Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαιολογικοί Τόποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαιολογικοί Τόποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

Αρχαίος ελληνικός θεατρικός χώρος

Οι μελετητές του αρχαίου κόσμου, από τις αρχές ως το τέλος της Κλασικής εποχής , γνωρίζουν ή υποψιάζονται μιαν αλήθεια: ότι στην πρώτη του αυτή εξόρμηση "από το μύθο στο λόγο" ο ελληνικός πολιτισμός ουδέν μάτην ποιεί: δεν κάνει τίποτα χωρίς νόημα. Η διατύπωση είναι του Αριστοτέλη, που τη χρησιμοποιεί στα βιολογικά του έργα(...)
Αν έτσι οι παλαιοντολόγοι μπορούν, μελετώντας ένα σκελετό ή ένα κοχύλι, να αναπλάσουν τους οργανισμούς που τα διαμόρφωσαν και τα χρησιμοποιούσαν, γιατί να μην μπορούν και οι φιλόλογοι να διδαχτούν από την "αχιβάδα" του αρχαίου θεάτρου κάποια παραπέρα μυστικά της ζωντανής τέχνης που τη διαμόρφωσε και τη χρησιμοποιούσε;
Αρχή έγινε με το αγροτικό αλώνι στην πλαγιά, για να το πιάνει ο αέρας, ένα πλακοστρωμένο σιάδι, όπου μαζεύονταν, όπως καμιά φορά και τώρα, οι πανηγυριώτες, να τραγουδήσουν και να χορέψουν, να δουν και να τους δούνε. Από ένα τέτοιο "σιάδι" στην πλαγιά της Ακρόπολης φαίνεται να ξεκίνησε και το αθηναϊκό θέατρο του Διονύσου, που όμως προοριζόταν εξαρχής για τους "κύκλιους" λατρευτικούς χορούς του θεού. Στη συνέχεια η αρχιτεκτονική του διαμόρφωση θα ακολούθησε βήμα βήμα τη μετατροπή του διθυράμβου σε δράμα, τη σταδιακή καθιέρωση και οργάνωση των θεατρικών αγώνων και τις μετατροπές της Τραγωδίας(...)
Ας προσέξουμε πρώτα με πόση επιτυχία το θεατρικό οικοδόμημα υπηρετεί τις πρακτικές ανάγκες της παράστασης. Το ακροατήριο πρέπει να μπει, να βγει, να καθίσει , έτσι που όλοι να παρακολουθούν με άνεση την παράσταση - γι' αυτό οι είσοδοι, γι' αυτό οι κλίμακες, τα διαζώματα και τα εδώλια, ενώ η καλή ακουστική και η ελεύθερη θέαση εξασφαλίζονται εξαρχής από το αμφιθεατρικό σχήμα.
Αυτή καθαυτή η παράσταση έχει τις δικές της ξεχωριστές ανάγκες. Οι χορευτές χρειάζονται τόπο να χορέψουν, οι υποκριτές να υποκριθούν, και ένα μέρος αθέατο από το κοινό, να αλλάξουν ρούχα, να ξεκουραστούν, όταν δεν είναι η σειρά τους, και να φυλάξουν τα υλικά της παράστασης - γι' αυτό η στρογγυλή και πλακωστρωμένη ορχήστρα, γι' αυτό το κάπως υπερυψωμένο λογείον, γι' αυτό και το σκηνικό οικοδόμημα, η σκηνή με τις πολλαπλές χρήσεις. Στο εσωτερικό της φυλάγονταν οι ενδυμασίες και τα σκεύη, αλλάζαν κι αναπαύονταν οι ηθοποιοί, ενώ η ορατή της πρόσοψη με τη μία ή περισσότερες πόρτες διαμορφωνόταν σκηνογραφικά, για να παριστάνει πότε παλάτι, πότε ναό, σπίτι, σπηλιά ή ό,τι άλλο απαιτούσαν τα έργα. Τέλος, στη σκεπή του σκηνικού οικοδομήματος πρέπει να τοποθετήσουμε το θεολογείον, όπου εμφανίζονταν οι υποκριτές, όταν υποδύονταν θεούς.
Αυτό το θέατρο λειτουργούσε σωστά, στα μέρη και στο σύνολό του, όπως κάθε οργανισμός που έχει αναπτυχτεί αβίαστα, με τρόπο φυσικό(...) Ωστόσο, η ουσία του αρχιτεκτονικά οργανωμένου χώρου δε γίνεται να περιοριστεί στη χρηστική και μόνο τελειότητα(...)
Γυμνό το θεατρικό οικοδόμημα δεν μπορεί πια να μας διδάξει. Ας ανοίξουμε τις πόρτες να μπει λαός, να γεμίσει το κοίλον, ο χορός να χορεύει και να τραγουδά , οι υποκριτές να παίζουν. Βλέπουμε αμέσως το χώρο να μοιράζεται στα δύο : την περιοχή του μύθου, όπου ανήκουν η ορχήστρα, το λογείο και το ορατό μέρος της σκηνής με το θεολογείο, και την περιοχή της πραγματικότητας, το κοίλο. Όσοι κινούνται στην πρώτη περιοχή έχουν μυθική ταυτότητα και φέρουν αντίστοιχη σκευή` αντίθετα, το ακροατήριο παρίσταται με την πραγματική του υπόσταση και ενδυμασία.
Στη διαχωριστική γραμμή βρίσκεται η προεδρία, αυτή η πρώτη προνομιακή σειρά με τα ενεπίγραφα καθίσματα, όπου κάθονταν δικαιωματικά οι ιερείς, με πρώτο τον ιερέα του Διονύσου , οι άρχοντες, οι στρατηγοί, οι πρυτάνεις, και ορισμένα διακεκριμένα πρόσωπα, που η βουλή τούς είχε απονείμει με ψήφισμα της (εν θεάτρω) προεδρίαν, τιμητικά, για τις εξαιρετικές υπηρεσίες τους στην πόλη.
Πίσω από την προεδρίαν άρχιζαν οι αναβαθμοί, τα κοινά εδώλια για το μεγάλο πλήθος των ακροατών, που όμως και αυτοί ακολουθούσαν μιαν ιεραρχικά προκαθορισμένη τάξη: μπροστά το βουλευτικόν, ο χώρος για τους πεντακοσίους βουλευτές που εκπροσωπούσαν τις δέκα φυλές, πιο πίσω οι κερκίδες για τους αθηναίους πολίτες, χωριστά της κάθε φυλής , ένας ειδικός χώρος για τους εφήβους , το εφηβικόν - ενώ στις παρυφές και πίσω θα συνωστίζονταν μέτοικοι, ξένοι, γυναίκες με παιδιά και οι συνοδοί δούλοι.
 Παρόμοια ιεραρχική τάξη κυβερνά και το χώρο του μύθου. Η ορχήστρα κατέχεται από το χορό, ανώνυμα πρόσωπα ( γέροντες, οπλίτες, γυναίκες, θεραπαινίδες κτλ.), που εκδηλώνονται ομαδικά και αντιπροσωπεύουν , με κάποιους περιορισμούς, το λαό και την κοινή γνώμη. Τα σημαντικά και επώνυμα πρόσωπα του μύθου - βασιλιάδες, ήρωες , μάντεις κτλ.( και το βοηθητικό προσωπικό τους) - κινούνται κυρίως στο κάπως υπερυψωμένο προσκήνιον (λογείον), ενώ κατά κανόνα οι θεοί εμφανίζονται ακόμα ψηλότερα, στο θεολογείον(...)

Συνεχίζοντας τη θεώρηση του αρχαίου θεάτρου, ας δοκιμάσουμε να το εγγράψουμε ολόκληρο σε ένα σχήμα, φυσικά σφαιρικό, καθώς οι βασικές του γραμμές, τόσο σε οριζόντια όσο και σε κατακόρυφη τομή, είναι καμπύλες - όπως κυκλική ήταν και η αρχιτεκτονική του αφετηρία, το αλώνι της ορχήστρας. Η εγγραφή μας περιλαμβάνει τώρα δύο νέους χώρους: ένα μικρό μέρος μέρος της σφαίρας θα βρεθεί κάτω από την ορχήστρα, μέσα στο χώμα, και ένα άλλο μεγάλο θα καλύψει το θέατρο ως ουράνιος θόλος. Και οι δύο αυτές περιοχές έχουν στις παραστάσεις τη σημασία τους. Στο υπέδαφος κρύβεται ο Κάτω κόσμος, απ' όπου οι χαρώνιοι κλίμακες επιτρέπουν στους υποκριτές να αναδύονται και να καταδύονται ως είδωλα καμόντων, και ο ουράνιος θόλος αποτελεί την έδρα των θεών, είτε στην αφηρημένη τους σύλληψη  ως ουρανίων, είτε στη συγκεκριμένη τους υπόσταση ως ουρανίων σωμάτων. Από κει ψηλά εποπτεύουν τον κόσμο όλο - φυσικά και τις θεατρικές παραστάσεις , όπου μπορεί κανείς να σηκώσει τα μάτια και τα χέρια, να τους απευθύνει το λόγο έμμεσα(...) ή και άμεσα(...)
 Ύστερα από όλα αυτά δε μένει παρά ένα μόνο βήμα, για να διαπιστώσουμε ότι ο σφαιρικός θεατρικός χώρος, αυστηρά κατανεμημένος και οργανωμένος από το νόμο και τη φύση, ιεραρχικά και χρονικά κλιμακωμένος, αποτελεί ολοκληρωμένη τετραδιάστατη εικόνα του κόσμου, ένα θεατρικό κοσμοείδωλο. Τι πιο φυσικό, αν σκεφτούμε, ότι απώτατη λειτουργία της θεατρικής τέχνης είναι η μίμηση ζωής , οπότε και αυτονόητο σκηνικό είναι ο κόσμος στην καθολικότητα του.
Ο κόσμος του αρχαιοελληνικού θεάτρου έχει βέβαια αφετηρία την πόλη, πολιτικό και πολιτισμικό πυρήνα της κλασικής εποχής, αλλά η εμβέλεια του είναι απεριόριστη: στο ακροατήριο προβλέπονται όλες οι κατηγορίες των πολιτών, αλλά και οι μέτοικοι και οι ξένοι` και ο χώρος του μύθου δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη κάθε φορά πολιτεία, αλλά τοποθετείται πότε στη Λήμνο, πότε στη Θήβα, πότε στην Τρωάδα, πότε στα Σούσα, στην Αίγυπτο, στον Καύκασο, και όπου γης. Τα του δράματος πρόσωπα είναι συχνά "αλλοδαποί", ενώ η καθολικότητα του θεατρικού κόσμου επιβεβαιώνεται από την παρουσία των θεών, είτε με τη μυθική εκπροσώπησή τους από τους υποκριτές, είτε με την πραγματική υπόστασή τους, καθώς από το θόλο του ουρανού - οργανικό, όπως είδαμε κομμάτι του θεατρικού χώρου - παρακολουθούν κι αυτοί, αν όχι και συμμετέχουν στα δρώμενα.
 Οι διαπιστώσεις μας έχουν σημασία τόσο για το θεατή, όσο και για το περιεχόμενο της παράστασης αυτό καθαυτό. Ως δημότης, ως Έλληνας και ως άνθρωπος, ο θεατής - που ίσως γι' αυτό να μην είναι μόνο θεατής - έχει στην αγκαλιά του θεάτρου την αίσθηση  ότι μαζί με τους άλλους θεατές και συντελεστές  της παράστασης συμμετέχει σε ένα οργανωμένο σύνολο, σε μια κοσμική τάξη, όπου ο ίδιος , όπως και κάθε άλλος, έχει και κατέχει τη σωστή θέση, εκεί που η φύση και ο νόμος τον κατατάσσουν. Σε αυτόν τον κόσμο, τον κόσμο του, βλέπει να συμβαίνει κάτι εξαιρετικό, που είναι η υπόθεσις του δράματος.

Αυτό που θα προτείνουμε φαίνεται τολμηρό στη γενικότητά του, αλλά δεν παύει γι' αυτό να συνοψίζει υποψίες και διαπιστώσεις που έχουν πολλές φορές διατυπωθεί, αν όχι για την τραγωδία στο σύνολό της, τουλάχιστο για μεμονωμένα δράματα. Πιστεύουμε ότι τον πυρήνα κάθε τραγικής υπόθεσης αποτελεί μια διατάραξη της κοσμικής τάξης , και ότι τα τραγικά έργα παρακολουθούν, καθώς ξετυλίγονται , τις κανονιστικές δυνάμεις , πώς παρεμβαίνουν για να αποκαταστήσουν την τάξη(...)

Στην προσπάθειά μας να ερμηνέψουμε λειτουργικά τον αρχαιοελληνικό θεατρικό χώρο ασχοληθήκαμε ως τώρα σχεδόν αποκλειστικά με την τραγωδία` όμως η ερμηνεία μας θα είναι λειψή, αν από την ίδια οπτική γωνία δεν εξετάσουμε και την κωμωδία.(...)
Οι  παραστάσεις των κωμωδιών παρουσιάζονταν στο ίδιο θέατρο και μπροστά στο ίδιο κοινό, που όμως φυσικό είναι να το φανταστούμε πιο κινημένο, πιο άταχτο! Οι ραβδούχοι, που ήταν επιφορτισμένοι να επιβάλλουν την τάξη στο κοίλο, θα είχαν στις κωμικές παραστάσεις μεγάλη δυσκολία να κρατήσουν τους θεατές φρόνιμους και στη σωστή τους θέση. Δε συμβαίνει το ίδιο στο χώρο του μύθου , όπου ανενόχλητοι οι κωμωδογράφοι περιφρονούσαν συστηματικά τα όρια, ανακάτευαν και υποβίβαζαν τις νομικές και φυσικές κατηγορίες.
Οι περισσότερες κωμικές υποθέσεις είναι σύγχρονες, οπότε η γενεαλογική απόσταση ανάμεσα στο κοινό και τα πρόσωπα του έργου καταργείται. Στην ορχήστρα κυκλοφορούν, τραγουδούν και χορεύουν, αγρότες ή λαϊκοί δικαστές, καρβουνιάρηδες ή ιππείς, αλλά και Συννεφούλες, πουλιά, βάτραχοι και άλλα " έκτοπα " όντα. Στο λογείο τα κύρια πρόσωπα του έργου δεν είναι άρχοντες , βασιλιάδες, ήρωες, απόγονοι θεών, αλλά τυχάρπαστοι, καταφερτζήδες, αριβίστες, μικροαπατεώνες, δούλοι κτλ. - ή στην καλύτερη περίπτωση , ευκαιριακοί επαναστάτες και "ανατροπείς της καθεστηκυίας τάξεως"! Όσο για το θεολογείο: εκεί , όταν δεν κουρνιάζουν πουλιά, όταν δεν κάνουν απεργιακή κατάληψη οι γυναίκες, τότε ανεβαίνει καβάλα στο σκαθάρι του ο Τρυγαίος , να επισκεφθεί τον ουρανό, όπου ο Ερμής συμπεριφέρεται το ίδιο κατεργάρικα με οποιονδήποτε επίγειο πορτιέρη ή 
" θεράποντα ". Οι ίδιοι οι θεοί κυκλοφορούν στα επίπεδα του λογείου και της ορχήστρας, όπου και διασύρονται(...)
Εύκολα διαπιστώνουμε ότι αυτή η αναστάτωση είναι σύμμετρη με τις υποθέσεςι των κωμωδιών, που τις περισσότερες φορές είναι ήδη στη σύλληψή τους ανατρεπτικές(...)
" Ο κόσμος ανάποδα", συνηθισμένος όρος στην ερμηνεία της κωμωδίας , μας βοηθά τώρα να προσέξουμε ένα ακόμα βασικό χαρακτηριστικό της.
Τον ανάποδο κόσμο δεν τον χαρακτηρίζουν μόνο η αναστροφή και η σύγχυση, αλλά και η έλλειψη κάθε κανονιστικής παρέμβασης. Δεν υπάρχουν "ραβδούχοι" στο μυθικό κόσμο της κωμωδίας. Οι φυσικοί, οι θεϊκοί και οι ανθρώπινοι νόμοι καταργούνται ή αναστρέφονται  ανυπεράσπιστοι. Οι κανονιστικές δυνάμεις , οι επίγειες όσο και οι θεϊκές , απουσιάζουν , αδρανούν , ή και κατατροπώνονται , όταν επιχειρούν να αντιδράσουν(...) Ο θρίαμβος της ατιμώρητης ύβρης μπορεί και πρέπει να θεωρηθεί κεντρικό χαρακτηριστικό της κωμωδίας.
Στην κωμική της μορφή η θεατρική τέχνη δεν μπορεί πια να θεωρηθεί απλή μίμηση, αλλά παρωδία, γελοιογραφία, λυτρωτική παραμόρφωση της πραγματικότητας. Έτσι, αν σκεφτούμε ότι κάθε παρωδία, γελοιγραφία και παραμόρφωση προϋποθέτουν ένα στέριο και γνωστό σε όλους πρότυπο , τότε από μιαν άποψη η "αταξία" της κωμωδίας επιβεβαιώνει την κοσμική τάξη , που τόσο τονίζεται στην τραγωδία, και που εικόνα της, διαπιστώσαμε, αποτελεί ολόκληρος ο οργανωμένος θεατρικός χώρος.
  (αποσπάσματα)                                                                   Φάνης Ι.Κακριδής

Το κείμενο ολόκληρο, σελ.63 - 75,  βρίσκεται στο περιοδικό του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Φηγός, τόμος τιμητικός για τον καθηγητή Σωτήρη Δάκαρη, Ιωάννινα 1994.


 


 

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Δισπηλιό, ο πολιτισμός του νερού

Τα δύο τελευταία χρόνια οι ημερήσιες εκδρομές μας έχουν προορισμό πιο βόρειες και ορεινές περιοχές. Φέτος βρεθήκαμε στην Καστοριά. Πριν από την πόλη επισκεφθήκαμε το Δισπηλιό. Σε αυτό το χωριό, μετά τις ανασκαφές που ξεκίνησε το 1992 ο Γιώργος Χουρμουζιάδης , υπάρχει η αναπαράσταση του οικισμού που αποκαλύφθηκε.


 Η ξενάγηση στο χώρο είναι κατατοπιστική  και η αναπαράσταση του οικισμού εξαιρετική. Πρόκειται για ένα ανοιχτό μουσείο. Έχουν στηθεί οκτώ καλύβες στη λίμνη και  σε ένα χώρο μεγάλης έκτασης  με βάση τις παρατηρήσεις που έγιναν στην ανασκαφή και αντιγράφουν τη νεολιθική καλύβα. Η κάθε καλύβα είναι εξοπλισμένη όπως ακριβώς ήταν οι νεολιθικές με τα αντικείμενα στις φυσικές τους θέσεις. 



 
Ας αφήσω όμως καλύτερα τον Γιώργο Χουρμουζιάδη, τον αρχαιολόγο που ανέσκαψε , μελέτησε και δημιούργησε το ανοιχτό μουσείο ή αλλιώς οικομουσείο, να μας μιλήσει για το Δισπηλιό.
"...Το Δισπηλιό είναι ένα χωριό γύρω στα έξι χιλιόμετρα νότια της Καστοριάς. Είναι κτισμένο στη νότια όχθη της λίμνης και δίπλα ακριβώς σ' αυτό το χωριό, στα 1932, αποκαλύφθηκαν τα οικοδομικά υλικά ενός προϊστορικού οικισμού.


 Η στάθμη της λίμνης είχε κατέβει περίπου 60 εκατοστά και το αποτέλεσμα ήταν να αποκαλυφθούν στο νότιο τόξο της πάνω από 1.000 ξύλινοι πάσσαλοι. Το κατασκευαστικό υλικό, δηλαδή, που είχαν χρησιμοποιήσει οι προϊστορικοί κάτοικοί του, για να κτίσουν τις πλατφόρμες  πάνω στις οποίες στήνονται τα σπίτια τους και οι διάφορες βοηθητικές τους κατασκευές.


 Την εικόνα αυτή των πασσάλων για πρώτη φορά το 1932 την παρατήρησε, ο καθηγητής της αρχαιολογίας τότε στο πανεπιστήμιο της Αθήνα, ο Αντώνιος Κεραμόπουλος. Ο Κεραμόπουλος έψαχνε την εποχή εκείνη να βρει στοιχεία για να εντοπίσει την κοιτίδα των Μακεδόνων, αλλά δεν άφηνε να του διαφύγουν οι εντυπώσεις και οι παρατηρήσεις  που θα είχαν σχέση με οποιοδήποτε αρχαιολογικό εύρημα. Έτσι , οι πάσσαλοι αυτοί του δημιούργησαν την εντύπωση ότι αποτελούν τα κατάλοιπα  ενός πανάρχαιου οικισμού. Μελετώντας, μάλιστα, κατά κάποιον τρόπο ιδιαίτερα μόνο τα πέτρινα εργαλεία που μάζεψε στην περιοχή και όχι την κεραμεική, και προσεγγίζοντας εντελώς εμπειρικά τα ξύλινα κατάλοιπα των σπιτιών, χαρακτήρισε τη θέση αυτή ως προϊστορική. Υπογράμμισε τη σημασία της και έγραψε στα 1937, σε ένα δημοσίευμα του στην Αρχαιολογική Εφημερίδα, ότι θα έπρεπε να ερευνηθεί αυτός ο οικισμός ανασκαφικά, γιατί έχει μεγάλη σημασία, μια και είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται ένας τέτοιος οικισμός στην Ελλάδα. Φυσικά, αυτή η παρατήρηση του Κεραμόπουλου, για " πρώτη φορά" , δεν ήταν σωστή` γιατί ήδη από τον Ηρόδοτο , δηλαδή από τον 5ο αιώνα π.Χ., έχουμε μερικές περιγραφές πάρα πολύ χαρακτηριστικές και σημαντικές για τον τρόπο με τον οποίο κτίζονταν οι οικισμοί αυτοί, οι λιμναίοι.
Και αυτά, βέβαια, τα είπε ο Κεραμόπουλος στα 1932. Η αρχαιολογική υπηρεσία όμως δε "συγκινήθηκε". Δεν άρχισε ανασκαφές. Έπρεπε να περάσουν 60 χρόνια για ν' αρχίσει η δική μας ανασκαφή, δηλαδή στα 1992. Για την "καθυστέρηση" αυτή πρώτο και κύριο ρόλο έπαιξαν τόσο η ερευνητική πολιτική του υπουργείου Πολιτισμού, Προεδρίας και Παιδείας παλιότερα, όσο και οι προσανατολισμοί των αρχαιολόγων, των Ελλήνων και των ξένων ερευνητών που ήταν , και θα μπορούσα να πω πως είναι ακόμα, μόνιμα εστιασμένοι προς την έρευνα των ιστορικών περιόδων ή το πολύ των κρητομυκηναϊκών. Γι' αυτό ακριβώς δεν προκλήθηκε κανένα ενδιαφέρον για μια ανασκαφή που θα είχε ως αντικείμενο έναν προϊστορικό οικισμό και μάλιστα στην περιφέρεια της χώρας. Μια άποψη που και σήμερα ακόμα γεννιέται στους πιο πολλούς Έλληνες , επίσημους ή όχι, όταν ακούγονται τα ονόματα της Καστοριάς, της Φλώρινας, της Κοζάνης. Φοβούμαι πως για την αθηναιοκεντρική Ελλάδα οι βόρειες περιοχές της χώρας έχουν ακόμα το χαρακτήρα της "εξωτικής" περιφέρειας, για να μην πω ενός συμπαθούς "περιθωρίου". Είναι πολλοί που δεν έχουν καταλάβει πως αυτή η αίσθηση των συνόρων, των ορίων, όσο πάει χάνει το χαρακτήρα του φυσικού εμποδίου, του τέλους με άλλα λόγια. Και γίνεται πιο θεωρητική, δηλαδή διοικητική.
Τόσο ο προσανατολισμός, λοιπόν, της έρευνας όσο και η βαρύτητα που είχε η διοικητική διαίρεση των περιοχών της Ελλάδας, δεν επετρεψαν  την ανάπτυξη μιας έρευνας στην περιφέρεια της χώρας  και ιδιαίτερα την ανάπτυξη ανσκαφικών ερευνών. Γι' αυτό ακριβώς πέρασαν τα 60 χρόνια μέχρι το 1992, οπότε και μια ομάδα αρχαιολόγων από το πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αποφάσιεσε ν' αρχίσει μια συστηματική ανασκαφή στο χώρο εκείνο, όπου ο Κεραμόπουλος είχε εντοπίσει τα λείψανα αυτού του προϊστορικού οικισμού. 

....Θα ήθελα να πω όμως, έτσι, πολύ γενικά, ότι το πρώτο συμπέρασμα που μπορεί να βγει από μια τέτοια συστηματική έρευνα δεν αντιστοιχεί ένα προς ένα με τα ευρήματα. Δεν είναι , δηλαδή, η εμπειρική ερμηνεία των "πραγμάτων", αλλά είναι μια γενικευμένη πρόταση που αφορά και αντιστοιχεί με ένα ερώτημα θεωρητικό. Και αυτό το ερώτημα λέει περίπου: Είμαστε σε θέση  ή , για να το πω και αλλιώς έχουμε το επιστημονικό δικαίωμα να μιλήσουμε για έναν πολιτισμό του νερού; Δηλαδή , μπορούμε να πούμε ότι το νερό παρεμβαίνει στην ανθρώπινη πράξη και τη μετατρέπει σε πολιτισμικό φαινόμενο ιδιαίτερου χαρακτήρα;...Εννοώ το πόσο μπορεί μια υδάτινη επιφάνεια, με τις διαφοροποιήσεις που υφίσταται από τον καιρό, από το φως, να επηρεάσει τη συμπεριφορά του ανθρώπου, όχι μόνο στο βιολογικό της επίπεδο, αλλά και στο πνευματικό.


 Αναρωτιέμαι, με άλλα λόγια, αν μια λίμνη, π.χ. που πότε είναι κυματισμένη, πότε όχι, πότε έχει ένα χρώμα βαθύ μπλε, πότε είναι γκρίζα, παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης. Αναρωτιέμαι , τελοσπάντων, αν όλες αυτές οι διαφοροποιήσεις του υδάτινου στοιχείου, που σε τελευταία ανάλυση είναι όμοιες με τις διαφοροποιήσεις ενός ανθρώπινου σώματος μέσα στον καιρό, παρεμβαίνουν στην ανθρώπινη συνείδηση και τη διαμορφώνουν, έτσι ώστε να διαμορφώσει κι αυτή με τη σειρά της έναν πολιτισμό μιας διαφορετικής σημασίας, ενός διαφορετικού χαρακτήρα....
Ας ξαναγυρίσω όμως στο ερώτημα: Υπάρχουν πολιτισμοί του νερού; Επειδή δεν έχετε τη δυνατότητα να μου απαντήσετε, θα απαντήσω εγώ και θα πω: Ναι. Υπάρχουν πολιτισμοί του νερού. Και θα έλεγα ότι η σημασία της ανασκαφής του Δισπηλιού είναι αυτή. Γιατί έχει ως στρατηγικό της στόχο να εντοπίσει μέσα στα αρχαιολογικά ευρήματα την απάντηση αυτού του ερωτήματος που θα μας έδινε το δικαίωμα να μιλούμε για τους "πολιτισμούς του νερού"....Και επαναλαμβάνω, όχι του νερού ως υλικού στοιχείου που βοηθούσε στην κατασκευή της κεραμεικής, π.χ. των κονιαμάτων, στην κατασκευή των σπιτιών, αλλά του νερού ως σύνθετου συστήματος που ενεργούσε δυναμικά παρεμβαίνοντας στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης.....

....Όταν μιλούμε , λοιπόν, για "πολιτισμό του νερού ", αναφερόμαστε σε μια ζωή κοντά στο νερό....όπου η παρουσία του νερού σημαίνει και μια καθοριστική διαμόρφωση της καθημερινής συμπεριφοράς του ανθρώπου. ...Πρέπει να υποθέσουμε, επομένως, ότι ο προϊστορικός άνθρωπος που είναι αναγκασμένος να ζήσει δίπλα σε μια λίμνη βρίσκεται πολύ συχνά μπροστά στο ερώτημα που αναφέρεται στο πού πρέπει να οργανώσει το χώρο όπου θα ζήσει. Έτσι, αναρωτιέται ο "παραλίμνιος" άνθρωπος αν πρέπει να φτιάξει το σπίτι του μέσα στο νερό, μέσα στη λίμνη. Ή αν πρέπει να το φτιάξει στην όχθη, ώστε ανάλογα με τη συμπεριφορά της στάθμης της, που πότε ανεβαίνει και πότε κατεβαίνει, ο οικισμός να είναι πότε λιμναίος και πότε όχι....

Ποιο είναι το υλικό που βρίσκουμε στην ανασκαφή ενός λιμναίου οικισμού και που μας βοηθάει να περιγράψουμε πειστικά το χαρακτήρα ενός τέτοιου πολιτισμού;
....είναι ο πλούτος των αλιευτικών εργαλείων.


  Στην ανασκαφή του Δισπηλιού της Καστοριάς μέσα στα εργαλεία τα πέτρινα, τα κοκάλινα, τα πήλινα και τα κεραμεικά, έχουμε μια κατηγορία εργαλείων που καταλαβαίνουμε ότι η χρήση τους αποσκοπούσε στη βοήθεια της αλιευτικής δραστηριότητας των ανθρώπων...

....ένα άλλο αρχαιολογικό υλικό...είναι τα αγγεία...διατροφικά, αποθηκευτικά και τροφοπαρασκευαστικά...






Στο Δισπηλιό όμως συναντούμε ένα σχήμα αγγείου που δε θα ήταν καθόλου υπερβολικό αν έλεγα ότι είναι μοναδικό. Και αναφέρομαι σε μια σειρά αγγείων που το σχήμα τους παραπέμπει στη βάρκα. Έχουμε, δηλαδή, αγγεία βαρκόσχημα....




Είναι αγγεία που, πρωτ' απ' όλα , μας αποκαλύπτουν εύκολα την εικόνα μιας πλήρους χρηστικής λειτουργίας. Καταλαβαίνουμε, δηλαδή, ότι ήταν σκεύη όπου μέσα μπορούσαν να τρώνε, την ίδια στιγμή όμως μας παραπέμπουν και σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο, σε μια βάρκα...


....Στο ανασκαφικό υλικό του Δισπηλιού βρίσκεται ένα πλήθος από κόκαλα ψαριών που μας αποκαλύπτουν μια πάρα πολύ έντονη αλιευτική δραστηριότητα  που από τη μια πλευρά επέβαλε την κατασκευή ενός τύπου αγγείου και απο την άλλη οδηγούσε σε μια μορφή διατροφικής συνήθειας....
....Υπάρχει όμως και ένα άλλο πεδίο όπου ο άνθρωπος δραστηριοποιείται και παράγει πολιτισμό. Παράγει, δηλαδή , υλικά τα οποία ανήκουν στην "αντίπερα όχθη"....δηλαδή, στην όχθη απέναντι από τη ζωή....Ο άνθρωπος δε στηριζόταν μόνο στο σπίτι του και στο φαγητό. Έπρεπε να έχει και ένα άλλο στήριγμα που θα τον βοηθούσε να τοποθετηθεί ολοκληρωμένα μέσα στο σύμπαν. Κι αυτό ήταν η ιδεολογία. Και ιδεολογία για τον προϊστορικό άνθρωπο ήταν το σύνολο των απλών σκέψεων του, των απόψεων και αντιλήψεων που γεννιώνταν μέσα του στην προσπάθειά του να εκλογικεύσει μερικά φαινόμενα, να τα ερμηνεύσει και μετά να τα χρησιμοποιήσει ως αξιώματα φιλοσοφικά, ως αξιώματα θεωρητικά, για να αντιμετωπίσει με ορθολογικό τρόπο τα προβλήματα της καθημερινής του ζωής..."

Το κείμενο από το βιβλίο του Γιώργου Χουρμουζιάδη, Λόγια από χώμα, Νησίδες και 9,58 της ΕΡΤ3, Σεπτέμβριος 2009 (3η χιλιάδα)



Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

"Δωδώνη: ταύτιση και πρώτες ανασκαφές στον ύστερο 19ο αιώνα"



Τις απόψεις που είχαν διατυπωθεί μέχρι σήμερα για την Δωδώνη και το ανασκαφικό έργο σε έναν από τους σπουδαιότερους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας, ανατρέπει η μελέτη που έκανε ο υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γρηγόρης Μανόπουλος.


Η μελέτη του κ. Μανόπουλου παρουσιάστηκε από τον ίδιο στη Ρώμη, σε Διεθνές Συνέδριο για την Κλασική Αρχαιολογία που διοργάνωσε το Σουηδικό Ινστιτούτο Κλασικών Σπουδών και το πλήρες κείμενο που θα δημοσιευθεί στα πρακτικά του Συνεδρίου είναι σίγουρο ότι θα δώσει το έναυσμα για επιστημονικές και όχι μόνο συζητήσεις.
Η Δωδώνη λοιπόν, μετά από χρόνια, θα επανέλθει στο επίκεντρο του διεθνούς επιστημονικού ενδιαφέροντος, γεγονός εξαιρετικά σημαντικό.

Στην ανακοίνωση που παρουσίασε ο κ. Μανόπουλος, αρχικά, ανέπτυξε διεξοδικά πώς ο Βρετανός αρχιτέκτονας Thomas Donaldson ταύτισε για πρώτη φορά η θέση της αρχαίας Δωδώνης το 1820.

Στο δεύτερο μέρος παρουσίασε, με βάση αθησαύριστα δημοσιεύματα, ένα χρονικό της πρώτης συστηματικής ανασκαφής της Δωδώνης το 1875-1876. Όπως φαίνεται, ο θεωρούμενος πρώτος ανασκαφέας Κωνσταντίνος Καραπάνος απέκτησε το μεγαλύτερο και πιο αξιόλογο μέρος της συλλογής του αγοράζοντάς το από τους Γιαννιώτες πρόκριτους της εποχής Αλκιβιάδη Λιάμπεη και Δαβιτζόν Λεβή. Αυτοί ήταν χρηματοδότες της πρώτης περιόδου της ανασκαφής, που διεξήχθη από τον τότε αρχιμηχανικό του βιλαετίου Ιωαννίνων, τον Πολωνό Σιγισμούνδο Μινέικο.

 Παραθέτουμε σε μετάφραση από την περίληψη της ανακοίνωσης:


«Η μέχρι σήμερα αρχαιολογική έρευνα θεωρούσε ότι ο πρώτος που ταύτισε το χώρο της αρχαίας Δωδώνης ήταν ο Βρετανός Christopher Wordsworth το 1830 και το δημοσίευσε το 1839. Αντίθετα, η πραγματικότητα, όπως προκύπτει από τα νέα στοιχεία που συγκέντρωσε και παρουσίασε ο κ. Μανόπουλος, είναι ότι πρώτος ο Donaldson επισκέφτηκε και ταύτισε το χώρο το 1820 και το δημοσίευσε το 1830. Παρότι αρκετοί ξένοι επιστήμονες γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν τα πορίσματα του Donaldson όλο τον 19ο αιώνα, στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία αυτά δεν ήταν γνωστά, με αποτέλεσμα όταν έγιναν το 1875-1876 οι πρώτες ανασκαφές να μην είναι γνωστό περί ποιας αρχαίας θέσης επρόκειτο.

Το ζήτημα των ανασκαφών του 1875-1876 είναι πιο περίπλοκο. Μέχρι σήμερα πιστευόταν, ότι πρώτος ο Καραπάνος σκέφτηκε να ανασκάψει το χώρο γιατί κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εκεί ήταν η Δωδώνη. Σε αυτή του την ανασκαφή συμμετείχε αρχικά ο Μινέικο, αλλά μετά αποχώρησε. Αργότερα ο Καραπάνος έγραψε ότι "κάποιοι", εννοώντας το Μινέικο, έσκαβαν κρυφά κι έκλεβαν, τρόπον τινά, τα ευρήματα. Αυτά ήταν γνωστά μέχρι σήμερα.

Όπως φαίνεται όμως, ο Μινέικο ήταν αυτός που πρώτος σκέφτηκε να ανασκάψει το συγκεκριμένο χώρο, όχι βέβαια επειδή πίστευε ότι εκεί είναι η Δωδώνη, αλλά απλά επειδή τον εντυπωσίασε το μέγεθος του θεάτρου.

Στην αρχή βρήκε χρηματοδότη κάποιον Φουάντ πασά, ο οποίος όμως μετατέθηκε από τα Γιάννενα. Κατόπιν απευθύνθηκε στον Καραπάνο, που τότε ήταν στα Γιάννενα με σκοπό την αγορά γαιών. Δεκαπέντε μέρες, όμως, μετά την έναρξη της ανασκαφής, επειδή τα ευρήματα ήταν πολύ φτωχά, ο Καραπάνος παραιτήθηκε από το εγχείρημα κι έφυγε για την Κωνσταντινούπολη. Τότε ο Μινέικο συνέχισε για δύο μήνες με δικά του έξοδα το ανασκαφικό έργο και πράγματι βρέθηκαν πλούσια ευρήματα. Αυτό κίνησε το ενδιαφέρον του Λιάμπεη και του Λεβή, οι οποίοι ανέλαβαν τα έξοδα και συνεχίστηκε η ανασκαφή για άλλους τρεις μήνες.

Εντωμεταξύ, ο Μινέικο ανακοίνωσε το Δεκέμβριο του 1875 σε λέσχη των Ιωαννίνων ότι η ανασκαφή αποκάλυψε τη Δωδώνη και σύντομα τα νέα έφτασαν στον Καραπάνο. Τότε αυτός ζήτησε σουλτανική άδεια για να κάνει ο ίδιος τις ανασκαφές και να ακυρώσει την άδεια που είχε ο Μινέικο.

Όταν ήρθε ο απεσταλμένος του Καραπάνου οι ανασκαφές συνεχίστηκαν για άλλους τέσσερις μήνες, αλλά και πάλι τα ευρήματα ήταν λιγοστά και όχι τόσο αξιόλογα. Όταν τελικά ο Καραπάνος επέστρεψε στα Γιάννενα, έπεισε τους Λιάμπεη-Λεβή να του πουλήσουν τα ευρήματα και συμφώνησε με το Μινέικο να δημοσιεύσουν μαζί τα πορίσματα. Πηγαίνοντας όμως στο Παρίσι και κάνοντας δημοσιεύσεις και ανακοινώσεις ο Καραπάνος παρουσίασε την εικόνα που λίγο πολύ επικρατούσε μέχρι σήμερα

Η μελέτη του κ. Μανόπουλου και η ανακοίνωσή της που έγινε στη Ρώμη έρχεται να αποκαταστήσει την ιστορική πραγματικότητα και να προσθέσει πολλά στοιχεία για τη διαδρομή του ανασκαφικού έργου στη Δωδώνη τα οποία ήταν άγνωστα μέχρι σήμερα.
«Η ιστορία αλλά και κάθε επιστήμη πρέπει να περιγράφει την πραγματικότητα και να αποδίδει τα εύσημα σε όσους προηγήθηκαν. Είναι θέμα δεοντολογίας αλλά και η σωστή βάση για την παραπέρα εξέλιξη», σημειώνει ο υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Αναδημοσίευση από epirusPost.gr