Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τόποι Εξορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τόποι Εξορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

Ο Κώστας Μπόσης για τον Άη Στράτη

 

Με αφορμή την επίσκεψη του Πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη στον Άη - Στράτη  και τις δηλώσεις του, ο νους μου πήγε στο εμβληματικό , αλλά σπάνιο πλέον βιβλίο του Κώστα Μπόση :" Αη- Στράτης, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941"
Όταν διάβασα το βιβλίο για πρώτη φορά , είχα συγκλονιστεί με τα όσα έγραψε ο Κώστας Μπόσης , αλλά και με τον τρόπο που τα έγραψε. Είχα αναρτήσει τότε, Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012 το παρακάτω κείμενο - παρουσίαση:

***
Στα δικαιώματα του πολίτη
θα έπρεπε να ανήκει
και το δικαίωμα
να γνωρίζει την ιστορία του.
Φίλιππος Ηλιού

Με αυτά τα λόγια καλωσορίζει τον επισκέπτη η ιστοσελίδα του Μουσείου Δημοκρατίας στον Αη – Στράτη. 
Όταν είχα επισκεφτεί την ιστοσελίδα δεν μπορούσα να φανταστώ  τι ακριβώς κρυβόταν πίσω από τις πληροφορίες  και τις φωτογραφίες που παρατίθενται. Ειδικά  η ενότητα που αναφέρεται στα θύματα της πείνας το χειμώνα του 1941- 1942 είναι γραμμένη πολύ τυπικά και δεν νομίζω ότι μπορεί να καταλάβει κανείς το μέγεθος του εγκλήματος που συντελέστηκε εκεί.
«Το "τελευταίο έγκλημα της 4ης Αυγούστου" είχε τραγικές συνέπειες για τους εκτοπισμένους στον 'Αη-Στράτη. Πριν την άφιξη της Γερμανικής Φρουράς, τον Μάιο του 1941, οι εκτοπισμένοι ζήτησαν να ελευθερωθούν για να αγωνισθούν κατά του κατακτητή. Τρεις όμως από τους διαμαρτυρόμενους εκτοπισμένους βρήκαν τον θάνατο από τις σφαίρες των ανδρών της Χωροφυλακής. Μετά την παράδοση του νησιού οι χωροφύλακες περιόρισαν τους εκτοπισμένους στο Αναρρωτήριο. Τον χειμώνα του 1941-1942 πέθαναν εκεί από την πείνα τριάντα τρεις εκτοπισμένοι. Όσοι επέζησαν, απελευθερώθηκαν τον Ιούλιο του 1943 με ένα καΐκι του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού (ΕΛΑΝ), τμήματος του ΕΛΑΣ.»
Είχα την τύχη να διαβάσω ένα δυσεύρετο βιβλίο και να ανακαλύψω μέσα στις σελίδες  του τις λεπτομέρειες και τις άγνωστες πτυχές αυτού του «τελευταίου εγκλήματος της 4ης Αυγούστου» .
Ο Κώστας Μπόσης , εξόριστος στον Αη – Στράτη εκείνη την περίοδο και ένας από τους λίγους που επέζησαν, καταθέτει μια  συνταρακτική μαρτυρία για τη ζωή των εξορίστων και το μαρτύριο στο οποίο υπεβλήθησαν με μοναδικό στόχο την εξόντωσή τους με την εφαρμογή ενός οργανωμένου σχεδίου που προκάλεσε την πείνα .
Το βιβλίο « Αη- Στράτης, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941»  κρύβει μέσα στις 110 σελίδες του τις άγνωστες πτυχές αυτού του γεγονότος και παρουσιάζει με μοναδικά συγκλονιστικό τρόπο τη δύσκολη ζωή των εξορίστων , τις πολύπλοκες καταστάσεις που αντιμετώπιζαν από τις αρχές κράτησής τους, τον ιδεολογικό και ψυχολογικό πόλεμο που δέχονταν καθημερινά για να υπογράψουν δήλωση μετανοίας.  Συγχρόνως παρουσιάζει μορφές και χαρακτήρες εξορίστων  χωρίς ηρωικό πλαίσιο , αλλά στην ανθρώπινη διάστασή τους.
Ο Αη- Στράτης ένα όμορφο , μικρό και ειδυλλιακό νησί έγινε " ο τόπος μαρτυρίου"
" ο τόπος της εξορίας", " τόπος – κόλαση". Μια σειρά ζωντανών αντιθέσεων καταγράφει την απόσταση που υπήρχε ανάμεσα στην ομορφιά του τόπου και στη ζωή των εξορίστων, μια ζωή ανυπόφορη μέσα σε ένα πανέμορφο τόπο.
Πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι, απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα , απ’ όλη την Ελλάδα εκτοπίζονταν στον Αη – Στράτη από το 1929 και μετά. Θα συναντήσουμε ανθρώπους αγωνιστές αλλά και ανθρώπους χωρίς κάποια ιδιαίτερη δράση, χωρίς διάθεση να ταλαιπωρηθούν, που βρέθηκαν τυχαία εκεί ή αντιμετώπιζαν επιδερμικά, επιφανειακά το κίνημα. Ανάμεσα τους κινούνται πολλοί ασφαλίτες  με τη μάσκα του πολιτικού εξόριστου. Αυτούς χρησιμοποιούσε η Ασφάλεια για να σπάσει το συνδετικό ιστό των εξορίστων, να διαβρώσει τις συνειδήσεις, να λυγίσει τις αντιστάσεις. Αυτοί ήταν και οι πιο επικίνδυνοι , γιατί δούλευαν ύπουλα και μεθοδικά.
Οι ζωντανοί διάλογοι ανάμεσα στους εξορίστους αναπαριστούν τη δυσκολία να διακρίνει κάποιος την προπαγάνδα της Ασφάλειας από τις σωστές κομματικές θέσεις και αρχές , αναδεικνύουν τις έντονες ιδεολογικές συγκρούσεις.
Ο Μπόσης είναι ο ίδιος εξόριστος, ζει την κάθε μέρα, βιώνει την κάθε δυσκολία και είναι σε θέση με την καθημερινή εμπειρία και επαφή να τοποθετήσει τους συνεξόριστους του στη ανάλογη θέση και να ορίσει το διαφορετικό μέγεθος του καθένα. Δεν ήταν όλοι οι εξόριστοι ίδιοι, δεν είχαν τις ίδιες αντοχές. « Υπάρχει κόσμος και κοσμάκης» που η Ασφάλεια χρησιμοποιεί σκόπιμα κυρίως για την υπογραφή δηλώσεων μετανοίας.
Από την άλλη περιγράφει τις  προσπάθειες των εξορίστων να οργανώσουν τη ζωή τους, να καλλιεργήσουν τη γη, να εκθρέψουν ζώα, να μορφωθούν και γενικά να  μπορέσουν να αντέξουν τις πολύ δύσκολες συνθήκες, να κρατηθούν όρθιοι στο μόνιμο αγώνα τους με τους δεσμώτες τους.
Δεν παραλείπει όμως να σκιαγραφήσει  τις αυταπάτες που έτρεφαν σχετικά με την απελευθέρωσή τους. Η απομόνωση τους από τα κέντρα επιχειρήσεων δημιουργούσε λαθεμένες εντυπώσεις για τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις και έτσι ό καθένας έκρινε τα πράγματα ανάλογα με τις αντοχές του.
« Η σφαίρα μας στριφογύριζε στο άπειρο. Μαζί της κι ο Αη – Στράτης που ούτε σημαδευότανε απάνω της. Κι απάνω του εμείς καρφωμένοι. Η ζωή πάντα ίδια σχεδόν κυλούσε. Οι μέρες, η μια κοντά στην άλλη, φύγανε και γεμίζανε χρόνια. Ένα...δυο...τρία...τέσσερα....πέντε...κάθε βδομάδα ερχόταν το καράβι. Κάθε βδομάδα έφευγε. Καινούριους έφερνε, παλιούς έπαιρνε. Καινούρια όνειρα, πόθους και ελπίδες κι απαντοχές ζωντάνευε, ικανοποιούσε κι έσβηνε. Η ομάδα μεσοπέλαγα πάλευε με τις φορτούνες και προχωρούσε. Κι ο καθένας πάλευε με τη φύση, τους συντρόφους, τον εαυτό του και ζούσε ή πέθαινε»
Αποκλεισμένοι στο νησί οι εξόριστοι νιώθουν τους τριγμούς που προκαλεί η κατάρρευση του μετώπου και η νίκη των Γερμανών. Ζουν τραγικές στιγμές καθώς οι ντόπιες αρχές τούς παραδίδουν στους Γερμανούς κατακτητές και αυτοί με τη σειρά  τις ορίζουν φύλακές  τους.  Οι σκληρές συνθήκες γίνονται ακόμα σκληρότερες και ο αγώνας τους είναι αγώνας ζωής.
Όσο μεγαλώνουν οι αντιξοότητες και οι δυσκολίες ο συγγραφέας θίγει όλο και περισσότερο το θέμα της ενότητας των εξορίστων, οι οποίοι δεν είχαν ποτέ ενιαία συμπεριφορά . Οι πιο ώριμοι , οι πιο συνεπείς ιδεολογικά κάνουν έκκληση να « σταματήσουν οι γκρίνιες, τα μίση, ο φραξιονισμός. Κάθε σκάρτο να ξεκαθαρίσει. Πρέπει να  ξέρουμε πως θα’ χουμε συνοχή, ενότητα, ασφάλεια, πρέπει η ομάδα να γίνει βράχος που πάνω του θα σπάει η μανία του αντιπάλου».
Ο Μπόσης με μεγάλη ειλικρίνεια δηλώνει ότι τα πράγματα στην εξορία δεν ήταν όπως τα φαντάζεται κάποιος που δεν έκανε εξορία. Οι άνθρωποι εκεί δεν ήταν τέλειοι και υποστηρίζει ότι πολλοί  θα απογοητευθούν  διαβάζοντας  τις σελίδες αυτού του βιβλίου. Αιτιολογεί την άποψη του τοποθετώντας την ομάδα των εξορίστων μέσα στην κοινωνία, θεωρώντας  την κομμάτι της  που έφερνε μαζί όλες τις αντιθέσεις – αρνητικές και θετικές. Το παλιό και το καινούριο « το μίσος και η αγάπη, η προδοσία κι η θυσία, η δειλία κι ο ηρωισμός, η λιποψυχία κι η αυτοθυσία»  μαζί με πολλά άλλα συνέθεταν τους χαρακτήρες , τις προσωπικότητες και τις συμπεριφορές  τους.
Η απογοήτευση δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα συναισθήματα που μού προκαλεί η ανάγνωση του βιβλίου. Αντίθετα η τοποθέτηση των εξορίστων μέσα σε ανθρώπινα πλαίσια και διαστάσεις  βοηθάει να τους δω ως ανθρώπους και όχι σαν υπερφυσικά όντα που δεν πονούσαν, δεν λύγιζαν , δεν  υπέφεραν , δεν αγωνιούσαν , δεν φοβόντουσαν. Το μεγαλείο όσων άντεξαν , είτε έχασαν τη ζωή τους είτε έζησαν, βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την οπτική. Ήταν άνθρωποι με σάρκα και οστά, με πάθη και αδυναμίες, που κατόρθωσαν να κάνουν την υπέρβαση ακόμα κι όταν αναγκάστηκαν να πέσουν πολύ χαμηλά. Όλη αυτή η τιτάνια  προσπάθεια φαίνεται στον τρόπο που αντιμετώπισαν την πείνα.
Η πείνα ήταν το αποτέλεσμα του  δόλιου σχεδίου που οργάνωσαν οι ανθρωποφύλακες. Οι εξόριστοι παρασύρθηκαν να καταναλώσουν όλες τις προμήθειές τους πιστεύοντας ότι θα απελευθερωθούν και θα φύγουν από το νησί. Αυτή η πίστη καλλιεργήθηκε από ανώτατους αξιωματούχους. Στην ουσία όμως οι αρχές έστησαν μια καλά οργανωμένη παγίδα για να τούς οδηγήσουν στην εξόντωση , στον αφανισμό αφού όμως πρώτα περάσουν όλα τα στάδια του εξευτελισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι παράλληλα με την απειλή της πείνας που υψώνεται καθημερινά μπροστά τους αρχίζει  και η διαλυτική δουλειά από τα μέσα , με τους δηλωσίες.
Η πείνα είναι το εμπόδιο που έχει στόχο να παραλύσει πρώτα τη σωματική δύναμη και μετά τη θέληση τους. Το νόημα βρίσκεται στη στάση και την αντίσταση τους. Η ηθική δύναμη έρχεται να υποκαταστήσει μέρα τη μέρα τη σωματική που συνεχώς αδυνατίζει. Όσο μεγαλώνει η πείνα τόσο πιο έντονος ο πειρασμός της δήλωσης που δουλεύει σαν πολιορκητικός κριός στις συνειδήσεις των εξορίστων.  Πολύ έντονες οι ιδεολογικές και οι ψυχικές συγκρούσεις.  Υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι. Κρίνονται πιο τίμιοι εκείνοι που παραδέχονται ότι λύγισαν γιατί δεν άντεχαν παρά εκείνοι που έψαχναν προσχήματα ιδεολογικά και πολιτικά για να δικαιολογήσουν την πράξη τους.
Κάθε μέρα προστίθενται νέες απειλές που χτυπούν κατ’ ευθείαν στην ψυχή, στη συνείδηση. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό  της απειλούμενης εκτέλεσης κάποιων εξορίστων που συνεχώς παρατείνεται έτσι ώστε να εντείνεται ο ψυχολογικός πόλεμος, να αυξάνεται ο φόβος  και η αγωνία.
Οι άνθρωποι διαλύονται σιγά σιγά, τα σώματα σωριάζονται , οι αντοχές εγκαταλείπουν , ο θάνατος καραδοκεί και κάποιους τους παρασέρνει σε άνιση μάχη κατορθώνοντας να αναδειχτεί νικητής.
Είναι θαυμαστή η ψυχογραφική δεινότητα του Μπόση καθώς με μεγάλη μαστοριά αφηγείται περιγράφοντας τις αντιδράσεις των πεινασμένων.  Σκελετωμένα σώματα με αποστεωμένα πρόσωπα σέρνονται, βουλιάζουν μέσα στη λάσπη και στα περιττώματα τους, αναζητούν εναγώνια ένα ψίχουλο , τα ένστικτα της επιβίωσης φέρνουν στην επιφάνεια πονηριές και κατεργαριές , χάνουν την αξιοπρέπειά τους.  Το κυριότερο είναι όμως ότι πολεμούν μεταξύ τους. Όσο θερίζει η πείνα τόσο μεγαλώνει το δίλημμα της υπογραφής ή όχι της δήλωσης.
Οι σκηνές αυτής της πάλης είναι συγκλονιστικές , ανατριχιαστικές γιατί οι εξόριστοι παλεύουν με όλα τα θεριά. Πείνα,  χιόνι, κρύο, αέρηδες , πόνος, οδύνη, απελπισία σε κλιμακούμενη ένταση. Ζουν την κόλαση , στην κόλαση , νιώθουν την κρύα ανάσα του θανάτου που περνά δίπλα τους  και ο καθένας δίνει τον προσωπικό του αγώνα για να κρατηθεί στη ζωή. Πολλοί πεθαίνουν με την αγωνία της πείνας  χωρίς να ζήσουν την αγωνία του θανάτου.
Με πόσο ψυχικό σθένος και μεγάλη τέχνη κατορθώνει ο Μπόσης να αναπλάσει εκείνες τις στιγμές. Με μαγνητίζει η ένταση της σκηνής εκείνης που από τη μια ακούω τα κόκαλα των σκελετωμένων να τρίζουν σε κάθε τους κίνηση και από την άλλη νιώθω το φαρμακερό κρύο και το λυσσασμένο αέρα που κτυπούν ανελέητα το νησί και τους ανθρώπους. Είναι τρομακτική η αναλογία της σύγκρισης με τον διαβολόκαιρο, το εκφραστικότατο λεξιλόγιο, οι δυνατές εικόνες.
« Μια γραμμή από σκελετούς βαδίζουμε, άλλοι μπροστά κι άλλοι πίσω από το θάνατο. Κυλούσαμε μέσα σε μια κόλαση κι απ’ τον ένα κύκλο τον άσχημο περνούσαμε  στον άλλο. Το χειρότερο! έξω διαβολόκαιρος. Κρύο φαρμάκι. Οι αγέρηδες δυνατοί και τσουχτεροί πέφτανε με δύναμη πάνω στον ξερόβραχο σαν να’ θελαν να τον ξεθεμελιώσουν . Η θάλασσα ασπρογάλαζη, φοβερή μούγκριζε, έτρεχε σαν δαιμονισμένη απ’ τη Λήμνο προς τα ξερονήσια και τη Σκύρα. Χτυπούσανε με λύσσα σ’ ένα κάβο, απέναντι απ΄το χωριό, στη γωνιά του Λένιν( έτσι βγάλανε τον κάβο οι εξόριστοι) , το νερό  σηκωνότανε οργιές στον αέρα. Γινότανε αχνός, έκρυβε τη γη. Νόμιζες πως το υγρό στοιχείο βάλθηκε να τον ξεριζώσει. Να σαρώσει εκείνο  το εμπόδιο και ύστερα λεύτερο να παίξει, να τρέξει προς το νοτιά. Λεπτούτσικα, μολυβένια σύννεφα τρέχανε στον απέραντο ουρανό, λες και παίζανε κυνηγητό με τα κύματα. Κουβαράκια – κουβαράκια μαζεμένοι κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Η σκέψη ξεπερνούσε την πείνα. Τρυπάνι μυτερό που έφερνε πόνο, απογοήτευση. Έτρεχε, γύριζε, έκλωθε στο ίδιο πρόβλημα. « Τι θα γίνουμε; Θα πεθάνουμε, αλλά πότε και με τι μαρτύρια;»
Ο φόβος του θανάτου , η τρέλα, μια « βαθιά λαβωματιά» , ένας ανοιχτός τάφος. Κι όμως η ζωή , η ελπίδα δεν έχουν εγκαταλείψει ακόμη τα σκελετωμένα σαρκία. Η δύναμη της αλληλεγγύης που προσπαθεί να πιαστεί από το ψωμάκι, το ψίχουλο που δίνει ο ένας πεινασμένος στον άλλο, η αγάπη για το σύντροφο , η επιθυμία να τον κρατήσει στη ζωή  «Δεν είναι μικρός  ηρωισμός. Ρίξε μια ματιά γύρω σου , κάμε μια προσπάθεια , φεύγα από τον εαυτό σου. Λησμόνα το φαΐ».
Τεράστιο το μέγεθος της ψυχικής δύναμης, της αντοχής , της καρτερίας οδηγεί στην κατάκτηση της ηθικής ελευθερίας. Αυτοί που άντεξαν και δεν λύγισαν , δεν υπέγραψαν κατέκτησαν την Υψηλή Θέση σύμφωνα με το Σολωμό, διότι συγκρούστηκαν με αντίθετες δυνάμεις  και νίκησαν  ή πέθαναν ελεύθεροι.
Τριάντα τρεις οι νεκροί.
Ποιος τους γνωρίζει; Ποιος τούς τιμά; Πόσο ανάπηρη είναι η ιστορία που διδαχθήκαμε  και η ιστορία που διδάσκουμε; Η μισή γνώση της ιστορίας οδηγεί στην άγνοια και αυτή με τη σειρά της ανοίγει μια μαύρη τρύπα που καταπίνει  ό,τι  δεν ανήκει στους νικητές. Μόνο όποιος καταδυθεί μέσα της θα  μπορέσει να βρει την άκρη του νήματος και θα το  τραβήξει στην επιφάνεια. Τότε θα βρουν δικαίωση οι νεκροί και συνεχιστές ο αγώνας τους. 


Κώστας Μπόσης , Αη –Στράτης, Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941, Αθήνα 1994

Και μία ακόμη ανάρτηση για τις εκδοτικές προσεγγίσεις στο σχετικό θέμα με τίτλο:

Ο Άη - Στράτης, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941 και οι εκδοτικές προσεγγίσεις τους



Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Μπερτλ Μπερτλς: Εξόριστοι στο Αιγαίο

Ανάφη.Εξόριστοι έτοιμοι για την υποδοχή καραβιού

Ο Αυστραλός δημοσιογράφος και συγγραφέας Μπερτ Μπερτλς προτείνει στη σύντροφό του Ντόρα να συναντηθούν στην Ελλάδα. Είχε να τη δει τρία χρόνια καθώς εκείνη « είχε φύγει  από την Αυστραλία με δυο φίλες της πάνω σε μια σκούνα δέκα μέτρων με στόχο μια θαλασσινή περιπλάνηση στην Παπούα, στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, στη Μαλαισία, στη Σιγκαπούρη. Στη διάρκεια των τριών αυτών χρόνων, η Ντόρα είχε επισκεφτεί επίσης την Ιαπωνία, την Κίνα και διάφορες ευρωπαϊκές χώρες ( χώρες που αγνοούσα, εφόσον δεν είχα ταξιδέψει ποτέ εκτός Αυστραλίας) και τώρα ερχόταν από το Λονδίνο για να με συναντήσει». 
Στην πρότασή του απαντά: « Εντάξει, στον Παρθενώνα με το ηλιοβασίλεμα»
Η συνάντηση στον Παρθενώνα ξεφεύγει από τα συνηθισμένα ρομαντικά πλαίσια και η ματιά του Μπερτλς μας προϊδεάζει για το διαφορετικό ύφος και περιεχόμενο  της αφήγησής του.

« Οι περισσότεροι άνθρωποι που έρχονται σε αυτή τη χώρα αισθάνονται καθήκον τους να επισκέπτονται τον Παρθενώνα σαν να είναι Διαμαρτυρόμενοι ιερείς , είχε πει κάποτε η Ντόρα.
Είχαμε μιλήσει και μ’ έναν άλλο νεαρό που τον είχε βρει θαυμάσιο.
Τον είχε επισκεφτεί κάποτε και αισθανόταν ότι είχε κάνει το καθήκον του απέναντι στην Ελλάδα, έχοντας δει ένα θαύμα μοναδικό.
Εμείς πάντως δεν εκτιμήσαμε ιδιαίτερα αυτό το αφηγηματικό σκεπτικό για τον Παρθενώνα, λες και ήταν άσχετο με την ιστορία της χώρας και με τη ζωή των ανθρώπων της. Θεωρούσαμε την Αφηρημένη Ομορφιά χίμαιρα, έτσι τουλάχιστον πίστευα εγώ. Για μένα τα πράγματα είναι όμορφα ή όχι, ανάλογα με τη σχέση τους.
Εκείνο που βρήκαμε διαφωτιστικό σχετικά με τον Παρθενώνα ήταν το γεγονός ότι, το 1687, οι Τούρκοι είχαν αποθηκεύσει εκεί το μπαρούτι τους και οι Ενετοί το είχαν ανατινάξει. Κατά την ανατίναξη το κτίσμα καταστράφηκε με αποτέλεσμα να χαθούν τριακόσιες ζωές.
« Να λοιπόν τι συμβαίνει στην αφηρημένη ομορφιά, όταν συγκρούονται ανταγωνιστικοί ιμπεριαλισμοί» σκέφτηκα όταν το πληροφορηθήκαμε.

Τέλος Αυγούστου – αρχές Σεπτεμβρίου του 1935 οι Μπερτλς έρχονται για διακοπές στην Αθήνα και αυτό το ταξίδι έγινε η αφορμή για να γνωρίσουν την πραγματική Ελλάδα, τον τόπο, τους ανθρώπους, την καθημερινότητα και την πολιτική πραγματικότητα.
Οι πρώτες τους μέρες στην Αθήνα σημαδεύονται από πυροβολισμούς που « στην πραγματικότητα ήταν τα προεόρτια του πραξικοπήματος μέσω του οποίου καταργήθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα και αποκαταστάθηκε η μοναρχία, μόνο που εμείς δε γνωρίζαμε ακόμα τίποτε» 
Περιπλανιέται στην Αθήνα του μεσοπολέμου και μεταφέρει τις εντυπώσεις του για ό,τι συναντά μπροστά του, ανθρώπους, καταστήματα, καφενεία, τρόφιμα, ποτά, ενδυμασία όλα σχολιασμένα υπό το πρίσμα μιας διαφορετικής κουλτούρας αλλά και της αριστερής ιδεολογίας.

« Παρ’ όλα αυτά, στην αρχή και ως ένα σημείο, η ιδέα των διακοπών μας προστάτευε από τη φορτισμένη ατμόσφαιρα της ελληνικής πολιτικής. Έπειτα από οκτώ ολόκληρα χρόνια απασχόλησης σε μια καθημερινή  εφημερίδα, από τα είκοσι έξι ως τα τριάντα τέσσερα μου χρόνια, αισθανόμουν μια σχετική ανακούφιση  που ήμουν απελευθερωμένος από τις βιαιότητες, την πολιτική, τα ναυάγια και τις εξεγέρσεις. Είχαμε δυο τρία χρόνια μπροστά μας για να περιπλανηθούμε στον κόσμο χωρίς να γράψουμε λέξη, εκτός κι αν το θέλαμε πραγματικά. Γιατί λοιπόν εγώ τρωγόμουν να μάθω οτιδήποτε συνέβαινε; Είχα πια μπουχτίσει απ’ όλα αυτά και κατέκρινα τον εαυτό μου. Δεν θα μπορούσε δηλαδή κάποιος να ρίξει απλώς μια ματιά στα μέρη που τον ενδιέφεραν και κατόπιν να συνεχίσει; Προσπαθήσαμε να το κάνουμε, αλλά σιγά σιγά μάθαμε ότι τα ταξίδια πρέπει να έχουν αντικειμενικούς στόχους. Εφόσον είχαμε έρθει στην Ελλάδα με μοναδικό σκοπό την αναψυχή μας, δεν σκοπεύαμε να μείνουμε περισσότερο  από δυο τρεις μήνες, καθώς όμως αρχίσαμε να ενδιαφερόμαστε για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ελληνικός λαός και μεγάλωνε το ενδιαφέρον μας για την πολιτική κατάσταση, παρατείναμε την επίσκεψή μας, παραμένοντας σχεδόν για ένα χρόνο. Κατά συνέπεια, ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κάτι παραπάνω από απολαυστικές διακοπές, εξελίχτηκε σε μια πνευματική περιπέτεια. Για το σκοπό, επισκεφτήκαμε νησιά που δεν θα είχαμε σκεφτεί να επισκεφτούμε ποτέ, νησιά που δεν αναφέρονταν στους τουριστικούς χάρτες μας και συναντήσαμε ανθρώπους που τώρα πια γνωρίζουμε ότι θα ήταν τραγωδία αν δεν συναντούσαμε.»
Πρώτη έκδοση στο Λονδίνο το 1938

Αυτό το ταξίδι, η πνευματική περιπέτεια, αρχίζει από την Ιθάκη και το βλέμμα του δεν αφήνει τίποτε απαρατήρητο από μια Ελλάδα άγνωστη σε πολλούς ακόμη και σήμερα.

« Μια μέρα με το χάραμα, μαζί με κάποιους Θιακούς φίλους που είχαν ζήσει για χρόνια στην Αυστραλία, διασχίσαμε το κοιμισμένο χωριό Κιόνι. Σκαρφαλώνουμε καβάλα στα γαϊδούρια μέσα από τα στρατώνια της λοφοπλαγιάς, τα πετρώδη χωράφια για τα αμπέλια, τα καλαμπόκια και τις ελιές. Οι μοναδικοί ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις κουδούνες των κατσικιών και τα περιστασιακά βελάσματα από τα κοπάδια, μα ξάφνου, σε μια στροφή του ορεινού δρόμου, θυμηθήκαμε τα προβλήματα που ταλάνιζαν τον κόσμο. Πάνω σε μια πελώρια κοτρόνα υπήρχε ένα μεγάλο σφυροδρέπανο, σχεδιασμένο με κόκκινη μπογιά. Από κάτω υπήρχε ένα σύνθημα, το ίδιο κόκκινο, με κάθε του γράμμα γύρω στο μισό μέτρο ύψος. Οι φίλοι μας μετέφρασαν:

ΚΑΤΩ Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
ΚΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ»

Στο πέρασμά του από την Ήπειρο , το ζευγάρι περιηγείται την πόλη της Άρτας , πηγαίνει στα Γιάννενα και με μια πορεία 17 ωρών οδηγείται στο Μέτσοβο και από εκεί στην Καλαμπάκα. Φωτογραφικές περιγραφές μας ταξιδεύουν σε άλλες εποχές, αλλά δεν μπορεί κανείς να μη γελάσει πικρά όταν ο Μπέρτλς περιηγούμενος τα παζάρια της Άρτας εκπλήσσεται γιατί

« Ούτε στα παζάρια, ούτε σε κάποιο κατάστημα βρήκαμε να πουλιούνται αγροτικά εργαλεία, εκτός από μερικά μικρά. Δεν υπήρχαν μηχανήματα για άρμεγμα, τρακτέρ, αλωνιστικές μηχανές ή σταχωτές. Υπήρχαν πολλές τσάπες, μερικές μεταλλικές και άλλες ξύλινες και ακόμα περισσότερα απίστευτα πρωτόγονα ξύλινα δικράνια. Ξύλινα δικράνια και τσάπες και ξύλινα αλέτρια, παρ’ όλο που ένα μεγάλο ποσοστό του ελληνικού εδάφους είναι βραχώδες όσο και οποιαδήποτε άλλη καλλιεργήσιμη γη του κόσμου και μάλιστα τόσο βραχώδες….»

Στα Γιάννενα πληροφορείται το πραξικόπημα του στρατηγού Κονδύλη, που ανέτρεψε τον Τσαλδάρη και ανέλαβε τη διακυβέρνηση του τόπου. Έτσι επιστρέφοντας στην Αθήνα βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια διαφορετική πολιτική κατάσταση , όπου κυριαρχούσε η τρομοκρατία. Πολλοί άνθρωποι οδηγούνταν στη φυλακή και ακόμη περισσότεροι στην εξορία. 
Μεταδίδει όλη την ατμόσφαιρα που επικρατούσε με την κήρυξη του νόθου δημοψηφίσματος για την επιστροφή του βασιλιά, περιγράφει τις συγκρούσεις βενιζελικών και αντιβενιζελικών , οι οποίοι όλοι μαζί κατέληξαν να υποστηρίζουν τις ίδιες απόψεις και παρουσιάζει την αντιφατική συμπεριφορά του Ελευθέριου Βενιζέλου. 
Η επιστροφή του βασιλιά και όσα ακολουθούν καλύπτονται με αναλυτική παρουσίαση αλλά και σχόλια για την πολιτική κατάσταση και τους πρωταγωνιστές της επικεντρώνοντας στην οργάνωση εκδηλώσεων για γενική αμνηστία 

« Όσο παράδοξο και αν φαίνεται , η κατάσταση είχε ως εξής;:
1. Απελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι που είχαν σηκώσει τα όπλα τους εναντίον του κράτους, ακόμα και μερικοί που είχαν καταδικαστεί σε ισόβια, αλλά…
2. Δεν απονεμήθηκε χάρη στους φυλακισμένους που κρατούνταν ή βρίσκονταν εξόριστοι επειδή είχαν διεκδικήσει το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, είχαν συμμετάσχει σε συγκεντρώσεις, είχαν γράψει συνθήματα σε τοίχους με κιμωλία, είχαν απεργήσει, είχαν λάβει μέρος σε αντιφασιστικά συλλαλητήρια ή σε ταραχές για το επίδομα της διατροφής.
Με λίγα λόγια, η γενική αμνηστία δεν ήταν καθόλου γενική.»

Όταν ο Μπερτλς μαθαίνει για τον ποιητή Κώστα Βάρναλη τον αναζητά. Σε ένα καφενείο « σε κάποιο σοκάκι από αυτά που συγκλίνουν προς την παλιά Μητρόπολη» τον συναντά και συζητά μαζί του λογοτεχνικά, πολιτικά και ιδεολογικά θέματα αρχίζοντας από το Φως που καίει, έργο άγνωστο στο δημοσιογράφο και καταλήγοντας στο γεγονός της εξορίας του ποιητή. Η συζήτηση για τις αιτίες και τις συνθήκες της εξορίας του ποιητή κάνει τον Μπέρτλς να τον ρωτήσει αν κάποιος μπορεί να επισκεφθεί μερικά από αυτά τα νησιά.

« Και πώς ήταν οι συνθήκες στην εξορία;» τον ρώτησα
« Απαίσιες, πρωτόγονες, πολύ άσχημες», μου απάντησε. « Υπήρχε ανεπάρκεια τροφής, απαράδεκτη στέγαση, ψύλλοι, τίποτα για διάβασμα, κανενός είδους αβρότητα και να φανταστείτε ότι εγώ βρισκόμουν στον Άγιο Ευστράτιο, το καλύτερο νησί εξορίας. Σε μερικά από τα νησιά πρέπει να ζουν σαν τρωγλοδύτες. Αυτό είναι αποτρόπαιο».
«Αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαμε να επισκεφτούμε μερικά από αυτά τα νησιά», του είπα.
Εκείνος έβαλε τα γέλια, αλλά τον διαβεβαίωσα ότι μιλούσα σοβαρά, ότι ήθελα να δω με τα μάτια μου τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν οι πολιτικοί κρατούμενοι.»

Το συχνό σκαρφάλωμα στο Πεντελικό όρος του δίνει την ευκαιρία να αναφερθεί στο περίφημο μάρμαρό του αλλά και στις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των εργατών στην περιοχή εξόρυξής του.

« Όταν βρισκόμασταν εκεί, οι εργάτες έπαιρναν εξήντα δραχμές μεροκάματο για την εργασία αυτή, που αντιστοιχούν σε 2 σελίνια και 4 πένες. Οι εργάτες ζούσαν με τις οικογένειές τους κοντά στα νταμάρια, μέσα στα δικά τους μαρμάρινα παλάτια. Ήταν κάτι ανυπόφορες μικρές παράγκες, χτισμένες από περισσεύματα μαρμάρου».

Μετά το θάνατο του Κονδύλη το ζευγάρι έφυγε από την Αθήνα για τις Κυκλάδες « έχοντας προβεί προκαταβολικά σε όποιες επαφές μπορούσαμε ( κάτι που ουσιαστικά σήμαινε να βασιστούμε στην τύχη μας) για να επισκεφτούμε νησιά της άγονης γραμμής και κυρίως ένα, όπου ελπίζαμε να δούμε με τα μάτια μας πώς ζούσαν εκείνοι οι πολιτικοί εξόριστοι για τους οποίους τόσα είχαμε ακούσει στη διάρκεια των θερμών εβδομάδων της προεκλογικής εκστρατείας».

Από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια του βιβλίου είναι αυτό που περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια , μετά από περιπετειώδες ταξίδι και ακόμη πιο αγωνιώδη άφιξη, την επίσκεψη τους στην Ανάφη.

«Όσο απίστευτο κι αν φαινόταν , είχαμε φτάσει.
Όταν κοιτάξαμε από τη μια μεριά του πλοίου δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε τίποτα, από την άλλη όμως είδαμε το νησί σε απόσταση. Έμοιαζε σαν ασουλούπωτος ιπποπόταμος που στεκόταν ακίνητος μέσα στο νερό με τη μεγάλη του πλάτη ν΄αγγίζει τον ουρανό. Κοντά του ακούγονταν θόρυβοι. Από την ακτή ακούστηκαν οι φωνές των βαρκάρηδων. Μπορούσαμε να δούμε τις λάμπες που κρατούσαν να κουνιούνται πάνω κάτω. Σύντομα βρέθηκαν πλάι μας φωνάζοντας στα μέλη του πληρώματος. Είχαμε έτοιμες τις αποσκευές μας και καθώς είχα δώσει στους καμαρότους περίπου δέκα τοις εκατό φιλοδώρημα για το φαγητό μας και για τις επιπλέον υπηρεσίες που μας είχαν προσφέρει, δε μας άφησαν να κουβαλήσουμε τίποτα. Ο ένας πήρε το χαρτοφύλακα, ο άλλος τη γραφομηχανή, παρ’ όλο που η σανιδόσκαλα δεν απείχε ούτε δέκα μέτρα….Μέσα στη μικρή βάρκα ανανεώσαμε την πίστη μας στην αποστολή μας. Η βάρκα ήταν πολύ φορτωμένη και ελάχιστος χώρος έμενε ελεύθερος, ενώ κατά διαστήματα έμπαζε νερά. Οι βαρκάρηδες έπρεπε να τραβήξουν κουπί για αρκετή ώρα και αφοσιώθηκαν στο έργο τους χωρίς πολλές κουβέντες. Εγώ άρχισα να τραγουδάω , αλλά ο άνεμος έπαιρνε τα λόγια μου μακριά και μόλις και μετά βίας μπορούσα ν’ ακούω τον εαυτό μου….
Καθώς πλησιάζαμε στην ακτή, ακούγαμε βουητό από φωνές. Φώναζαν προς το μέρος μας και οι άνδρες στη βάρκα έδειξαν ν’ ανησυχούν. Δεν καταλαβαίναμε τι συνέβαινε, ξαφνικά όμως, μέσα στο μισόφωτο, είδαμε ένα μεγάλο βράχο που έπρεπε να αποφύγουμε για να μη συγκρουστούμε…
Μόλις φτάσαμε στην παραλία, μια ομάδα από γυμνούς, κυριολεκτικά ολόγυμνους άνδρες, χίμηξε στο νερό κρατώντας τη βάρκα και φωνάζοντας με όλη τους τη δύναμη. Αυτό μας άφησε άναυδους. Σ’ ένα νησί τόσο αφιλόξενο και χωρίς λιμάνι, δεν θα μας προκαλούσε εντύπωση αν οι άνδρες που θα έρχονταν για να βοηθήσουν στο άραγμα της βάρκας ήταν έγχρωμοι, ετούτοι όμως ήταν λευκοί, τα σώματά τους ήταν χλωμά και άστραφταν στο φως που έριχναν οι λάμπες θυέλλης και τα αναμμένα δαδιά. Ένα σχοινί ρίχτηκε προς το μέρος τους κι εκείνοι προσπάθησαν να σύρουν τη βάρκα στη στεριά, αλλά εκείνη αντιστεκόταν. Τα κύματα χτυπούσαν κοντά μας και μας ράντιζαν με άφθονο νερό. Από κάθε πλευρά άνδρες φώναζαν οδηγίες, ενώ μερικοί έπαιρναν τις αποσκευές και τα δέματα. Κάποιος με τράβηξε από το χέρι και χτύπησε τον ώμο του δείχνοντας ότι προσφερόταν να με κουβαλήσει στην ακτή. Δεν υπήρχε χρόνος για δισταγμούς…
Αυτή, λοιπόν , ήταν η Ανάφη. Είχαν χρειαστεί τρεις μέρες και τέσσερις νύχτες, αλλά τελικά είχαμε φτάσει. Στην παραλία άναβε μια μεγάλη φωτιά. Οι σύντροφοι μας περίμεναν και είχαν έρθει για να μας προϋπαντήσουν. Και με τι τρόπο!»

Οι Μπερτλς οδηγήθηκαν στο χωριό και έφτασαν στο οίκημα που στέγαζε την ομάδα συμβίωσης των πολιτικών εξορίστων. Εδώ μέσα θα γνωρίσουν πολύ καλά τις συνθήκες που ζούσαν οι εξόριστοι , θα πληροφορηθούν τις δυσκολίες, θα φάνε και θα πιούν μαζί τους από το υστέρημά τους , θα νιώσουν βαθιά τη φιλόξενη διάθεσή τους, θα περιηγηθούν διάφορες τοποθεσίες του νησιού, θα συναντηθούν με μερικούς από τους κατοίκους , θα κληθούν στο τμήμα , μα πάνω από όλα θα συζητήσουν με τους εξόριστους και θα μας προσφέρουν πλούσιες και πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή τους, τη δράση τους και τις ιδεολογικές τους θέσεις. Εκτός από τις μορφές των εξορίστων που αναδεικνύονται μέσα από  τις συζητήσεις – συνεντεύξεις , ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το κεφάλαιο , το οποίο αναφέρεται στην απεργία πείνας των πολιτικών εξορίστων στην Ανάφη. 

Ανάφη. Απεργία πείνας εξορίστων 1935

«« Και τώρα μιλήστε μας για την απεργία πείνας», είπα την επόμενη νύχτα, όταν οι σύντροφοι είχαν ολοκληρώσει τη μελέτη τους…
Συναντηθήκαμε στην τραπεζαρία της ομάδας, όπου κρεμόταν το μεγάλο παστέλ πορτρέτο του Ένγκελς. Έφεραν μισό τενεκέ κηροζίνης γεμάτο στάχτες και χόβολη στην επιφάνεια και τον τοποθέτησαν κάτω από το τραπέζι για να ζεσταίνει τα πόδια μας. Καθίσαμε όλοι, με τα πανωφόρια μας ριγμένα στους ώμους σαν κάπες, χωρίς να φοράμε τα μανίκια όπως συνηθίζεται στην Ελλάδα. Τα φορούσαμε συνεχώς, όσον καιρό μείναμε στην Ανάφη. Το νησί ήταν κρύο ακόμα και με λιακάδα. Άνεμος παντού, αδύνατο να του ξεφύγεις ακόμα και μέσα σε αυτά τα πρωτόγονα αγροτόσπιτα που καταλάμβαναν οι εξόριστοι και ήταν παγωμένα, κυρίως τη νύχτα – πέτρινοι τοίχοι, χωμάτινο πάτωμα, χωρίς τζάκια, πέρα από μια μικρή εστία στην κουζίνα για το μαγείρεμα, σπασμένες πόρτες που δεν έκλειναν…
Γύρω μας πρέπει να είχαν συγκεντρωθεί καμιά εικοσαριά μέλη της ομάδας, ενώ η Ντόρα και ο Γιώργος ως συνήθως μετέφραζαν. Καθίσαμε εκεί για πολλές ώρες και, μολονότι η Ντόρα είχε την εντύπωση ότι δεν θα σταματούσα να τους ρωτάω, εκείνοι εκτίμησαν το πάθος μου για την ακρίβεια και απαντούσαν ενσυνείδητα. Το φως της λάμπας σχημάτιζε βαθιές σκιές στα βαθουλωμένα τους πρόσωπα, εξιδανικεύοντας τη λεπτομέρεια όπως στα ιμπρεσιονιστικά πορτρέτα. Καρτερικότητα και ταλαιπωρία – αυτά ήταν τα χαρακτηριστικά που διαβάζαμε σε όλα εκείνα τα πρόσωπα.»

 Η απεργία αυτή κράτησε δεκατέσσερις μέρες , από τις 19 Δεκεμβρίου 1935 έως την Πρωτοχρονιά του 1936 με αίτημα τη χορήγηση γενικής αμνηστίας.

« Αυτή η επαναστατική γενιά μπορεί να αισθάνεται περήφανη για πολλά πράγματα….Ήταν περήφανοι που είχαν περάσει από έναν τόσο σκληρό αγώνα όπως η απεργία πείνας χωρίς να κάνουν βήμα από τις αρχές τους, ωστόσο δεν υπήρχε ίχνος κομπορρημοσύνης στην εκτίμησή τους για το γεγονός… Είχαν ένα σωρό πράγματα να μας διηγηθούν, δεν ήξεραν από πού ν’ αρχίσουν και, καθώς μιλούσαν, τα πρόσωπά τους φλέγονταν από μια εσωτερική υπερένταση. Ήταν ο πιο εκτεταμένος μεμονωμένος αγώνας που είχαν δώσει στην εξορία και η πιο μεγαλοπρεπής απόδειξη αλληλεγγύης.
Ήταν άλλωστε και μια νίκη.
Όχι ολοκληρωτική, αλλά σημαντική.»

Ο θάνατος του Βενιζέλου γίνεται η αφορμή για να επισκεφθεί την Κρήτη και να μας δώσει  εκτός από την περιγραφή του τόπου το κλίμα, που επικρατούσε στο νησί , αλλά να αναλύσει και την πολιτική κατάσταση πριν από το θάνατο του Βενιζέλου και μετά από αυτόν. 
Στην Αθήνα τα πολιτικά πράγματα δεν πήγαιναν καλά και η αποκάλυψη του μυστικού συμφώνου που είχε υπογράψει ο Σοφούλης με τους κομμουνιστές του Παλλαϊκού Μετώπου όξυνε ακόμα περισσότερο το κλίμα. Η τεταμένη ατμόσφαιρα ενισχύθηκε με την παραχώρηση στο Μεταξά του προνομίου της διακυβέρνησης της χώρας. Οι νέες πολιτικές εντάσεις σημαδεύτηκαν από τη μεγάλη απεργία στη Θεσσαλονίκη το Μάη του 1936 και τις μαζικές δολοφονίες εργατών. Ο Μπερτλς δεν βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη εκείνη τη μέρα, αλλά την επισκέφτηκε αργότερα γιατί ήθελε να έχει μια εκτίμηση από τους ντόπιους και γιατί ήθελε να ερευνήσει ο ίδιος τις αντικρουόμενες λεπτομέρειες στα ρεπορτάζ των εφημερίδων και έτσι μας παρουσιάζει εκτενώς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εμπλουτισμένα με πολλές λεπτομέρειες.
Και αν η αποκάλυψη του Συμφώνου Σκλάβαινα – Σοφούλη προκάλεσε θύελλα στα πολιτικά κόμματα και ενώ η Αθήνα και οι μεγάλες πόλεις βρίσκονταν στη δίνη μιας γενικής απεργία, ο Μπερτλς δεν χάνει την πολύτιμη ευκαιρία να επισκεφθεί τα γραφεία σύνταξης του Ριζοσπάστη και να κατορθώσει με επίμονες προσπάθειες να συνομιλήσει με τον Σκλάβαινα. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη  διάρκειας τρεισήμισι ωρών για όλα τα κρίσιμα πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα της εποχής του.
Κατά τη διάρκεια της γενικής απεργίας συνελήφθησαν δεκάδες εργάτες. Από αυτούς όσοι κρίνονταν επικίνδυνοι κομουνιστές ή υποκινητές ταραχών καταδικάζονταν σε πολλά χρόνια φυλάκισης ή εξορίζονταν. Μέσα σε αυτό το κλίμα των διώξεων ,της τρομοκρατίας και των  έντονων διαμαρτυριών από το Κομμουνιστικό Κόμμα και κανονικού σαμποτάζ από τους Φιλελεύθερους του Σοφούλη , ο αυστραλός δημοσιογράφος κατορθώνει λίγες μέρες μετά τη συζήτηση με τον Σκλάβαινα να συναντήσει άλλο ένα σημαντικό πρόσωπο εκείνων των ημερών, τον Μιχάλη Τυρίμο , βουλευτή , διευθυντή και συντάκτη του Ριζοσπάστη, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο οποίος κρυβόταν από την αστυνομία σχεδόν τρία χρόνια. Από αυτόν μαθαίνει για τη Γαύδο.

« Απ’ όλα αυτά τα νησιά εξορίας , ποιο είναι το χειρότερο από άποψη στέγασης και τροφής;» τον ρώτησα
« Η Γαύδος», μου απάντησε αμέσως, « μολονότι δεν θα συνιστούσα κανένα. Δεν έχω βρεθεί ποτέ στην Ανάφη, όλοι όμως συμφωνούν ότι η Γαύδος είναι μακράν το χειρότερο. Όπως πρέπει να έχετε ακούσει ,το αποκαλούμε Νησί του Θανάτου…»
Ξεπερνώντας τα πολλαπλά εμπόδια η Γαύδος είναι ο επόμενος σταθμός της επίσκεψής του. Και πηγαίνει μόνος του χωρίς τη γυναίκα του αυτή η φορά.
« Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα αράξαμε με θόρυβο σε μια εσοχή στη βορειοανατολική ακτή της Γαύδου, σ’ ένα αραξοβόλι που έμοιαζε μάλλον με γωνίτσα των απόκρημνων ακτών. Ο καπετάνιος φώναξε, σκιάζοντας τη νύχτα, αλλά δεν πήρε απόκριση, εκτός από την ξαφνική ηχώ και τον παφλασμό του νερού στα βράχια. « Έχουν δρόμο μέχρι να φτάσουν σ’ αυτό το αραξοβόλι», μου είπε….
Μόλις είχαμε ξαπλώσει, ακούστηκε μια φωνή από το νησί και είδαμε δυο σκιές που πλησίαζαν από την πλαγιά.
« Να τοι», είπε ο καπετάνιος και απάντησε στο κάλεσμά τους λέγοντας ότι είχε επιβάτη. Μετά με φόρτωσε με τις προμήθειες κι εκείνοι με βοήθησαν να αποβιβαστώ λέγοντας: « Καλωσόρισες, σύντροφε, πόση είναι η ποινή σου;»
Εξήγησα ότι δεν ήμουν εξόριστος, αλλά ένας ξένος επισκέπτης, ένας δημοσιογράφος.
« Και πάλι καλωσόρισες», είπαν και με ρώτησαν από πού είχα έρθει, αναφωνώντας: « Από την Αυστραλία; Μεγάλο ταξίδι έκανες. Και πάλι, καλωσόρισες».
Βαδίσαμε για μια ατέλειωτη ώρα πάνω σε άμμο και πέτρες, μια διαδρομή δύσκολη, κυρίως πάνω στην άμμο που ήταν απαλή και βαθιά και γέμιζε τα παπούτσια μας. Όταν φτάσαμε στη ομάδα – στο «παλάτι» για το οποίο τόσα είχα ακούσει – πολλοί σύντροφοι είχαν κιόλας κοιμηθεί, όλοι τους όμως σηκώθηκαν για να κουβεντιάσουν μαζί μου. Στην Ανάφη με περίμεναν, εδώ όμως η επίσκεψή μου ήταν απρόσμενη. Ξένος επισκέπτης στη Γαύδο; Μα αυτό είναι ανήκουστο!»

Ομάδα εξορίστων στη Γαύδο στα τέλη του 1935

Στη Γαύδο μένει πολύ λίγο αλλά προλαβαίνει να συνειδητοποιήσει τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες των εξορίστων.

« Μόνο όταν το καΐκι άρχισε να απομακρύνεται και η μικρή ομάδα στην ακτή να μικραίνει πάνω στο περίγραμμα του κόλπου και του λόφου του νησιού πίσω τους, συνειδητοποίησα τι βασάνιζε περισσότερο αυτούς τους εξόριστους. Δεν ήταν οι στερήσεις, η ανεπάρκεια τροφής, η έλλειψη ανέσεων – μολονότι όλα αυτά μερικές φορές έπρεπε να μοιάζουν αβάσταχτα – αλλά η απομόνωση πάνω σ΄ένα νησί όπου τίποτε δεν φύτρωνε, όπου δεν υπήρχε έστω μια μικρή κοινότητα για να συναναστραφούν, όπου έπρεπε να ισιώσουν ένα κομμάτι γης και να υποκριθούν ότι ήταν πλατεία – ένα μέρος για να συγκεντρώνονται το απόγευμα – όπου δεν υπήρχε κανείς άλλος για να κουβεντιάσουν πέρα από τους δεκατρείς τους, όλη μέρα, όλο το χρόνο. Ένα κύμα οργής με πλημμύρισε εναντίον των κυβερνητικών αρχών που μπορούσαν να καταδικάζουν αυτούς τους ανθρώπους σε μια τέτοια ποινή, ανθρώπους καθωσπρέπει, νέους και γεμάτους ιδανικά. Στάθηκα στο ακριανό κατάρτι και αφού στηρίχτηκα  με το ένα χέρι στο άλμπουρο, τους χαιρέτησα με το άλλο, κρατώντας σφιγμένη τη γροθιά μου. Εκείνοι ανταπέδωσαν το χαιρετισμό φωνάζοντας: « Καλό ταξίδι, σύντροφε!»

Στο μεταξύ στην Αθήνα οι πολιτικές διαμάχες ήταν έντονες με κυρίαρχο ζήτημα την ανάγκη σχηματισμού ενός Ενιαίου Μετώπου όλων των δημοκρατικών κομμάτων για την καταπολέμηση του φασιστικού κινδύνου που ελλόχευε στις κινήσεις του Μεταξά και των υποστηρικτών του. Σύμφωνα με τον Μπερτλς οι μόνοι που μιλούσαν πιο καθαρά ήταν οι κομμουνιστές ενώ όλοι οι άλλοι υποτιμούσαν αυτόν τον κίνδυνο. Έτσι αναφέρεται στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου , ο οποίος αν και δημοκρατικός ήταν αντικομμουνιστής και ο δημοσιογράφος αναλαμβάνει να μας παρουσιάσει ορισμένες χαρακτηριστικές απόψεις του , τις οποίες ονομάζει «μαργαριτάρια» και να τις σχολιάσει με δηκτικό τρόπο.

« Ενώ οι αντιπαραθέσεις κορυφώνονταν, κουβέντιασα αυτά τα ζητήματα με τον Δημήτρη Γληνό, ένα βουλευτή του Παλλαϊκού Μετώπου, που πριν την επάνοδο του βασιλιά διέπρεπε μεταξύ των μεσοαστών αντιμοναρχικών, τους οποίους ο Κονδύλης αποστρεφόταν ως « κομμουνιστές διανοούμενους».»

Αρχικά  σκιαγραφεί  την προσωπικότητα του Γληνού και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του δίνοντας ταυτόχρονα  πτυχές της δράσης του και στη συνέχεια παραθέτει τα ερωτήματα που του υπέβαλε για πολλά κρίσιμα και δύσκολα ζητήματα του κινήματος και της πολιτικής κατάστασης σε σχέση και με τη δράση των κομμουνιστών και τις απαντήσεις του.

« Τον ρώτησα ποια απάντηση μπορούσε να δώσει, ως ηγετικό στέλεχος των κομμουνιστών, στην κατηγορία του Παπαναστασίου ότι, συνηγορώντας υπέρ ενός Λαϊκού Μετώπου κατά του φασισμού, οι κομμουνιστές απλώς «συγκάλυπταν» τους πραγματικούς τους στόχους. Εκείνος έκανε μια χειρονομία αποδοκιμασίας και μια γκριμάτσα απέχθειας. Μα πώς μπορούσε να μιλάει έτσι ο Παπαναστασίου; Ήταν γελοίο. Βέβαια, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν ο πιο σημαντικός παράγοντας του Λαϊκού Μετώπου, αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα και το Λαϊκό Μέτωπο ήταν διαφορετικά πράγματα, κάτι που εξαρχής είχαν δηλώσει οι κομμουνιστές. Ο σκοπός του Λαϊκού Μετώπου ήταν να συμπεριλάβει όλα τα αντιφασιστικά κόμματα και να παλέψει για την απελευθέρωση του λαού. Ήθελε να συμπεριλάβει τους Αγροτιστές, τα παλαιοδημοκρατικά κόμματα, τους σοσιαλιστές και όλες τις προοδευτικές οργανώσεις που είχαν κοινή επιθυμία με το Κομμουνιστικό Κόμμα τη διατήρηση των λαϊκών ελευθεριών.
« Το έχουμε προτείνει έντιμα», δήλωσε. « Το Λαϊκό Μέτωπο δεν αποτελεί συγκάλυψη. Δεν χάνουμε το χαρακτήρα μας ως κομμουνιστές μέσα στο Λαϊκό Μέτωπο και ουδέποτε υπαινιχθήκαμε κάτι τέτοιο. Εξακολουθούμε να ανήκουμε στην Τρίτη Διεθνή. Αυτό διακηρύσσει το κόμμα μας. Το γράφουμε στα μανιφέστα μας. Σήμερα όμως ζητάμε από όλα τα άλλα αντιφασιστικά κόμματα, τα οποία μπορούν να διατηρήσουν τα ξεχωριστά κομματικά τους προγράμματα, να ενωθούν μαζί μας σ’ ένα κοινό πρόγραμμα για την καταπολέμηση της φασιστικής απειλής. Αυτή είναι μια ειλικρινής πρόταση. Δεν χρειάζεται να μιλάμε με γρίφους και παραδοξολογίες. Δεν υπάρχει ανάγκη συγκάλυψης ενός προγράμματος το οποίο ενστερνίζεται θερμά η μεγάλη μάζα του λαού. Εμείς έχουμε την πολυτέλεια να μιλάμε καθαρά και ξάστερα».

Αμέσως μετά τη συνομιλία με τον Γληνό ζήτησε συνέντευξη από τον Μεταξά. Περιγράφει όλες τις προσπάθειες που έγιναν από τη μεριά του και την αναβλητική τακτική των εκπροσώπων του Μεταξά,  οι οποίες τελικά κατέληξαν σε άρνηση.

« Δεν μπορούσε να παραχωρήσει τη συνέντευξη. Αν και φασίστας, ο Μεταξάς δεν ήταν ανόητος. Αν απαντούσε με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις μου, όφειλε να ομολογήσει ότι οι διαβεβαιώσεις του προς τους φιλελεύθερους και  τα δημοκρατικά του προσχήματα ήταν απλώς μια συγκάλυψη , ουσιαστικά μια πλάνη. Αν όμως, από την άλλη , μου είχε πει όσα  είχε πει και στους φιλελεύθερους και εκείνα με τα οποία προσπαθούσε να πείσει τους Έλληνες, δεν θα μου δήλωνε κάτι που ο ίδιος ήταν έτοιμος να διαψεύσει . Αυτά ήταν τα κέρατα του ταύρου στο δίλημμά του και έπραξε σωστά που αρνήθηκε να με δεχτεί. Μόνο εφόσον ήθελε να χαρακτηριστεί πάραυτα ψεύτης , θα μπορούσε να μου πει ότι πρόθεσή του ήταν η αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών και ο σεβασμός των δημοκρατικών μορφών διακυβέρνησης, ενώ στην πραγματικότητα επέσπευδε τις « πραξικοπηματικές» προετοιμασίες του για τη διάλυση και την κατάργηση του Κοινοβουλίου και την εγκαθίδρυση μιας βασιλικοστρατιωτικής φασιστικής δικτατορίας».

Στο διάστημα που περιμένει την απάντηση από το επιτελείο του Μεταξά και καθώς συντομεύει το διάστημα της παραμονής του στην Ελλάδα επισκέφτηκε τις εργατικές συνοικίες και μίλησε με άνδρες και γυναίκες για τη δουλειά και τις συνθήκες διαβίωσης. Παραθέτει την εμπειρία του από τα Ταμπούρια, « ένα προσφυγικό συνοικισμό έξω από τον Πειραιά, που ….ήταν ενδεικτικός όλων των αντίστοιχων συνοικισμών στις βιομηχανικές περιοχές»

Όλα έδειχναν, στο μεταξύ, ότι τα πολιτικά γεγονότα οδηγούσαν σε σφοδρή σύγκρουση. Από τη μια οι προετοιμασίες του Μεταξά για την επιβολή φασιστικής δικτατορίας και από την άλλη το αίτημα για τη συνεργασία των δημοκρατικών κομμάτων όσο ήταν ακόμα καιρός. Διαμαρτυρίες συνδικαλιστών, αντιφασιστών , απεργίες και συνέδρια για να συζητηθούν οι ενωτικές προτάσεις και να προετοιμαστεί ο μαζικός αγώνας κατά των αντεργατικών μέτρων και των συλλήψεων. Συγχρόνως γίνονταν προσπάθειες για το συνασπισμό των δημοκρατικών κομμάτων σε ένα ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο. 

« Στα μέσα Ιουνίου, το Κομμουνιστικό Κόμμα εξέδωσε μια δραματική ανακοίνωση προς τον ελληνικό λαό να είναι έτοιμος για να υπερασπιστεί τις ελευθερίες του και έκανε έκκληση στους βουλευτές όλων των δημοκρατικών κομμάτων να αποσύρουν την υποστήριξή τους προς τον Μεταξά και να τον καθαιρέσουν…»

Στις 5 Αυγούστου οι δύο εργατικές Ομοσπονδίες είχαν εξαγγείλει από κοινού γενική απεργία. Τα μεσάνυχτα της 4ης Αυγούστου ο Μεταξάς επέβαλε δικτατορικό καθεστώς. « Δικτατορία – Για πόσο καιρό ;»αναρωτιέται ο Μπερτ Μπερτλς ενώ περιγράφει αναλυτικά την νέα πολιτική κατάσταση και τις συνέπειες της στην καθημερινότητα των Ελλήνων, αλλά και την μεγάλη τρομοκρατία με τις διώξεις, συλλήψεις , φυλακίσεις και εκτοπίσεις .

Το ζευγάρι των αυστραλών,  αν και στο Λονδίνο πλέον, εξακολουθούσε να διατηρεί επαφές με μερικούς φίλους στην Ελλάδα και να επικοινωνεί μαζί τους όχι μόνο μαθαίνοντας τα νέα, αλλά προσπαθώντας να βοηθήσει όπως μπορεί.

« Βρισκόμαστε στα τέλη του 1937. Πριν από λίγες μέρες έλαβα μια άλλη επιστολή, κάπου απ’ έξω από την Ελλάδα. Είχε σταλεί από έναν Έλληνα που διέφυγε την εξορία. Για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω, δεν αναφέρω το όνομά του, ούτε καν τη χώρα που διαμένει. Είναι κομμουνιστής, περήφανος που το Κόμμα του στην Ελλάδα, παρά την παρανομία και τις παρακολουθήσεις, τις διαρκείς διώξεις των μελών του από την αστυνομία και με επικηρυγμένους μερικούς από τους ηγέτες του, εξακολουθεί να αγωνίζεται για ένα Λαϊκό Μέτωπο, το μόνο που ( σύμφωνα με τη γνώμη του) μπορεί να βάλει τέλος στη φασιστική τυραννία και να απελευθερώσει το λαό…»


Μπερτ Μπερτλς , Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα Πολιτικού και Ταξιδιωτικού Ενδιαφέροντος, μετάφρ. Γιάννης Καστανάρας, πρόλογος – εισαγωγή Ντέβιντα Κλόουζ – Άλκης Ρήγος, Φιλίστωρ, Αθήνα 2002.

Με τη αφιέρωση : 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΤΟΡΑ
που ταξίδεψε μαζί μου
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΝΝΑΙΟΥΣ
ΕΛΛΗΝΕΣ – ΘΥΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
στη φυλακή και την
ΕΞΟΡΙΑ
Σε αυτούς και στη χώρα τους
αφιερώνεται αυτό το βιβλίο

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

«Ούτε σε ξερονήσια, ούτε σε φυλακές…» – Προσκύνημα στον Αη Στράτη


Κείμενο – φωτογραφίες: Οικοδόμος //atexnos( αναδημοσίευση)


80 χρόνια πριν. Δίπλα στις μηχανές του πλοίου. Ο θόρυβος ανακατεύεται με τον ήχο των κυμάτων και με τον χρόνο τον ατέλειωτο. Σειρές δεσμωτών, καθιστοί. Δεν μιλάνε. Μετράνε τις στιγμές της λευτεριάς που άφησαν σε κάποια στεριά. Κάποιος πιάνει και ξεκινά ένα τραγούδι. Προορισμός: Αη Στράτης.
ai_straths_9059a
80 χρόνια μετά. Μια κιθάρα στη μέση ενός κύκλου. «Εγώ Αη Στράτη δε φοβάμαι…τα μαύρα τα μαλλιά μας κι αν ασπρίσαν…». Ένα πολύχρωμο πολύβουο πλήθος απλωμένο στα καταστρώματα. Τραγούδια, γέλια, λόγια ανακατεύονται με τον ήχο των μηχανών του πλοίου, βάζουν «χρώματα» στη μονοτονία του ατέλειωτου μπλε και την ηρεμία της θάλασσας. Προορισμός: Αη Στράτης. Στην επίσκεψη – προσκύνημα που οργανώνει η ΚΕ του ΚΚΕ στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ.
Εξώφυλλο χάρτη που μοιράστηκε στους επισκέπτες του Αη Στράτη
Εξώφυλλο χάρτη που μοιράστηκε στους επισκέπτες του Αη Στράτη
Στον τόπο όπου μαρτύρησε η ελπίδα, δοκιμάστηκε η αντοχή, ατσαλώθηκε η πίστη. Εκεί που νικήθηκε ο θάνατος. Ο Σιντό, ο Μανώλης, ο Μπάμπης, ο Σεραφείμ και άλλοι, περιμένουν. Ξόφλησαν το χρέος τους και περιμένουν. Δεν σας ξεχάσαμε σύντροφοι! Είχαμε πολλά να αντιμετωπίσουμε, πολλές μάχες να δώσουμε, πολλούς εχθρούς, πολλές δυσκολίες, μα δεν σας ξεχάσαμε. Ερχόμαστε.
«Ούτε σε ξερονήσια, ούτε σε φυλακές ποτέ τους δεν λυγίσανε οι κομμουνιστές», δονείται η ζεστή και υγρή ατμόσφαιρα καθώς πέφτει ο καταπέλτης. Σύντροφοι απ’ τον Αη Στράτη, τη Λήμνο, τη Λέσβο μας υποδέχονται με συνθήματα και κόκκινες σημαίες. Πολλά ανθρώπινα ρυάκια ξεχύνονται απ’ την κοιλιά του καραβιού και ενώνονται σ’ ένα μακρύ βοερό κόκκινο ποτάμι.
Εκτός από τους συντρόφους… μας υποδέχτηκαν και τα όργανα της τάξης. Πίσω τους, ψηλά στην κορφή του βράχου, το πανό γράφει: <Με το λαό για το σοσιαλισμό»
Στο λιμάνι δεν μας υποδέχτηκαν μόνο οι σύντροφοι…  Πίσω, ψηλά στην κορφή του βράχου, το πανό γράφει: <Με το λαό για το σοσιαλισμό»
Το λιμάνι και τα στενά δρομάκια του νησιού είναι στολισμένα με πανό,  εικόνες της εξορίας και στίχους ποιητών. Κόκκινες σημαίες παντού. Με συνθήματα και τραγούδια παίρνουμε το δρόμο για το λόφο του Αη Μηνά. Κάνει ζέστη. Στο πλήθος πλειοψηφεί η νεολαία, βλέπεις όμως και αρκετά σκαμμένα πρόσωπα με άσπρα μαλλιά. Κάποια χέρια τρέμουν κρατώντας σφιχτά ένα μπαστούνι. Κάποια χείλη τρέμουν από συγκίνηση. Όλες οι καρδιές χτυπάνε δυνατά.
ai_straths_9060a
Τα πρώτα σπίτια που αντικρίζεις σα να ξεπήδησαν λες από κάποιο εικαστικό του –εξόριστου και εδώ- Γιώργου Φαρσακίδη. Είναι τα ελάχιστα κτίσματα που επέζησαν από την επέλαση του χρόνου και των στοιχειών της φύσης και δίνουν στην είσοδο του νησιού μια νότα απαράμιλλης ομορφιάς και νοσταλγίας.
ai_straths_9062a
Λίγο νωρίτερα… Καθώς το καράβι προσεγγίζει το νησί η εικόνα του τοπίου προκαλεί δέος. Τόπος ξερός, άγριος, αφιλόξενος, στη μέση του πουθενά. Χώμα λιγοστό, όπου δεν έφτανε η πέτρα. Βράχος ψηλός, απότομος, σα να ’κοψες το νησί γύρω γύρω με μαχαίρι, και τραχύς απ’ την αιώνια πάλη του με τα κύματα της θάλασσας.
ai_straths_9050a
Ελάχιστα δέντρα σκόρπια εδώ κι εκεί και λίγοι θάμνοι. Ένα σφίξιμο στο στέρνο σπρώχνεται με κείνον τον κόμπο που κάποιες φορές έρχεται και κλείνει το λαιμό κι εμποδίζει τις έτσι κι αλλιώς λιγοστές λέξεις, να φτάσουν στα χείλη. Το αντίθετο συμβαίνει με τις σκέψεις. Στο νου έρχεται, χωρίς να το θέλεις η Μακρόνησος. Πόσο μοιάζουν η γη, η θάλασσα, οι βράχοι, ο πόνος… Και μια δεύτερη έρχεται να συμπληρώσει την πρώτη. Ξέραν «αυτοί» πια νησιά να διαλέξουν, για να «σωφρονίζουν» και να «αναμορφώνουν»…
ai_straths_9079a
Από τη ρίζα του λόφου ξεκινάει μια γραμμή από εκατόν εβδομήντα σκαλοπάτια που οδηγούν στο μνημείο των δολοφονημένων ηρώων του Αη Στράτη. Σαν ανηφορική «λεωφόρος του μέλλοντος». Μια κόκκινη γραμμή που δεν έχει σταματημό την ανεβαίνει.
ai_straths_9096a
Το ’φτιαξαν οι εξόριστοι που βρέθηκαν στο νησί μετά τη Βάρκιζα. Ένα λιτό τσιμεντένιο μακρόστενο κουτί κι ένας σταυρός, τσιμεντένιος κι αυτός στην κορφή του, που δεν άντεξε στη φθορά του χρόνου κι έτσι σήμερα τον αντικαθιστά ένας σιδερένιος. Στο εσωτερικό του βρίσκονται τα 33 κρανία των θυμάτων της «μάχης της πείνας», τον χειμώνα του 1941-42. Των κομμουνιστών που αποκλείστηκαν από τους Έλληνες δεσμοφύλακές τους, στον «κεντρικό θάλαμο», χωρίς τροφή και περίθαλψη και πέθαναν από την ασιτία, κρατώντας ψηλά τη σημαία των ιδανικών τους, μη υπογράφοντας «δήλωση μετανοίας».
ai_straths_9093a
Στο πλάι του μνημείου, μια μεταλλική πλάκα με χαραγμένα τα ονόματα των νεκρών εξόριστων του Αη Στράτη. Μια κόκκινη σημαία και λίγα κόκκινα γαρίφαλα, λόγω της μέρας, το σκεπάζουν.
ai_straths_9083a
Από τον λόφο του Αη Μηνά. Χαμηλά το λιμάνι. Αριστερά η παραλία  (δε διακρίνεται). Δεξιά ο λόφος του Αη Γιάννη με το νεκροταφείο του χωριού.
Από το λόφο του Αη Μηνά η θέα δεν μπορεί να περιγραφεί απλά σαν ένα κομμάτι της φύσης, ξεκομμένο από σκέψεις και συναισθήματα. Μπροστά και κάτω το λιμάνι και αριστερά του μια μικρή παραλία. Δεξιά, απέναντι και προς τα μπροστά ο λόφος με το εκκλησάκι του Αη Γιάννη και το νεκροταφείο του χωριού. Στη σκιά του τα ερείπια του παλιού οικισμού που κατέστρεψε ο μεγάλος σεισμός.
ai_straths_9087a
Απ’ την ίδια πλευρά και προς το εσωτερικό του νησιού χαμηλές πλαγιές και ανάμεσά τους κάμποσος ήμερος τόπος, δαμασμένος απ’ τον άνθρωπο σε πλατιά επίπεδα σαν πεζούλες. Αν παρατηρήσεις προσεχτικά θα διακρίνεις απομεινάρια από τις λιθόχτιστες βάσεις των αντίσκοινων των εξορίστων.
ai_straths_9089a
Αριστερά από τον Αη Μηνά, κοιτάζοντας πάντα προς το λιμάνι, ο τόπος είναι λίγο πιο μαλακός, με λίγα δέντρα. Εδώ βρίσκονταν οι περισσότερες σκηνές των εξόριστων. Αν στρίψεις το κορμί και βάλεις πλάτη τον Αη Μηνά τότε επανέρχεται το σφίξιμο σαν εκείνο όταν πρωταντίκριζες το νησί απ’ τη θάλασσα…  Η γη ξερή σαν καμένη, διψασμένη, απωθητική, αφιλόξενη. Σε κάθε σου βήμα χούφτες ακρίδες τινάζονται τρομαγμένες για να προσγειωθούν λίγα μέτρα πιο πέρα.
Η ομορφιά και η καλαισθησία αντιστέκονται στον χρόνο…
Η ομορφιά και η καλαισθησία αντιστέκονται στον χρόνο…
Παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής προς τον οικισμό κατεβαίνουμε την ίδια «λεωφόρο» με τα σκαλοπάτια. Περπατάμε ανάμεσα στα σπίτια του χωριού. Τα περισσότερα, σύγχρονα «μνημεία» νεοελληνικού πολιτισμού. Εδώ δεν υπάρχει το «χρώμα» που, έστω για λίγο, συναντάς μπαίνοντας στο λιμάνι. Λίγα είναι ανοιχτά. Κάποιοι ντόπιοι μας καλωσορίζουν. Κάποιοι άλλοι μας κοιτάνε αμίλητοι και ανέκφραστοι. Όσοι ρωτήθηκαν πώς θα φτάσουμε στο μουσείο, προσφέρθηκαν να μας δείξουν το δρόμο.
ai_straths_9108a
Η συγκίνηση κορυφώνεται. Λίγα μέτρα μας χωρίζουν στο ανηφορικό και με στροφές μονοπάτι, από τον «κεντρικό θάλαμο», τον χώρο όπου κονταροχτυπήθηκαν με τον χάρο  οι κομμουνιστές εξόριστοι τον χειμώνα του 1941-42 και τον νίκησαν. Σήμερα στεγάζεται εδώ τοΜουσείο Δημοκρατίας. Βρίσκεται στη σκιά της Μαρασλείου – Λογοθετείου Σχολής, όπου στεγάζονταν οι κοιτώνες των Ελλήνων χωροφυλάκων, βασανιστών δεσμοφυλάκων.
Η Μαράσλειος - Λογοθέτειος Σχολή
Η Μαράσλειος – Λογοθέτειος Σχολή
Προσεγγίζουμε από την πίσω όψη. Συντηρημένο και καλοδιατηρημένο, αναδειγμένο, σε τίποτα δε θυμίζει το μισοερειπωμένο κτίσμα της εμβληματικής φωτογραφίας που όλοι γνωρίσαμε, παρά μόνο στο σχήμα. Δρασκελίζοντας το κατώφλι της εισόδου το μάτι πέφτει σε αυτή ακριβώς τη φωτογραφία που καλύπτει ένα μεγάλο κομμάτι τοίχου. Απεικονίζει την μισοερειπωμένη όψη του κτιρίου λίγα χρόνια μετά τις ανείπωτες σκηνές φρίκης και μεγαλείου που εκτυλίχτηκαν ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του.
ai_straths_9120a
Κοιτάζεις αποσβολωμένος από τη συγκίνηση και προσπαθείς να βάλεις σε μια σειρά τις εικόνες που τόσα χρόνια αποκόμισες διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το ιστορικό της μάχης με την πείνα.
ai_straths_9113a
Εδώ θα απλώνονταν οι σειρές με τα κρεβάτια, εδώ οι εξόριστοι θα σκέπαζαν τις «βούτες», εδώ θ’ ακουμπούσαν τα λιγοστά σκεύη τους, τον ρουχισμό, τα μικροεργαλεία τους, εδώ θα έκρυβαν τα βιβλία τους, τα χαρτιά τους.
ai_straths_9114a
Ψηλαφίζεις τις πέτρες του τοίχου προσπαθώντας ν’ «αγγίξεις» τη φρίκη, τον πόνο, τα βογκητά, τις χαρακιές στα κορμιά και στα σωθικά των έγκλειστων πεινασμένων, το χνώτο του θανάτου. Η «μυρωδιά» του θανάτου διάχυτη. Και η αίσθηση της ελπίδας.
ai_straths_9123a
Τόσοι θάνατοι δεν πήγαν χαμένοι. Η θυσία των κομμουνιστών εξορίστων δεν ήταν μια έξαρση ηρωισμού από αποκοτιά, αλλά μια βαθιά συνειδητοποιημένη απόφαση, μια παλικαρίσια επιλογή αυτοθυσίας στο βωμό των αγώνων της εργατικής τάξης και του λαού μας, για ένα καλύτερο αύριο.
ai_straths_9116a
Στους γύρω τοίχους πολλές φωτογραφίες και κάποια καθημερινά αντικείμενα των εξορίστων. Ο χώρος στενός και ζεστός. Εκατοντάδες ζευγάρια μάτια μπαίνουν, βγαίνουν, σπρώχνονται και σπρώχνουν για να πλησιάσουν, να δουν, να διαβάσουν, να μάθουν, να παραδειγματιστούν. Εκατοντάδες καρδιές χτυπούν διαφορετικά απ’ ό,τι κάθε μέρα…
Και ένα μνημείο απανθρωπιάς και κρατικής αδιαφορίας…
ai_straths_9155a
Ανάμεσα στα μνημεία των ηρώων του Αη Στράτη κι ένα μνημείο απανθρωπιάς και κρατικής αδιαφορίας. Στην είσοδο του Μουσείου Δημοκρατίας, δίπλα στα σκαλοπάτια βρίσκεται η ράμπα για τα αμαξίδια των συνανθρώπων με κινητικά προβλήματα. Κατασκευάστηκε  διότι έτσι υποχρεώνουν οι «κανονισμοί». Προφανώς δεν υπήρχε κάποιος «κανονισμός» να υποχρεώνει και την ομαλή και απρόσκοπτη πρόσβαση στο οδόστρωμα… Όμως αυτό δεν ήταν φαίνεται αρκετό. Παρατηρώντας κανείς προσεχτικά διαπιστώνει ότι το σκαλοπάτι της ράμπας είναι ψηλότερο και από αυτό της σκάλας (!)  που χρησιμοποιούν όσοι έχουν γερά τα πόδια τους. Ένα τέτοιο μνημείο απανθρωπιάς και αδιαφορίας έπρεπε να είναι και μεγαλοπρεπές… (Ενημερωτικά, το Μουσείο Δημοκρατίας ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού, Διεύθυνση Νεώτερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς).
ai_straths_9070a
Κατηφορίζουμε προς τη «Λεωφόρο των Μπολσεβίκων» (έτσι ονόμαζαν οι εξόριστοι τον συγκεκριμένο δρόμο του χωριού) όπου σε λίγο θα λάβει χώρα η ομιλία του ΓΓ του ΚΚΕ και θ’ αποκαλυφτεί το μνημείο της ΚΕ του Κόμματος για τους εξόριστους.
ai_straths_9071a
Όμως πρώτα θα σταθούμε με σεβασμό και θ’ ακουμπήσουμε ένα λουλούδι σ’ ένα άλλο μνημείο. Στον Αη Στράτη πέθανε εξόριστος σε ηλικία 55 χρονών ο αξέχαστος ηγέτης της αγροτιάς, ο λαϊκός αγωνιστής Κώστας Γαβριηλίδης, ΓΓ του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας και βουλευτής (ΑΚΕ, ΕΔΑ), δήμαρχος Κιλκίς με το Παλλαϊκό Μέτωπο πριν τη μεταξική δικτατορία, μέλος της ΚΕ του ΕΑΜ και Υπουργός Γεωργίας στην ΠΕΕΑ, με αμέτρητους διωγμούς στην πλάτη του και θητεία σε φυλακές και εξορίες).
100_9074a
Εκεί, στη «Λεωφόρο των Μπολσεβίκων», πάνω σ’ ένα κομμάτι λαξεμένου βράχου βρίσκεται αποτυπωμένη σε μέταλλο η νεκρική μάσκα του, έργο των συνεξόριστών του καλλιτεχνών Χρίστου Δαγκλή και Βασίλη Βλασίδη.
ai_straths_9133a
Στην ομιλία του ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ έδωσε το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν οι τόποι εξορίας (και του Αη Στράτη), αναφέρθηκε ιδιαίτερα στον Αη Στράτη και τη συνεισφορά των εξορίστων του στους αγώνες του λαού μας και τόνισε ότι το παράδειγμά τους φωτίζει τις μελλοντικές γενιές γιατί τα ιδανικά τους είναι ανώτερα και εξυψώνουν τον άνθρωπο (ολόκληρη η ομιλία του Δημήτρη Κουτσούμπα εδώ). Στη συνέχεια έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου και ακολούθησε πρσκλητήριο νεκρών και τραγούδια.
ai_straths_9144a
Ο «κεντρικός θάλαμος» των εξορίστων (σήμερα Μουσείο Δημοκρατίας) στη σκιά της βάσης της χωροφυλακής του νησιού (η φωτογραφία τραβήχτηκε από την Μαράσλειο – Λογοθέτειο Σχολή που παλιά στέγαζε τους κοιτώνες των ελλήνων χωροφυλάκων-δεσμοφυλάκων των εξόριστων)
Πριν ακόμα ολοκληρωθεί η εκδήλωση, πήραμε σιγά σιγά το δρόμο για το λιμάνι. Οι ακτίνες του ήλιου κουρασμένες απ’ τον κάματο της μέρας έπαιρναν τα ονόματα από το προσκλητήριο των νεκρών και τις νότες του πένθιμου εμβατήριου και τ’ ακουμπούσαν μελαγχολικά πάνω στις σκιές που σχημάτιζαν οι γερασμένοι τοίχοι και οι λιγοστές βάρκες στο μικρό λιμάνι.
ai_straths_9171a
Από τους λόφους του Αη Μηνά και του Αη Γιάννη το σούρουπο πήρε ν’ απλώνει τα δίχτυα του πάνω απ’ τον «κεντρικό θάλαμο», τη «λεωφόρο των Μπολσεβίκων», τον «βράχο του Λένιν», τα ερείπια του παλιού οικισμού,  το καφενείο του Γερογιαννάκη (αγαπημένο των εξόριστων), τα στενά σοκάκια του χωριού και κατηφορίζει  σιγά σιγά προς το λιμάνι.
ai_straths_9179a
Μαζί ζυγώνει και η ώρα της επιβίβασης στο καράβι, η ώρα για το ταξίδι της επιστροφής. Θέλεις αυτή η ώρα να καθυστερήσει, καθώς βαδίζεις δίπλα στις βάρκες και παρατηρείς τις σκιές που αργοσβήνουν στα νερά όπως κάποτε οι ζωές των ηρώων.
ai_straths_9172a
Αυτός ο χρόνος! Δεν κάνει λίγο κράτει. Αδυσώπητος μέχει παγερά αδιάφορος στο πέρασμά του, δεν χαμπαριάζει από  στιγμές, δεκάρα δε δίνει για συναισθήματα, δεν υπολογίζει τίποτα ανθρώπινο. Μόνο να μετράει ξέρει  καλά. Να βάζει στη σειρά χρόνια, αιώνες και ολόκληρες ιστορικές περιόδους και να καταμετρά θηριωδίες και κατορθώματα, προδοσίες και ηρωισμούς, αγωνίες και σκληρούς αγώνες, πόνο και λυτρωμό, ήττες και νίκες και αίμα, πολύ αίμα…
"...μπορεί να `ναι κι απ’ το λιόγερμα, που χτυπάει στον απέναντι τοίχο"...
“…μπορεί να `ναι κι απ’ το λιόγερμα, που χτυπάει στον απέναντι τοίχο”…
Η συμμετοχή στην επίσκεψη-προσκύνημα στον Αη Στράτη ήταν πολύ μεγάλη και αυτό δείχνει πολλά. Ο κόσμος έχει ανάγκη από κάπου να πιαστεί, να εμπνευστεί, να πάρει δύναμη και κουράγιο, να παρακινηθεί. Στις αμέτρητες δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε σήμερα, στο βαθύ σκοτάδι που τείνει να σκεπάσει τα πάντα, η ιστορία του εργατικού, λαϊκού, κομμουνιστικού-επαναστατικού μας κινήματος και οι ήρωές μας είναι ο φάρος που αντιστέκεται και φωτίζει.
ai_straths_9119a
Οι σημερινοί κομμουνιστές και αγωνιστές έχουν μόνο να μάθουν και να παραδειγματιστούν προσθέτοντας στα εργαλεία της ανάλυσης και της πάλης τους τις διαδρομές αυτής της ιστορίας και τα μικρά και μεγάλα μονοπάτια που βάδισαν οι γνωστοί και άγνωστοι μεγάλοι λαϊκοί αγωνιστές. Νιώθω την υποχρέωση να σημειώσω εδώ την προσπάθεια που κάνει το ΚΚΕ να αναδείξει και να προβάλλει αυτή την ιστορία, την ιστορία του. Τον κόπο, τα έξοδα, την κινητοποίηση και το μεράκι των στελεχών, των μελών και πολλών φίλων του Κόμματος στην κατεύθυνση αυτή, κόντρα στις μύριες όσες δυσκολίες του σήμερα. Μια ανάδειξη που, όπως πρώτοι οι κομμουνιστές βροντοφωνάζουν, δεν συνίσταται σε μια μουσειακή διαδικασία αλλά σε αιμοδότρα κατάθεση στην αγωνιστική δράση του σήμερα.
Ο λόφος του Αη Μηνά όπως φαίνεται από τον "κεντρικό θάναμο" (Μουσείο Δημοκρατίας)
Ο λόφος του Αη Μηνά όπως φαίνεται από τον “κεντρικό θάλαμο” (Μουσείο Δημοκρατίας)
Ας παραπονιέται ο άνθρωπος, σοφά τα έφτιαξε όλα η φύση.  Και πρώτα απ’ όλα τον ίδιο. Με τα κακά του και τα καλά του. Μια αιώνια διαπάλη ανάμεσα στα πιο βάρβαρα ένστιχτα  και στο μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής, που κάνει κάποτε ακόμα και το θάνατο να υποκλιθεί. Μια μάχη που γεννά βασανιστές-χτήνη και μάρτυρες ήρωες.
100_9102a
Οι ήρωες του Αη Στράτη δεν γεννήθηκαν ήρωες. «Δέθηκαν» στο καμίνι της λευτεριάς και της ταξικής πάλης. Αν σήμερα μπορούσαν να μας ακούσουν είναι βέβαιο ότι θα συμφωνούσαν ότι η μεγαλύτερη τιμή στον ηρωισμό και τη θυσία τους,  η καλύτερη τιμή στη μνήμη τους, είναι η καλύτερη οργάνωση της πάλης μας, η δυνατότερη αναμέτρηση με τον ταξικό εχθρό, το ακούραστο και πιο αποφασιστικό βάδισμά μας «στις λεωφόρους του μέλλοντος», μέχρι τη νίκη.