Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηπειρώτες Λογοτέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηπειρώτες Λογοτέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

Το πένθος



Κατοχή ήταν. Οι μέρες περνούσαν δύσκολα, δύσκολα κι επικίνδυνα. Κάθε πρωί συνήθιζα να περνώ από το γραφείο του δικηγόρου Δανή. Καταλάβαινα πως μόλις ανέχονταν την παρουσία μου. Μετά την «καλημέρα» που έλεγε κοφτά, έσκυβε το μούτρο του στα χαρτιά, έτσι που νόμιζες πως θα τα μασήσει. Στεκόμουν λίγα λεπτά όρθιος και κοίταζα την πρωινή εφημερίδα. Πρώτα διάβαζα το Γερμανικό «ανακοινωθέν» για να βγάλω το δικό μου. Μετά περνούσα στις τοπικές ειδήσεις. Άφηνα την εφημερίδα στο τραπεζάκι, πρόσεχα λίγο την κίνηση του δρόμου, και ύστερα, «ευχαριστώ» έλεγα πάντα και ξεπόρτιζα. Θα σκεφτείς πως ήμουν αγενής, όμως είχαμε μακρινή συγγένεια που δεν την ξεχνούσα εξ αιτίας της εφημερίδας. Εκείνο το πρωί, πριν ακόμα τελειώσω το «ανακοινωθέν», μπήκε ο πουκαμισάς και πίσω του ο απόστρατος. Περασμένης κάπως ηλικίας και «ακραιφνείς» πατριώτες, αυτό να λέγεται. Πήραν από μια καρέκλα και κάθισαν κοντά στο δικηγόρο. Τι έλεγαν μεταξύ τους ούτε και μ’ ένοιαζε. Θα τελείωνα την εφημερίδα όταν άκουσα τον πουκαμισά: «Ξέρετε πόσοι άνθρωποι πέρασαν στο δρόμο με πένθος; Τί διάβολο, τόσοι πολλοί πεθαίνουν στην πόλη μας»;

— Άνθρωποι είμαστε• θα γεννηθούμε, θα πεθάνουμε, είπε ο απόστρατος. Πρόσεξα έξω την κίνηση. Αλήθεια, στους τρεις που θα περνούσαν, οι δυο ή ο ένας θα είχαν πένθος Απέναντί μας κάθονταν στο σταματημένο αμάξι του ο γέρο Ραδίτσας και περίμενε πελάτη. Το άλογο, ο Εδουάρδος ο Γ΄, σαν να έτρεμε στην πρωινή ψύχρα. Ήταν άλλοτε ένα θαυμάσιο άλογο. Άλλοτε, τον καλό καιρό που του έδινα σοκολάτα. Την έπαιρνε από την παλάμη με τα χείλη κι έτριβε το κατωσάγωνό του στην πλάτη μου. Αυτή την κίνηση έκανε πάντα. Τώρα το απόφευγα. Δεν ήθελα να με παρεξηγήσει το ζώο. Πού να καταλάβει τ’ ανθρώπινα.
— Μπα, και ο Ραδίτσας με πένθος! Μίλησε ο πουκαμισάς. Αυτός κάθεται στη γειτονιά μου• δεν άκουσα να έχασε κανέναν.
Χτύπησε με το δαχτυλίδι το τζάμι και, όταν ο αμαξάς έστριψε το κεφάλι του, του έκανε νόημα να ρθεί. Ο γέρος κατέβηκε αργά. Σέρνοντας τα πόδια μπήκε και βγάζοντας την τραγιάσκα: «Καλημέρα αφεντικά, στους ορισμούς σας».
— Γεια σου παλιόφιλε, του λέει ο πουκαμισάς. Μπρε μουρντάρη, ποια φιλενάδα έθαψες και κόλλησες το πένθος;
Οι άλλοι κακάρισαν• ήταν γνωστός στην αγορά ο γέρος σαν χωρατατζής κι ερωτύλος.
— Για τους Οβραίους, πέταξε το λόγο ο γέρος κι ανασήκωσε το κεφάλι προκλητικά.
«Τσακ» έκανε ο χάρακας στο κρύσταλλο του γραφείου. Εγώ είχα μεσάνυχτα. Ο πουκαμισάς ξέσκισε το πένθος του αμαξά και το έριξε στο αστείο. Βγήκα με το γέρο από το γραφείο κι από αυτόν έμαθα πως οι Γερμανοί ξεσήκωσαν τη νύχτα όλους τους Εβραίους των Γιαννίνων.
Ξεχνώντας ν’ αγοράσω τίποτα λάχανα για το μεσημέρι γύρισα σπίτι μου. Η μάνα είχε ριγμένο στις πλάτες το μαύρο σάλι. Έκανε κρύο. Κοντά της, στην καρέκλα με τη χαλασμένη ψάθα, κάθονταν ο τζουτζές της γειτονιάς. Κάτι της έλεγε, φαίνεται κάποια χιλιοειπωμένη ιστορία του. Γελούσε και χτυπούσε την αρβύλα στο πάτωμα. Στάθηκα στην κορνίζα της πόρτας. Η μάνα με κοίταξε βαθιά. Φαίνεται πως η όψη μου είχε τα χάλια της. Με ζύγωσε. Ο τζουτζές γελούσε ακόμα.
— Τι είναι; κανένας δικός μας…
— Οι Εβραίοι, είπα, όλους τους μάζεψαν… τους ταξίδεψαν τη νύχτα…
— Δυστυχία τους, μουρμούρισε κι έσφιξε στις πλάτες το σάλι.
— Και τον Ελιέζερ, μάνα• ρώτησα και μου είπαν πως και τον Ελιέζερ τον πήραν.
Ο τζουτζές σαν κάτι να κατάλαβε, γέλασε δυνατότερα. Το φαφούτικο στόμα του πέταξε σάλια στο μαγκάλι. Χτυπούσε τα χέρια στα λιγνά μεριά του και: «Τους Οβραίους, σκότωσαν οι Γερμανοί τους Οβραίους» φώναξε. Ύστερα μαζεύτηκε στην καρέκλα σαν ξεφουσκωμένος κι άρχισε να κλαίει ανθρώπινα.
Ήταν ορφανούλι ο Ελιέζερ μας. Έρχονταν τακτικά και του δίναμε φαγητό. Τον ντύναμε με τίποτα παλιά ρούχα μου. Μας αγαπούσε όσο και τη γιαγιά του. Όμως μια μέρα δεν κρατήθηκε, μου άρπαξε το χέρι κι ακούμπησε το μάγουλο με δύναμη, σαν να ήθελε να το αποτυπώσει για πάντα στην τρυφερή σάρκα του.
Η μάνα μου είχε πει πως κουβέντιασε με τη γιαγιά του παιδιού. Η γριά, ανάμεσα στ’ άλλα της βάσανα, της μίλησε και για τον Ελιέζερ της: «Γυρίζει πάντα πικραμένο από τα γειτονόπουλα, ύστερα κουρνιάζει πλάι μου βουβό». Σκιάζονταν η γριά πως θα της μαράζωνε. Κι αλήθεια, το παιδί γίνονταν όλο και πιο χλωμό. Τα μάτια του ήταν γιομάτα απορία και μυστική θλίψη. Τότε σκέφτηκα να προχωρήσω πέρα από το φαγητό που του έδινα. Του έφκιασα ένα ροδάνι, παιγνίδι παλιάς εποχής, που είχε σανιδένια ρόδα. Το έβαψα με χτυπητά χρώματα. Το άλλο πρωί πήγα στο σπιτάκι του. Κοιμόταν ακόμα. Παρακάλεσα τη γριά να μην το ξυπνήσει. Ακούμπησα το παιγνίδι στον τοίχο, απέναντί του, για να είναι το πρώτο πράγμα που θ’ αντίκριζε. Περίμενε με τη γριά. Ο ήλιος φώτιζε το ροδάνι όταν ο Ελιέζερ έπαιξε με τα μάτια. Τα στήλωσε κρατώντας την ανάσα. Τα έκλεισε, τα ξανάνοιξε και σαλτάροντας το αγκάλιασε. Ύστερα με πρόσεξε. Τότε ήταν που κόλλησε το μάγουλο στο χέρι μου. Όπως κατάλαβα, δεν ήταν για το παιγνίδι αυτό καθ’ εαυτό που μου φέρθηκε έτσι, ήταν που διψούσε για στοργή. Άλλη μέρα του έφκιασα χαρταετό. Ανεβήκαμε πάνω στο φρούριο. Πριν καλά καλά ψηλώσει, μας έδιωξαν οι Γερμανοί με χουγιατά. Ο αετός κρεμάστηκε πάνω στις αγροσυκιές που φυτρώνουν στα πλευρά του κάστρου. Πήγαινε κάθε μέρα και τον έβλεπε, ώσπου έμεινε ο καλαμένιος σκελετός. Ξεχνούσε να γυρίσει στη γιαγιά. Εκείνη μου τα έλεγε. Παραμιλούσε στον ύπνο του. Φώναζε τ’ όνομά μου, με καλούσε να το γλιτώσω από κάποιον κίνδυνο. Έλεγε στη γιαγιά πως ονειρεύεται τον αετό, τον αψηλώνει, μα τον αρπάζει πάντα ο στρατιώτης που φυλάει σκοπός στην τάπια.
Άφησα τον τζουτζέ να κλαίει σιγά και τη μάνα μου να χουχουλίζει τα χέρια. Κατέβηκα προς τη λίμνη περνώντας από το σοκάκι του Ελιέζερ. Στάθηκα μπροστά στο κλειστό χαμόσπιτο. Στο πρώτο σκαλί ήταν το ροδάνι του σπασμένο. Ίσως το παιδί θέλησε να το πάρει μαζί του, μα του το πέταξαν. Ύστερα γύρισα στην αγορά. Οι Γερμανοί έκλεβαν τα Εβραίικα μαγαζιά. Από το βουνό κατέβαινε ψύχρα. Εκεί θα χιόνιζε.
— Θα πεθάνουν όπως τους πήραν γυμνούς; καταλαβαίνεις; Τρεις χιλιάδες άνθρωποι θα πεθάνουν…, είπε ο σιδεράς στον παραγιό του. Περνούσα και τ’ άκουσα. Ο σιδεράς κρατούσε την αλυσίδα του φυσερού και είχε πένθος στο μανίκι του. Τότε δεν κρατήθηκα. Τράβηξα για τον πουκαμισά. Ήξερα πως ήταν από τα φανατικά μέλη των Ε.Ε.Ε., μιας προπολεμικής οργάνωσης με αντισημιτικές εκδηλώσεις.
— Θέλω μαύρο πουκάμισο, του είπα.
Με κοίταξε εξεταστικά: «Για να σηκώνει τη λέρα;» ρώτησε ειρωνικά.
— Όχι, μα για να σηκώσει όλα τα πένθη, απάντησα. Πλήρωσα και πήγα σπίτι να το φορέσω.


Φρίξος Τζιόβας, Το πένθος( συλλογή Έξοδος για πάντα) στο Μια πόλη στη λογοτεχνία. Γιάννενα, Χριστόφορος Μηλιώνης [επιλογή κειμένων],
 Μεταίχμιο, Αθήνα 2002.


Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

Με τα φτερά

 

Ραφαήλ, λεπτομέρεια από την εικονογράφηση της οροφής στη Βίλα Φαρνεζίνα της Ρώμης (1517-18)

της Γεωργίας Τάτση

Ο γιατρός τοποθετώντας την ακτινογραφία στη φωτεινή οθόνη, τους είχε πει επί λέξει: Είναι ριζωμένο στο μεσοθωράκιο. Από εδώ απλώνει τα κλαδιά του στους δύο πνεύμονες και στους λεμφαδένες, σκιτσάροντας πάνω στους πνεύμονες του παιδιού τους το περίγραμμα του δένδρου με το δάχτυλό του.

Το χριστουγεννιάτικο δένδρο μέσα του. Στη σκοτοδίνη τους, είδαν   τα λαμπάκια του να αναβοσβήνουν.  

Ό,τι ήταν να συμβεί, συνέβη γρήγορα, μέσα σε ένα μήνα όλα είχαν τελειώσει.

Ξεστόλισαν το δένδρο τους στο σαλόνι, το πήραν και το πέταξαν στα σκουπίδια. Με τόσο βεβαρυμμένο ιστορικό ούτε συζήτηση να το αφήσουν δίπλα στον κάδο για κάποιον που μπορεί να το χρειάζεται.

Εκείνη κρατούσε τον κάδο ανοιχτό κι εκείνος το γύρισε ανάποδα και το έσπρωχνε λοξά να πάει στον πάτο.

Μαζεύουν τα στολίδια, τα λαμπιόνια, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ό,τι έχει σχέση με Χριστούγεννα το τυλίγουν στο καλό τραπεζομάντηλο. Αυτός απλώνει το τραπεζομάντηλο στο πάτωμα κι εκείνη φέρνει τα στολίδια και τα ρίχνει μέσα.

Μπάλες, αγγελάκια με ανοιχτά φτερά, αγγελάκια με κλειστά φτερά, σιντί, κορδέλες, τη φάτνη με το Χριστό, τους τρεις μάγους που ακουμπούν τα δώρα τους στα πόδια του, το χρυσό αστέρι της Βηθλεέμ.

Εκείνος δένει κόμπο τις τέσσερις γωνίες, τα παίρνει αγκαλιά και βγαίνει να τα ρίξει στα σκουπίδια.

Εκείνη πέφτει ξέπνοη στην πολυθρόνα.

Τον περιμένει και μόλις τον βλέπει να μπαίνει, ορμάει και τον βουτάει απ’ το γιακά.

Εσύ φταις, εσύ φταις... Το κατάλαβες; Δεν είχε άλλο τρόπο να σου φωνάξει «κοίταξέ με.»

Κατεβάζει τις παλάμες της στο στήθος του και τον σπρώχνει πίσω, εκείνος δεν αντιστέκεται -κατά βάθος κι αυτός το ίδιο πιστεύει για τον εαυτό του. Οπισθοχωρεί κι οπισθοχωρώντας κολλάει με την πλάτη στον τοίχο. Εκείνη κλαίει γοερά και τον ταρακουνάει από τα πέτα, εκείνος της πιάνει τα χέρια και κλαίει από μέσα του. Ησύχασε αγάπη μου, ησύχασε, της λέει, αλλά για εκείνη αυτές οι λέξεις έρχονται από μια άλλη εποχή και απευθύνονται σε άλλη, άγνωστη γυναίκα. Απορεί μάλιστα πώς τολμάει μετά από όσα έχουν συμβεί, να της λέει ησύχασε αγάπη μου, πώς τολμάει να βάζει στο στόμα του αυτές τις λέξεις;

Τον αφήνει και μπαίνει στο παιδικό δωμάτιο. Γιατί τον άφησε; Γιατί έφυγε; Μήπως ξύπνησε η μνήμη των μακρινών εκείνων ημερών που ο ήλιος έκαιγε γλυκά την πλάτη τους κι αυτοί —και οι τρεις μαζί— βουτούσαν στη θάλασσα χωρίς να έχουν επίγνωση της ευτυχίας τους επειδή όλα ήταν τόσο φυσικά ώστε κανείς δεν χρειαζόταν να αναρωτηθεί τι είναι η ευτυχία; Κάθε άλλο. Αν ήταν έτσι έπρεπε τώρα να τον εκδικείται ξεριζώνοντας τρίχα τρίχα τα μαλλιά του που άσπρισαν σε μια νύχτα όταν κοιμήθηκε αυτός και ξύπνησε άλλος.

Ίσως να τον συμπόνεσε, ίσως να αισθάνθηκε πόσο μάταιο είναι να κατεδαφίζεις το ερείπιο, πόσο ανελέητο είναι να ρίχνεις κάτω τον πεσμένο.

Στο δωμάτιο του γιου τους, μπροστά στο παράθυρο, ανοίγει τη σιδερώστρα λες και δεν έχει συμβεί τίποτα και βάζει το σίδερο στην πρίζα. Τα ρούχα του παιδιού — σωρός πάνω στο κρεβάτι του, τα είχε αφήσει η ίδια εκεί όπως τα μάζεψε από το σύρμα, τότε, ήρθε τώρα η ώρα να τα σιδερώσει.

Μόλις το σίδερο έκαψε καλά, παίρνει και σιδερώνει τα παντελόνια. Τα πόδια του, τι μακριά που είναι τα πόδια του, τι ψηλά για την ηλικία του τα κανιά του. Συνεχίζει με τα πουκάμισα, τελειώνει με τα μπλουζάκια. Τις κάλτσες και τα εσώρουχα δεν τα σιδερώνει. Τα διπλώνει απλώς και τα βάζει στα συρτάρια. Περνάει τα πουκάμισα στις κρεμάστρες, τα τακτοποιεί στη ντουλάπα, διπλώνει τα παντελόνια, διπλώνει τα μακριά μανίκια των μακό, σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά στο στήθος.

Εκείνος στέκεται στην μπαλκονόπορτα και κοιτάζει το νεαρό ζευγάρι με τα δυο αγόρια στην απέναντι βεράντα.

Τρώνε όλοι μαζί γύρω από το στρογγυλό τραπέζι. Ακούει τις φωνές, τις κουβέντες τους, τον ήχο από τα μαχαιροπήρουνα πάνω στα πιάτα,

παρατηρεί το μπουκάλι με το εμφιαλωμένο νερό στη μέση,

τα χάρτινα κουτιά με το χυμό,

τα παιδιά να πίνουν πορτοκαλάδα.

Τα δυο αγόρια είναι δίδυμα,

ο ένας είναι ο καθρέφτης του άλλου,

αλλά τώρα είναι διαφορετικά, το ένα αγόρι είναι ο γιος του,

μα γιατί τρώει με την ξένη οικογένεια ο γιος του;

Το παιδί καταλαβαίνει πως το κοιτάζει ο πατέρας του από απέναντι, σηκώνεται με την πορτοκαλάδα στο χέρι κι απομακρύνεται από το τραπέζι,

στέκεται δίπλα στη γλάστρα με την ελιά, τον κοιτάζει κι αυτό, του χαμογελάει,

τον χαιρετάει,

του στέλνει φιλιά με το άδειο χέρι.

Εκείνος φεύγει από την μπαλκονόπορτα και τρέχει στο παιδικό δωμάτιο, πηγαίνει σε εκείνη να της πει τα νέα.

Τη βρίσκει μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο να μιλάει με το παιδί τους, μόλις είχε φτάσει στο μπαλκόνι τους, κρατώντας στο χέρι του το ποτήρι με την πορτοκαλάδα.

Πώς κατάφερες να περάσεις το κενό αγόρι μου; Το ρωτάει.

Το παιδί τής απαντάει

Με τα φτερά μου.


Αναδημοσίευση από το περιοδικό Χάρτης  ( Ιούνιος 2021)


Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

Βορειοδυτικά


 Αώος, Άραχθος, Αχέροντας

                                           Καλαμάς και Λούρος

Διανυκτερεύοντα Φαρμακεία

                                            της Πατρίδας.

Γιάννης Ζαρκάδης, Αχερουσία μνήμη

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2021

Την τελευταία κραυγή την άκουσε μια πόρνη

 
Άλλος ένας ηπειρώτης συγγραφέας , ο Στέφανος Σταμάτης,  άγνωστος σε μένα πριν λίγο καιρό, "βρέθηκε" μπροστά μου εντελώς τυχαία με το μυθιστόρημά του " Την τελευταία κραυγή την άκουσε μια πόρνη". 
Ο βασικός ήρωας είναι ένας γέρος, που ζει εγκαταλειμμένος σε μια άθλια παράγκα στα Γιάννενα , δίπλα στη λίμνη. Δεν είναι ένας καλοκάγαθος γεράκος που η φτώχεια τον οδήγησε στο περιθώριο. Αντίθετα είναι ένας βρόμικος τύπος , ένα κοινωνικό απόβρασμα, ένα κατακάθι, ρουφιάνος, νταβατζής, και βέβαια δωσίλογος περιωπής. 
Ο γέρο - Σάββας , όπως είναι το όνομά του, έκανε τις παλιοδουλειές του παρέα με έναν καλόγερο που όμως κάποια μέρα πνίγηκε στα νερά της λίμνης. Τις ιστορίες τους τις μαθαίνουμε μέσα από τον μονόλογο του Σάββα που παραληρεί υπό την επήρεια του αλκοόλ, έχει παραισθήσεις και όταν ανοίγει το στόμα του ξερνάει δηλητήρια ανακατεμένα με έντονη σεξουαλική διάθεση , η οποία βγάζει από μέσα του όλα τα κτηνώδη και βρομερά συναισθήματα του. 
Ο συγγραφέας  στήνει την ιστορία μέσα σε μια ομιχλώδη και ζοφερή ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε εικόνα  από την κόλαση. Ωμός ρεαλισμός συνδυασμένος με εφιαλτικές και παραληρηματικές περιγραφές δημιουργούν ένα κατάμαυρο και απωθητικό περιβάλλον , το οποίο εκτείνεται και έξω από την πόλη , σε όλη την περιφέρεια. Όλο αυτό το σκηνικό και οι πράξεις του Σάββα και του συνεργάτη του στηρίζονται στη χρήση ενός πολύ τολμηρού λεξιλογίου , αλλά και εικόνων σκληρών και αποκαλυπτικών μιας σάπιας κοινωνίας. 
Οι ήρωες του μυθιστορήματος αντιπροσωπεύουν την κακή πλευρά του ανθρώπου, είναι πρόσωπα με αρνητικό πρόσημο.
Σημαντικό ρόλο στα αρνητικά συναισθήματα του γερο - Σάββα παίζει ένας ανεψιός του με ύποπτο παρελθόν αλλά κοινωνικά ανερχόμενος τον οποίο έχει βάλει στο στόχαστρο και επιθυμεί με κάθε τρόπο να τον διαλύσει. 
Το τέλος της ιστορίας έρχεται μέσα από μια κραυγή, την τελευταία, αυτήν που άκουσε μια πόρνη...
Εκπληκτική η ατμόσφαιρα του φυσικού τοπίου της λίμνης και γενικότερα της ηπειρώτικης φύσης συνδυασμένη αριστοτεχνικά με την αθλιότητα και τον ξεπεσμό του γερο - Σάββα , ο οποίος συμβολίζει την υποκρισία μιας ολόκληρης κοινωνίας που επένδυσε στο φαίνεσθαι ξεπουλώντας το είναι αναδύοντας από τα σπλάχνα της έντονη δυσωδία.
Για τον συγγραφέα Στέφανο Σταμάτη και το έργο του μπορείτε να διαβάσετε δύο εξαιρετικά άρθρα:


Βρέχει τρεις μέρες, βρέχει και φυσάει, η λίμνη δίπλα βουίζει και σε τρελαίνει, ο γέρο - Σάββας δεν ξεμύτισε από την παράγκα του, το κονιάκ και το κρασί τελειώνουν, το πετρέλαιο για τη λάμπα τού έχει σωθεί, ο ανεψιός, το κάθαρμα, δε φάνηκε, ούτε ο άλλος με τα γαλόνια - αυτός έχει καιρό να φανεί, θα τονε ξέχασε το γερο - Σάββα, τότε που του πήγαινε τα κομούνια δεμένα ήταν καλός, τώρα άσ' τον να ψοφήσει. Αρχίσανε και τα μπουζούκια στο σκυλάδικο του Τενεκέ, " Απόψε κάνεις μπαμ", τραγουδάει μια καριόλα, απόψε κάνεις μπαμ - μπαμ - μπαμ, να' χεις ένα πιστόλι και να ρίχνεις στα τυφλά κι όποιον πάρει ο Χάρος, τον ανεψιό σου πρώτα, που δε σε θυμάται ο παλιάνθρωπος, κάποτε θα βγει ο γερο - Σάββας στους δρόμους και θα φωνάξει: " Σας παριστάνει τον κύριο, εμένα ρωτήστε να μάθετε τι έκανε στα νιάτα του". " Σε βλέπουν και φρενάρουνε και σταματούν τα τραμ", φωνάζει η άλλη στον Τενεκέ, θυμάται τώρα ο γερο - Σάββας, είναι γυναίκα αυτή που τραγουδάει, θυμάται για μια στιγμή, όσο κρατάει κι η σπίθα που βγάζει το σφυρί χτυπώντας στ' αμόνι, ύστερα πάλι τα ίδια στο κεφάλι και στο κορμί - η βροχή, το κρύο, η πείνα, οι πόνοι, όλα τα μαρτύρια της Κόλασης. Αύριο, αν έρθει ο ανεψιός, δε θα κάτσει να κουβεντιάσει μαζί του, θα τον αρπάξει από τη γραβάτα, θα τον σύρει στους δρόμους - έχουν ακόμα δύναμη τα μπράτσα του - " Κοιτάξτε τον ", θα φωνάζει, " τον έπαιρναν οι αμαξάδες κι οι χαμάληδες στο πατάρι μαζί μ' άλλα καλά παιδιά κι ύστερα περπάταγε σαν μεσοκομμένος". Καφενείο κοντά στην ψαρόσκαλα, όχι, ποδηλατάδικο ήτανε, η δουλειά γινόταν ανάμεσα σε ρόδες, βίδες και σαμπρέλες, ώσπου ένα μπαστάρδικο βούτηξε το ρολόι του Λέτσα του αμαξά, που το είχε από τον πατέρα του, κι εκείνος δεν κρατήθηκε, πήγε στην Ασφάλεια, " Μέσα εγώ", είπε, " μέσα κι αυτοί", και τους μάζεψαν κι ύστερα είπαν " Ο ανεψιός δεν έκανε τίποτα, ένα ποδήλατο είχε νοικιάσει μονάχα και πήγε να το δώσει πίσω την ώρα που έκανε μπλόκο η Ασφάλεια" - όμως τι τον νοιάζει το γερο - Σάββα, ποιος θα ψάξει τι ήταν αλήθεια και τι ψέμα μια φορά κι έναν καιρό; Να σκάσουνε κι αυτά τα μπουζούκια, να πλαντάξει η βρωμιάρα που τραγουδάει "Ξύπνα, μικρό μου, κι άκουσε", να την είχε τώρα εδώ, να την έριχνε κάτω και να της γέμιζε το στόμα με το βρώμικο πριονίδι. Αν δεν είχε πνιγεί ο χαζός ο πάτερ Σωτήρης, μπορεί να μη ζούσε ολομόναχος σε τούτο το ρημάδι ο γερο - Σάββας, παραπάτησε όμως, το ζουλάπι, και πάει ο πάτερ, έπεσε από το μονόξυλο και βούλιαξε σαν μολύβι στην παγωμένη λίμνη· κι ύστερα του είπαν του Σάββα: " Βούλωσ' το εσύ, τι θα πούμε στον κόσμο, καλόγερος άνθρωπος να γυρίζει με βάρκες νυχτιάτικα παρέα μ' ένα ρεμάλι!". Εκεί απάνω αγρίεψε ο Σάββας, " Σκασμός", του φώναξαν, " ο καλόγερος έπεσε από το μόλο, πήγαινε, λέει, μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα για τρισάγιο στη σπηλιά του Σκυλόσοφου - εκείνου του τρελού δεσπότη που τον έκαψαν ζωντανό οι Τούρκοι".
" Ξημερώνει και βραδιάζει", φωνάζει η άλλη στον Τενεκέ, το σφυρί χτυπάει ξανά στ' αμόνι, η παράγκα γεμίζει σπίθες, η τραγουδίστρια μπορεί να μοιάζει με τη χήρα που πήγαινε με τον πάτερ Σωτήρη, ο Σάββας της έδινε πανιά για ρούχα, ο καλόγερος ψεύτικα χρυσαφικά που βούταγε από τα τάματα, ύστερα της γύρεψαν την ανεψιά, η χήρα σήκωσε κεφάλι, " Αυτό δε γίνεται", φώναξε, "αφήστε ήσυχο το κορίτσι!", ο πάτερ Σωτήρης έφερε ένα μεγάλο χρυσαφικό και μπήκε έτσι κι η ανεψιά στο καλύβι, " Η γριά η κότα έχει το ζουμί", μουρμούρισε ο καλόγερος, " Κράτα τη για σένα, που έχεις γερά δόντια, εγώ απόψε θα δοκιμάσω πουλάδα", του φώναξε ο Σάββας. " Ξημερώνει και βραδιάζει", φωνάζει η άλλη στον Τενεκέ και γυρεύει ακριβό πιοτό, που να πλαντάξει, μια μέρα τους φώναξε ο ηγούμενος, ο πάτερ Αναστάσιος, " Τι ψυχή θα παραδώσετε, κακούργοι", τους είπε, " Δεν ξέρουμε τίποτα για τις αμαρτίες που μας λες", απάντησαν κι οι δυο, " Εγώ βοηθάω τον κόσμο να βρει λίγο λαδάκι και κανένα ρούχο να μη γυρίζει γυμνός", είπε ο Σάββας, " κι ο πάτερ Σωτήρης εξομολογάει και κηρύχνει το λόγο του Θεού!". Ο πάτερ Αναστάσιος σταυροκοπήθηκε, " Έχετε χάρη", τους είπε, " που δε θέλω να σας παραδώσω στους εχθρούς μας, αλλιώς θα βλέπατε!". Οι άλλοι μέσα τους γελούσαν· τι λέει ο γούμενος, εχθροί οι Ιταλοί κι οι Γερμανοί, τούτοι τους πήγαιναν καμιά εικόνα και κανένα χρυσαφικό, κλεμμένα όλα από τις εκκλησίες, ή καμιά χωριάτισσα που ήθελε λούσα και μεγαλεία, κι έπαιρναν άδεια να γυρίζουν στα χωριά και να πουλάνε λάδια και πανιά - και τι λάδια , ως και ψοφίμια έριχναν στ' ασκιά για να γεμίζουν! - κι ο πάτερ Σωτήρης ευλογούσε κι εξομολογούσε, πουλούσε βίους αγίων και κομμάτια από σάπια σανίδια για Τίμιο Ξύλο κι ύστερα ξεπέζευαν στη χήρα για να περάσουν τη νύχτα τους. Ώσπου ξεφύτρωσαν εκείνοι οι καταραμένοι αντάρτες, τα βουνίσια χωριά ξεκόπηκαν, απόμειναν μόνο τα καμπίσια γεμάτα λάσπη και ελονοσία.
Βρέχει τρεις μέρες, ο γέρος - Σάββας βγήκε χτες για την ανάγκη του κι έγινε μούσκεμα, τώρα τα μαζεύει όλα σ' έναν γκαζοτενεκέ, να πάψει ο κατακλυσμός και θα τ' αδειάσει έξω, όχι, θα περιμένει τον ανεψιό και θα τα πετάξει στα μούτρα του, που θα' ναι πλυμένα με μοσκοσάπουνο και ξυρισμένα με διπλή κόντρα, κι έτσι πασαλειμμένο θα τον σύρει στους δρόμους - η άλλη στον Τενεκέ φωνάζει ακόμα: " Φέρτε μου να πιω το ακριβότερο πιοτό", να την είχε δω, να της άστραφτε καμιά ανάποδη να το βούλωνε! Πιάνει το ψωμί από το τραπέζι, κόβει λίγο, αδειάζει κρασί σε μια τσίγκινη κούπα, βουτάει μέσα το κομμάτι, κατεβάζει μια δυο μπουκιές, άλλες τόσες γουλιές, πίνει μαζί και τα ψίχουλα και πάλι το σφυρί χτυπάει στ' αμόνι  κι οι σπίθες περνάνε μπροστά από τα μάτια του - είχανε τότε δυο ασκιά με κρασί, ένα για τον κόσμο, τ' άλλο που πίνανε οι ίδιοι με τη χήρα· ένα βράδυ δεν άφησαν ούτε σταγόνα, " Τώρα να κάνουμε κάτι άλλο", είπε ο πάτερ, " εσύ με τη χήρα κι εγώ να βάλω την ανεψιά να βλέπει για να μαθαίνει", η χήρα έβαλε τα κλάματ, της έστριψε ο Σάββας τα χέρια, την έριξε μπρούμυτα, όμως σπάσανε την πόρτα και μπήκαν μέσα δυο σατανάδες, τους ρημάξανε στο ξύλο, άρπαξαν την ανεψιά και χάθηκαν. Κι έλεγαν να τη χαλάσουν την κοπέλα, να την κρατήσουν καμιά βδομάδα κι ύστερα να την πήγαιναν πεσκέσι στο φρούραρχο.
Πίνει ακόμα δυο γουλιές κρασί, μπας και βαρύνουνε τα μάτια του κι ησυχάσει· η παράγκα ξαφνικά κουνιέται και τρίζει από τον αέρα, να πιει, λέει, μονορούφι το κρασί και το κονιάκ κι ύστερα να δώσει μια στη λάμπα, να γίνουν κάρβουνο το παλιοκάλυβο κι αυτός μαζί, κι ας βρέχει ύστερα κι ας φυσάει κι ας έρθει η συντέλεια του κόσμου. Και τούτο το κονιάκ πρώτο πράμα, κάτι μπουκάλια στενόμακρα σαν ρόπαλα, τ' αδειάζει και τα βάζει στη σειρά ο γερο - Σάββας - τι τον έπιασε τον ανεψιό και φέρνει από το καλύτερο, όμως έχει μέρες να φανεί, να πάψει η βροχή και θα λογαριαστούνε. Κι εκείνο το μπουζούκι, που να του κοπούνε τα χέρια του κερατά που το παίζει, του τρυπάει το μυαλό - όμως μια φορά κι έναν καιρό, μ' έναν παλαβό μπουζουξή, έκανε γλέντι τρικούβερτο ο Σάββας, είχανε μαζέψει κάμποσο παρά από κλεμμένα τάματα κι από δυο γυναίκες, χόρεψε, ήπιε και φοβέρισε, ύστερα άρπαξε μια τραγουδίστρια από τα βυζιά, την έσυρε  στο δρόμο, της έσκισε τα ρούχα κι ας χιόνιζε και την έκανε να βογγάει σαν μουσκάρι, ακούστηκε όμως το περίπολο κι έτρεξαν να κρυφτούνε στο μαγαζί. Κι η παρθένα η ανεψιά της χήρας βγήκε χρόνια αργότερα βόλτα στην πλατεία με τον άντρα της, του ήρθε να την πιάσει και να της φωνάξει: " Θυμάσαι που σε κανονίζαμε μαζί με τη θεια σου, τώρα μη μας παριστάνεις την κυρά!" Θα' λεγε ψέματα βέβαια, η ανεψιά τούς ξέφυγε "καθαρή", όμως ποιος μπορούσε να βρει τι γινόταν μια φορά κι έναν καιρό ανάμεσα στα σκέλια μιας γυναίκας; Γιατί, θα μου πεις, να το κάνει; Έτσι, για να φαρμακώσει έναν άνθρωπο, όπως είναι κι εκείνος φαρμακωμένος και γεμάτος βάσανα, σαν τους χτικιάρηδες, που φτύνουν στα ξένα ποτήρια για να πάρουν κι άλλους μαζί τους στον αγύριστο, να' χουνε συντροφιά...
Κι άλλα μπουζούκια εδώ κι αλλού και κλαρίνα και βιολιά και λαούτα και γυναίκες του σκοινιού και του παλουκιού - κάμποσες τις κρατούσε καμιά βδομάδα για λογαριασμό του κι ύστερα με μια κλοτσιά τις πετούσε στο δρόμο, όπως ο χορτάτος πετάει στα σκουπίδια τα μπαγιάτικα καρβέλια. Όπως τότε την...( απόσπασμα)

Στέφανος Σταμάτης, Την τελευταία κραυγή την άκουσε μια πόρνη, Καστανιώτης, Αθήνα 1998

Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

Η ψυχή του καθρέφτη

 Η  μεγάλη μου αγάπη  για τους Ηπειρώτες και Ηπειρώτισσες συγγραφείς και δημιουργούς με οδήγησε και στη Σταυρούλα Δημητρίου από τους Φιλιάτες Θεσπρωτίας. Δύο βιβλία της διάβασα πριν από χρόνια και με καταγοήτευσαν η ποιητικότητα της γραφής της , η ατμόσφαιρα και ο τρόπος με τον οποίο κατάφερνε να αποδώσει  το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ανέπτυσσε την ιστορία της. " Η χώρα του κασσίτερου " το ένα και " Η ψυχή του καθρέφτη" το άλλο.
Σήμερα έμαθα ότι έφυγε από τη ζωή σε ηλικία  67 χρονών. 
Στη μνήμη της ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημά της " Η ψυχή του καθρέφτη":

Κωνσταντίνος Βολανάκης, Ιστιοφόρο σε τρικυμία

'Ητανε το διπλό κόλπο που του' παιζε ο άνεμος. Ολοένα να το χτυπάει, μια στην μπάντα, μια στη μάσκα, με το γάντι να τ' αρπάζει απ' την πλάτη, να το σηκώνει όρθιο. Κι ύστερα να το αφήνει. Εκείνο να παραδέρνει, να στέκει για μια στιγμή ψηλά, μαρμαρωμένο, μήπως και ισορροπήσει. Και με μιάς, μ' ένα άλμα αυτοκτονικό, να βουτάει και να χάνεται. Μοναχά το αντενοκάταρτο ξεχώριζε. Σε λίγο ξαναφανερωνόταν. Ανάστροφα με το ωραίο πανί, να γυρίζει στο πλευρό σε στάση κοίμισης, ώσπου να πάρει την αρχική του θέση.
Ήτανε που φυσούσε από τους Φαίακες ( συμβαίνει τη νύχτα σε τούτα τα νερά). Η θάλασσα να φουσκώνει μ' ένα ρυθμό σαν να φούσκωνε το στέρνο της γης με την ανάσα της. Κι από την άλλη, οι αλληλουχίες της διάθεσης του φεγγαριού. Που περνούσε από το κόκκινο στο ιωδί κι έπειτα στο λίγο μπλε, με φόντο κρύο ασημί, που το φώτιζε ως τα ύφαλά του, κι εκείνο γινότανε άλλο, αλλιώτικο. Κι η θάλασσα πράα και λευκή, σαν τη Νεκρή...
Στην πρώρα υψώσανε το μεγάλο φανό. Οι βαρδιάνοι της ντογάνας ζητούσανε το όνομά του. Από τη γέφυρα τους δίνανε σινιάλο πως, αν χρειαστεί, θα πετάξουν φορτίο στη θάλασσα - ή κάτι τέτοιο.
Σάστιζαν οι Φιλατινοί, όρθιοι στο αρχαίο μουράγιο. Όχι, δεν ήτανε ο Ηρακλής που περνούσε με τη Μελίτη. Ούτε ο Ιάσονας ποντοπορούσε για το Βουθρωτό. Πάνε αιώνες που οι μύθοι τελειώσαν - η σειρά τους τώρα να φτιάξουνε καινούριους. Ούτε το πλοίο του Αιγύπτιου Ταμώς, φορτωμένο χρυσάφι για Ιταλία. Ούτε κάποιο μπρίκι απ' το Λιβόρνο, από αυτά που κουβαλούσαν μάρμαρα " εν ονόματι του Βασιλείου της Ιγγλετέρας". Ούτε Μπαρμπαρίνοι με την καραβοσαΐτα τους. Ούτε η λάμια του πελάγου.
" Φράγκικο..."
" Εγγλέζικο..."
" Από πού το ξεχώρισες;"
" Δεν το τριγυρνάν θαλασσοπούλια. Οι Εγγλέζοι δεν πετάνε ποτέ τίποτα..."
Κοιτούσαν φοβισμένοι. Δεν ήτανε η θάλασσα. Τη λάτρευαν τη θάλασσα, χωρίς ποτέ να την αγγίζουν. Είχαν κατέβει ίσα να βρέξουνε τα πόδια.
Οι ενάλιοι επισκέπτες ήταν. Πάει καιρός που' χανε σταματήσει τις θαλασσοπορίες. Το πράτιγο κλειστό με φιρμάνι για ό,τι έφτανε από πόρτο τουρκικό. Πού και πού κάτι ανώφελα καράβια που περνούσανε από μακριά. Και το καράβι της λινέας για τους Κορφούς.
" Φεύγει..."
" Φεύγειειει..."
Το πλοίο πλέον στ' ανοιχτά. Για να σταματήσει σε λίγο τόσο κοντά τόσο μακριά ίσα να τους βλέπουν πάνω στη γέφυρα που ανάβανε τσιμπούκια και κάνανε στουπί. Ακούγονταν φωνές. Δεν ξεχώριζαν αν ήταν οιμωγές ή γλέντι.
Σε μια παύση, ο αρχιβαρδιάνος με το χάλκινο κέρας τούς ειδοποίησε:
" Όσοι καπεταναίοι και ναύτες και πραματευτάδες είστε στο καράβι, εις διορία ώρες μία, μη και δεν κάνετε κλίση στον τόπο μας και στους αφέντες μας και δε βγάλετε την παντιέρα μας...Μετά τη μία ώρα θα μετριέστε ραγιάδες και πληρώνετε και χαράτζι..."
Απόκριση καμιά.

Φάτσα στον καλαμιώνα, η ντογάνα. Και πιο πέρα, τα υπνωτήρια της καραντίνας - ένα χάρβαλο από πέτρες κι άλλα δύο στη σειρά, σκεπασμένα με βρύα και κλαριά. Σαν κολλημένα στη γη, ανάμεσα  στα νούφαρα, έφταναν χαμηλά στις σημαδούρες για τα νερά της παλίρροιας - η άμπωτη έπλεκε φύκια, ψάρια, γάντζους και πουλιά.
Μπροστά απ' τα υπνωτήρια, ένα σκυλί. Γέρικο, με βαριά βυζιά και ρώγες κρεμασμένες, πηδούσε με κόπο έξω από ένα βαρέλι. Κούτσα κούτσα έφτασε στον κουβά με το νερό του και ήπιε. Κι ύστερα κοίταξε εκεί όπου κοιτούσαν όλοι.
Ψηλαφούσαν μες στη θαλασσινή ομίχλη. Καθώς θάμπωνε ο ορίζοντας απ' το πηχτό φως του φεγγαριού, δεν καλοξεχώριζαν.
" Πεφτάστρι!"
" Ψοφίμι απ' τ' αμπάρια!"
Έβλεπαν εκείνους πάνω στη γέφυρα που τραβούσαν όποιους γατζώνονταν στην κουπαστή και, πιάνοντας τους απ' τη μέση διπλωμένους, τους πετούσαν έναν έναν στη θάλασσα. Κι ύστερα ο τρομακτικός πλαταγισμός, που επαναλαμβανόταν κάθε μισή, κάθε μία ώρα. Κι έπειτα ησυχία.

Αύριο ήταν που το κύμα έφερε τους πνιγμένους. Τους ξέβρασε στη σκάλα. Ντυμένους με μια μαύρη γλίτσα. Γυάλιζαν στους αστραγάλους οι κρίκοι. Κάθε λίγο ερχόταν ο ακταιωρός και μ' ένα μακρύ ξύλο τους αναποδογύριζε και τους έσπρωχνε στο βυθό.
Ο Νείλος θρηνούσε εκείνα τα ψάρια με τα χρυσά σιρίτια. Και ξανάκανε πανί, για να πνίξει στ' ανοιχτά τις μολυσμένες σάλπες.

Μια αναιμική κόκκινη παντιέρα, υψωμένη στην αντένα, εφρίκιαζε πάνω απ' τη γέφυρα. Ένα τρέμολο από κάποιο όργανο. Μια καμπάνα ήταν, συναγερμική, που χτύπησε, ήχησε, αντήχησε. Και τότε, αυτοί που πετούσαν τους άλλους μαζεύτηκαν ξανά πάνω στη γέφυρα. Και σαν εξ εφόδου άρχισαν να πελεκάνε με τσεκούρια  τα κατάρτια από τη ρίζα, να ξεσκίζουν το μεγάλο πανί. Ώσπου άρμενα, στραλιέρες και μαδέρια, όλα πεταμένα στο νερό.
Έριξαν τη βάρκα και πήδησαν όλοι μέσα. Κωπηλάτησαν γοργά εν τάξει. Η βάρκα πόδισε προς τη μεριά που τα νερά ήταν βαθιά, στην ξύλινη σκάλα. Πήδησαν έξω πρώτοι αυτοί που στέκονταν όρθιοι, ξεφορτώνοντας κάτι ξύλινες κασέλες. Σαν ξωτικά της θάλασσας. Ή φονιάδες. Αγριωποί, με μαλλιά και μουστάκια κατράμι, κολλημένα στο μούτρο τους, ντυμένοι οι δύο φράγκικα, ο άλλος με σαλβάρι και γιλέκο.

Η εξαγορά της πληγής...
Ορκίζονταν στον ίδιο τους τον τάφο: καμιά πληγή πουθενά. Και σήκωναν τα μανίκια κι έδειχναν τα χέρια τους, και ξέλυναν τα σαλβάρια κι έδειχναν τα πόδια τους.
" Το ξέρουμε...Το πιστεύουμε..."
Μιλούσαν μ' έναν τρόπο μουγκού.
Κάτι χαρτιά πασπάτεψαν οι βαρδιάνοι και τους έκαναν τεμενά. Γέμισε ο τόπος Μαρίες Θηρεσίες και άσπρα και φιορίνια της Ολλάνδας. Οι βαρδιάνοι τα πλύναν ένα ένα σχολαστικά με νερό της θάλασσας, τα μέτρησαν κι ύστερα τα μοιράστηκαν.
Οι πραματευτάδες φόρτωσαν τα κοντραμπάντα, άλλα στην πλάτη, άλλα σε καρούλια, και πήραν τρέχοντας το μονοπάτι προς το Φιλάτ.
Οι άλλοι κατέβασαν από τη βάρκα το δέμας με δέος, αργά. Φασκιωμένο κι αλειμμένο με πίσσα, και στην πίσσα επικολλημένα τα διάσημα, πάνω σε δυο βερνικωμένες σανίδες σε σχήμα Τ, παραλίγο σταυρός.
Το σκυλί της ντογάνας οσμιζόταν τον αέρα. Ξεθάρρεψε, έκανε να ορμήσει απάνω τους. Μεσοδρομίς, οσμίστηκε τη μυρωδιά του πεθαμένου και η ράχη του ανατρίχιασε. Γύρισε αγριεμένο και με τα πόδια του έξυσε γοργά την άμμο.
Έφτιαξαν μεμιάς την πομπή. Μπροστά, ένας ντυμένος κούκλα, με θυσανωτά μαλλιά και καπέλο με φτερά. Κρατούσε μεσίστιο, για σημαία, ένα απόπλυμα καταρτιού, δεμένο σ' ένα ξύλο. Πίσω του άλλος, ντυμένος τα ίδια, κρατώντας τη λόγχη λοξά παρά πόδας. Και άγημα, μ' ένα ταμπούρλο και μια σάλπιγγα, που άρχισαν να συμψάλλουν ένα σκοπό περίπου εξόδιο, περίπου νεκρικό. Τρεις, που σήκωναν τον νεκρό, πάσχιζαν πάνω στην άμμο να συντονίσουν το βηματισμό.
Οι Φιλατινοί παρατάχθηκαν σιωπηλά. Κάποιοι έβγαζαν το φέσι τους, " Ο Αλλάχ να τον συγχωρέσει...", κάποιοι σταυροκοπιόνταν, " Ο Θεός την ανάπαυσή του...". Ένα σμάρι πουλιά από πάνω, κάνοντας κύκλους, περιεργάζονταν αυτό που από κάτω τους γινόταν. Και, σαν έκριναν ό,τι είδαν, μ' ένα γοργό φτερούγισμα πέταξαν μακριά.
Το παράξενο σκηνικό συνοψιζότανε σε μια λέξη: ματαιότης. Ο καπετάνιος του πλοίου, ένας ιππότης του Αγίου Λουδοβίκου, σε λίγο θα χανότανε μέσα στη σκόνη και στα φτυαρίσματα από ασβέστη. Καταφλεγόμενος σε μια χωρίς καπνό καύση, μέσα σ' έναν ασβεστωμένο λάκκο.
Μετά την ταφή, οι βαρδιάνοι έβαλαν τους ναύτες να γυμνωθούν μπροστά τους. Όρθιοι, με τα πόδια ανοιχτά, έδειχνε ο καθένας τον τόπο του πάθους. Τους έντυσαν με φορέματα και τσαρούχια και τους έκλεισαν στα υπνωτήρια. Τα ρούχα τους τα' βρασαν στον ασβέστη.
Προς το βράδυ, οι ναύτες έκλαψαν.

Είχε ξανανυχτώσει. Μεσάνυχτα για τα τούρκικα ρολόγια. Χτυπούσαν το δεύτερο τέταρτο της δωδέκατης νυκτερινής. Μια σιγή βυθού παντού. Ούτε παφλασμός, ούτε κρωξιά. Κάτι νερόκοτες, σέρνοντας πίσω τα μικρά τους σαν περασμένα σε κλωστή, τσιμπολογούσαν τους πνιγμένους.
Το πλοίο βούλιαζε μαζί με το φορτίο του. Λινάρι για τη Φλάνδρα. Απ' το εγγλέζικο μπρίκι τώρα φαινόταν μοναχά το ρουθούνι του χρυσού λιονταριού στην πλώρη. Οι Φιλατινοί το κοιτούσαν μέχρι που πνίγηκε ολόκληρη η κεφαλή του λιονταριού. Κουβαλούσε δηλητήριο, είπαν.
Ο αστρολάτης, ένας γέρος, ο γεροντότερος - με τον καινούριο χρόνο θα γινόταν ενενήντα εννιά -. κοιτούσε με λαγνεία τον ουρανό. Σαν κάτι με το βλέμμα του να έψαχνε μέσα στο σάλο των άστρων. Ο ουρανός πήχτρα στ' άστρι.
" Τι βασίλεια εκεί πάνω!..."
Σήκωσε το αριστερό του χέρι και, καθώς έπεσε το φαρδύ μανίκι του, φάνηκε το χέρι μοναχά με τον καρπό. Σαν χοντρό κερί. Κι έδειξε με το κομμένο χέρι εκείνη την κορδέλα ομίχλης, το γαλαξία. Γεμάτο ψυχές, κέρατα και οπλές.
Κείθε κατά την Άρκτο και λιγάκι παραπέρα, το δυσοίωνο άστρο. Σαν αγρίμι με κοκκινότριχη δορά και με νουρά, και γύρω του δυο ούγιες νταντέλα.
" Όχι...όχι...Στην τρίτη σάλπιγγα, το κακό έρχεται από το νερό".
Το ρούχο της Παναγίας του Ραγιού! Το αγρίμι, ανασκελωμένο, να πέφτει απ' τον ουρανό στον ουρανό και να δρασκελάει το ρούχο της Παναγίας, και παραδίπλα το φεγγάρι, παλιό, στο λίγος του, να χαμουρεύεται μέσα σ' ένα σύννεφο γεμάτο σκόνη, και ρευστά, και πληγιάσματα, και παλιόνερα, βροχή να πέφτουν όλα μαζί πάνω στη γη. Και η γη, φλομωμένη, να τα τινάζει απ' την καμπούρα της, εξηγούσε ο αστρολάτης.
" Όλα θ' αληθέψουν".
" Σαν να πούμε Δευτέρα Κρίση..."
" Και πού θα μαζευτεί, πού θα χωρέσει στον κάμπο τούτον όλος ο κόσμος;"
" Την ημέρα εκείνη θα τραβηχτούνε τα βουνά αναμεταξύ τους κι ο κάμπος θα γίνει μια μεγάλη απλωταριά..." εξήγησε ο αστρολάτης και με το καλό του χέρι, μετρώντας τα ύψη, έδειξε: " Να μαστε εμείς από κάτω...Αλλά για την ώρα είμαστε καλά..."
Ένας φόβος τούς κυρίευσε στο πετρωμένο τούτο τοπίο με τα ρείκια. Και βουερό, που ένας δυνατός άνεμος άρχισε να το σαρώνει, άνεμος της Αποκάλυψης...

Επέστρεφαν στο Φιλάτ. Σκυφτοί, με τα χέρια δεμένα πίσω στη μέση. Και με τρεμάμενα τα μέλη τους βάδιζαν να βγουν το ταχύτερο από το φοβερό τούτο μέρος, που από πάνω του βρισκόταν το δυσοίωνο άστρο.
Ρωτούσανε τον αστρολάτη πόσο κρατάει εκείνο που τους είπε πριν από λίγο - " για την ώρα είμαστε καλά". Μήνες; Αιώνες; Λίγες ώρες; Κι εκείνος τους εξηγούσε για τη μεγάλη ώρα και τη μικρή ώρα.
" Και πόσο μακριά είναι η μικρή ώρα από τη μεγάλη ώρα;"
" Τριάντα χιλιάδες χρόνια...Κι εσύ, Σαλτίκ, να μου το θυμηθείς, θα πεθάνεις χριστιανός".
" Δηλαδή δε θα πεθάνω ποτέ, θα ζήσω αιώνια!..."
Περπατούσαν το μέγα μονοπάτι για το Φιλάτ. Είχε ξημερώσει. Ο κάμπος του Ντίνο μπέη να μαρμαίρει σαν πλάκα χρυσού από τα καλαμπόκια. Ο κόσμος δούλευε, μαζί και τα παιδιά με τα φεσάκια τους, που άσπριζαν. Δεν ακουγόταν παρά ο κρότος που κοπανούσαν για να πέσουνε οι κούκλες.
Εδώ και ώρα, καθώς βάδιζαν, είχαν αρχίσει να εξετάζουν πάνω στη σάρκα του χώματος οπλές αλόγων σαν σφραγίδες. Και χνάρια από κάτι χιαστές πατημασιές.
" Σαν κάποιοι παράφρονες να πέρασαν από δω..."
Μια πατημασιά έδειχνε έναν ξυπόλυτο με κομμένο το μεγάλο του δάχτυλο.
" Του Ιούρα του Ιουράμπεη!..."
Έφτασαν στη διάβαση της Κώτσκας. Σταμάτησαν άφωνοι. Το σκυλί της ντογάνας κουλουριασμένο κάτω, με τα μάτια μισόκλειστα, σαν μισοπεθαμένο. Μπροστά του έχασκαν ανοιχτές οι κασέλες των πραματευτάδων. Καταγής φοδράδια και νταντέλες και γκαβαλίνες από άλογα, όλα κυλισμένα στο αίμα. Το σκυλί τούς κοίταξε για κάμποσες στιγμές. Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν λίγο λίγο, σούρωσαν, έσμιξαν, σκοτείνιασε ολόκληρο. Κι έβαλε τα κλάματα...το είδαν...το κάτω σαγόνι του έτρεμε...
Παραδώθε, όποια φρίκη κι αν τους φύλαγε η ζωή να δουν, άλλη απ' αυτή δεν είδαν. Ένας ξέρακας έγερνε τραγικά τους κλώνους του. Τρία γυμνά κορμιά μετεωρίζονταν. Κι όχι που τρεις άνθρωποι ήτανε κρεμασμένοι. Ήταν και αποκεφαλισμένοι. Κι όχι που ήταν αποκεφαλισμένοι. Των δυονών το κεφάλι ήτανε καρφιτσωμένο ανάμεσα στα σκέλια τους. Και του άλλου κάτω απ' τη μασχάλη. Οι δυο πραματευτάδες ήτανε χριστιανοί, ο τρίτος μουσουλμάνος.

Ταύτα, τοιαύτα και τηλικαύτα. Το σωτήριον έτος 1814. Έτος Εγίρας 1229. Μια μέρα από την ιστορία του κόσμου είχε κιόλας τελειώσει...Στο Φιλάτ...


Σταυρούλα Δημητρίου, Η ψυχή του καθρέφτη, Α.Α.Λιβάνη, Αθήνα 2009

" Η συγγραφέας ακολουθεί τη δική της αιρετική νόρμα γραφής και αρνείται να κατατάξει το βιβλίο. Ωστόσο, αυτό μπορεί να διαβαστεί πολλαπλώς. Ως γοτθικό μυθιστόρημα ή και ως χρονικό αφήγημα με ποιητική αδρότητα, που καταγράφει τη "φρενοβλάβεια" μιας κοινωνίας υποταγμένης σε προλήψεις και δεισιδαιμονίες, που έρχεται αντιμέτωπη με μια από τις μεγαλύτερες μάστιγες της ανθρωπότητας, την πανούκλα.
Σε ένα άλλο όμως, βαθύτερο, επίπεδο ανάγνωσης, το βιβλίο μαρτυρεί την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο τρίπτυχο έρωτας - θάνατος - Θεός" ( από το οπισθόφυλλο)

Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

Η Φαμίλια των Λιστινών


 " Η Φαμίλια των Λιστινών" είναι η τραγική ιστορία μιας οικογένειας , η οποία έζησε μοχθώντας, ακολουθώντας το μύθο της δημιουργίας της, σε κάποιο σκληροτράχηλο τόπο της ηπειρωτικής γης, κάπου στα βόρεια σύνορα και οι άνθρωποι της πίστευαν ότι ήταν δυνατοί.

"Εν αρχή ην ο μύθος". Το παραμύθι της φαμίλιας που δεν ήταν άλλο από ένα γοητευτικό κατασκεύασμα εξωραϊσμένο κι απ' το χρόνο, σε ύφος επίτηδες βιβλικό και ταυτόχρονα ηρωικό όπως ταιριάζει σε κάθε " Δυναστεία" επειδή στο βάθος καταλαβαίνει και η ίδια τη σαθρότητά της. Και η " Δυναστεία των Λιστινών" για να κρατηθεί στα πόδια της, είχε ανάγκη απ' αυτό το μύθευμα μιας και ποτέ δεν έπαψε να καυχιέται πως ολόκληρο το Πέτροβο υπήρχε χάρη σ' αυτή και τους επιγόνους της, οι οποίοι με πείσμα, αντιστάθηκαν στις συμφορές και την καταστροφή, που, κατά καιρούς, βρήκαν το χωριό και τους Πετροβίτες...
Στην αρχή, λοιπόν, εγκαταστάθηκαν κοντά στο ποτάμι όπου και πρόκοψαν. Αργότερα όμως τα πράγματα αγρίεψαν, καθώς όλο και περισσότεροι ληστές και τουρκαλβανοί έφταναν στα μέρη τους. Και τους λήστευαν ή τους σκότωναν καμιά φορά για το τίποτε. Σαν από βίτσιο. Ώσπου κι αυτοί αποφάσισαν ν' ανεβούν ψηλά. Ως τις παρυφές του βουνού και λίγο ψηλότερα με τη σκέψη ότι, εκεί πάνω, θα τα βόλευαν πιο καλά κι ασφαλέστερα....
" Όχι, ήταν σφάλμα που ανεβήκαμε ως εδώ πάνω", είπε κάποτε ο Αλέξης Λιστινός, ο τελευταίος των μεγάλων της φαμίλιας, στη σύναξη της Κυριακής...Κανένας όμως, απ' όσους ήταν σ' εκείνη τη σύναξη, δεν τον άκουσε...
" Είπα, ωρέ παιδιά. Είπα κι εγώ ένα λόγο..."
και γυρίζοντας ξαφνικά κατά τη μεριά τους, φώναξε:
" Το χτικιό και τη θερμασιά την αποχτάμε κι εδώ που βρισκόμαστε. Τη μισή μέρα την περνάμε στο ποτάμι κι οι ληστές δε μας απόλειψαν. Αλλά τέτοια μυαλά που είστε τι να σας πω;" Ύστερα έφυγε γεμάτος θυμό, χωρίς κανένας να μπορεί να πει με σιγουριά, αν ο γέρος είχε δίκιο ή άδικο...
Όμορφος αλλ' άγριος και σκληρός τόπος το Πέτροβο. Χωμένο στην κοιλιά δυο συνεχόμενων βουνών, κάπως σε σχήμα αμβλείας γωνίας, έβλεπε τον ήλιο ν' αργεί να φανεί και τη νύχτα να' ρχεται γρήγορα. Το κράξιμο των αρπαχτικών πουλιών ακουγόταν τρομαχτικό καθώς αυτά βουτούσαν  στους λάκκους και τ' άπατα ρέματα, για ψοφίμια. Ψηλά στις πλαγιές, οι βελανιδιές και οι ντούφες αγωνίζονταν να σπάσουν το γκρίζο των βράχων. Και κάτω, χαμηλά, στα πόδια του, σερνόταν νωχελικά το ποτάμι, καθώς ασημένιο, στραφτάλιζε και σουρνόταν, σαν φίδι στο φως του ήλιου. Άλλοτε πάλι αυτό το ίδιο ποτάμι μεταβαλλόταν σε στοιχιό που εξαφανιζόταν κάτω από μια γαλακτερή και πηχτή ομίχλη, που γινόταν αιτία θανάτου των ζώων , καθώς αυτά, ανύποπτα και πανικόβλητα τσακίζονταν στους γκρεμούς. Οι άνθρωποι όμως, σοφότεροι, περιορίζονταν σε σπαραχτικές κραυγές για το φόβο των λύκων, αφήνοντας έτσι να μετρήσουν αυτές τις απώλειες μετά την αποχώρηση της ομίχλης. Απώλειες πάνω απ' όλα προσωπικές, αφού εδώ η ζωή ταυτιζόταν με τον ακέργιο αριθμό των ζώων, κι επειδή δεν είχαν να ελπίζουν στη γη...

Το πέτρινο τοπίο, η άγονη γη, η φτώχεια, οι αρρώστιες και το κυνήγι μιας καλύτερης ζωής που οδηγούσε στη ξενιτιά. Το όνειρο όμως έφερνε μόνο χτικιό, σύφιλη και θάνατο.
Και οι Λιστινοί αναζητούσαν την αλήθεια για την κακή τους ζωή, αλλά δεν την έβλεπαν ποτέ γιατί "περνούσαν " δίπλα της . 

" Θεόφιλε σε βλέπω να χαζεύεις πολύ τους Μπολσεβίκους. Δε λέω, καλοί άνθρωποι, μα είναι ονειροπαρμένοι. Η αστυνομία λέει πως είναι " αντίχριστοι και αντάρτες". Πάνε λέει να χαλάσουνε το ντοβλέτι, τα πράγματα, την τάξη. Γι' αυτό και τους τσιμπάει. Κοίτα τη δουλειά σου. Δεν είμαστε εμείς γι' αυτά. Νοικοκυραίοι ανθρώποι. Άσε που τώρα μας βρήκε το κακό. Τόσοι πρόσφυγες. Πείνα θα πέσει και πώς να βολευτούνε. Άμα έχεις μυαλό θα καταλάβεις. Και μην ξεχνάς, όλο και κάποιος της αστυνομίας θα βρίσκεται στο μαγαζί".
Ο Θεόφιλος κατάλαβε. Και κατάλαβε καλά. Κι εκείνα του φαίνονταν παράξενα κι αλλιώτικα, και το δίκιο αυτών που τα' λεγαν και του αφεντικού του τα λόγια. Μα σαν τι μπορούσε αυτός να κάνει; Άλλα τον βασάνιζαν. Κόσμο είχε πίσω του. Κι άλλος ο σκοπός του. Και ξαναγύριζε στη λάντζα και στους άλλους. Στους απόμαχους και τους νοικοκυραίους. Εκεί, άκουγε σοφά κι ακίνδυνα πράγματα. Κι έπαιρνε και κάτι...

Οι άνθρωποι μπροστά στο ριζικό τους, " μοιραίοι και άβουλοι αντάμα", " άνθρωποι ευτυχισμένοι μέσα στη δυστυχία τους" και πίσω απ' αυτούς οι εποχές , τα ιστορικά γεγονότα από την Οθωμανική περίοδο μέχρι και τη μετεμφυλιακή Ελλάδα , να αφήνουν σκληρές χαρακιές στις ζωές του. Έρμαια των καιρών και των επιτήδειων που εμπορεύονταν την αφέλειά τους και τη λαχτάρα τους να ζήσουν καλύτερα. Όμως η πίστη στις δεισιδαιμονίες υπήρξε ισχυρότερη από την αλήθεια. Έτσι η ζωή τους βάλτωνε μέρα με τη μέρα και οι ονειροφαντασίες, τα δαιμονικά, οι μαγγανείες απομάκρυναν κάθε προσπάθεια να δουν λίγο φως.

Πάει καιρός από τότε που στο Πέτροβο άρχισαν να πιστεύουν πως η φαμίλια των Λιστινών προγράφτηκε από μια ανελέητη μοίρα που, αργά ή γρήγορα, θα την έριχνε στα τάρταρα.
Κι η μοίρα αυτή, κατά την άποψη των γυναικών της φαμίλιας, ήταν κάποιος κακός και πανούργος άνθρωπος, για να μην πουν ο διάβολος, που σε χρόνο που δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν και με τρόπο καταχθόνιο κι ασύλληπτο για την ανθρώπινη φαντασία, τους έσκαψε το λάκκο με μάγια κρυμμένα στο άδειο καύκαλο μιας ψόφιας χελώνας...

Οι γυναίκες της οικογένειας , νύφες , ζουν με τις αρχές και τις αξίες της πατριαρχικής οικογένειας , αλλά συγχρόνως έχουν το δικό τους κυρίαρχο και καθοριστικό στις εξελίξεις ρόλο κυρίως γιατί μένουν εκεί καθηλωμένες και δεμένες , εκτός από εκείνες τις λίγες που κατόρθωσαν να κόψουν τα δεσμά και να ξεφύγουν για πάντα.

Ο μύθος της δυνατής Φαμίλιας χαλύβδωνε περισσότερο τις γυναίκες σαν υπεύθυνες να φέρουν το βάρος της διατήρησής της , έτσι που, όχι μόνο έπρεπε να αντιστέκονται στις γενικές δυσκολίες της, αλλά και να ξεπερνούν αγόγγυστα ατομικές λιποψυχίες και περιπέτειες, όταν αυτές μπορούσαν να γίνουν αιτία, ώστε να πληγεί η υπόστασή της...

Μυθιστόρημα σκοτεινό  όπου οι ήρωες αφανίζονται μπερδεμένοι μέσα στους ιστούς ενός μύθου που οι ίδιοι διατηρούσαν σε ένα τόπο όπου ο θάνατος ήταν η μόνη φυσιολογική εξέλιξη και γι' αυτό τα μέλη της φαμίλιας των Λιστινών τον αντιμετώπιζαν στωικά. Μια ιστορία στην οποία αποτυπώνονται με ρεαλισμό , πολλές φορές και μαγικό ρεαλισμό, η σκληρή ζωή και οι άγονοι αγώνες των ανθρώπων με τη φύση, τους ανθρώπους, την απομόνωση, την κοινωνία.  

Γύρισαν τα χρόνια και τα πράγματα άλλαξαν. Τα κόκαλα σκεπάστηκαν και το ποτάμι ξαστέρωσε. Τώρα στο Πέτροβο μπαινοβγαίνει κόσμος κι από άλλα μέρη. Το χωριό γέμισε με σπίτια, αλλιώτικα σπίτια, χωρίς "γρεντές" κι ήρθανε και τα πρώτα αυτοκίνητα. Τα παιδιά λιγόστεψαν και τα περισσότερα έρχονται από μακριά μ' ένα μικρό " τρανζίστορ" στο χέρι. Φοράνε "τζιν" και αντί για νερό απ' το ποτάμι ζητάνε να πιούν  κόκα κόλα...
Όμως σήμερα δεν είναι όπως όλες τις άλλες μέρες μέρες επειδή το Πέτροβο έχει γιορτή. Θα γίνουν λέει τα "αποκαλυπτήρια" του μνημείου, των "υπέρ πατρίδος πεσόντων" που στήθηκε επίτηδες στη μέση της πλατείας με δαπάνες του Σωματείου των "απανταχού Πετροβιτών". Θα τ' αποκαλύψει η πρόεδρος του Σωματείου. Ήρθανε πολλά αυτοκίνητα απ' την Αθήνα κι απ' αλλού και μαζεύτηκε κόσμος. Ο δάσκαλος του χωριού, που δεν ήταν πια ο Αγάθων, παρέταξε τα παιδιά όπως συνηθίζεται σ' αυτές τις περιπτώσεις. Μισά από' δω και μισά από' κει. Από αριστερά του Ηρώου στεκόταν μια στρατιωτική μπάντα από πέντε έξι μουσικούς, που ήρθαν απ' τα Γιάννενα. Έγινε αγιασμός απ' τον παπά κι εκφωνήθηκαν  πατριωτικοί λόγοι για τους πεσόντες. Μετά, λίγο, λίγο το πλήθος άρχισε να σκορπάει, όταν σε μια στιγμή ο Προκόπης πλησίασε την Πρόεδρο που κατέθεσε το στεφάνι για λογαριασμό των ξενιτεμένων Πετροβιτών.
" Είμαστε πολύ χαρούμενοι που αποκαλύψατε το μνημείο. Είναι ωραίο, όπως κι εσείς", της είπε διστακτικά.
Εκείνη τον κοίταξε δύσπιστα, ενώ αυτός συνέχισε:
" Άννα, θα θυμάστε βέβαια πώς ήταν κάποτε το Πέτροβο. Γεμάτο αγκορτσιές".
" Αγκορτσιές; Τι είναι αλήθεια αυτές οι αγκορτιές;" απόρησε η Άννα.
" Μα, άγριες αχλαδιές. Τις ξεχάσατε;" ρώτησε ο Πρόεδρος με απορία και χαμογέλασε αμήχανα.
Σώπασαν για λίγο κι οι δυο και καθώς η Άννα έδειξε να βιάζεται, αποχαιρετήθηκαν. Το αυτοκίνητο της τινάχτηκε μπροστά με δύναμη κι ο τόπος γέμισε απ' τη σκόνη που άφησε πίσω του.
Έπειτα ο Πρόεδρος ξαναγύρισε στο χώρο του μνημείου και ανακατώθηκε με όσους απόμειναν, όταν ξαφνικά πήρε το μάτι τον Κοτσιφάκο που στεκόταν σε μια γωνιά μονάχος, κρατώντας απ' το καπίστρι ένα μισοπεθαμένο γαϊδούρι φορτωμένο με τενεκέδες, παλιά κουτιά και λουριά.
" Σαν τα χιόνια, κουμπάρε Κοτσιφάκο. Δε λες τίποτε;" τον προκάλεσε ο Προκόπης.
Ο Κοτσιφάκος τον κοίταξε με περιφρόνηση, ενώ τα μάτια του έσταζαν αίμα. Φανερά αδυνατισμένος, του' μοιαζε του Προκόπη περισσότερο με τα κίτρινα φύλλα του βιβλίου ληξιαρχικών πράξεων παρά με το γύφτο που ήξερε.
" Γέρασες, και μου φαίνεσαι σαν ψόφιο άλογο που όπου να' ναι ετοιμάζεται να πέσει καταγής", τον προκάλεσε σχεδόν.
" Χμ, έτσι λες, Προκόπη; Και το Νότη μωρέ, το Νότη Λιστινό, γιατί δεν τον γράφετε στο μάρμαρο; Αυτός μωρέ δε σκοτώθηκε στον πόλεμο; Μονάχα ο Αλέξης σκοτώθηκε;" τον ξάφνιασε ο γύφτος, που του βγήκε μπροστά με ζωντάνια.
" Σσσσσ, σκάσε σκατόγυφτε. Εσύ δεν ξέρεις". Και σκύβοντας, δήθεν, μην ακουστεί του' πε ψιθυριστά στ' αυτί.
" Υπάρχουν υποψίες. Λένε πως ήταν με τους "άλλους". Τους κόκκινους!"
" Και πώς μωρέ, το ξέρετε; Επειδή τάχα το είπαν; Και τι ψυχή θα παραδώσετε στο θεό μωρέ; Εντάξει, δεν λέω. Κι αγράμματος κι αλογοσούρτης και κλέφτης είμαι. Απ' ανάγκη ή από χούι. Μα ρουφιάνος και προδότης δεν έφτασα να γίνω".
" Και τι έχεις να χάσεις εσύ Κοτσιφάκο; Την πατρίδα, τη θρησκεία ή την οικογένεια; Όπου γης και πατρίς είσαι", τον μάλωσε ο Προκόπης.
" Σε ποιον μωρέ τα λες αυτά, Προκόπη; Και τις κότες. Τις κότες ποιος τις έκλεβε μωρέ; Μιλάς τώρα που πιάστηκες. Αλλά δε φταις εσύ", του είπε ο Κοτσιφάκος κι ένιωσε σαν κάποιος που θα' θελε να του πάρει το κεφάλι ή τουλάχιστον να τον φτύσει, αλλά που δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά.
Ύστερα, όταν πια ο τόπος άδειασε κι έμεινε μόνος, τράβηξε κατά το κοντινό νεκροταφείο. Έδεσε το ζώο του με το καπίστρι απ' τα κάγκελα, προχώρησε μέσα άναψε τα καντήλια των Λιστινών και στη συνέχεια κατέβασε ολόκληρο το παγούρι με το τσίπουρο. Έμεινε για λίγο με σκυμμένο το κεφάλι και κάνοντας μια κίνηση που έδειχνε πως κάτι ξέχασε, ξαναβρέθηκε στο ζώο. Έβγαλε τότε από ένα σακούλι το κλαρίνο του και μετά γύρισε κάθισε πάνω στους τάφους των Λιστινών. Άρχισε να φυσάει ένα σκοπό λυπητερό και μετά να τραγουδάει ένα μοιρολόι.


Την τραβούσε ή τη γλύκαινε εκείνη τη φωνή και τη χαμήλωνε ανάλογα με τα λόγια, ίσαμε τη στιγμή που φύσηξε και πάλι ένας αέρας δυνατός καθώς το στεφάνι του ήλιου ματώθηκε. Και κείνος ο αέρας άρπαξε τη φωνή του και βραχνή και κουρασμένη όπως ήταν, την ακούμπησε στα ερειπωμένα σπίτια των Λιστινών. Αυτών που, όπως έλεγαν, κατακυρίευσαν , κάποτε, της γης, αλλά που στο τέλος πείνασαν και δίψασαν. Μέχρι που δεν έμεινε τίποτα απ' αυτούς. Ούτε καν η μνήμη τους. Κι αυτό επειδή δεν έμαθαν να σχεδιάζουν το κακό. Ακούμπησαν στο ιστό του μύθου που οι ίδιοι έπλεξαν και καθώς αυτός ήταν ισχνός τους βούλιαξε στο βάλτο που λεγόταν Πέτροβο.


Φάνης Μούλιος , Η Φαμίλια των Λιστινών, Εκδόσεις Έναστρον, Αθήνα 2010, 6η έκδοση

Ο Φάνης Μούλιος γεννήθηκε το 1938 στη Λίστα Θεσπρωτίας και πέθανε στις 30 Σεπτεμβρίου 2020.

O Φάνης Μούλιος είχε γεννηθεί στη Λίστα Θεσπρωτίας  και μεγάλωσε στη Νίκαια. Εργάστηκε ως δικηγόρος και στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1953, στο περιοδικό «Πειραϊκή Ερευνα».
Δέθηκε με τον Πειραιά και την κοινωνία του, τον λαϊκό χαρακτήρα του και τη μυθολογία του, την οποία αποθέωσε και στο πεζογραφικό έργο του και στα ποιήματά του.
Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (ΕΕΛ) και ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά. Εγραψε κυρίως διηγήματα και μυθιστόρημα, αλλά και ποιήματα.
Tο πρώτο μυθιστόρημά του, «Η φαμίλια των Λιστινών», κυκλοφόρησε το 1989, και έπειτα από δύο αναθεωρήσεις στην οριστική του μορφή κυκλοφόρησε το 2010. Άλλα πεζογραφικά έργα του: «Υγρασία στη ζάχαρη» (1990),
«Ο κυματοθραύστης» (1991), «Ο Ορφέας δεν μένει πια εδώ» (1998). Τιμήθηκε ακόμα με το βραβείο της ΕΕΛ
(«Οι Ευδαίμονες», το 1982) και με το Α' βραβείο μυθιστορήματος του Δήμου Αθηναίων για το μυθιστόρημα  «Η φαμίλια των Λιστινών».

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Ραντεβού με τον Κρυστάλλη, που με έκανε άνθρωπο

 Στις 22 Απριλίου 1894 πέθανε στην Άρτα ο Κώστας Κρυστάλλης. Το 2018 κυκλοφόρησε από τις Ηπειρωτικές Εκδόσεις Πέτρα το αφιέρωμα για τα 150 χρόνια από τη γέννηση του με τίτλο "Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή" , το οποίο επιμελήθηκε ο Ευάγγελος Αυδίκος.
Από αυτή την έκδοση , της οποίας τα κείμενα είναι εξαιρετικά ένα προς ένα, επέλεξα αυτό του Δημήτρη Παπαχρήστου, συγγραφέα, αρθρογράφου, ραδιοφωνικού παραγωγού, γνωστού μας  από τις συγκλονιστικές  εκφωνήσεις του στο ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα " Πύρρος" τ.17. Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2003. 


Ραντεβού με τον Κρυστάλλη, που με έκανε άνθρωπο
Επιτέλους, θα συναντούσα τον Κώστα Κρυστάλλη. Από μικρό παιδί περίμενα τούτη τη στιγμή. Τότε που η Ήπειρος φάνταζε στα παιδικά μου μάτια στην άκρη του χάρτη Άπειρος χώρα, κακοτράχαλη, μακρινή και ξένη. Φτωχειά πατρίδα, παρατημένη και ξεχασμένη.
Είχα βρεθεί κοντά στα μέρη του. Ο Άραχθος ποταμός κυλούσε μέσα στα μάτια μου. Το Γεφύρι της Πλάκας όρθιο και τοξωτό είχε γλιτώσει από το χρόνο κι από την καταπόντιση ενός νέου φράγματος. Στεκόμουν στην κορυφή του, βέλος ανθρώπινο να εκτοξευτώ στα Τζουμέρκα, ν' αγγίξω τις ψηλές κορφές, να φτάσω στους καταρράκτες, να σταθώ στα Άγναντα, όπου ο Γιάννης πήγαινε με τα πόδια, δυο ώρες δρόμο, σχολείο.
Τον παρακάλεσα να πάμε στους Μελισσουργούς, να πλησιάσουμε κοντά στον τόπο του ραντεβού μου, για το οποίο δεν είχα πει τίποτα, μια και ο Δημήτρης βαριότανε τις μετακινήσεις. Προτιμούσε ένα καλό μαγαζί, κουβεντούλα και τσίπουρο.
Ηπειρώτες και οι δυο, επέστρεφαν ένοχα στην ιδιαίτερη πατρίδα τους κι όλο για τη ζωή τους μιλούσαν, πριν ρίξουν πέτρα πίσω, και για την άγρια εποχή του '50 - '60. Έκαναν πως γνώριζαν την Ήπειρο απ' άκρη σ' άκρη κι όταν τους είπα να με πάνε στους Καλαρρύτες, αποκαλύφθηκε πως δεν είχαν πάει ποτέ τους.
Ήδη είχαμε πάρει το δρόμο, διασχίζοντας τον Καλαρρύτικο ποταμό κι ανεβαίνοντας στα βουνά σταματήσαμε στο θαύμα του ανθρώπου και της φύσης, στο Μοναστήρι της Κηπίνας. Ήπιαμε νερό από το φυσικό κρουνό που έβγαινε από το βράχο, σκαρφαλώσαμε στη φωλιά των καλογέρων, που έστεκε σκαλισμένη και εγκαταλειμμένη μέσα στο βράχο να θυμίζει το πέρασμά τους από εκεί.
Περήφανοι οι φίλοι μου για τον τόπο τους που τον γνώριζαν με έναν Ευβοιώτη από την Ιστιαία, που ισχυριζότανε πως είχε κάνει τσοπάνης με τον Κώστα Κρυστάλλη κι είχαν ανταλλάξει ποιήματα και τους καημούς τους μικρά παιδιά, τότε που ήθελαν να πετάξουν σαν τον σταυραητό τι θα τους έτρωγε ο κάμπος...
Γελούσαν με τις παλαβομάρες μου, αλλά φτάσαμε εύχαρεις στους Καλαρρύτες, όπου η ερημιά τσάκισε τη χαρά μας από την ομορφιά των σπιτιών του. Ευτυχώς υπήρχε ανοιχτό ένα μαγαζί, γιατί κάποιος παράτησε τον κάμπο της Αττικής, μπήκε στα φτερά του αετού κι αποφάσισε να ζήσει χειμώνα - καλοκαίρι εδώ πάνω στην ερημιά και στην αγκαλιά της σκληρής, αλλά και πανέμορφης, της Ηπειρώτικης μάνας γης.
Είπαμε πολλά, ήπιαμε και χαρήκαμε. Κι ήταν απόγευμα όταν τους είπα πως θα πεταχτώ απέναντι στο Συρράκο, στον μυθικό τόπο των σχολικών μου χρόνων, να συναντήσω τον Κρυστάλλη, γιατί το ραντεβού ήταν κλεισμένο από τότε που πρωτογνωριστήκαμε. Κάμφθηκαν οι αντιρρήσεις τους. Με είδαν αποφασισμένο να πάω με τα πόδια κι είχαν φτάσει στην άκρη του χωριού, ένα ποτάμι μάς χώριζε.
Όταν φτάσαμε στο Συρράκο, έπαιρνε να βραδιάζει. Ήταν παραμονή των απόκρεω, ο χειμώνας αντιστεκόταν ακόμα στην άνοιξη. Δεν υπήρχε ψυχή. Ούτε σκυλιά δεν γάβγιζαν. Πήγαμε κατευθείαν στο πέτρινο σπίτι του Κρυστάλλη, που το έχουν κάνει βιβλιοθήκη. Με περίμενε έξω στην αυλή. Στεκόταν όρθιος, σαν άγαλμα. Μιλήσαμε αρκετή ώρα για τα βάσανα της ζωής, για τη μικρή Ουρανία και τη σύντομη ζωή του, αισθάνθηκα το πικραμένο του γέλιο. Χάρηκε για τη συνάντησή μας, μέχρι που χειροκρότησε μαζί με τους συμπατριώτες του, το Γιάννη και το Δημήτρη, πριν τελειώσω το ποίημα του:

...Από ημερόδεντρον, αητέ, θέλω να τρώω βελάνια,
Θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι,
Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
Θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
Θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβά να βλέπω.
Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
Ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.
Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
Και τυρραννιέμαι, και πονώ, και σβυέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,
Και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζύ σου
Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!

Ναι, ναι έτσι είναι, συμφωνήσαμε. Η ελευθερία και η ανθρωπιά είναι πάνω απ' όλα. Ο πόνος όμως γεννάει την αγάπη. Μόνο όσοι πονάνε σήμερα είναι άνθρωποι. Πονάω, άρα υπάρχω, φώναξα. Δεν γίνεται να ζούμε με τον θάνατο και να πεθαίνουμε με τη ζωή που δεν προλαβαίνουμε να χαρούμε.
Έγνεψε καταφατικά, αισθάνθηκα τον καημό του... Καθώς μας ξεπροβόδιζε, γύρισα να τον δω για τελευταία φορά κι είχε κλειστεί στο άγαλμά του...


Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Το γράμμα από τον Καναδά


Gabriele  Münter, Πρωινό με τα πουλιά, 1934. Εθνικό Μουσείο των Γυναικών στις Τέχνες. Ουάσινγκτον. 
( ο πίνακας δανεισμένος από το εξαιρετικό ιστολόγιο Άννα Αγγελοπούλου )
 Η κ. Μαρία αισθανόταν πολύ μόνη εκείνο το πρωινό. Ήταν τόσο ήσυχα όλα! Τα παιδιά στις δουλειές τους, τα εγγόνια της στο σχολείο, η κοπέλα που βοηθούσε στο σπίτι χαμένη στην κουζίνα. Ένοιωθε τη μοναξιά σαν τον κρύο αέρα να την ακουμπά και να την πονάει. Ήταν βλέπεις και οι μέρες, τα Χριστούγεννα που πλησίαζαν, άλλη μια χρονιά χωρίς εκείνον! Ένα δάκρυ στάθηκε στην άκρη του ματιού.
" Συχώρα με Θεέ μου", σκέφτηκε, " στάθηκα ευλογημένη σ' αυτόν τον κόσμο! Ένα σπίτι γεμάτο αγάπη. Με αυτή ξεπεράσαμε κάθε δυσκολία, κάθε μπόρα. Με την αγάπη, με τη συνεννόηση, με το νοικοκυριό". Στάθηκε κοντά στο παράθυρο. Ένας μικρός κοκκινολαίμης, κρυωμένος, είχε καθίσει στη σιδεριά της βεράντας. Γλύκανε η καρδιά. Περιδιάβηκε με τη ματιά τον κήπο τους και χάρηκε την αστραφτερή του λευκότητα! Ο καιρός τούς είχε κάνει τη χάρη. Ένα απαλό, αφράτο χριστουγεννιάτικο χιόνι σκέπαζε τις πρασινάδες και τις βραγιές. Κι εκείνο το έλατο στη γωνιά, πανέμορφο, έγερνε τα βαρυφορτωμένα του κλαδιά κι έμοιαζε ευτυχισμένο. Σαν τα έλατα εκεί πάνω στην Πίνδο!
Δεν ήθελε πολύ ο νους και ξέφυγε, ταξίδεψε και πήγε εκεί ψηλά, στο πανέμορφο βλαχοχώρι της Πίνδου, το γεμάτο έλατα, οξιές και φλαμούρια. Θα' ναι γεμάτο χιόνια τώρα, σκέφτηκε, και το ποτάμι θα βογκά απ' τα πολλά νερά, και τα μπουχαριά όλα θα καπνίζουν!
" Κυρία, έχετε ένα γράμμα". Ούτε που είχε ακούσει την πόρτα που άνοιξε, ήταν τόσο όμορφο το ταξίδι εκεί ψηλά, εκεί βαθιά στην ψυχή της!
" Ευχαριστώ παιδί μου, άφησέ το εκεί".
Από κάποια εταιρεία θα είναι, σκέφτηκε, οι τυπικές ευχές των ημερών. Στάθηκε για λίγο ακόμη και χάρηκε τον κοκκινολαίμη που άφηνε τα ντελικάτα του πατήματα πάνω στο χιόνι , μέχρι που, μ' ένα ξαφνιασμένο φρουου, χάθηκε στον αέρα.
Γύρισε κοντά στο τζάκι και με την τσιμπίδα συνδαύλισε τα ξύλα που έκαιγαν εκεί. Πάνω στο τραπεζάκι είδε τον φάκελο. Της φάνηκε παράξενο, δεν έμοιαζε με τις συνηθισμένες ευχετήριες κάρτες. Κάθισε στην πολυθρόνα, φόρεσε τα γυαλιά της και τον πήρε στα χέρια. Κυρία Μαρία...Οδός...Εκάλη Αττικής Greece. Τον γύρισε από την άλλη μεριά και το ξενικό όνομα που διάβασε καθόλου δεν την βοήθησε. Από τον Καναδά; Αναρωτήθηκε. Κάτι, σαν ένα ελάχιστο φως, ακούμπησε τη σκέψη. Άνοιξε το φάκελο, μια μικρή φωτογραφία γλίστρησε από το διπλωμένο και καλογραμμένο επιστολόχαρτο. Ήταν εκεί, στο μεγάλο τοξωτό γεφύρι που αντάμωνε τους δυο μαχαλάδες του χωριού. Πέντε κορίτσια, πέντε ανοιξιάτικα χαμόγελα, με καρό φουστίτσες και τα άσπρα σοσονάκια, ν' αφήνουν τις μακριές τους κοτσίδες, που παίζανε με το αγέρι, να τις φιλά ο ήλιος. Η Αλεξάνδρα, η Μέλπω, η Μοσχούλα, η Λένη η αδερφή της κι εκείνη. Ένοιωσε στο πρόσωπό της το υγρό αεράκι από το ποτάμι να την ακουμπά, να τη γλυκαίνει. Θυμόταν, ναι θυμόταν! Ήταν Πάσχα, έτσι όπως είναι το Πάσχα εκεί ψηλά στην Πίνδο. Ίσα - ίσα που χλόιζαν τα φύλλα στα δέντρα, στα μουσκεμένα χασήλια τα πρώιμα λουλουδάκια, αυτά που αντέχουν τον κρύο καιρό, σκορπούσαν χρώματα, και τα γκουγκούτσια γέμιζαν τον κρυαδερό αέρα μυρωδιές. Το ποτάμι φουσκωμένο, με νερό από τα χιόνια που ακόμα έλιωναν, βογκούσε κι εκείνες έστελναν χαμόγελα στον ήλιο που λαμποκοπούσε και στον ξανθό νεαρό που τις φωτογράφιζε.
Ήταν κάποιες μέρες που είχε φτάσει στο χωριό τους. Γεννημένος στον Καναδά από μητέρα Ελληνίδα και πατέρα Καναδό, ήθελε, λέει, να φωτογραφίσει τη ζωή σ' αυτό το ορεινό βλαχοχώρι, τους ανθρώπους του, τις συνήθεις τους. Τον θυμόταν που τριγυρνούσε όλη μέρα και φωτογράφιζε, "έκλεβε" στιγμές των ανθρώπων και του τόπου και τις έκλεινε στη μηχανή του. Ώσπου, κάποια στιγμή, " έκλεψαν" και τη δική του καρδιά, και την κράτησαν εκεί στο βλαχοχώρι τα γαλάζια μάτια και οι ολόξανθες κοτσίδες της Αλεξάνδρας.
" Θέλω να σε πάρω μαζί μου στον Καναδά, της είπε, να σε παντρευτώ!"
" Στείλε το άλογό σου να με πάρει", του είπε εκείνη. Δεν έφτασε το άλογο, μα σε λίγο καιρό, αφότου έφυγε, έφτασε η πρόσκληση και τα εισιτήρια. Έτσι, η Αλεξάνδρα έφυγε για τον Καναδά. Από τότε είχαν συναντηθεί κάποια Καλοκαίρια στο χωριό και όλοι μιλούσαν για την τύχη της. Σώθηκε, λέγανε οι χωριανοί, και μαζί έσωσε και την οικογένειά της που ήταν από τις φτωχότερες στο χωριό.
Άνοιξε το καλογραμμένο γράμμα.

" Σεβαστή μας κ. Μαρία, η γιαγιά μας, η Αλεξάνδρα, μας μιλούσε πολύ για τη ζωή της στο χωριό, για το σπίτι τς, τις φιλενάδες της, τον τόπο που τόσο αγαπούσε και ποτέ δεν ξέχασε. Και κάθε χρόνο, σαν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, μας έλεγε πάντα την ίδια ιστορία.
Μας έλεγε για κάποια Χριστούγεννα που τίποτε δεν είχαν στο σπίτι τους για να γιορτάσουν, ούτε καν λίγο ψωμί. Και τότε, φτάσατε εσείς μες τη νύχτα με τα χέρια γεμάτα και φέρατε τη χαρά και τη γιορτή στο φτωχό σπιτάκι τους. Φέτος, η γιαγιά μας δεν είναι στη ζωή για να μας πει την ίδια ιστορία, μα εμείς, που κρατάμε ζωντανή την παρουσία της μέσα στην καρδιά μας, την ξαναθυμηθήκαμε και θελήσαμε να τη μοιραστούμε μαζί σας. Έχουμε ακούσει τόσα πολλά, για τα παιχνίδια σας στα δάση και στα χειμαδιά, για τους χιονοσκέπαστους Χειμώνες και τα δροσερά Καλοκαίρια! Έχουμε δει τόσες φωτογραφίες, τόσες στιγμές, τόσες εικόνες, τόσα χαμόγελα. Είναι σαν να σας γνωρίζουμε! Είναι σαν να μιλάμε μαζί της. Σας ευχόμαστε..."

Άφησε τα τρεμάμενα χέρια της να ακουμπήσουν στα γόνατα μαζί και το γράμμα. Έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε το κεφάλι της πίσω. Γέμισε το σπίτι με εκείνη την κρυαδερή ανάλαφρη καταχνιά, που σηκωνόταν από το ποτάμι και γέμιζε τον τόπο! Την πήρε μαζί του! Την πήρε εκεί ψηλά που κούρνιαζε το μικρό χωριό, σαν αετοφωλιά, στης Πίνδου τις απότομες κορφές. Τις έπιασε όλες από το χέρι και τρέξανε πέρα από το γεφύρι, ως κάτω στις ιτιές που ακουμπούσαν στα παγωμένα νερά. Άκουσαν το δυνατό τραγούδι των νερών που χόρευε πάνω στις μεγάλες πέτρες! Μάζεψαν γκουγκούτσια και χόρτασαν μοσχοβολιά, πήραν στην αγκαλιά τους μικρά αρνάκια κι άκουσαν κυπριά και κουδούνια να γεμίζουν τα βοσκοτόπια. Η σκέψη αγκάλιασε ξεχωριστά την Αλεξάντρα! Εκείνο το καθάριο πρόσωπο, το στεφανωμένο με τις χοντρές κοτσίδες, έτσι όπως τις δίπλωνε πάνω στο κεφάλι, ένα γέλιο ολόκληρη και μια χαρά που ξεχυνόταν στον δρόμο της νιότης. Με τον βουνήσιο αέρα στην περπατησιά της και την περηφάνια της ζωής που παλεύει ορθόκορμη, με το βλέμμα στης μέρας το ξημέρωμα.
Θυμάται. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, από το πρωί είχαν κάνει ένα σωρό δουλειές με την αδερφή της τη Λένη. Κουβάλησαν ξύλα, για να βάλει η μάνα τους τις γάστρες, έφεραν από τη βρύση νερό για τη λάτρα του σπιτιού και τα μαγειρέματα, βοήθησαν τη μάνα τους να φτιάξει τις τηγανίτες, πήγαν στους πιστικούς την πίτα, το ψωμί και τα άλλα καλούδια για τα Χριστούγεννα. Είχε θολώσει πια η μέρα κι εκείνες κοντά στο μπουχαρί ξεμπέρδευαν τα φρεσκολουσμένα ξανθοκόκκινα μαλλιά τους.
" Άντε κορίτσια, μαζέψτε γρήγορα τα μαλλιά σας κι ελάτε στο μαγειρειό".
" Πάλι μάνα;"
" Ακούστε να σας πω. Σήμερα δεν έμεινε μπουχαρί σ' όλο το χωριό να μην καπνίσει. Όλοι καλομαγείρευαν για την αυριανή. Μόνο στης καημένης της Στάθως στιγμή δεν κάπνισε. Τίποτε δεν θα έχουν για αύριο. Άντε Λένη, φέρε από το κατώγι ένα κομμάτι κρέας κι εσύ άναψε τη γάστρα. Θα φτιάξουμε πίτα, να τους την πάτε σαν περάσει η ώρα, μάτι να μην σας δει".
Άνοιξε τα πέτρα με σβελτάδα, μαγείρεψε το κρέας με μπόλικα κρεμμύδια και ρύζι και έφταιξε την πίτα παχιά, αφράτη και μοσχοβολιστή. Την έβαλε στη φωτιά και τη σκέπασε με την καυτή γάστρα.
Μέχρι να γίνει η πίτα, γέμισε ένα νταβά με τηγανίτες, ξεχώρισε δυο καρβέλια ψωμί, ένα πρόσφορο κι απ' την τσαντίλα, που κρεμόταν στη γωνιά, πήρε κι έβαλε φρσκοπηγμένο τυρί στο κλειδοπίνακο.
Σαν πέρασε η ώρα κι οι δρόμοι ερήμωσαν, τα δυο κορίτσια, κρατώντας το σινί με την πίτα και όλα τα φιλέματα, χτύπησαν την πόρτα της Στάθως. Δεν ήταν πρώτη φορά που το έκαναν αυτό. Τους άνοιξαν διστακτικά, το μισοσκόταδο  έκρυψε της στιγμής τα συναισθήματα! Κι όταν αυτά είναι ζυμωμένα με τον βουνίσιο τον αέρα, ξέρουν να φυλάγονται καλά και ν' ανθίζουν μόνο στης μοναξιάς τις λέξεις.
Κοίταξε ξανά το γράμμα που τώρα το έβλεπε θολά.

" Σας ευχόμαστε καλά Χριστούγεννα και πάντα το σπίτι σας να είναι γεμάτο αγάπη και χαρά. Τα παιδιά και τα εγγόνια της Αλεξάνδρας".

Έκλεισε το γράμμα στα δυο της χέρια και δεν ήξερε αν αυτό που είχε γλιστρήσει μέσα της ήταν χαρά ή λύπη. Δεν ήξερε πώς να τα διαφεντέψει όλα τούτα που χίμηξαν κι έκαναν το νου και την καρδιά της άνω κάτω. Ένοιωθε την ίδια γλυκόπικρη γεύση, όπως κάθε φορά που έκανε το ταξίδι στους δρόμους του νου. Πήγε κοντά στο παράθυρο, ο κοκκινολαίμης ήταν ξανά εκεί. Άνοιξε το τζάμι και έτριψε ένα μπισκότο πάνω στο χιόνι, την κοίταξε με εμπιστοσύνη και χάρηκε τη λιχουδιά μαζί με πέντε -έξι σπουργιτάκια που έτρεξαν κοντά. Το φως της μέρας, που χόρευε στον χειμωνιάτικο κήπο, ξεδίψασε και γλύκανε τον κόμπο που είχε κάτσει στην καρδιά!


Βούλα Λεοντίδη - Πλάτωνα, Η κόκκινη δαχτυλήθρα, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2018.
" Γλυκό ταξίδι στην ψυχή και στους καιρούς που βασίλεψαν, κρατώντας απ' το χέρι τις μικρές χαρές και μ' ένα δάκρυ αργυρό, σαν αστεράκι, να φωτάει το δρόμο".

Η Βούλα Λεοντίδη-Πλάτωνα γεννήθηκε στην Ζίτσα Ιωαννίνων και κατοικεί στα Ιωάννινα. Σπούδασε λογιστικά και για αρκετά χρόνια εργάστηκε στην Ε Λ ΕΠ Α Π Ιωαννίνων. Το πρωτόλειο βιβλίο της ήταν "Τα μικρά γιορτάζουν", μια συλλογή από ποιήματα για παιδιά Νηπιαγωγείου και Δημοτικού. Ακολούθησε το βιβλίο "Γεύσεις καρδιάς" με παραδοσιακές συνταγές, διατροφικά και λαογραφικά στοιχεία από την Ζίτσα Ιωαννίνων. Στην συνέχεια εξέδωσε σε βιβλίο με τον τίτλο "...και ζήσανε αυτοί καλά..." μερικά από τα λαϊκά παραμύθια που κατέγραψε στην περιοχή της ιδιαίτερης πατρίδας της. Το 2015 το διήγημά της "Ο κυρ-Γιώργης από το Αϊδίνι" βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Κατά καιρούς έχει κάνει πολλές δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Εγώ αιθεροβατώ με τη σημαία μου...


Εγώ αιθεροβατώ με τη σημαία μου
κι αυτοί νυχτοπατούν κι ακροβολίζονται

Εγώ σκοινοβατώ κι αυτοί καραδοκούν

Εγώ υπνοβατώ μ' όλους τους άγνωστους
κι αυτοί κτηνοβατούν με τους ημετέρους

Εγώ πυροβατώ κι αυτοί πυροδοτούν
έμποροι πυρομαχικών και ονειροδίκες

Μετ' ανωνύμων τετελειωμένος

Γιάννης Δάλλας, Το τίμημα. Ποιήματα 1948-1988, Νεφέλη, Αθήνα 1990

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!

Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

Η βάβω μου η Θόδω

Έν’ απ’ τα πρώτα πρόσωπα που μαθαίνουν τα χωριατόπουλα, μαζί με την μάνα και τον τάτα, είναι κι η βάβω: έτσι λεν στα χωριά μας τη γιαγιά.
Η δική μου η βάβω είταν ψηλή και λιγόσαρκη, με πρόσωπο άσπρο σαν της λειτουργιάς, με μάτια πονετικά όπως στις εικόνες. Οι χειρονομίες της είχαν κάτι το σοβαρό και ήσυχο μαζί, τα λόγια της ανάδιναν ατάραχη πείρα και το βλέμμα της μέρευε την καρδιά σου, όσο κι αν είταν ταραγμένη. Με τον καιρό η πέτσα της φτένευε και φωτιζόταν, έτσι που χωρίς να χάσει τίποτε από τη φυσική της ζωντάνια έγινε στο τέλος σαν την όψη πόχουν οι άγιες ζωγραφιές. Και σήμερα που τη θυμάμαι, αχνή και σβησμένη στο πέρασμα των χρόνων, δεν την παραλλάζω σε τίποτε  από τα γλυκά πονεμένα θώρια που κατοικούν σε παλιά ξωκλήσια, κρυμμένα σε παράμερες πλαγιές ή φουντωτές ραχούλες.
Εγώ έτυχε να’ μαι το πρώτο της αγγόνι και γι’ αυτό μ’ αγαπούσε πολύ. Με μεγάλωσε η ίδια περσότερο παρά η μάνα μου – είν’ αμαρτία τάχα να το πω; - καλύτερα από κείνη που μ’ έφερε στον κόσμο.
Οι γυναίκες στα χωριά το’ χουν σε καλό να’ ναι το πρωτογέννητο αγόρι, «παιδί» όπως το λεν. Κι εγώ γεννήθηκα Δευτέρα της Λαμπρής, άλλο χαϊρλίτικο.
- Αυτό κάτι θα γίνει μια μέρα, να με θυμάστε!, προφήτεψε απ’ την καλοσημαδιά η Γιάνναινα του Χρίστου, γειτόνισσα και συγγένισσά μας.
Είμουν άτυχος όμως, αυτό φάνηκε απ’ τα πρώτα μου χρόνια. Μπορεί όμως να’ μουν και τυχερός, αφού γλύτωνα απ’ τα κίντυνα· δεν ξέρω.
Μια μέρα που οι δικοί μου λείπανε στο πότισμα, στα ποτιστικά χωράφια που είταν γύρω απ’ το σπίτι, κι εμένα μ’ είχαν αφήσει να με κουνάει στη σαρμανίτσα η Λάμπρω του Γιάννη, κόρη της γειτόνισσας που ανάφερα πιο πριν, αυτή, κοπελίτσα μικρή, βαρέθηκε φαίνεται το ζαγκάνισμα και το σκούξιμο το δικό μου, μπορεί να μου’ δωσε καμία δυνατώτερη με το ποδάρι ή ν’ αναποδογύρισε από μόνη της η κούνια, όπως και να’ ναι, μ’ απαράτησε μπρούμυτα κι έγινε άφαντη απ’ το φόβο της. Όταν με βρήκαν ύστερα, κόντευα να σκάσω.
- Τη θερμιάρα, την κοψόχρονη! φοβέρισε η βάβω μου. Κόντεψε να μας χάσει το παιδί. Αν τη λάβω στα χέρια μου, θα την κρεμάσω απ’ το κλιτσί!
Αυτά είταν λόγια μονάχα, χωρίς κακία από μέσα, γιατί η Λάμπρω ήρθε και ξαναήρθε στο σπίτι μας, χωρίς να την πειράξει κανένας. Και ποιος θα την πείραζε, αφού η βάβω μου την είχε κόρη του αδερφού της;
Άλλη μια φορά μ’ είχανε πάρει οι δικοί μου κοντά τους σε κάτι χωράφια όπου σκάφταν ή σκαλίζαν. Και σε μια στιγμή που δε με πρόσεχαν, πήρα από καταγής πουρναρόφυλλα και τα’ βαλα στο στόμα μου. Σκάλωσαν στο λαιμό και τρόμαξαν να μου τα βγάλουν ακούγοντας το ρέψιμό μου.
Μα το χειρότερο είταν κάτι που μου παρουσιάστηκε στα πέντε χρόνια, κάτι σπειριά στο κεφάλι. Το σπίτι μας είταν από πάντα ανοιχτό και περνοδιάβαιναν μουσαφιραίοι. Μια βραδιά πέρασε κάποιος ξένος και γι’ ανταπόδοση της φιλοξενίας σύστησε στον πατέρα μου ένα γιατρικό, μια αλοιφή. Μου αλέιψαν τα σπειριά και πέρασαν μ’ εκείνη. Αλλά ύστερα με χτύπησε στ’ αφτί· με πονούσε και μάζευε.
- Δεν έπρεπε να κλείσουν τα σπεριά, είπε η βάβω. Αυτά είχαν το λογαριασμό τους, να βγει το χαλασμένο αίμα. Τώρα το φούντωσαν μέσα το κακό. Θεός να φυλάξει από χειρότερα. Το είπα γω, αλλά δε μ’ άκουσαν...
Αυτό το πλάγιο παράπονο είταν για τον πατέρα μου, που δεν άκουγε κανέναν, έκανε ό,τι του κατάβαζε, αγύριγο κεφάλι, αρβανίτικο.
- Είναι φάρα τριγιανταίικη, μου’ λεγε αργότερα η ίδια. Ένας Τριαντάτης, απ’ αυτούς που κάθονται πέρα στη Δάφνη, το’ χω ακουστά αφόντας είμουν μικρή, κάποτε πείσμωσε με τη γυναίκα του, δεν ξέρω σε τι, εκεί πόκαναν χωράφι, και χωρίς να χασομερήσει, έτσι που είταν καπνισμένος, λύνει απ’ τη ζέβλα το’ να καματερό και ζέφτει ο τρισκατάρατος τη νοικοκυρά του – αν έχει ακουστεί τέτιο ανάθεμα πουθενά!
- Κι όργωσε η γυναίκα του, βάβω ; ρώτησα με φρίκη.
- Μπόρειε να κάμει αλλιώς, παιδάκι μου; Θα την έθαφτε αδεκεί ζωντανή! Άπονοι άνθρωποι, καρδιά από στουρνάρι.
Κι η βάβω κουνούσε το κεφάλι της, καθώς θυμόταν εκείνα τα σκληρά χρόνια.
Είμουν αρκετά μεγάλος πια και καταλάβαινα τις ιστορίες που μου’ λεγε.
- Έχει καιρό που πέθανε η μάνα σου; τη ρώτησα μια μέρα.
- Δεν πέθανε, τη σκότωσαν.
- Τη σκότωσαν!, είπα με τρεμούλα και περιέργεια. Ποιος;
- Θέλεις να το μάθεις κι αυτό; Άκουσε.
Και μου διηγήθηκε πως μια μέρα, εκεί που σκάλιζαν η μάνα της κι οι αδερφάδες της, σε κάτι χωράφια όξω απ’ το χωριό, απάνω στο τραγούδι και την ξεγνιασιά τους, φανερώθηκε μπρος τους άντρας οργισμένος, μ’ άρματα στο χέρι, και δίχως να τις χαιρετίσει, δίχως να βγάλει άχνα, ξεκρεμάει το ντουφέκι του κι αρχινάει την παταριά...
- Τις σκότωσε όλες;
- Άφησε στον τόπο δυό και γλύτωσαν οι άλλες δυό. Μπορεί νάημουν κι εγώ θρακιασμένη εκείνη τη ημέρα, μα είχα δουλιές εδώ και δεν πήγα να τις βοηθήσω.
- Και τι του έφταιγαν του γρουσούζη;
Η βάβω κούνησε αλαφρά το κεφάλι της, μην ξέροντας πώς να το πει.
- Να ήθελε να πάρει την αδελφή μου και δεν του τη δίναν. Έβγαλε πως τον ξόμπλιαζαν τάχα, πως τον παραγκώμιαζαν και δε μπορούσε να σταθεί στο χωριό. Μ’ αυτά και μ’ αυτά ξεμπέρδεψε  τη μάνα μου και την αδερφή μου, εκείνη που δεν τον ήθελε γι’ άντρα της, διάβηκε την ίδια μέρα το ποτάμι και τρύπωσε στο ελληνικό.
- Και τι απόγινε ύστερα;
- Αλιά σ’ εκείνες που τις σκέπασε η μαύρη πλάκα. Αυτός έζησε και πρόκοψε πέρα στο Βραχώρι, αν έχεις ακουστά. Εκεί παντρεύτηκε , έκαμε και παιδιά.
Κοίταζα να ιδώ στο πρόσωπο της βάβως μου φλόγα οργής για το φονιά, μα δε φαινόταν τίποτ’ άλλο από ένα βουβό παράπονο για τις αδικοσκοτωμένες. Τα χρόνια πέρασαν και το απάλυναν, το’ καμαν πια καρτερία. Είταν γραφτό της τύχης, θέλημα Θεού. Ξαναπαίρνει ποτέ ψυχή ο πεθαμένος;...( απόσπασμα, τρισάγιο στον Γιώργο Κοτζιούλα, 29 Αυγούστου 1956)

Γιώργος Κοτζιούλας , Η βάβω η Θόδω, Διηγήματα και άλλα πεζά, Άπαντα τομ. 2, Δίφρος, Αθήνα 2013 , 2η έκδοση

Η βάβω η Θόδω, η γιαγιά του ποιητή, ήταν το πιο αγαπημένο πρόσωπο του από τα πρόσωπα του συγγενικού του κύκλου. Τη χαρακτηριστική προσωπικότητα και τ’ όνομά της τα συναντάμε συχνότατα στην ποίηση και στην πεζογραφία του Γ. Κοτζιούλα. Συγκινητική είναι η αφιέρωση της ποιητικής συλλογής « Σιγανή Φωτιά» ( Αθήνα 1938):
Στη βάβω μου τη Θόδω,
το πιο αγαπημένο μου πρόσωπο στον κόσμο,
τη γυναίκα που μ’ άξηνε στα χέρια της
και που δεν ήξερε άλλο από το « Πάτερ ημών»,
αφιερώνω με σέβας αυτό το βιβλίο μου
που δεν επρόφτασε να τ’ ακούσει ζωντανή,
αναπαμένη από τα πρόπερσι,
τέλη του Χαμένου.

Το πεζογράφημα αυτό βρέθηκε στα κατάλοιπα του Γ. Κοτζιούλα. Γραμμένο με μολύβι σε 43 χειρόγραφες σελίδες, έχει ένα σχέδιο εξωφύλλου με τοποχρονολογία Αθήνα 1952 και μια λευκή σελίδα με την αφιέρωση Τρισάγιο στην ψυχή της. Το αφήγημα σταματάει απότομα στη σελίδα 43 είτε γιατί δεν συνεχίστηκε είτε γιατί δε βρέθηκε το χειρόγραφο μετά από αυτή τη σελίδα.

Η φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα