Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγκόσμιες Ημέρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγκόσμιες Ημέρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

Το πένθος



Κατοχή ήταν. Οι μέρες περνούσαν δύσκολα, δύσκολα κι επικίνδυνα. Κάθε πρωί συνήθιζα να περνώ από το γραφείο του δικηγόρου Δανή. Καταλάβαινα πως μόλις ανέχονταν την παρουσία μου. Μετά την «καλημέρα» που έλεγε κοφτά, έσκυβε το μούτρο του στα χαρτιά, έτσι που νόμιζες πως θα τα μασήσει. Στεκόμουν λίγα λεπτά όρθιος και κοίταζα την πρωινή εφημερίδα. Πρώτα διάβαζα το Γερμανικό «ανακοινωθέν» για να βγάλω το δικό μου. Μετά περνούσα στις τοπικές ειδήσεις. Άφηνα την εφημερίδα στο τραπεζάκι, πρόσεχα λίγο την κίνηση του δρόμου, και ύστερα, «ευχαριστώ» έλεγα πάντα και ξεπόρτιζα. Θα σκεφτείς πως ήμουν αγενής, όμως είχαμε μακρινή συγγένεια που δεν την ξεχνούσα εξ αιτίας της εφημερίδας. Εκείνο το πρωί, πριν ακόμα τελειώσω το «ανακοινωθέν», μπήκε ο πουκαμισάς και πίσω του ο απόστρατος. Περασμένης κάπως ηλικίας και «ακραιφνείς» πατριώτες, αυτό να λέγεται. Πήραν από μια καρέκλα και κάθισαν κοντά στο δικηγόρο. Τι έλεγαν μεταξύ τους ούτε και μ’ ένοιαζε. Θα τελείωνα την εφημερίδα όταν άκουσα τον πουκαμισά: «Ξέρετε πόσοι άνθρωποι πέρασαν στο δρόμο με πένθος; Τί διάβολο, τόσοι πολλοί πεθαίνουν στην πόλη μας»;

— Άνθρωποι είμαστε• θα γεννηθούμε, θα πεθάνουμε, είπε ο απόστρατος. Πρόσεξα έξω την κίνηση. Αλήθεια, στους τρεις που θα περνούσαν, οι δυο ή ο ένας θα είχαν πένθος Απέναντί μας κάθονταν στο σταματημένο αμάξι του ο γέρο Ραδίτσας και περίμενε πελάτη. Το άλογο, ο Εδουάρδος ο Γ΄, σαν να έτρεμε στην πρωινή ψύχρα. Ήταν άλλοτε ένα θαυμάσιο άλογο. Άλλοτε, τον καλό καιρό που του έδινα σοκολάτα. Την έπαιρνε από την παλάμη με τα χείλη κι έτριβε το κατωσάγωνό του στην πλάτη μου. Αυτή την κίνηση έκανε πάντα. Τώρα το απόφευγα. Δεν ήθελα να με παρεξηγήσει το ζώο. Πού να καταλάβει τ’ ανθρώπινα.
— Μπα, και ο Ραδίτσας με πένθος! Μίλησε ο πουκαμισάς. Αυτός κάθεται στη γειτονιά μου• δεν άκουσα να έχασε κανέναν.
Χτύπησε με το δαχτυλίδι το τζάμι και, όταν ο αμαξάς έστριψε το κεφάλι του, του έκανε νόημα να ρθεί. Ο γέρος κατέβηκε αργά. Σέρνοντας τα πόδια μπήκε και βγάζοντας την τραγιάσκα: «Καλημέρα αφεντικά, στους ορισμούς σας».
— Γεια σου παλιόφιλε, του λέει ο πουκαμισάς. Μπρε μουρντάρη, ποια φιλενάδα έθαψες και κόλλησες το πένθος;
Οι άλλοι κακάρισαν• ήταν γνωστός στην αγορά ο γέρος σαν χωρατατζής κι ερωτύλος.
— Για τους Οβραίους, πέταξε το λόγο ο γέρος κι ανασήκωσε το κεφάλι προκλητικά.
«Τσακ» έκανε ο χάρακας στο κρύσταλλο του γραφείου. Εγώ είχα μεσάνυχτα. Ο πουκαμισάς ξέσκισε το πένθος του αμαξά και το έριξε στο αστείο. Βγήκα με το γέρο από το γραφείο κι από αυτόν έμαθα πως οι Γερμανοί ξεσήκωσαν τη νύχτα όλους τους Εβραίους των Γιαννίνων.
Ξεχνώντας ν’ αγοράσω τίποτα λάχανα για το μεσημέρι γύρισα σπίτι μου. Η μάνα είχε ριγμένο στις πλάτες το μαύρο σάλι. Έκανε κρύο. Κοντά της, στην καρέκλα με τη χαλασμένη ψάθα, κάθονταν ο τζουτζές της γειτονιάς. Κάτι της έλεγε, φαίνεται κάποια χιλιοειπωμένη ιστορία του. Γελούσε και χτυπούσε την αρβύλα στο πάτωμα. Στάθηκα στην κορνίζα της πόρτας. Η μάνα με κοίταξε βαθιά. Φαίνεται πως η όψη μου είχε τα χάλια της. Με ζύγωσε. Ο τζουτζές γελούσε ακόμα.
— Τι είναι; κανένας δικός μας…
— Οι Εβραίοι, είπα, όλους τους μάζεψαν… τους ταξίδεψαν τη νύχτα…
— Δυστυχία τους, μουρμούρισε κι έσφιξε στις πλάτες το σάλι.
— Και τον Ελιέζερ, μάνα• ρώτησα και μου είπαν πως και τον Ελιέζερ τον πήραν.
Ο τζουτζές σαν κάτι να κατάλαβε, γέλασε δυνατότερα. Το φαφούτικο στόμα του πέταξε σάλια στο μαγκάλι. Χτυπούσε τα χέρια στα λιγνά μεριά του και: «Τους Οβραίους, σκότωσαν οι Γερμανοί τους Οβραίους» φώναξε. Ύστερα μαζεύτηκε στην καρέκλα σαν ξεφουσκωμένος κι άρχισε να κλαίει ανθρώπινα.
Ήταν ορφανούλι ο Ελιέζερ μας. Έρχονταν τακτικά και του δίναμε φαγητό. Τον ντύναμε με τίποτα παλιά ρούχα μου. Μας αγαπούσε όσο και τη γιαγιά του. Όμως μια μέρα δεν κρατήθηκε, μου άρπαξε το χέρι κι ακούμπησε το μάγουλο με δύναμη, σαν να ήθελε να το αποτυπώσει για πάντα στην τρυφερή σάρκα του.
Η μάνα μου είχε πει πως κουβέντιασε με τη γιαγιά του παιδιού. Η γριά, ανάμεσα στ’ άλλα της βάσανα, της μίλησε και για τον Ελιέζερ της: «Γυρίζει πάντα πικραμένο από τα γειτονόπουλα, ύστερα κουρνιάζει πλάι μου βουβό». Σκιάζονταν η γριά πως θα της μαράζωνε. Κι αλήθεια, το παιδί γίνονταν όλο και πιο χλωμό. Τα μάτια του ήταν γιομάτα απορία και μυστική θλίψη. Τότε σκέφτηκα να προχωρήσω πέρα από το φαγητό που του έδινα. Του έφκιασα ένα ροδάνι, παιγνίδι παλιάς εποχής, που είχε σανιδένια ρόδα. Το έβαψα με χτυπητά χρώματα. Το άλλο πρωί πήγα στο σπιτάκι του. Κοιμόταν ακόμα. Παρακάλεσα τη γριά να μην το ξυπνήσει. Ακούμπησα το παιγνίδι στον τοίχο, απέναντί του, για να είναι το πρώτο πράγμα που θ’ αντίκριζε. Περίμενε με τη γριά. Ο ήλιος φώτιζε το ροδάνι όταν ο Ελιέζερ έπαιξε με τα μάτια. Τα στήλωσε κρατώντας την ανάσα. Τα έκλεισε, τα ξανάνοιξε και σαλτάροντας το αγκάλιασε. Ύστερα με πρόσεξε. Τότε ήταν που κόλλησε το μάγουλο στο χέρι μου. Όπως κατάλαβα, δεν ήταν για το παιγνίδι αυτό καθ’ εαυτό που μου φέρθηκε έτσι, ήταν που διψούσε για στοργή. Άλλη μέρα του έφκιασα χαρταετό. Ανεβήκαμε πάνω στο φρούριο. Πριν καλά καλά ψηλώσει, μας έδιωξαν οι Γερμανοί με χουγιατά. Ο αετός κρεμάστηκε πάνω στις αγροσυκιές που φυτρώνουν στα πλευρά του κάστρου. Πήγαινε κάθε μέρα και τον έβλεπε, ώσπου έμεινε ο καλαμένιος σκελετός. Ξεχνούσε να γυρίσει στη γιαγιά. Εκείνη μου τα έλεγε. Παραμιλούσε στον ύπνο του. Φώναζε τ’ όνομά μου, με καλούσε να το γλιτώσω από κάποιον κίνδυνο. Έλεγε στη γιαγιά πως ονειρεύεται τον αετό, τον αψηλώνει, μα τον αρπάζει πάντα ο στρατιώτης που φυλάει σκοπός στην τάπια.
Άφησα τον τζουτζέ να κλαίει σιγά και τη μάνα μου να χουχουλίζει τα χέρια. Κατέβηκα προς τη λίμνη περνώντας από το σοκάκι του Ελιέζερ. Στάθηκα μπροστά στο κλειστό χαμόσπιτο. Στο πρώτο σκαλί ήταν το ροδάνι του σπασμένο. Ίσως το παιδί θέλησε να το πάρει μαζί του, μα του το πέταξαν. Ύστερα γύρισα στην αγορά. Οι Γερμανοί έκλεβαν τα Εβραίικα μαγαζιά. Από το βουνό κατέβαινε ψύχρα. Εκεί θα χιόνιζε.
— Θα πεθάνουν όπως τους πήραν γυμνούς; καταλαβαίνεις; Τρεις χιλιάδες άνθρωποι θα πεθάνουν…, είπε ο σιδεράς στον παραγιό του. Περνούσα και τ’ άκουσα. Ο σιδεράς κρατούσε την αλυσίδα του φυσερού και είχε πένθος στο μανίκι του. Τότε δεν κρατήθηκα. Τράβηξα για τον πουκαμισά. Ήξερα πως ήταν από τα φανατικά μέλη των Ε.Ε.Ε., μιας προπολεμικής οργάνωσης με αντισημιτικές εκδηλώσεις.
— Θέλω μαύρο πουκάμισο, του είπα.
Με κοίταξε εξεταστικά: «Για να σηκώνει τη λέρα;» ρώτησε ειρωνικά.
— Όχι, μα για να σηκώσει όλα τα πένθη, απάντησα. Πλήρωσα και πήγα σπίτι να το φορέσω.


Φρίξος Τζιόβας, Το πένθος( συλλογή Έξοδος για πάντα) στο Μια πόλη στη λογοτεχνία. Γιάννενα, Χριστόφορος Μηλιώνης [επιλογή κειμένων],
 Μεταίχμιο, Αθήνα 2002.


Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Πολύχρωμες ζακέτες

Ένα πολύ ευαίσθητο, τρυφερό και αγαπημένο τραγούδι αφιερωμένο στις μανούλες όλες του κόσμου, για αυτές που κυκλοφορούν ανάμεσά μας και για αυτές που έγιναν μνήμη και ανάμνηση.


Να γίνω σκόνη που ο αέρας παντού τη σκορπάει 
Στο παραμύθι ο ήρωας που πάντα νικάει
Σε ένα βράδυ όλο τον κόσμο να τον κατακτήσω 
Με ένα χάδι ένα θαύμα απόψε να ζήσω…

Για μια στιγμή μέσα στο χρόνο να νικήσω
Με τα φτερά που’χω σμιλέψει να γυρίσω
Και να μικρύνω να χωράω σ’ όλες τις τσέπες  
Μες τις δικές σου τις πολύχρωμες ζακέτες…
Κοντά σου μαμά να βρεθώ… 
Το μόνο δώρο τώρα πια που απ’ τα Χριστούγεννα ζητώ… 

Να γίνω πάλι ένα παιδί που όνειρα κάνει
Κλείνει τα μάτια κι ότι πιστεύει μπορεί και το φτάνει
Σε μια παλάμη ό,τι έχω ζήσει γραμμές πια μετράει

Σε μια ρυτίδα το άγγιγμα σου απόψε χωράει…

Στίχοι: Αθηνά Σπανού
Μουσική: Γρηγόρης Πολύζος
Ερμηνεία: Πολυξένη Καράκογλου
Ενορχήστρωση: Γρηγόρης Πολύζος
Έργα ζωγραφικής: Γιώργος Σαμψωνίδης

Παραγωγή: Μικρή Άρκτος 2017
Διεύθυνση παραγωγής: Παρασκευάς Καρασούλος

Βιολί: Κώστας  Καριτζής
Όμποε: Μαρία Σιφναίου
Πιάνο: Γρηγόρης Πολύζος

Ηχογράφηση, μίξη, Mastering: Ηλίας Λάκκας @ Studio Odeon




Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

Μια μικρή ιστορία για το βιβλίο

Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου σήμερα και θυμήθηκα μια παλιότερη ανάρτησή μου. 

Μεγάλωσα σ' ένα σπίτι που δεν κυκλοφορούσαν βιβλία , γι΄αυτό δεν ξέρω πώς αγάπησα τόσο πολύ κάτι που δεν ήξερα. Προσπαθώ να θυμηθώ την πρώτη μου επαφή με τις σελίδες ενός βιβλίου αλλά δεν θυμάμαι τίποτε άλλο εκτός από το Αναγνωστικό της Α΄Δημοτικού. Μια εγκυκλοπαίδεια αργότερα που τη διάβασα μέχρι και την τελευταία λέξη και μετά ό,τι έντυπο έπεφτε στα χέρια μου. 
Βιβλιοπωλείο δεν υπήρχε στο χωριό ούτε και βιβλιοθήκη. Ένα από τα πρώτα μου βιβλία το απέκτησα με πολλή χαρά μαζεύοντας χαρτάκια από τις σοκολάτες της δραχμής. Τα ταχυδρόμησα στην εταιρεία και μου έστειλαν τις Περιπέτειες των Εξερευνητών. Έτσι γνώρισα το Μάρκο Πόλο και το δρόμο του μεταξιού. Για να αποκτήσω δεύτερο πέρασαν πολλά χρόνια. Καλή τύχη όμως οδήγησε τα βήματά μου στη βιβλιοθήκη του σπιτιού ενός δικηγόρου. Τόσα πολλά βιβλία δεν είχα ξαναδεί. Δανείστηκα αρκετά από αυτά χωρίς ο ίδιος να το ξέρει. Τα διάβαζα με πολλή προσοχή και αρκετά τα επέστρεφα χωρίς να έχω καταλάβει το περιεχόμενο τους. Ήταν αρκετή η επαφή όμως μαζί τους για να διατηρείται το πάθος της ανάγνωσης και η επιθυμία απόκτησής τους. Τότε ήταν που αυτή η αγάπη έβαλε ένα στόχο για το μέλλον. " Όταν θα μεγαλώσω θα δουλεύω για να μπορώ να αγοράζω βιβλία" . Έγινε όνειρο, από αυτά που μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν στη ζωή μου. 
 Εγώ και τα βιβλία. Σχέση μόνον αγάπης. Κάθε επαφή μαζί τους μυσταγωγία και ιεροτελεστία . Προσεκτικό άγγιγμα πρώτα και ύστερα η μυρωδιά του χαρτιού,  το ξεφύλλισμα κάθε σελίδας με θρησκευτική ευλάβεια και μετά η προσπάθεια της ανακάλυψης του κόσμου  μέσα  από αυτές.
 Άρχισα να φτιάχνω τη βιβλιοθήκη μου με αιματηρές οικονομίες τον καιρό που ήμουν μαθήτρια στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου.Συνεχίζω να την εμπλουτίζω με ακόμη πιο αιματηρές οικονομίες σήμερα. Τα βιβλία αποτελούν κομμάτι του εαυτού μου και γι' αυτό πολύ δύσκολα τα αποχωρίζομαι. Όταν θα συμβεί αυτό, ο αποχωρισμός, θα είναι μόνο για να προσφερθούν ως δώρα σε ανθρώπους που έχουν καταλάβει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Προσφορά φιλίας και δείγμα ισχυρών και αγαθών συναισθημάτων.
Μεγάλη αδυναμία μου τα παλιά βιβλία, σημαδεμένα πολλές φορές από αφιερώσεις και υπογραμμίσεις μαρτυρούν φιλίες και ανησυχίες, κουβαλούν μέσα στις κιτρινισμένες σελίδες τους τη γοητεία και τη μυρωδιά μιας άλλης εποχής. Τα καινούρια  πάλι συνεχίζουν να κεντρίζουν τη σκέψη μου, να εξάπτουν την περιέργεια μου και  να καλύπτουν τα κενά μου. 
 Όσο περισσότερο διαβάζω τόσο μεγαλύτερη γίνεται η επιθυμία της απόκτησης και άλλων βιβλίων. Όσο περνούν τα χρόνια τόσο πιο ώριμο το διάβασμα και οι επιλογές.Περισσότερο από ποτέ μ΄αρέσει να γράφω πάνω τους, να σημειώνω, να τσακίζω τις σελίδες τους, να μιλώ γι΄αυτά και να προσπαθώ να μεταδώσω λίγο από το δικό μου πάθος και στους άλλους. 
Αναρωτιέμαι πολλές φορές γιατί διαβάζω; Τι μου προσφέρει; 
Εκτός από αυτά που συνήθως υποστηρίζουμε, ότι τα βιβλία είναι φίλοι, είναι παρέα, εμένα τα βιβλία μου προσφέρουν τα κλειδιά  για να ανοίξω τις πόρτες της γνώσης και του νου, με βοηθούν να κατανοήσω τον κόσμο και τους ανθρώπους, αλλάζουν τη ζωή μου, με οδηγούν σε άλλους δρόμους , ίσως πιο μοναχικούς, με κάνουν άλλον άνθρωπο, πιο ελεύθερο, πιο ανεκτικό, πιο συνειδητό. Διότι ποτέ δεν χρησιμοποίησα την ανάγνωση μόνο για να περάσει η ώρα μου, αλλά για να βρεθώ ένα βήμα πιο μπροστά και να μπορέσω να βάλω ένα λιθαράκι στη διαμόρφωση  ενός πιο όμορφου κόσμου.

Στην μνήμη του αγίου Θερβάντες και του αγίου Σαίξπηρ που τιμώνται σήμερα, Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Φερνάντο Πεσσόα, Ο Φύλακας των Κοπαδιών


Ι

Εγώ ποτέ δεν φύλαξα κοπάδια, 
είναι όμως σα να τα φύλαξα.
Η ψυχή μου είναι όπως ο βοσκός,
γνωρίζει τον αέρα και τον ήλιο
και περπατάει στα χέρια των Εποχών,
 ακολουθώντας και κοιτάζοντας.
Όλ' η ειρήνη της Φύσης κατά μόνας
έρχεται να καθίσει στο πλευρό μου.
Παραμένω ωστόσο θλιμμένος, σαν σούρουπο
για την φαντασία μας,
όταν δροσίζει στο βάθος της πεδιάδας
και νιώθεις πως η νύχτα έχει μπει,
όμοια πεταλούδα από το παράθυρο.

Όμως η λύπη μου είναι γαλήνη,
γιατ' είναι φυσική και δίκαιη
κι είναι τι πρέπει να βρίσκεται στην ψυχή,
όταν σκέφτεται πια πως υπάρχει
και τα χέρια μαζεύουν άνθη δίχως αυτή να κάνει την ανήξερη.

Μ' ένα θόρυβο από κουδούνια
πέρα πολύ απ' την καμπή του δρόμου,
οι σκέψεις μου είν' ευχαριστημένες.
Μόνο λυπάμαι να ξέρω πως είν' ευχαριστημένες
γιατί, αν δεν το' ξερα ,
αντί να ν' ευχαριστημένες και θλιμμένες
θα' ταν χαρούμενες κι ευχαριστημένες.

Να σκέφτεται στενάχωρη λες και βαδίζει κάτω απ' τη βροχή,
σαν ο αέρας δυναμώνει και φαίνεται πως βρέχει πιο πολύ.
Δεν έχω φιλοδοξίες μήτ' επιθυμίες.
Να είμαι ποιητής δεν είν' φιλοδοξία δική μου.
Είναι δικός μου τρόπος να' μαι μόνος.
Κι αν πότε - πότ' επιθυμώ
έτσι από φαντασία, να' μουν προβατάκι
( ή να' μουν όλο το κοπάδι
για να πηγαίνω σκορπιστό σ' όλη την πλαγιά
και να' μουν την ίδια στιγμή μπόλικο πράγμα ευτυχισμένο),
είναι μονάχα γιατί νιώθω το τι γράφω καθώς γέρνει ο ήλιος
ή όταν ένα σύννεφο περνάει το χέρι πάνω στο φως
και μια σιωπή τρέχει σ' όλη την χλωρασιά.

Όταν μου' ρχεται να γράψω στίχους
ή, περιδιαβάζοντας από μονοπάτια ή και περάσματα να κόβω δρόμο,
γράφω στίχους σ' ένα χαρτί που βρίσκεται στην σκέψη μου,
νιώθω μια γκλίτσα στα χέρια
και βλέπω την σιλουέτα μου
στην κορφή ενός λοφίσκου
παρατηρώντας το κοπάδι μου και βλέποντας τις ιδέες μου
ή παρατηρώντας τις ιδέες μου και βλέποντας το κοπάδι μου
και χαμογελώντας αόριστα σαν κάποιος που δεν καταλαβαίνει τι λέγεται
και θέλει να παραστήσει πως το καταλαβαίνει.

Χαιρετώ όλους που με διαβάζουν, 
σηκώνοντας ψηλά το πλατύγυρο καπέλο 
όταν με βλέπουν στην πόρτα μου
καθώς η ταξιδιωτική άμαξα ίσα - ίσα προβάλλει στην κορφή του λοφίσκου.
Τους χαιρετώ και γι' αυτούς επιθυμώ ήλιο
και βροχή, σαν η βροχή είν' ακριβής
και να' χουν τα σπίτια τους,
δίπλα σε διάπλατο παράθυρο
καρέκλα προτίμησης
όπου κάθονται να διαβάσουν τους στίχους μου.
Και διαβάζοντας τους στίχους μου σκέφτονται
πως είμαι κάτι το φυσικό:
το δέντρο, για παράδειγμα, τ' αρχαίο
όπου στο σκιάσμά του, σαν είταν παιδιά, 
κάθονταν εξαίφνης, κουρασμένοι απ' το παιχνίδι
και σφούγγιζαν τον ιδρώτα απ' το καφτό μέτωπο
με το μανίκι του ριγωτού τους ρούχου.


ΙΙ

Η ματιά μου είναι ξεκάθαρη σαν ηλιοτρόπιο.
Έχω τη συνήθεια να περπατώ στους δρόμους, 
κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά,
κοιτάζοντας πότε - πότε και κατά πίσω...
Κι ό,τι βλέπω κάθε στιγμή
είν' ό,τι ποτέ δεν είχα δει
και ξέρω να δίνω γι' αυτό μ' απλοχεριά...
Ξέρω να' χω την ουσιαστική αποχαύνωση
που έχει ένα παιδί αν, την ώρα που γεννιέται,
 θα σημείωνε πως γεννήθηκε στ' αλήθεια...
Νιώθω να γεννιέμαι κάθε στιγμή
για τον αιώνιο νεοτερισμό του Κόσμου...

Πιστεύω στον κόσμο όπως σε πράγμα που του ' χω κάκητα,
γιατί τον βλέπω. Αλλά δεν στρέφω την σκέψη μου σ' αυτόν,
γιατί σκέφτομαι σημαίνει δεν καταλαβαίνω...
Ο κόσμος δεν έγινε για να στρέφουμε την σκέψη μας σ' αυτόν
( σκέφτομαι σημαίνει τα μάτια μου είν' άρρωστα),
αλλά για να κοιτάζουμε προς αυτόν και να συμφωνούμε...

Δεν έχω φιλοσοφία· εγώ έχω αισθήσεις...

Αν μιλώ για την Φύση δεν είναι γιατί ξέρω πια τι είναι
αλλά γιατί την αγαπώ, και την αγαπώ γι' αυτό, 
γιατί όποιος αγαπάει δεν ξέρει ποτέ τι αγαπάει

ούτε ξέρει γιατί αγαπάει, ούτε τι σημαίνει αγάπη...
Αγάπη είν' η αιώνια αθωότητα
κι η μόνη αθωότητα είναι να μη σκέφτεσαι...

ΙΙΙ

Στο σούρουπο, γερμένος στο παράθυρο,
και ξέροντας, με την άκρη του ματιού, πως υπάρχουν χωράφια κατά μπροστά,
διαβάζω ώσπου μου φλογίζονται τα μάτια
το βιβλίο του Σεσάρειο Βέρδε.

Τι βαρυκαρδία μου φέρνει! Είταν ένας χωριάτης
που πήγαινε αιχμάλωτος εν ελευθερία δια μέσου της πόλης.
Όμως ο τρόπος που κοίταζε τα σπίτια
κι ο τρόπος που παρατηρούσε τους δρόμους
και το σύστημα με το οποίο δινόταν στα πράγματα,
είναι το σύστημα εκείνου που κοιτάζει τα δέβτρα
κι εκείνου που χαμηλώνει τα μάτια στον αμαξιτό όπου πάει και προχωρεί
κι όπου πάει προσέχοντας τ' άνθη που βρίσκονται στους κάμπους...
Γι' αυτό εκείνος είχε τέτοια θλίψη
που ποτέ δεν είπε πως είχε,
αλλά πήγαινε διαμέσου της πόλης όπως ο άνθρωπος που πάει μέσ' απ' τον κάμπο
και λυπημένος σα να πατικώνει λουλούδια σε βιβλία
και να βάζει φυτά σε βάζα...

Από την πρώτη ενότητα της συλλογής ποιημάτων του μεγάλου Πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσσόα ," Ο Φύλακας των Κοπαδιών". Κοπάδι είναι οι σκέψεις κι οι αισθήσεις, που απλώνεται και συγκεντρώνεται. Σε αυτή την κίνηση, καθώς οι πρώτες επηρεάζουν τις δεύτερες, έχουμε συνδυασμούς που γίνονται, αλλά και χαλούν, έχουμε εξάρσεις, που κορυφώνονται και κυριαρχούν, που σβήνουν και γεννιούνται πάλι. Τελικά, δεν είναι οι σκέψεις που καθορίζουν την ύπαρξή μας και τη στάση ζωής μας, αλλά οι αισθήσεις, εφόσον μας εντάσσουν στον κόσμο των ζώων και των φυτών, εφόσον συγκλίνουν στο Ένα.
Ο Φερνάντο Πεσσόα μοίρασε το έργο του ανάμεσα σε πολλούς "ποιητές". Είναι γνωστά τα ψευδώνυμα του Άλβαρο δε Κάμπος, Αλμπέρτο Καέιρο και Ρικάρντο Ρέις. Κάτω από κάθε ψευδώνυμο κρύβεται μια ιδιαίτερη άποψη του κόσμου, που όσο κι αν χαρακτηρίζεται από "εκείνα που δίνουν οι αισθήσεις" ή από " την θέα που έχει ο άνθρωπος σαν στέκεται σ' ένα σταυροδρόμι", έχει κοινό άξονα την αγάπη της Φύσης, την ύπαρξη του ανθρώπου σαν μέρους της Φύσης, μακριά από τις φιλοσοφίες και τα φιλοσοφικά συστήματα.
Είναι άγνωστο μέχρι σήμερα (1981) αν ο Φ. Πεσσόα χρησιμοποίησε κι άλλα ψευδώνυμα, συμβάλλοντας ο ίδιος στον παραπέρα τεμαχισμό ενός έργου γεμάτου βαθιά ειλικρίνεια. Το βέβαιο είναι πως αυτά τα ψευδώνυμα - μια διαρκής ίσως προσπάθεια του ποιητή να βρει την ταυτότητά του, ταυτόχρονη ίσως με την προσπάθεια να κρύψει το πρόσωπό του - δυσχέραναν την αναγνώρισή του. Μας έδωσε όμως μια ποίηση ανοιχτή και πολύβουη , συγγενική, αλλά και αυτόνομη στα μέρη της, της οποίας ο αναγνώστης  μπορεί να διαλέξει  ετούτο ή εκείνο το τμήμα, εγκαταλείποντας τα υπόλοιπα, σαν ν' ανήκουν σε κάποιον άλλον.
Το έργο όμως, εντεταγμένο στο σύνολό του στην αναζήτηση της αλήθειας, που τα διάφορα ψευδώνυμα του ποιητή υποψιάζονται, είναι μια δέσμη ακτίνος φωτός, μελέτη της Φύσης, παρατήρηση των φαινομένων, κάθοδος στο βάθος της συνείδησης κι εναρμονισμός του ποιητή, με τη βοήθεια του Λόγου, στο ρυθμό του Σύμπαντος.
Εδώ λοιπόν κυριαρχούν απαντήσεις πως ο άνθρωπος είναι μέρος του περιβάλλοντος κι όχι πάνω από το περιβάλλον, ένας ουμανισμός ηρεμίας κι απόστασης από την οίηση, αλλά κι από τη δεδομένη γνώση.

Τα αποσπάσματα του ποιήματος καθώς και ο σχολιασμός του έργου του Φερνάντο Πεσσόα είναι από το  περιοδικό " το πρίσμα",άνοιξη 1981 , τευχ.3. Η μετάφραση και τα σχόλια ανήκουν στον Φίλιππο Δρακονταειδή. 
Το περιοδικό " το πρίσμα" ήταν μια τριμηνιαία έκδοση επιλογής από την παγκόσμια σύγχρονη λογοτεχνία. Εκδιδόταν από τις εκδόσεις Καστανιώτης και Διευθυντής του ήταν ο λογοτέχνης Δημήτρης Χατζής.


Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Αφίσες για την 8 Μάρτη " Όχι μια μέρα γιορταστική - οι γυναίκες στην πάλη για την αλλαγή"


Μερικές αντιπροσωπευτικές αφίσες για την Ημέρα της Γυναίκας, έτσι όπως παρουσιάστηκαν πριν από πολλά χρόνια σε έκθεση που πραγματοποίησε ο Δήμος της Βενετίας,Τομέας Καλών Τεχνών, για να παρουσιάσει το πρόβλημα της γυναίκας, στην ιστορία των τελευταίων εκατό χρόνων.
" Γεγονότα, αδικίες και μηχανορραφίες που υπέφεραν οι γυναίκες, αγώνες που υποστήριξαν και κατακτήσεις που πέτυχαν, όλ' αυτά εξιστορούνται σε μια έκθεση αφιερωμένη στα εκατό χρόνια πολιτικής αφίσσας που αναπαράγει πλευρές της κατάστασης και στιγμές της πάλης των γυναικών. Οι καταγγελίες, τα μηνύματα, οι εκκλήσεις διαδέχονται το ένα το άλλο καθώς αναπτύσσεται η έκθεση, εκφρασμένα με εικόνες και κοφτερές λέξεις· και προσφέρονται στο μάτι με την αυθεντικότητα της στιγμής που παρουσιάστηκαν στους τοίχους των πόλεων ή στον τύπο: σα ζωντανές κια διαπεραστικές φωνές..." ( Καμίλα Ραβέρα, Εκατό χρόνια αγώνων).
Στην Ελλάδα οι ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΑΦΙΣΣΕΣ της έκθεσης παρουσιάστηκαν σε λεύκωμα το 1980 από τις εκδόσεις Οδυσσέας μαζί με τρία συνοδευτικά κείμενα των Καμίλα Ραβέρα, Εκατό χρόνια γυναικείων αγώνων, Ντόρε Άστον, Κοινωνία και τέχνη στις γυναικείες αφίσσες, Τζούλιο Ιταλιάνι, Η πολιτική των λόγων και των εικόνων.
Τα θέματα των αφισών αναφέρονται στην μητέρα, στην οικογένεια, στην ηρωίδα, στην ψηφοφόρο, στην 8 Μαρτίου, στη φεμινίστρια. 
Η έκθεση ξεκινούσε από την "Κομμούνα", επειδή σ' εκείνη πήραν μέρος θαρραλέες γυναίκες με δικές τους διαπιστώσεις και διεκδικήσεις.


Αφίσες από την ενότητα 8 Μάρτη


Σ. Ραέφ, ΕΣΣΔ, 1976, " Διεθνής ημέρα της γυναίκας - 8 Μάρτη". Μόσχα




Γερμανία, 8/3/1914, " Εμπρός για το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες", Ιδιωτική συλλογή



Δανία, Danmarks Demokratiske Kvindeforbund, 1975, " 8 Μάρτη, διεθνής ημέρα πάλης των γυναικών , διαδήλωση", Ιδιωτική συλλογή.



Ιταλία, UDI, 1954," 8 Μάρτη - διεθνής ημέρα της γυναίκας", Αρχείο UDI.




1) Ιταλία, UDI,1952, " Για την ειρήνη, για μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία, για ένα πιο δίκαιο και πιο όμορφο κόσμο - 8 Μάρτη διεθνής ημέρα της γυναίκας", Συλλογή Σάλτσε - Museo Civico - Τρεβίζο.
2) Ιταλία, UDI,1964, " 8 Μάρτη 1944 - 1964. Απ' την αντίσταση στο νέο σκοπό της χειραφέτησης", Αρχείο UDI.




Έτορε Βιτάλε, Ιταλία, ΙΣΚ, 1975, " Παλεύοντας για τα δικαιώματα σου υπερασπίζεσαι την ελευθερία όλων. 8 Μάρτη - Ημέρα της γυναίκας". Αρχείο ΙΣΚ.

Έτορε Βιτάλε, Ιταλία, ΙΣΚ, 1977, " 8 Μάρτη - Όχι μια μέρα γιορταστική - οι γυναίκες στην πάλη για την αλλαγή", Αρχείο ΙΣΚ.

1) Β. Κονιουκόφ, ΕΣΣΔ, 1977, "8 Μάρτη - Διεθνής ημέρα της γυναίκας", Βιβλιοθήκη Λένιν - Μόσχα.
2) Kojt Pjuss, ΕΣΣΔ, 1968, " 8 Μάρτη", Βιβλιοθήκη Λένιν - Μόσχα.
3) Αυστραλία, " Απελευθέρωση της γυναίκας - Ας βαδίσουμε στις 11 Μάρτη", Ιδιωτική συλλογή.


Λ. Τζιράτζκι, Λαϊκή Δημοκρατία Γερμανίας, FDGB, 1960, " 50 χρόνια της διεθνούς ημέρας της γυναίκας", Museum fur Deutsche Geschichte - Βερολίνο.


F.N.Beyer, Λαϊκή Δημοκρατία Γερμανίας, 1978, " 8 Μάρτη - Ευχές για τη διεθνή ημέρα της γυναίκας", Museum fur Deutsche Geschichte - Βερολίνο.


Κούβα, Εθνικό Συμβούλιο Κουλτούρας, 1975, " Διεθνές έτος της γυναίκας", Ιδιωτική συλλογή.


1) Νορβηγία, 1977, "8 Μάρτη - Πάλη κατά της καταπίεσης της γυναίκας", Ιδιωτική συλλογή - Όσλο.
2) Νορβηγία, 1977, " 8 Μάρτη - Διαδήλωση - Πάλη κατά της καταπίεσης της γυναίκας", Ιδιωτική συλλογή - Όσλο.

Η μετάφραση των κειμένων και των λεζαντών έγινε από τη Γιάννα Νικολίτσα

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Κονθεπθιόν

Κονθεπθιόν Αρενάλ
Σε όλη της τη ζωή αγωνίστηκε με σθένος ενάντια στη φρίκη των φυλακών, και υπερασπίστηκε την αξιοπρέπεια της γυναίκας στη μεταμφιεσμένη φυλακή του σπιτιού της.
Έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους, παρόλο που δεν το συνήθιζαν οι άλλοι:
" Όταν το σφάλμα είναι όλων, δεν είναι κανενός", έλεγε.
Κατάφερε ν' αποκτήσει αρκετούς εχθρούς.
Και μολονότι στη συνέχεια η αξία της αναγνωρίστηκε, στη χώρα της αδυνατούσαν να το πιστέψουν. Όχι μόνο στη χώρα της, αλλά και στην εποχή της.
Κάπου στα 1840, η Κονθεπθιόν Αρενάλ, μεταμφιεσμένη σε άνδρα, με το στήθος στριμωγμένο σε στενό κορσέ, παρακολουθούσε μαθήματα στη Νομική Σχολή.
Κάπου στα 1850, εξακολουθούσε να ντύνεται αντρικά, ώστε να μπορεί να συμμετέχει στις συγκεντρώσεις όπου συζητιόντουσαν ακατάλληλα θέματα, ακατάλληλες ώρες, στη Μαδρίτη.
Εμίλια Πάρδο Μπαθάν
Κάπου στα 1870 μια φημισμένη αγγλική οργάνωση, η Εταιρεία Χάουαρντ για τη Μεταρρύθμιση στις Φυλακές, την ονόμασε εκπρόσωπό της στην Ισπανία. Το έγγραφο που τη διόριζε στάλθηκε  στο όνομα του σερ Κονθεπθιόν Αρενάλ.
Σαράντα χρόνια αργότερα, μια άλλη Ισπανίδα από τη Γαλικία, η Εμίλια Πάρδο Μπαρθάν, ήταν η πρώτη γυναίκα που διορίστηκε σε ισπανικό πανεπιστήμιο. Κανένας μαθητής δεν καταδέχτηκε να την ακούσει. Έκανε μάθημα σε άδεια αίθουσα.


Eduardo Galeano, Γυναίκες, μετφρ. Ισμήνη Κανσή, Πάπυρος,Αθήνα 2015

" Οι Γυναίκες είναι ο ύστατος αποχαιρετισμός του Εδουάρδο Γκαλεάνο στους αναγνώστες του, αποχαιρετισμός εσπευσμένος, μια και ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο το βιβλίο του πριν φύγει από τούτο τον κόσμο. Πρόλαβε, τουλάχιστον να ετοιμάσει αυτή την ανθολογία - φόρο τιμής στη Γυναίκα, που τόσο κεντρική θέση είχε στη σκέψη, στο έργο και στη ζωή του γενικότερα. Με τη χαρακτηριστική του ποιητική πρόζα, μιλάει για γυναίκες που άφησαν το δικό τους στίγμα στην ιστορία, ανασύρει από τη λήθη συλλογικά κατορθώματα γυναικών, μιλάει για τις ρίζες του μισογυνισμού, για γυναίκες που αψήφησαν την κυρίαρχη ανδρική ερμηνεία της πραγματικότητας. Και όπως η γυναίκα με την οποία ξεκινά το βιβλίο, η Σεχραζάντ από τις Χίλιες και μια νύχτες, αφηγείται ιστορίες στον βασιλιά για να μην την σκοτώσει, έτσι και ο Γκαλεάνο, ένας μάγος της γλώσσας, αφηγείται τις ιστορίες του για να μην αφήσουμε τη μνήμη να πεθάνει, γιατί η μνήμη χτίζει το μέλλον."(οπισθόφυλλο)

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Ο παράνομος Ραδιοφωνικός Σταθμός του ΚΚΕ

Πλήθος  αφιερωμάτων σήμερα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ραδιοφώνου. 
Προτείνουμε το βιβλίο της ιστορικού Βάσως Ψιμούλη :" ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ" " Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ". Ο παράνομος Ραδιοσταθμός του ΚΚΕ. ΑΡΧΕΙΟ 1947 - 1968". Εκδόθηκε το 2006 από το Θεμέλιο και τα ΑΣΚΙ. 

" Πριν από μισό και πλέον αιώνα, το 1947, ιδρύεται από το ΚΚΕ, σε συνθήκες εμφύλιας αναμέτρησης ο Ραδιοφωνικός Σταθμός " Ελεύθερη Ελλάδα". Λειτουργεί μέχρι το 1956. Μετά από δύο χρόνια σιωπής θα ξαναβγεί στα ερτζιανά, μετονομαζόμενος σε " Φωνή της Αλήθειας" , μέχρι τη μεταπολίτευση του 1974. Με σημερινά κριτήρια, η ιδιαιτερότητά του ως " μέσου μαζικής ενημέρωσης" είναι προφανής για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος έχει σχέση με την ίδια τη λειτουργία του, καθώς παραμένει, απαρχής μέχρι τέλους, πλήρως ελεγχόμενος από τον πολιτικό κώδικα υποταγής στη βούληση της κομματικής εξουσίας την οποία υπηρετεί. Ο δεύτερος, ότι λειτουργεί εξόριστος, εκτός συνόρων της χώρας στην οποία εκπέμπει το κομματικό του μήνυμα, μετακινούμενος από το Βελιγράδι στο Βουκουρέστι και τέλος στο Χάλε της Λειψίας. Επιπλέον, η ομάδα των συντακτών και εκφωνητών του διαβιεί υπό συνθήκες παρανομίας, έγκλειστη και απομονωμένη για λόγους συνωμοτικότητας αλλά και γιατί τα " φιλοξενούντα" καθεστώτα αποκρύπτουν ότι υποθάλπουν το σταθμό ενός αντάρτικου κινήματος γειτονικής χώρας.
Αυτές οι πολιτικές συγκυρίες διαμορφώνουν, εν τέλει, την περίκλειστη συνθήκη εντός της οποίας θα σχεδιασθεί, θα οργανωθεί και θα παραχθεί το έργο του κομματικού και δημοσιογραφικού επιτελείου του Σταθμού. Έργο εντυπωσιακό σε όγκο, ιστορικής σημασίας, αν συνεκτιμηθούν τα ποικίλα περιεχόμενα του: ενημέρωση, προπαγάνδα, οργάνωση, διαδικασίες, μηχανισμοί. Πάνω απ' όλα, όμως, το υλικό αυτό αποτελεί, για τον ερευνητή, μία ακόμη εστία φωτισμού της πολιτικής σκέψης και πράξης του σημαντικότερου κόμματος της ελληνικής Αριστεράς, στην πλέον  δραματική περίοδο της ιστορικής του διαδρομής. Συνάμα, μια απρόσμενα ενδιαφέρουσα γωνία πρόσληψης της μετεμφυλιακής ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας από τη γεωγραφική απόσταση και την πολιτισμική απομόνωση του πολιτικού πρόσφυγα. Αυτό είναι το Αρχείο του Ραδιοφωνικού Σταθμού " Ελεύθερη Ελλάδα"/ "  Η Φωνή της Αλήθειας", το μεγαλύτερο μέρος του οποίου, 370.000 φύλλα δελτίων εκπομπών, απόκειται στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, στη διάθεση των ερευνητών / αναγνωστών.
Η παρούσα έκδοση περιέχει, κατά πρώτο λόγο, το Ευρετήριο του αρχείου των εκπομπών του Ραδιοφωνικού Σταθμού. Επίσης, εκτενή εισαγωγή για την ίδρυση, την οργάνωση, τις μετακινήσεις του Σταθμού, τον πολιτικό και κοινωνικό λόγο, το ύφος και τη γλώσσα του επιτελείου των συντακτών - εκφωνητών του καθώς και των κομματικών καθοδηγητών τους εντός και εκτός των τειχών του ιδιόμορφου εγκλεισμού στον οποίο εκόντες - άκοντες, σε άγριους χωρίς έλεος καιρούς, θήτευσαν>
( από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

Παιδικός κόσμος...

Μέρα με τη μέρα, τα παιδιά στερούνται το δικαίωμα να είναι παιδιά. Η πραγματικότητα, που αψηφά αυτό το δικαίωμα, τα εκπαιδεύει στην καθημερινή τους ζωή. Ο κόσμος μεταχειρίζεται τα παιδιά των πλουσίων σαν να είναι χρήμα, ώστε κι εκείνα να συνηθίζουν σιγά σιγά να ενεργούν όπως το χρήμα. Ο κόσμος μεταχειρίζεται τα παιδιά των φτωχών σαν να είναι σκουπίδια, ώστε να τα μετατρέψει σιγά σιγά σε σκουπίδια. Και τα παιδιά της μεσαίας τάξης, τα παιδιά που δεν είναι ούτε πλούσια ούτε φτωχά, τα κρατάει δεμένα μπροστά στην τηλεόραση, ώστε από πολύ νωρίς να αποδεχτούν, σαν κάτι το αναπότρεπτο, μια ζωή φυλακισμένη. Πολλή μαγεία και πολλή τύχη έχουν στη ζωή τους τα λιγοστά παιδιά που καταφέρνουν να παραμένουν παιδιά.

Στον ωκεανό της απόγνωσης δεσπόζουν τα νησιά των προνομιούχων. Πρόκειται για πολυτελή στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου οι ισχυροί συναντιούνται μόνο με ισχυρούς και όπου δεν είναι δυνατόν ούτε για μια στιγμή να ξεχάσουν ότι είναι ισχυροί. Σε ορισμένες μεγαλουπόλεις της Λατινικής Αμερικής οι απαγωγές έχουν γίνει καθημερινή συνήθεια, και τα παιδιά των πλουσίων μεγαλώνουν παγιδευμένα στον φόβο. Κατοικούν σε οχυρωμένα αρχοντικά, σε μεγάλα σπίτια ή συνοικίες που τα περιβάλλουν ηλεκτροφόρα σύρματα και τα επιτηρούν ένοπλοι φύλακες. Τα προστατεύουν, μέρα νύχτα, σωματοφύλακες ή κάμερες από κλειστά κυκλώματα ασφαλείας. Τα παιδιά των πλουσίων ταξιδεύουν όπως το χρήμα, μέσα σε θωρακισμένα αυτοκίνητα. Την πόλη τους δεν τη γνωρίζουν παρά μόνο εξ όψεως. Ανακαλύπτουν το μετρό στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη, αλλά δεν το χρησιμοποιούν ποτέ στο Σάο Πάολο ή στην Πόλη του Μεξικού.
Δεν ζουν στην πόλη όπου κατοικούν. Γι' αυτά τα παιδιά η απέραντη κόλαση που καραδοκεί έξω από τον μικροσκοπικό ιδιωτικό  τους παράδεισο είναι απαγορευμένη. Πέρα από τα τείχη εκτείνεται μια περιοχή τρόμου που βρίθει από ανθρώπους άσχημους, βρόμικους και φθονερούς. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, δεν υπάρχει χώρος για τα παιδιά, και μάλιστα εκείνα που έχουν πραγματικά τον μικρότερο χώρο είναι τα παιδιά που έχουν τα περισσότερα πράγματα: μεγαλώνουν δίχως ρίζες, δίχως πολιτισμική ταυτότητα και χωρίς καμία κοινωνική αίσθηση πέρα από τη βεβαιότητα ότι η πραγματικότητα είναι επικίνδυνη. Πατρίδα τους είναι οι διεθνούς φήμης επώνυμες μάρκες που στολίζουν τα ρούχα τους και ό,τι άλλο χρησιμοποιούν, και γλώσσα τους είναι η γλώσσα των διεθνών ψηφιακών κωδικών.
Στις πιο διαφορετικές πόλεις του κόσμου, στα πιο απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, τα παιδιά των προνομιούχων μοιάζουν μεταξύ τους, έχουν τις ίδιες συνήθειες και τις ίδιες επιθυμίες, όπως μοιάζουν μεταξύ τους τα shopping centers και τα αεροδρόμια, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου. Ειδήμονες της εικονικής πραγματικότητας τα πλούσια παιδιά έχουν πλήρη άγνοια της αληθινής πραγματικότητας, που υπάρχει μόνο για να τη φοβούνται ή να την αγοράζουν.
Fast food, fast cars, fast life: από τη στιγμή που γεννιούνται, τα πλούσια παιδιά εκπαιδεύονται στην κατανάλωση και στο εφήμερο, και περνούν τα παιδικά τους χρόνια με την πεποίθηση ότι οι μηχανές είναι πιο αξιόπιστες από τους ανθρώπους. Όταν φτάσει η ώρα της μύησης τους θα πάρουν την πρώτη πανίσχυρη πανοπλία τους, με κίνηση στους τέσσερις τροχούς. Περιμένοντας όμως αυτή τη στιγμή, ξεχύνονται με υπερβολική ταχύτητα στις λεωφόρους του κυβερνοχώρου και αυτοεπιβεβαιώνονται καταβροχθίζοντας εικόνες και εμπορεύματα, κάνοντας zapping και shopping. Τα κυβερνοπαιδιά σερφάρουν στον κυβερνοχώρο με την ίδια άνεση που τα εγκαταλελειμμένα παιδιά σεργιανίζουν στους δρόμους των πόλεων.
Πολύ προτού πάψουν να είναι παιδιά των πλουσίων, και ανακαλύψουν τα ακριβά ναρκωτικά με τα οποία θα ξεγελούν τη μοναξιά τους και θα συγκαλύπτουν τους φόβους τους, τα φτωχά παιδιά έχουν ήδη αρχίσει να σνιφάρουν βενζίνη ή κόλλα. Ενόσω τα πλούσια παιδιά παίζουν  πόλεμο με σφαίρες τις ακτίνες λέιζερ, ήδη οι σφαίρες από μολύβι απειλούν τα παιδιά των δρόμων.
Στη Λατινική Αμερική τα παιδιά και οι έφηβοι αποτελούν το μισό περίπου του συνολικού πληθυσμού. Το μισό αυτού του μισού ζει μέσα στην αθλιότητα. Επιζώντες: στη Λατινική Αμερική πεθαίνουν εκατό παιδιά την ώρα από πείνα ή από ιάσιμες ασθένειες, και παρ' όλα αυτά ο αριθμός των φτωχών παιδιών, τόσο στους δρόμους των πόλεων όσο και στην ύπαιθρο, συνεχώς αυξάνεται σ' αυτή τη γωνιά του κόσμου που παράγει φτωχούς αλλά απαγορεύει τη φτώχεια. Η πλειοψηφία των φτωχών είναι παιδιά· και η πλειοψηφία των παιδιών είναι φτωχά. Από όλους τους ομήρους του συστήματος, τα φτωχά παιδιά είναι εκείνα που περνούν χειρότερα. Η κοινωνία τα απομυζά, τα επιτηρεί, τα τιμωρεί και καμιά φορά τα σκοτώνει: σπάνια τα ακούει, ποτέ δεν τα καταλαβαίνει.
Αυτά τα παιδιά, με γονείς που άλλοτε δουλεύουν και άλλοτε όχι, ή που δεν έχουν δουλειά ούτε στον ήλιο μοίρα, είναι υποχρεωμένα να ζουν από πολύ νωρίς κάνοντας οποιαδήποτε  περιστασιακή εργασία και να ξεθεώνονται στη δουλειά με αντάλλαγμα ένα κομμάτι ψωμί, ή κάτι παραπάνω, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Μόλις μάθουν να περπατούν, μαθαίνουν ποια είναι η ανταμοιβή των καθωσπρέπει φτωχών: αγόρια και κορίτσια γίνονται τα δωρεάν εργατικά χέρια του συνεργείου, του μαγαζιού ή της καντίνας της οικογένειας ή τα πάμφθηνα εργατικά χέρια των εξαγωγικών βιομηχανιών που κατασκευάζουν αθλητικά ρούχα για λογαριασμό των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών. Κάνουν αγροτικές εργασίες ή δουλειές του ποδαριού στην πόλη ή δουλεύουν στο σπίτι, στην υπηρεσία όποιου προστάζει. Σκλαβάκια της οικογενειακής οικονομίας, ή του άτυπου τομέα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, βρίσκονται στη χαμηλότερη βαθμίδα του ενεργού πληθυσμού που υπηρετεί την παγκόσμια αγορά:
στις χωματερές της Πόλης του Μεξικού, στη Μανίλα ή στο Λάγκος, μαζεύουν γυαλιά, κονσερβοκούτια και χαρτιά, και μάχονται για τα αποφάγια με τα όρνεα·
καταδύονται στη θάλασσα της Ιάβας, ψάχνοντας για μαργαριτάρια· κυνηγάνε διαμάντια στα ορυχεία του Κογκό·
χώνονται σαν τυφλοπόντικες μέσα στις στοές των ορυχείων του Περού, λόγω του μικρού μεγέθους τους, και όταν τα πνευμόνια τους δεν αντέχουν πια, καταλήγουν στα παράνομα νεκροταφεία·
μαζεύουν καφέ στην Κολομβία και την Τανζανία, και δηλητηριάζονται από τα παρασιτοκτόνα·
δηλητηριάζονται από τα παρασιτοκτόνα στις βαμβακοφυτείες της Γουατεμάλας και στις φυτείες μπανάνας της Ονδούρας·
στη Μαλαισία μαζεύουν τον οπό των καουτσουκόδεντρων, δουλεύοντας ολημερίς κι ολονυχτίς·
στρώνουν σιδηροδρομικές γραμμές στη Βιρμανία·
στη βόρεια Ινδία λιώνουν μέσα στους φούρνους του γυαλιού, και στη νότια στους φούρνους των τούβλων·
στο Μπαγκλαντές κάνουν περισσότερες από τριακόσιες διαφορετικές δουλειές, με μεροκάματο που κυμαίνεται μεταξύ του τίποτα και του σχεδόν τίποτα και δεν τελειώνει ποτέ·
τρέχουν σε αγώνες με καμήλες για τους Άραβες εμίρηδες και γίνονται έφιπποι βοσκοί στα αγροκτήματα του Ρίο ντε Λα Πλάτα·
στο Πορτ -ω Πρενς, στο Κολόμπο, στην Τζακάρτα ή στη Ρεσίφε σερβίρουν το τραπέζι του αφεντικού, με αντάλλαγμα το δικαίωμα να τρώνε ό,τι πέφτει κάτω·
πουλάνε φρούτα στις αγορές της Μπογκοτά και τσίχλες στα λεωφορεία του Σάο Πάολο·
καθαρίζουν παρμπρίζ στις γωνίες των δρόμων της Λίμας, του Κίτο ή του Σαν Σαλβαδόρ·
λουστράρουν παπούτσια στους δρόμους του Καράκας ή του Γκουαναχουάτο·
ράβουν ρούχα στην Ταϊλάνδη και ποδοσφαιρικά παπούτσια στο Βιετνάμ·
ράβουν μπάλες ποδοσφαίρου στο Πακιστάν και του μπέιζμπολ στην Ονδούρα και την Αϊτή·
για να πληρώσουν τα χρέη των γονιών τους μαζεύουν τσάι ή καπνά στις φυτείες της Σρι Λάνκα και κόβουν άνθη γιασεμιού στην Αίγυπτο, με προορισμό τη γαλλική αρωματοποΐα·
τα νοικιάζουν οι γονείς τους για να υφαίνουν χαλιά στο Ιράν, το Νεπάλ και στην Ινδία, από τα βαθιά χαράματα μέχρι περασμένα μεσάνυχτα, και όταν κάποιος πηγαίνει να τα απελευθερώσει, τον ρωτούν: " Εσείς είστε το καινούργιο αφεντικό μου;"
τα πουλάνε οι γονείς τους έναντι εκατό δολαρίων, στο Σουδάν, για να προσφέρουν σεξουαλικές υπηρεσίες ή για οποιαδήποτε άλλη δουλειά·
Ο στρατός, σε ορισμένα μέρη της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής, στρατολογεί δια της βίας παιδιά. Στους πολέμους, τα στρατιωτάκια δουλεύουν σκοτώνοντας, και κυρίως δουλεύουν πεθαίνοντας: τα μισά από τα θύματα των πρόσφατων αφρικανικών πολέμων ήταν παιδιά στρατιώτες. Με εξαίρεση τον πόλεμο, που είναι αντρικό ζήτημα σύμφωνα με όσα λέει η παράδοση και όσα διδάσκει η πραγματικότητα, σχεδόν σε όλες τις άλλες δουλειές τα χέρια των κοριτσιών αποδεικνύονται το ίδιο χρήσιμα με τα χέρια των αγοριών. Η αγορά εργασίας όμως αναπαράγει και στα κορίτσια την ίδια σεξιστική διάκριση που συνηθίζει να κάνει στις γυναίκες: τα κορίτσια παίρνουν πάντα λιγότερα από τα ελάχιστα χρήματα που κερδίζουν τα αγόρια, όταν κερδίζουν κάτι.
Η πορνεία είναι η αδυσώπητη μοίρα πολλών κοριτσιών και, σε μικρότερο βαθμό, πολλών αγοριών σε ολόκληρο τον κόσμο. Όσο απίθανο και να φαίνεται, υπολογίζεται ότι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες παιδιά εκδίδονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με την έκθεση της UNICEF για το 1997. Η τεράστια πλειονότητα όμως των παιδιών θυμάτων εμπορίας για σεξουαλική εκμετάλλευση δουλεύει στα πορνεία και στους δρόμους του Νότου. Αυτή η πολυεκατομμυριούχος βιομηχανία, αυτό το ευρύτατο δίκτυο διακινητών, μεσολαβητών, τουριστικών γραφείων και προαγωγών, κινείται και δουλεύει με σκανδαλώδη ατιμωρησία. Στη Λατινική Αμερική η παιδική πορνεία δεν είναι κάτι το καινούργιο: υπάρχει από το 1536, όταν άνοιξε ο πρώτος οίκος ανοχής στο Πουέρτο Ρίκο. Σήμερα μισό εκατομμύριο κοριτσάκια της Βραζιλίας δουλεύουν πουλώντας το κορμί τους, προς όφελος των ενηλίκων που τα εκμεταλλεύονται: άλλα τόσα στην Ταϋλάνδη και κάπως περισσότερα στην Ινδία. Σε ορισμένες πλαζ της Καραϊβικής η ακμάζουσα βιομηχανία του σεξουαλικού τουρισμού προσφέρει παρθένα κορίτσια σε όποιον μπορεί να τα πληρώσει. Κάθε χρόνο αυξάνεται ο αριθμός των κοριτσιών που ρίχνονται στην καταναλωτική αγορά: σύμφωνα με τις εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, κάθε χρόνο τουλάχιστον ένα εκατομμύριο κορίτσια προστίθενται στην παγκόσμια αγορά των κορμιών.
Είναι αμέτρητα τα φτωχά παιδιά που δουλεύουν, στο σπίτι τους ή κάπου αλλού, για την οικογένειά τους ή για κάποιον άλλο. Τα περισσότερα δουλεύουν παράνομα και δεν αναφέρονται στις στατιστικές.
Και τα υπόλοιπα φτωχά παιδιά; Τα υπόλοιπα περισσεύουν Η αγορά δεν τα χρειάζεται, δεν θα τα χρειαστεί ποτέ.Δεν είναι αποδοτικά, ποτέ δεν θα είναι. Κατά την άποψη της καθεστηκυίας τάξης, τα παιδιά αυτά αρχίζουν κλέβοντας τον αέρα που αναπνέουν και στη συνέχεια κλέβουν ό,τι βρουν. Το ταξίδι τους από την κούνια στον τάφο συνήθως το διακόπτουν η πείνα ή οι σφαίρες. Το ίδιο παραγωγικό σύστημα που περιφρονεί τους γέρους φοβάται τα παιδιά. Τα γηρατειά είναι αποτυχία, η παιδική ηλικία απειλή. Ολοένα και περισσότερα παιδιά του περιθωρίου γεννιούνται με ροπή προς το έγκλημα, σύμφωνα με τα λεγόμενα των ειδικών. Τα παιδιά αυτά αποτελούν την πιο απειλητική κατηγορία του πλεονάζοντος πληθυσμού. Το παιδί ως δημόσια απειλή και η αντικοινωνική συμπεριφορά των ανηλίκων στην Αμερική είναι τα θέματα που απασχολούν τα Παναμερικανικά Συνέδρια για το Παιδί εδώ και μερικά χρόνια. Τα παιδιά που έρχονται από την επαρχία στην πόλη, και γενικότερα τα φτωχά παιδιά, έχουν εν δυνάμει αντικοινωνική συμπεριφορά, μας προειδοποιούν από το 1963 τα Συνέδρια. Οι κυβερνήσεις και ορισμένοι ειδήμονες  στο θέμα μοιράζονται την ιδεοληψία ότι τα παιδιά πάσχουν από την αρρώστια της βίας και ότι ρέπουν στη διαστροφή και τον όλεθρο. Κάθε παιδί κρύβει μέσα του ένα μικρό φαινόμενο Ελ Νίνιο, γι' αυτό πρέπει απαραιτήτως να προλαμβάνουμε την καταστροφή που μπορεί να προκαλέσει. Στο Α' Αστυνομικό Συνέδριο της Νότιας Αμερικής, που έγινε στο Μοντεβιδέο το 1979, η αστυνομία της Κολομβίας εξήγησε ότι " η καθημερινή αύξηση του πληθυσμού κάτω των δεκαοκτώ ετών μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ποσοστό της ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ αυξάνεται"( Τα κεφαλαία από το αυθεντικό έγγραφο).
Στις χώρες της Λατινικής Αμερικής η ηγεμονία της αγοράς σπάει τους δεσμούς αλληλεγγύης και διαλύει τον ιστό της κοινωνικής συνοχής. Τι μέλλον έχουν οι άνθρωποι που δεν είναι τίποτα, που δεν έχουν τίποτα, σε χώρες όπου το δικαίωμα της ιδιοκτησίας μετατρέπεται σιγά σιγά στο μοναδικό δικαίωμα; Και τα παιδιά αυτών των ανθρώπων; Η πείνα ωθεί πολλά απ' αυτά τα παιδιά, ολοένα και περισσότερα, στην κλοπή, την επαιτεία και την πορνεία· και η καταναλωτική κοινωνία τα προσβάλλει προσφέροντας αγαθά που γι' αυτά είναι απαγορευμένα. Κι εκείνα, για να εκδικηθούν, αρχίζουν τις επιθέσεις· συμμορίες απελπισμένων παιδιών που τα ενώνει η βεβαιότητα του επερχόμενου θανάτου: σύμφωνα με την UNICEF, το 1995 υπήρχαν οκτώ εκατομμύρια εγκαταλελειμένα παιδιά, παιδιά του δρόμου, στις μεγάλες πόλεις της Λατινικής Αμερικής· σύμφωνα με την οργάνωση Human Rights Watch, το 1993 παραστρατιωτικές ομάδες δολοφονούσαν έξι παιδιά τη μέρα στην Κολομβία και τέσσερα στη Βραζιλία.
Ανάμεσα στα δύο άκρα, η μεσαία τάξη. Ανάμεσα στα παιδιά που ζουν αιχμάλωτα της χλιδής και στα παιδιά που ζουν αιχμάλωτα της εγκατάλειψης υπάρχουν τα παιδιά που έχουν κάτι παραπάνω από το τίποτα αλλά πολύ λιγότερα από τα πάντα. Τα παιδιά της μεσαίας τάξης έχουν ολοένα λιγότερη ελευθερία. " Θα σε αφήσουν να ζήσεις ή δεν θα σε αφήσουν να ζήσεις: ιδού το ερώτημα", έλεγε ο Ισπανός γελοιογράφος Τσούμυ Τσούμες. Η κοινωνία που θεοποιεί την τάξη ενώ ταυτόχρονα προκαλεί την αταξία τούς στερεί μέρα με τη μέρα την ελευθερία. Ο φόβος του μεσαίου: το πάτωμα τρίζει κάτω από τα πόδια, δεν υπάρχουν πλέον εγγυήσεις, η σταθερότητα είναι ασταθής, οι δουλειές εξαφανίζονται, τα χρήματα εξανεμίζονται, για να φτάσει το τέλος του μήνα χρειάζεται ένα θαύμα. Καλώς όρισες, μεσαία τάξη, χαιρετίζει μια αφίσα, στη είσοδο μιας από τις πιο άθλιες συνοικίες του Μπουένος Άιρες. Η μεσαία τάξη συνεχίζει να ζει εξαπατώντας, προσποιούμενη ότι υπακούει στους νόμους και ότι πιστεύει σ' αυτούς, και παριστάνοντας ότι έχει περισσότερα απ' όσα έχει· ποτέ όμως δεν της ήταν τόσο δύσκολο να ανταποκριθεί σ' αυτή την εξαντλητική παντομίμα. Η μεσαία τάξη ασφυκτιά από τα χρέη και έχει παραλύσει από τον πανικό· και μέσα στον πανικό μεγαλώνει τα παιδιά της. Πανικός να επιβιώσει, πανικός να μην καταρρεύσει: να μη χάσει τη δουλειά, το αυτοκίνητο, το σπίτι, τα πράγματα, πανικός μην τυχόν και δεν κατορθώσει να αποκτήσει ό,τι οφείλει να αποκτήσει για να υπάρχει. Στη συλλογική απαίτηση για δημόσια ασφάλεια, η οποία απειλείται από τα πανούργα τέρατα της παρανομίας, η φωνή της μεσαίας τάξης είναι η πιο δυνατή. Υπερασπίζεται τη δημόσια τάξη θαρρείς και είναι ιδιοκτησία της, ενώ δεν είναι παρά ένας ενοικιαστής της που τον έχει γονατίσει η τιμή του ενοικίου και η απειλή της έξωσης.
Παγιδευμένα στη μέγγενη του πανικού, τα παιδιά της μεσαίας τάξης καταδικάζονται ολοένα περισσότερο στην ταπείνωση και τον ισόβιο εγκλεισμό. Στην πόλη του μέλλοντος, που δεν απέχει πολύ από την πόλη του παρόντος, τα τηλε- παιδιά, υπό την επίβλεψη ηλεκτρονικών νταντάδων, θα ατενίζουν το δρόμο από κάποιο παράθυρο του τηλε - σπιτιού τους: τον δρόμο που τους έχει απαγορευτεί εξ αιτίας της βίας ή του πανικού της βίας , τον δρόμο όπου διαδραματίζεται το πάντα επικίνδυνο, και ενίοτε μαγευτικό, θέαμα της ζωής.

Eduardo Galeano, Ένας κόσμος ανάποδα,μετφρ. Γεωργία Ζακοπούλου, Πάπυρος, Αθήνα 2019
Η πρώτη έκδοση έγινε στα ισπανικά το 1998. Το βιβλίο όμως εξακολουθεί να διατηρεί την επικαιρότητά του.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Η Αριστερή παράταξη των δασκάλων

Άλλη μια Παγκόσμια Ημέρα σήμερα, αφιερωμένη στους εκπαιδευτικούς. Η ανάρτηση είναι για εκείνους τους δασκάλους και δασκάλες που πρωτοπόρησαν σε εποχές δύσκολες και αγωνίστηκαν μέσα από τις γραμμές της Αριστερής παράταξης των δασκάλων κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.


Η Ρόζα Ιμβριώτη καταθέτει στο βιβλίο της " Η αυξημένη ωριμότητα των νέων Άριστος Οιωνός (Ο Νοέμβρης του 1973) τη μαρτυρία της δασκάλας Ελένης Μπαμπαδάκη, μέλος τότε της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας:
" Οι εκπαιδευτικοί τόσο της Δημοτικής όσο και της Μέσης στην πλειοψηφία τους πίστεψαν πως η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση επιδιώκοντας την αναγέννηση της Παιδείας και την ανύψωση  του εργάτη της θα οδηγούσε τη χώρα σ' ένα καλύτερο αύριο. Και μια φωτισμένη, ενθουσιώδικη πρωτοπορία τους αγωνίστηκε με φανατισμό για τη νίκη της στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και συνελεύσεις των δύο κλάδων, στα παιδαγωγικά συνέδρια, στον τύπο, στις κάθε είδους εκδηλώσεις  γενικά, όπου έμπαινε το θέμα "Παιδεία". Στην πρώτη εμφάνιση της "Αριστερής παράταξης των δασκάλων" ( στη Γενική Συνέλευση της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας του 1929) είκοσι περίπου θαρραλέοι αντιπρόσωποι, σχεδόν όλοι 25 - 30 χρόνων, παρουσίασαν ένα δικό τους ολοκληρωμένο πρόγραμμα επιδιώξεων, διαχώρισαν τη θέση από την "παράταξη του Κέντρου" με την οποία ως τώρα συμπορεύονταν και χάραξαν δικό τους δρόμο για την πραγματοποίηση της αναγέννησης της παιδείας και του λαού: το δρόμο του αγώνα με συνέπεια και συνέχεια ως τη νίκη. Τεράστια ήταν η απήχηση που είχε η παρουσία της αριστεράς παράταξης όχι μόνο μέσα στη συνέλευση αλλά και στον εκπαιδευτικό κόσμο. Πολλές από τις απόψεις των αριστερών έγιναν δεκτές από τη συνέλευση και μπήκαν στο πρόγραμμα της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας και το σπουδαιότερο δύο μέλη της Αριστεράς εκλέχτηκαν στο νέο πενταμελές Συμβούλιο ( Ε.Μπαμπαδάκη, Β. Παπάς). Πρωτοφανής όμως ήταν και η αντίδραση με αρχηγό τον Κουλουμβάκη, απαιτώντας μ' αφρούς λύσσας "την κεφαλήν επί πίνακι" των αριστερών που φυσικά τιμωρήθηκαν σχεδόν όλοι με απολύσεις ως 6 μηνών κ.λ.π. Ανάμεσά τους ήταν οι Ν.Πλουμπίδης, Κ. Τσίρκας, Κ. Χυτήρης, Β.Πόλκος, Δ. Σαξώνης, Κ. Βούλγαρης, Κ. Παπανικολάου Σερρών, Σ.Στρατίκης, Κ. Παπανικολάου Φθιώτιδας, Θ. Παπακωνσταντίνου. Στους αγώνες που συνεχίστηκαν ως τη διχτατορία του 1936 με αξιοσημείωτες καταχτήσεις ξεχώρισε μια ατέλειωτη σειρά νέων δασκάλων που τιμωρούνται μ' απολύσεις οριστικές ή προσωρινές, με μεταθέσεις - εξορίες στα βουνά της Ευρυτανίας, όπως Σ. Μπαρμπουνάκης, Κ. Μαμμέλη. Τ. Βαφειάδης, Βαγγέλης Νικολάου, Ε. Αντωνιάδου, Ξ. Γκολφέστου, Θ.Γκοβάτσος, Σ. Τσέκας, Κ. Τζαννετής, Γ. Πριμικήρης, Α. Κοσμόπουλος, Μ. Λεβαντάκος, Χ. Πολυμενάκος κ.α"


Και λίγα λόγια για την δασκάλα Ελένη Μπαμπαδάκη από το βιβλίο του Γιάννη Κατσαντώνη  Η Αριστερή παράταξη των δασκάλων στο Μεσοπόλεμο.
Η Ελένη Μπαμπαδάκη γεννήθηκε το 1899 στους Αρμένους Ρεθύμνου. Σπούδασε δασκάλα, όπως και η αδελφή της Βασιλεία. Μετά την αποφοίτησή της από το διδασκαλείο οργανώθηκε στο ΚΚΕ και είχε αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα σαν δασκάλα, σαν μέλος του ΚΚΕ και συνδικαλίστρια.
Ο τότε επιθεωρητής Ρεθύμνου, για να απαλλαγεί από την εξωσχολική δραστηριότητά της, τη συμβούλεψε να πάει στο Πανεπιστήμιο Αθήνας για μετεκπαίδευση.
Ήταν ανάμεσα στους πρώτους που πέτυχαν στη μετεκπαίδευση.
Στην Αθήνα γνώρισε τους δασκάλους Ν. Πλουμπίδη, Κ.Θ. Παπανικολάου, Θ. Γκοβάτο, Χρ. Πολυμνάκο, που αργότερα παντρεύτηκε την αδελφή της Βασιλεία(...)
Πήρε δραστήριο μέρος στους συνδικαλιστικούς αγώνες. Εκλέχτηκε αντιπρόσωπος δασκαλικών συλλόγων για τη Γενική Συνέλευση της ΔΟΕ και στα 1929 - 1930 ήταν μέλος της διοίκησης της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας. Έγραψε αξιόλογα άρθρα στο Διδασκαλικό Βήμα και σ' άλλα έντυπα.
Στην περίοδο της Κατοχής ήταν στην Αθήνα πρώτα, πήγε για ένα διάστημα στην Ευρυτανία και ξαναγύρισε στην Αθήνα. Ήταν από τους υπεύθυνους για τη σύνταξη και έκδοση του παράνομου Διδασκαλικού Βήματος στη διάρκεια της Κατοχής.
Στον εμφύλιο πόλεμο βρισκόταν στην Αθήνα και δούλευε σε διάφορα κομματικά έντυπα.
Το μεταδεκεμβριανό κράτος την εξόρισε στην Ικαρία και στο Τρίκερι, απ' όπου βγήκε στη δεκαετία του πενήντα με κλονισμένη την υγεία της. Έδινε συνεργασίες  σε εφημερίδες και περιοδικά. Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής της Πανελλαδικής Ομοσπονδίας Γυναικών(ΠΟΓ). Στις αρχές του 1960 έγραψε σειρά άρθρων στην εφημερίδα Ελεύθερος, σχετικά με την αγρότισσα γυναίκα(...)
Πέθανε στις 22 Αυγούστου 1983.

1) Ρόζα Ιμβριώτη Η αυξημένη ωριμότητα των νέων. ΑΡΙΣΤΟΣ ΟΙΩΝΟΣ( Ο Νοέμβρης του 1973), Παιδαγωγική Διογένης, Αθήνα 1973
2) Γιάννη Κατσαντώνη, Η Αριστερή παράταξη των δασκάλων στο Μεσοπόλεμο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Να μην ξεχάσουμε και το μνημείο του Ντικ - ναι, ναι, του σκύλου μας του Ντικ,..

Παγκόσμια μέρα των ζώων σήμερα και στο νου έρχεται εκείνος ο σκύλος , ο Ντικ, "που τον σκοτώσαν οι χωροφυλάκοι γιατί αγάπαγε πολύ τους εξορίστους". Τον παρέδωσε στην αιωνιότητα ο Γιάννης Ρίτσος 

Ο ΝΤΙΚ

Η πέτρα σταυρωμένη απ' τον άνεμο -
ο άνεμος, η σιγαλιά -
δεν ακούγεται τίποτα
μόνο το καρδιοχτύπι της πέτρας
κι η πέτρα της καρδιάς που δουλεύεται
με το θυμό και με τον πόνο
βαριά, σιγά και σταθερά.

Μπόλικη πέτρα
μπόλικη καρδιά
να χτίσουμε τις αυριανές μας φάμπρικες
τα λαϊκά μέγαρα
τα κόκκινα στάδια
και το μεγάλο μνημείο των ηρώων της Επανάστασης.

Να μην ξεχάσουμε και το μνημείο του Ντικ -
ναι, ναι, του σκύλου μας του Ντικ,
της ομάδας του Μούδρου,
που τον σκοτώσαν οι χωροφυλάκοι
γιατί αγάπαγε πολύ τους εξορίστους.

Ένα μνημείο για τον Ντικ-
ένας πέτρινος σκύλος
με φαρδιά καπούλια,
με δυό σταγόνες αφοσίωση στα μάτια
μ' ανασηκωμένο το πάνω του χείλι
δείχνοντας το ζερβί του δόντι
έτοιμος να δαγκάσει
τον αστράγαλο της νύχτας
ή τη σκιά του χωροφύλακα
ή τη στενόμακρη παύση του κλεφτοφάναρου
πούβαζε μια πλάκα σιωπή
ανάμεσα στα λόγια και στα χέρια μας.

Να μην ξεχάσουμε, σύντροφοι, τον Ντικ,
το φίλο μας τον Ντικ
που γαύγιζε τις νύχτες στην αυλόπορτα άντικρυ στη θάλασσα
κι αποκοιμιόταν τα χαράματα
στα γυμνά πόδια της Λευτεριάς
με τη χρυσόμυγα του αυγερινού
πάνω στο στυλωμένο αυτί του.

Τώρα ο Ντικ κοιμάται στη Λήμνο
δείχνοντας πάντα το ζερβί του δόντι.

Μπορεί μεθαύριο να τον ακούσουμε πάλι
να γαυγίζει χαρούμενος σε μια διαδήλωση
περνοδιαβαίνοντας κάτου απ' τις σημαίες μας
έχοντας κρεμασμένη στο ζερβί του δόντι
μια μικρή πινακίδα "κάτω οι τύραννοι".

Είταν καλός ο Ντικ -
να μην ξεχάσουμε, σύντροφοι που σκοτώθηκε στις γραμμές μας
το φίλο μας τον Ντικ που τον σκότωσαν
γιατί αγάπαγε πολύ τους συντρόφους μας.

Γιάννης Ρίτσος Πέτρινος Χρόνος - Μακρονησιώτικα, Κέδρος, Αθήνα 1976, 4η έκδοση

...και διαφύλαξε τη μνήμη του ο Θάνος Μικρούτσικος με τη μουσική του και τις συγκλονιστικές ερμηνείες των Σάκη Μπουλά και Μαρίας Δημητριάδη.