέκο, αξίζει να αναφέρουμε ότι ο ομογενής συγγραφέας απασχόλησε, μεταξύ άλλων, λόγω της πολιτικής του δράσης, και τις μυστικές υπηρεσίες της Αυστραλίας. Το 1945 σε έκθεση του ASIO, ο Δούκας περιγραφόταν ως άτομο που αντιστεκόταν βίαια στις φιλοαγγλικές κυβερνήσεις της Ελλάδας καθώς υποστήριζε κομμουνιστική κυβέρνηση . Το 1950 τα λόγια του ASIO ήταν πιο «κολακευτικά» καθώς ανέφεραν ότι, ναι μεν, ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του κομμουνιστή, αλλά στην ουσία θα περιγραφόταν καλύτερα ως… άτομο αριστερών πεποιθήσεων." 
και η συνέχεια του άρθρου εδώ.

Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι στη Μελβούρνη ασχολούνται με την παρουσίαση της ζωής και του έργου του Αλέκου Δούκα και υπεύθυνος γι' αυτή την προβολή είναι ο  Δρ Πέτρος Αλεξίου από το Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας, όπως μας πληροφορεί η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Μελβούρνης και Βικτώριας.
Τον Δρ. Πέτρο Αλεξίου μπορούμε να τον ακούσουμε να μιλάει για τον Αλέκο Δούκα και τη διάλεξή του με θέμα: "Αλέκος Δούκας, ένας πρόσφυγας μετανάστης στην Αυστραλία στα χρόνια του Μεσοπολέμο" εδώ.
(συνεχίζεται)



Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

Τέως δέντρα (Χριστουγέννων)

 

...Τα τέως χριστουγεννιάτικα δέντρα ελλοχεύουν στα πεζοδρόμια, με τα υπολείμματα των εορταστικών μπαμπακιών απάνω τους, σε νέα διευθέτηση τώρα: χάρη στον άνεμο και στη βροχούλα, θυμίζουν έντονα την Κυρία με τας Καμελίας. ( Όχι, αυτή δεν επιδέχεται δημοτική. "Με τις Καμέλιες" θυμίζει προσβλητικά διαφημιστικό μεταπολεμικής σερβιέτας. " Με τα Καμελίας" μένει φθισικιά.) Κι αυτηνής το τέλος πρέπει  να ήταν αισθητικά ταπεινωτικό, ανάμεσα σε μεταχειρισμένα μπαμπάκια, όχι πολύ καθαρές δαντέλες, άφθονες λεκάνες γύρω στο ανάκλιντρο. Ας λέει ο Δουμάς. Και, φημολογείται, ήταν φάλτσα, απρόσφορη για όπερα.
Κάτω από έναν ούτε καν χλωροφορμισμένο ουρανό, κύριε Έλιοτ, τα τέως χριστουγεννιάτικα δέντρα δεν περιμένουν απορριματοφόρο. Περιμένουν τις Απόκριες, που θα τα βρουν στην ίδια θέση, τέως δέντρα πια, με πρόσθετη διακόσμηση το πέλμα θυσιασμένης γαλοπούλας, αποτρόπαιο με το μαύρο του γάντι ως το γόνατο και τα νύχια κουλουριασμένα σε στάση επαιτείας. Ο άνεμος τούς επιθέτει και καμία ψαροκεφαλή, ή κανένα γυναικείο καλσόν, προσωρινό ένοικο που περιμένει τον επόμενο ζέφυρο για περαιτέρω ταξίδια.
Το Πάσχα, οι μούμιες πλέον των χριστουγεννιάτικων δέντρων μετατοπίζονται ελαφρά, κατά τις ανάγκες του παρκαρίσματος. Εκτός αν κάποιος Αθηναίος που έφυγε με τ' αμάξι του για το χωριό του ( Πάσχα βλέπεις) δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ. Ευρυχωρία προσωρινή· άλλος θα καταλάβει τη θέση του, στο παρκάρισμα.
Πριν έλθει ο Αύγουστος, τα φαντάσματα πλέον των χριστουγεννιάτικων δέντρων εξαφανίζονται. Μεταμφιεσμένα τώρα σε λεπτή σκόνη. Και τα μελτέμια που, μη γνωρίζοντας γεωγραφία, αντί για το Αιγαίο ξέπεσαν πρόσφυγες στην Αθήνα, παίρνουν μαζί τους τη σκόνη που κάποτε ήταν δέντρο και, στον δρόμο τους προς αναζήτηση πελάγους, την αποθέτουν πάνω στα δάση με τα έλατα.
Έτσι η τέφρα των νεκρών επιστρέφει σπίτι της. Όπου θα λιπάνει τα νεαρά έλατα, να προλάβουν να ψηλώσουν, να' ναι έτοιμα για τα ερχόμενα Χριστούγεννα. Εκτός αν τα προλάβει καμία πυρκαγιά. Που ίσως να την επιζητούν. Ή πάντως να την προτιμούν: γιατί τότε πεθαίνουν στο σπίτι τους.(απόσπασμα)

Παύλος Μάτεσις, Έκθεσις ιδεών, Καστανιώτης, Αθήνα 2006

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

Ο Κώστας Μπόσης για τον Άη Στράτη

 

Με αφορμή την επίσκεψη του Πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη στον Άη - Στράτη  και τις δηλώσεις του, ο νους μου πήγε στο εμβληματικό , αλλά σπάνιο πλέον βιβλίο του Κώστα Μπόση :" Αη- Στράτης, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941"
Όταν διάβασα το βιβλίο για πρώτη φορά , είχα συγκλονιστεί με τα όσα έγραψε ο Κώστας Μπόσης , αλλά και με τον τρόπο που τα έγραψε. Είχα αναρτήσει τότε, Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012 το παρακάτω κείμενο - παρουσίαση:

***
Στα δικαιώματα του πολίτη
θα έπρεπε να ανήκει
και το δικαίωμα
να γνωρίζει την ιστορία του.
Φίλιππος Ηλιού

Με αυτά τα λόγια καλωσορίζει τον επισκέπτη η ιστοσελίδα του Μουσείου Δημοκρατίας στον Αη – Στράτη. 
Όταν είχα επισκεφτεί την ιστοσελίδα δεν μπορούσα να φανταστώ  τι ακριβώς κρυβόταν πίσω από τις πληροφορίες  και τις φωτογραφίες που παρατίθενται. Ειδικά  η ενότητα που αναφέρεται στα θύματα της πείνας το χειμώνα του 1941- 1942 είναι γραμμένη πολύ τυπικά και δεν νομίζω ότι μπορεί να καταλάβει κανείς το μέγεθος του εγκλήματος που συντελέστηκε εκεί.
«Το "τελευταίο έγκλημα της 4ης Αυγούστου" είχε τραγικές συνέπειες για τους εκτοπισμένους στον 'Αη-Στράτη. Πριν την άφιξη της Γερμανικής Φρουράς, τον Μάιο του 1941, οι εκτοπισμένοι ζήτησαν να ελευθερωθούν για να αγωνισθούν κατά του κατακτητή. Τρεις όμως από τους διαμαρτυρόμενους εκτοπισμένους βρήκαν τον θάνατο από τις σφαίρες των ανδρών της Χωροφυλακής. Μετά την παράδοση του νησιού οι χωροφύλακες περιόρισαν τους εκτοπισμένους στο Αναρρωτήριο. Τον χειμώνα του 1941-1942 πέθαναν εκεί από την πείνα τριάντα τρεις εκτοπισμένοι. Όσοι επέζησαν, απελευθερώθηκαν τον Ιούλιο του 1943 με ένα καΐκι του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού (ΕΛΑΝ), τμήματος του ΕΛΑΣ.»
Είχα την τύχη να διαβάσω ένα δυσεύρετο βιβλίο και να ανακαλύψω μέσα στις σελίδες  του τις λεπτομέρειες και τις άγνωστες πτυχές αυτού του «τελευταίου εγκλήματος της 4ης Αυγούστου» .
Ο Κώστας Μπόσης , εξόριστος στον Αη – Στράτη εκείνη την περίοδο και ένας από τους λίγους που επέζησαν, καταθέτει μια  συνταρακτική μαρτυρία για τη ζωή των εξορίστων και το μαρτύριο στο οποίο υπεβλήθησαν με μοναδικό στόχο την εξόντωσή τους με την εφαρμογή ενός οργανωμένου σχεδίου που προκάλεσε την πείνα .
Το βιβλίο « Αη- Στράτης, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941»  κρύβει μέσα στις 110 σελίδες του τις άγνωστες πτυχές αυτού του γεγονότος και παρουσιάζει με μοναδικά συγκλονιστικό τρόπο τη δύσκολη ζωή των εξορίστων , τις πολύπλοκες καταστάσεις που αντιμετώπιζαν από τις αρχές κράτησής τους, τον ιδεολογικό και ψυχολογικό πόλεμο που δέχονταν καθημερινά για να υπογράψουν δήλωση μετανοίας.  Συγχρόνως παρουσιάζει μορφές και χαρακτήρες εξορίστων  χωρίς ηρωικό πλαίσιο , αλλά στην ανθρώπινη διάστασή τους.
Ο Αη- Στράτης ένα όμορφο , μικρό και ειδυλλιακό νησί έγινε " ο τόπος μαρτυρίου"
" ο τόπος της εξορίας", " τόπος – κόλαση". Μια σειρά ζωντανών αντιθέσεων καταγράφει την απόσταση που υπήρχε ανάμεσα στην ομορφιά του τόπου και στη ζωή των εξορίστων, μια ζωή ανυπόφορη μέσα σε ένα πανέμορφο τόπο.
Πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι, απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα , απ’ όλη την Ελλάδα εκτοπίζονταν στον Αη – Στράτη από το 1929 και μετά. Θα συναντήσουμε ανθρώπους αγωνιστές αλλά και ανθρώπους χωρίς κάποια ιδιαίτερη δράση, χωρίς διάθεση να ταλαιπωρηθούν, που βρέθηκαν τυχαία εκεί ή αντιμετώπιζαν επιδερμικά, επιφανειακά το κίνημα. Ανάμεσα τους κινούνται πολλοί ασφαλίτες  με τη μάσκα του πολιτικού εξόριστου. Αυτούς χρησιμοποιούσε η Ασφάλεια για να σπάσει το συνδετικό ιστό των εξορίστων, να διαβρώσει τις συνειδήσεις, να λυγίσει τις αντιστάσεις. Αυτοί ήταν και οι πιο επικίνδυνοι , γιατί δούλευαν ύπουλα και μεθοδικά.
Οι ζωντανοί διάλογοι ανάμεσα στους εξορίστους αναπαριστούν τη δυσκολία να διακρίνει κάποιος την προπαγάνδα της Ασφάλειας από τις σωστές κομματικές θέσεις και αρχές , αναδεικνύουν τις έντονες ιδεολογικές συγκρούσεις.
Ο Μπόσης είναι ο ίδιος εξόριστος, ζει την κάθε μέρα, βιώνει την κάθε δυσκολία και είναι σε θέση με την καθημερινή εμπειρία και επαφή να τοποθετήσει τους συνεξόριστους του στη ανάλογη θέση και να ορίσει το διαφορετικό μέγεθος του καθένα. Δεν ήταν όλοι οι εξόριστοι ίδιοι, δεν είχαν τις ίδιες αντοχές. « Υπάρχει κόσμος και κοσμάκης» που η Ασφάλεια χρησιμοποιεί σκόπιμα κυρίως για την υπογραφή δηλώσεων μετανοίας.
Από την άλλη περιγράφει τις  προσπάθειες των εξορίστων να οργανώσουν τη ζωή τους, να καλλιεργήσουν τη γη, να εκθρέψουν ζώα, να μορφωθούν και γενικά να  μπορέσουν να αντέξουν τις πολύ δύσκολες συνθήκες, να κρατηθούν όρθιοι στο μόνιμο αγώνα τους με τους δεσμώτες τους.
Δεν παραλείπει όμως να σκιαγραφήσει  τις αυταπάτες που έτρεφαν σχετικά με την απελευθέρωσή τους. Η απομόνωση τους από τα κέντρα επιχειρήσεων δημιουργούσε λαθεμένες εντυπώσεις για τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις και έτσι ό καθένας έκρινε τα πράγματα ανάλογα με τις αντοχές του.
« Η σφαίρα μας στριφογύριζε στο άπειρο. Μαζί της κι ο Αη – Στράτης που ούτε σημαδευότανε απάνω της. Κι απάνω του εμείς καρφωμένοι. Η ζωή πάντα ίδια σχεδόν κυλούσε. Οι μέρες, η μια κοντά στην άλλη, φύγανε και γεμίζανε χρόνια. Ένα...δυο...τρία...τέσσερα....πέντε...κάθε βδομάδα ερχόταν το καράβι. Κάθε βδομάδα έφευγε. Καινούριους έφερνε, παλιούς έπαιρνε. Καινούρια όνειρα, πόθους και ελπίδες κι απαντοχές ζωντάνευε, ικανοποιούσε κι έσβηνε. Η ομάδα μεσοπέλαγα πάλευε με τις φορτούνες και προχωρούσε. Κι ο καθένας πάλευε με τη φύση, τους συντρόφους, τον εαυτό του και ζούσε ή πέθαινε»
Αποκλεισμένοι στο νησί οι εξόριστοι νιώθουν τους τριγμούς που προκαλεί η κατάρρευση του μετώπου και η νίκη των Γερμανών. Ζουν τραγικές στιγμές καθώς οι ντόπιες αρχές τούς παραδίδουν στους Γερμανούς κατακτητές και αυτοί με τη σειρά  τις ορίζουν φύλακές  τους.  Οι σκληρές συνθήκες γίνονται ακόμα σκληρότερες και ο αγώνας τους είναι αγώνας ζωής.
Όσο μεγαλώνουν οι αντιξοότητες και οι δυσκολίες ο συγγραφέας θίγει όλο και περισσότερο το θέμα της ενότητας των εξορίστων, οι οποίοι δεν είχαν ποτέ ενιαία συμπεριφορά . Οι πιο ώριμοι , οι πιο συνεπείς ιδεολογικά κάνουν έκκληση να « σταματήσουν οι γκρίνιες, τα μίση, ο φραξιονισμός. Κάθε σκάρτο να ξεκαθαρίσει. Πρέπει να  ξέρουμε πως θα’ χουμε συνοχή, ενότητα, ασφάλεια, πρέπει η ομάδα να γίνει βράχος που πάνω του θα σπάει η μανία του αντιπάλου».
Ο Μπόσης με μεγάλη ειλικρίνεια δηλώνει ότι τα πράγματα στην εξορία δεν ήταν όπως τα φαντάζεται κάποιος που δεν έκανε εξορία. Οι άνθρωποι εκεί δεν ήταν τέλειοι και υποστηρίζει ότι πολλοί  θα απογοητευθούν  διαβάζοντας  τις σελίδες αυτού του βιβλίου. Αιτιολογεί την άποψη του τοποθετώντας την ομάδα των εξορίστων μέσα στην κοινωνία, θεωρώντας  την κομμάτι της  που έφερνε μαζί όλες τις αντιθέσεις – αρνητικές και θετικές. Το παλιό και το καινούριο « το μίσος και η αγάπη, η προδοσία κι η θυσία, η δειλία κι ο ηρωισμός, η λιποψυχία κι η αυτοθυσία»  μαζί με πολλά άλλα συνέθεταν τους χαρακτήρες , τις προσωπικότητες και τις συμπεριφορές  τους.
Η απογοήτευση δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα συναισθήματα που μού προκαλεί η ανάγνωση του βιβλίου. Αντίθετα η τοποθέτηση των εξορίστων μέσα σε ανθρώπινα πλαίσια και διαστάσεις  βοηθάει να τους δω ως ανθρώπους και όχι σαν υπερφυσικά όντα που δεν πονούσαν, δεν λύγιζαν , δεν  υπέφεραν , δεν αγωνιούσαν , δεν φοβόντουσαν. Το μεγαλείο όσων άντεξαν , είτε έχασαν τη ζωή τους είτε έζησαν, βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την οπτική. Ήταν άνθρωποι με σάρκα και οστά, με πάθη και αδυναμίες, που κατόρθωσαν να κάνουν την υπέρβαση ακόμα κι όταν αναγκάστηκαν να πέσουν πολύ χαμηλά. Όλη αυτή η τιτάνια  προσπάθεια φαίνεται στον τρόπο που αντιμετώπισαν την πείνα.
Η πείνα ήταν το αποτέλεσμα του  δόλιου σχεδίου που οργάνωσαν οι ανθρωποφύλακες. Οι εξόριστοι παρασύρθηκαν να καταναλώσουν όλες τις προμήθειές τους πιστεύοντας ότι θα απελευθερωθούν και θα φύγουν από το νησί. Αυτή η πίστη καλλιεργήθηκε από ανώτατους αξιωματούχους. Στην ουσία όμως οι αρχές έστησαν μια καλά οργανωμένη παγίδα για να τούς οδηγήσουν στην εξόντωση , στον αφανισμό αφού όμως πρώτα περάσουν όλα τα στάδια του εξευτελισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι παράλληλα με την απειλή της πείνας που υψώνεται καθημερινά μπροστά τους αρχίζει  και η διαλυτική δουλειά από τα μέσα , με τους δηλωσίες.
Η πείνα είναι το εμπόδιο που έχει στόχο να παραλύσει πρώτα τη σωματική δύναμη και μετά τη θέληση τους. Το νόημα βρίσκεται στη στάση και την αντίσταση τους. Η ηθική δύναμη έρχεται να υποκαταστήσει μέρα τη μέρα τη σωματική που συνεχώς αδυνατίζει. Όσο μεγαλώνει η πείνα τόσο πιο έντονος ο πειρασμός της δήλωσης που δουλεύει σαν πολιορκητικός κριός στις συνειδήσεις των εξορίστων.  Πολύ έντονες οι ιδεολογικές και οι ψυχικές συγκρούσεις.  Υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι. Κρίνονται πιο τίμιοι εκείνοι που παραδέχονται ότι λύγισαν γιατί δεν άντεχαν παρά εκείνοι που έψαχναν προσχήματα ιδεολογικά και πολιτικά για να δικαιολογήσουν την πράξη τους.
Κάθε μέρα προστίθενται νέες απειλές που χτυπούν κατ’ ευθείαν στην ψυχή, στη συνείδηση. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό  της απειλούμενης εκτέλεσης κάποιων εξορίστων που συνεχώς παρατείνεται έτσι ώστε να εντείνεται ο ψυχολογικός πόλεμος, να αυξάνεται ο φόβος  και η αγωνία.
Οι άνθρωποι διαλύονται σιγά σιγά, τα σώματα σωριάζονται , οι αντοχές εγκαταλείπουν , ο θάνατος καραδοκεί και κάποιους τους παρασέρνει σε άνιση μάχη κατορθώνοντας να αναδειχτεί νικητής.
Είναι θαυμαστή η ψυχογραφική δεινότητα του Μπόση καθώς με μεγάλη μαστοριά αφηγείται περιγράφοντας τις αντιδράσεις των πεινασμένων.  Σκελετωμένα σώματα με αποστεωμένα πρόσωπα σέρνονται, βουλιάζουν μέσα στη λάσπη και στα περιττώματα τους, αναζητούν εναγώνια ένα ψίχουλο , τα ένστικτα της επιβίωσης φέρνουν στην επιφάνεια πονηριές και κατεργαριές , χάνουν την αξιοπρέπειά τους.  Το κυριότερο είναι όμως ότι πολεμούν μεταξύ τους. Όσο θερίζει η πείνα τόσο μεγαλώνει το δίλημμα της υπογραφής ή όχι της δήλωσης.
Οι σκηνές αυτής της πάλης είναι συγκλονιστικές , ανατριχιαστικές γιατί οι εξόριστοι παλεύουν με όλα τα θεριά. Πείνα,  χιόνι, κρύο, αέρηδες , πόνος, οδύνη, απελπισία σε κλιμακούμενη ένταση. Ζουν την κόλαση , στην κόλαση , νιώθουν την κρύα ανάσα του θανάτου που περνά δίπλα τους  και ο καθένας δίνει τον προσωπικό του αγώνα για να κρατηθεί στη ζωή. Πολλοί πεθαίνουν με την αγωνία της πείνας  χωρίς να ζήσουν την αγωνία του θανάτου.
Με πόσο ψυχικό σθένος και μεγάλη τέχνη κατορθώνει ο Μπόσης να αναπλάσει εκείνες τις στιγμές. Με μαγνητίζει η ένταση της σκηνής εκείνης που από τη μια ακούω τα κόκαλα των σκελετωμένων να τρίζουν σε κάθε τους κίνηση και από την άλλη νιώθω το φαρμακερό κρύο και το λυσσασμένο αέρα που κτυπούν ανελέητα το νησί και τους ανθρώπους. Είναι τρομακτική η αναλογία της σύγκρισης με τον διαβολόκαιρο, το εκφραστικότατο λεξιλόγιο, οι δυνατές εικόνες.
« Μια γραμμή από σκελετούς βαδίζουμε, άλλοι μπροστά κι άλλοι πίσω από το θάνατο. Κυλούσαμε μέσα σε μια κόλαση κι απ’ τον ένα κύκλο τον άσχημο περνούσαμε  στον άλλο. Το χειρότερο! έξω διαβολόκαιρος. Κρύο φαρμάκι. Οι αγέρηδες δυνατοί και τσουχτεροί πέφτανε με δύναμη πάνω στον ξερόβραχο σαν να’ θελαν να τον ξεθεμελιώσουν . Η θάλασσα ασπρογάλαζη, φοβερή μούγκριζε, έτρεχε σαν δαιμονισμένη απ’ τη Λήμνο προς τα ξερονήσια και τη Σκύρα. Χτυπούσανε με λύσσα σ’ ένα κάβο, απέναντι απ΄το χωριό, στη γωνιά του Λένιν( έτσι βγάλανε τον κάβο οι εξόριστοι) , το νερό  σηκωνότανε οργιές στον αέρα. Γινότανε αχνός, έκρυβε τη γη. Νόμιζες πως το υγρό στοιχείο βάλθηκε να τον ξεριζώσει. Να σαρώσει εκείνο  το εμπόδιο και ύστερα λεύτερο να παίξει, να τρέξει προς το νοτιά. Λεπτούτσικα, μολυβένια σύννεφα τρέχανε στον απέραντο ουρανό, λες και παίζανε κυνηγητό με τα κύματα. Κουβαράκια – κουβαράκια μαζεμένοι κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Η σκέψη ξεπερνούσε την πείνα. Τρυπάνι μυτερό που έφερνε πόνο, απογοήτευση. Έτρεχε, γύριζε, έκλωθε στο ίδιο πρόβλημα. « Τι θα γίνουμε; Θα πεθάνουμε, αλλά πότε και με τι μαρτύρια;»
Ο φόβος του θανάτου , η τρέλα, μια « βαθιά λαβωματιά» , ένας ανοιχτός τάφος. Κι όμως η ζωή , η ελπίδα δεν έχουν εγκαταλείψει ακόμη τα σκελετωμένα σαρκία. Η δύναμη της αλληλεγγύης που προσπαθεί να πιαστεί από το ψωμάκι, το ψίχουλο που δίνει ο ένας πεινασμένος στον άλλο, η αγάπη για το σύντροφο , η επιθυμία να τον κρατήσει στη ζωή  «Δεν είναι μικρός  ηρωισμός. Ρίξε μια ματιά γύρω σου , κάμε μια προσπάθεια , φεύγα από τον εαυτό σου. Λησμόνα το φαΐ».
Τεράστιο το μέγεθος της ψυχικής δύναμης, της αντοχής , της καρτερίας οδηγεί στην κατάκτηση της ηθικής ελευθερίας. Αυτοί που άντεξαν και δεν λύγισαν , δεν υπέγραψαν κατέκτησαν την Υψηλή Θέση σύμφωνα με το Σολωμό, διότι συγκρούστηκαν με αντίθετες δυνάμεις  και νίκησαν  ή πέθαναν ελεύθεροι.
Τριάντα τρεις οι νεκροί.
Ποιος τους γνωρίζει; Ποιος τούς τιμά; Πόσο ανάπηρη είναι η ιστορία που διδαχθήκαμε  και η ιστορία που διδάσκουμε; Η μισή γνώση της ιστορίας οδηγεί στην άγνοια και αυτή με τη σειρά της ανοίγει μια μαύρη τρύπα που καταπίνει  ό,τι  δεν ανήκει στους νικητές. Μόνο όποιος καταδυθεί μέσα της θα  μπορέσει να βρει την άκρη του νήματος και θα το  τραβήξει στην επιφάνεια. Τότε θα βρουν δικαίωση οι νεκροί και συνεχιστές ο αγώνας τους. 


Κώστας Μπόσης , Αη –Στράτης, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941, Αθήνα 1994

Και μία ακόμη ανάρτηση για τις εκδοτικές προσεγγίσεις στο σχετικό θέμα με τίτλο:

Ο Άη - Στράτης, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941 και οι εκδοτικές προσεγγίσεις τους



Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Ενάμισι δευτερόλεπτο φως...




 ...συγκέντρωσε τότε το βλέμμα του πάνω σε ένα διερχόμενο πλοίο που πήγαινε μαζί με τον άνεμο και με ρεύματα προς το νοτιά, ήταν λίγο πριν χαθεί ο ήλιος στον ορίζοντα για τα καλά, και το πλοίο είχε ταχύτητα μικρότερη απ' τα κύματα, το προσπερνούσε η θάλασσα· δεν είχε ξαναδεί εικόνα ποτέ του τόσο γαλήνια και πρωτότυπη ο μετεωρολόγος, να προσπερνάει το βαπόρι η θάλασσα και να είναι τόσο ήρεμη και σταθερή η πορεία και των δύο, παρέμεινε λοιπόν εκεί προσηλωμένος για ώρα, για όσο σκοτείνιαζε ο κόσμος λεπτό με το λεπτό, και περίμενε με την περιφερειακή του όραση  να αντιληφθεί τον φάρο να ανάβει για πρώτη φορά, ώσπου, λίγο πριν σκοτεινιάσει εντελώς και λίγο πριν χαθεί το πλοίο από τα μάτια του, στις 20.49 ακριβώς ήρθε η πρώτη αναλαμπή, και ένα χαμόγελο γλύκας και ικανοποίησης έλαμψε στο πρόσωπο του Καιρού, που ημέρεψε αμέσως και κάθισε εκεί στη θέση του, δεν μετακινήθηκε καθόλου μέχρι να δει τον φάρο να ανάβει για δεύτερη φορά και ύστερα για τρίτη, για κάμποσες φορές, έως να συνηθίσει την περιοδικότητα και μέχρι να πέσει η νύχτα εντελώς, να απομείνει μοναχά το ενάμισι δευτερόλεπτο φως του φαναριού να φέγγει κάθε τόσο τον βραχότοπο· τότε συνειδητοποίησε για πρώτη του φορά πόσο μεγάλο διάστημα είναι τα δεκαοχτώμισι δευτερόλεπτα, ιδίως όταν κάτι περιμένεις να συμβεί και ιδίως όταν αυτό το κάτι είναι τόσο μεγαλειώδες σε αίσθηση αλλά και τόσο μικρό ταυτόχρονα σε διάρκεια όσο μια αναλαμπή μέσα στο σκοτάδι· ένιωσε πόσο γλυκιά είναι η ελπίδα που σκορπίζει το ενάμισι δευτερόλεπτο φως ανάμεσα σε διαστήματα σκότους, αλλά και ταυτόχρονα και πόσο ακριβώς υπέροχη γαλήνη είναι τα δεκαοχτώμισι δευτερόλεπτα της σκοτεινιάς ανάμεσα στις στιγμιαίες εκτυφλωτικές εκείνες· γενικώς είχε κάτι το μαγικό όλη αυτή η κατάσταση...

Γιάννης Μακριδάκης, Ενάμισι δευτερόλεπτο φως, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2020

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

Με τα φτερά

 

Ραφαήλ, λεπτομέρεια από την εικονογράφηση της οροφής στη Βίλα Φαρνεζίνα της Ρώμης (1517-18)

της Γεωργίας Τάτση

Ο γιατρός τοποθετώντας την ακτινογραφία στη φωτεινή οθόνη, τους είχε πει επί λέξει: Είναι ριζωμένο στο μεσοθωράκιο. Από εδώ απλώνει τα κλαδιά του στους δύο πνεύμονες και στους λεμφαδένες, σκιτσάροντας πάνω στους πνεύμονες του παιδιού τους το περίγραμμα του δένδρου με το δάχτυλό του.

Το χριστουγεννιάτικο δένδρο μέσα του. Στη σκοτοδίνη τους, είδαν   τα λαμπάκια του να αναβοσβήνουν.  

Ό,τι ήταν να συμβεί, συνέβη γρήγορα, μέσα σε ένα μήνα όλα είχαν τελειώσει.

Ξεστόλισαν το δένδρο τους στο σαλόνι, το πήραν και το πέταξαν στα σκουπίδια. Με τόσο βεβαρυμμένο ιστορικό ούτε συζήτηση να το αφήσουν δίπλα στον κάδο για κάποιον που μπορεί να το χρειάζεται.

Εκείνη κρατούσε τον κάδο ανοιχτό κι εκείνος το γύρισε ανάποδα και το έσπρωχνε λοξά να πάει στον πάτο.

Μαζεύουν τα στολίδια, τα λαμπιόνια, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ό,τι έχει σχέση με Χριστούγεννα το τυλίγουν στο καλό τραπεζομάντηλο. Αυτός απλώνει το τραπεζομάντηλο στο πάτωμα κι εκείνη φέρνει τα στολίδια και τα ρίχνει μέσα.

Μπάλες, αγγελάκια με ανοιχτά φτερά, αγγελάκια με κλειστά φτερά, σιντί, κορδέλες, τη φάτνη με το Χριστό, τους τρεις μάγους που ακουμπούν τα δώρα τους στα πόδια του, το χρυσό αστέρι της Βηθλεέμ.

Εκείνος δένει κόμπο τις τέσσερις γωνίες, τα παίρνει αγκαλιά και βγαίνει να τα ρίξει στα σκουπίδια.

Εκείνη πέφτει ξέπνοη στην πολυθρόνα.

Τον περιμένει και μόλις τον βλέπει να μπαίνει, ορμάει και τον βουτάει απ’ το γιακά.

Εσύ φταις, εσύ φταις... Το κατάλαβες; Δεν είχε άλλο τρόπο να σου φωνάξει «κοίταξέ με.»

Κατεβάζει τις παλάμες της στο στήθος του και τον σπρώχνει πίσω, εκείνος δεν αντιστέκεται -κατά βάθος κι αυτός το ίδιο πιστεύει για τον εαυτό του. Οπισθοχωρεί κι οπισθοχωρώντας κολλάει με την πλάτη στον τοίχο. Εκείνη κλαίει γοερά και τον ταρακουνάει από τα πέτα, εκείνος της πιάνει τα χέρια και κλαίει από μέσα του. Ησύχασε αγάπη μου, ησύχασε, της λέει, αλλά για εκείνη αυτές οι λέξεις έρχονται από μια άλλη εποχή και απευθύνονται σε άλλη, άγνωστη γυναίκα. Απορεί μάλιστα πώς τολμάει μετά από όσα έχουν συμβεί, να της λέει ησύχασε αγάπη μου, πώς τολμάει να βάζει στο στόμα του αυτές τις λέξεις;

Τον αφήνει και μπαίνει στο παιδικό δωμάτιο. Γιατί τον άφησε; Γιατί έφυγε; Μήπως ξύπνησε η μνήμη των μακρινών εκείνων ημερών που ο ήλιος έκαιγε γλυκά την πλάτη τους κι αυτοί —και οι τρεις μαζί— βουτούσαν στη θάλασσα χωρίς να έχουν επίγνωση της ευτυχίας τους επειδή όλα ήταν τόσο φυσικά ώστε κανείς δεν χρειαζόταν να αναρωτηθεί τι είναι η ευτυχία; Κάθε άλλο. Αν ήταν έτσι έπρεπε τώρα να τον εκδικείται ξεριζώνοντας τρίχα τρίχα τα μαλλιά του που άσπρισαν σε μια νύχτα όταν κοιμήθηκε αυτός και ξύπνησε άλλος.

Ίσως να τον συμπόνεσε, ίσως να αισθάνθηκε πόσο μάταιο είναι να κατεδαφίζεις το ερείπιο, πόσο ανελέητο είναι να ρίχνεις κάτω τον πεσμένο.

Στο δωμάτιο του γιου τους, μπροστά στο παράθυρο, ανοίγει τη σιδερώστρα λες και δεν έχει συμβεί τίποτα και βάζει το σίδερο στην πρίζα. Τα ρούχα του παιδιού — σωρός πάνω στο κρεβάτι του, τα είχε αφήσει η ίδια εκεί όπως τα μάζεψε από το σύρμα, τότε, ήρθε τώρα η ώρα να τα σιδερώσει.

Μόλις το σίδερο έκαψε καλά, παίρνει και σιδερώνει τα παντελόνια. Τα πόδια του, τι μακριά που είναι τα πόδια του, τι ψηλά για την ηλικία του τα κανιά του. Συνεχίζει με τα πουκάμισα, τελειώνει με τα μπλουζάκια. Τις κάλτσες και τα εσώρουχα δεν τα σιδερώνει. Τα διπλώνει απλώς και τα βάζει στα συρτάρια. Περνάει τα πουκάμισα στις κρεμάστρες, τα τακτοποιεί στη ντουλάπα, διπλώνει τα παντελόνια, διπλώνει τα μακριά μανίκια των μακό, σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά στο στήθος.

Εκείνος στέκεται στην μπαλκονόπορτα και κοιτάζει το νεαρό ζευγάρι με τα δυο αγόρια στην απέναντι βεράντα.

Τρώνε όλοι μαζί γύρω από το στρογγυλό τραπέζι. Ακούει τις φωνές, τις κουβέντες τους, τον ήχο από τα μαχαιροπήρουνα πάνω στα πιάτα,

παρατηρεί το μπουκάλι με το εμφιαλωμένο νερό στη μέση,

τα χάρτινα κουτιά με το χυμό,

τα παιδιά να πίνουν πορτοκαλάδα.

Τα δυο αγόρια είναι δίδυμα,

ο ένας είναι ο καθρέφτης του άλλου,

αλλά τώρα είναι διαφορετικά, το ένα αγόρι είναι ο γιος του,

μα γιατί τρώει με την ξένη οικογένεια ο γιος του;

Το παιδί καταλαβαίνει πως το κοιτάζει ο πατέρας του από απέναντι, σηκώνεται με την πορτοκαλάδα στο χέρι κι απομακρύνεται από το τραπέζι,

στέκεται δίπλα στη γλάστρα με την ελιά, τον κοιτάζει κι αυτό, του χαμογελάει,

τον χαιρετάει,

του στέλνει φιλιά με το άδειο χέρι.

Εκείνος φεύγει από την μπαλκονόπορτα και τρέχει στο παιδικό δωμάτιο, πηγαίνει σε εκείνη να της πει τα νέα.

Τη βρίσκει μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο να μιλάει με το παιδί τους, μόλις είχε φτάσει στο μπαλκόνι τους, κρατώντας στο χέρι του το ποτήρι με την πορτοκαλάδα.

Πώς κατάφερες να περάσεις το κενό αγόρι μου; Το ρωτάει.

Το παιδί τής απαντάει

Με τα φτερά μου.


Αναδημοσίευση από το περιοδικό Χάρτης  ( Ιούνιος 2021)


Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Η ζωή και ο θάνατος του Τριατατικού Άγγελου Θοδωρίκου

 
Η φωτογραφία από εδώ
****
1309 - Τους χρειάζομαι ζωντανούς για να μπορώ να τους σκοτώσω.
1388 - μου τάξανε γήπεδο...
1447 - σιγά μη φοβηθώ...
1478 - μη φωνάζετε, το μέλλον σας θα μαντρώσουμε, όχι εσάς.
1514 - σιγά μην κλάψω...
1543 - κάποτε είχε ρείκια, είχε κουμαριές εδώ.
1677 - σε παράταξη μάχης.

Είχε νεύρωση με την ταξινόμηση. Στο σπίτι που είχε κληρονομήσει από τη μάνα του, έριξε τους ενδιάμεσους τοίχους και το γέμισε με σειρές ράφια για να αρχειοθετεί φράσεις από συνθήματα, από λογύδρια, από ανεπίδοτα γράμματα, από εφημερίδες. Είχε ταξινομήσει και αρχειοθετήσει υλικό από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Ο ίδιος ήθελε ακόμη δέκα χρόνια για να κλείσει έναν αιώνα ζωής. Ταξινομούσε φράσεις από τα είκοσί του.

Α001 - Ο γκαζιέρης που μας άναβε το φως.
Α0024 - γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά , πατέρα.
Α180 - ΑΕΤΟ, εδώ ή υπογράφετε ή πεθαίνετε.
0182 - υγιαίνετε, το αυτό επιθυμώ και δι' εσάς.
ΒΟ123 - νυχτερίδες κι αράχνες, γλυκιά μου...

Ήταν Τριατατικός, έτσι το' λεγε, δηλαδή Ταχυδρομικός. Για πολλά χρόνια διανομέας, μετά κενό, μετά επαναπρόσληψη  και για πολλά χρόνια πίσω από το γκισέ να ταξινομεί τα γράμματα. Μια φορά τον βάλαν και υποψήφιο βουλευτή με την ΕΔΑ. Δεν παντρεύτηκε, ο μοναδικός του συγγενής ήταν μια ανιψιά, κόρη του συγχωρεμένου του αδελφού, η Λέλα.
Όταν μπήκαν σπίτι του, κάτι απελπισμένοι ήταν, για να τον κλέψουν, τον δέσαν, τον κάψαν με το σίδερο να τους πει πού κρύβει τα λεφτά. Δεν άντεξε η καρδιά του, έσβησε. Τα κλεφτρόνια, θόλωσε ο νους τους - όχι που πέθανε στα χέρια τους, ο θάνατος ήταν συνήθειο πια γι' αυτούς με τη σαπισμένη ψυχή -, θύμωσαν που δεν του πήραν λέξη για ό,τι ζητούσαν. Δεν ξέραν πως ποτέ κανείς δεν του' χε πάρει λέξη. Ρίξαν τα ράφια κάτω, σκορπίσαν τα ντοσιέ, βάλαν φωτιά και φύγαν.
Η Λέλα έπειτα από δυο μήνες παρέλαβε το σπίτι. Πριν, είχε κηδέψει τον νεκρό κι είχε ταχτοποιήσει όλη τη χαρτούρα και τα χαράτσια που της είχαν ζητήσει. Μπήκε σπίτι και περπάτησε πάνω στα αποκαΐδια λέξεων, φράσεων, πηχυαίων τίτλων, ανεπίδοτων επιστολών. Από τις σκόρπιες λέξεις, τις μισοκαμένες φράσεις και τα σπαράγματα των ανεπίδοτων επιστολών άρχισε να ανασυνθέτει την άγνωστη ζωή του θείου της, του ταχυδρομικού διανομέα Άγγελου Θοδωρίκου, ή αρχειοθέτη, ή αριθμητή, ή παρηγορητή, ή Τριατατικού όπως έλεγε και ο ίδιος.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, μαζί με την αντοχή που έπρεπε να διαθέτει τότε ένας ταχυδρομικός διανομέας για να σκαρφαλώνει στα βουνά, να διασχίζει ρεματιές, να ακροβατεί σε μαλεστράδες, γκρεμομονοπάτια, για να παραδίδει επιστολές, η δύναμη του Άγγελου Θοδωρίκου ήταν οι αριθμοί. Και να πώς φανερώθηκε και στη Λέλα αυτό.
...Κείνο τον Δεκέμβρη το χιόνι έκανε τη δουλειά του Αρχάγγελου...Ήταν η πρώτη μισοκαμένη φράση που διάβασε η Λέλα. Βγήκ' ο Χάρος να ψαρέψει με τα δίχτυα του ψυχές / ασθενείς και πεινασμένους μες στις φτωχογειτονιές...ψάρεψε το δεύτερο χαρτάκι με τους στίχους κάτω από ένα μισοκαμένο ντοσιέ και πίσω του βρήκε μια σημείωση: Πανυπαλληλική Επιτροπή: ο Χ. με πρότεινε να εκπροσωπήσω τους Τριατατικούς στη συνεδρίαση  για την απεργία. Δεν πάει άλλο με σαράντα δράμια ψωμί την ημέρα που επιτρέπουν στον καθένα μας, κι όποιος έχει να τα αγοράσει, ο θάνατος μας χτυπάει την πόρτα, ας πολεμήσουμε για τη ζωή. Από την οργάνωση έμαθα πως εισηγητής στη συνεδρίαση θα είναι ο Κ. Νικ., ο παλιός καθηγητής μου των μαθηματικών στο γυμνάσιο στην Πάνιτσα. Ίσως γι' αυτό να με πρότεινε ο Χ.
Τώρα η τύχη ή μοίρα ρίξαν αυτά τα χαρτιά να διαβαστούν πρώτα και με αυτήν τη σειρά από τη Λέλα; Αυτό είναι ερώτημα που ποτέ δε θ' απαντηθεί. Κι έτσι, όπως ο σκηνοθέτης σηκώνει με τους ηθοποιούς, φράση φράση, ατάκα ατάκα, το έργο στη σκηνή, η Λέλα άρχισε να στήνει την πρώτη πράξη.
...Βρήκαν κι όνομα οι γιατροί, " οίδημα εκ πείνης", για τους τουμπανιασμένους νεκρούς...
"Άραγε πόσοι να πεθαίνουν την ημέρα;"

Η συνεδρίαση έγινε σε ένα σπίτι στον Κολωνό που ο κήπος του συνόρευε με τον κήπο του Ορφανοτροφείου. Ένας ένας οι σύνεδροι φτάναν με ένα πακέτο στα χέρια, πως τάχα μου ήταν για τα ορφανά, και μπαίναν στον κήπο του Ορφανοτροφείου. Μόλις είχε δημοσιευθεί η έκκληση του Δαμασκηνού "...προτεραιότητα στα παιδιά, να μην πεθάνει το μέλλον, ψωμί, λάδι, γάλα, κρέας για τα παιδιά..." κι έτσι τα μέτρα ασφαλείας είχαν χαλαρώσει και κανείς απ' τους φύλακες δεν τους σταμάτησε να τους ψάξει ή να τους πει να ανοίξουν τα πακέτα που κρατούσαν. Ο ένας από τους φύλακες ήταν μιλημένος. Στα δυο από τα πακέτα είχαν τις προκηρύξεις για τις αυξήσεις στους μισθούς και τη μικρή μπροσούρα " για το Ψωμί και την Ελευθερία". Μόλις βράδιασε, άνοιξαν το πλαϊνό πορτάκι που συνέδεε τους δυο κήπους και μπήκαν στο σπίτι. Μαζεύτηκαν εκπρόσωποι των δημοσίων υπαλλήλων ακόμη κι από το Υπουργείο Ασφαλείας. Κατέβηκαν στο υπόγειο να συνεδριάσουν, ντύσαν με παλιές εφημερίδες τα τζάμια για να μη φαίνεται το φως απ' τα κεριά, τα σπαρματσέτα, κι αρχίσαν να τα λένε. Τα τρία Τ [ Ταχυδρομεία - Τηλεγραφεία - Τηλέφωνα ]  εκπροσώπησε ο Άγγελος Θοδωρίκος. Αγκαλιαστήκαν με τον παλιό του δάσκαλο, τον Κ. Νικ., κι είπαν για τα παλιά και για κοινούς γνωστούς στην Πάνιτσα και στο Γύθειο. Ένα δυο τούς είχαν εκτελέσει. Κι ένας υπηρετούσε στο Σώμα Εθελοντών που βοηθούσαν την Γκεστάπο. Ομόφωνα πέρασε η απόφαση για την απεργία. Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος όχι μόνο χτυπούσε την πόρτα, είχε μπει και στο χολ των σπιτιών. Μοιράσαν και καθήκοντα για να εξασφαλιστεί η επιτυχία και περιμέναν το ξημέρωμα, τη λήξη της απαγόρευσης της κυκλοφορίας, για να βγουν να γυρίσουν στις δουλειές τους. Όμως στον Άγγελο Θοδωρίκο δεν ανέθεσαν τίποτα, δεν του' παν τι να κάνει κι ούτε προκηρύξεις του δώσαν, κι αυτός μέσα του δαγκώθηκε, ένιωσε πως τον μειώναν και πως δεν του 'χαν εμπιστοσύνη. Φύγαν όλοι κι έμεινε αυτός καθισμένος στην καρέκλα να τον τρώει η πίκρα. Σηκώθηκε να φύγει και αυτός, και τον σταμάτησε ο δάσκαλος.
" Φύγαν όλοι; 'ντάξει! Τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους, θα κατεβάσουν το μήνυμα της απεργίας εκεί όπου δουλεύουν, θα μοιραστούν οι προκηρύξεις, θα φωνάξουν την απόφαση με τα χωνιά στις γειτονιές το βράδυ, και παρέες με το ακορντεόν θα γράψουν το σύνθημα στους τοίχους, αλλά δε φτάνουν αυτά. Έχεις ένα δυνατό όπλο, Άγγελε, θα το χρειαστούμε, ή μάλλον δύο όπλα".
Στον Άγγελο Θοδωρίκο αμέσως έσβησε η πίκρα μέσα του. Αποκαταστάθηκε η θιγμένη του αξιοπρέπεια, σήκωσε ανάστημα και κοίταξε τον δάσκαλο με απορία.
" Οι αριθμοί, Άγγελε, και η δουλειά σου είν' τα όπλα σου. Γνωρίζω την τρέλα σου με τους αριθμούς και τα παιχνίδια της αριθμητικής  που γεννούσε η γκλάβα σου, όταν σε είχα μαθητή. Αυτή είναι η μία ικανότητά σου που θα μας χρειαστεί. Η άλλη είναι η δουλειά σου. Τριατατικός. Τι θέλω από σένα; Πόρτα πόρτα που μοιράζεις τα γράμματα, θα μοιράζεις και στα σπίτια που δεν έχουν. Φτιάξε δικές σου επιστολές προς παράδοση για να σου ανοίγουν οι πόρτες. Δε φτάνει μόνο η απεργία. Πρέπει να μετρήσουμε θανάτους, Άγγελε, τους βλέπουμε εμείς που πεθαίνουν και τρομάζουμε, πόσοι όμως; Πρέπει να ξέρουμε. Το μέγεθος, Άγγελε. Οι αριθμοί δε λένε ψέματα κι αυτοί κατηγορούν ο ένας τον άλλον για τον αποκλεισμό κι εμάς για υπερβολή που τους λέμε πως πεθαίνουν διακόσιοι άνθρωποι την ημέρα και κανείς δεν κάνει τίποτα, κι ο Θάνατος συνεχίζει ανενόχλητος τη μαύρη του δουλειά. Θέλω πόρτα πόρτα, που θα μοιράζετε τα γράμματα, να πεις και σε συναδέλφους σου που τους έχεις εμπιστοσύνη να σε βοηθήσουν, να μην αφήσετε σπίτι σε ολόκληρη την Αθήνα που να μην έχετε ρωτήσει πόσους νεκρούς έχουν απ' την πείνα κι απ' το κρύο, και να τους καταγράψετε, έναν προς έναν κατά ηλικίες, και κατά εργασία, και κατά φύλο, όπως ξέρεις κι όπως σε έμαθα. Θα τρομάξουμε κι εμείς οι ίδιοι από το μέγεθος. Και μετά θα τους τρίψουμε στη μούρη το έγκλημα, τις διαστάσεις του. Θα στείλουμε παντού τους αριθμούς, σε όλες τις ουδέτερες χώρες, σε όλους τους οργανισμούς, ακόμη και στους ίδιους τους υπαίτιους. Η ακρίβεια των αριθμών θα τους τρομάξει. Κοντά στο νου κι η γνώση, Άγγελε, για να πειστούν και συνάδελφοι που φοβούνται πιο πολύ εμάς παρά τον θάνατο που μπήκε στην αυλή τους, γιατί νομίζουν πως μόνο τους άλλους θα αγγίξουν κι ΄όχι αυτούς. Πρέπει να πετύχει η απεργία μας και να σπάσει ο αποκλεισμός. Οι δημόσιοι υπάλληλοι σε αυτές  τις συνθήκες είμαστε προνομιούχοι. Έχουμε δουλειά και σταθερό τόπο εργασίας. Είναι ένα προνόμιο αυτό που άλλοι δεν το' χουν, Άγγελε. Σαν αντίδωρο σε εμάς πέφτει ο κλήρος να αγωνιστούμε για όλους".
Τα' πε μονορούφι και πάθος ο δάσκαλος, κι είχε βαρύνει ακόμη και το υπόγειο από τη σοβαρότητα και, σπίρτο καθώς ήταν, το κατάλαβε κι έκλεισε με το γνωστό αστείο που κάναν στις συνεδριάσεις με τους νεοπροσήλυτους Τριατατικούς: " Τι είν' τα τρία Τ, συναγωνιστή;" " Τόλμη, Ταχύτης, Τακτική", του φώναξε σε στάση προσοχής ο Άγγελος γελώντας, και αγκαλιαστήκαν και δώσαν τα χέρια, και συμφωνήσαν αμέσως τα πώς και το πότε της δουλειάς ο μαθητής με τον δάσκαλο.

...έπειτα από ακριβείς έρευνες της Κεντρικής Πανυπαλληλικής Επιτροπής ο αριθμός των νεκρών από την πείνα και το βαρύ κρύο στο τετράμηνο Νοέμβρης - Φλεβάρης ξεπέρασε τις τριακόσιες είκοσι πέντε χιλιάδες στο σύνολό τους και τους τετρακόσιους νεκρούς την ημέρα...Χτυπήθηκαν περισσότερο οι ηλικιωμένοι άντρες άνω των πενήντα ετών και τα νεογέννητα...Τεράστιο το έγκλημα...

[ ΚΟΜΕΠ, αρ. φύλλου 4-5 / Αυγ. 1942]...η μεγαλειώδικη πανελλαδική κινητοποίηση στις 25 του Μάρτη και η ηρωική πανυπαλληλική απεργία του Απρίλη των δημοσίων υπαλλήλων με μπροστάρηδες τους Τριατατικούς έκαναν τον κατακτητή να σκεφθεί πως πρέπει ν' αφήσει και κάτι για τους Έλληνες...

...ήρθη ο από θαλάσσης αποκλεισμός...προσωρμίσθη η πρώτη φορτηγίς εκ Καναδά πλήρης σίτου και εριφίων...δυστυχώς  το εκ Τουρκίας προερχόμενον " Κουρτουλούς " νεναυάγηκεν ανοιχτά του Μαρμαρά κατά το πέμπτον του ταξίδιον...

Αγρονομική διάταξις υπ' αριθμ. 103/942 " δεσμεύεται παν εμπόρευαμ προερχόμενον εξ αλλοδαπής προελεύσεως και ευρισκόμενον εις τας τελωνειακάς αποθήκας από τούδε και εις το εξής..."

Τι είχε, Γιάννη; Τ' είχα πάντα!

Η απεργία πέτυχε, η συμμετοχή ήταν καθολική. Η πρώτη γκρούπα των απεργών ξεκίνησε στις δέκα το πρωί από το Μέγαρο Μελά, στην Πλατεία Κοτζιά, όπου στεγαζόταν το κεντρικό κατάστημα των ΤΤΤ. Μέσα στο κτίριο είχε ασανσέρ σαν μεγάλα κουτιά, που ανεβοκατεβαίναν χωρίς στάση στους ορόφους. Κινούνταν αργά κι έτσι μπορούσες να πηδήσεις χωρίς κίνδυνο στον όροφο που ήθελες. Κι έβλεπες από κάθε όροφο να αδειάζουν τα γραφεία κι ο ένας με τον άλλον να πηδούν στο κινούμενο κουτί για να βγουν κάτω, στη μεγάλη σάλα πριν από την έξοδο· ένας μόνο καθώς πηδούσε στραμπούλησε  το πόδι του κι έπεσε κάτω. Στη σάλα πριν από την έξοδο ο Άγγελος Θοδωρίκος τούς εφοδίαζε με το περιβραχιόνιο της διαμαρτυρίας και μετά κατά τριάδες βγαίναν έξω στην πλατεία. Γέμισε Τριατατικούς η πλατεία, με την ελληνική σημαία μπροστά και ήπια συνθήματα, περιορισμένα στον πόλεμο κατά της πείνας και την αύξηση των μισθών, όπως τα' χαν συμφωνήσει. Μετά ήρθαν κι άλλοι από τα γύρω υπουργεία και τις υπηρεσίες , κι από το Ταμείο Νομικών που ήταν δίπλα στην οδό Σωκράτους, κι η πορεία ξεκίνησε. Μεγαλειώδης. Κι ο κόσμος στη Σταδίου έκλαιγε που' βλεπε την αξιοπρέπεια, την αντίσταση, το θάρρος. Του' χαν λείψει· η πείνα είχε γίνει ταπείνωση, απανθρωπιά, φόβος και θάνατος. Οι διανομείς από τους Τριατατικούς είχαν πάρει μαζί τους και τις παλιές μικρές χάλκινες τρομπέτες που παλιά σαλπίζαν την άφιξή τους, να μαζευτεί ο κόσμος στην πλατεία να μοιραστούν τα γράμματα, και τώρα αυτές καθώς τις φυσούσαν λάμπαν στον ανοιξιάτικο ήλιο και ηχούσαν  μαζί με τα συνθήματα, κι ήταν σαν λειτουργία δοξαστική, που' χε βγει στους δρόμους. "...Κι ο θάνατος δε θά' χει πια εξουσία..." Κι αναθάρρησε ο κόσμος, και τον θάνατο δεν τον φοβούνταν πια και μπήκαν κι αυτοί, που πριν ήσαν θεατές, μες στην πορεία.
Απρίλιος του 1942 ήταν αυτό. Μάιο ήραν τον αποκλεισμό και τα δύο μέρη και φτάσαν τα πρώτα καράβια από τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες με στάρι, κρέατα κατεψυγμένα , γάλα σκόνη και ρουχισμό. Και Ιούνιο δόθηκαν οι πρώτες αυξήσεις στους μισθούς. Όμως τους μισθούς τούς έφαγε ο πληθωρισμός που' τρεχε  με σπασμένα φτερά, το ψωμί από εβδομήντα δραχμές η οκά ανέβηκε στις χίλιες πεντακόσιες και τη βοήθεια, που' ρχόταν με τα καράβια, πονηροί ντογάνοι και ουαί υμίν τελώνηδες και φρούραρχοι Φαρισαίοι την πουλούσαν στους μαυραγορίτες. Αλλά κάτι έμενε και για τις γειτονιές και τις ενορίες. Έμπαινε  και καλοκαίρι κι ανοίξαν οι δρόμοι με την επαρχία, κι άρχισε να τσουλάει κάπως η χαμοζωή. Βγήκαν και τα χωνιά στους δρόμους και διαλαλούσαν " αντισταθείτε" [ "...σε μένα ακόμα που σας ιστορώ. Αντισταθείτε..." - στίχος που διασώθηκε απ' τη φωτιά από ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού], και στο βουνό αντάρτες και μετά ήρθαν και τα καλά τα νέα πως τσακίζουν τη μούρη τους οι Γερμανοί στο Ρωσικό Μέτωπο κι άρχισε πλέον να σεργιανά στους δρόμους ξανά η ελπίδα.

" Κι ο Άγγελος Θοδωρίκος, ο θείος σου;" ρώτησε ο Ξένος τη Λέλα.
Τους είχε μαζέψει, φίλους, στο σπίτι της να τους διαβάσει αυτά που' χε γράψει, τα βασισμένα σε αποκαΐδια φράσεων, λέξεων και ανεπίδοτων  επιστολών, για τον θείο της.
" Θα σας διαβάσω πρώτα άλλα δυο απ' τα μισοκαμένα χαρτιά και μετά θα σας πω τι έγινε ο Τριατατικός Άγγελος Θοδωρίκος. Το πρώτο είναι στίχοι, όσοι σώθηκαν από ένα σκωπτικό τραγούδι "...γεια σου, ρε Παπα...ν..., χαιρετισμούς στον Φύρερ και πες του πως η κούτρα σου είναι γεμάτη ψείρες, κι από της τσέπης σου τα άκρα ένα πακέτο μάρκα...". Δυστυχώς το όνομα το' χει καταστρέψει η φωτιά, μα το δεύτερο αποκαΐδι που ήταν μαζί με τους στίχους κλασαρισμένο φωτίζει το πρώτο. Ήταν τραγούδι για αρχηγό από τα Τάγματα Εθελοντών, που μαζί με τους άντρες του και τους αξιωματικούς του είχαν στείλει τηλεγράφημα συμπαράστασης στον Χίτλερ, μετά την απόπειρα δολοφονίας του".
" Άσύλληπτο...τρομακτικό...στον Χίτλερ τηλεγράφημα από Έλληνες στη διάρκεια της Κατοχής;" είπε η Μαρία, η πιο μικρή της παρέας.
" Πιο ασύλληπτο είναι το δεύτερο ντοκουμέντο που θα σας διαβάσω τώρα", τους είπε η Λέλα κι έπιασε το μισοκαμένο από τη φωτιά κομμάτι εφημερίδας: "...επ' ευκαιρία της διασώσεώς του ο Φύρερ διαβιβάζει τας ευχαριστίας του προς τον Συνταγματάρχην Π...προσωπικώς και τους μαχομένους τον μ...βικι...μό εθελοντές του των Ταγμάτων Ασφαλείας...Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του Πύργου Πρωΐα στις 13 Αυγούστου του 1944".
" Ο Π. ποιος να ήταν;..." ρώτησε η Μαρία.
"...αυτούς τους τύπους πρέπει να τους παραδίδουμε στην Ιστορία...το τηλεγράφημά τους ήταν σαν να φτύναν στον τάφο τόσων νεκρών...πρέπει να μάθουμε ποιος ήταν αυτό ο Π.", συμπλήρωσε ο Ξένος.
" Δεν ξέρω, η φωτιά έκαψε το όνομα κι ούτε μπορώ να υποθέσω ποιος ήταν", του απάντησε η Λέλα. " Ξέρω μόνο - στις σημειώσεις του θείου μου το διάβασα αυτό, στο προσωπικό του ημερολόγιο που και αυτό μισοκάηκε - πως η πείνα και ο φόβος καμιά φορά την ψυχή τη μεταστρέφουν, και το έγκλημα κι ο φόνος τότε μοιάζουν στο μυαλό αυτών των ανθρώπων δρόμος προς τη Σωτηρία. Ο φονιάς εκείνη τη στιγμή πείθει τον εαυτό του πως το θύμα είναι πράγμα, εμπόδιο για τη Θέωση, απειλή, μίασμα κι όχι άνθρωπος, κι ο ίδιος νομίζει πως είναι το τιμωρό χέρι του Θεού ή του αρχηγού του...ο αρχηγός σε τέτοιες ομάδες παίρνει τη θέση του Θεού, της ύψιστης Αρχής...γράφει ο Άγγελος Θοδωρίκος. Όμως γιατί σας τα διάβασα αυτά τα δύο αποκαΐδια;'
"  ' ντάξει, για να μην ξεχνάμε...το καταλάβαμε", είπε η Μαρία. " Όποιος ξεχνά αυτά που έπαθαν οι πριν από αυτόν είναι καταδικασμένος να τα ξαναζήσει".
" Όχι, σας τα διάβασα γιατί αυτά τα δύο ντοκουμέντα ήταν η αιτία που συλλάβαν τον θείο μου και τον κλείσαν στο Στρατόπεδο, στο Χαϊδάρι. Εκεί πηγαίναν όσοι ήταν προγραμμένοι να εκτελεσθούν..."
" Και πώς συνδέεται η σύλληψή του με αυτά τα δύο απίθανα τηλεγραφήματα;" ρώτησε ο Ξένος.
" 1944 ήταν", του απάντησε αμέσως η Λέλα. " Όλοι βλέπαν πως από μέρα σε μέρα πλησίαζε η ήττα για τους Γερμανούς και θα ξεκουμπίζονταν  από δω. Έτσι, πολλοί από αυτούς που' χαν συνεργαστεί μαζί τους θέλαν να σβήσουν τα ίχνη αυτής της συνεργασίας".
" Όταν βουλιάζει το καράβι, οι πρώτοι που τρέχουν να σωθούν είναι οι αρουραίοι", γέλασε ο Ξένος.
" Πολλοί οι θάνατοι, πολλές οι προδοσίες που τους βαραίναν και μύριζε η ατμόσφαιρα μπαρούτι και έκτακτα δικαστήρια. Ο Άγγελος Θοδωρίκος ήταν αυτός που' χε παραλάβει το συγχαρητήριο τηλεγράφημα του Χίτλερ, είχε βάρδια εκείνο το βράδυ στον τηλέγραφο. Ρώτησαν αυτοί, έμαθαν ποιος είχε βάρδια. Κι ο Άγγελος όμως αμέσως κατάλαβε τη σημασία του τηλεγραφήματος. Ντοκουμέντο, τρανταχτή απόδειξη για όσους είχαν " προσκυνήσει " , όπως έλεγε. Έτσι το' ψαξε παραπάνω για να το τεκμηριώσει και με άλλα στοιχεία. Κι από συναδέλφους του βρήκε και το αντίγραφο του τηλεγραφήματος του συνταγματάρχη Π. και των αντρών του, προς τον Χίτλερ. Και αυτό το τηλεγράφημα περιείχε και τα ονόματα όλων όσοι το είχαν υπογράψει".
" Κι απ' ό,τι κατάλαβα, το μάθαν κι αυτοί κι έπρεπε να εξαφανίσουν μαζί τα τηλεγραφήματα και τον μάρτυρα".
" Πριν τον συλλάβουν, όμως, ο θείος μου πρόλαβε και τα ' στειλε στις εφημερίδες. Οι εφημερίδες όμως δημοσίευσαν μόνο το ευχαριστήριο τηλεγράφημα του Χίτλερ, όχι το άλλο με όλα τα ονόματα. Δύσκολη εποχή, ίσως δε θέλαν να διχάσουν".
" Και τα ανεπίδοτα γράμματα;" ρώτησε η Μαρία.
" Στο Χαϊδάρι ως κρατούμενος Τριατατικός ο Άγγελος Θοδωρίκος ανέλαβε αυτός, από την ομάδα συμβίωσης, την επίδοση των επιστολών στους συγκρατούμενούς του. Σε πολλούς απ' αυτούς είχαν ξεκληριστεί οι οικογένειες τους και δεν είχαν κανέναν να τους φροντίσει ή αγνοούσαν πως δε ζούσαν πια οι δικοί τους, κι ο Άγγελος άρχισε να γράφει ο ίδιος επιστολές και να τις επιδίδει σε αυτούς που δεν περιμέναν κανένα γράμμα. Συγκρατούμενοι ήταν, τα λέγαν για τη ζωή τους ο ένας στον άλλον, κι έτσι ήξερε ποιο όνομα φίλου ή συγγενή να αναγράφει στη θέση του αποστολέα. Όμως, οι επιστολές που πήγαινε να επιδώσει συχνά μέναν στα χέρια του, γιατί ο παραλήπτης έλειπε. Ήταν άδειο το κρεβάτι του. Βαθιά μεσάνυχτα τον είχαν πάρει για εκτέλεση", απάντησε η Λέλα και σιωπή έπεσε ανάμεσά τους.
Η Μαρία σηκώθηκε. Πήγε στο παράθυρο και κοιτούσε έξω την πόλη, την Αθήνα. Πάνω από τον Υμηττό ξημέρωνε. Ούτε που το κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα. Σαν μια ανάσα, τόσο της φάνηκε.
" Και στο Χαϊδάρι;" γύρισε και ρώτησε τη Λέλα.
" Είχε πάρει πια το πάνω χέρι η Αντίσταση, κι ένα βράδυ, ο παλιός του δάσκαλος το οργάνωσε, σε συνεννόηση με την ομάδα συμβίωσης, μπήκαν κρυφά απ' το σύρμα και τους βγάλαν, είκοσι θανατοποινίτες προλάβαν και σώσαν, ανάμεσά τους και τον Άγγελο. Δέκα μέρες μετά εκτελεστήκαν οι πενήντα οχτώ, ανάμεσά τους και δώδεκα γυναίκες. Μέχρι τελευταία μέρα εκτελούσαν οι Γερμανοί. Μια μηχανή που σκότωνε τους είχε κάνει ο Φύρερ κι ο φόβος. Ο φόνος είναι φόβος, η τελευταία σημείωση του θείου μου στο ημερολόγιο".
Τους έδειξε την καμένη σελίδα η Λέλα.
Η Μαρία προσπάθησε να ανασυνθέσει εντός της την εικόνα του Τριατατικού Άγγελου Θοδωρίκου. Όμως, έξω απ' το παράθυρο ο ήλιος άνοιγε μάτι πάνω από τον Τρελλό.
"Καινούργια μέρα ξημέρωσε. Να σας φτιάξω έναν καφέ;" τους ρώτησε.
" Ναι, και συνεχίζουμε αύριο", είπε και η Λέλα, κι έκλεισε το ντοσιέ με τις καμένες φράσεις, τους τίτλους, τις σκόρπιες λέξεις.

...πέρασε λίμνες, πέρασε βουνά, τα' βαλε με τον δράκο του νερού...μετά γύρισε σπίτι να ξαποστάσει, και τον τσίμπησε μια σφήκα και πέθανε...




Από την εξαιρετική συλλογή διηγημάτων " Ιστορίες Ταχυδρομείου", που εξέδωσαν τα Ελληνικά Ταχυδρομεία τον Δεκέμβριο του 2014