Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών

Η Ομάδα «Συλλογική Μνήμη» διαθέτει πλέον ελεύθερα  το ντοκιμαντέρ «Παρτιζάνοι των Αθηνών», σε σκηνοθεσία Ξενοφώντα Βαρδαρού και Γιάννη Ξυδά. 
Ένα ντοκιμαντέρ για την ΕΑΜική Αντίσταση την περίοδο της Κατοχής στην Αθήνα (’41-’44). Δεκατέσσερις αφηγήσεις. Δεκατέσσερις ιστορίες. Ένας λαός ενάντια στους Ιταλούς και Γερμανούς κατακτητές και στους ντόπιους συνεργάτες τους. Ένα ντοκιμαντέρ για τη συλλογική μνήμη με πλούσιο αρχειακό υλικό, το οποίο δένει αρμονικά με τις αφηγήσεις.


Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Ο Μανώλης Γλέζος αφηγείται πώς ο αγκυλωτός σταυρός κατέβηκε από την Ακρόπολη

 Στις 31 Μαΐου 1941 οι Αθηναίοι κοιτάζοντας την Ακρόπολη είδαν έκπληκτοι ότι η γερμανική σημαία με τη σβάστικα δεν βρισκόταν στη θέση της. Οι Γερμανοί εξαπόλυσαν κυνηγητό για να βρουν τους δράστες, αλλά δεν κατόρθωσαν τίποτα. Κανείς δεν ήξερε ή δεν δήλωσε ότι ήξερε ποιοι ήταν αυτοί που τόλμησαν να κατεβάσουν το ναζιστικό σύμβολο από το κοντάρι.
 Για πρώτη φορά ο ελληνικός λαός έμαθε τα ονόματα των γενναίων μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, στην εθνική γιορτή της 25ης Μαρτίου 1945.



 Δύο εφημερίδες αποκάλυψαν την ταυτότητα του Μανώλη Γλέζου και του Απόστολου Σάντα.


 Η μία ήταν  η Ελευθερία, ημερήσια  πολιτική εφημερίδα του Κέντρου, με τίτλο:


 Η πρώτη μάχη - 31 Μαΐου 1941
 και υπότιτλο:


Την επομένην της καταλήψεως της Κρήτης δυό παλληκάρια έδωσαν πρώτα το σύνθημα της αντιστάσεως κατεβάζοντας τη χιτλερική σημαία από την Ακρόπολη. Η ηρωική αυτή πράξη υπήρξε ο πρόλογος ενός τετράχρονου έπους: της μάχης ολοκλήρου του Ελληνικού λαού κατά του κατακτητού.
Ακολουθεί ένα μακροσκελές άρθρο από το οποίο και το παρακάτω απόσπασμα  όπου αποκαλύπτει:

"Ένα τυχαίο περιστατικό, μια ευτυχισμένη σύμπτωση, δίνει στην εφημερίδα τούτη τη δυνατότητα να αποκαλύψει στη σημερινή μεγάλη για το Έθνος μας ημέρα τους αφανείς ήρωες που άρχισαν τον αγώνα της Αντιστάσεως στην Ελλάδα, της Αντιστάσεως εκείνης που μας επιτρέπει να γιορτάζουμε ελεύθεροι πάλι σήμερα. Παραδίδει με την ιερώτερη συγκίνησιν τα ονόματά τους στο πανελλήνιο και στην αιώνια τιμή που τους ανήκει:


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΑΝΤΑΣ
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΓΛΕΖΟΣ

Δυό νέοι, δυό παλληκάρια να τα χαίρεσαι, ξεκίνησαν τη νύκτα εκείνη από μια λαϊκή συνοικία - απ' αυτές δεν ανατέλλουν τα λαμπρότερα αστέρια; -και έπαιξαν κορώνα - γράμματα τα 19 τους τότε χρόνια για χάρι της Ελευθερίας..."



 Η άλλη ήταν ο Ριζοσπάστης. Από το Ριζοσπάστη της 25ης Μαρτίου 1945 ολόκληρο το άρθρο με τη δήλωση του Μανώλη Γλέζου. Το 1941 ήταν και οι δύο 19 χρονών.



ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗς ΣΚΛΑΒΙΑΣ

Τα δύο παλληκάρια ΠΟΥ ΤΟ 1941 ΚΑΤΕΒΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ τη σημαία των τυράννων

ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ" ΤΟ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟ ΤΟΥΣ ΤΟΛΜΗΜΑ

31 του Μάη του 1941...ξυπνώντας εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό οι Αθηναίοι αντίκρυσαν πάνω στο Βράχο της Ακρόπολης κάτι που τους έκανε να ριγήσουν σύγκορμοι. Πάνω στο κοντάρι της μονάχη και ασυντρόφευτη κυμάτιζε περήφανα η Ελληνική Σημαία πάνω απ' τη φρεσκοσκλαβωμένη πολιτεία. Η γερμανική σημαία, το σύμβολο του πανίσχυρου τότε 3ου Ράιχ είχε εξαφανιστεί από τη θέση της. Η σημαία με τον αγκυλωτό που με τόσο κομπασμό ανύψωσαν στην Ακρόπολη οι Γερμανοί αξιωματικοί ίλαρχος Γιάκομπ και υπολοχαγός Έλανιτς το τρομερό εκείνο πρωί της 27/4/41.
Αυτή λοιπόν τη σημαία, το "ταμπού" της γονατισμένης Ευρώπης τόλμησαν τα "θρασύτατα" άγνωστα, ανώνυμα ελληνικά χέρια να την ρίξουν απ' το κοντάρι της. Τα φασιστικά τσακάλια φρίαξαν. Ο Τσολάκογλου τρέμοντας έδινε "ταπεινοφρόνως" εξηγήσεις προς τ' αφεντικά του. Η αστυνομία κινητοποιήθηκε. Οι Γερμανοί για αντίποινα περιόρισαν την κυκλοφορία του πληθυσμού από τις 11 στις 8. Την άλλη μέρα οι εφημερίδες δημοσίευσαν τελεσίγραφο των Γερμανών : " Καταδικάζονται σε θάνατο οι υπεξαιρέσαντες την γερμανική σημαίαν...".
Μα οι " βέβηλοι" δεν βρέθηκαν ποτέ. Η αγκαλιά του σκλαβωμένου μα αδούλωτου Ελληνικού λαού άνοιξε και τους έκρυψε καλά στον κόρφο της. Οι "άγνωστοι" παρέμειναν άγνωστοι. Μα σήμερα πρέπει να μάθει όλη η Ελλάδα τα ονόματα των παιδιών της που είχαν το κουράγιο, "την τρέλλα" - αν δεν υπήρχαν τέτοιες τρέλλεες στον κόσμο δεν θάξιζε τον κόπο η ζωή που ζούμε - να σκαρφαλώσουν νύχτα πάνω στην Ακρόπολη και να κομματιάσουν το σύμβολο της σκλαβιάς. Είναι οι Έλληνες: Γ λ έ ν τ ζ ο ς  Μ α ν ώ λ η ς, φοιτητής της Ανωτάτης Σχολής Εμπορικών Επιστημών, 25 χρονώ κι' ο Σ ά ν τ α ς  Α π ό σ τ ο λ ο ς , φοιτητής της Νομικής 25 χρονώ. Κι' οι δυό τους μ έ λ η  κ α ι  σ τ ε λ έ χ η  τ ο υ  Κ.Κ.Ε. Φίλοι και σύντροφοι.
Τώρα παραχωρούμε τη θέση μας στον ίδιο το σ. Γλέντζο να μας μιλήσει ο ίδιος για τη δραματική και υπέροχη αυτή πράξη του:
"...οι δυό μας τότε, Ελληνόπουλα πραγματικά, γυρίζαμε στους δρόμους ζαλισμένοι απ' τη μαύρη συμφορά. Χίλιες ιδέες περνούσαν απ' τα κεφάλια μας. Νάχαμε πιστόλια! Να κρυβόμασταν σε καμμιά γωνιά, να πυροβολούσαμε Γερμανούς!...Γύρω μας οι σακάτηδες της Αλβανίας έσερναν τα καροτσάκια τους. Χαμένα λοιπόν όλα; Η " ηγεσία" πρόδωσε κι' έφυγε. Τα ραδιόφωνα ούρλιαζαν. Οι εφημερίδες λιβάνιζαν , οι μανάδες έκλαιγαν και καρτερούσαν τους "αγύριστους". 30 του Μάη 1941. Γυρίζουμε άσκοπα στους στυγνούς δρόμους:
- Λάκη, το βλέπεις κείνο εκεί;
 Το φασιστικό σύμβολο, πελώριος, συμπυκνωμένος βραχνάς, πλάκωνε τον ουρανό της Αθήνας. Δε χρειαζόταν περισσότερα λόγια. Ο ένας κατάλαβε τον άλλον. Σε μας έλαχε ο κλήρος...απλοί, ανώνυμοι ερμηνευτές της φλόγας ενός ολόκληρου λαού, της θέλησής του, θα προβαίναμε στην υποστολή της Γερμανικής σημαίας! Δώσαμε τα χέρια και χωρίσαμε. Το βράδυ ραντεβού στις 8 στην πλατεία Κουμουνδούρου. Όταν ανταμώσαμε,, τα χέρια μας σφίχτηκαν νευριασμένα. Δεν ήταν από φόβο. Ήταν συγκίνηση για το μεγάλο σκοπό, για την επιτυχία. Είχε σκοτεινιάσει. Το φεγγάρι είχε βγει. Ήταν μια όμορφη Αττική βραδιά. Αμίλητοι προχωρήσαμε μέσα απ' την Πλάκα. Απ' το πρωί είχαμε κανονίσει τις τεχνικές λεπτομέρειες κι' είχαμε μαζί μας ένα κλεφτοφάναρο. Κάναμε μια βόλτα γύρω απ' την Ακρόπολη. Η γερμανική φρουρά φαινόταν. Τάχα στον κοντό να υπήρχε σκοπός; Ήταν δεν ήταν, εμείς θ' ανεβαίναμε. Σε μια στιγμή που δεν φαινόταν κανένας γύρω, πηδήξαμε το συρματόπλεγμα πούναι γύρω στο δασάκι των πεύκων της βόρειας πλευράς και σιγά σιγά, ο ένας πίσω απ' τον άλλον προχωρούσαμε σκαρφαλώνοντας στ' απόκρημνα βράχια. Φτάσαμε σε μια πορτίτσα ξύλινη, πούφραζε το άνοιγμα που υπάρχει εκεί που αρχίζουν τα τείχη. Στην είσοδο, που κατά τους αρχαίους Αθηναίους μπαινόβγαινε το ιερό φίδι του Παρθενώνα. Ευτυχώς το λουκέτο δεν ήταν κλειστό. Σμπρώξαμε και μπήκαμε. Είχαμε φτάσει...Με κομμένες τις αναπνοές ρίξαμε ένα βλέμμα γύρω μας: Δεξιά τα Προπύλαια, απέναντι ο Παρθενώνας, αριστερά το Ερεχθείο, ψηλά, μεγαλόπρεπα, φωτίζονταν υποβλητικά από το φεγγάρι. Τα σπασμένα μάρμαρα σκόρπια παντού, κάτω από το ιδιόχρωμο εκείνο φως, παρουσίαζαν περίεργα σχήματα. Προς το παρόν κανένας Γερμανός δε φαινότανε. Σκυφτοί, κρυβόμενοι πίσω απ' τα μάρμαρα, προχωρούσαμε. Κάπου - κάπου πετούσαμε μακριά κανένα πετραδάκι, ώστε να δημιουργείται θόρυβος έξω από κει που βρισκόμασταν εμείς, ώστε αν υπήρχε κανένας σκοπός να προσέξει προς τα εκεί και ν' αποφύγουμε μεις τον κίνδυνο. Ως την ώρα δεν είδαμε ούτε ίχνος σκοπού. Εδώ όμως ήταν τα σκούρα: Μήπως σε κείνο το κυκλικό τειχάκι να υπάρχει κανένας; Για πολλή ώρα πίσω απ' τη σκιά του βορείου τείχους αφουγκραζόμασταν. Έπειτα όμως θαρραλέα προχωρήσαμε προς τη βάση του κοντού. Δεν υπήρχε κανένας. Από πάνω μας κυμάτιζε το φασιστικό σύμβολο. Λύσαμε το συρματόσχοινο κι αρχίσαμε να τραβάμε για να την κατεβάσουμε. Μα τα σύρματα δεν άκουγαν. Είχαν μπλεχτεί. Η σημαία δεν κατέβαινε. Τι έπρεπε να γίνει; Να κατέβει η σημαία! απαντούσε η φωνή της συνειδήσεως, η φωνή του λαού. Το μυαλό δούλευε γρήγορα. Άρπαξα το σιδερένιο κοντό κι' άρχισα να ανεβαίνω. Έπιασα τη σημαία κι' άρχισα να την τραβάω. Τίποτα όμως. Δεν έπεφτε. Κουράστηκα και κατέβηκα. Δεύτερη απόπειρα έφερε τα ίδια αποτελέσματα.
- Λάκη η σειρά σου. Ούτε κείνος όμως μπόρεσε. Για τρίτη φορά αναρριχούμαι λυσσιασμένα - με δόντια και με χέρια κρεμάστηκα απ' τη σημαία. Ούτε τώρα όμως τίποτα. Η σημαία όμως έπρεπε να κατεβεί. Και κατέβηκε. Και να πώς. Το σιδερένιο κοντάρι υποβασταζότανε από τρία συρματόσχοινα. Τα λύσαμε από κει που ήταν δεμένα και δίνοντας παλμικές κινήσεις στο κοντάρι τα ξεμπλέξαμε και η σημαία έπεσε απάνω μας και μας κουκούλωσε. Ξεκουκουλωθήκαμε και βάζοντάς την κάτω αγκαλιαστήκαμε και χορεύαμε πατώντας τα φασιστικά σύμβολα. Κείνη την ώρα το φεγγάρι χανότανε πίσω απ' τον Αιγάλεω. Κόψαμε από ένα κομμάτι ο καθένας εκεί κοντά στον αγκυλωτό σταυρό. Τα κομμάτια αυτά τα πήραμε μαζύ μας, αλλά στις περίοδες της τρομοκρατίας οι μαννάδες μας τάκαψαν. Την υπόλοιπη τη μαζέψαμε γρήγορα γρήγορα και τη ρίξαμε στο ξεροπήγαδο που βρίσκεται ανάμεσα στα τείχη και το βράχο. Ίσως τώρα, ύστερα από 4 χρόνια νάχει πια λυώσει.
Γυρίζοντας αργά για τα σπίτια μας μάς έπιασε ο σκοπός χωροφύλακας έξω από το Κρατικό Ταμείο (Ερμού). Η ώρα ήταν 12.10', η κυκλοφορία είχε σταματήσει. Του δικαιολογηθήκαμε ότι είμαστε σε γλέντι και μας άφησε. Και πραγματικά σε γλέντι είμαστε. Κείνο που ποθούσαμε είχε γίνει. Η απαρχή του αγώνα έγινε. Το μάθημα στους Γερμανούς είχε δοθεί...

Ριζοσπάστης Κυριακή 25 Μάρτη 1945.



Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Μιλά η ΕΠΟΝ


Ανάμεσα απ' τη φλόγα δυό χεριών,
που σαν χωνί, αγκαλιάζανε το στόμα, 
άκουσα τη φωνή σου απόψε, ΕΠΟΝ,
κι ω, πώς αχεί στ' αυτιά και τώρα ακόμα!

Για λευτεριά, για ενότητα μιλούσε:
- Αδέρφια εμπρός, στην πάλη την κοινή.
Κι ω, πώς στα λόγια εκείνα αναριγούσε
η σκλαβωμένη κι άβουλη ψυχή.

Μιλάν τα νιάτα, τ' άτρομα, τα θεία, 
ακούστε τη θερμή τους τη φωνή
και σμίχτε τη δειλή σας την πορεία,
με την παρέλασή τους τη λαμπρή.

Πρωτόσταλτα της νίκης χελιδόνια,
- μιλά η ΕΠΟΝ, η φλόγα μιας γενιάς -
και λουλουδίζουν οι καρδιές σαν κλώνια
και μια άνοιξη σιμώνει λευτεριάς.
                                           Μάρτης 1943
Σοφίας Μαυροειδή - Παπαδάκη Της νιότης και της λευτεριάς, ποιήματα, Θεμέλιο, Αθήνα 1978

Στις 23 Φλεβάρη 1943, σε ένα μικρό σπίτι, στην οδό Δουκίσσης Πλακεντίας 3 στους Αμπελόκηπους, ιδρύεται η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, η θρυλική ΕΠΟΝ , η μεγαλύτερη νεολαιίστικη οργάνωση της χώρας.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Η μεταμόρφωση της χρυσαλίδας


Στις 24 του Μάρτη εκείνο το χρόνο, το πρωί, οι γειτόνισες μαζευτήκανε γύρω τρυγύρω από την κλίνη της και της παρασταθήκανε. Ήρθε κι' η γρηά η κοντοβίστα από τον πέρα μαχαλά, κι' αυτή πήγε και σφήνωσε  πίσω απ' το γέρσιμο του μεσοπόρτι και μισοπρόβερνε λουπά - λουπά το τρεμουλιάρικο ρουθούνι της και τήραγε ίσια, και φερμάριζε κατά γρέγο - λεβάντε κατά τη λεχώ. Είτανε η νεκροθάφτισα. Ή το μικρό ή τη μεγάληνε μπορεί νάπερνε ο χάρος σε τέτοιες ώρες κακοθάνατες. Κι' είχε καρτέρι απ' την αυγή. Η λεχώνα δαγκώθηκε, κατάπιε κάμποσο τη γλώσσα της, έβγαλε μια φωνή και σείστη ο ουρανός κι' η γης, κι' εγέννησε. Άμα εμίλησε, αρώτηξε: Τι παιδί είτανε; Της είπανε: Είτανε ασερνικό. Γύρισε δίπλα κι' εκοιμήθηκε.
Το παιδί μπήκε στο βυζί και ρούφαγε και ρούφαγε, και μια νύχτα μεσάνυχτα το πιάσανε σπασμοί κι' αφρός, κι' ήρθε στου τάφου τον γκρεμνό στην άβυσσο, έτοιμο ν' αποθάνει. Αλλά είταν αβάφτιστο και περπατήσαν μες στη νύχτα και παν και φέρνουν τον παπά απ' αλάργα. Έρχεται ο παπάς τρεχάτος και μπαίνει με το πετραχείλι και με το μικρό καλανάρχο κι' απ' το κατόφλι όπου πατεί βάνει μια φωνή και φωνάζει: " Σκύψετε χριστιανοί- σηκώνω τώρα τα Άγια". Η μάνα κι' ο πατέρας σκύψανε, ο παπάς έλεε τα χρειαζούμενα, ο καλανάρχος ο μικρός τρίκλαγε και παράστεκε, το θερμό στη φωτιά εχοχλάκιζε, το παιδί μοναχό εσπαρτάριζε κι' έβλεπε αποπάνω του αγγελούδια επουράνια χορεύοντας να πλησιάζουνε να το πάρουν μαζί τους, κι' ακαταπαύστως ψέλνοντας μέχρι την ώρα  ο παπάς, σταμάτησε τότε κι' αρώτησε: " Για θάνατο ήρθαμε χριστιανοί, ή βαφτίσια;". " Πρώτα να το βαφτίοσουμε παπά" λένε οι γονιοί, και φέρνουνε τη γούρνα. Το παιδί μπήκε στο θερμό κι' εκολύμπησε, κι' εχρίστηκε με τα πρεπούμενα, και κείνη τη στιγμή αιφνίδια ο χάροντας εμετανόησε κι' εξαναχάρισε και πάλι στη ζωή το παιδί, και στους τρεμάμενους απ' την πίκρα γονιούς του.
Σαν έφυγε πια ο παπάς κι' η αβγή απ' τη νύχτα εχώριζε, και κάμανε να πέσουνε ν' αναπαυτούνε κι' οι γονιοί, και τότε πια και το παιδί είχε μετατοπίσει ολότελα απ' τα βασίλεια των νεκρών στον κόσμο των ζώντων ανθρώπων, τότε τη μάνα ήρθε κι' έζωσε μια σκέψη και μια ταραχή. Σα φίδι γύρω απ' το λαιμό νάρθε να κουλουριάστηκε να πάει για να σε πνίξει. Σκουντά τον άντρα της στον ύπνο του - γιατί οι άντρες παραδίνουνται εύκολα: " Σήκω του λέει, απάνω! Θαρώ πως μες στη σάστιση τ' όνομα του παιδιού δεν τόπαμε". " Δεν τόπαμε; λέει εκείνος - η νύχτα δεν είναι φευγάτη ακόμα, το λέμε τώρα, κι' ο Θεός μεγάλος είνε και θα το σχωρέσει.Άει που είσαι εσύ η μάνα να πα να του το πεις εσύ".
Ο Σιδερής μεγάλωξε και τότε πήγε στο σκολειό. Μια για να πάει και μια για νάρθει, δυών ωρώ δρόμος τούπρεπε να πάει απ' το κονάκι νάβρει το κοντινό σκολειό. Θα πέρναγε ρουμάνι, θα δρασκελούσε αδιάσελο κι' ένα στοιχειωμένο γιοφύρι, θα συναντιόνταν με τα κέρατα μες στα κοπάδια απ' τα τραγιά και νάνε σούρουπος ο γυρισμός να το κάνουν τα μάτια σου να θαρείς ότι έβλεπες δάσος βεελζεβούλους, να κράζει ο κούκος απ' τη μια κι' η κάργα από την άλληνε, κι' ο ίσκιος τ' αψηλού βουνού να χαμηλώνει απάνωθε να πορπατεί αντάμα σου και να σε προσπερνά, αλλά έλεε ο Σιδερής: Όλα κείνα χαλάλι! Φτάνει που επάγαινε στο δάσκαλο! Και με δίχως ποδάργια, και πάλι ήθελε σούρνονταν, να φτάσει και να μάθαινε! Να στήλωνε τα μάτια του ν' ακούει ν' ακούει, να τα κλιεί καλά - καλά στην κεφαλή, μπας τυχόν και του τάκλεβαν όλα κείνα τα γράμματα! Το βιος του και το θησαυρό. Που στα χωριά γενιές πάσκιζαν νάρθε μια μέρα μια γενιά, να μπόρειε εκείνη τολάχιστον νάμαθε...
Αλλά ύστερα από διάστημα λέει στη μάνα του ο Σιδερής: " Δε ματαπάου πια στο σκολειό". Δαρθήκανε και σκοτωθήκανε όλοι στο σπίτι εκείνο για να τον ματαπείσουνε, αλλά όμως ο Σιδερής δεν επάγαινε πια. Κι' αιτία δεν τους έλεγε. Μόνου πως τονε βλέπανε κι' εκαθόντανε κι' έκλαιγε. Μόνου μια μέρα που ο πατέρας του εφοβέριξε λέγοντας: " Θα κινήσω άβριο πουρνό να πα να ρωτήξω το δάσκαλο", έμπηξε τότε ο Σιδερής κάτι μεγάλα κλάματα, και τον αγκάλιασε, σα νάτανε εκείνος θαρείς το παιδί και ήθελε να το σώσει, και σκύβει και του λέει στ' αφτί: " Όχι όχι πατερούλη μου, μην πας κι εσύ στο δάσκαλο, γιατί εκείνος δε μιλεί την εδικιά μας γλώσσα, και θα πλαντάξεις κι' εσύ και θα κλαις". Κι' αγκαλιαστήκανε κι' οι δυό, κι' εκλαίγανε δίχως να ξέρουνε, και τόσο τρόμαξε ο πατέρας του - γιατί τέτοια χαϊδέματα μέσα σε τέτοια μικρά σπιτικά δεν τάκαναν παρά μη γένοιτο όντας ήσουν για θάνατο - κι' έτσι κανείς δεν ξαναμίλησε έχτοτες πια για το σκολειό, κι' έτσι απόμεινε έχτοτες κι' ο Σιδερής αγράμματος.
Αλλά τις νύχτες όμως που το σκοτάδι είνε πηχτό, και κουκουλώνεσαι από κορφής, κι' οι σκέψες τότε είνε βαθειές, καθώς κι' ο πόνος πιο βαθύς σαν τύχει  κάπου νάχεις πόνο, μια τέτοια νύχτα κι' οι γονιοί, κάνοντας το σταυρό τους, σα να περνούσαν τρίστρατο δίχως νάχαν προτίμηση το στενό που θ' ακλούθαγαν, πήρανε τη μεγάλη απόφαση. Και ξημερώνοντας η αβγή πιάσανε το παιδί και τούπανε.
" Σιδερή μάτια μου, να γίνουσουν τεχνίτης. Τάχεις που τάχεις γερά τα χεράκια σου, και θα σε δόκομε στο γέρο τώρα να σου μάθει την τέχνη του".
Πενήντα χρόνια ο γέρο πάπους του, ο μαστρο - Στέλιος, είτανε μαραγκός. Είκοσι χρόνια τώρα είτανε στραβός και στραβώθηκε απάνω σ' έναν καθρέφτη. Τέσσερα χρόνια τόνε δούλευε μέσα στ' αργαστήρι  του, και του τρέχαν οι μίξες και τα σάλια του πολλές φορές απάνω του απ' την πείνα, κι' άλλη φορά απ' το κρύο, κι' άλλη φορά απ' τη μεγάλη αγάπη του κείνονε. Και έκειδα κουλουριασμένο τον έβρισκε τότε η αβγή, και έκειδα εξημέρωνε, και έκειδα του κουβαλούσανε πότε και πότε λίγο πράμα να φάει, και δίπλα εκεί πιο πέρα λίγο έκανε την ανάγκη του, και δόστου πια και να ντον γλύφει και με τα δάχτυλα και με τα μάτια του, να ντον σκαλίζει εδώ να ντον σκαλίζει εκεί να παραλούν απ' τη συγκίνηση και τα δυό του ποδάρια του, να γέρνει  να λαγοκοιμάται, να πηδά να ξαφνιάζεται, κι' ολόρθος να τινάζεται και να ντον ξαναπιάνει, κι' έτσι να παν τα πρώτα χρόνια,νάρθει κι' ο τρίτος χρόνος, να πατήσει κι' ο τέταρτος, να φτάσει πια να στραβώνει μια μέρα ο μαστρο - Στέλιος απάνω στα σκαλίσματα μέσα στην τέταρτη κείνη χρονιά.
Είκοσι χρόνια έχτοτες που δούλεψε δίχως τα μάτια του. " Αλλά εφόσο έχω τα χέρια μου, τους έλεγε, μην πάτε αλλού". Κι' έφιανε τα προικιά του γάμου γύρω ένα κύκλο απ' το χωριό, στραβός τεχνίτης τώρα αυτός με δίχως τα φεγγίτια του, αλλά μονάχα με τη γνώση.
Μα τώρα πούρθε η ώρα του, που την καρτέρησε πότε ναρχόντανε, εφώναξε το μικρόν εγγονά του το Σιδέρη και λέει: " Νάρθεις τώρα παιδάκι μου να μ' αλαφρώσεις στη δουλιά". Και τον έβαλε δίπλα του να καθίσει και τούβαλε μέσα στη φούχτα τα εργαλεία του και τον εχάδευε και τούλεγε: " Είσαι παιδάκι εσύ και δεν ξέρεις τον κόσμο, κι' έτσι μπορείς να τ' αγαπήσεις ετούτα τα πράματα τ' άψυχα". Κι' όσο που δούλευε τότε ο μικρός, ο γέρος βάσταγε τις φούχτες του μέσα στις εδικιές του και τις εζέσταινε, να του μαθαίνει τη δουλιά, κι' όταν ερχόντανε το βράδι έλεγε: " Σιδερή, μου φαίνεται πως ήρθε η νύχτα απόψε πάλι. Άναψε το φως. Εγώ βλέπω και δίχως, Σιδερή, αλλά για σένα το λέου παιδάκι μου".
Κι' έτσι εδιδάχτη ο Σιδερής απ' τον αόματό του πρόγονο, την τέχνη αλλά και τη ζωή, όπως κι' αυτός διδάχτηκε από τον εδικόνε του.
Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Πολλά χρόνια επέρασαν βαδίζοντας προσεχτικά απάνω στη γη και τον ουρανό, ώσπου σ' αυτό το διάστημα, οι ζωές γύρω αποταμίευαν και απόγνωση και αταραξία, κι' εκείνο τ' άλλο σοφό πράμα, που μια νύχτα οι άνθρωποι μες στην απελπισία της γνώσης τους κάποτε το ονόμασαν με μια λέξη: "παρελθόν".
Κι' όπως επέρναγαν τώρα τα χρόνια, κι' όλοι οι γονιοί του Σιδερή μεταμορφώθηκαν σε ολόασπρες μαργαριτούλες απριλιάτικες στο κεφαλόσκαλο ο καθένας τους του δικού του τού μνήμα, κι' οι μέλισσες που τόσο ξένιαστα πετούν και παν και γλύφουνε κάθε πρωί τα χειλάκια τους τα μεταμορφωμένα τώρα πια σ' ολάσπρα λουλουδάκια, - έτσι κι' ο Σιδερής τότε εξαφανίστηκε, μέσα στα χρόνια και τις πολιτείες, και δεν τον ξαναβρίσκομε τι τάχα ν' απογένηκε.
Μόνο όταν πέρναγε από μπρος μας κάποτε, ένας λαός, κι' αγκομαχώντας έσουρνε τα νικημένα πλήθια του, αλλά όλους γίγαντες γενναιώτατους! - τότε, αν διακρίναμε, μαζί τους θα τον βλέπαμε. Αλλά...δεν επροσέξαμε.
Χτες το πρωί βρεθήκαμε σ' ένα νοσοκομείο. Απάνω σ' ένα στρίποδο, ριγμένο σ' ένα πέρασμα, κείτεται ένα σκουλίκι. Κάποτε θάταν άνθρωπος. Τώρα είναι ένας μπόγος. Καμμιά 40ριά οκάδες από κρέας και κόκκαλα. Πάμε κοντά. Είνε φοβισμένο. Σαν τρυγόνι τον Αύγουστο, σε κυνηγιού περάσματα.
- Τι είσουν πριν, του λέμε, πριν να...ξαπλώσεις εδωπά; Αλλά φοβάται ακόμα. Ποιος ξέρει πού διδάχτηκε να τρέμει  τόσο, εμπρός στον άνθρωπο. Και είνε δυσκολώτατο να βγάλεις φόβο απ' την ψυχή, όταν με βία στην άνοιξαν, για να στον χώσουν μέσα...
Ύστερα από κάμποσο μας λέει: " Βάλε εδώ το χέρι σου". Και ψάχνομε εμείς στην τσέπη του. Γιατί δεν έχει εκείνος χέρια. Αλλά η τσέπη είνε αδειανή. " Ψάξε καλά" μας λέει. Ξύνομε τη ραφή καλά, και βρίσκομε ένα σβώλο, ως ένα ρεβυθάκι μπόι. " Τώρα ξετύλα" λέει. Γιατί δεν έχει εκείνος χέρια. Και ξετυλάγαμε και ξετυλάγαμε, κι' είνε ένα τοσοδούλικο λυωμένο τσιγαρόχαρτο. Τώρα μας λέει: " διάβασε". Τότε εμείς διαβάζομε. Κι' είχε γραμμένα η πένα, κι' έλεγε το χαρτί:
" Σύνταγμα τάδε του ΕΛΑΣ. Συνταγματάρχης τάδε. Έχασα απ' την τσέπη το παράσημο, τη νύχτα της τάδε επίθεσης ενάντια στους Γερμανούς. Εκεί έχασα και τα χέρια μου. Είταν μαζί μου οι τάδε. Έκαμα αναφορά. Στο πόδι βάρεσα ύστερα, άμα χτυπήσανε οι Άγγλοι την τάδε συνοικία μας. Είπε ο γιατρός πως θα σωθεί".
Το χαρτί εκεί τέλειωσε. Μας λέει: " Στρίψε το καλά. Φοβούμαι μη μου τόβρουνε". Κι' ίσως είνε ο φόβος του ο πιο μεγάλος που ποτέ εδοκίμασε. Γιατί το χαρτί τούτο τόκαμε ανταλλαγή: με δυό του χέρια, και μισό ποδάρι! Τόσο του κοστίζει ακριβώς.
Την τελευταία ώρα που φεύγαμε, τον αρωτήσαμε: " Πώς λέγεσαι;". Λέει: " Λέγομαι Σιδερής. Ο πάπους μου είταν αόματος, αλλά είχε τα χέρια του. Εγώ με δίχως χέρια τώρα, πώς θα δουλεύω πια να ζω".
- Διαβάτη που θα πέρναγες από σιμά απ' το χτίριο, πέσε προσκύνησέ το. Κάποιος μεγάλος είνε εκεί.Κάποτε είταν άνθρωπος. Και μάνα τον αγάπησε. Κι' είχε κάμει κι' ονείρατα, για μια καλλίτερη ζωή. Τώρα είνε ένας μπόγος. Κι' αλλού είνε τα κομμάτια του, κι' εκείνος αλλού βρίσκεται. Κι' όσο για κείνα τα όνειρα, εκείνος μεν τα ετοίμασε, κι' άλλοι θα ντα χαρούν.
Μια μικρή λίμνη αίματα - κι' ένα λακάκι όπου εθάψανε τ' άχρηστα εκείνα μέλη του: - αυτό τώρα όλο κι' όλο θυμάται από το σώμα του ένας μεγάλος ήρωας.
Και μόνο πως τ' απόμεινε και κάνει ακόμα τίκι τακ, σαν ξυπνητήρι επιτραπέζιο, είνε στα στήθεια μια καρδιά. Που στους ανθρώπους δόθηκε. Κι' οι άνθρωποι την πέταξαν απάνω σ' ένα στρίποδο, στημένο σ'ένα πέρασμα, χαμένο σ' ένα χτίριο.
Αυτή είταν η μεταμόρφωση μιας μικρής χρυσαλίδας. Δηλαδή η ιστορία της.
                                                                                                Μέλπω Αξιώτη

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, αριθ. 11 Παρασκευή 20 Ιουλίου 1945



Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα (2)


Ράβενσμπρουκ

...Κι έτσι περάσαμε την είσοδο ενός από τα αμέτρητα κολαστήρια, που οι εγκληματίες του ναζισμού έσπειραν στην Ευρώπη, για να ντροπιάσουν και να στιγματίσουν τον πολιτισμό της.
Ήταν το Ράβενσμπρουκ!
Η πόρτα έκλεισε πίσω μας, κλείνοντας κάθε ελπίδα διαφυγής.
Πόσες άραγε, από τις χιλιάδες των γυναικών που πέρασαν αυτό το φριχτό κατώφλι του θανάτου, μπόρεσαν να το ξαναδιαβούν ελεύθερες; Και ακόμη πόσες από αυτές που το διάβηκαν ήταν γερές ψυχικά, πνευματικά και σωματικά;
Αυτό κανένας δε θα μας το πει ποτέ!
Προχωρούμε μέσα στο σκοτάδι και βρισκόμαστε μπρος σε μια πόρτα ανοιχτή, που οδηγεί σ' ένα θάλαμο που φωτίζεται από λιγοστό φως.
Εκεί, κατάκοπες από την ταλαιπωρία του ταξιδιού και εξαντλημένες από την πείνα, πέσαμε στο πλακόστρωτο και βυθιστήκαμε σ' ένα ληθαργικό ύπνο.
Αύριο με το φως της ημέρας θα δούμε και θα ζήσουμε τον εξευτελισμό και την ταπείνωση, που με μαεστρία μας έχουνε ετοιμάσει τα κτήνη του ναζισμού.
Ξημέρωσε. Η πρώτη διαταγή έφτασε!
" Γδυθείτε και αφήστε τα ρούχα σας. Προχωρείστε σε φάλαγγα".
Προχωράμε ολόγυμνες! Ανάμεσα σε συστοιχίες αντρών των Ες Ες με σαδιστικές και φριχτές φυσιογνωμίες για να αφαιρέσουν, ό,τι πολύτιμο αντικείμενο είχαμε πάνω μας, έψαξαν ακόμη και τα μαλλιά μας!
Μετά τη δοκιμασία αυτή, μας μετέφεραν σ' ένα θάλαμο όπου είχαν ρίξει σωρούς από παλιά ρούχα, όλα καλοκαιρινά. Τα δικά μας ρούχα είχαν εξαφανιστεί. Μας διατάξανε να ντυθούμε με τα ρούχα που ήταν εκεί. Και άρχισε το ντύσιμό μας. Ήταν το πιο απίθανο ντύσιμο που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Ήταν μια περίπτωση, που το τραγικό και το κωμικό συνταιριάζονταν απόλυτα. Στα πόδια μας ξυλοπάπουτσα.
Η πόρτα ανοίγει και πάλι. Καινούργια διαταγή. " Προχωρείτε κατά τετράδες στην αυλή"· και καθώς δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα, οι κλοτσιές και οι βουρδουλιές πέφτουν απανωτές.
Είναι μια μέρα που δεν έχει τίποτα το κοινό με τις ολόφωτες μέρες της πατρίδας. Είναι μια μέρα, όπως όλες οι άλλες που θ' ακολουθήσουν, μουντή, συννεφιασμένη, συνταιριασμένη απόλυτα με το εφιαλτικό περιβάλλον.
Η γη κάτω στα πόδια μας μολυβένια, ο ουρανός κι αυτός μολυβένιος. Τα ξύλινα παραπήγματα, που είναι σκορπισμένα σε μια τεράστια έκταση, και αυτά μολυβένια, και για συμπλήρωμα ο τεράστιος μαντρότοιχος με τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, με τους αγκυλωτούς σταυρούς και τις νεκροκεφαλές.
Το βήμα γίνεται αφάνταστα κουραστικό και οδυνηρό μ' εκείνα τα τεράστια ξυλοπάπουτσα, και καθώς δεν είμαστε συνηθισμένες, η καθεμιά πατάει τα ξυλοπάπουτσα της προηγούμενης και ο ρυθμός του βαδίσματος αλλάζει. Προσοχή! Το άρρυθμο βάδισμα ενοχλεί την ευαίσθητη ακοή των δημίων και οι βουρδουλιές ματώνουν τα κορμιά μας.
Σε λίγο  βρισκόμαστε σ' ένα από τα ξύλινα παραπήγματα, μας σπρώχνουν μέσα και μας στριμώχνουν σε μια γωνιά, είκοσι περίπου τετραγωνικά μέτρα.
Σ' αυτή τη γωνιά θα ζήσουμε οι εξήντα μία γυναίκες 40 μέρες.
Υπάρχει, ευτυχώς, ένα τραπέζι· εκεί στοιβαχτήκαμε· ένα μέρος κάτω από το τραπέζι, ένα μέρος πάνω στο τραπέζι και ένα μέρος γύρω από το τραπέζι.
Μέσα στο ίδιο παράπηγμα μ' εμάς ήταν καμιά διακοσαριά γυναίκες ακόμα, στοιβαγμένες κατά τον ίδιο τρόπο. Δεν ξεχώριζες παρά κεφάλια και πρόσωπα. Κεφάλια ξανθά, ολόξανθα, ξυρισμένα σύρριζα, προσωπάκια παιδικά που η θέση τους ήταν στα θρανία, βλέμματα πονεμένα, έκπληκτα, γεμάτα ερωτηματικά. Ακόμα πρόσωπα γερασμένα, που ο χρόνος κι η ταλαιπωρία είχε χαράξει βαθιά.
Μεσημέρι. Το συσσίτιο έρχεται.
Πεινασμένες καθώς είμαστε, περιμένουμε ένα πιάτο ζεστό φαΐ· το πιάτο ήρθε, και ήταν ζεστό, μα το περιεχόμενο ήταν κάτι το αηδιαστικό. Ένα  ακαθόριστο παρασκεύασμα - νερόβραστα χορταρικά - γεμάτα σκουλήκια και χώματα. Καμιά από μας δε το δοκίμασε.
Με κατάπληξη όμως είδαμε  να το τρώνε όλες οι άλλες, και όχι μόνο αυτό, αλλά να παίρνουν και το δικό μας.
Τότε μονάχα αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε τι μας περίμενε.
Οι ώρες κυλάνε αργά, κουραστικά. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες ο άνθρωπος δεν ξέρει τι από τα δύο θέλει: Να φεύγει ο χρόνος ή να σταματάει; Δεν ξέρει η επόμενη στιγμή τι του ετοιμάζει. Αφανισμό; Εξευτελισμό; Βασανιστήρια;
Μα εμείς δε ζούμε καν σαν άνθρωποι, ούτε μας μένει καιρός να βάλουμε σε σειρά τις σκέψεις μας και τις εντυπώσεις μας από τις οδυνηρές εκπλήξεις της ημέρας. Πώς λοιπόν να μας μείνει και χρόνος για λυρική σκέψη; Αναλογιζόμαστε μόνο τι μας περιμένει.
Το βραδινό συσσίτιο, ευτυχώς, είναι μια φέτα ψωμί και λίγη μαργαρίνη. Αμέσως μετά έξοδος στην αυλή και παράταξη για μέτρημα.
Εδώ αρχίζει καινούργιο μαρτύριο. Το κρύο τσουχτερό, διαπερνάει τα κόκαλά μας, αβάσταχτο, ακόμα και για έναν εγκλιματισμένο άνθρωπο, πόσο μάλλον για ένα μεσογειακό, όπως εμείς, και ντυμένο μάλιστα με τα καλοκαιρινά κουρέλια.
Μόνο ένας Θεός ξέρει πόση ώρα θα περιμένουμε εκεί όρθιες, για να περάσουν μέσα στη νύχτα με τους φακούς και με το βούρδουλα οι δήμιοι να μας μετρήσουν, να μας χλευάσουν, να μας προπηλακίσουν. Αλίμονο σ' εκείνη που δε θα' βρισκαν σε στάση προσοχής ή θα' ταν έξω από τη γραμμή. Επιτέλους, ύστερα από ώρες, που δεν μπορώ να υπολογίσω - γιατί ήταν ανάλογες με τα γούστα των βασανιστών - το μαρτύριο τελειώνει, για ν' αρχίσει το μαρτύριο του ύπνου.
Κρεβάτια υπήρχαν. Αλλά πόσες θα κοιμηθούν στο καθένα; Αρχίζουν από δύο και φτάνουν στις τέσσερις, ανάλογα με το ανθρωπομάζωμα της κάθε μέρας.
Κουράγιο! Το χρέος στον άνθρωπο και στις μελλούμενες γενιές μάς έφερε σ' αυτή την κόλαση.
Ας ατσαλώσουμε λοιπόν την ψυχή μας και ας κρατήσουμε άγρυπνο το πνεύμα μας. Πρέπει να φύγουμε ζωντανές από δω μέσα, για να διαλαλήσουμε στα πέρατα του κόσμου και ως τα βάθη των αιώνων, ότι το κορμί δε λυγίζει όταν τη ψυχή φλογίζει η πίστη στον άνθρωπο και στα μεγάλα ιδανικά που γι' αυτά αγωνίζεται.
Χαράματα. Το ουρλιαχτό μιας σειρήνας μας κάνει να πεταχτούμε πάνω σα νευρόσπαστα.
Πρέπει σε πέντε λεπτά να βρισκόμαστε έξω για το πρωινό μέτρημα.
Και το μαρτύριο επαναλαμβάνεται. Αναμονή σε στάση προσοχής για ώρες, τουρτούρισμα από το κρύο και την πείνα. Επιστροφή στη γωνιά των 20 τετραγωνικών και διανομή του πρωινού.
Το πρωινό ήταν ένα ρόφημα ακαθόριστο, ανάμεσα σε τσάι και καφέ, χωρίς ψωμί και χωρίς ζάχαρη.
Δεύτερη μέρα στο Ράβενσμπρουκ.
Ο κύκλος επαναλαμβάνεται, μα οι δήμιοι έπρεπε να ποικίλλουν το πρόγραμμα της ημέρας, αλλιώς θα πέφταμε στη ρουτίνα κι εκείνοι κι εμείς. Έτσι, για σήμερα, και μετά το πρωινό ρόφημα, το πρόγραμμα είχε εξέταση από γιατρό.
Το θλιβερό καραβάνι ξεκινάει για το νοσοκομείο.
Τι άραγε εξέταση θα γίνει; Θα το δούμε κει. Φτάσαμε. Αμέσως ακούμε τον επικεφαλής να διατάσσει: " Ολόγυμνες και στο ύπαιθρο".
Είναι μια διαταγή που δεν μπορεί να τη συλλάβει ανθρώπινο μυαλό. Είναι μια διαταγή που δεν μπορεί παρά να δόθηκε από ανθρώπινο κτήνος. Καταλαβαίνει κανείς τις ψυχικές μας αντιδράσεις. Ήταν τρομερές. Πίκρα, ντροπή, μίσος και πάλι μίσος, απέραντο μίσος και απόφαση να επιζήσουμε, για να δούμε το γκρέμισμα του ναζισμού.
Ύστερα από ώρες πολλές, η εξέταση αρχίζει. Περνάμε μια μια μπροστά από μια παράταξη γιατρών των Ες Ες για να μας εξετάσουν τελικά αν είχαμε ψώρα στα χέρια!
Είμαι γιατρός· κείνη τη στιγμή ντράπηκα γι' αυτούς και θυμήθηκα τον όρκο του Ιπποκράτη.
Όταν κάποτε αυτοί έδιναν αυτό τον όρκο και ξεκινούσαν στη ζωή με ωραία όνειρα και με τη φιλοδοξία να υπηρετήσουν τον άνθρωπο, να σώσουν ζωές, ν' ανακουφίσουν πόνους, προαισθάνθηκαν άραγε το κατάντημα που κάποτε θα έφταναν; Αν ήθελαν να είναι συνεπείς  μ' αυτό τον όρκο, γιατί δεν τον κράτησαν και προτίμησαν το θάνατο παρά να τον προδώσουν;
Ύστερα από αυτή την εξευτελιστική εξέταση, μας γυρίζουνε στο παράπηγμα για το μεσημεριανό φαγητό.
Αργότερα μάθαμε ότι αυτή η εξέταση γινόταν για να ξεχωρίσουνε τις καλύτερες σε σωματική διάπλαση και να τις χρησιμοποιήσουνε για ψυχαγωγία των υπανθρώπων, που αποτελούσαν το συρφετό του ναζισμού.
Τώρα πια αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε απόλυτα την τραγική μας κατάσταση.
Τώρα πρέπει να σκεφτούμε και να βρούμε τρόπους ν' αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που κάθε μέρα θα μας παρουσιάζονται, για να μπορέσουμε να επιζήσουμε και να γλιτώσουμε μέσ απ' αυτή την κόλαση.
Πρέπει την ίδια την απάνθρωπη ζωή που μας επέβαλε ο πόλεμος και τα κτήνη του ναζισμού για να μας αφανίσουν, να την κάνουμε όπλο εναντίον του.
Είμαστε εξήντα μία γυναίκες Ελληνίδες μέσα στις χιλιάδες που βρίσκονται εδώ. Πάρα πολύ λίγες φυσικά για αποτελεσματικές ενέργειες, όμως κάτι πρέπει να γίνει.
Πρώτη προσπάθεια, λοιπόν, η συνοχή ανάμεσά μας.
Παρ' όλο που το καθήκον αυτό μας δημιουργούσε προβλήματα, επειδή υπήρχε ανομοιογένεια, όμως κατορθώσαμε να κρατήσουμε αυτή μας τη συνοχή σχεδόν ως το τέλος.
Δεύτερο καθήκον. Να πλησιάσουμε τις άλλες γυναίκες. Δύσκολο; Πολύ δύσκολο, γιατί εκτός από τις λιγοστές Γαλλίδες, που η νοοτροπία μας ήταν κάπως συγγενική κι η γλώσσα προσιτή, οι άλλες, όλες σλαβικής προέλευσης, οι περισσότερες Πολωνίδες, Ρωσίδες, Τσέχες, φαίνονταν απρόσιτες κλεισμένες στον εαυτό τους.
Και όμως είναι ανάγκη! Πρέπει να τις πλησιάσουμε. Πρέπει να πλησιάσουμε τις γυναίκες, που βρίσκονται πλάι μας. Να μας δώσουν και να τους δώσουμε λίγο κουράγιο. Έχουμε ανάγκη από την ανθρώπινη ζεστασιά, όπως θα' χουν κι αυτές. Το βλέπεις στο βλέμμα τους κι ας μη μιλάνε. Αυτές δεν έχουν τον αυθορμητισμό και την εκδηλωτικότητα του μεσογειακού ανθρώπου.
Οι μισές σχεδόν από μας είναι κοπέλες 18-22 χρονών, μερικές κάτω των 18, και οι περισσότερες από αυτές είναι στην ίδια ηλικία.
Το πλησίασμα ανάμεσα στους νέους είναι ευκολότερο, έχουν κοινή γλώσσα για να συνεννοηθούν. Άλλωστε δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ μας . Και αν υπάρχουν να που ο πόλεμος ανάλαβε να τις λύσει και φρόντισε να μας φέρει στο κολαστήριο τούτο από τις μακρινές πατρίδες μας, για να δοκιμάσει την αντοχή μας.
Κοινή λοιπόν η τύχη, κοινή και η προσπάθεια. Δε μας χωρίζει τίποτε, όλα μας ενώνουν.
Η Βάσω μιλάει καλά τα γαλλικά. Η Ελενίτσα τα καταφέρνει στα ρούσικα, Μπέττυ ξέρει γερμανικά καθώς και η Ματίνα. Η Παπαδοπούλου τα καταφέρνει πολύ καλά σε όλες αυτές τις γλώσσες.
Επιχείρησαν λοιπόν αμέσως μια πρώτη επαφή κι έτσι η μικρή Σόνια από τη μακρινή στέπα και η μικρή Ελένη από τις γαλανές και ζεστές θάλασσες, γίνονται φίλες. Η Βάσω και η Οντέτ δένονται σφιχτά. Η Μπέττυ και η Ματίνα έρχονται σ' επαφή με Γερμανίδες αντιναζίστριες. Η Παπαδοπούλου προσπαθεί να συνεννοηθεί με τις Πολωνίδες.
Σιγά σιγά ο πάγος έσπασε κι έτσι δημιουργήθηκε ανάμεσά μας ο δεσμός εκείνος που ενώνει τους σκλάβους.
Και το αποτέλεσμα έρχεται. Αυτές, εξαντλημένες από το μακρόχρονο υποσιτισμό, έχουν ανάγκη ακόμη και από τα ψίχουλα του ψωμιού που μπορούμε εμείς να τους δώσουμε καθώς και από το μεσημεριάτικο φαγητό, που για μας είναι απαράδεκτο, προς το παρόν τουλάχιστο.
Αντίθετα, εμείς έχουμε ανάγκη από ένα κουρέλι ή έστω και μια εφημερίδα, για να σκεπάσουμε το παγωμένο μας κορμί, γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να πεθάνουμε από το κρύο.
Ως πότε, όμως, θα ήταν δυνατό να κρατήσει αυτή η ανταλλαγή; Όσο φυσικά άντεχε ο οργανισμός μας στο συνεχή υποσιτισμό.
Έτσι η ανταλλαγή άρχισε και φυσικά μαζί της η παραπέρα γνωριμία.
Οι κοπέλες μας άρχισαν να καλλιεργούν σιγά σιγά τις ξένες γλώσσες και να προσπαθούν να συνεννοηθούν. Ήταν κάτι που γέμιζε κατά κάποιον τρόπο τις ώρες τους.
Οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη, κουραστικές, επίπονες, βασανιστικές, με το πρωινό προσκλητήριο και την ατέλειωτη αναμονή μέσα στην παγωνιά, με τις ιατρικές εξετάσεις κατά τον πιο ανεπίτρεπτο τρόπο, με το μεσημεριανό αηδιαστικό φαγητό.
Σα να μην έφταναν όλ' αυτά, προστέθηκαν και οι αγγαρείες. Και να πώς. Στο στρατόπεδο υπήρχε ένας οδοστρωτήρας. Σ' αυτόν, λοιπόν, έδεναν 4-5 γυναίκες και τις υποχρέωναν με το βούρδουλα να τον τραβάνε και να στρώνουν, δήθεν, τους τεράστιους ακάλυπτους χώρους του στρατοπέδου.
Όμως, αυτή η κατάσταση να μένουμε ώρες ατέλειωτες γύρω από ένα τραπέζι χωρίς κανένα ενδιαφέρον, χωρίς καμιά χαρούμενη νότα, μας οδηγούσε πολύ μακριά. Κατευθείαν στην κατάθλιψη και στην απογοήτευση με όλα τα γνωστά επακόλουθα.
Έπρεπε, λοιπόν, κάτι να γίνει. Και έγινε. Τα νέα κορίτσια έκαναν και πάλι την αρχή.
Και ενώ εμείς οι μεγάλες, στριμωγμένες στη γωνιά μας και σκυμμένες κάτω από το βάρος του χρέους και της ευθύνης, προσπαθούσαμε να σκεφτούμε τρόπους επιβίωσης, ένας γνώριμος αγαπημένος σκοπός, στην αρχή χαμηλά, απαλά, χαϊδεύει την ακοή μας. Ήταν η "Ψαροπούλα", που είχε αρχίσει να τραγουδάει η Μπέττυ με τη μπάσα φωνή της και αμέσως την ακολούθησαν και άλλες.
Αλήθεια! Πόσο λίγο ταιριάζει αυτό το ολόφωτο τραγούδι στο μολυβένιο και μουντό περιβάλλον που ζούμε. Όμως, εμείς στο άκουσμα του τραγουδιού τρέχουμε πολύ μακριά. Στα καταγάλανα ακρογιάλια της ηλιόλουστης πατρίδας μας. Και τότε τα δάκρυα αρχίζουν να τρέχουν ασταμάτητα.
Μα όχι. Προς Θεού! Δεν πρέπει. Δεν ωφελεί σε τίποτα το κλάμα. Εδώ χρειάζονται νεύρα ατσάλινα. Χρειάζεται πίστη, χρειάζεται θέληση ακατάβλητη.
Σιγά σιγά μάθαμε να τραγουδάμε χωρίς να κλαίμε. Μάθαμε να ξεπερνάμε τους εξευτελισμούς και τα βασανιστήρια με το κεφάλι ψηλά. Έτσι καταφέραμε ν' αντέξουμε στις φοβερές συνθήκες που ζούσαμε.
Ένα βράδυ μας έφεραν καμιά σαρανταριά κοπέλες από την Κροατία. Ήταν παρτιζάνες του Τίτο. Ήρθαν κι έφυγαν κι αυτές με το τραγούδι στα χείλη. Ήταν πολύ όμορφες, λεβέντισσες. Ύστερα από λίγες μέρες τις πήραν. Μάθαμε αργότερα ότι το τρένο που τις μετέφερε, βομβαρδίστηκε και σκοτώθηκαν όλες.
Η εικόνα αυτών των χαρούμενων κοριτσιών δε θα φύγει ποτέ από τη μνήμη μου.
Πέρασαν μερικές μέρες και μας επιτρέψανε να βγαίνουμε από το παράπηγμα που μας είχαν στοιβάξει. Όμως, ήταν τόσο φριχτό το θέαμα που αντικρίζαμε, που προτιμούσαμε να μένουμε κλεισμένες μέσα.
Απίθανες φιγούρες από γυναίκες σκελετωμένες, γυμνές, με χαμένα τα λογικά, περιφέρονταν εδώ κι εκεί. Άλλες να κλαίνε σιωπηλά, άλλες να στριγγλίζουν και να χειρονομούν. Εικόνες φρίκης! Και αναρωτιόμασταν, γιατί δεν τις σκοτώνανε; Ίσως να ήταν και τούτος ένας τρόπος βασανισμού, για όσες ζούσαν εκεί και είχαν ακόμα σωστά τα λογικά τους.
Εδώ θα κάνω μια παρένθεση, για ν' αναφερθώ σε μια εντελώς προσωπική μου και μοναδική στο είδος της εμπειρία. Μέσα σ' αυτό το κολαστήριο που ζούσαμε, εκτός από τις ενδημικές αρρώστιες που μας μαστίζανε, πότε πότε παρουσιαζόταν και καμιά επιδημία. Έτσι, ένα πρωινό ξύπνησα με πρησμένο το μισό μου πρόσωπο. Οι άλλες με είδαν και, όπως ήταν φυσικό, δημιουργήθηκε πρόβλημα. Είχε παρουσιαστεί στο στρατόπεδο ερυσίπελας και με είχε αρπάξει πρώτη πρώτη. Αμέσως με μεταφέρανε στο νοσοκομείο. Εδώ γιατροί και νοσοκόμες ήταν όλες Τσέχες κρατούμενες. Ίσως αυτό να ήταν η αιτία που πολλές από τις κρατούμενες, που έμπαιναν μέσα, γιατρεύονταν, γιατί είχαν οπωσδήποτε τη φροντίδα του προσωπικού, εφόσον φυσικά είχαν παράλληλα και γερές καταβολές.
Έμεινα μέσα περί τις δέκα μέρες. Πάνω σ' ένα μονό κρεβάτι μαζί με άλλες τρεις. Όταν μου έπεσε ο πυρετός, σηκώθηκα να πάω στο αποχωρητήριο. Μόλις άνοιξα την πόρτα, αντίκρισα έναν κινούμενο σκελετό, σκεπασμένο με μια μεμβράνη, που κάποτε ήταν το δέρμα, τόσο διάφανο ώστε πίσω του να διαγράφεται καθαρά ο θώρακας και τα σπλάχνα. Στο πρόσωπο υπήρχαν μόνο δύο κόγχες και στο βάθος τους δύο αεικίνητα μάτια, τα μόνα σημεία ζωής μαζί με τη γλώσσα, που έβγαζε άναρθρες κραυγές.
Το θέαμα ήταν τόσο συγκλονιστικό, που δεν άντεξα, σωριάστηκα κάτω λιπόθυμη.
Όταν συνήλθα, βρέθηκα ξαπλωμένη σ' ένα κρεβάτι. Έμεινα εκεί δυο τρεις μέρες ακόμη και μετά έφυγα. Η εικόνα αυτή με κυνηγούσε για πάρα πολύ καιρό.
Φυσικά δεν ήταν το μόνο φριχτό θέαμα που αντίκρισα στο διάστημα της δοκιμασίας μου αυτής. Το αναφέρω γιατί ήταν ο πρώτος κλονισμός που ένιωσα.
Ένα πρωινό μας οδήγησαν σε μια επιτροπή, που είχε έρθει για να πάρει εργάτριες. Μας θεώρησε όμως μικρόσωμες και αδύνατες και δε μας πήρε.
Έπειτα από μερικές μέρες ήρθε μια άλλη επιτροπή, που αυτή μας βρήκε κατάλληλες για εργασία.
Αφού ζήσαμε σαράντα μέρες στο Ράβενσμπρουκ, φύγαμε και πάλι για το άγνωστο.
Την εποχή που εμείς βρισκόμαστε ακόμα εκεί, υπήρχαν καμιά δεκαριά χιλιάδες κρατούμενες. Εγώ είχα τον αριθμ. 45955.
Τι απέγιναν αυτές οι χιλιάδες; Κανείς ίσως δε θα μάθει ποτέ. Πάντως, εκείνο που είναι σίγουρο, είναι ότι πάρα πολλές χρησιμοποιήθηκαν για πειραματόζωα.
Και τώρα η σύνθεση αυτού του στρατοπέδου κατά εθνότητες. Οι περισσότερες ήταν Ρωσίδες και Πολωνίδες, αρκετές Τσέχες, λίγες Γαλλίδες, πάρα πολλές τσιγγάνες Ουγγαρέζες και Γερμανίδες. Ακόμα υπήρχαν πολλές Γερμανίδες αντιναζίστριες, που βρίσκονταν εκεί από την εποχή που ο ναζισμός επικράτησε στη Γερμανία.
Αν μέναμε εκεί, ίσως δε θα γλύτωνε καμιά. Αλλά και ποτέ δε μάθαμε πώς και πότε διαλύθηκε αυτό το κολαστήριο ύστερα από την κατάρρευση του ναζισμού.
Ένα πρωί, η πόρτα, που πριν από σαράντα μέρες είχε ανοίξει για να μας καταπιεί, ξανάνοιξε κατά τον ίδιο εφιαλτικό τρόπο για να μας ρίξει σε καινούργια οδύσσεια.
Μας στοιβάξανε και πάλι σε δυο βαγόνια και ξεκινήσαμε.


Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο της Μαρίας Τσισκάκη - Γαλιατσάτου " Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα. Μια άγνωστη σελίδα της γυναίκας στον αντιφασιστικό αγώνα.". 
Στην πρώτη έκδοση του , το 1975, το βιβλίο έφερε τον τίτλο " Όταν ο άνθρωπος κονταρομαχούσε με τη ντροπή και το θάνατο".
Το βιβλίο επανεκδόθηκε το 1998 από τις Εκδόσεις Βιβλιοθήκη " Η Εθνική Αντίσταση" . Στο σημείωμα για την επανέκδοση του βιβλίου αναφέρεται ότι: 
" Τούτο το βιβλίο άρχισε να γράφεται το 1946 από την αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης γιατρό Μαρία Τσισκάκη - Γαλιατσάτου, μετά την επιστροφή της από τα ναζιστικά στρατόπεδα(...)
Ένα αντίγραφο του βιβλίου νεότερης έκδοσης βρέθηκε στα χέρια της Ευγενίας Λαμπρινού και συγκρατούμενης με τη συγγραφέα στα στρατόπεδα του θανάτου. Έκρινε ότι θα ήταν χρήσιμη η επανέκδοσή του σήμερα για να το διαβάσουν οι νέες και οι νέοι της εποχής μας. Να δουν το απάνθρωπο πρόσωπο του φασισμού, του ναζισμού, των φυλετικών διακρίσεων..."
Η Μαρία Τσισκάκη - Γαλιατσάτου γεννήθηκε το 1906 στη Μαχιά της Κρήτης. Ορφανή από μητέρα , ήρθε στην Αθήνα και σπούδασε Οδοντριακή. Για την συμμετοχή της στην Αντίσταση συνελήφθη και φυλακίστηκες αρχικά στη Μέρλιν και στη συνέχεια στο Χαϊδάρι. Το Μάη του 1944 μαζί με άλλες 60 γυναίκες και 800 άνδρες οδηγήθηκε στα ναζιστικά στρατόπεδα Ράβενσμπρουκ και Μπούχενβαλντ. Στην Ελλάδα επέστρεψε το Σεπτέμβρη του 1945 μετά από πολλές περιπέτειες, Δεν πρόλαβε να χαρεί την ελευθερία της και λίγο μετά συλλαμβάνεται και εξορίζεται σε Τήνο - Χίο- Τρίκερι - Μακρόνησο. Η χούντα την εξορίζει στη Γυάρο. 
Πέθανε στις 31 Δεκεμβρίου 1975 , λίγες μέρες μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου της. Πρόλαβε και άφησε αυτό το ντοκουμέντο ως παρακαταθήκη στη νέα γενιά για να μη ξεχνάει τι σημαίνει φασισμός και ναζισμός.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα (1)

Η φωτογραφία από εδώ
61 γυναίκες στο Μπούχενβαλντ

Μας πήραν οι Γερμανοί ( 61 γυναίκες από το Χαϊδάρι και 850 άντρες) στις 25 του Μάη 1944. Μας έβαλαν σε φορτηγά βαγόνια με αμπαρωμένες πόρτες. Έξω από τη Θεσσαλονίκη πήραμε 250 κρατούμενους από το Στρατόπεδο Παύλου Μελά.
Στη Βαϊμάρη χώρισαν τα δύο γυναικεία βαγόνια από το συρμό. Αυτό το εφιαλτικό ταξίδι κράτησε 14 μέρες, και φθάσαμε βορειοανατολικά του Βερολίνου στο στρατόπεδο - κάτεργο Ράβενσμπρουκ. Εκεί μας πήραν ρούχα, παπούτσια, βέρες και μας έντυσαν με το ριγέ ρούχο του κατάδικου, με νούμερο στο μανίκι. Κι από κει και πέρα για τους Γερμανούς είμαστε ένα νούμερο.
Από τις 150 χιλιάδες γυναίκες (από 23 εθνικότητες) οι 100 χιλιάδες εξοντώθηκαν από βασανιστήρια, βιολογικά πειράματα και σε θαλάμους αερίων. Σ' αυτό το στρατόπεδο μείναμε κάπου 40 μέρες  κάνοντας διάφορες αγγαρίες. Θυμάμαι πως, ζεμένες σαν τα ζώα, σέρναμε ένα κύλινδρο οδοστροτήρα ή καταβρέχαμε τις πρασιές, και όταν ακόμα έβρεχε με το τουλούμι.
Σύμφωνα με τη διαταγή του Γκέμπελς ( εξόντωση δια της εργασίας) μας πήραν για ένα άλλο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Επειδή ο σταθμός είχε βομβαρδιστεί, έως ότου επισκευαστεί, μας έκλεισαν σε μια παράγκα (χωρητικότητας 500 ατόμων), 2000 γυναίκες . Σκηνή που δεν μπορεί να τη συλλάβει νους ανθρώπου.
Το καινούριο στρατόπεδο ήταν παράρτημα του Μπούχενβαλντ. Είκοσι από μας μεταφέρθηκαν στο Σλίμπεν, σ' ένα στρατόπεδο εξόντωσης Τσιγγάνων. Όταν γυρίσαμε είχε αλλάξει η όψη μας, μαλλιά κόκκινα και νύχια φαγωμένα από τις αναθυμιάσεις των αερίων. Μέσα σε λίγα λεπτά δεν είναι δυνατόν να περιγράψω τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης. Αναφέρω μόνον το " Στράφαππέλ" που συνήθως γινότανε τις Κυριακές, την ώρα που πλέναμε το μοναδικό μας φουστάνι· ούρλιαζε η σειρήνα και οι Εσ-σίτες ορμούσαν στους θαλάμους και με το βούρδουλα μας έβγαζαν στο ύπαιθρο, κάτω από το μηδέν, και στεκόμαστε ατέλειωτες ώρες ακίνητες, ανάλογα με τα κέφια τους.
Όλο το διάστημα δεν μας επέτρεψαν ούτε ένα γράμμα να στείλουμε. Οι δικοί μας δεν ξέρανε αν ζούμε. Ιδιαιτερα για μας τις μανάδες που είχαμε αφήσει μικρά παιδιά, η θέση μας ήταν τραγική. Αυτό που κράτησε το ηθικό μας ψηλά ήταν η συνοχή και η μεγάλη αλληλοβοήθεια μεταξύ μας. Δυστυχώς η συμπαράστασή μας δεν μπόρεσε να βοηθήσει και τη Βαγγελιώ τη Ρίζου που τρελλάθηκε και μας την πήραν για τα κρεματόρια. Και κάτω απ' αυτές τις συνθήκες δε σταματήσαμε τον αγώνα κατά του ναζισμού.
Με κίνδυνο της ζωής μας σαμποτάραμε τη δουλειά στο εργοστάσιο που μας υποχρέωναν να δουλεύουμε. Κάποτε σκέφτηκαν να μας δελεάσουν με το "πριμ", για να δουλεύουμε καλύτερα. Σαν αποτέλεσμα ήταν να μην το πάρει καμιά, ακόμα κι αυτές που δεν είχανε καμιά σχέση με την Αντίσταση. Κι αυτό οφειλόταν στη στάση τη δική μας, που δεν τις ξεχωρίζαμε ποτέ. Γι' αυτό το λόγο, σ' ένα τμήμα του εργοστασίου, τις έκλεισαν στην απομόνωση. Εξ αιτίας αυτού του περιστατικού δεν κοιμηθήκαμε όλη τη νύχτα από την αγωνία μας. Ευτυχώς δεν τις εκτελέσανε γιατί ήταν ένα ολόκληρο τμήμα και θα καθυστερούσε η δουλειά σ' όλο το εργοστάσιο.
Οι συνθήκες στη δουλειά ήταν εξοντωτικές, μαζί με το προσκλητήριο 14 ώρες μια βδομάδα μέρα και μια νύχτα, εκτός από τα "Στραφαππέλ". Η διατροφή, άθλια, είχε σαν αποτέλεσμα να γίνουμε σκελετοί. Σε όλες μας έγινε αμέσως τεχνητή διακοπή της περιόδου, στις 25 οι 10, ποσοστό 40%, στείρες, και το ένα τέταρτο θάνατος από καρκίνο, και από φυματίωση και άλλες αρρώστιες.
Στις αρχές του '45 είχαμε καταλάβει ότι πλησιάζει το τέλος του ναζισμού. Στις 13 Απρίλη ακούγαμε το πυροβολικό των Αμερικανών όλο και πιο κοντά και περιμέναμε ώρα την ώρα και τη δικίά μας απελευθέρωση. Δυστυχώς, τα Ες - Ες υπακούοντας εντολή του Χίμμλερ, που έλεγε ότι κανένας κρατούμενος δεν θα' πρεπε να μείνει ζωνατνός, μας ξεσήκωσαν από το στρατόπεδο με προορισμό να μας μεταφέρουν στα βουνά της Τσεχοσλοβακίας, το τελευταίο καταφύγιο των Ες - Ες. Ο κλοιός των Συμμάχων έκλεισε τη Δρέσδη. Έτσι μας περιέφεραν μέσα στη Σαξονία, νηστικές, με μια κουβέρτα στο κεφάλι κάτω από βροχή και τσουχτερό κρύο. Όποια δεν ήτανε σε θέση να περπατήσει και σταματούσε την εκτελούσαν, γι' αυτό στους δρόμους που περνούσαμε βλέπαμε σε χαντάκια τουμπανιασμένα πτώματα κρατουμένων. Τότε καταλάβαμε ότι όλη η Γερμανία ήταν ένα στρατόπεδο.
Ύστερα από εξουθενωτική πορεία δύο εβδομάδων απελευθερωθήκαμε, άλλες από τους Ρώσους, άλλες από τους Αμερικάνους, πριν προλάβουν τα Ες - Ες να μας εξοντώσουν. Εκτός από τη Μαρία την Κουρή που πέθανε ένα μήνα μετά την απελευθέρωση σε νοσοκομείο της Λιψίας, και πολλές άλλες είχαν την ίδια τύχη μετά την επιστροφή μας στην Ελλάδα, και σήμερα δε ζουν παρά 20.
Εκτός από τη δική μας αποστολ΄γ έχω ακουστά κι άλλες, όπως αυτή από την Πέρα Χώρα του Λουτρακίου, Ιούλη του 1944, άλλη μια του Αυγούστου '44 από την περιοχή Κορινθίας, από το Εμπειρίκειο Κρήτης και άλλες που δεν έχω υπόψη μου


Ομιλία της Ευγενίας Λαμπρινού για την ΕΡΤ1 το Γενάρη του 1986. 

Παρατίθεται αντί Προλόγου στο βιβλίο της Μαρίας Τσισκάκη - Γαλιατσάτου Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα. Μια άγνωστη σελίδα της γυναίκας στον αντιφασιστικό αγώνα, Βιβλιοθήκη " Η Εθνική Αντίσταση", Αθήνα 1998

Η Ευγενία Λαμπρινού, αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης, ήταν σύζυγος του κομμουνιστή αγωνιστή  Γιώργη Λαμπρινού και μητέρα  του σκηνοθέτη Φώτη Λαμπρινού. Είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς στην Κατοχή και μετά από την κράτησή της στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου οδηγήθηκε μαζί με άλλες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Έφυγε από τη ζωή στις 16 Αυγούστου 2006



Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Σπάνιο ντοκουμέντο: “Αιχμάλωτοι” του Γιώργου Κοτζιούλα



Νίκος Πουρναράς / Οικοδόμος 

Στις 12 του Οκτώβρη 1944, τα χαράματα, μαχητές του ΕΛΑΣ κατεβάζουν από τον βράχο της Ακρόπολης τη γερμανική σημαία. Σε λίγες ώρες, σαν αφρισμένο ποτάμι ο λαός της Αθήνας υψώνοντας τα λάβαρα του ΕΑΜ πλημμυρίζει κάθε δρόμο και πλατεία, πανηγυρίζοντας για την απελευθέρωσή του από το ζυγό της ναζιστικής σκλαβιάς. Ο αέρας της λευτεριάς μεταφέρει απ’ άκρη σ’ άκρη στην υπόλοιπη Ελλάδα τα μυριόστομα συνθήματα των διαδηλωτών, που εκφράζουν τον πόθο όλου του λαού για μια Ελλάδα λεύτερη και ανεξάρτητη, με το λαό αφέντη στον τόπο του.

Στην Ήπειρο η απελευθέρωση ήρθε από τον ΕΛΑΣ αργότερα και όχι την ίδια χρονική στιγμή για κάθε περιοχή. Για παράδειγμα στα Γιάννενα ακολούθησε με διαφορά λίγων ημερών, ενώ στην Άρτα, που ο ΕΛΑΣ είχε να αντιμετωπίσει εκτός από τους ναζί καταχτητές και τον καθοδηγούμενο από τους Άγγλους ΕΔΕΣ, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1944.

Ένα σπάνιο ντοκουμέντο, ένα άγνωστο κείμενο του Ηπειρώτη λογοτέχνη Γιώργου Κοτζιούλα, που εκτός από σπουδαίος ποιητής, υπήρξε επίσης πεζογράφος, κριτικός και θεατρικός συγγραφέας, με πλουσιότατο έργο και συμμετοχή στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, παρουσιάζουμε σήμερα από την Κατιούσα. Ο Γιώργος Κοτζιούλας είχε ενταχτεί από το 1943 στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ακολούθησε τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της 8ης Μεραρχίας και δημιούργησε τη «Λαϊκή Σκηνή» όπου ανέβαζε δικά του θεατρικά έργα για την ψυχαγωγία των ανταρτών και των κατοίκων των χωριών της Ηπείρου που περιόδευε. Παράλληλα γράφει ακατάπαυστα ποιήματα και χρονικά, και συλλέγει μαρτυρίες, δημιουργώντας ένα πολύτιμο και μεγάλο σε όγκο «αρχείο» όπου καταγράφονται πρόσωπα και γεγονότα της περιόδου.
Ο Γιώργος Κοτζιούλας σε νεαρή ηλικία

Το σπάνιο κείμενο που παρουσιάζουμε διασώθηκε χάρη στον ίδιο τον αντάρτη ποιητή που «σύμμασε» (συμμάζεψε) όπως συνηθίζουν να λένε στα χωριά της περιοχής απ’ όπου κατάγεται, το απόκομμα μιας εφημεριδούλας σχεδόν μισο-κατεστραμμένο (έτσι δεν σώζεται η χρονολογία), για να διατηρηθεί στο Αρχείο Γιώργου Κοτζιούλα και να μας παραχωρηθεί ευγενικά από τον γιο του ποιητή, Κώστα Κοτζιούλα, φιλόλογο και επιμελητή του Αρχείου. Από μια μικρή έρευνα διαπιστώσαμε ότι στο Επιμορφωτικό Κέντρο Βιβλιοθήκη – Αρχείο «Χαρίλαος Φλωράκης» σώζονται δυο φύλλα της εφημερίδας «Λαϊκός Αγωνιστής» με έτος κυκλοφορίας το 1944. Αυτό όμως από μόνο του δεν είναι στοιχείο ικανό για να ισχυριστεί κάποιος ότι και το φύλλο που φιλοξένησε το «σα χρονογράφημα» κείμενο, καθώς και μικρό απόσπασμα από το ποίημα «Καραϊσκάκηδες» του Γ. Κοτζιούλα τυπώθηκε την ίδια χρονιά.

Ο Γ. Κοτζιούλας περιγράφει την άφιξη μιας ομάδας Γερμανών αιχμαλώτων, στην έδρα της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, στην Ήπειρο. Με εικόνες ολοζώντανες περνάνε μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη τα «χρώματα» της ήττας του φασίστα καταχτητή και τα συναισθήματα των λουφαγμένων πια – άλλοτε αιμοβόρων κι αδίστακτων θηρίων – που ατενίζουν σιδηροδέσμιοι και φοβισμένοι την προδιαγεγραμμένη μα και δίκαιη τιμωρία. Όμως ο Κοτζιούλας δεν αρκείται στην περιγραφή των ηττημένων καταχτητών. Βουτάει την πένα του στα εγκλήματα του φασισμού και στην αποφασιστικότητα του απελευθερωτικού αγώνα στο βουνό, τις πόλεις και τα χωριά, και βρίσκεται δίπλα στους λαούς της Ευρώπης που πολεμάνε να συντρίψουν το τέρας του φασισμού, αναγνωρίζοντας το λαό ως τιμωρό των εγκληματιών και αυριανό οικοδόμο της νέας λεύτερης και λαοκρατικής πατρίδας.

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας αντάρτης του ΕΛΑΣ

Ας διαβάσουμε όμως το κείμενο:

ΣΑ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ

Στις τελευταίες επιχειρήσεις οι αντάρτες της Μεραρχίας μας είχαν μια ζωντανή λεία. Μαζί με τα λάφυρα έφεραν μαζί τους και κάμποσους Γερμανούς αιχμαλώτους. Τους πέρασαν για το κρατητήριο τον έναν πίσω απ’ τον άλλον. Καταπτοημένοι, με τσουβάλια στα πόδια, έγερναν ακουμπώντας στα ραβδιά, αξύριστοι και θλιβεροί. Σου έδιναν την εικόνα του ζωντανού πτώματος. Ήταν φανερό πως είχαν χάσει το κουράγιο και την ελπίδα τους, πως δεν είχαν να περιμένουν τίποτε απ’ τη ζωή… Αυτοί που ήταν γεμάτοι έπαρση και αλαζονεία, έτοιμοι να πιστολίσουν κάθε παραβάτη με το παραμικρό, τώρα που έπεσαν στα χέρια των ανταρτών μας άλλαξαν αμέσως ύφος. Πάει ο παλιός τους αέρας, αέρας καταχτητών. Έχουν μαζευτεί στην άκρη τους ρίχνοντας γύρω ματιές όλο εχθρότητα κι αποθάρρυνση. Ακόμα δεν πιστεύουν εκείνο που έπαθαν. Έπεσαν στα χέρια των εκδικητών, εκείνων που αποκαλούσαν συμμορίτες και που τους απειλούσαν με εξόντωση.  Τι θ’ απογίνουν, αυτό είναι που τους ανησυχεί. Θα τους σκοτώσουν; θα τους κρατήσουν; Έχουν διαπράξει τόσα εγκλήματα οι περισσότεροι απ’ αυτούς, ώστε δεν έχουν ελπίδα σωτηρίας. Τα χέρια τους είναι βαμμένα μ’ αίμα, αίμα αθώων. Τα κατορθώματά τους είναι σκοτωμοί, πλιάτσικα, ατιμίες. Αυτά τα ξανθά κτήνη απολύθηκαν στις χώρες της Ευρώπης έχοντας εντολή απ’ τον αφέντη τους να μην αφήσουν τίποτε ορθό. Έκαψαν, βίασαν, ρήμαξαν, σκόρπισαν το θάνατο και την καταστροφή. Όργανα τυφλά του λυσσασμένου φασισμού, θέλησαν να μεταβάλουν τον κόσμο σε απέραντο σφαγείο, σ’ αγέλη ανδραπόδων. Αλλά δεν άργησαν να βρουν το δάσκαλό τους. Η Χιτλερική θύελλα βρήκε μπροστά της το Ρωσικό κολοσσό, την αντίσταση όλων των Συμμάχων. Ο “Υπεράνθρωπος” του μανιακού Νίτσε χτυπάει την κεφάλα του απάνω στο βράχο. Όσο δυνατότερα είναι τα χτυπήματα, όσο πιο πολύ αίμα τού φεύγει, τόσο τα ουρλιάσματα της λύσσας μεγαλώνουν, τόσο τον κυριεύει η έξαψη του χαλασμού. Αλλά πόσα θα κάμουν ακόμα; Έφτασε το τέλος τους. Το τέρας το χτυπούν από παντού με το στρατό, με την αεροπορία, με τα τσεκούρια, σύμμαχοι, αντάρτες, όλοι οι λαοί. Ακόμη και εμείς εδώ απάνω, που ως τώρα εξαιτίας των συνθηκών κρατιόμασταν σε άμυνα, κατεβαίνουμε στους δρόμους, χτυπάμε αυτοκίνητα, τους αρπάζουμε υλικό. Και αυτό είναι ακόμα η αρχή. Τα τιμημένα παιδιά του λαού που γυρίζουν στα βουνά με τ’ όπλο στον ώμο δε θα περιοριστούν σε αψιμαχίες! Θ’ αρχίσουν από δω και πέρα τους αιφνιδιασμούς, τις εξορμήσεις, μην αφήνοντας ούτε στιγμή ησυχίας στους επιδρομείς. Ο τόπος μας πρέπει πια να ησυχάσει απ’ αυτόν τον εφιάλτη. Αλλά δεν θα ησυχάσει πριν διωχτεί και το τελευταίο κάθαρμα του Χίτλερ από δω, πριν βουλώσουν για πάντα το στόμα τους κι’ οι ντόπιοι προδότες. Ο λαϊκός μας στρατός έχει τώρα τη δύναμη να δείξει σ’ όλους τους εχθρούς του πως δε μπορούν να εγκληματούν και να οργιάζουν εις βάρος του λαού. Καθένας που αντέδρασε στην Εθνική μας υπόθεση, όποιος με τη στάση του βοήθησε τους τυράννους, θα έχει την οργή των νεκρών. Η ώρα της πληρωμής πλησιάζει και το οικοδόμημα της ελεύθερης πατρίδας και της λαοκρατίας θα στηθεί απάνω σε ατράνταχτες βάσεις. Τόσα ελληνόπουλα στις πόλεις και στα βουνά δεν έχυσαν το αίμα τους για γούστο. Ο γίγας λαός ύψωσε κιόλας το ανάστημά του. Αυτός θα πει την τελευταία λέξη, να το θυμάστε.

                                                                                           Γ. Κ.[ΟΤΖΙΟΥΛΑΣ]



Παραπάνω από εμφανή τα σημάδια του χρόνου, στο απόκομμα της εφημερίδας “Λαϊκός Αγωνιστής” με τους στίχους από το ποίημα “Καραϊσκάκηδες” του Γιώργου Κοτζιούλα

Απ’ όσο γνωρίζουμε δεν είναι καταγραμμένο πού αιχμαλωτίστηκαν και από ποιους, οι Γερμανοί στρατιώτες. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Λαϊκός αγωνιστής», όργανο της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ,  στη σελίδα 2, στη στήλη «ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ-ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ» μαζί με ένα μικρό απόσπασμα από το ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα «Καραϊσκάκηδες» («ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ»), 1944. Πρόκειται για την πρώτη και την τρίτη στροφή του ποιήματος που αποτελείται από πολλές στροφές.

Αντιγράφουμε τους στίχους από το απόκομμα της εφημερίδας:

ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΔΕΣ

Στρατός από ξυπόλητους και νηστικούς περνά,
πόχουν δικό τους όνομα, δικό τους μπαϊράκη.
Στο πόδι κιόλα βρίσκεται το Ρα[ντοβίζι,] να,
φουσάτο κίνησε έχοντας μπροστά τον Καραϊσκάκη.

(…)

Δε βλέπεις φέρμελες εδώ, τσαπράζια και σπαθιά
μηδέ ακουστούς πολέμαρχους, λαμπρούς καπεταναίους,
η ανέχεια χρόνους όργωσε τα πρόσωπα βαθιά
κι ούτε είναι τα μπαλώματα που δείχνουν τους ωραίους.

Φέρμελες (η φέρμελη, λέξη μάλλον αλβανικής προέλευσης), είναι τα γιλέκα των ευζώνων, στολισμένα με μετάξι και χρυσό.

Τσαπράζια (το τσαπράζι, λέξη τουρκικής προέλευσης)  κοσμήματα κυρίως αντρικά, που έφεραν στις φορεσιές τους κυρίως οι Σουλιώτες, αλλά και οι Σαρακατσάνοι και οι Πόντιοι.

Ο Γιώργος Κοτζιούλας γεννήθηκε στην Πλατανούσα των Τζουμέρκων στις 23 του Απρίλη 1909. Τελείωσε με πολλές δυσκολίες το Γυμνάσιο στην Άρτα και το 1927 γράφτηκε στην Φιλοσοφική Σχολή, από την οποία πήρε το πτυχίο του μόλις το 1938. Εργάστηκε ως διορθωτής και συντάκτης σε περιοδικά και εφημερίδες και δημοσίευσε ποιήματα, πεζά, βιβλιοκριτικές, δοκίμια και μεταφράσεις. Το 1931 εξέδωσε την κριτική μελέτη «Ο Στρατής Μυριβήλης και η πολεμική λογοτεχνία» και το 1932 την ποιητική συλλογή «Εφήμερα».

Η ανέχεια και οι άσχημες συνθήκες ζωής και δουλειάς, που τον ακολούθησαν σχεδόν σε όλη τη ζωή του, τον οδήγησαν όχι μόνο στη φυματίωση, εξαιτίας της οποίας αναγκάστηκε να ζήσει σε σανατόρια και παράγκες στην Πάρνηθα και την Πεντέλη τη διετία 1935-36, αλλά και κλόνισαν γενικότερα την υγεία του και τον οδήγησαν νωρίς στον θάνατο.

Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1947)

Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές «Σιγανή φωτιά», «Δεύτερη ζωή» και «Ο γρίφος» (1938), τα πεζογραφήματα «Το κακό συναπάντημα και άλλα διηγήματα» (1939), αμέσως μετά τον πόλεμο τα «Τρία ποιήματα προπολεμικά», «Ο Άρης» και «Οι πρώτοι του αγώνα» (1946) και λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του τα «Φυγή στη φύση» (1952) και «Ηπειρώτικα» (1954).

Ο Γιώργος Κοτζιούλας εντάχτηκε από το 1943 στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ακολούθησε τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της 8ης Μεραρχίας και δημιούργησε τη «Λαϊκή Σκηνή» όπου ανέβαζε δικά του θεατρικά έργα για την ψυχαγωγία των ανταρτών και των κατοίκων των χωριών της Ηπείρου που περιόδευε. Παράλληλα γράφει ακατάπαυστα ποιήματα και χρονικά, και συλλέγει μαρτυρίες, δημιουργώντας ένα πολύτιμο και μεγάλο σε όγκο «αρχείο» όπου καταγράφονται πρόσωπα και γεγονότα της περιόδου.

Μετάφρασε πολλά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Ουγκώ, Ντίκενς, Ντοστογιέφσκι, Γκόρκι, Τσβάιχ, Μοπασάν, Βερν) αλλά και Έλληνες και Λατίνους κλασικούς. Ιδιαίτερα σημαντικό υπήρξε το δοκίμιό του «Που τραβάει η ποίηση;» (1950), κριτική της μοντέρνας ποίησης.

Παντρεύτηκε το 1950 την Ευμορφία Κηπουρού, με την οποία απέκτησε το 1951 έναν γιο, τον Κώστα.

Έφυγε από τη ζωή στις 29 του Αυγούστου 1956, σε ηλικία μόλις 47 χρόνων.

Βιβλία του Γ. Κοτζιούλα που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια: Η επιλογή ποιημάτων του Γ. Κοτζιούλα, «Ποιήματα», με χαρακτικά του Αλέκου Φασιανού (Μίμνερμος 2013), η συλλογή διηγημάτων «Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα» (Νηρέας 2014 και Δρόμων 2016) και οι μεταφράσεις του, «Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει και σχολιάζει Αρχαίους Έλληνες ποιητές» (Οδυσσέας 2015), και επανεκδόσεις όπως τα τρίτομα «Απαντά» του (Δίφρος 2013), το «Θέατρο στα βουνά» (Δρόμων 2014) και το «Όταν ήμουν με τον Άρη» (Δρόμων 2015) κ.ά.

Βιβλία για τον Γ. Κοτζιούλα: Η εκτενής βιογραφία του από την Αθηνά Βογιατζόγλου «Ποίηση και πολεμική. Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα» (Κίχλη 2015), το αφιέρωμα της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων Γιώργος Κοτζιούλας, «Αφιέρωμα» (Δρόμων 2015) και το αντίστοιχο της Ι.Λ.Ε.Τ. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας για τα Τζουμέρκα. Δημοτικά τραγούδια, λαογραφικές σελίδες, Κ. Κρυστάλλης» (Τζουμερκιώτικα Χρονικά 2016).

(Στην κεντρική φωτογραφία: Γερμανοί SS κρατούμενοι στη Νορμανδία)

Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Κώστα Κοτζιούλα για την ευγενική παραχώρηση του κειμένου, του αποκόμματος της εφημερίδας “Λαϊκός Αγωνιστής” και τα στοιχεία σχετικά με το  απόσπασμα του ποιήματος.

Αναδημοσίευση από Κατιούσα

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

ΕΑΜ

ΕΑΜ.
Τρία γράμματα σκέτα
απλά μεστά
τρία γράμματα σκέτα διαλεγμένα
απ' το αλφάβητο της καρδιάς του λαού μας
τρία γράμματα
ένα σύμβολο
μια ιστορία
ένας λαός.

ΕΑΜ.
Μ' αυτά τα γράμματα υπογράφει η Ελλάδα μας
τη μακριά επιστολή της λευτεριάς
μ' αυτά τα γράμματα υπογράφουμε την πίστη μας.

ΕΑΜ.
Έτσι που ξεφυλλίζουν οι άνεμοι
τις μεγάλες σελίδες των σύγνεφων
δείχνοντας κάθε τόσο την πλατιά επικεφαλίδα του ήλιου
έτσι παντού πίσω απ' τους ίσκιους
απάνω σ' όλες τις σελίδες του αγώνα μας
απάνω σ' όλες τις σελίδες της νίκης μας
ετούτη η απλή επικεφαλίδα: ΕΑΜ.

ΕΑΜ.
Τρεις προβολείς μέσα στη νύχτα της σκλαβιάς
τρία όνειρα ηλεκτρικά
σ' όλο το φάρδος του ελληνικού ορίζοντα
σ' όλο το βάθος της καρδιάς μας
σ' όλο το ύψος της παγκόσμιας λευτεριάς.

ΕΑΜ.
Τρία γράμματα γραμμένα μ' αίμα
εδώ κι εκεί παντού
σ' όλους τους τοίχους των εργοστασίων
στην άσφαλτο των πολιτειών
σ' όλες τις πόρτες των φτωχόσπιτων
στα κυπαρίσσια του Σκοπευτήριου
στην Κοκκινιά και στα Ταμπούρια
απάνου στα ψηλά βουνά της Ρούμελης,
της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας,
πάνου στις πέτρες του Μωριά και στα δέντρα της Ήπειρος
πάνου στον κόρφο της αντάρτισσας Αθήνας
εδώ κι εκεί παντού παντού
στο κούτελο της περηφάνιας μας
απάνου σ' όλες τις αγρύπνιες μας
πάνου στη στρογγυλή ασπίδα του ήλιου
ΕΑΜ, ΕΑΜ.

Δεν είναι τίποτ' άλλο να μιλήσει πιότερο -
μια πίστη, μια κραυγή -
απάνου ο ουρανός κι εδώ ο λαός που πάει απάνου
και γίνεται ουρανός -
μια πίστη μια κραυγή
στην ψυχή και στα χείλη
ΕΑΜ.

Καθώς περνά ο στρατός της λευτεριάς
μες απ' τους δρόμους των αιώνων
μες απ' τα φώτα μες απ' τα όνειρα
με μια μυριόστομη ιαχή
ΕΑΜ, ΕΑΜ, ΕΑΜ
ίσια στης λευτεριάς το δρόμο
ίσια στο μέλλον
ίσια μπροστά πάντα μπροστά
ΕΑΜ, ΕΑΜ, ΕΑΜ, ΕΑΜ.

                                                                        ΑΘΗΝΑ, Οχτώβρης 1943
Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Ριζοσπάστη στις 26 Σεπτεμβρίου 1946 και περιλαμβάνεται στη συλλογή:
Γιάννης Ρίτσος, Συντροφικά Τραγούδια, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2009, 4η έκδοση
Η αφίσα από τη Συλλογή Χρήστου Π. Μοσχανδρέου, Χαράγματα Μνήμης 1941-1944, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2019

Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο(ΕΑΜ) ιδρύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1941.

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

Νύχτες και Αυγές

Το Δεκέμβριο του 2018 επανεκδόθηκε μετά από πολλά χρόνια το μυθιστόρημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου "Νύχτες και Αυγές" από τις εκδόσεις Γκοβόστη σε έναν τόμο.

Η παρουσίαση που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή στις 29 Ιανουαρίου 2019 και συντάκτης είναι η Πόλυ Κρημνιώτη.

«Το μυθιστόρημα 'Νύχτες και Αυγές' είναι μια μεγάλη τοιχογραφία της Αθήνας της Κατοχής, πληρέστερη από κάθε προηγούμενη λογοτεχνική προσφορά για το θέμα αυτό» έγραφε ο Δημήτρης Ραυτόπουλος στις 27 Μαΐου 1962, στην «Αυγή» για το πρώτο μυθιστόρημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Όταν δημοσιευόταν αυτό το κείμενο, το βιβλίο δεν είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Είχε βρει ωστόσο τον δρόμο του στην τότε ΕΣΣΔ, όπου ο ανταποκριτής της «Αυγής» στη Μόσχα Γεωργούλας Μπέικος σημείωνε το εντυπωσιακό τιράζ των 150.000 αντιτύπων, στην έκδοσή του από τη Μολοντάγια Γκβάρντιγια (Νέα Φρουρά).

Ευτυχής συγκυρία φέρνει οι εκδόσεις Γκοβόστη να επανακυκλοφορούν τώρα σε ενιαίο τόμο την αρχικά δίτομη έκδοση που συγκροτούσαν το πρώτο μέρος «Η Πολιτεία» και το δεύτερο «Τα Βουνά». Η έκδοση πλαισιώνεται από το σημείωμα του ίδιου του συγγραφέα, στο οποίο αποκαλεί το μυθιστόρημά του ως την «πρώτη μου δοκιμή στη μεγάλη πεζογραφική μορφή», σημειώνοντας ότι «έχουν τεθεί εδώ κάποιες βάσεις πάνω στις οποίες αναπτύχθηκε μετά η συγγραφική μου δουλειά έτσι περίπου όπως συνεχίζεται και η αυτή ιστορία». Στο εκτεταμένο σημείωμά της, η σύντροφος του συγγραφέα, νεοελληνίστρια Σόνια Ιλίνσκαγια δίνει επαρκή στοιχεία για τη συγγραφή και την πρόσληψη του βιβλίου, τα πρώτα τουλάχιστον χρόνια της κυκλοφορίας του σε Μόσχα και Ελλάδα.

Η εκδοτική περιπέτεια του μυθιστορήματος ξεκίνησε προδικτατορικά από το Θεμέλιο. Η χούντα το απαγόρευσε και μετά την πτώση της ο Κέδρος της Νανάς Καλιανέση το ξανάφερε στα βιβλιοπωλεία. Ακολούθησαν η έκδοση της Σύγχρονης Εποχής με τα περίφημα χαρακτικά του Τάσσου, και κατόπιν εκείνη από τα «Ελληνικά Γράμματα».

Το μυθιστόρημα γράφτηκε τα χρόνια του εκπατρισμού του Αλεξανδρόπουλου, που μετά τη συμμετοχή του στο ΕΑΜ, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, βρέθηκε στη Ντεζ της Ρουμανίας. Εκεί άρχισε να το γράφει το 1954 και συνέχισε στην Τασκένδη και τη Μόσχα. Όπως γράφει η Σόνια Ιλίνσκαγια, παρά την ταλαιπωρημένη υγεία του, ο Αλεξανδρόπουλος αρίστευε στο πανεπιστήμιο «και είχε πρώτα απ' όλα στον νού του τις 'Νύχτες και Αυγές'», τις οποίες πρωτοπαρουσίασε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο Γκόρκι της Μόσχας ως πτυχιακή εργασία, όπου στη διαδικασία της υποστήριξης ο Γιώργος Σεβαστίκογλου τόνισε ότι με αυτό το μυθιστόρημα ο συγγραφέας του «εισέρχεται στην πλειάδα των πιο ταλαντούχων εκπροσώπων της νέας γενιάς προοδευτικών Ελλήνων πεζογράφων που ανοίγουν στον αναγνώστη σελίδες πρόσφατης ηρωικής ιστορίας της πατρίδας».

Οι «Νύχτες και Αυγές» δημοσιεύονται σχεδόν παράλληλα με τους δύο πρώτους τόμους των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» του Σ. Τσίρκα και, όπως σημειώνει ο Ζ.Δ. Αϊναλής στο οπισθόφυλλο, «είναι από τα πρώτα έργα που τολμούν να καταπιαστούν μυθοπλαστικά με το νωπό ακόμα τραύμα της αγγλικής επέμβασης και του εμφυλίου πολέμου που σημάδεψε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο τη μοίρα του ιδιάζοντος 'διπλού πολέμου' που έκρινε τις μεταπολεμικές τύχες του ελληνικού κράτους. Και είναι αυτή ακριβώς η επιμονή του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου να αναφέρεται διαρκώς μέσα στο μυθιστόρημα σε αυτόν τον 'διπλό πόλεμο', εθνικοαπελευθερωτικό και ταξικό», ενώ το μυθιστόρημά του «υπογραμμίζει σε κάθε ευκαιρία ότι στην Αντίσταση συμμετείχαν και αγωνίστηκαν άνθρωποι όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων».

Ο Αλεξανδρόπουλος καταγράφει αδρά την πείνα και τη σκληρότητα του κατακτητή, τον φόβο, την απανθρωπιά και όλη τη συνθήκη που οδήγησε στην Αντίσταση. Περιγράφει την απελευθέρωση και το καθολικό αίτημα της λαοκρατίας, ωστόσο από την πένα του δεν λείπουν η κατάπτωση, ο μαυραγοριτισμός, η προδοσία, ο δωσιλογισμός.


Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης αποτυπώνεται «με μια ρεαλισιτκή, στην ουσία της, επική αφήγηση που τελειώνει με ένα δραματικό προανάκρουσμα της διάψευσης και του εμφύλιου σπαραγμού που ακολούθησε» υπογραμμίζει ο Χρίστος Αλεξίου, σημειώνοντας ωστόσο ότι «το έργο του Αλεξανδρόπουλου, εξαιρετικά σημαντικό και πολύτιμο, όχι μόνο για τις ιστορικές, τις κοινωνικές και τις υπαρξιακές εμπειρίες που θησαυρίζει, αλλά και τις στοχαστικές παρατηρήσεις του στα δρώμενα του αιώνα του, καθώς και τις πρωτότυπες και ιδιόμορφες αφηγηματικές τεχνικές του, δεν αξιώθηκε, ώς τώρα, προσοχή ανάλογη με την αξία του. Οι κριτικοί απέφυγαν να μελετήσουν ένα έργο που απαιτεί πνευματική σκευή και τοποθέτηση απέναντι στη λογοτεχνία και στη ζωή ανάλογη με αυτή του συγγραφέα».