Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξιδιωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξιδιωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Ιουλίου 2020

Ταξιδεύοντας με τον... Κώστα Ουράνη


Ένα δαλματικό φιορδ: το στόμιο του Κατάρου*

Ηλιοβασίλεμα στην Αδριατική...Η θάλασα, γαλαζόχρυση, με κοράλλινες αποχρώσεις, απλώνεται γαλήνια σαν μια λίμνη. Στην απέραντη επιφάνεια γλιστράει ένα μικρό καΐκι, με φουσκωμένο κοκκινοκίτρινο λατινικό πανί. Και πάνω από το πλοίο μας δυό γλάροι - σχεδόν ρόδινοι από το αντιφέγγισμα του δειλινού.
Πλησιάζουμε στο στόμιο του Κατάρου.
Θυμάσθε το ρόλο του Κατάρου κατά τον Ευρωπαϊκό Πόλεμο του 1914 - 1918. Είταν η βάση των αυστριακών υποβρυχίων, και σ' αυτό γύριζαν  κ' έκαναν τον ανεφοδιασμό τους τα γερμανικά υποβρύχια που γυρνούσαν σαν λαγωνικά στη Μεσόγειο...Είταν, τότες, ένας από τους μεγάλους εφιάλτες των συμμάχων, ενώ το ίδιο κανείς στόλος δεν διανοήθηκε ποτέ να το προσβάλει. Η εσωτερική του θάλασσα, βάθους σαράντα οχτώ χιλιομέτρων, στενότερη κι από το Βόσπορο, με ψηλά βουνά δεξιά κι αριστερά, είταν κλειστή σαν μ' αλυσίδες από πολλές σειρές ναρκών. Τρομερά, τέλος, οχυρωματικά έργα εμπόδιζαν τα πολεμικά να πλησιάσουν καν το στόμιο...
Καθώς πλησιάζομε, αντικρύζομε, σαν δυό σκοπούς της εισόδου, αριστερά μας το μικρό νησί των Καρχαριών - dei Rondoni - που υψώνει στο θαλάσσιο ορίζοντα τη σιλουέτα ενός βενετσιάνικου κάστρου και δεξιά, στο ύψος μιας απότομης ακτής, τις επάλξεις ενός άλλου κάστρου: του Χέσεγκ Νόβε - αετοφωλιάς, άλλοτε, των Ουσκόκων, των τρομερών Δαλματών πειρατών.
Τα κάστρα αυτά δεν έχουν πια σήμερα παρά γραφική μόνο αξία. Τα μοντέρνα οχυρώματα του Κατάρου είναι όλα αόρατα. Η φαντασία μου τ' αναζητάει παντού και δεν τα βρίσκω πουθενά. Ό,τι έπαιρνα για συρματοπλέγματα, είταν φράχτες· ό,τι νόμιζα χαρακώματα, είταν μονοπάτια. Περάσαμε σαν από μια είσοδο αυλής, που οι μολοσσοί της κοιμούνται - δεμένοι στο καλάθι τους κι αόρατοι. Κ' ενώ το στόμιο κλεινόταν πίσω μας, ανεπαίσθητα κι αυτόματα σαν τα φύλλα μιας μυστηριώδους πόρτας, άρχισε να ξετυλίγεται σαν κορδέλα μπρος στα έκθαμβα μάτια μου η ονειρώδης ομορφιά ενός ατέλειωτου φιόρδ...
Το φιόρδ του Κατάρου...


Είναι, αλήθεια, από τα ωραιότερα πράματα που έχουν δημιουργήσει στον κόσμο οι πανάρχαιες σεισμικές διαρρήξεις του φλοιού της γης. Η θάλασσα μπαίνει μέσα σ' ένα άνοιγμα βουνών βάθους σαράντα οχτώ, όπως είπα, χιλιομέτρων σχηματίζοντας τρεις διαδοχικούς κόλπους, κλειστούς από παντού και γαλήνιους σαν λίμνες. Μπροστά από τον κάθε κόλπο είναι ένα πέρασμα τόσο στενό, που οι άνθρωποι του Μεσαίωνα το έφραζαν με αλυσίδες. Δεξιά κι αριστερά πέφτουν πάνω στα νερά οι βαρειοί ίσκιοι βουνών, που άλλα είναι γυμνά και κάθετα κι άλλα κυματιστά και δασωμένα. Εδώ κ' εκεί, στις ακτές, καθρεφτίζονταν πάνω στη γαλήνη των νερών μικρά γραφικά χωριά με παλαιϊκά καμπαναριά και μεσαιωνικούς πύργους, ενώ στην πρασινάδα των πλαγιών έκαναν πολύχρωμα στίγματα πλήθος εξοχικές βίλες.
Όλ' αυτά είταν ωραία, κι αν τα' βλεπα μ' έν' άλλο φως, ένα ιλαρό ανοιξιάτικο φως, ίσως να τα χαιρόμουν - και να τα μακάριζα - σαν γλυκά αραξοβόλια γαλήνιας κι αφρόντιδης ζωής. Τη δειλινή όμως εκείνη ώρα που εισπλέαμε, οι αγκαλιές των κόλπων και τα στενά, που τα εντείχιζαν ψηλά βουνά, είχαν κάτι το μελαγχολικό και το απόξενο που μου έσφιγγε την ψυχή.
Ακουμπισμένος στην κουπαστή, θαύμαζα, βέβαια - γιατί το θέαμα είταν μοναδικό -, ο θαυμασμός μου όμως έμοιαζε με των ανθρώπων που θα εξερευνούσαν ένα θαλάσσιο λαβύρινθο: είταν ανάμεικτος με κάποιο δέος. Το ίδιο το πλοίο προχωρούσε αργά, διστακτικά θαρρείς, σα ν' αναζητούσε το δρόμο του μέσα σ' αυτόν τον ατέλειωτο φιδωτό διάδρομο με τους πανύψηλους  τοίχους. Η βαθιά σιγή των ακτών, η απόλυτη ακινησία των νερών, το δειλινό φως, που οι παρυφές των απότομων βουνών το' καναν πιο φειδωλό, κ' η κλεισούρα που με περιέσφιγγε, είχαν κάτι το παγερό και μου έδιναν το ασφυκτικό αίσθημα φυλακής. Είχα την εντύπωση πως μου έλειπε η αναπνοή, πως είχα κλεισθεί " ανεπαισθήτως από τον κόσμο έξω". Αληθινά, τα βουνά του φιορδ είταν σαν τα τείχη  του Καβάφη - πανύψηλα, κάθετα, με γυαλιστερές αποχρώσεις ατσαλιού.
Ατσάλινο είταν και το χρώμα των νερών - ατσάλινο και κρύο. Οι ρυτίδες που σχημάτιζε πάνω στη λεία γυαλιστερή τους επιφάνεια ο δρόμος του πλοίου μας δεν είχαν καμιά ρευστότητα, Είταν πηχτές - κάτι περισσότερο: στερεοποιημένες, θα' λεγα, κ' έφερναν στο νου τους κυματισμούς που θα' κανε η ανακίνηση ενός τεράστιου φύλλου λαμαρίνας.
Πιο παράδοξο όμως ακόμα είταν το φως που έρριχναν οι δειλινοί ουρανοί μέσα σ' αυτό το στενόμακρο πηγάδι του φιόρδ. Δεν είταν μόνο φειδωλό. Είταν ένα φως γκρίζο, με κάτι το ανεπαίσθητα γαλάζιο κι ανησυχητικό σαν το φως που έχει ο ορίζοντας πριν από το ξέσπασμα της μπόρας. Είταν ένα φως που δεν το είχε ζεστάνει όλη την ημέρα ο ήλιος, γιατί μόνω τω καλοκαιρίω, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, κατορθώνει να δει για λίγο ο ήλιος το φιόρδ του Κατάρου.
Στο τέρμα του φιόρδ υψώνεται σαν ένα τεράστιο παραπέτασμα και τον εμποδίζει να φανεί η τερατώδης κάθετη μάζα του Λόβσεν - του Μαύρου Βουνού -, που δίνει τ' όνομά του στο Μαυροβούνιο.
Μέσα στο φως αυτό, που η προσέγγιση της βραδυάς το' κανε όλο και πιο φιλάργυρο, οι ακτές, δεξιά κι αριστερά, είχαν κάτι το εξώκοσμο - σα να μη βρισκόμαστε στην Αδριατική, αλλά σε κάποιο φιόρδ υπερβόρειο. Τα χωριά που παραπλέαμε είταν σαν καταθλιμένα από τη μελαγχολία της ώρας. Τα παράθυρα των σπιτιών τους μας κοίταζαν σα θαμπά μάτια. Το πράσινο των βουνών σκοτίδιαζε, ενώ η γύμνια άλλων βουνών γινόταν πιο αγριωπή ακόμα μέσα στο σούρουπο.
Μια στιγμή, προσπεράσαμε ένα μικροσκοπικό νησάκι, πιστό αντίγραφο του Ποντικονησιού της Κέρκυρας: με την εκκλησίτσα του και με τα κυπαρίσσια του. Πόσο όμως πιο πένθιμο μού φάνηκε, συγκριτικά με τ' άλλο, που επέπλεε πάνω σ' ατλαζωτά νερά, φωτεινά κ' ευτυχισμένα! Απ' αυτό, δίχως άλλο, θα εμπνεύστηκε ο Μπαίκλιν τη " Νήσο των Νεκρών" του, κι όχι από το Κερκυραϊκό νησάκι, γιατί εκείνου η γαλήνη είναι τόσο ανάλαφρη, που μόνο για ξαπόσταμα ζωής το φαντάζεται κανείς και όχι θανάτου.

Η νύχτα έπεσε πάνω απ' τα κεφάλια μας σαν καταπακτή. Ο ορίζοντας στο βάθος, κλεισμένος από τη μαύρη πλάκα του Λόβσεν, έγινε ένας αδιαπέραστος τοίχος. Τ' αραιά φώτα που τρεμολαμπύριζαν δεξιά κι αριστερά μας είταν απλά ορόσημα, που έδειχναν τα σύνορα του σκοταδιού της ξηράς και του σκοταδιού των νερών. Η σιγή που έρριχναν τα γύρω βουνά είταν μια σιγή συντέλειας κόσμου: απόλυτη κι οριστική.
Ανυπομονούσα, τώρα, να φθάσομε στην πολιτεία του Κατάρου, για να νοιώσω τον παλμό και ν' ακούσω το θόρυβο της ζωής. Λίγο ακόμα και θ' άρχιζα να κτυπάω να πόδια μου στο κατάστρωμα - όπως κάνουν στις αίθουσες των κινηματογράφων όταν αργεί ν' αρχίσει η ταινία.
Επί τέλους τα φώτα του Κατάρου φάνηκαν.
Περίμενα πως θα' βλεπα τα φώτα μιας μεγάλης πολιτείας, και δεν έβλεπα παρά μερικά αραιά φώτα, που είταν σα να φώτιζαν από τα βάθη των αιώνων: όταν το Κάταρο είταν το Ascrinium του Πλίνιου ή τα " Δεκάτερα" του αυτοκρταορικού γεωγράφου Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου. Έλεγες πως είταν φώτα καντηλιών, που φώτιζαν αμυδρά μια πολιτεία από καιρούς κοιμισμένη, γιατί κανένας ήχος, κανείς θόρυβος δεν ερχόταν ίσαμε τ' αυτιά μου.
Όταν πλησιάσαμε μιαν αποβάθρα, είδα άντρες και γυναίκες - ζευγάρια και παρέες - που έβγαιναν αδιάκοπα από μια μεγάλη πύλη, όπως οι σφήκες από τη σχισμάδα της φωλιάς τους.
Ίχνος όμως πολιτείας δεν έβλεπα.
Τίποτα - εξόν από την πύλη εκείνη, που έμοιαζε σαν το άνοιγμα μιας σπηλιάς του Λόβσεν, κι από το πλήθος που έβγαινε απ' αυτήν κ' ερχόταν να δει την άφιξή μας, με την περιέργεια που οι κάτοικοι του Άρη θα μαζεύονταν να δουν την προσγείωση ενός γήινου αεροπλάνου στον πλανήτη τους...

- Πού είναι η πόλη; ρώτησα τον καπετάνιο που ετοιμαζόταν να κατεβεί.

Μου έγνεψε να τον ακολουθήσω. Κατεβήκαμε τη σκάλα του πλοίου, διασχίσαμε ένα μέρος της αποβάθρας και, από την πύλη απ' όπου έβγαινε ο κόσμος, μπήκαμε μέσα στην πολιτεία του Κατάρου, όπως θα μπαίναμε σ' ένα σπίτι - σ' ένα σιωπηλό σπίτι, γεμάτο έρημους και σκοτεινούς διαδρόμους...


Κώστα Ουράνη, Γλαυκοί δρόμοι - Βορινές θάλασσες, Βιβλιοπωλείον της " Εστίας", Αθήνα 1999

" Το ταξίδι για μένα είταν πάντα - και αποκλειστικά - ένα μέσο δ ι α φ υ γ ή ς  από τη σύγχρονη ακριβώς ζωή: τον πυρετό, τις ανησυχίες, τα προβλήματα - και τη ρουτίνα της. Από τους τόπους που επισκεπτόμουν δεν έβλεπα - και δεν ζητούσα να δω - παρά μόνο το ποιητικό και γραφικό στοιχείο τους. Γι' αυτό κ' οι εντυπώσεις μου απ' αυτούς  είναι συναισθηματικές εντυπώσεις από τα τοπία τους, τα μνημεία του παρελθόντος τους, τις παλιές τους πολιτείες που ζούνε στο περιθώριο του καιρού μας" ( Κώστας Ουράνης)

Έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι στις 12 Ιουλίου 1953 


* Κότορ είναι η σημερινή ονομασία του Κάταρου, παραθαλάσσια πόλη του Μαυροβουνίου στις Δαλματικές ακτές.




Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Μπερτλ Μπερτλς: Εξόριστοι στο Αιγαίο

Ανάφη.Εξόριστοι έτοιμοι για την υποδοχή καραβιού

Ο Αυστραλός δημοσιογράφος και συγγραφέας Μπερτ Μπερτλς προτείνει στη σύντροφό του Ντόρα να συναντηθούν στην Ελλάδα. Είχε να τη δει τρία χρόνια καθώς εκείνη « είχε φύγει  από την Αυστραλία με δυο φίλες της πάνω σε μια σκούνα δέκα μέτρων με στόχο μια θαλασσινή περιπλάνηση στην Παπούα, στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, στη Μαλαισία, στη Σιγκαπούρη. Στη διάρκεια των τριών αυτών χρόνων, η Ντόρα είχε επισκεφτεί επίσης την Ιαπωνία, την Κίνα και διάφορες ευρωπαϊκές χώρες ( χώρες που αγνοούσα, εφόσον δεν είχα ταξιδέψει ποτέ εκτός Αυστραλίας) και τώρα ερχόταν από το Λονδίνο για να με συναντήσει». 
Στην πρότασή του απαντά: « Εντάξει, στον Παρθενώνα με το ηλιοβασίλεμα»
Η συνάντηση στον Παρθενώνα ξεφεύγει από τα συνηθισμένα ρομαντικά πλαίσια και η ματιά του Μπερτλς μας προϊδεάζει για το διαφορετικό ύφος και περιεχόμενο  της αφήγησής του.

« Οι περισσότεροι άνθρωποι που έρχονται σε αυτή τη χώρα αισθάνονται καθήκον τους να επισκέπτονται τον Παρθενώνα σαν να είναι Διαμαρτυρόμενοι ιερείς , είχε πει κάποτε η Ντόρα.
Είχαμε μιλήσει και μ’ έναν άλλο νεαρό που τον είχε βρει θαυμάσιο.
Τον είχε επισκεφτεί κάποτε και αισθανόταν ότι είχε κάνει το καθήκον του απέναντι στην Ελλάδα, έχοντας δει ένα θαύμα μοναδικό.
Εμείς πάντως δεν εκτιμήσαμε ιδιαίτερα αυτό το αφηγηματικό σκεπτικό για τον Παρθενώνα, λες και ήταν άσχετο με την ιστορία της χώρας και με τη ζωή των ανθρώπων της. Θεωρούσαμε την Αφηρημένη Ομορφιά χίμαιρα, έτσι τουλάχιστον πίστευα εγώ. Για μένα τα πράγματα είναι όμορφα ή όχι, ανάλογα με τη σχέση τους.
Εκείνο που βρήκαμε διαφωτιστικό σχετικά με τον Παρθενώνα ήταν το γεγονός ότι, το 1687, οι Τούρκοι είχαν αποθηκεύσει εκεί το μπαρούτι τους και οι Ενετοί το είχαν ανατινάξει. Κατά την ανατίναξη το κτίσμα καταστράφηκε με αποτέλεσμα να χαθούν τριακόσιες ζωές.
« Να λοιπόν τι συμβαίνει στην αφηρημένη ομορφιά, όταν συγκρούονται ανταγωνιστικοί ιμπεριαλισμοί» σκέφτηκα όταν το πληροφορηθήκαμε.

Τέλος Αυγούστου – αρχές Σεπτεμβρίου του 1935 οι Μπερτλς έρχονται για διακοπές στην Αθήνα και αυτό το ταξίδι έγινε η αφορμή για να γνωρίσουν την πραγματική Ελλάδα, τον τόπο, τους ανθρώπους, την καθημερινότητα και την πολιτική πραγματικότητα.
Οι πρώτες τους μέρες στην Αθήνα σημαδεύονται από πυροβολισμούς που « στην πραγματικότητα ήταν τα προεόρτια του πραξικοπήματος μέσω του οποίου καταργήθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα και αποκαταστάθηκε η μοναρχία, μόνο που εμείς δε γνωρίζαμε ακόμα τίποτε» 
Περιπλανιέται στην Αθήνα του μεσοπολέμου και μεταφέρει τις εντυπώσεις του για ό,τι συναντά μπροστά του, ανθρώπους, καταστήματα, καφενεία, τρόφιμα, ποτά, ενδυμασία όλα σχολιασμένα υπό το πρίσμα μιας διαφορετικής κουλτούρας αλλά και της αριστερής ιδεολογίας.

« Παρ’ όλα αυτά, στην αρχή και ως ένα σημείο, η ιδέα των διακοπών μας προστάτευε από τη φορτισμένη ατμόσφαιρα της ελληνικής πολιτικής. Έπειτα από οκτώ ολόκληρα χρόνια απασχόλησης σε μια καθημερινή  εφημερίδα, από τα είκοσι έξι ως τα τριάντα τέσσερα μου χρόνια, αισθανόμουν μια σχετική ανακούφιση  που ήμουν απελευθερωμένος από τις βιαιότητες, την πολιτική, τα ναυάγια και τις εξεγέρσεις. Είχαμε δυο τρία χρόνια μπροστά μας για να περιπλανηθούμε στον κόσμο χωρίς να γράψουμε λέξη, εκτός κι αν το θέλαμε πραγματικά. Γιατί λοιπόν εγώ τρωγόμουν να μάθω οτιδήποτε συνέβαινε; Είχα πια μπουχτίσει απ’ όλα αυτά και κατέκρινα τον εαυτό μου. Δεν θα μπορούσε δηλαδή κάποιος να ρίξει απλώς μια ματιά στα μέρη που τον ενδιέφεραν και κατόπιν να συνεχίσει; Προσπαθήσαμε να το κάνουμε, αλλά σιγά σιγά μάθαμε ότι τα ταξίδια πρέπει να έχουν αντικειμενικούς στόχους. Εφόσον είχαμε έρθει στην Ελλάδα με μοναδικό σκοπό την αναψυχή μας, δεν σκοπεύαμε να μείνουμε περισσότερο  από δυο τρεις μήνες, καθώς όμως αρχίσαμε να ενδιαφερόμαστε για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ελληνικός λαός και μεγάλωνε το ενδιαφέρον μας για την πολιτική κατάσταση, παρατείναμε την επίσκεψή μας, παραμένοντας σχεδόν για ένα χρόνο. Κατά συνέπεια, ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κάτι παραπάνω από απολαυστικές διακοπές, εξελίχτηκε σε μια πνευματική περιπέτεια. Για το σκοπό, επισκεφτήκαμε νησιά που δεν θα είχαμε σκεφτεί να επισκεφτούμε ποτέ, νησιά που δεν αναφέρονταν στους τουριστικούς χάρτες μας και συναντήσαμε ανθρώπους που τώρα πια γνωρίζουμε ότι θα ήταν τραγωδία αν δεν συναντούσαμε.»
Πρώτη έκδοση στο Λονδίνο το 1938

Αυτό το ταξίδι, η πνευματική περιπέτεια, αρχίζει από την Ιθάκη και το βλέμμα του δεν αφήνει τίποτε απαρατήρητο από μια Ελλάδα άγνωστη σε πολλούς ακόμη και σήμερα.

« Μια μέρα με το χάραμα, μαζί με κάποιους Θιακούς φίλους που είχαν ζήσει για χρόνια στην Αυστραλία, διασχίσαμε το κοιμισμένο χωριό Κιόνι. Σκαρφαλώνουμε καβάλα στα γαϊδούρια μέσα από τα στρατώνια της λοφοπλαγιάς, τα πετρώδη χωράφια για τα αμπέλια, τα καλαμπόκια και τις ελιές. Οι μοναδικοί ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις κουδούνες των κατσικιών και τα περιστασιακά βελάσματα από τα κοπάδια, μα ξάφνου, σε μια στροφή του ορεινού δρόμου, θυμηθήκαμε τα προβλήματα που ταλάνιζαν τον κόσμο. Πάνω σε μια πελώρια κοτρόνα υπήρχε ένα μεγάλο σφυροδρέπανο, σχεδιασμένο με κόκκινη μπογιά. Από κάτω υπήρχε ένα σύνθημα, το ίδιο κόκκινο, με κάθε του γράμμα γύρω στο μισό μέτρο ύψος. Οι φίλοι μας μετέφρασαν:

ΚΑΤΩ Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
ΚΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ»

Στο πέρασμά του από την Ήπειρο , το ζευγάρι περιηγείται την πόλη της Άρτας , πηγαίνει στα Γιάννενα και με μια πορεία 17 ωρών οδηγείται στο Μέτσοβο και από εκεί στην Καλαμπάκα. Φωτογραφικές περιγραφές μας ταξιδεύουν σε άλλες εποχές, αλλά δεν μπορεί κανείς να μη γελάσει πικρά όταν ο Μπέρτλς περιηγούμενος τα παζάρια της Άρτας εκπλήσσεται γιατί

« Ούτε στα παζάρια, ούτε σε κάποιο κατάστημα βρήκαμε να πουλιούνται αγροτικά εργαλεία, εκτός από μερικά μικρά. Δεν υπήρχαν μηχανήματα για άρμεγμα, τρακτέρ, αλωνιστικές μηχανές ή σταχωτές. Υπήρχαν πολλές τσάπες, μερικές μεταλλικές και άλλες ξύλινες και ακόμα περισσότερα απίστευτα πρωτόγονα ξύλινα δικράνια. Ξύλινα δικράνια και τσάπες και ξύλινα αλέτρια, παρ’ όλο που ένα μεγάλο ποσοστό του ελληνικού εδάφους είναι βραχώδες όσο και οποιαδήποτε άλλη καλλιεργήσιμη γη του κόσμου και μάλιστα τόσο βραχώδες….»

Στα Γιάννενα πληροφορείται το πραξικόπημα του στρατηγού Κονδύλη, που ανέτρεψε τον Τσαλδάρη και ανέλαβε τη διακυβέρνηση του τόπου. Έτσι επιστρέφοντας στην Αθήνα βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια διαφορετική πολιτική κατάσταση , όπου κυριαρχούσε η τρομοκρατία. Πολλοί άνθρωποι οδηγούνταν στη φυλακή και ακόμη περισσότεροι στην εξορία. 
Μεταδίδει όλη την ατμόσφαιρα που επικρατούσε με την κήρυξη του νόθου δημοψηφίσματος για την επιστροφή του βασιλιά, περιγράφει τις συγκρούσεις βενιζελικών και αντιβενιζελικών , οι οποίοι όλοι μαζί κατέληξαν να υποστηρίζουν τις ίδιες απόψεις και παρουσιάζει την αντιφατική συμπεριφορά του Ελευθέριου Βενιζέλου. 
Η επιστροφή του βασιλιά και όσα ακολουθούν καλύπτονται με αναλυτική παρουσίαση αλλά και σχόλια για την πολιτική κατάσταση και τους πρωταγωνιστές της επικεντρώνοντας στην οργάνωση εκδηλώσεων για γενική αμνηστία 

« Όσο παράδοξο και αν φαίνεται , η κατάσταση είχε ως εξής;:
1. Απελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι που είχαν σηκώσει τα όπλα τους εναντίον του κράτους, ακόμα και μερικοί που είχαν καταδικαστεί σε ισόβια, αλλά…
2. Δεν απονεμήθηκε χάρη στους φυλακισμένους που κρατούνταν ή βρίσκονταν εξόριστοι επειδή είχαν διεκδικήσει το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, είχαν συμμετάσχει σε συγκεντρώσεις, είχαν γράψει συνθήματα σε τοίχους με κιμωλία, είχαν απεργήσει, είχαν λάβει μέρος σε αντιφασιστικά συλλαλητήρια ή σε ταραχές για το επίδομα της διατροφής.
Με λίγα λόγια, η γενική αμνηστία δεν ήταν καθόλου γενική.»

Όταν ο Μπερτλς μαθαίνει για τον ποιητή Κώστα Βάρναλη τον αναζητά. Σε ένα καφενείο « σε κάποιο σοκάκι από αυτά που συγκλίνουν προς την παλιά Μητρόπολη» τον συναντά και συζητά μαζί του λογοτεχνικά, πολιτικά και ιδεολογικά θέματα αρχίζοντας από το Φως που καίει, έργο άγνωστο στο δημοσιογράφο και καταλήγοντας στο γεγονός της εξορίας του ποιητή. Η συζήτηση για τις αιτίες και τις συνθήκες της εξορίας του ποιητή κάνει τον Μπέρτλς να τον ρωτήσει αν κάποιος μπορεί να επισκεφθεί μερικά από αυτά τα νησιά.

« Και πώς ήταν οι συνθήκες στην εξορία;» τον ρώτησα
« Απαίσιες, πρωτόγονες, πολύ άσχημες», μου απάντησε. « Υπήρχε ανεπάρκεια τροφής, απαράδεκτη στέγαση, ψύλλοι, τίποτα για διάβασμα, κανενός είδους αβρότητα και να φανταστείτε ότι εγώ βρισκόμουν στον Άγιο Ευστράτιο, το καλύτερο νησί εξορίας. Σε μερικά από τα νησιά πρέπει να ζουν σαν τρωγλοδύτες. Αυτό είναι αποτρόπαιο».
«Αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαμε να επισκεφτούμε μερικά από αυτά τα νησιά», του είπα.
Εκείνος έβαλε τα γέλια, αλλά τον διαβεβαίωσα ότι μιλούσα σοβαρά, ότι ήθελα να δω με τα μάτια μου τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν οι πολιτικοί κρατούμενοι.»

Το συχνό σκαρφάλωμα στο Πεντελικό όρος του δίνει την ευκαιρία να αναφερθεί στο περίφημο μάρμαρό του αλλά και στις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των εργατών στην περιοχή εξόρυξής του.

« Όταν βρισκόμασταν εκεί, οι εργάτες έπαιρναν εξήντα δραχμές μεροκάματο για την εργασία αυτή, που αντιστοιχούν σε 2 σελίνια και 4 πένες. Οι εργάτες ζούσαν με τις οικογένειές τους κοντά στα νταμάρια, μέσα στα δικά τους μαρμάρινα παλάτια. Ήταν κάτι ανυπόφορες μικρές παράγκες, χτισμένες από περισσεύματα μαρμάρου».

Μετά το θάνατο του Κονδύλη το ζευγάρι έφυγε από την Αθήνα για τις Κυκλάδες « έχοντας προβεί προκαταβολικά σε όποιες επαφές μπορούσαμε ( κάτι που ουσιαστικά σήμαινε να βασιστούμε στην τύχη μας) για να επισκεφτούμε νησιά της άγονης γραμμής και κυρίως ένα, όπου ελπίζαμε να δούμε με τα μάτια μας πώς ζούσαν εκείνοι οι πολιτικοί εξόριστοι για τους οποίους τόσα είχαμε ακούσει στη διάρκεια των θερμών εβδομάδων της προεκλογικής εκστρατείας».

Από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια του βιβλίου είναι αυτό που περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια , μετά από περιπετειώδες ταξίδι και ακόμη πιο αγωνιώδη άφιξη, την επίσκεψη τους στην Ανάφη.

«Όσο απίστευτο κι αν φαινόταν , είχαμε φτάσει.
Όταν κοιτάξαμε από τη μια μεριά του πλοίου δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε τίποτα, από την άλλη όμως είδαμε το νησί σε απόσταση. Έμοιαζε σαν ασουλούπωτος ιπποπόταμος που στεκόταν ακίνητος μέσα στο νερό με τη μεγάλη του πλάτη ν΄αγγίζει τον ουρανό. Κοντά του ακούγονταν θόρυβοι. Από την ακτή ακούστηκαν οι φωνές των βαρκάρηδων. Μπορούσαμε να δούμε τις λάμπες που κρατούσαν να κουνιούνται πάνω κάτω. Σύντομα βρέθηκαν πλάι μας φωνάζοντας στα μέλη του πληρώματος. Είχαμε έτοιμες τις αποσκευές μας και καθώς είχα δώσει στους καμαρότους περίπου δέκα τοις εκατό φιλοδώρημα για το φαγητό μας και για τις επιπλέον υπηρεσίες που μας είχαν προσφέρει, δε μας άφησαν να κουβαλήσουμε τίποτα. Ο ένας πήρε το χαρτοφύλακα, ο άλλος τη γραφομηχανή, παρ’ όλο που η σανιδόσκαλα δεν απείχε ούτε δέκα μέτρα….Μέσα στη μικρή βάρκα ανανεώσαμε την πίστη μας στην αποστολή μας. Η βάρκα ήταν πολύ φορτωμένη και ελάχιστος χώρος έμενε ελεύθερος, ενώ κατά διαστήματα έμπαζε νερά. Οι βαρκάρηδες έπρεπε να τραβήξουν κουπί για αρκετή ώρα και αφοσιώθηκαν στο έργο τους χωρίς πολλές κουβέντες. Εγώ άρχισα να τραγουδάω , αλλά ο άνεμος έπαιρνε τα λόγια μου μακριά και μόλις και μετά βίας μπορούσα ν’ ακούω τον εαυτό μου….
Καθώς πλησιάζαμε στην ακτή, ακούγαμε βουητό από φωνές. Φώναζαν προς το μέρος μας και οι άνδρες στη βάρκα έδειξαν ν’ ανησυχούν. Δεν καταλαβαίναμε τι συνέβαινε, ξαφνικά όμως, μέσα στο μισόφωτο, είδαμε ένα μεγάλο βράχο που έπρεπε να αποφύγουμε για να μη συγκρουστούμε…
Μόλις φτάσαμε στην παραλία, μια ομάδα από γυμνούς, κυριολεκτικά ολόγυμνους άνδρες, χίμηξε στο νερό κρατώντας τη βάρκα και φωνάζοντας με όλη τους τη δύναμη. Αυτό μας άφησε άναυδους. Σ’ ένα νησί τόσο αφιλόξενο και χωρίς λιμάνι, δεν θα μας προκαλούσε εντύπωση αν οι άνδρες που θα έρχονταν για να βοηθήσουν στο άραγμα της βάρκας ήταν έγχρωμοι, ετούτοι όμως ήταν λευκοί, τα σώματά τους ήταν χλωμά και άστραφταν στο φως που έριχναν οι λάμπες θυέλλης και τα αναμμένα δαδιά. Ένα σχοινί ρίχτηκε προς το μέρος τους κι εκείνοι προσπάθησαν να σύρουν τη βάρκα στη στεριά, αλλά εκείνη αντιστεκόταν. Τα κύματα χτυπούσαν κοντά μας και μας ράντιζαν με άφθονο νερό. Από κάθε πλευρά άνδρες φώναζαν οδηγίες, ενώ μερικοί έπαιρναν τις αποσκευές και τα δέματα. Κάποιος με τράβηξε από το χέρι και χτύπησε τον ώμο του δείχνοντας ότι προσφερόταν να με κουβαλήσει στην ακτή. Δεν υπήρχε χρόνος για δισταγμούς…
Αυτή, λοιπόν , ήταν η Ανάφη. Είχαν χρειαστεί τρεις μέρες και τέσσερις νύχτες, αλλά τελικά είχαμε φτάσει. Στην παραλία άναβε μια μεγάλη φωτιά. Οι σύντροφοι μας περίμεναν και είχαν έρθει για να μας προϋπαντήσουν. Και με τι τρόπο!»

Οι Μπερτλς οδηγήθηκαν στο χωριό και έφτασαν στο οίκημα που στέγαζε την ομάδα συμβίωσης των πολιτικών εξορίστων. Εδώ μέσα θα γνωρίσουν πολύ καλά τις συνθήκες που ζούσαν οι εξόριστοι , θα πληροφορηθούν τις δυσκολίες, θα φάνε και θα πιούν μαζί τους από το υστέρημά τους , θα νιώσουν βαθιά τη φιλόξενη διάθεσή τους, θα περιηγηθούν διάφορες τοποθεσίες του νησιού, θα συναντηθούν με μερικούς από τους κατοίκους , θα κληθούν στο τμήμα , μα πάνω από όλα θα συζητήσουν με τους εξόριστους και θα μας προσφέρουν πλούσιες και πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή τους, τη δράση τους και τις ιδεολογικές τους θέσεις. Εκτός από τις μορφές των εξορίστων που αναδεικνύονται μέσα από  τις συζητήσεις – συνεντεύξεις , ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το κεφάλαιο , το οποίο αναφέρεται στην απεργία πείνας των πολιτικών εξορίστων στην Ανάφη. 

Ανάφη. Απεργία πείνας εξορίστων 1935

«« Και τώρα μιλήστε μας για την απεργία πείνας», είπα την επόμενη νύχτα, όταν οι σύντροφοι είχαν ολοκληρώσει τη μελέτη τους…
Συναντηθήκαμε στην τραπεζαρία της ομάδας, όπου κρεμόταν το μεγάλο παστέλ πορτρέτο του Ένγκελς. Έφεραν μισό τενεκέ κηροζίνης γεμάτο στάχτες και χόβολη στην επιφάνεια και τον τοποθέτησαν κάτω από το τραπέζι για να ζεσταίνει τα πόδια μας. Καθίσαμε όλοι, με τα πανωφόρια μας ριγμένα στους ώμους σαν κάπες, χωρίς να φοράμε τα μανίκια όπως συνηθίζεται στην Ελλάδα. Τα φορούσαμε συνεχώς, όσον καιρό μείναμε στην Ανάφη. Το νησί ήταν κρύο ακόμα και με λιακάδα. Άνεμος παντού, αδύνατο να του ξεφύγεις ακόμα και μέσα σε αυτά τα πρωτόγονα αγροτόσπιτα που καταλάμβαναν οι εξόριστοι και ήταν παγωμένα, κυρίως τη νύχτα – πέτρινοι τοίχοι, χωμάτινο πάτωμα, χωρίς τζάκια, πέρα από μια μικρή εστία στην κουζίνα για το μαγείρεμα, σπασμένες πόρτες που δεν έκλειναν…
Γύρω μας πρέπει να είχαν συγκεντρωθεί καμιά εικοσαριά μέλη της ομάδας, ενώ η Ντόρα και ο Γιώργος ως συνήθως μετέφραζαν. Καθίσαμε εκεί για πολλές ώρες και, μολονότι η Ντόρα είχε την εντύπωση ότι δεν θα σταματούσα να τους ρωτάω, εκείνοι εκτίμησαν το πάθος μου για την ακρίβεια και απαντούσαν ενσυνείδητα. Το φως της λάμπας σχημάτιζε βαθιές σκιές στα βαθουλωμένα τους πρόσωπα, εξιδανικεύοντας τη λεπτομέρεια όπως στα ιμπρεσιονιστικά πορτρέτα. Καρτερικότητα και ταλαιπωρία – αυτά ήταν τα χαρακτηριστικά που διαβάζαμε σε όλα εκείνα τα πρόσωπα.»

 Η απεργία αυτή κράτησε δεκατέσσερις μέρες , από τις 19 Δεκεμβρίου 1935 έως την Πρωτοχρονιά του 1936 με αίτημα τη χορήγηση γενικής αμνηστίας.

« Αυτή η επαναστατική γενιά μπορεί να αισθάνεται περήφανη για πολλά πράγματα….Ήταν περήφανοι που είχαν περάσει από έναν τόσο σκληρό αγώνα όπως η απεργία πείνας χωρίς να κάνουν βήμα από τις αρχές τους, ωστόσο δεν υπήρχε ίχνος κομπορρημοσύνης στην εκτίμησή τους για το γεγονός… Είχαν ένα σωρό πράγματα να μας διηγηθούν, δεν ήξεραν από πού ν’ αρχίσουν και, καθώς μιλούσαν, τα πρόσωπά τους φλέγονταν από μια εσωτερική υπερένταση. Ήταν ο πιο εκτεταμένος μεμονωμένος αγώνας που είχαν δώσει στην εξορία και η πιο μεγαλοπρεπής απόδειξη αλληλεγγύης.
Ήταν άλλωστε και μια νίκη.
Όχι ολοκληρωτική, αλλά σημαντική.»

Ο θάνατος του Βενιζέλου γίνεται η αφορμή για να επισκεφθεί την Κρήτη και να μας δώσει  εκτός από την περιγραφή του τόπου το κλίμα, που επικρατούσε στο νησί , αλλά να αναλύσει και την πολιτική κατάσταση πριν από το θάνατο του Βενιζέλου και μετά από αυτόν. 
Στην Αθήνα τα πολιτικά πράγματα δεν πήγαιναν καλά και η αποκάλυψη του μυστικού συμφώνου που είχε υπογράψει ο Σοφούλης με τους κομμουνιστές του Παλλαϊκού Μετώπου όξυνε ακόμα περισσότερο το κλίμα. Η τεταμένη ατμόσφαιρα ενισχύθηκε με την παραχώρηση στο Μεταξά του προνομίου της διακυβέρνησης της χώρας. Οι νέες πολιτικές εντάσεις σημαδεύτηκαν από τη μεγάλη απεργία στη Θεσσαλονίκη το Μάη του 1936 και τις μαζικές δολοφονίες εργατών. Ο Μπερτλς δεν βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη εκείνη τη μέρα, αλλά την επισκέφτηκε αργότερα γιατί ήθελε να έχει μια εκτίμηση από τους ντόπιους και γιατί ήθελε να ερευνήσει ο ίδιος τις αντικρουόμενες λεπτομέρειες στα ρεπορτάζ των εφημερίδων και έτσι μας παρουσιάζει εκτενώς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εμπλουτισμένα με πολλές λεπτομέρειες.
Και αν η αποκάλυψη του Συμφώνου Σκλάβαινα – Σοφούλη προκάλεσε θύελλα στα πολιτικά κόμματα και ενώ η Αθήνα και οι μεγάλες πόλεις βρίσκονταν στη δίνη μιας γενικής απεργία, ο Μπερτλς δεν χάνει την πολύτιμη ευκαιρία να επισκεφθεί τα γραφεία σύνταξης του Ριζοσπάστη και να κατορθώσει με επίμονες προσπάθειες να συνομιλήσει με τον Σκλάβαινα. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη  διάρκειας τρεισήμισι ωρών για όλα τα κρίσιμα πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα της εποχής του.
Κατά τη διάρκεια της γενικής απεργίας συνελήφθησαν δεκάδες εργάτες. Από αυτούς όσοι κρίνονταν επικίνδυνοι κομουνιστές ή υποκινητές ταραχών καταδικάζονταν σε πολλά χρόνια φυλάκισης ή εξορίζονταν. Μέσα σε αυτό το κλίμα των διώξεων ,της τρομοκρατίας και των  έντονων διαμαρτυριών από το Κομμουνιστικό Κόμμα και κανονικού σαμποτάζ από τους Φιλελεύθερους του Σοφούλη , ο αυστραλός δημοσιογράφος κατορθώνει λίγες μέρες μετά τη συζήτηση με τον Σκλάβαινα να συναντήσει άλλο ένα σημαντικό πρόσωπο εκείνων των ημερών, τον Μιχάλη Τυρίμο , βουλευτή , διευθυντή και συντάκτη του Ριζοσπάστη, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο οποίος κρυβόταν από την αστυνομία σχεδόν τρία χρόνια. Από αυτόν μαθαίνει για τη Γαύδο.

« Απ’ όλα αυτά τα νησιά εξορίας , ποιο είναι το χειρότερο από άποψη στέγασης και τροφής;» τον ρώτησα
« Η Γαύδος», μου απάντησε αμέσως, « μολονότι δεν θα συνιστούσα κανένα. Δεν έχω βρεθεί ποτέ στην Ανάφη, όλοι όμως συμφωνούν ότι η Γαύδος είναι μακράν το χειρότερο. Όπως πρέπει να έχετε ακούσει ,το αποκαλούμε Νησί του Θανάτου…»
Ξεπερνώντας τα πολλαπλά εμπόδια η Γαύδος είναι ο επόμενος σταθμός της επίσκεψής του. Και πηγαίνει μόνος του χωρίς τη γυναίκα του αυτή η φορά.
« Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα αράξαμε με θόρυβο σε μια εσοχή στη βορειοανατολική ακτή της Γαύδου, σ’ ένα αραξοβόλι που έμοιαζε μάλλον με γωνίτσα των απόκρημνων ακτών. Ο καπετάνιος φώναξε, σκιάζοντας τη νύχτα, αλλά δεν πήρε απόκριση, εκτός από την ξαφνική ηχώ και τον παφλασμό του νερού στα βράχια. « Έχουν δρόμο μέχρι να φτάσουν σ’ αυτό το αραξοβόλι», μου είπε….
Μόλις είχαμε ξαπλώσει, ακούστηκε μια φωνή από το νησί και είδαμε δυο σκιές που πλησίαζαν από την πλαγιά.
« Να τοι», είπε ο καπετάνιος και απάντησε στο κάλεσμά τους λέγοντας ότι είχε επιβάτη. Μετά με φόρτωσε με τις προμήθειες κι εκείνοι με βοήθησαν να αποβιβαστώ λέγοντας: « Καλωσόρισες, σύντροφε, πόση είναι η ποινή σου;»
Εξήγησα ότι δεν ήμουν εξόριστος, αλλά ένας ξένος επισκέπτης, ένας δημοσιογράφος.
« Και πάλι καλωσόρισες», είπαν και με ρώτησαν από πού είχα έρθει, αναφωνώντας: « Από την Αυστραλία; Μεγάλο ταξίδι έκανες. Και πάλι, καλωσόρισες».
Βαδίσαμε για μια ατέλειωτη ώρα πάνω σε άμμο και πέτρες, μια διαδρομή δύσκολη, κυρίως πάνω στην άμμο που ήταν απαλή και βαθιά και γέμιζε τα παπούτσια μας. Όταν φτάσαμε στη ομάδα – στο «παλάτι» για το οποίο τόσα είχα ακούσει – πολλοί σύντροφοι είχαν κιόλας κοιμηθεί, όλοι τους όμως σηκώθηκαν για να κουβεντιάσουν μαζί μου. Στην Ανάφη με περίμεναν, εδώ όμως η επίσκεψή μου ήταν απρόσμενη. Ξένος επισκέπτης στη Γαύδο; Μα αυτό είναι ανήκουστο!»

Ομάδα εξορίστων στη Γαύδο στα τέλη του 1935

Στη Γαύδο μένει πολύ λίγο αλλά προλαβαίνει να συνειδητοποιήσει τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες των εξορίστων.

« Μόνο όταν το καΐκι άρχισε να απομακρύνεται και η μικρή ομάδα στην ακτή να μικραίνει πάνω στο περίγραμμα του κόλπου και του λόφου του νησιού πίσω τους, συνειδητοποίησα τι βασάνιζε περισσότερο αυτούς τους εξόριστους. Δεν ήταν οι στερήσεις, η ανεπάρκεια τροφής, η έλλειψη ανέσεων – μολονότι όλα αυτά μερικές φορές έπρεπε να μοιάζουν αβάσταχτα – αλλά η απομόνωση πάνω σ΄ένα νησί όπου τίποτε δεν φύτρωνε, όπου δεν υπήρχε έστω μια μικρή κοινότητα για να συναναστραφούν, όπου έπρεπε να ισιώσουν ένα κομμάτι γης και να υποκριθούν ότι ήταν πλατεία – ένα μέρος για να συγκεντρώνονται το απόγευμα – όπου δεν υπήρχε κανείς άλλος για να κουβεντιάσουν πέρα από τους δεκατρείς τους, όλη μέρα, όλο το χρόνο. Ένα κύμα οργής με πλημμύρισε εναντίον των κυβερνητικών αρχών που μπορούσαν να καταδικάζουν αυτούς τους ανθρώπους σε μια τέτοια ποινή, ανθρώπους καθωσπρέπει, νέους και γεμάτους ιδανικά. Στάθηκα στο ακριανό κατάρτι και αφού στηρίχτηκα  με το ένα χέρι στο άλμπουρο, τους χαιρέτησα με το άλλο, κρατώντας σφιγμένη τη γροθιά μου. Εκείνοι ανταπέδωσαν το χαιρετισμό φωνάζοντας: « Καλό ταξίδι, σύντροφε!»

Στο μεταξύ στην Αθήνα οι πολιτικές διαμάχες ήταν έντονες με κυρίαρχο ζήτημα την ανάγκη σχηματισμού ενός Ενιαίου Μετώπου όλων των δημοκρατικών κομμάτων για την καταπολέμηση του φασιστικού κινδύνου που ελλόχευε στις κινήσεις του Μεταξά και των υποστηρικτών του. Σύμφωνα με τον Μπερτλς οι μόνοι που μιλούσαν πιο καθαρά ήταν οι κομμουνιστές ενώ όλοι οι άλλοι υποτιμούσαν αυτόν τον κίνδυνο. Έτσι αναφέρεται στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου , ο οποίος αν και δημοκρατικός ήταν αντικομμουνιστής και ο δημοσιογράφος αναλαμβάνει να μας παρουσιάσει ορισμένες χαρακτηριστικές απόψεις του , τις οποίες ονομάζει «μαργαριτάρια» και να τις σχολιάσει με δηκτικό τρόπο.

« Ενώ οι αντιπαραθέσεις κορυφώνονταν, κουβέντιασα αυτά τα ζητήματα με τον Δημήτρη Γληνό, ένα βουλευτή του Παλλαϊκού Μετώπου, που πριν την επάνοδο του βασιλιά διέπρεπε μεταξύ των μεσοαστών αντιμοναρχικών, τους οποίους ο Κονδύλης αποστρεφόταν ως « κομμουνιστές διανοούμενους».»

Αρχικά  σκιαγραφεί  την προσωπικότητα του Γληνού και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του δίνοντας ταυτόχρονα  πτυχές της δράσης του και στη συνέχεια παραθέτει τα ερωτήματα που του υπέβαλε για πολλά κρίσιμα και δύσκολα ζητήματα του κινήματος και της πολιτικής κατάστασης σε σχέση και με τη δράση των κομμουνιστών και τις απαντήσεις του.

« Τον ρώτησα ποια απάντηση μπορούσε να δώσει, ως ηγετικό στέλεχος των κομμουνιστών, στην κατηγορία του Παπαναστασίου ότι, συνηγορώντας υπέρ ενός Λαϊκού Μετώπου κατά του φασισμού, οι κομμουνιστές απλώς «συγκάλυπταν» τους πραγματικούς τους στόχους. Εκείνος έκανε μια χειρονομία αποδοκιμασίας και μια γκριμάτσα απέχθειας. Μα πώς μπορούσε να μιλάει έτσι ο Παπαναστασίου; Ήταν γελοίο. Βέβαια, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν ο πιο σημαντικός παράγοντας του Λαϊκού Μετώπου, αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα και το Λαϊκό Μέτωπο ήταν διαφορετικά πράγματα, κάτι που εξαρχής είχαν δηλώσει οι κομμουνιστές. Ο σκοπός του Λαϊκού Μετώπου ήταν να συμπεριλάβει όλα τα αντιφασιστικά κόμματα και να παλέψει για την απελευθέρωση του λαού. Ήθελε να συμπεριλάβει τους Αγροτιστές, τα παλαιοδημοκρατικά κόμματα, τους σοσιαλιστές και όλες τις προοδευτικές οργανώσεις που είχαν κοινή επιθυμία με το Κομμουνιστικό Κόμμα τη διατήρηση των λαϊκών ελευθεριών.
« Το έχουμε προτείνει έντιμα», δήλωσε. « Το Λαϊκό Μέτωπο δεν αποτελεί συγκάλυψη. Δεν χάνουμε το χαρακτήρα μας ως κομμουνιστές μέσα στο Λαϊκό Μέτωπο και ουδέποτε υπαινιχθήκαμε κάτι τέτοιο. Εξακολουθούμε να ανήκουμε στην Τρίτη Διεθνή. Αυτό διακηρύσσει το κόμμα μας. Το γράφουμε στα μανιφέστα μας. Σήμερα όμως ζητάμε από όλα τα άλλα αντιφασιστικά κόμματα, τα οποία μπορούν να διατηρήσουν τα ξεχωριστά κομματικά τους προγράμματα, να ενωθούν μαζί μας σ’ ένα κοινό πρόγραμμα για την καταπολέμηση της φασιστικής απειλής. Αυτή είναι μια ειλικρινής πρόταση. Δεν χρειάζεται να μιλάμε με γρίφους και παραδοξολογίες. Δεν υπάρχει ανάγκη συγκάλυψης ενός προγράμματος το οποίο ενστερνίζεται θερμά η μεγάλη μάζα του λαού. Εμείς έχουμε την πολυτέλεια να μιλάμε καθαρά και ξάστερα».

Αμέσως μετά τη συνομιλία με τον Γληνό ζήτησε συνέντευξη από τον Μεταξά. Περιγράφει όλες τις προσπάθειες που έγιναν από τη μεριά του και την αναβλητική τακτική των εκπροσώπων του Μεταξά,  οι οποίες τελικά κατέληξαν σε άρνηση.

« Δεν μπορούσε να παραχωρήσει τη συνέντευξη. Αν και φασίστας, ο Μεταξάς δεν ήταν ανόητος. Αν απαντούσε με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις μου, όφειλε να ομολογήσει ότι οι διαβεβαιώσεις του προς τους φιλελεύθερους και  τα δημοκρατικά του προσχήματα ήταν απλώς μια συγκάλυψη , ουσιαστικά μια πλάνη. Αν όμως, από την άλλη , μου είχε πει όσα  είχε πει και στους φιλελεύθερους και εκείνα με τα οποία προσπαθούσε να πείσει τους Έλληνες, δεν θα μου δήλωνε κάτι που ο ίδιος ήταν έτοιμος να διαψεύσει . Αυτά ήταν τα κέρατα του ταύρου στο δίλημμά του και έπραξε σωστά που αρνήθηκε να με δεχτεί. Μόνο εφόσον ήθελε να χαρακτηριστεί πάραυτα ψεύτης , θα μπορούσε να μου πει ότι πρόθεσή του ήταν η αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών και ο σεβασμός των δημοκρατικών μορφών διακυβέρνησης, ενώ στην πραγματικότητα επέσπευδε τις « πραξικοπηματικές» προετοιμασίες του για τη διάλυση και την κατάργηση του Κοινοβουλίου και την εγκαθίδρυση μιας βασιλικοστρατιωτικής φασιστικής δικτατορίας».

Στο διάστημα που περιμένει την απάντηση από το επιτελείο του Μεταξά και καθώς συντομεύει το διάστημα της παραμονής του στην Ελλάδα επισκέφτηκε τις εργατικές συνοικίες και μίλησε με άνδρες και γυναίκες για τη δουλειά και τις συνθήκες διαβίωσης. Παραθέτει την εμπειρία του από τα Ταμπούρια, « ένα προσφυγικό συνοικισμό έξω από τον Πειραιά, που ….ήταν ενδεικτικός όλων των αντίστοιχων συνοικισμών στις βιομηχανικές περιοχές»

Όλα έδειχναν, στο μεταξύ, ότι τα πολιτικά γεγονότα οδηγούσαν σε σφοδρή σύγκρουση. Από τη μια οι προετοιμασίες του Μεταξά για την επιβολή φασιστικής δικτατορίας και από την άλλη το αίτημα για τη συνεργασία των δημοκρατικών κομμάτων όσο ήταν ακόμα καιρός. Διαμαρτυρίες συνδικαλιστών, αντιφασιστών , απεργίες και συνέδρια για να συζητηθούν οι ενωτικές προτάσεις και να προετοιμαστεί ο μαζικός αγώνας κατά των αντεργατικών μέτρων και των συλλήψεων. Συγχρόνως γίνονταν προσπάθειες για το συνασπισμό των δημοκρατικών κομμάτων σε ένα ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο. 

« Στα μέσα Ιουνίου, το Κομμουνιστικό Κόμμα εξέδωσε μια δραματική ανακοίνωση προς τον ελληνικό λαό να είναι έτοιμος για να υπερασπιστεί τις ελευθερίες του και έκανε έκκληση στους βουλευτές όλων των δημοκρατικών κομμάτων να αποσύρουν την υποστήριξή τους προς τον Μεταξά και να τον καθαιρέσουν…»

Στις 5 Αυγούστου οι δύο εργατικές Ομοσπονδίες είχαν εξαγγείλει από κοινού γενική απεργία. Τα μεσάνυχτα της 4ης Αυγούστου ο Μεταξάς επέβαλε δικτατορικό καθεστώς. « Δικτατορία – Για πόσο καιρό ;»αναρωτιέται ο Μπερτ Μπερτλς ενώ περιγράφει αναλυτικά την νέα πολιτική κατάσταση και τις συνέπειες της στην καθημερινότητα των Ελλήνων, αλλά και την μεγάλη τρομοκρατία με τις διώξεις, συλλήψεις , φυλακίσεις και εκτοπίσεις .

Το ζευγάρι των αυστραλών,  αν και στο Λονδίνο πλέον, εξακολουθούσε να διατηρεί επαφές με μερικούς φίλους στην Ελλάδα και να επικοινωνεί μαζί τους όχι μόνο μαθαίνοντας τα νέα, αλλά προσπαθώντας να βοηθήσει όπως μπορεί.

« Βρισκόμαστε στα τέλη του 1937. Πριν από λίγες μέρες έλαβα μια άλλη επιστολή, κάπου απ’ έξω από την Ελλάδα. Είχε σταλεί από έναν Έλληνα που διέφυγε την εξορία. Για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω, δεν αναφέρω το όνομά του, ούτε καν τη χώρα που διαμένει. Είναι κομμουνιστής, περήφανος που το Κόμμα του στην Ελλάδα, παρά την παρανομία και τις παρακολουθήσεις, τις διαρκείς διώξεις των μελών του από την αστυνομία και με επικηρυγμένους μερικούς από τους ηγέτες του, εξακολουθεί να αγωνίζεται για ένα Λαϊκό Μέτωπο, το μόνο που ( σύμφωνα με τη γνώμη του) μπορεί να βάλει τέλος στη φασιστική τυραννία και να απελευθερώσει το λαό…»


Μπερτ Μπερτλς , Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα Πολιτικού και Ταξιδιωτικού Ενδιαφέροντος, μετάφρ. Γιάννης Καστανάρας, πρόλογος – εισαγωγή Ντέβιντα Κλόουζ – Άλκης Ρήγος, Φιλίστωρ, Αθήνα 2002.

Με τη αφιέρωση : 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΤΟΡΑ
που ταξίδεψε μαζί μου
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΝΝΑΙΟΥΣ
ΕΛΛΗΝΕΣ – ΘΥΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
στη φυλακή και την
ΕΞΟΡΙΑ
Σε αυτούς και στη χώρα τους
αφιερώνεται αυτό το βιβλίο

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Αίγινα

στην Αίγινα Με Ενδιαφέροντες Ανθρώπους
Για την εκδρομή αυτή δεν προγραμμάτισα τίποτα και δεν ασχολήθηκα καθόλου πέρα από το να στείλω τα χρήματα για τη συμμετοχή μας. Αφέθηκα στους οργανωτές της ομάδας. Μιας ομάδας 50 και παραπάνω ατόμων του Συλλόγου Ατόμων με Σκλήρυνση Κατά Πλάκας (ΣΑμΣΚΠ) και των συνοδών τους. Οι μισοί λοιπόν με τα αναπηρικά τους αμαξίδια , τα μπαστούνια ή τις πατερίτσες τους. Άνθρωποι με Ειδικές Ανάγκες, με Ειδικές Απαιτήσεις. Όλοι όμως με ένα βασικό χαρακτηριστικό. Δίψα και θέληση για ζωή!!

Η συνέχεια εδω:http://disaki.blogspot.com/2011/06/blog-post.html

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Λαύριο, το θησαυροφυλάκιο της Αττικής γης!

Έρμη Αττική γη! Που σου ’λαχε να πέσεις στα χέρια ημών των Νεοελλήνων για να σε «τακτοποιήσουμε» δεόντως! Σου δώσαμε και κατάλαβες!
Τύχη αγαθή μας χάρισε αυτόν τον ευλογημένο τόπο. Και τι δεν έδωσε αυτός σε αντάλλαγμα! Ταπεινά αγαθά αλλά και πλούτο. Πλούτο μεγάλο ικανό να φτιάξει ολάκερο πολιτισμό. Μνημεία μοναδικής ακτινοβολίας στο χώρο και το χρόνο. 

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Μια επίσκεψη στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης

Τέταρτη μέρα του 2011 και πραγματοποιήσαμε την πρώτη μας πολιτιστική επίσκεψη. Αυτή τη φορά μέσα στην Αθήνα. Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, στο Κολωνάκι. Στο μουσείο αυτό αυτές τις μέρες υπάρχουν 4 εκθέσεις που τελειώνουν σύντομα.
Η πρώτη ήταν 
με εκθέματα από μουσεία και συλλογές της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και της Μολδαβίας
 
 
Η συνέχεια στο http://disaki.blogspot.com

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Στη Στερεά……………της Πελοπόννησος!!!

Όπως είναι γνωστό ο νομός Κορινθίας, αν και νομός της Πελοποννήσου έχει στην «επικράτειά» του και όλίγον από Στερεά Ελλάδα. Γι αυτό το κομμάτι θα πούμε σήμερα.
Η σημερινή Σαββατιάτικη βόλτα μας είχε πολλά. Ήταν κοντά στην Αθήνα, είχε πολύ πράσινο, είχε λίμνη, είχε αρχαιολογικό χώρο, είχε και ένα φάρο(!). Είχε και νόστιμο ψάρι και στο τέλος είχε και καφέ πίσω από το τζάμι να χαζεύουμε τη θάλασσα απ’ έξω που φουρτούνιασε ξαφνικά και μας έδειξε το χειμωνιάτικο πρόσωπό της.
Βόλτα λοιπόν στο Ηραίον, τη Λίμνη Βουλιαγμένης και στο τέλος Λουτράκι. Όσο κοινότυπη βόλτα και αν ακούγεται, για εμάς ήταν μια βόλτα που μας έφερε για πρώτη φορά να γνωρίσουμε ένα σπουδαίο αρχαιολογικό χώρο και ένα όμορφο, «άγριο» τοπίο με ένα ανθρώπινο έργο του 19ου αιώνα.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Με τους φίλους μας Χρήστο και Μίνα ξεκινήσαμε για Λουτράκι. Περάσαμε χωρίς να σταματήσουμε συνεχίζοντας για Περαχώρα και Λίμνη Βουλιαγμένης. Βρισκόμαστε στη χερσόνησο Αγρίλαος, στον κόλπο Αλκυονίδων Νήσων Ακολουθώντας τη βόρεια πλευρά αυτής της ιδιόμορφης λίμνης-λιμνοθάλασσας, που στη νότια πλευρά της επικοινωνεί με τη θάλασσα του Κορινθιακού από ένα πολύ στενό άνοιγμα, στρίψαμε δεξιά ακολουθώντας αυτή τη φορά τις πινακίδες για τον Αρχαιολογικό χώρο του Ηραίου. Σε λίγο φτάναμε στο ακρωτήριο Μελαγκάβι ή Ηραίον.


Η συνέχεια στο http://disaki.blogspot.com/

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας

21 Νοεμβρίου 2010

Ο καιρός σήμερα της Παναγίας, αν και κοντεύει τέλος Νοεμβρίου δε λέει να συμβαδίσει με το ημερολόγιο. Και τα μυαλά μας όμως μας τα ξεσηκώνει για έξω. Που να κάτσει κανείς μέσα με τέτοια λιακάδα. Έτσι είπαμε σήμερα να πάμε στη Βραυρώνα, σε ένα από τα σημαντικότερα ιερά της Αρχαίας Αττικής.
Η Βραυρώνα βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της Αττικής, νότια της Αρτέμιδος (Λούτσα) και βόρεια του Πόρτο Ράφτη. Ο αρχαιολογικός χώρος και το μουσείο βρίσκονται πολύ κοντά στη θάλασσα, σε μια περιοχή που ο χείμαρρος Ερασίνος δημιουργεί βάλτους και έτσι έχει πολλές προσχώσεις. Στο Ιερό αυτό λατρευόταν η Άρτεμις, θεά του κυνηγιού, της φύσης αλλά και της ευτοκίας, καθώς και η Ιφιγένεια, η οποία επιστρέφοντας από την Ταυρίδα όπου την είχε μεταφέρει η Θεά έγινε Ιέρεια εκεί (αυτή είναι η κατά Ευριπίδη εκδοχή του μύθου).
Έχουμε περάσει απ' έξω πάρα πολλές φορές αλλά δεν τα καταφέραμε να πάμε ποτέ. Έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε. Σκοπός μας να πάμε πρώτα στο Αρχαιολογικό Μουσείο και μετά στον Αρχαιολογικό Χώρο. Το Μουσείο αποδείχτηκε ανέλπιστα ενδιαφέρον και μας πήρε πάνω από μια ώρα. Έχει ευρήματα από τις ανασκαφές του Ιερού και της γύρω περιοχής αλλά και μια αίθουσα με υπέροχα ευρήματα από ανασκαφές σε περιοχές της νοτιοανατολικής Αττικής. Έκαιγε ο ήλιος και έτσι αφήσαμε τον αρχαιολογικό χώρο για μια άλλη φορά, που θα έχει συννεφιά.
Μετά το μουσείο πήγαμε για φαΐ στην παραλία της Νέας Λούτσας, μεταξύ Λούτσας, Βραυρώνας. Αρκετοί ήταν αυτοί που κάνανε μπάνιο (!!!). Κάτσαμε για φαΐ δίπλα στο κύμα αλλά το φαΐ ήταν από μέτριο έως κάκιστο. Μας αποζημίωσε όμως το τοπίο. Απογευματάκι πια γυρίσαμε στο σπίτι μας. Για άλλη μια φορά γεμάτοι και περήφανοι για τα σπουδαία έργα αυτών που ζήσανε αιώνες πριν σ' αυτόν τον τόπο και μεγαλούργησαν!!!


Στοίχιση  στο  κέντρο



Περισσότερες φωτογραφίες:
http://picasaweb.google.com/dimoshellas2/Vravron21112010#
Περισσότερες πληροφορίες:
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CF%81%CE%B1%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CE%B1
http://hellas.teipir.gr/prefectures/greek/Attikis/Brabrona.htm

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

Αμφιάρειο, ένας μικρός περίπατος στην ιστορία!

Πέρασαν 31χρόνια από εκείνο το Νοέμβρη που με φίλους πήγαμε να γνωρίσουμε ένα αρχαιολογικό χώρο που πρώτη φορά άκουγα το όνομά του.

ΑΜΦΙΑΡΕΙΟ! Είναι κοντά στον Ωρωπό, και συγκεκριμένα ανάμεσα στους οικισμούς Μαρκόπουλο Ωρωπού και Κάλαμο. Το τοπίο εντυπωσιακό.

Μια μικρή πευκόφυτη κοιλάδα με ένα χείμαρρο να κυλά στο βάθος της και να χωρίζει στα δύο το αρχαιολογικό χώρο που αναπτύσσεται στις δυο πλευρές της κοιλάδας. Στη βόρεια πλευρά του χειμάρρου τα κυρίως κτήρια και στη νότια τα βοηθητικά. Η είσοδος στα αρχαία χρόνια ήταν από την ανατολική πλευρά στο τέλος του δρόμου που ερχόταν από το λιμάνι. Στις μέρες μας η νέα είσοδος είναι ακριβώς αντίθετα στη δυτική πλευρά του χώρου.

Ο Αμφιάραος υπήρξε από τις σημαντικότερες ηρωικές μορφές των αρχαίων χρόνων, είχε μαντικές και θεραπευτικές ικανότητες και θεοποιήθηκε από τον Δία, σύμφωνα με τη μυθολογία. Αμφιάρεια υπάρχουν σε διάφορες θέσεις του Ελλαδικού χώρου, το σημαντικότερο όμως ήταν αυτό του Ωρωπού. Οι άνθρωποι πήγαιναν εκεί για μαντείες και θεραπείες. Θεωρούνταν μάλιστα ο Θεός, μέγας ιατρός. Η φήμη του είχε ξεπεράσει τα όρια της Ελλάδας πράγμα που φαίνεται από τις πηγές που αναφέρουν μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Κροίσος, βασιλιάς της Λυδίας, ο Λυσίμαχος, βασιλιάς της Θράκης, ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ και η σύζυγός της Αρσινόη, βασιλείς της Αιγύπτου και οι Ρωμαίοι Βρούτος (ο γνωστός!) και Σύλλας. Και φυσικά πάρα πολλοί ακόμα ων τα ονόματα σκέπασε η λήθη!

Ο χώρος φυσικά δεν άλλαξε.

Όπως μπαίνουμε αριστερά είναι τα Αναθήματα. Είναι οι βάσεις των αναθημάτων, μεταλλικών ή μαρμάρινων που έχουν σήμερα χαθεί.

Δεξιά είναι τα ερείπια του Ναού

και στη συνέχεια από την ίδια πλευρά η Ιερή Πηγή. Από την αριστερή μεριά, μετά τα Αναθήματα, μια σκάλα λαξευμένη στο βράχο οδηγεί στο Θέατρο που στις δόξες του πρέπει να χώραγε 2500-3000 άτομα.



Είναι μερικά αναστηλωμένο με 5 μαρμάρινους θρόνους (για τους επίσημους) και μια σειρά κίονες της διώροφης κάποτε σκηνής.

Μετά το θέατρο είναι τα ερείπια μιας μακρόστενης Στοάς και στη συνέχεια των Λουτρών. Απέναντι από τη Στοά μια μικρή παραφωνία. Το κτήριο-αποθήκη, που ευτυχώς το κρύβουν αρκετά τα δέντρα.

Η επίσκεψή μας αυτή μας γύρισε πίσω στα νιάτα μας και πολύ το ευχαριστηθήκαμε.

Ήταν και η ηλιόλουστη μέρα του Οκτωβρίου που συμπλήρωσε με τον καλύτερο τρόπο την εκδρομή μας, που ήταν πολύ μικρή αυτή τη φορά. Φεύγοντας κατεβήκαμε στους Αγίους Αποστόλους και από εκεί κινηθήκαμε παραλιακά προς τα βόρεια. Στην παραλία του Μαρκόπουλου κάτσαμε για το ψαράκι μας και στη σκάλα του Ωρωπού για τον καφέ μας. Το απογευματάκι γυρίσαμε στο σπίτι μας με γεμάτες μνήμες φωτογραφικής μηχανής, κασέτες βιντεοκάμερας και φυσικά τις δικές μας μπαταρίες.!!


Για κάποιες πληροφορίες
http://odysseus.culture.gr/h/3/gh351.jsp?obj_id=2413

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BC%CF%86%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B1%CE%BF%CF%82

Περισσότερες φωτογραφίες: http://picasaweb.google.com/dimoshellas2/Oropos30102010#

Ένα μικρό βίντεο από την επίσκεψή μας
http://www.youtube.com/watch?v=5dSX9BPcssE

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Στη γη των Θεών!

Το τριήμερο της Παναγίας πέρασε και οι ορδές γύρισαν στη βάση τους! Εμείς τότε αποφασίσαμε να πάμε προς τα βόρεια. Εκείνο το καλοκαίρι του 2005 ήταν δύσκολο μιας και ήταν το τελευταίο πριν τις Πανελλήνιες εξετάσεις της κόρης μας και όλος ο Ιούλιος πέρασε με τα φροντιστηριακά της μαθήματα.

Ήταν το πάρα πολύ μακρινό 1977, όταν φοιτητής ταξίδεψα για πρώτη φορά στα βόρεια πηγαίνοντας στον συγκάτοικό μου στη Θεσσαλονίκη. Ανεβαίνοντας με το λεωφορείο και αφού είχαμε περάσει τα Τέμπη αρκετή ώρα σε μια στροφή κόντεψε να μου φύγει το σαγόνι από την έκπληξη.



Η συνέχεια:http://www.travelchat.gr/forum/index.php/topic,4569.0.html

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Φωτοστιγμές από τη Νότια Εύβοια.



α. ΚΟΥΡΚΟΥΜΠΙΝΕΣ ΝΑ ΓΛΥΦΕΙΣ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΣΟΥ!!!!!

- Τι θάλεγες να πάμε για φαΐ στον Αγ. Δημήτρη;
- Ωραία ιδέα!
Σε λίγο το καράβι μπήκε στο λιμάνι του Μαρμαρίου. Κόντευε μία το μεσημέρι. Βγήκαμε και αντί να πάμε ΝΑ προς Κάρυστο πήραμε αντίθετη κατεύθυνση προς τα ΒΑ. Για πιο γραφική διαδρομή προτιμήσαμε τους “Γιατρούς”. Πράσινο, πολύ πράσινο μέχρι πάνω στο γήπεδο. Συναντήσαμε το δρόμο που ανεβαίνει από Μαρμάρι (τον “κανονικό”) και στρίψαμε αριστερά. Είμαστε πια στο οροπέδιο πάνω από το λιμάνι. Φτάνουμε στη διασταύρωση με το δρόμο που κατεβαίνει από Χαλκίδα για Κάρυστο και περνάμε απέναντι. Περνάμε τα μαγαζιά της παλιάς διασταύρωσης, τη διασταύρωση για Πόθι και μετά από 12 χμ. φτάνουμε στο Παραδείσι (παλιό όνομα Μπεζάνοι) με τις ωραίες ταβέρνες. Τελειώνει το χωριό και ο δρόμος βρίσκει αυτόν που ανεβαίνει από Κάρυστο για Άγ. Δημήτρη, Καλιανού και τα χωριά του Καβοντόρου. Στρίψαμε αριστερά, περάσαμε τον Μελισσώνα και φτάνουμε στο διάσελο.

Η συνέχεια: http://www.travelchat.gr/forum/index.php/topic,3800.0.html

Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

Εκεί που δεν έφτασε η φωτιά!!




Πέρασαν σχεδόν 3 χρόνια. Καλοκαίρι του 2007. Ένα καλοκαίρι που θα το θυμάται όλη η Ελλάδα για τις καταστροφικές πυρκαγιές του.
Τέλειωνε ο Ιούνης όταν ξεσπά πυρκαγιά στα Δερβενοχώρια και σε 3 μέρες φτάνει μέσα στον Εθνικό Δρυμό της Πάρνηθας και αφήνει πίσω της μαυρίλα και καταστροφή. Τα απανθρακωμένα κουφάρια των ελαφιών και των ελάτων στοιχειώνουν για καιρό τον ύπνο μου. Όλη η χώρα, αλλά κυρίως οι Αθηναίοι που γνώριζαν το θησαυρό που χάθηκε κλαίνε το «ΒΟΥΝΟ ΤΟΥΣ». Καπάκι οι φωτιές στην Αχαΐα συμπληρώνουν την καταστροφή για να ακολουθήσει η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ του Αυγούστου με τις φωτιές στην Πελοπόννησο και την Εύβοια. Μόνο ένας πόλεμος θα ήταν κάτι χειρότερο από εκείνο το καλοκαίρι. Εθνική κατάθλιψη κυρίεψε τότε τη χώρα απ’ άκρή σ’ άκρη.

Η συνέχεια
http://www.travelchat.gr/forum/index.php/topic,3619.0/topicseen.html

Αθήνα, έκρηξη των αισθήσεων στην αγορά!



Το λεωφορείο μας άφησε κοντά στην πλατεία Κοτζιά πάνω στην οδό Αθηνάς. Είμαστε μια μεγάλη ομάδα μαθητών με τους καθηγητές τους που δουλεύουν για δύο προγράμματα Αγωγής Υγείας με θέματα τα μπαχαρικά, τα αρτύματα και τα βότανα στη ζωή και τη διατροφή των νεοελλήνων. Σήμερα ήρθαμε στην αγορά στο κέντρο της Αθήνας να επισκεφτούμε καταστήματα που πουλάνε μπαχαρικά και βότανα και να αγοράσουμε από αυτά. Και για τα προγράμματά μας αλλά και για προσωπική χρήση ο καθένας.

Η συνέχεια
http://www.travelchat.gr/forum/index.php/topic,3068.0.html

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

Ραβέννα, το Βυζάντιο στην Ιταλία!!

-Ξύπνα έχουμε πολύ δρόμο. Δεν πρέπει να καθυστερούμε. Έχουμε 650 χιλιόμετρα μπροστά μας!
Δρόμο! Και τι δρόμο. Μερικοί από τους καλύτερους αυτοκινητόδρομους της Ευρώπης να απλώνονται για σένα ανάμεσα σε κοιλάδες, ψηλά βουνά και πεδιάδες. Το αυτοκίνητο να τρέχει ελεύθερο για να διασχίσει την απόσταση από τον Μέλανα Δρυμό στη Γερμανία μέχρι την Ίμολα της Ιταλίας. Μοναδική απιστία το σνομπάρισμα για άλλη μια φορά του μήκους 12 χιλιομέτρων τούνελ της διάβασης του Σαν Γκοντάρ στην Ελβετία. Μα όταν έχεις ένα τόσο μαγευτικό τοπίο στα 2100 μέτρα υψόμετρο είναι να χώνεσαι σε τρύπες;
Διαλέξαμε την Ίμολα για να μείνουμε 2 νύχτες στην επιστροφή για την Ελλάδα, για δύο λόγους. Είναι σε απόσταση «ασφαλείας» από το λιμάνι αναχώρησής μας, την Ανκόνα και είναι κοντά σε ένα από τα σπουδαιότερα αξιοθέατα του Παγκόσμιου Πολιτισμού. Τη Ραβέννα και τα ψηφιδωτά της.

Ολόκληρη η ιστορία στο http://www.travelchat.gr/forum/index.php/topic,2900.0.html

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

ΓΙΑΝΝΕΝΑ, από πέτρα και νερό!!


ΓΙΑΝΝΕΝΑ, από πέτρα και νερό!!

Υπάρχει ένας τόπος φτιαγμένος από πέτρα και νερό. Το νερό αλλού στέκεται και φτιάχνει λίμνες και αλλού τρέχει και σμιλεύει την πέτρα φτιάχνοντας απαράμιλλα «έργα τέχνης»!
Χιλιάδες χρόνια πριν ο άνθρωπος έφτασε, άγνωστο από πού και πως, σε τούτο τον τόπο. Άντλησε από τη μάνα Γη χρησμούς, έχτισε κτίρια γύρω από τη λίμνη, που με το διάβα των καιρών έγιναν μια όμορφη πολιτεία με μεγάλη και πολυτάραχη ιστορία, στο νησί μέσα στη λίμνη όρθωσε μοναστήρια, ιστορώντας τα με άγιους της χριστιανοσύνης αλλά και της αρχαιότητας και στα φαράγγια που σμίλεψε το τρεχούμενο νερό έστησε πέτρινα γεφύρια να δρασκελά το ορμητικό ρέμα! Γεφύρια που στέκουν σε δυο, τρία ή και περισσότερα πόδια, δρασκελώντας με τη σειρά τους τον καιρό!
Γιάννενα!! Μια πόλη, ένας ολόκληρος τόπος!

Χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που πήγαμε στην αγαπημένη πόλη. Όλα άλλαξαν. Και η πόλη και εμείς. Ήρθαμε όμως να δούμε μέρη που γυρνάγαμε κάποτε νέοι και φίλους καλούς κι αγαπημένους που γνωρίσαμε εκεί και είχαμε χρόνια να ανταμώσουμε. Παρ’ όλες τις αλλαγές δε δυσκολευτήκαμε και πολύ να βρούμε τους τόπους. Κι ας άλλαξαν. Και οι φίλοι μας στα μάτια μας ίδιοι είναι. Ήταν όμως λίγες οι μέρες και έτσι φύγαμε με την υπόσχεση να πάμε και πάλι για περισσότερο. Οι αναμνήσεις πολλές, οι εικόνες ακόμα περισσότερες. Αυτό όμως που δε χωρά σε μέτρα είναι η σαγήνη του τόπου! Για άλλη μια φορά η μαγεία του πότισε κάθε μας κύτταρο!



Την άλλη μέρα των Χριστουγέννων κατεβήκαμε στην Πάτρα και μείναμε στους φίλους που θα πηγαίναμε μαζί στα Γιάννενα. Το βράδυ απολαύσαμε τη γέφυρα του Ρίου-Αντιρρίου όμορφα φωτισμένη.
Ημέρα 1η
Φύγαμε αρκετά πρωί και φτάσαμε μεσημέρι. Ο καιρός λες και ήταν φθινόπωρο. Βροχή βρήκαμε μόνο στην Αιτωλοακαρνανία. Στα Γιάννενα φτάσαμε με λιακάδα. Η ώρα είχε προχωρήσει και τα στομάχια είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται. Γραμμή λοιπόν στον Φρόντζο. Φρότζου Πολιτεία το λένε σήμερα. Μπορεί να άλλαξε το όνομα αλλά αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει είναι η εικόνα που αντικρίζουν τα μάτια σου. Και αυτό ήταν που ζητάγαμε. Η πόλη, με τη λίμνη απλώνεται μπροστά και το Μιτσικέλι, το Γιαννιώτικο βουνό απέναντι, που κρατά για τον εαυτό του το μεγαλύτερο μέρος της μεγαλοπρέπειας αυτής της υπέροχης εικόνας.
Τα μάτια, ο νους, η ψυχή χόρτασαν. Όπως χόρτασε και το στομάχι με τα υπέροχα εδέσματα.
Γραμμή για τα δωμάτιά μας, στο Πέραμα. Τακτοποιήσαμε τα πράγματα και βιαστικά για να πιάσουμε όσο φως μπορούσαμε ακόμα ξεκινήσαμε για την πόλη. Η κίνηση των αυτοκινήτων μέσα πολύ μεγάλη. Ακόμα χειρότερα τα πράγματα με τη στάθμευση. Βρήκαμε τελικά κάπου και αφήσαμε το αυτοκίνητο. Λαοπλημμυρά!! Πολλοί οι κάτοικοι που έχουν βγει βόλτα αλλά ακόμα περισσότεροι οι επισκέπτες. Και έλειπαν οι φοιτητές! Μπήκαμε στο κάστρο από την κεντρική πύλη. Η πύλη στολισμένη όπως και όλη η πόλη με καλόγουστο Χριστουγεννιάτικο διάκοσμο.
Περπατήσαμε στα πλακόστρωτα δρομάκια ενώ η μέρα είχε αρχίσει να μας αποχαιρετά. Τι όμορφα που είναι εκεί μέσα!! Αλλά δεν είχαμε χρόνο πια. Νύχτωσε μέχρι να φτάσουμε στο Δημοτικό Μουσείο και από εκείνη την έξοδο βγήκαμε στο μόλο στη θέση Κυρά Φροσύνη. Χιλιάδες πολύχρωμα φώτα καθρεφτίζονταν στα ήσυχα νερά της λίμνης προσφέροντάς μας αξέχαστες εικόνες.
Μια μικρή βόλτα και μετά μέσα σε μια καφετέρια για καφέ. Άλλωστε με τη νύχτα ήρθε και το αγιάζι και σε λίγο και ένα ψιλοβρόχι. Έτσι πέρασαν οι ώρες και αφού σταμάτησε η ψιχάλα περπατήσαμε μέχρι την κεντρική πλατεία της πόλης, στη Νομαρχία. Φώτα και στολισμός παντού.
Η πόλη φόραγε τα καλά της και εμείς το απολαμβάναμε! Άρχισε όμως να βρέχει και πάλι οπότε γυρίσαμε, πήραμε το αυτοκίνητο και στο Πέραμα κάτσαμε σε μια ταβέρνα να τσιμπήσουμε κάτι πριν πάμε για ύπνο. Καληνύχτα Γιάννενα!! Θα τα πούμε και πάλι το πρωί.

Ημέρα 2η
Η μέρα ξεκίνησε συννεφιασμένη αλλά μέχρι να φάμε το πρωινό μας ο καιρός άνοιξε. Καθαρός ουρανός με λίγο κρύο ότι έπρεπε για τη βόλτα που είχαμε κανονίσει στο Κεντρικό Ζαγόρι και την περιοχή του Αώου. Ακολουθώντας από το Πέραμα τον επαρχιακό δρόμο, μέσω Κρύας βγήκαμε στον κεντρικό για Κόνιτσα στο χωριό Λυκόστομο. Για λίγα μόνο χιλιόμετρα στον κεντρικό και ξανά δεξιά προς Κήπους και Τσεπέλοβο. Ένα προειδοποιητικό σήμα με τα φώτα μας υποψίασε και αποφύγαμε μια δυσάρεστη «συνάντηση» πάνω στη στροφή με μια ομάδα γελαδιών που κατέβαινε αμέριμνα στο δρόμο. Πρώτη στάση για φωτογραφίες στο μικρό, όμορφο γεφύρι δίπλα στο ξωκλήσι του Αγ. Μηνά. Η εκκλησία ήταν κλειστή. Το επόμενο γεφύρι, του Καπετάν Αρκούδα, το προσπεράσαμε και σε λίγο είδαμε αρκετά αυτοκίνητα σταματημένα.
Το Γεφύρι του Κόκκορου ή του Νούτσου. Το εντυπωσιακό μονότοξο γεφύρι πάνω στο δρόμο και λίγο πριν τη διασταύρωση για το χωριό Κήποι (παλιό όνομα Μπάγια), που πατώντας πάνω στα εντυπωσιακά βράχια γεφυρώνει τις απότομες όχθες του Μπαγιώτικου Ρέματος. Κατασκευάστηκε το 1750 για να ανακατασκευαστεί το 1768. Είναι από τα πιο όμορφα και εντυπωσιακά γεφύρια του τόπου μας. Βγάλαμε αρκετές φωτογραφίες. Περάσαμε πάνω από το γεφύρι και παρά το τσουχτερό ξεροβόρι περάσαμε λίγη ώρα απολαμβάνοντας το θέαμα του μεγάλου αυτού ανθρώπινου κατορθώματος και τα ορμητικά νερά του ποταμού.
Στην επόμενη διασταύρωση στρίψαμε δεξιά προς τους Κήπους. Αριστερά στην είσοδο του χωριού άλλο ένα γεφύρι.
Αυτό του Κοντοδήμου ή Λαζαρίδη πάνω στο ρέμα Βικάκη. Μπήκαμε στο όμορφο χωριό και σταματήσαμε στην πλατεία. Πέτρινο όλο το χωριό από τα πιο όμορφα της περιοχής αλλά και τα πιο τουριστικά. Ξενώνες, ταβέρνες και καφέ έχουν φτιαχτεί για να εξυπηρετήσουν όλους αυτούς τους επισκέπτες. Μερικές φωτογραφίες και πίσω για μερικές φωτογραφίες στο γεφύρι του Κοντοδήμου και μετά στο νούμερο ένα αξιοθέατο του τόπου. Το ομορφότερο, ίσως, γεφύρι της χώρας μας. Το τρίτοξο γεφύρι του Πλακίδα ή Καλογερικό.
«Κάμπια εν κινήσει» το λένε πολλοί και δεν είναι υπερβολή. Πραγματικά είναι η απόδειξη ότι η πέτρα μπορεί να έχει πλαστικότητα. Να έχει κίνηση. Αέρινη κίνηση!! Γεφυρώνει το Μπαγιώτικο ρέμα από το 1748 που πρωτοχτίστηκε. Ανακαινίστηκε στα 1863-64 και από τότε στέκει για να μπορούν οι άνθρωποι να περνούν με ασφάλεια τα ορμητικά νερά. Για να το χαίρονται τα μάτια όσων φτάνουν μέχρις εκεί. Γιατί είναι από τις ομορφότερες εικόνες που μπορεί να εισπράξει κάποιος στα γυρίσματά του σ’ αυτόν τον τόπο.
Βγήκαμε πάλι στη διασταύρωση και γραμμή για το Τσεπέλοβο. Περάσαμε τις διασταυρώσεις για Κουκούλι και Καπέσοβο και φτάσαμε στο γνωστό και αρκετά τουριστικό Τσεπέλοβο.
Πέτρινο κι αυτό με καλντερίμια παντού μας πρόσφερε λίγες ακόμα εικόνες «Ζαγορίσιες»!!

Στην επιστροφή μια στάση για μια φωτογραφία από μακριά του όμορφου Καπέσοβου και στροφή αριστερά για το Κουκούλι, άλλο ένα πέτρινο χωριό. Μικρή στάση και υπέροχη θέα προς το ποτάμι και το γεφύρι του Κόκκορου. Λίγες ακόμα φωτογραφίες και δρόμο για πιο βόρεια αυτή τη φορά. Ακολουθώντας το δρόμο περάσαμε από τα Κάτω Πεδινά, χωριό στην άκρη του οροπεδίου και λίγο πιο κάτω στρίψαμε δεξιά για τον Ελαφότοπο. Και εδώ το κυρίαρχο παντού είναι η πέτρα. Η γκρίζα Ζαγορίσια πέτρα! Μια βόλτα στα καλντερίμια του χωριού έδωσε αφορμή να γεμίσει ο νους εικόνες και οι μνήμες της φωτογραφικής μηχανής με μοναδικά στιγμιότυπα.
Πέτρινα δρομάκια, πέτρινα σπίτια, πέτρινες μάντρες αλλά και ξύλινες πόρτες και παράθυρα, παίζουν με τα χρώματά τους και με τα μάτια μας!
Πίσω στον δρόμο και βγαίνουμε ξανά στο δρόμο για την Κόνιτσα, στο Καλπάκι. Λίγο πριν βγούμε βλέπουμε από μακριά στο ύψωμα δεξιά μας το εντυπωσιακό μνημείο αυτών που έπεσαν στις μάχες του 1940.
Μερικά χιλιόμετρα στον κεντρικό δρόμο και βγαίνουμε αριστερά για Μπουραζάνι και Μολυβδοσκέπαστο. Ο δρόμος καινούργιος κινείται ψηλά, πάνω από τον κάμπο της Κόνιτσας με τον Αώο να ασημίζει στο βάθος στο διάβα του προς τη γειτονική Αλβανία.
Αρκετά ορμητικός, λόγω των πολλών φετινών βροχών, πάει να σμίξει με την αγαπημένη του Αδριατική Θάλασσα. Σε λίγο ο δρόμος κατεβαίνει και κινείται δίπλα στο ποτάμι. Περνάμε το Μπουραζάνι, με το ξενοδοχείο, το εστιατόριο και το Περιβαλλοντικό Κέντρο αλλά και τα πολλά αυτοκίνητα που είναι παρκαρισμένα απ’ έξω και συνεχίζουμε για να δούμε ένα σπουδαίο μνημείο της περιοχής. Το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου Μολυβδοσκέπαστου. Σύμφωνα με επιγραφή στο Καθολικό, την έκτισε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πωγωνάτος στα 670 μ.Χ. γυρνώντας από την εκστρατεία του στη Σικελία. Δεκατρείς αιώνες ιστορίας βαραίνουν το μοναδικό αυτό μνημείο που κάποτε η στέγη του καλύπτονταν από φύλλα μολυβιού, τα οποία αφαίρεσαν οι Τούρκοι για να κάνουν βόλια, και που έδωσαν το όνομα στο μοναστήρι αλλά και στο παρακείμενο χωριό. Δίπλα στον Αώο και πολύ κοντά στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, πέρασε πολλές φάσεις αρχιτεκτονικών επεμβάσεων και ανοικοδομήσεων, πράγμα που μαρτυρά ο σύνθετος αρχιτεκτονικός του χαρακτήρας.
Η επίσκεψή μας δεν κράτησε πολύ και μιας και η ώρα ήταν αρκετά προχωρημένη και οι ανάγκες (οι υλικές αυτή τη φορά) έκαναν έντονη την παρουσία τους, συσκεφθήκαμε για το που να πάμε για φαΐ. Ο πειρασμός για κυνήγι στο Μπουραζάνι ήταν αρκετά δυνατός αλλά ο κόσμος που είχαμε δει μας απέτρεψε και η απόφαση μας ήταν Κόνιτσα. Ακολουθήσαμε τον καινούργιο δρόμο που συνδέει το Μπουραζάνι με την Κόνιτσα και σε λιγότερο από μισή ώρα, κάτσαμε απέναντι από το Δημαρχείο της πόλης, απολαύσαμε νόστιμα μαγειρεμένα εδέσματα και ωραίο κόκκινο κρασί και έτσι καθησυχάσαμε τα στομάχια μας που οι διαμαρτυρίες τους είχαν αρχίσει να γίνονται υπερβολικά έντονες.
Έπαιρνε να σουρουπώνει και πριν βραδιάσει κατεβήκαμε να δούμε λίγο το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι των Βαλκανίων, το γεφύρι της Κόνιτσας. 20 μέτρα ψηλό και 40 πλατύ, φτιαγμένο από τον Πυρσογιαννίτη μάστορα Ζιώγα Φρόντζο στα 1870-71, γεφυρώνει τα ορμητικά νερά του Αώου, πριν αυτός ξεχυθεί στον κάμπο και ενωθεί με τους μεγάλους του παραπόταμους Βοϊδομάτη και Σαραντάπορο.
Στην κορυφή του τόξου του ένα κουδούνι προειδοποιεί τους διαβάτες με τον ήχο του όταν ο αέρας γίνεται επικίνδυνος. Θαυμάσαμε το μνημείο, βγάλαμε κι εδώ φωτογραφίες και με το σούρουπο πια ξεκινήσαμε για τα Γιάννενα. Λίγο πριν νυχτώσει, σε μια στροφή σταμάτησα να δω και να φωτογραφήσω τα υπέροχα βράχια της Αστράκας που δεσπόζουν πάνω από το Πάπιγκο.
Στεφανωμένα με τις χιονισμένες κορφές της Τύμφης ήταν μια πολύ όμορφη εικόνα, άξια να καταγραφεί στη μνήμη μας αλλά και σ’ αυτή της φωτογραφικής μου μηχανής. Άλλωστε ήταν τα μόνα χιόνια που βλέπαμε σε αυτό μας το ταξίδι και ήταν τόσο μακριά!!!
Πήγαμε κατευθείαν στη Δωδώνη να δούμε τους φίλους μας που ζουν μόνιμα εκεί. Κάτσαμε κάμποσο και γυρίσαμε στην πόλη για μια τελευταία βόλτα πριν πάμε για ύπνο και ξεκούραση από τη μεγάλη μας βόλτα αλλά κυρίως από την ένταση των πολλών, υπέροχων εικόνων που απολαύσαμε τη μέρα που πέρασε!

Ημέρα 3η
Τη μέρα αυτή ξεκινήσαμε με τη λίμνη! Ο καιρός αυτή τη φορά χειμωνιάτικος. Κρύο, συννεφιά και ψιλοβρόχι. Για χιόνι ούτε κουβέντα. Μπήκαμε στο καραβάκι και αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε από την πόλη και απολαύσαμε μια άλλη εικόνα της.
Σε λιγότερο από 15 λεπτά και αφού έχουμε παρακάμψει ακτές με καλαμιώνες και μικρά λιμανάκια, αλλά και εικόνες του νησιού με τα μοναστήρια στις πλαγιές του, φτάναμε στην αποβάθρα στο Νησί των Ιωαννίνων. Η υποδοχή άκρως τουριστική. Εστιατόρια με θολά ενυδρεία γεμάτα χέλια, πέστροφες κυπρίνους αλλά και λιμνήσιες καραβίδες που ασφυκτιούν σε πολύ μικρό χώρο και περιμένουν αυτούς που θα τα διαλέξουν για να καταλήξουν στο τηγάνι και από εκεί στο τραπέζι τους. Ομολογώ ότι, αν και δεν είμαι χορτοφάγος, το θέαμα και οι παραπάνω σκέψεις με έθλιψαν. Εκτός από εστιατόρια έχει και αρκετά καφέ αλλά κυρίως μαγαζιά με τουριστικά είδη κατά μήκος του καλντεριμιού που οδηγεί στο υπ’ αριθμό ένα αξιοθέατο του νησιού, το μουσείο του Αλή Πασά. Διάφορα μπιχλιμπίδια, ασημικά, αλλά και καλούδια Γιαννιώτικης κατασκευής όπως τα περίφημα γλυκά και τσίπουρα. Δοκιμάσαμε απ’ όλα και αποφασίσαμε ποια θα αγοράζαμε στην επιστροφή. Ο οικισμός κατά τ’ άλλα είναι πανέμορφος. Παντού η πέτρα και εδώ και έχει κριθεί διατηρητέος. Αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούν σε όλη την έκταση του νησιού και αυτό σε συνδυασμό με το μικρό μέγεθός του κάνει την περιήγηση με τα πόδια εύκολη και πολύ ευχάριστη. Καλντερίμια, πέτρινα σπίτια αλλά και εκκλησίες και κυρίως μοναστήρια. Πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο κάποιος να αφιερώσει μια ολόκληρη μέρα στα υπέροχα αυτά μνημεία. Εμείς δυστυχώς δεν είχαμε αρκετό χρόνο.
Φτάσαμε με τα πολλά (αγώνας ολάκερος να αποφύγεις τους διάφορους κράχτες), στο παλιό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα. (του 1506-7)
Σ’ ένα κελί του μοναστηριού τον Ιανουάριο του 1822, κατέφυγε ο Αλή Πασάς περιμένοντας το φιρμάνι του Σουλτάνου με χάρη (έτσι το είχαν αφήσει κάποιοι να ελπίζει). Εκεί ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασας έφτασε με τους άντρες του και τη διαταγή της Υψηλής Πύλης για τη δολοφονία του φιλόδοξου Πασά της Ηπείρου. Πυροβολώντας ανάμεσα από τις χαραμάδες του πατώματος του κελιού σκότωσαν τον Αλή και έστειλαν στον Σουλτάνο το κεφάλι του, επαληθεύοντας έτσι τη ρήση του Κοσμά του Αιτωλού ότι θα πάει στην Πόλη με κόκκινα γένια!! Το κελί αυτό σήμερα έχει γίνει Μουσείο με αντικείμενα της εποχής και πίνακες που σχετίζονται με τη ζωή του, φτιαγμένους από περιηγητές της εποχής εκείνης. Κυριαρχεί ο πίνακας με την παράδοση του κεφαλιού του Αλή στον Σουλτάνο!
Το σπουδαιότερο ίσως μνημείο του Νησιού είναι το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου των Φιλανθρωπινών. Χτισμένο στα 1292 είναι κατάγραφο με υπέροχες μεταβυζαντινές τοιχογραφίες.
Το σπουδαίο σε αυτό το μοναστήρι είναι ότι εκτός των Αγίων υπάρχουν ζωγραφισμένοι ολόσωμοι επτά ολόσωμοι αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι!!!
Έφτασα στο μοναστήρι και το βρήκα κλειστό. Κάποιος με πληροφόρησε ότι η ηλικιωμένη κυρία-φύλακας του μνημείου είχε πάει στα Γιάννενα για ψώνια και όπου νάναι θα επέστρεφε. Αποφάσισα να γυρίσω αργότερα αλλά την ώρα που έφευγα η κυρία φάνηκε φορτωμένη με σακούλες. Τη βοήθησα να μεταφέρει τα πράγματά της στο μοναστήρι και έτσι μπόρεσα να απολαύσω το μισοσκότεινο εσωτερικό του καθολικού. Παρ’ όλο το σκοτάδι η μαγεία των τοιχογραφιών σε υποβάλλει.
Μια μικρή βόλτα ακόμα και πήγα να βρω την υπόλοιπη παρέα για ένα καφέ πριν φύγουμε για την επιστροφή στην πόλη και από εκεί στην Δωδώνη.
Χτισμένη στους πρόποδες του βουνού Τόμαρος βρίσκεται σε μια πολύ όμορφη κοιλάδα. Φτάσαμε και πήγαμε κατευθείαν στον αρχαιολογικό χώρο. Η φίλη μας μας περίμενε και μπήκαμε μέσα. Ο καιρός μάλλον ταίριαζε με το χώρο και την ιστορία του.
Το αρχαιότερο μαντείο του τόπου μας, και τόπος λατρείας της θεάς Γης από τους προϊστορικούς χρόνους, δυστυχώς δεν έχει την προσοχή που θα του έπρεπε. Περπατήσαμε μέχρι το εντυπωσιακό Θέατρο, χωρητικότητας 18.000 ανθρώπων, που κατασκευάστηκε τον 3ο π.Χ. αι. επί Πύρρου και στην Ρωμαϊκή εποχή τον 1ο π.Χ. αι. χρησιμοποιήθηκε σαν αρένα!! Φτιαγμένο με τη σκουρόχρωμη πέτρα της περιοχής είναι ένα με τον περιβάλλοντα χώρο.
Μοναδική εξαίρεση και παραφωνία η λευκή πέτρα και το τσιμέντο που χρησιμοποιήθηκε από τους «ειδικούς» και τη συντήρηση του!!! Τι να πει κανείς;
Πολύ κοντά στον αρχαιολογικό χώρο και με θέα σ’ αυτόν κάτσαμε για φαΐ παρέα με τους αγαπημένους μας φίλους. Η ώρα πέρασε με πολλές κουβέντες με αναμνήσεις και νέα από άλλους γνωστούς. Απομεσήμερο πια αποφασίσαμε να πάμε για καφέ στο χωριό Λιγκιάδες, στον παλιό δρόμο για Μέτσοβο και από όπου η θέα προς την πόλη, τη λίμνη και το νησί κόβει την ανάσα.
Βράδυ πια γυρίσαμε στη στολισμένη πόλη, κάναμε τις βόλτες μας, μιας και η βροχή από το μεσημέρι είχε σταματήσει και κάτσαμε για ένα νοστιμότατο γιαννιώτικο γλυκό σε παλιό, παραδοσιακό, κεντρικό ζαχαροπλαστείο της πόλης που μας ξύπνησε πολλές αναμνήσεις. Έτσι γλυκά τέλειωσε και αυτή, η τελευταία μέρα μας στην πόλη!!

Ημέρα 4η - Επιστροφή
Μετά το πρωινό, πληρώσαμε και φορτώσαμε για την επιστροφή. Μόνο που είχαμε αποφασίσει να γυρίσουμε από τη Θεσσαλία αφού κάναμε μια βόλτα μέχρι το Μέτσοβο που δεν είχε τύχει μέχρι τότε να πάμε ποτέ.
Πιάσαμε την Εγνατία και σε μισή ώρα βγαίναμε στη διασταύρωση για Μέτσοβο. Ομίχλη παντού! Το τοπίο εξαιρετικά θολό. Εξωπραγματικό και συνάμα τόσο γοητευτικό!! Σε λίγο μπήκαμε στο πασίγνωστο αυτό βλαχοχώρι της Ηπείρου. Χαμός! Απίστευτα πολύς κόσμος. Κίνηση, μποτιλιάρισμα και θέση για πάρκινγκ πουθενά. Πάνω που λέγαμε να φύγουμε βλέπουμε κάποιο αυτοκίνητο να φεύγει. Τύχη βουνό! Παρκάρουμε και αρχίζουμε τις βόλτες. Στην πλατεία παρέες ντόπιων κουβεντιάζουν σε μια ακατανόητη για μας γλώσσα. Βλάχικα!!
Παντού ταβέρνες, εστιατόρια, ξενώνες. Το χωριό ζει σε μεγάλο βαθμό από τους επισκέπτες. Το καλό είναι ότι μένουν οι νέοι στον τόπο τους και ότι κρατάνε σε μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα του χωριού τους. Συνέχεια της πλατείας ένα υψωματάκι όπου υπάρχει το άγαλμα του «μεγάλου τέκνου» της περιοχής. Του παλιού υπουργού Γεώργιου Αβέρωφ-Τοσίτσα. Στη βάση του υψώματος ένα εντυπωσιακό γλυπτό της αρκούδας της Πίνδου με το μικρό της. Αν λάβει όμως κανείς υπ’ όψη του ότι τη χρονιά που φεύγει ο αριθμός των αρκούδων που σκοτώθηκαν στην περιοχή γύρω και μέσα στην Εγνατία έσπασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ, το όμορφο αυτό γλυπτό μοιάζει με ειρωνεία.
Πίσω από το γλυπτό ένας πίνακας-γκραβούρα που δείχνει ότι αυτό το ύψωμα φιλοξενούσε μέχρι το 1936 κάστρο (!!). Και όμως ναι! Κάστρο! Και από ότι δείχνει η γκραβούρα πρέπει να ήταν πολύ όμορφο. Άλλη μια νότα θλίψης. Τελικά αυτή η γωνιά δε μου προξένησε πολύ ευχάριστα συναισθήματα!
Λίγο ακόμα βόλτα και μιας και είχε μεσημεριάσει αποφασίσαμε να κάτσουμε για φαΐ.
Μετά το φαΐ χαιρετίσαμε τους φίλους μας που θα συνέχιζαν για Δυτική Μακεδονία να κάνουν Πρωτοχρονιά με τους συγγενείς τους και φύγαμε για Αθήνα. Μια μικρή στάση πριν τα Μετέωρα για λίγες φωτογραφίες και συνεχίζουμε.
Ένα τρακάρισμα ανάμεσα Τρίκαλα-Καρδίτσα μας καθυστέρησε αρκετά. Βράδυ πια φτάσαμε στο σπίτι μας κουρασμένοι αλλά γεμάτοι υπέροχα συναισθήματα! Το 2009 τέλειωνε με πολύ όμορφο τρόπο και ευχόμασταν ολόψυχα έτσι να κυλήσει και το 2010 που θα έμπαινε σε λίγες ώρες. Καλή Χρονιά!!

Περισσότερες φωτογραφίες στο http://picasaweb.google.com/dimoshellas2


Πρώτη δημοσίευση στο
http://www.travelchat.gr/forum/index.php/topic,2881.0.html