Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Σκάκι και λογοτεχνία

Ο Λένιν παίζει σκάκι με τον Αλεξάντερ Μπογκτάνοφ, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στον Μαξίμ Γκόρκι, στο Κάπρι της Ιταλίας, τον Απρίλη του 1908

Λίγο παράξενος τίτλος. Οχι όμως και τόσο παράξενος, αν αναλογιστεί κανείς την αναμφισβήτητη επιρροή που δέχονται οι τέχνες και γενικότερα οι κορυφαίες πνευματικές δραστηριότητες μεταξύ τους.
Ανήκει όμως πράγματι το σκάκι στις δραστηριότητες αυτές; Δεν είναι κι αυτό ένα από τα τόσα επιτραπέζια παιγνίδια που μας βοηθούν απλά να σκοτώνουμε την ώρα μας ευχάριστα;
Το ζήτημα αυτό είναι αρκετά σύνθετο, και έχει αναλυθεί κατ' επανάληψη σε άλλα άρθρα και βιβλία (!) Το σκάκι αντικειμενικά έχει στοιχεία από την Τέχνη (συμμετρία, ασυμμετρία, αρμονία, φαντασία, ύπαρξη ρευμάτων και σχολών κυρίως από την Αναγέννηση και μετά), την επιστήμη (αναλυτική και συνθετική σκέψη, αντικειμενική εκτίμηση, σχεδιασμός, μελέτη) και τον αθλητισμό (ευγενής άμιλλα, αγωνιστικότητα κλπ.).
Σε όλα τα παραπάνω συνηγορούν και αρκετά εντυπωσιακά στοιχεία από τη σκακιστική ιστορία, τα οποία μας βεβαιώνουν πως το σκάκι κάθε άλλο παρά παιγνίδι είναι.
Τέτοια στοιχεία είναι η τεράστια βιβλιογραφία του (45.000 βιβλία περίπου μέχρι σήμερα!) η οποία έχει τις ρίζες της ήδη στον όγδοο μ.Χ. αιώνα (!) και συγκεκριμένα στην αυλή του Χαρούν ελ Ρασίδ.
Ακόμα, η καθιέρωση της υποχρεωτικής διδασκαλίας του σε πολλές χώρες κυρίως της Ευρώπης (πότε άραγε θα ζήσουμε αυτές τις μέρες;!) με πρώτη τη Σοβιετική Ενωση που αξιοποίησε τη μεγάλη παιδαγωγική και ηθοπλαστική του αξία ήδη από τη δεκαετία του 1920.
Το σκάκι είναι μία από τις γοητευτικότερες και συνάμα πιο ιδιότυπες πνευματικές ασχολίες που έχει συνεπάρει στο πέρασμα του χρόνου εκατομμύρια ανθρώπων και έχει αιχμαλωτίσει στο σύνολό τους σχεδόν τις κορυφαίες πνευματικές και πολιτικές φυσιογνωμίες του κόσμου.
Από τον Ιουστινιανό και τον Βοναπάρτη μέχρι τον Ρουσσώ και τον Λοκ, από τον Μαρξ και τον Λένιν μέχρι τον Φραγκλίνο και τον Αϊνστάιν, από τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Προκόφιεφ και τον Τσάρλι Τσάπλιν, το σκάκι έχει πάντα ένα σημαντικό και ωφέλιμο ρόλο.
Απ' όλες, όμως, αυτές τις σπουδαίες μορφές θα μας απασχολήσει μια συγκεκριμένη ομάδα, αυτή των λογοτεχνών.
Στις γραμμές που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε μια σύντομη παρουσίαση της τεράστιας απήχησης του σκακιού στη λογοτεχνία, σημειώνοντας από τώρα πως δεν πρόκειται για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση - αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε αρκετούς τόμους! - αλλά για ένα καλό ερέθισμα για περισσότερο ψάξιμο.
Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο θέμα.
Κανένα άλλο «παιγνίδι» δεν έχει επηρεάσει τόσο τη λογοτεχνία. Ο εύλογος παραλληλισμός του με την ίδια τη ζωή, οι φιλοσοφικοί συνειρμοί που προκαλεί, λειτουργούν ως ερέθισμα τουλάχιστον για μια εγκωμιαστική αναφορά και, πολύ συχνά, ακόμα και για την ίδια τη λογοτεχνική δημιουργία.
Η πρώτη αναφορά του σκακιού στη λογοτεχνία πιστεύεται από πολλούς πως βρίσκεται στην Ιλιάδα. Ωστόσο, οι πεσσοί πάνω από τους οποίους μας παρουσιάζεται αφοσιωμένος ο Παλαμήδης δεν μπορούν να ταυτιστούν με το σκάκι, αφού δεν παρέχονται άλλες πληροφορίες, ενώ η διάσημη σχετική αγγειογραφία είναι αρκετά ασαφής. Είναι πάντως χαρακτηριστικό το ότι το πρώτο σκακιστικό περιοδικό που κυκλοφόρησε στη Γαλλία τον δέκατο ένατο αιώνα είχε το όνομα του ομηρικού ήρωα.
Η πρώτη αναφορά στο σκάκι με τη σημερινή του μορφή, γίνεται από τον Πέρση ποιητή Ομάρ Καγιάμ, ο οποίος γράφει το 1100 μ.Χ. ένα τετράστιχο εμπνευσμένο από το σκάκι για να αποδώσει τον μάταιο κατ' αυτόν χαρακτήρα της ζωής.

Για να μιλήσουμε ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές
Είμαστε τα πιόνια της παρτίδας που παίζουν οι Ουρανοί
Διασκεδάζουν μαζί μας στη σκακιέρα της ύπαρξης
Και κατόπιν επιστρέφουμε ξανά, ένας ένας στην Ανυπαρξία.

Το ποίημα αυτό διασκευάστηκε από τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες σε ένα διπλό σονέτο, στο οποίο παρουσιάζονται με ποιητικό τρόπο, η πορεία της εξάπλωσης του σκακιού από την Ανατολή στη Δύση καθώς και το φιλοσοφικό ερώτημα που απασχολεί τον Ομάρ Καγιάμ, αφού στο σονέτο αυτό το σκάκι παρουσιάζεται ως ομοίωμα της ζωής, τα κομμάτια ως οι άβουλοι άνθρωποι και οι σκακιστές ως Θεοί που κινούν τα νήματα.


Ο Θεός κινεί τον παίκτη και ο παίκτης τα κομμάτια
Μα άραγε ποιος Θεός, πίσω από τον Θεό, κινεί το νήμα
Της σκόνης και του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;

Ο Ιταλός ποιητής του δέκατου έκτου αιώνα Marco Girolamo Vida καταπιάνεται συχνά με το σκάκι, ενώ ο Sir William Jones γράφει στα 1763 το περίφημο ποίημα «Caissa» (η θεά του σκακιού στην αρχαία Ινδία), στο οποίο ο Άρης για να κερδίσει τον έρωτα της θεάς επινοεί το μαγικό παιγνίδι.
Αναφορές γεμάτες θαυμασμό συναντά κανείς στα έργα των Σαίξπηρ, Γκαίτε, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Τουργκένιεφ (ο οποίος ήταν μάλιστα και πρόεδρος ενός σκακιστικού συνεδρίου που διεξήχθη στο Μπάντεν - Μπάντεν το 1870!), Ζολά, Τσβάιχ, Γκόρκι και πολλών άλλων.
Ο δημιουργός του «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» Λιουίς Κάρολ, γράφει το «Μέσα στον καθρέφτη», ένα λογοτέχνημα βασισμένο εξ ολοκλήρου στους σκακιστικούς κανόνες, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε τον πασίγνωστο πια, «Παίκτη του σκακιού» του Ουναμούνο.
Ο Φερνάντο Πεσσόα, χρησιμοποιεί το συμβολισμό της αναίμακτης σκακιστικής μάχης, για να γράψει ένα σημαντικό αντιπολεμικό διήγημα («Οι σκακιστές», 1916), ενώ η γοητεία του σκακιού δεν αφήνει αδιάφορο ούτε τον Αμερικανό ποιητή Τόμας Ελιοτ («Μια παρτίδα σκάκι», 1922).
Παροιμιώδης έχει μείνει η αγάπη των Στέφαν Τσβάιχ και Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ για το σκάκι.
Ο Τσβάιχ μάς άφησε αρκετά έργα με σημαντικότερα τη «Σκακιστική νουβέλα», ενώ μια σύντομη δοκιμιακή του αναφορά στο σκάκι - την οποία παραθέτουμε στο τέλος του άρθρου - είναι ίσως η ωραιότερη που έχει γραφτεί μέχρι σήμερα.
Ο Ναμπόκοφ, δημιουργός των «Λολίτα» και «Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ», αναφέρεται στο σκάκι σε κάθε ευκαιρία, ενώ γράφει και το σκακιστικό μυθιστόρημα «Η άμυνα του Λόιζιν» με πρωταγωνιστή έναν μεγαλοφυή πλην παράφρονα σκακιστή.
Είναι επίσης σημαντικό το ότι αφιέρωσε ένα σημαντικό κομμάτι της αυτοβιογραφίας του στη γοητεία της σύνθεσης των σκακιστικών προβλημάτων (είχε και ο ίδιος συνθέσει αρκετά, τα οποία εξέδωσε αργότερα μαζί με μια ποιητική του συλλογή υπό τον τίτλο «Poems and Problems»).
Αυτοί και πολλοί άλλοι ξένοι λογοτέχνες όπως οι Εζρα Πάουντ, Ευγένιος Μοντάλε, Στάνλεϊ Ελιν, Πάολο Μαουρένσινγκ, Τζον Κόμπλερ, Ρόμπερτ Σέκλεϊ και Ρίτσαρντ Γκάρνετ χρησιμοποίησαν πολύ συχνά το σκάκι ως πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.
Αλλά και οι νεότεροι Ελληνες λογοτέχνες έχουν επηρεαστεί με τη σειρά τους από το σκάκι.
Ο Κ.Π. Καβάφης δημιουργεί ένα ωραιότατο ποίημα βασισμένο στον σκακιστικό κανόνα της προαγωγής του πιονιού όταν αυτό φτάσει στην τελευταία γραμμή της σκακιέρας. Ο Μ. Στασινόπουλος δημοσιεύει το 1927 στη «Νέα Ζωή» το ποίημα του «Το Αλογο του σκακιού», ενώ ο Νίκος Καρούζος βασίζει κι αυτός συχνά τις συνθέσεις του στα 64 μαγικά τετράγωνα.
Πολύ σημαντικό και το πασίγνωστο πια και μελοποιημένο ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη, «Το σκάκι», μια σύνθεση που εκφράζει την αντίθεση του ποιητή προς την αδράνεια και την πισωδρόμηση, προς την οποιαδήποτε παγιωμένη τάξη πραγμάτων. Ο ποιητής ταυτίζεται με τον τρελό (ο αξιωματικός στο σκάκι), παραπέμποντας στον γελωτοποιό της αυλής, ο οποίος μπορεί να λέει τις αλήθειες του με τρόπο σκωπτικό, αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις, με την παρτίδα της αντίστασης να συνεχίζεται παντοτινά.


Μάρκος Ηλιάδης
Ριζοσπάστης, Κυριακή 29 Ιούνη 2008 στο "ΡΙΖΟχαρτο"

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Τα επιβαλλόμενα μέτρα

Ο μεσημεριάτικος ήλιος φώτιζε τη μικρή πολίχνη εκτός σχεδίου, που κατά την έκφραση του διευθυντή των φυλακών "είναι αδύνατο να τη βρεις ούτε με το τηλεσκόπιο πάνω στο γεωγραφικό χάρτη". Ησυχία και γαλήνη. Από το Δημαρχείο προς τη συνοικία των καταστημάτων προχωρεί με βήμα αργό η υγειονομική επιτροπή. Την απαρτίζουν ο δημοτικός γιατρός, ο αστυνόμος, δυο εκπρόσωποι του δήμου κι ένας εκπρόσωπος των εμπόρων. Πίσω ακολουθούν με σεβασμό οι αστυφύλακες...Ο δρόμος της επιτροπής, όπως ο δρόμος του Άδη, είναι σπαρμένος με καλές προθέσεις. Οι υγειονομικοί προχωρούν και κουνώντας τα χέρια τους συζητούν για την ακαθαρσία, τη βρώμα, τα επιβαλλόμενα μέτρα και τ' άλλα ζητήματα της χολέρας. Είναι τόσο σοφές οι κουβέντες, ώστε ο αστυνόμος που προπορεύεται ξαφνικά ενθουσιάζεται και γυρίζοντας τους λέει:
- Μα, κύριοι, θα έπρεπε συχνότερα να μαζευόμαστε και να συζητάμε! Και ευχάριστο είναι, και αισθάνεσαι τον εαυτό σου σε κοινωνικό περιβάλλον, κι όχι να καθόμαστε και να τρωγόμαστε μεταξύ μας. Αλήθεια, μα το Θεό!
- Από ποιον ν' αρχίσουμε; ρώτησε ο αντιπρόσωπος των εμπόρων το γιατρό, με ύφος δημίου που διαλέγει το θύμα του. Ν' αρχίσουμε, Ανικήτα Νικολάιτς , από το μπακάλικο του Οσέινικωφ; Εν πρώτοις, είναι μεγάλος κατεργάρης και ...δεύτερο, είναι πια καιρός να τον τιμωρήσουμε. Προ ημερών μου φέραν από το μπακάλικό του μπληγούρι, και τι να βρω, με το συμπάθειο, ποντικοκούραδα...Η γυναίκα μου, δεν το' φαγε!
- Τι να γίνει; Ν' αρχίσουμε από τον Οσέινκωφ, ας αρχίσουμε από τον Οσένκωφ, απαντά αδιάφορος ο γιατρός.
Οι υγειονομικοί μπαίνουν στο "Κατάστημα τσαγιού, καφέδων και άλλων αποικιακών εμπορευμάτων του Α.Μ. Οσέινκωφ" και αμέσως , χωρίς μεγάλους προλόγους αρχίζουν τον έλεγχο.
- Μμμάλιστα, κύριοι...λέει ο γιατρός κοιτάζοντας τις πυραμίδες με τα σαπούνια του Καζάν. Τι πύργους βαβυλώνιους σκάρωσες με τα σαπούνια! Μωρέ εφευρετικότητα, ούτε λόγος! Εεεε! Τι είναι τούτο; Κοιτάχτε, κύριοι! Ο Ντεμιάν Γαβριήλοβιτς το σαπούνι και το ψωμί το κόβει με το ίδιο μαχαίρι!
- Αυτό δεν μπορεί να φέρει χολέρα,Ανικήτα Νικολάιτς! του απαντά πολύ λογικά ο ιδιοκτήτης.
- Έχεις δίκιο, αλλά είναι σιχαμερό πράγμα! Κι εγώ το ψωμί από σένα το αγοράζω.
- Όταν πρόκειται για σπουδαιότερα πρόσωπα, έχουμε κι άλλο , ιδιαίτερο μαχαίρι. Να είστε ήσυχος , κύριε...Τι φανταστήκατε...
Ο αστυνόμος σηκώνει τα μυωπικά μάτια του στο χοιρομέρι, πολλή ώρα το σκαλίζει με το νύχι του, το μυρίζει δυνατά, ύστερα χτυπά τα δυο του δάχτυλα και ρωτά:
- Μήπως έχει στρυχνίνες;
- Τι λέτε, κύριε αστυνόμε...Για τ' όνομα του Θεού...Μα είναι ποτέ δυνατό!
Ο αστυνόμος κάπως ντράπηκε, απομακρύνεται από το χοιρομέρι και σουρώνει τα μάτια του πάνω στον τιμοκατάλογο του Ασμόδωφ και Σία. Ο αντιπρόσωπος των εμπόρων βάζει το χέρι του μέσα στο βαρελάκι που είναι το μπληγούρι και πιάνει κάτι μαλακό, σαν κατηφεδένιο...Σκύβει, κοιτάζει και στο πρόσωπό του ζωγραφίζεται τρυφερότητα:
- Ένα γατάκι...ένα γατάκι! Μικρούλικο μου εσύ! ψελλίζει. Αναπαύεται μέσα στο μπληγούρι, και σήκωσε το μουτράκι του...χαϊδεύεται...Ντεμιάν Γραβριήλοβιτς, πρέπει να μου στείλεις ένα γατάκι!
- Αυτό γίνεται...Εδώ, κύριοι, είναι τα ορεχτικά, τα μεζελίκια, αν θέλετε να τα δείτε...Σαρδέλες, να το τυρί,,,το μπαλίκ το παρέλαβα την Πέμπτη, εξαιρετικό πράγμα...Μίσκα , δώσε μου το μαχαίρι!
Οι υγειονομικοί κόβουν ένα κομμάτι μπαλίκ, το μυρίζουν και το δοκιμάζουν.
- Για το μεζέ κι εγώ δεν πηγαίνω πίσω...λέει το αφεντικό με ύφος σα να μονολογεί. Κάπου είχα ένα μπουκαλάκι. Το μπαλίκ σηκώνει βότκα...Τότε αλλάζει η γεύση του....Μίσκα, δώσε μας εδώ το μπουκαλάκι.
Ο Μίσκα, φουσκώνοντας τα μάγουλά του και γουρλώνοντας τα μάτια, βγάζει  την τάπα και ακουμπά με θόρυβο το μπουκάλι πάνω στο τεζάκι.
- Να πιούμε έτσι νηστικάτα...λέει ο αστυνόμος, ξύνοντας σκεφτικά το σβέρκο του. Βέβαια, δεν πειράζει να πιούμε από μια...Μόνο κάνε γρήγορα Ντεμιάν Γραβριήλοβιτς, δεν έχουμε καιρό για τη βότκα σου!
Ύστερα από ένα τέταρτο της ώρας,  οι υγειονομικοί, σκουπίζοντας τα χέρια και σκαλίζοντας τα δόντια τους με τα σπίρτα , τραβάνε για το μπακάλικο του Γκλοριμπένκο. Εκεί, θαρρείς επίτηδες, είναι αδύνατο να μπεις μέσα...Πέντε γεροί άντρες, με κόκκινες, ιδρωμένες φυσιογνωμίες, προσπαθούν να κυλήσουν από το μπακάλικο ένα βαρέλι βούτυρο.
- Κράτα δεξιά! ...Τράβα απ' το πλάι! Βάλε το δοκάρι...διάβολε! Τραβηχτείτε αφέντες, μπορεί να τσακίσουν τα πόδια σας!
Το βαρέλι σφηνώνεται στην πόρτα και ούτε μπρος ούτε πίσω...Τα παλικάρια βάζουν όλη τους τη δύναμη και τοσπρώχνουνε, μουσουνίζοντας δυνατά και βρίζοντας δεξιά κι αριστρά. Ύστερα από αυτές τις προσπάθειες, όταν ο αέρας αρχίσει να χάνει την καθαρότητά του, ύστερα από τόσα μουσουνίσματα, το βαρέλι επιτέλους άρχισε να κυλιέται, αλλά παρά τους φυσικούς νόμους, κυλά προς τα πίσω και σκαλώνει στην πόρτα. Και πάλι αρχίζει το λαχάνιασμα.
- Φτου! φτύνει ο αστυνόμος. Ας πάμε στου Σιμπόυκιν` αυτοί οι δαίμονες ως το βράδυ θ' αγκομαχάνε.
Οι υγειονομικοί βρίσκουν κλειστό το μπακάλικο του Σιμπούκιν.
- Μα ήταν ανοιχτό! λένε και απορούν οι υγειονομικοί κοιτάζοντας ο ένα ςτον άλλον. Όταν μπαίναμε στου Οσέινικωφ ο Σιμπούκιν έστεκε στο σκαλοπάτι και ξέβγαζε το χάλκινο τσερό. Πού πήγε; Ρωτάνε το ζητιάνο που στέκει κοντά στο κλειστό μπακάλικο.
- Βοηθάτε τον αόμματο, για τ' όνομα του Χριστού, λέει με βραχνή φωνή ο ζητιάνος. Βοηθήστε τον αόμματο, ό,τι έχετε ευχαρίστηση, σωτήρες κι ευεργέτες...να συγχωρεθούν οι ψυχές των αποθαμένων σας...
Οι υγειονομικοί κουνάνε τα χέρια τους και πάνε παρακάτω, εκτός από έναν εκπρόσωπο του δήμου, τον Πλιούνιν. Αυτός δίνει ένα καπίκι στο ζητιάνο και σα να φοβήθηκε κάτι, κάνει βιαστικά το σταυρό του και τρέχει να προφτά΄σει την παρέα.
Ύστερα από δυο ώρες η επιτροπή επιστρέφει. Το ύφος τους είναι κουρασμένο, τυραννισμένο. Δεν πήγε χαμένος ο κόπος τους. Ένας από τους αστυφύλακες, βαδίζοντας θριαμβευτικά, κουβαλά ένα καφάσι, γεμάτο σάπια μήλα.
- Τώρα, ύστερα από δίκαιους μόχθους, αξίζει να το βρέξουμε λιγάκι, λέει ο αστυνόμος κοιτάζοντας λοξά την επιγραφή " Κάβα του Ρήνου, οίνου και βότκας". Να παίρναμε λίγες δυνάμεις.
- Μμμάλιστα, δεν πειράζει. Ας μπούμε, αν θέλετε.
Οι υγειονομικοί κατεβαίνουν στην κάβα και κάθονται γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι με στραβωμένα πόδια. Ο αστυνόμος κάνει νόημα στο γκαρσόνι, και στο τραπέζι εμφανίζεται η μπουκάλα.
- Κρίμα που δεν έχουμε μεζέ, λέει ο αντιπρόσωπος των εμπόρων, πίνοντας και σουρώνοντας το πρόσωπό του. Να μας έδινες κανένα αγγουράκι, τίποτα...
Ο αντιπρόσωπος στρέφει προς τον αστυφύλακα με το καφάσι, διαλέγει το λιγότερο χαλασμένο μήλο και το τρώει.
- Αχ, υπάρχουν μερικά που δεν είναι τόσο σάπια! λέει κάπως έκπληκτος ο αστυνόμος. Για δώσ' μου να διαλέξω κι εγώ!
Να, βάλτο εδώ το καφάσι...Θα διαλέξουμε τα καλύτερα, θα τα καθαρίσουμε, τ' άλλα μπορείς να τα πετάξεις. Ανικήτα Νικολάιτς , βάλτε κρασί! Να, έτσι πρέπει ν' ανταμώνουμε συχνότερα και να τα συζητάμε. Όχι να ζούμε έτσι εδώ στην άκρη του κόσμου, καμιά μόρφωση, ούτε λέσχη, ούτε κοινωνία, σωστή! Αυστραλία! Βάλτε να πιούμε, κύριοι! Γιατρέ, ένα μηλαράκι! Το καθάρισα προσωπικά για σας.
- Κύριε αστυνόμε, πού προστάζετε να βάλω το καφάσι; ρωτάει ο αστυφύλακας τον αστυνόμο την ώρα που έβγαινε με την παρέα από την κάβα.
- Το κα...καφάσι; Ποιο καφάσι; Καταλαβαίνω! Να το καταστρέψεις μαζί με τα μήλα...γιατί είναι μολυσμένα!
- Τα μήλα τα φάγατε, κύριε αστυνόμε!
- Ααα...πολύ ευχάριστο!  Άκουσε...Πήγαινε σπίτι μου και πες της Μαρίας Βλάσιεβνας να μη θυμώσει...Σε μια ώρα θα πάω...Στου Πλιούνιν πηγαίνω να κοιμηθώ...Καταλαβάινεις; Να κοιμηθώ...στην αγκαλιά του Μορφέα." Σπρέχεν ζι ντόυτς" Ιβάν Αντρέιτς;
Και υψώνοντας τα μάτια προς τον ουρανό, ο αστυνόμος κουνάει πικρά το κεφάλι του, ανοίγει τα χέρια του και λέει:
- Έτσι πάει όλη μας η ζωή!

  Άντον Τσέχωφ, Ο Βάνκας (και άλλες ιστορίες), μεταφραστική επιμέλεια Ορέστης Ορλώφ, εκδόσεις Παρά Πέντε (ανθολόγημα)

" Ό Άντων Παύλοβιτς Τσέχωφ ενσαρκώνει μια μεγάλη μορφή στην ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας. Τραγικός μαζί και σατιρικός αποκάλυψε, άλλοτε με συγκινητική τρυφερότητα κι άλλοτε με χιουμοριστική διάθεση, τις πιο σκοτεινές και τις πιο ευαίσθητες γωνιές της ανθρώπινης ψυχής, ξεγύμνωσε πότε με απαλά δάχτυλα, πότε με νυστέρι τις φρικαλέες πλευρές της ζωής, τις κοινωνικές πληγές και τη μασκαρεμένη αθλιότητα. Στο έργο του προβάλλει η προεπαναστατική Ρωσία, όχι σε μεγαλειώδεις συνθέσεις όπως στον Τολστόι, μα σε αναρίθμητες μικρές εικόνες, αποκαλυπτικά ντοκουμέντα μιας σκληρής εποχής. Στον Τολστόι ξεχωρίζουμε μια ευρύτατη θεώρηση της ζωής`  είναι το μάτι που αγναντεύει από μακριά. Στον Τσέχωφ αντίθετα διακρίνουμε τον ανατόμο της καθημερινής ζωής, το γυρολόγο που τρυπώνει σε σοκάκια και σε αυλές, το δημιουργό που κρατάει στη χούφτα του την καρδιά του ανθρώπου.( Κυριάκος Σιμόπουλος)

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Αγαπητέ Θεέ...

Ένα βιβλιαράκι μού ήρθε δώρο με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο χθες. "Αγαπητέ Θεέ" του Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ ( Éric-Emmanuel Schmitt ). Ο τίτλος του παραπέμπει σε γράμμα προς το Θεό και πριν το διαβάσω νόμιζα ότι έχει σχέση με χριστουγεννιάτικες επιθυμίες μικρών παιδιών. 
Πράγματι ένα μικρό παιδί γράφει στο Θεό.

" Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σού γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο.

Σού το λέω ευθύς εξαρχής: σιχαίνομαι να γράφω. Για να γράψω, πρέπει πραγματικά να είμαι αναγκασμένος να το κάνω• γιατί το γράψιμο είναι γιρλάντα και στολίδι και μεταξωτή κορδέλα. Τι άλλο είναι το γράψιμο από ένα ωραιοποιημένο ψέμα; Το γράψιμο είναι για τους μεγάλους.

Θες να σ’ το αποδείξω; Ξανακοίτα  λίγο πιο πάνω και δες πώς αρχίζω το γράμμα μου! «Με λένε Όσκαρ, είμαι δέκα χρονών, έχω βάλει φωτιά στη γάτα, στο σκύλο, στο σπίτι (αν δεν κάνω λάθος έχω ψήσει και τα χρυσόψαρα), κι αυτή είναι η πρώτη φορά που σού γράφω, γιατί μέχρι σήμερα, λόγω του σχολείου, δεν είχα χρόνο». Ε, δε θα μπορούσα να γράψω: «Με φωνάζουν Γλόμπο, δε δείχνω παραπάνω από επτά, μένω στο νοσοκομείο λόγω του καρκίνου μου, και δεν σού ’χω απευθύνει ποτέ το λόγο γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχεις»;

Βέβαια, αν το γράψω αυτό, την πάτησα, γιατί θα δείξεις λιγότερο ενδιαφέρον για μένα. Κι εγώ το ’χω ανάγκη το ενδιαφέρον σου.

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα ’θελα να βρεις χρόνο να μου κάνεις και δυο-τρεις χάρες..."

Ένα παιδί , δέκα χρονών, με καρκίνο , που έχει συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του τελειώνει πείθεται από το μοναδικό άνθρωπο που εμπιστεύεται , τη θεία Ροζ, να γράψει τις σκέψεις του στο Θεό.

«Τι μπορώ να του γράψω;»

«Πες του τι σκέφτεσαι. Οι σκέψεις που δεν τις λες, είναι σκέψεις που βαραίνουν, σε στοιχειώνουν, σού φορτώνονται, που μουχλιάζουν και δεν κάνουν χώρο να ’ρθουν οι καινούργιες σκέψεις. Άμα δεν μιλάς, γίνεσαι ένας σκουπιδοτενεκές, γεμάτος παλιές σκέψεις που σαπίζουν.»

Αφού πρώτα του εκθέτει τη  ζωή του στο νοσοκομείο.

"Εξηγούμαι:
Το νοσοκομείο, δε λέω, είναι ένα μέρος παρά πολύ συμπαθητικό, γεμάτο ευχάριστους μεγάλους που μιλάνε δυνατά, γεμάτο παιχνίδια και ροζ κυρίες που τους αρέσει να διασκεδάζουν με τα παιδιά, γεμάτο φίλους που είναι πάντα εκεί όταν τους θέλεις, όπως ο Μπέικον, ο Αϊνστάιν ή ο Ποπ Κορν. Για να μη σ’ τα πολυλογώ, το νοσοκομείο είναι μια χαρά για έναν άρρωστο που το διασκεδάζει.
Εγώ, όμως, δεν το διασκεδάζω πια. Από τότε που μου έκαναν τη μεταμόσχευση, το καταλαβαίνω: δεν το διασκεδάζω πια. Κάθε πρωί που μ’ εξετάζει ο γιατρός Ντίσελντορφ, δεν το αντέχω πια, τον απογοητεύω. Με κοιτάζει αμίλητος, σαν να ’χα κάνει καμιά αταξία. Κι όμως, ήμουν τόσο συνεργάσιμος στην εγχείρηση! Καθόμουν φρόνιμος, τους άφησα να με κοιμίσουν, πόνεσα και δε φώναξα, πήρα όλα μου τα φάρμακα. Είναι κάτι μέρες, όμως, που έτσι μου έρχεται να του φωνάξω κατάμουτρα, να του πω ότι μπορεί να φταίει κι αυτός ο ίδιος, ο γιατρός Ντίσελντορφ με τα μαύρα φρύδια, να φταίει αυτός που απέτυχε η εγχείρηση. Μα παίρνει εκείνο το δυστυχισμένο ύφος του, και δε μου πάει να τον βρίσω. Όσο πιο πολύ σωπαίνει ο γιατρός Ντίσελντορφ μ’ εκείνο το λυπημένο βλέμμα, τόσο πιο ένοχος αισθάνομαι. Έχω καταλάβει ότι έγινα ένας κακός άρρωστος, ένας άρρωστος που δε θέλει να πιστέψει ότι η ιατρική κάνει θαύματα.
Η σκέψη ενός γιατρού είναι μεταδοτική. Τώρα, όλοι στον όροφο —νοσοκόμες, βοηθοί, καθαρίστριες— με κοιτάζουν με το ίδιο βλέμμα. Έχουν θλιμμένο ύφος όταν είμαι σε καλή διάθεση• γελάνε με το ζόρι όταν λέω κάποιο αστείο. Είν’ αλήθεια: δε διασκεδάζουμε πια όπως πριν.
Μόνο η θεία Ροζ δεν έχει αλλάξει. Κι ούτε νομίζω ότι μπορεί ν’ αλλάξει πια: είναι πολύ γριά. Τη θεία Ροζ, Θεέ, δεν έχω ανάγκη να σού τη συστήσω• πρέπει να ’ναι καλή σου φίλη, μια που η ίδια μου είπε να σού γράψω. Το πρόβλημα είναι ότι μόνο εγώ τη φωνάζω θεία Ροζ. Γι’ αυτό, πρέπει να κάνεις έναν κόπο για να καταλάβεις για ποιαν σού μιλάω: είναι η πιο ηλικιωμένη απ’ όλες τις κυρίες με τις ροζ μπλούζες που έρχονται απ’ έξω για να περάσουν λίγο χρόνο με τα άρρωστα παιδιά."

του ζητάει μιαν απάντηση.

"Αυτά που λες, Θεέ. Ήθελα, με το πρώτο μου γράμμα, να σού δείξω λίγο πώς ζω εδώ, στο νοσοκομείο, όπου τώρα με κοιτάζουν σαν να ’μουν ένα εμπόδιο στην ιατρική, και θα ’θελα να μου δώσεις μιαν απάντηση! Θα γίνω καλά; Απάντησε μου μ’ ένα «ναι» ή ένα «όχι». Δεν είναι δύσκολο. Ναι ή όχι. Διαγράφεις το ένα από τα δύο."

Η θεία Ροζ με την καταλυτική της παρουσία βοηθάει το παιδί να διαχειριστεί την αρρώστια του , να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου και να κατανοήσει τη συμπεριφορά των γονιών του που δυσκολεύονται να συζητήσουν μαζί του για το τέλος που έρχεται. Γι' αυτό το λόγο επινοεί ένα παιχνίδι .

«Όσκαρ, τι μέρα έχουμε;»

«Πού σάς ήρθε τώρα; Κοιτάξτε το ημερολόγιο μου: 19 Δεκεμβρίου.»

«Στην πατρίδα μου, Όσκαρ, έχουμε ένα θρύλο που λέει ότι οι τελευταίες δώδεκα μέρες του χρόνου δείχνουν τον καιρό που θα κάνει τους δώδεκα μήνες της επόμενης χρονιάς. Έτσι, η 19η Δεκεμβρίου αντιστοιχεί στον Ιανουάριο• η 20ή Δεκεμβρίου, στο Φεβρουάριο και ούτω καθεξής, ώς την 31η Δεκεμβρίου που προμηνύει τον επόμενο Δεκέμβριο.»

«Αλήθεια;»

«Είναι ένας θρύλος! ο θρύλος του δωδεκαήμερου. Λέω, λοιπόν, να τον παίξουμε μαζί. Από σήμερα κιόλας, κάθε μέρα που περνάει, θα την υπολογίζεις ότι μετράει για δέκα χρόνια.»

«Δέκα χρόνια;»

«Ναι. Μια μέρα ίσον δέκα χρόνια.»

«Άμα είναι έτσι, σε δώδεκα μέρες θα ’μαι εκατόν τριάντα χρονών!»

«Ναι! Το φαντάζεσαι;»

Έτσι κατορθώνει να τον κάνει μέσα σε δώδεκα μέρες να ζήσει φανταστικά μια ολόκληρη ζωή με τις χαρές και τις λύπες, να ζήσει τον έρωτα, να παντρευτεί, να νιώσει ευτυχισμένος, να καταλάβει την αγάπη και την τρυφερότητα, να μεγαλώσει, να γεράσει και να πεθάνει .
Κατορθώνει να του εμφυσήσει ψυχική δύναμη, να του διώξει το φόβο, να του δείξει τη δύναμη της πίστης.

«Οι άνθρωποι φοβούνται να πεθάνουν, γιατί τρέμουν το άγνωστο. Όμως τι είναι το άγνωστο; Εγώ, Όσκαρ, σού προτείνω να μη φοβάσαι και να έχεις εμπιστοσύνη. Κοίτα το πρόσωπο του Θεού πάνω στο σταυρό: υπομένει τον σωματικό πόνο, αλλά, επειδή έχει εμπιστοσύνη, δε νιώθει τον ψυχικό. Τα καρφιά δεν τον πονάνε τόσο πολύ. Αυτά είχα να σού πω. Αυτό κερδίζεις με την πίστη. Κι ήθελα να σ’ το δείξω.»

«Ο.Κ., θεία Ροζ, όταν θα τα χρειαστώ απ’ το φόβο μου, θα βάλω τα δυνατά μου για να έχω εμπιστοσύνη.»

 Γιατί ο Θεός επιτρέπει να είμαστε άρρωστοι; Είναι κακός ή απλώς δεν είναι έξυπνος;»

«Η αρρώστια είναι σαν το θάνατο, Όσκαρ. Είναι γεγονός. Δεν είναι τιμωρία.»

«Πώς φαίνεται ότι δεν είστε άρρωστη!»

«Αχ και να ’ξερες, Όσκαρ...»

Αυτό με τσάκισε. Δε μου ’χε περάσει από το νου ότι η θεία Ροζ που είναι πάντα τόσο διαθέσιμη, τόσο περιποιητική, μπορούσε να έχει τα δικά της προβλήματα"

Η ανάγνωση του βιβλίου αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Πικρή γιατί ένα παιδί πεθαίνει από καρκίνο μέσα σ' ένα νοσοκομείο. Γλυκιά όμως και αισιόδοξη καθώς αυτό το παιδί αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια την αρρώστια του και το θάνατο και με τη στάση του ανυψώνει την ίδια την αξία της ζωής.

"Αυτά, Θεέ. Εσένα, όμως, ακόμα σε περιμένω. Έλα. Μη διστάζεις. Έλα, ακόμα κι αν έχω πολύ κόσμο αυτόν τον καιρό. Θα χαρώ πραγματικά πολύ.
Όταν ξύπνησα, αναλογίστηκα ότι ήμουν ενενήντα χρονών, κι έστρεψα το κεφάλι προς το παράθυρο για να δω το χιόνι.

Και τότε κατάλαβα ότι ερχόσουν. Ήταν πρωί. Ήμουν μόνος πάνω στη Γη. Ήταν τόσο νωρίς, που τα πουλάκια ακόμα κοιμόνταν, που η νυχτερινή νοσοκόμα, η κυρία Ντικρί, έπαιρνε ακόμα τον υπνάκο της, που εσύ προσπαθούσες να φτιάξεις το ξημέρωμα. Ζοριζόσουν, αλλά επέμενες. Ο ουρανός ξεθώριαζε. Γέμιζες την ατμόσφαιρα με άσπρο, με γκρίζο, με γαλάζιο, έδιωχνες τη νύχτα, ξυπνούσες τον κόσμο. Χωρίς σταματημό. Και τότε κατάλαβα σε τι διαφέρεις απ’ όλους εμάς! είσαι ακατάβλητος! Είσαι αυτός που δεν κουράζεται ποτέ. Πάντα στη δουλειά. Και να η μέρα! Και να η νύχτα! Και να η άνοιξη! Και να ο χειμώνας! Και να η Πέγκι Μπλου! Και να ο Όσκαρ! Και να η θεία Ροζ! Τι υγεία!

Κατάλαβα ότι ήσουν εδώ• ότι μού ’λεγες το μυστικό σου! Κοίτα κάθε μέρα τον κόσμο σαν να ’ταν η πρώτη φορά.

Ε λοιπόν, την ακολούθησα τη συμβουλή σου: Σαν να ’ταν η πρώτη φορά. Κοίταζα το φως, τα χρώματα, τα δέντρα, τα πουλιά, τα ζώα. Ένιωθα τον αέρα να περνάει μέσα απ’ τα ρουθούνια μου, να εισπνέω. Άκουγα τις φωνές που έρχονταν απ’ το διάδρομο σαν απ’ το θόλο μιας εκκλησίας. Ζούσα. Ριγούσα από χαρά. Η ευτυχία της ύπαρξης. Ήμουν μαγεμένος.

Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, που το ’κανες αυτό για χάρη μου. Αισθανόμουν ότι με είχες πάρει από το χέρι και με οδηγούσες στην καρδιά του μυστηρίου για ν’ αντικρίσω το μυστήριο. Ευχαριστώ."

Ένα παιδί ετοιμοθάνατο εξηγεί στους γονείς του το δώρο της ζωής 


"Προσπάθησα να εξηγήσω στους γονείς μου ότι η ζωή είναι ένα περίεργο δώρο. Στην αρχή, το υπερεκτιμάμε αυτό το δώρο: πιστεύουμε ότι αποκτήσαμε την αιώνια ζωή. Μετά, το υποτιμάμε: το βρίσκουμε χάλια, πολύ μικρό, είμαστε σχεδόν έτοιμοι να το πετάξουμε. Στο τέλος, καταλαβαίνουμε ότι δεν ήταν δώρο, αλλά δάνειο. Και τότε, προσπαθούμε να το αξιοποιήσουμε. Το λέω εγώ, που ξέρω τι λέω, γιατί έχω πατήσει τα εκατό. Όσο γερνάμε, τόσο πρέπει να δείχνουμε ότι έχουμε το χάρισμα να εκτιμήσουμε τη ζωή. Πρέπει να εκλεπτυνόμαστε, να γινόμαστε καλλιτεχνικές φύσεις. Κάθε κρετίνος μπορεί να απολαμβάνει τη ζωή στα δέκα ή στα είκοσι, αλλά στα εκατό, όταν δεν μπορεί πια να κουνηθεί, πρέπει να χρησιμοποιεί την εξυπνάδα του.

Δεν ξέρω αν τους έπεισα.

Κάν’ τους μια επίσκεψη. Άρχισες μια δουλειά;

Τέλειωσε την. Εγώ είμαι λίγο κουρασμένος."

Ένα παιδί που μεταδίδει αγάπη και μετά το θάνατο του όπως φαίνεται στο τελευταίο γράμμα που γράφει πλέον η θεία Ροζ.

«Σ’ ευχαριστώ που μου γνώρισες τον Όσκαρ. Χάρη στον Όσκαρ έλεγα αστεία, έφτιαχνα ιστορίες, γινόμουν ακόμη και παλαίστρια. Χάρη στον Όσκαρ γέλασα και γνώρισα τη χαρά. Με βοήθησε να πιστέψω σε σένα. Είμαι γεμάτη αγάπη, φλέγομαι από αγάπη, μου ̉δωσε τόσο πολλή, που θα έχω για όλη μου τη ζωή»

Οι επιστολές είναι γραμμένες με την απλότητα και την αθωότητα που χαρακτηρίζουν το γράψιμο ενός δεκάχρονου . Το λεπτό χιούμορ και ο  αυτοσαρκασμός προκαλούν γέλιο και κλάμα συγχρόνως. Η οικειότητα και  η αμεσότητα στην επικοινωνία με το Θεό δημιουργούν  την εντύπωση ότι το παιδί  γράφει σε έναν φίλο του.

"Τα λέμε. Φιλάκια,

Όσκαρ.

Υ.Γ. Δεν έχω τη διεύθυνση σου. Τι κάνω;"


"Αύριο, Θεέ, είναι Χριστούγεννα. Δε μου ’χε περάσει απ’ το μυαλό ότι είναι τα γενέθλια σου. Φρόντισε να τα ξαναφτιάξω με την Πέγκι, γιατί, δεν ξέρω αν φταίει αυτό, απόψε είμαι πολύ λυπημένος και δεν έχω δύναμη για τίποτα.

Τα λέμε. Φιλάκια, 
Όσκαρ.

Υ.Γ. Τώρα που είμαστε φιλαράκια, τι δώρο θέλεις για τα γενέθλια σου;"


"Χρόνια πολλά, Θεέ. Η θεία Ροζ, που μ’ έβαλε να κοιμηθώ στο κρεβάτι του μεγάλου της γιου (ο μεγάλος της γιος είναι κτηνίατρος στο Κονγκό με τους ελέφαντες), έκρινε ότι το καλύτερο δώρο για τα γενέθλιά σου ήταν η συμφιλίωση μου με τους γονείς μου. Εγώ, για να είμαι ειλικρινής, το βρίσκω μικρό για δώρο. Αλλά αφού το λέει η θεία Ροζ που είναι και παλιά σου φίλη...

Τα λέμε. Φιλάκια, 
Όσκαρ."

"Αγαπητέ Θεέ,

Η Πέγκι Μπλου έφυγε. Γύρισε σπίτι της. Δεν είμαι χαζός... ξέρω πολύ καλά πως δε θα την ξαναδώ.

Δε θα σού γράψω, γιατί είμαι πολύ στενοχωρημένος. Η Πέγκι κι εγώ περάσαμε μαζί μια ολόκληρη ζωή, και τώρα να ’μαι πάλι μόνος, φαλακρός, ξεκούτης, κουρασμένος στο κρεβάτι μου. Είναι άσχημα τα γηρατειά.

Σήμερα δεν σ’ αγαπώ πια. 
Όσκαρ."

"Αγαπητέ Θεέ,

Εκατόν δέκα. Πολύ δεν είναι; Νομίζω πως αρχίζω να πεθαίνω.

Όσκαρ."

Ολόκληρη φιλοσοφία με ανατρεπτική αντίληψη για την Αρρώστια, τον Πόνο, την Απώλεια, το Θάνατο, τη Ζωή, διατυπωμένη αριστοτεχνικά μέσα από τις επιστολές ενός παιδιού στο Θεό χωρίς θρησκοληψία, μοιρολατρία και μελοδραματισμό.



Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ ( Éric-Emmanuel Schmitt ), Αγαπητέ Θεέ, Μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις Opera, Αθήνα 2007, 4η έκδοση
Το βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή εδώ











Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Ο Αζίζ Νεσίν για το θάνατο του Ναζίμ Χικμέτ

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Στις 3 Ιουνίου του 1963 έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος Τούρκος ποιητής, διανοητής και αγωνιστής Ναζίμ Χικμέτ. Στην Τουρκία καμιά εφημερίδα, κανένα περιοδικό, ούτε το ραδιόφωνο ανέφεραν την είδηση. Πολλοί Τούρκοι διανοούμενοι μαθαίνοντας το γεγονός δεν μπόρεσαν να γράψουν δυο λόγια ή να κάνουν ένα αφιέρωμα. Έτσι αρκετοί από αυτούς έστειλαν επιστολές σε άλλους  ανθρώπους, εκδότες, μεταφραστές, διανοούμενους άλλων χωρών. Ανάμεσα σε αυτούς που έλαβαν τέτοιες επιστολές ήταν ο μεταφραστής Στέλιος Μαγιόπουλος.
Στη δεύτερη έκδοση της συλλογής ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, Γιατί αυτοκτόνησε ο Μπενερτζή; που εκδόθηκε το 1981 από τις εκδόσεις Στοχαστής, ο μεταφραστής Στέλιος Μαγιόπουλος παρουσιάζει την επιστολή του Τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν στο γιο του Ναζίμ Χικμέτ, την οποία έγραψε μετά την είδηση του θανάτου του μεγάλου ποιητή.
Ο Μαγιόπουλος σημειώνει: «Το γράμμα αυτό το πήρα στην περίοδο του θανάτου του Ναζίμ Χικμέτ όταν ο συγγραφέας δεν μπορούσε να το δημοσιεύσει πουθενά. Γι αυτό το λόγο το έστειλε σε μένα για να το δημοσιεύσω όπου λάχει. Αρκεί να δημοσιευτεί. Με τις εν γένει μεταβολές δε μπόρεσα κι εγώ να φανώ αντάξιος της εμπιστοσύνης του. Σήμερα όμως ήρθε η ώρα να εκπληρωθεί ο σκοπός του. Ζητώ χίλιες φορές συγνώμη απ’ τον Αζίζ Νεσίν για την καθυστέρηση αυτή.»


Αζίζ Νεσίν
                                  Αζίζ Νεσίν


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΜΕΧΜΕΤ

                  Του Αζίζ Νεσίν
Αγαπημένε μου Μέμο.
Είτανε νύχτα η ώρα έντεκα 3 του Ιούνη. Είμουνα στο δωμάτιό μου και δούλευα ένα θεατρικό έργο. Χτύπησε η οξώπορτα. Αυτοί που είχανε έρθει είσανε ένας πολύ παλιός και πολύ στενός φίλος του πατέρα σου, με τη γυναίκα του. Απ’ τη σιωπή τους είτανε φανερό πως είχανε έρθει με κάποιο θλιβερό μήνυμα, και πως θέλανε μαζί μας να μοιραστούμε φιλικά τον πόνο τους.
Ο Ναζίμ πέθανε! Είπε ο πιο στενός φίλος του πατέρα σου.
Ο πατέρας σου, ο άνθρωπος της κ υ μ α τ ο ύ σ α ς  σημαίας της Τουρκίας είχε πεθάνει…
Πότε; τον ρώτησα.
Σήμερα.

Δεν είχα μήτε επίγνωση , μα μήτε μου ήρθε αυθόρμητο για να καθορίσω πώς θα φερνόμουνα, γιαυτό και απόμεινα σαστισμένος. Είπα και μερικά άλλα πράγματα και την ώρα αυτή που σου γράφω αυτό το γράμμα δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα τι να μίλησα και τι να είπα.
Έπειτα καθίσαμε πέντε άτομα και μιλήσαμε. Μιλήσαμε π ά ν ω  στο θάνατό του, όμως ωσάν να μην είχε πεθάνει εκείνος, έτσι όπως μιλούσαμε κάθε φορά.
Ήπιαμε τσάι, πάλι μιλήσαμε, ακόμα και γελάσαμε, ωσάν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Ήθελα να μείνω μόνος μου.
Ο φίλος του πατέρα σου έτσι μάς ανιστόρησε, που έμαθε το μήνυμα σε κάποιο μέρος που είχε πάει:
– « Κάποιος μπήκε μέσα. Ο Ναζίμ Χικμέτ πέθανε είπε. Το μήνυμα το είχε μεταδόσει το ραδιόφωνο. Για μένα ο Ναζίμ Χικμέτ είναι πάντοτε νικητής. Ότι έκανε εκείνος ότι κάνει για μένα είναι μια νίκη. Όπου έλαχε κι άκουσα τόνομά του είχα συνηθίσει χρόνια νακούω στο κατόπι του και μια νίκη. Ο Ναζίμ Χικμέτ έγραψε ένα καινούργιο ποίημα: είναι νικητής. Έβγαλε ένα καινούργιο βιβλίο: είναι νικητής. Τον εξορίσανε: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Τον ρίξανε στη φυλακή: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Έτσι όταν ο άνθρωπος που μπήκε στην κάμαρη ξεστόμισε τόνομα του Ναζίμ Χικμέτ, δίχως νακούσω το τέλος του λόγου καρτερούσα πάλι για καμιά καινούργια νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Είπε κατόπι πέθανε. Ακόμα κι ο θάνατος είναι σα μια νίκη του σκέφτηκα. Είχα συνηθίσει χρόνια τώρα στις νίκες του».
Αγαπημένε μου Μέμο σαν άκουσα το χαμό του πατέρα σου στο νου μου ήρθανε άλλα: Το έργο του πατέρα σου κι’ εσύ. Εκείνο που θα έγραφε ακόμα, που θα έκαμνε ακόμα, και συ που θα μεγαλώνεις δίχως πατέρα. Μόνο τα μάτια σου, τα φρύδια σου, το χρώμα των μαλλιών σου, το μπόι σου δε μοιάζουνε με του πατέρα σου. Η παλληκαριά σου είναι το ίδιο, το ίδιο με του πατέρα σου. Το δείγμα της παλληκαριάς που έδωσες στα πέντε σου χρόνια δε το ξεχνάμε, συχνά το αναφέρουμε μεταξύ μας με υγρά μάτια.
Ω Μέμο γυιέ του Ναζίμ Χικμέτ που έκαμε αθάνατη ποίηση τα αισθήματα, τους πόθους του Τούρκικου λαού! Μια μέρα καθώς έπαιζες με τους συνομηλίκους σου στο τσαΐρι μπροστά στο σπίτι σας στο Καντίκιοϊ καθώς κατάφατσα σου σού μιλήσανε με μιαν ασπλαχνία παιδική, εκείνα που είχαν ακουσμένα στα σπίτια τους από τους ξεγελασμένους γονιούς τους και κακολογίσανε τον πατέρα σου, εσύ μήτε έκλαψες, μήτε κοκκίνησες, μήτε θύμωσες, μήτε δυσαρεστήθηκες, με τους συνομηλίκους σου, και μήτε πηλάλησες στο σπίτι σας να κρυφτείς. Σκαρφάλωσες στο δεντρί που ήτανε στο τσαΐρι κι απ’ τα ψηλά κλωνιά του δέντρου χούγιαξες τα παιδιά που ήσανε κάτω:
– Εμένα ο πατέρας μου είναι ο πιο μεγάλος ποιητής του κόσμου! Κατόπι απ’ εκεί ψηλά απάγγειλες φωναχτά – φωναχτά στους κάτω, ένα ποίημα του πατέρα σου. Πέντε χρονώ Μέμο δεν υπεραμύνθηκες μονάχα όπως κάθε παιδί τον πατέρα του, μα φώναξες την αλήθεια, την πραγματικότητα…
Μέμο, έτσι είναι φυσικά. Αυτό ο Ναζίμ έκαμε να το πούνε κι οι οχτροί του. Οι εκπρόσωποι της εξουσίας που ρίξανε τον πατέρα σου στη φυλακή, διαβάλλοντας τα ποιήματά του κλάψανε. Οι εκπρόσωποι που απόμειναν στην εξουσία στην περίοδο της πολύχρονης φυλακής του πατέρα σου, διαβάζοντας ολοένα τα ποιήματά του κλάψανε. Καθώς ο Ναζίμ αναγκάστηκε να φύγει απ’ τη γενέθλια πατρίδα του και πονούσε από νοσταλγία για τον τόπο, οι εκπρόσωποι που ήρθανε στην εξουσία, διαβάζουν τα ποιήματά του και κλαίνε. Οι γενιές που θαρθούν δε θα ξέρουν μήτε ακόμα και τα ονόματα εκείνων που αδικήσανε τον Ναζίμ, όμως θα αισθανθούν περηφάνεια για τον Τούρκο ποιητή που τόνομά του θα κυματίζει στην οικουμένη και θα σηκώσουνε ψηλά το κεφάλι τους.
Στη βιβλιοθήκη μου δεν έχω κανένα βιβλίο του Ναζίμ. Οι πολίσηδες χρόνια σε κάθε έρευνα του σπιτιού μου, παίρνανε τα βιβλία του και φεύγανε. Ανίσως είχα το βιβλίο του θα σου έγραφα το ποίημα που μονάχα ένας στίχος έχει μείνει στο αδύναμο μυαλό μου. Ό, τι που έμεινε στο νου μου είναι αυτό:
– Εγώ είμαι πιο μπροστά απ’ τον πατέρα μου, πιο πίσω απ’ το παιδί μου!-
Εσύ γεννήθηκες, μεγάλωσες, φώναξες απ’ τα ψηλά σ’ αυτούς που ήσανε στη γης:
– Εμένα ο πατέρας μου είναι ο πιο μεγάλος ποιητής του κόσμου!
Πέντε νομάτοι κάτσαμε στο σπίτι το δικό μας, ήπιαμε τσάι, μιλήσαμε , ακόμα και γελάσαμε ωσάν να μην είχε συμβεί τίποτα, ωσάν να μην είχαμε ακούσει τίποτα. Κουβεντιάζαμε ολοένα για το θάνατό του σαν να μην είχε πεθάνει ο ίδιος. Ανάμεσά μας νοιώθαμε τη θέληση να στηριχτούμε ο ένας στον άλλο. Ανίσως δεν υπήρχε η απαγόρευση της κυκλοφορίας στους δρόμους απ’ τις μία τα μεσάνυχτα, από μέρους της Στρατιωτικής Διοίκησης, θα κουβεντιάζαμε έτσι ίσαμε το πρωί και θα στηριζόμαστε ο ένας στον άλλο.
Ακούσαμε απ’ το ραδιόφωνο τα νέα του πρακτορείου μπας και υπήρχε τίποτα για το χαμό του: Όχι, ο Ναζίμ δεν υπήρχε στο ραδιόφωνο.
Καρτερούσα να φύγουνε οι επισκέπτες να μείνω μόνος για να συλλογιστώ το Ναζίμ. Όταν φύγανε οι επισκέπτες έβαλα μπροστά μου τις δυο φωτογραφίες του πατέρα σου που είχα. Η μια ήτανε που έβγαλε στη Μόσχα το 1953, η άλλη δέκα χρόνια κατόπι βγαλμένη στη Ρώμη στα 1963 και δημοσιευμένη στο ιταλικό περιοδικό Epoca.
Αφότου ο Ναζίμ έφυγε απ’ την Πόλη ακούγαμε πως μέρα με τη μέρα καρδάμωνε πιο πολύ και χαιρόμασταν. Το ίδιο ήτανε και οι φωτογραφίες του. Στη φωτογραφία που έβγαλε στην Ιταλία φαινόταν ακόμα πιο υγιής, και πιο νέος απότι ήτανε στη φωτογραφία πριν από δέκα χρόνια. Στην πραγματικότητα εμείς δεν πιστεύαμε στο καρδάμωμα αυτό και πασκίζαμε να δείχνουμε πως το πιστεύουμε για να παρηγορήσουμε τον εαυτό μας. Ένας φίλος μας στην Ευρώπη, σ’ ένα γράμμα του που τόχε στείλει χρόνια πριν έγραφε για το Ναζίμ: « Σαν ένα θεόρατο πλατάνι που σώνει ολοένα από μέσα του, μια μέρα θα σωριαστεί ξαφνικά. Και μια μέρα το θεόρατο πλατάνι σωριάστηκε».
Κάθε φορά που θωρώ τη φωτογραφία που έβγαλε στη Μόσχα, συγκινούμαι, αναστενάζω. Στη φωτογραφία στον τοίχο του δωματίου του που ακουμπάει, είχε βάλει μια μικρούλικη σημαία Τούρκικη, να μια απ’ εκείνες τις χάρτινες σημαιούλες που στις μεγάλες γιορτές τα μαθητούδια κρατάνε στα χέρια τους…Είναι καταφάνερο πως θωρεί τη μικρή σημαιούλα και πασχίζει να καταλαγιάσει τη νοσταλγία της πατρίδας…Τι πολλά πράγματα μού έμειναν από τούτη τη σημαιούλα…
Ο Ναζίμ  κείνη τη σημαία όλο και τη μεγαλύνει στην οικουμένη, την πλαταίνει και την κυματίζει.
Τρεις μέρες πριν να μάθουμε το χαμό του είχαμε μαζωχτεί σ’ ένα φιλικό σπίτι και διαβάζαμε τα ποιήματα και κουβεντιάζαμε πάλι για κείνονε. Τώρα το σκέφτομαι και βρίσκω πως σε κείνη τη συζήτησή μας δεν αδίκησα μονάχα το Ναζίμ, μα του φέρθηκα σκληρά. Εμείς, τους τεχνίτες του ύψους του Ναζίμ, με το δίκιο απ’ τη μια μεριά, θέλουμε να τους δούμε και να τους επιδείξουμε σαν έναν οποιονδήποτε άνθρωπο, κι απ’ την άλλη όμως πάλι με το δίκιο, μια και δεν είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, δεν τους δίνουμε  το δικαίωμα να ζήσουν ατομικά, πράγμα που το αναγνωρίζουμε στον οποιονδήποτε άνθρωπο. Εγώ ήμουνα ανελέητος που δεν αναγνώριζα στους ανθρώπους που τάξανε όλη τη ζωή τους, το έχει τους στο λαό, στους ανθρώπους να ζήσουνε όξω απ’ αυτό μιαν ατομική ζωή…Από πού έβρισκα το δικαίωμα εγώ; Η γενιά η δική μας διαβάζοντας τα ποιήματά του τράφηκε και μεγάλωσε. Στο πλάσιμο του εαυτού μου υπάρχει μεγάλη επιρροή του Ναζίμ. Χρωστάω πολλά πολλά στο Ναζίμ. Με τα ποιήματά του στην αρχή μάς επηρέασε συναισθηματικά, πρώτα τον ακούσαμε, κατόπι αρχίσαμε να τον σκεφτόμαστε…
Ένα μέρος από μας που είχε υποστεί την επίδραση του Ναζίμ, κιότεψε όσο εκείνος δοκίμαζε παιδεμούς, γλύστρησε, σώπασε, αποτραβήχτηκε, πισοχώρησε, όμως το άλλο μέρος μας ολοένα και απόχτησε γνώση , οξύνθηκε , ακονίστηκε…ορισμένες ενέργειές του που με δυστροπούσανε θα προερχόνταν απ’ το χρέος που του είχα, απ’ το δυνατό σεβασμό μου. Μέμο, γιε του Ναζίμ, όλα τελειώσανε, πια κανείς δε θα μπορέσει ν’ αδικήσει τον πατέρα σου, και εγώ βρίσκομαι μες στη θλίψη της σκληρότητάς μου. Μου ερχότανε ωσάν δεν επρόκειτο να πεθάνουμε ποτέ και γι’ αυτό έτσι ξεκινούσα,
Είτανε μια εποχή όπου δεν μπορούσε να γράψει στις εφημερίδες με την υπογραφή του. Με τα άρθρα που έγραφε στην εφημερίδα « Aksan » με το ψευδώνυμο Ορχάν Σελίμ έδινε τα δοκίμια της πιο όμορφης Τούρκικης γλώσσας, των πιο αληθινών στοχασμών. Ήμουν μαθητής στο Λύκειο και την εποχή εκείνη ακούγαμε ό,τι διαδιδότανε από στόμα σε στόμα…Είτανε η εποχή που ο Μουσταφά Κεμάλ πάσκιζε για τη μεταρρύθμιση της γλώσσας μας.
Ο Γαζή πασάς σε όποια σκέψη μεταρρύθμισης και αν βρισκότανε πάσκιζε να κατακτήσει τις καρδιές όλων των καλλιτεχνών και των λογοτεχνών επειδή ήθελε με τη συμμετοχή τους σ’ αυτόν τον αγώνα της προόδου να τον υποστηρίζουνε. Στο τραπέζι του Μουσταφά Κεμάλ, στο παλάτι του Ντολμά μπαχτσέ, βρισκόντουσαν όλοι οι εξέχοντες λογοτέχνες, συγγραφείς…Περασμένα μεσάνυχτα ο Μουσταφά Κεμάλ θυμήθηκε τον πιο δυναμικό ποιητή της γλώσσας μας.
– Καλέστε το Ναζίμ Χικμέτ, λέει.
Κινητοποιούνται οι πολίσηδες και περασμένα μεσάνυχτα ξυπνάν το Ναζίμ απ’ το κρεββάτι του στο Ερένκιοϊ:
– Ο Γαζή χαζιρέτλερή σάς προσκαλεί στο παλάτι, του λένε.
Αν είτανε να πιαστεί ο Ναζίμ φυσικά θα πήγαινε – σαν προσκαλεσμένος όμως;
– Σας παρακαλώ να εκφράσετε το σεβασμό μου στον πασά, απαντάει σ’ αυτούς που τον περιμένανε στην πόρτα. Τέτοια ώρα ταιριάζει να προσκαλέσει κανένα τραγουδιστή, εγώ είμαι ποιητής
Ανίσως είχανε έρθει για να τον στείλουνε εξορία ξέρανε τι θα κάμνανε. Δεν αποτόλμησε κανείς τους να μεταφέρει στον Πασά τα λόγια του Ναζίμ.
Ο Μουσταφά Κεμάλ ρώτησε και ξαναρώτησε μερικές φορές ακόμα. Καρτέρησε, περάσανε οι ώρες. Κατά τα ξημερώματα κατάλαβε μόνος του τι θα συνέβαινε και χαμογέλασε.
– Ανάμεσά σας είναι ένας ποιητής κι εκείνος δεν έρχεται εδώ, τους είπε.
Τη μεγαλωσύνη μονάχα εκείνοι που είναι μεγάλοι την καταλαβαίνουν.
Εκείνος, που κατανόησε πιο καλά το Μουσταφά Κεμάλ, εκείνος που τον έκανε τραγούδι στάθηκε ο ποιητής Ναζίμ Χικμέτ. Για να μάθει κανείς τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα μας δεν φθάνουνε μονάχα τα ιστορικά βιβλία. Σα δε διαβάσει το έπος του Ναζίμ θαπομένουν πάντοτε κάποια κενά στην κατανόηση κείνου του αγώνα.
Είτανε πριν από τρία χρόνια. Το περιοδικό «  Literary Reveiw » που κυκλοφορεί στην Αμερική ανάλαβε ναφιερώσει ένα ιδιαίτερο τεύχος για την Τουρκική Λογοτεχνία. Οι Τούρκοι διανοούμενοι που είχανε αναλάβει να διαλέξουν και να συγκεντρώσουν διηγήματα και ποιήματα δε μπορέσανε να στείλουνε στην Αμερική μήτε ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ, μήτε διηγήματα του Σαμπαχαττίν Αλή. Ο αμερικάνος καθηγητής διευθυντής του περιοδικού μάς έκανε την παρακάτω ερώτηση:
– Εγώ και οι συνάδελφοί μου απορήσαμε πολύ πώς ανάμεσα στα κείμενα που στείλατε δεν υπάρχει κανένα ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ, κανένα διήγημα του Σαμπαχαττίν Αλή. Τι συμβαίνει;
Του δόθηκε η απάντηση:
– Έχοντας υπ’ όψη μας πως το περιοδικό σας θα στελνότανε  και στην Τουρκία γι’ αυτό και δεν πήραμε κανένα ποίημα του μεγάλου ποιητή μας Ναζίμ Χικμέτ και κανένα διήγημα του αντάξιου του Τούρκου διηγηματογράφου Σαμπαχαττίν Αλή.
Ήρθε η απάντηση: – Καταλάβαμε…Έχετε δίκιο…
Δεν έχουμε καθόλου δίκιο. Στο περιοδικό εκείνο, δίχως κανένα ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ, κανένα διήγημα του Σαμπαχαττίν Αλή ντροπιαζόμαστε όλοι όσοι έχουμε την υπογραφή μας. Σε ποια δύσκολη κατάσταση βρίσκονται εκείνοι που θεν να μιλήσουνε, να διδάξουνε την Τούρκικη λογοτεχνία δίχως ν’ αναφέρουν τα ονόματά τους.
Ο Ναζίμ δεν έγραψε ποίηση, μίλησε ποίηση, γι’ αυτό και μάς έδωσε πολλή
π ο ί η σ η. Η προσφορά του αυτή αποδείχνει πως είναι ποιητής της εποχής μας. Κρατώντας αλάργα την ολότητα του έργου του, όσοι σηκωθήκανε να μελετήσουνε ένα οποιοδήποτε που έπεσε στα χέρια τους απ’ τ’ αναρίθμητα ποιήματά του, φτάσανε σε λανθασμένα συμπεράσματα, γελαστήκανε. Εγώ, επειδή είμαι μαζί με τον Ναζίμ ένα α΄τομο της ίδιας γης, όντας συμπατριώτης του και άνθρωπος της ίδιας εποχής μαζί με κείνον συντροφικά αναπνέω τον αγέρα αυτής χώρας, νοιώθω περηφάνεια.
Για τελευταία φορά τον είχα δει σε μια κάμαρα του νοσοκομείου Τζερράχ – πασά. Ήτανε οι μέρες που είχε κάμει απεργία πείνας. Ο γιατρός που με είχε αφήσει με ειδική άδεια, μου είχε πει να μην μιλήσω πολλήν ώρα γιατί θα κουραζόταν πολύ να μιλήσει εξαιτίας της πολυήμερης απεργίας του. Ωστόσο πήγα κοντά του στεναχωρημένος και απελπισμένος και τον αποχωρίστηκα γιομάτος χαρά κι ελπίδες…Είτανε ευδιάθετος ωσάν να μην είτανε εκείνος νηστικός τόσες μέρες.
Μέμο, γιε του Ναζίμ, ανίσως σήμερα, όπως οι φοβιτσάρηδες μες στο σκότος και την ερημία φωνάζοντας λένε τραγούδια, δε μπορούμε να εξωτερικεύσουμε την αγάπη μας και το σεβασμό μας στο Ναζίμ, συτό προέρχεται μονάχα απ’ το φόβο.
Είναι πολύς καιρός που δεν έχω καμμιά θέση. Οι εφημερίδες και τα περιοδικά πάλι κλείσανε τις πόρτες τους σε μένα.
Αγαπημένε Μέμο, γράφω για σένα αν κι έπρεπε να γράψω για το Ναζίμ. Το γράμμα μου αυτό όταν θα μεγαλώσεις πιο πολύ, πάλι να το διαβάσεις σε παρακαλώ.
Να τέλεψα το γράμμα μου. Θα ματαρχίσω να συνεχίζω το θεατρικό έργο μου απ’ εκεί που το έχω αφημένο, ωσάν να μην είχε συμβεί τίποτα, ωσάν να μην έχει πεθάνει ο Ναζίμ…
Σε φιλώ στα μάτια αγαπημένε μου Μέμο!
                                                                                                              ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ
nazim1
( Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία και η σύνταξη του κειμένου)

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Η Καρδερίνα

 Carel Fabritius , The Goldfinch (1654).
Σύγχρονη αμερικάνικη λογοτεχνία έχω να διαβάσω πολλά χρόνια. Η Καρδερίνα της Donna Tartt ήταν η πρόσκληση και η πρόκληση να την
 " ξανασυναντήσω" και ομολογώ ότι η "συνάντηση" ήταν συναρπαστική.
Την ιστορία αφηγείται ο βασικός ήρωας Θίο Ντέκερ. Ενήλικας ,σε ένα ξενοδοχείο του Άμστερνταμ κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες αρχικά ,επιστρέφει στην ηλικία των δεκατριών χρόνων και  από εκεί σε πρώτο πρόσωπο αφηγείται την ιστορία του, για να τον ξαναβρούμε  τελικά στο δωμάτιο του ίδιου ξενοδοχείου , απ' όπου συνεχίζεται η περιπέτειά του μέχρι το τέλος του βιβλίου.
Είναι η ιστορία ενός παιδιού που χάνει τη μητέρα του μέσα στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης από έκρηξη βόμβας  και αυτό γίνεται η αφορμή για να μπει στην πλοκή ένας αληθινός πίνακας, H Καρδερίνα του Carel Fabritius(1654) και να δεθεί με το υπόλοιπο της ζωής του.
Ένα μυθιστόρημα μαύρο και σκοτεινό που προκαλεί καταθλιπτικά συναισθήματα σε βαθμό οδυνηρό, πλούσιο όμως σε δράση , ανατροπές και ανθρώπινους χαρακτήρες. Μέσα από την ιστορία του Θίο Ντέκερ η συγγραφέας θίγει και αναπτύσσει ζητήματα που έχουν σχέση με το θάνατο, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, τη δύναμη της φιλίας, τις ανθρώπινες σχέσεις, την καθημερινότητα.  Παράλληλα όμως διακρίνεται η εικόνα της σύγχρονης Αμερικής, η σκοτεινή της όψη, αυτή που δεν έχει σχέση με ό,τι αποκαλείται αμερικάνικο όνειρο. Πίσω από τον πλούτο, τις φωτεινές βιτρίνες , τα πολυτελή σαλόνια, τα ακριβά σχολεία εμφανίζεται ένα κόσμος βουτηγμένος στα προβλήματα που βρίσκει διέξοδο στα ναρκωτικά και στο αλκοόλ. Αλλοτριωμένες σχέσεις, ψεύτικοι έρωτες , διαλυμένες οικογένειες. Όμως κάπου εκεί σε κάποια γωνία εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι, ζεστασιά , αγάπη.
Μου άρεσε ιδιαίτερα η απόδοση των εσωτερικών διεργασιών, των ψυχικών αλλαγών, των στοχαστικών σκέψεων των ηρώων και κυρίως του Θίο Ντέκερ. Είναι καταπληκτικός ο εκφραστικός τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας κατορθώνει και βγάζει προς τα έξω όχι μόνο τα συναισθήματα αλλά και τις ονειρικές και παραληρηματικές καταστάσεις των προσώπων. Σπαρακτικός προβληματισμός για την αλήθεια και την αναλήθεια, για το πραγματικό και την αντίληψη του πραγματικού, για την απόγνωση, την απελπισία αλλά και την επικοινωνία μέσα από το χρόνο ανθρώπων και αντικειμένων, για τα όμορφα πράγματα και την ελπίδα που γεννιέται μέσα από αυτά.
Όλα αυτά συνδυάζονται με αναφορές σε λογοτεχνικά βιβλία, στίχους ποιημάτων και τραγουδιών αλλά και πίνακες ζωγραφικής.Μυρωδιά από παλαιά αντικείμενα, έπιπλα και βερνίκια διαπερνά τις σελίδες του βιβλίου. Ο αναγνώστης ταξιδεύει ή τρυπώνει καλύτερα σε γωνιές , στέκια και καταγώγια της Νέας Υόρκης , στο φανταχτερό και απρόσωπο  Λας Βέγκας , στα κανάλια και τα στενά του Άμστερνταμ.
Η μετάφραση της Χριστιάννας Ελ. Σακελλαροπούλου είναι εξαιρετική ως προς την ποιότητα και τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας με την οποία αποδίδει το κείμενο.
Οι 989 σελίδες του όχι μόνο δεν κουράζουν αλλά προσφέρουν  πραγματική αναγνωστική απόλαυση. 
Η συγγραφέας τιμήθηκε για την Καρδερίνα με το βραβείο Pulitzer τo 2014.


Donna Tartt, Η Καρδερίνα, Εκδοτικός οίκος Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2014


Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

" H λογοτεχνία είναι βασική πηγή ηθικής παιδείας "

Στον Γιώργο Δουατζή
 Σόνια Ιλίνσκαγια. Μεταφράστρια, συγγραφέας, καθηγήτρια πανεπιστημίου, πολυβραβευμένη για το σύνολο του έργου της, το οποίο αποπνέει Ελλάδα. Ολόκληρη η ζωή της αφιερωμένη στα νεοελληνικά Γράμματα. Πράγμα, το οποίο ίσως δεν είναι άμοιρο του γάμου της με τον συγγραφέα και μεταφραστή Μήτσο Αλεξανδρόπουλο. Μιλάει με γαλήνια απλότητα, μεστά και κυρίως λιτά σε νοήματα και λέξεις. Το πρόσωπο, οι εκφράσεις, οι κινήσεις της εκπέμπουν σπάνια γλυκύτητα και σιγουριά*.

Πρώτες παιδικές αναμνήσεις;
Τα τελευταία δύο τρία χρόνια του πολέμου, μεγάλες στερήσεις. Ο τελευταίος χρόνος του πολέμου, φωτοβολίδες στο νυχτερινό ουρανό της Μόσχας που πανηγύριζε τις νίκες του Κόκκινου στρατού. Οι πρώτες γεύσεις της κλασικής, ρωσικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, ανεκτίμητο δώρο της μητέρας μου. Η στοργή του πατέρα, σε στιλ ισότιμης φιλίας.
Πώς κολλήσατε το «μικρόβιο» της λογοτεχνίας;
Όταν τα παιδικά σου χρόνια είναι δύσκολα και μεγαλώνεις μέσα στα βιβλία, αυτά σου συμπαραστέκονται, σου ανοίγουν τον νου και την καρδιά, σου αποκαλύπτουν άλλους κόσμους και ορίζοντες. Πιστεύω επίσης, ότι σε βοηθούν να διαμορφώσεις έναν δικό σου κώδικα τιμής, στην αρχή αφελή, στη συνέχεια σοβαρότερο.
Πώς δεν γράψατε δικά σας πράγματα;
Λόγω της βαθιάς μου σχέσης με τη λογοτεχνία, προέκυψε ότι αυτό που μπορώ να κάνω δεν ανταποκρίνεται στις δικές μου προσδοκίες και απαιτήσεις. Οι στίχοι που έγραφα έρχονταν και έφευγαν. Δεν είχα καμιά φιλοδοξία, καμία προσδοκία, απλώς κατέγραφα ευχάριστες ή θλιβερές στιγμές Ήταν μια χρήσιμη εμπειρία για τη μετέπειτα δουλειά μου, ιδιαίτερα τη μεταφραστική.
Πώς ανακαλύψατε την ελληνική λογοτεχνία;
Όταν δευτεροετής φοιτήτρια κλασσικής φιλολογίας αποφάσισα εκτός προγράμματος να μάθω και τα νέα ελληνικά. Αργότερα, χάρη στον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο ανάμεσα στα πρώτα κείμενα που διάβασα ήταν τα δημοτικά τραγούδια και ο Καβάφης. Τον Καβάφη τον πρωτοσυνάντησα σε ένα διήγημα του Μήτσου.
Η αρχαία ελληνική γραμματεία;
Υπήρχε βέβαια η αρχαία ελληνική γραμματεία, αλλά ήταν η εποχή που τα νέα ελληνικά πρωτοξεκινούσαν στη Σοβιετική Ένωση. Δεν υπήρχαν ούτε εγχειρίδια, ούτε βιβλία, καμία υποδομή. Αντίστοιχα η ρωσική φιλολογία στο ελληνικό πανεπιστήμιο μπαίνει τώρα και όχι πριν τέσσερις δεκαετίες, όπως θα ήταν φυσικό. Η Ελλάδα μέχρι πρόσφατα ήταν η μόνη χώρα της Ευρώπης στην οποία δεν υπήρχαν ρωσικές σλαβικές σπουδές στο πανεπιστήμιο. Όταν οι γενιές του μεσοπολέμου στην Ελλάδα γαλουχήθηκαν με τη ρωσική λογοτεχνία. Επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι οι νεοελληνικές σπουδές μπήκαν στο ρωσικό πανεπιστήμιο, και στην Πετρούπολη και στη Μόσχα, πριν μπει εδώ η ρωσική φιλολογία, παρ' όλες τις οικονομικές και άλλες δυσκολίες.
Συντελέσατε καθοριστικά στη διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας στη Ρωσία...
Νομίζω ότι βοήθησα αρκετά. Σε μένα όλα ξεκινάνε από μια ανάγκη ψυχικής ικανοποίησης. Μεράκι, χαρά ικανοποίησης. Αυτά κυριαρχούν πρώτα. Άρχισα να ασχολούμαι με τη νεοελληνική λογοτεχνία αρχικά διότι με τραβούσε ως ενδιαφέρον και μετά ανακάλυψα ότι είναι έργο ζωής. Από κει και πέρα προγραμμάτισα τη δουλειά μου έτσι ώστε να προσφέρω.
Προσφορά ως καθήκον; Ως δικαιολογία ύπαρξης;
Δεν συνηθίζω να βάζω σε αυτό κάποιο φιλοσοφικό περιτύλιγμα. Πρώτα από όλα είναι η επιθυμία της ψυχής. Έπειτα, σε δεδομένες συνθήκες, αρχίζεις να παίζεις κάποιο ρόλο και αναλαμβάνεις τις ευθύνες του. Οι οποίες είναι να διαδώσεις την ελληνική λογοτεχνία, να κάνεις γνωστά στο ρωσικό κοινό τα επιτεύγματα της, τα μεγάλα αναστήματα που περιλαμβάνει. Και αυτό έκανα.
Πότε άρχισε να απλώνεται η νεοελληνική λογοτεχνία στη Σοβιετική Ένωση;
Τα πρώτα βήματα έγιναν στα μέσα της δεκαετίας του '50, περισσότερο στη δεκαετία του '60, πράγμα που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Βέβαια τα πράγματα προχωρούν συνήθως αργά στο πανεπιστήμιο. Πριν δέκα χρόνια μπήκαν τα νέα ελληνικά ολοκληρωτικά στο ρωσικό πανεπιστήμιο.
Γιατί να μάθει ένας ξένος νεοελληνικά;
Η ελληνική γλώσσα έχει τεράστια ιστορία. Υπάρχουν γλωσσολόγοι που ασχολούνται επί αιώνες με την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί η τελευταία φάση του ελληνικού πολιτισμού, που έχει καταπληκτικά επιτεύγματα με πολλά προβλήματα, αλλά με φοβερές εκλάμψεις
Όπως;
Ο Καβάφης. Τον οποίο πρωτογνώρισα στο ρωσικό κοινό με πολλές εκδόσεις και τολμώ να πω ότι τον καθιέρωσα στη Ρωσία.
Όλα λοιπόν γίνονται σε προσωπικό επίπεδο.
Συμφωνώ. Μόνο το προσωπικό ενδιαφέρον παράγει έργο. Αν δεν βρεθεί την κατάλληλη στιγμή ένας άνθρωπος που θα μπορέσει να προσφέρει...
 Αυτή η ελληνική κατάρα να αγνοούνται εν ζωή οι δημιουργοί και τους ανακαλύπτουν
μετά θάνατον...
Και στη Ρωσία το φαινόμενο δεν είναι άγνωστο. Αλλά το αναγνωστικό κοινό εκεί είναι πιο ευαίσθητο, πιο σωστά διαπαιδαγωγημένο από πολλές δεκαετίες. Υπάρχει μια τεράστια παράδοση αγάπης στο βιβλίο, η οποία επέζησε και αναπτύχθηκε, Όσο πιο δύσκολοι ήταν οι καιροί, τόσο πιο ευαίσθητο ήταν το αναγνωστικό κοινό, τόσο πιο ανάρπαστο ήταν το καλό βιβλίο. Κυριαρχούσε η επίσημη λογοτεχνία. Αυτά που λέμε έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Το μεγάλο παράπονο για την Ελλάδα είναι ότι τα μεγάλα έργα αυτής της λογοτεχνίας, τα μεγάλα αναστήματα που προέκυψαν, οι ανδρείες στάσεις ζωής, δεν έγιναν εδώ γνωστά. Είναι ανύποπτος ο Έλληνας αναγνώστης για όλα αυτά. Ινδάλματα πνευματικής ζωής δεν έγιναν γνωστά στους Έλληνες.
Τι φταίει γι΄ αυτή μας την άγνοια;
Πώς να κρίνω εγώ; Δεν μπορώ να ξέρω γιατί. Δεν μπορώ να προβώ σε γενικές και κατασταλαγμένες κρίσεις. Δεν βλέπω το ρόλο μου εκεί. Εδώ έλειψε η κριτική όπως γινόταν στη Ρωσία. Η φωτισμένη με ταλέντο με ιδιοφυΐα κριτική λογοτεχνίας που να μπορεί να συνδέει τα σκόρπια φαινόμενα σε μια διαδικασία σε ένα μυθιστόρημα της πνευματικής ζωής, όπως έλεγε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. Υπήρξαν καταπληκτικοί κριτικοί όπως ο Άγρας, ο Παλαμάς. Σήμερα υπάρχουν πολύ καλοί κριτικοί, αλλά ηγετικές φυσιογνωμίες δεν βλέπω. Να γράψει κάποιος πού πάει, πώς διαμορφώνεται η λογοτεχνία, τι γράφει ποιος. Βλέπετε στην Ελλάδα δεν ήταν αναπτυγμένη η παράδοση συγκριτικής θέασης της λογοτεχνίας.
Ούτε πολλούς αναγνώστες βρίσκει κανείς στην Ελλάδα.
Εγώ πάντως ξαφνιάζομαι πολλές φορές από πολύ διαβασμένους ανθρώπους που συναντώ. Αλλά δεν είναι στην επιφάνεια, δεν τους ξέρει κανείς. Γνωρίζουν, παρακολουθούν τη λογοτεχνία, είναι αυστηροί κριτές, αλλά στην αφάνεια.
Για την παραλογοτεχνία που έπνιξε τον τόπο τι λέτε;
Είναι παγκόσμιο, όχι μόνο ελληνικό αυτό το φαινόμενο. Εδώ αντιλήφθηκε ο κόσμος ότι το βιβλίο είναι εμπορικό προϊόν και αυτό προσδιορίζει συχνά τις συνειδήσεις των ανθρώπων που γράφουν, τους προκαλεί να γράψουν κάτι εμπορικό. Ακόμα και ικανότατους συγγραφείς δεν τους αφήνει αδιάφορους η εμπορική επιτυχία. Κάποτε ζήτησαν από τον Καβάφη να συμμετάσχει σε μία έρευνα για τη λογοτεχνία κι αυτός έγραψε ένα σημείωμα «Ανεξαρτησία». Και δεν το έδωσε στη δημοσιότητα, διότι φοβήθηκε μήπως προσβάλλει τον Ξενόπουλο, ο οποίος ανταποκρινόταν σε αυτά που ζητούσε το κοινό, παρότι ήταν ικανότατος λογοτέχνης. Ο Καβάφης είχε πει αυτά που λέμε τώρα. Ότι η πολιτεία δεν υποστηρίζει, δεν ενισχύει, αλλά χρειάζεται η ανεξαρτησία. Κι αυτό, διότι όταν ένας συγγραφέας ξέρει ότι το βιβλίο του θα πουλήσει, άθελά του θα προσαρμόζεται στα αιτούμενα του κοινού. Υπάρχουν αναστήματα στη λογοτεχνία που αντέχουν, αντιστέκονται, αλλά δεν ανήκουν στα κυκλώματα, στις παρέες και ζουν τελείως απομονωμένοι.
Πώς ήρθατε στην Ελλάδα;
Μόλις έπεσε η δικτατορία το 1974, ήταν αυτονόητη η εγκατάστασή μας στην Ελλάδα.
Όταν φτάσατε στην Ελλάδα, οι πρώτες εικόνες;
Ήμουν απόλυτα προετοιμασμένη. Δεν ερχόμουν σε μια άγνωστη χώρα. Με βοήθησε πολύ το πανεπιστήμιο να γνωρίσω από κοντά πράγματα, που αλλιώς δεν θα τα έβλεπα. Τώρα που δεν είμαι στο πανεπιστήμιο, ζω με τα βιβλία μου, τα γραπτά μου, αλλά διατηρώ μια ζωντανή επικοινωνία ιδιαίτερα με τους νέους και κερδίζω πολύτιμες εμπειρίες. Όπου και να βρεθώ στην Ελλάδα για μια διάλεξη, θα βρεθούν παλαιοί φοιτητές μου που θα έρθουν να με δουν. Αυτή είναι η χαρά της συνέχειας πνευματικών σχέσεων, η χαρά ότι η δουλειά μου έπιασε τόπο.
Ξέρετε γιατί αγαπήσατε την ελληνική γλώσσα;
Έχει ένα έντονο στίγμα της εθνικής ιδιοσυγκρασίας. Κάτι όμορφες λέξεις όπως «λεβεντιά», «φιλότιμο», «ανωτερότητα» που δύσκολα βρίσκουν το αντίστοιχό τους σε ξένες γλώσσες.
Τι θυμάστε εντονότερα από την εργασία σας στην Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ;
Εκτός από τις ατομικές μελέτες που εκπονούσαμε, οφείλαμε να συμμετέχουμε και σε συλλογικές έρευνες που σου εμφάνιζαν πολυδιάστατες πλευρές του αντικειμένου, σου μαθαίνανε συγκριτολογικές προσεγγίσεις. Δυσανασχετούσα κάποτε, γιατί με αποσπούσαν εν μέρει από το κεντρικό θέμα που δούλευα, αλλά τελικά έβγαινα κερδισμένη.
Τι σημαίνουν τα βραβεία για σας;
Η βράβευση είναι μια ευχάριστη στιγμή, πόσο μάλλον όταν έρχεται απροσδόκητα, δεν τη λογάριαζες και, εννοείται, δεν την κυνήγησες. Νιώθεις ότι αυτό που κάνεις πιάνει τόπο. Και μετά δεν τα σκέφτεσαι. Έχεις να σκεφτείς άλλα.
Ασχοληθήκατε με τον Καβάφη διότι...
Με κέρδισε με το πρώτο ποίημά του που μετέφρασα, τη «Σατραπεία». Είναι πάντα κοντά μας, σε όποια προβλήματα του ανθρώπινου βίου, που είναι άλλωστε διαχρονικά.
Γιατί θέλατε να διαδώσετε την ελληνική λογοτεχνία;
Γιατί το αξίζει. Αναλογιστείτε, τι μεγάλα ποιητικά ονόματα έβγαλε τον εικοστό αιώνα. Σε μερικά από αυτά αφιέρωσα τη ζωή μου. Ευτύχησα στο ότι ποτέ δεν ασχολήθηκα με κάτι που δεν το αγαπούσα.


Η συνύπαρξη με τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο τι σας έδωσε;
Πέρα από τον πολύτιμο εμπλουτισμό της γλώσσας, τη διείσδυση, από μέσα, στην πρόσφατη ιστορία του τόπου, στον ψυχισμό των ανθρώπων του. Διδάχθηκα πολλά ανεπαισθήτως.
Είναι εύκολη η συμβίωση μιας καθηγήτριας λογοτεχνίας με έναν λογοτέχνη;
Από την αρχή οροθετηθήκαν συγγενείς, αλλά διακριτοί ρόλοι. Κυρίως χάρη στον Μήτσο, που ήταν και μεγαλύτερος και ασυγκρίτως πιο έμπειρος από μένα. Το αντικείμενό μου ήταν η ποίηση. Ποτέ δεν ασχολήθηκα επαγγελματικά με το έργο του. Το θεωρούσαμε δεοντολογικά επιβεβλημένο να τηρηθούν αυτές οι αποστάσεις. Υπήρξα βέβαια όχι μόνο η πρώτη αναγνώστρια, αλλά και η πρώτη ακροάτρια όσων έγραφε. Και εκείνος, ο πρώτος αναγνώστης και στην αρχή διορθωτής των δικών μου κειμένων. Οφείλω να αναφέρω ότι τις όποιες δικές μου επιτυχίες τις χαιρόταν πολύ περισσότερο από τις δικές του. Στο δικό του έργο, μόλις τελείωνε κάτι, τον απορροφούσε αμέσως το επόμενο θέμα.
Διδάσκω σημαίνει...
Όχι μόνο να αναπαράγω, αλλά και να παράγω τη γνώση.
Το μεγαλύτερο μάθημα που πήρατε από τη ζωή στο πανεπιστήμιο;
Να επιμένω να είμαι ο εαυτός μου. Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος βλέπει, κρίνει, αξιολογεί και προκύπτει ένας στόχος. Να μην υποκύψει. Να είναι συνεπής στο μοντέλο αξιών ζωής που δημιούργησε. Ξέρετε, οι παγίδες της καθημερινής ζωής είναι πολλές φορές αθέατες. Και το θέμα είναι να μπορείς να τις διακρίνεις και να μην πέσεις μέσα.
Το μεγαλύτερο μάθημα ζωής;
Το ίδιο.
Δικαιολογία ύπαρξης;
Το ότι διάλεξα το σωστό δρόμο και κάτι έχω προσφέρει και στις δύο πατρίδες μου. Το ότι αγάπησα και αγαπήθηκα και έχω μια κόρη, την οποία αγαπώ και εκτιμώ.
Τι νέο φέρατε στη διδασκαλία;
Νέο δεν θα το έλεγα. Πάντως πέρα από τη γνώση, είχα στο νου μου τη μετάγγιση, χωρίς κήρυγμα, μέσα από τα κείμενα, των θησαυρών, με τους οποίους η λογοτεχνία σε κάποιο βαθμό μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο. Και αναζητούσα την τοποθέτηση του φαινομένου που εξέταζα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.
Διαφοροποιείται η σκέψη σας από τους άντρες καθηγητές;
Δεν αντιλαμβάνομαι αυτή τη διάκριση. Δεν βλέπω γυναικεία πρόσληψη στον εαυτό μου, παρά μόνο ανθρώπινη.
Το πιο αγαπημένο από τα έργα σας;
Τα πρώτα. Το «Μοίρα μιας γενιάς» όπου ασχολούμαι με την πρώτη μεταπολεμική γενιά, με τους ανθρώπους που έκαναν επιλογές ζωής και στάθηκαν συνεπείς με αυτές στη ζωή και το έργο τους. Επίσης το «Κ. Π. Καβάφης. Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ού αιώνα». Στάθηκαν γερά εξορμητήρια για μένα.
Πώς δεν κάνατε διατριβή για τον Καβάφη;
Αγαπούσα τον Καβάφη και ήθελα να είναι το αντικείμενο της διατριβής μου, αλλά εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολα, δικτατορία κλπ,. και δεν υπήρχε πρόσβαση στη βιβλιογραφία, δεν ήταν δυνατόν να γίνει ένα σωστό επιστημονικό έργο.
Το πιο αγαπημένο σας λογοτεχνικό κείμενο;
Είναι πολλά. Δεν τα βαθμολογώ.
Η εντονότερη ανάμνηση από τον υπαρκτό σοσιαλισμό;
Θα περιμένατε κάτι από τις σκοτεινές αναμνήσεις. Υπάρχουν κι αυτές. Κυριαρχεί όμως κάτι άλλο. Ανάμνηση της ανιδιοτέλειας στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις. Και πράγματα που υπήρχαν σε θεσμικό επίπεδο. Για παράδειγμα τα παιδιά τελειώνοντας το σχολείο γνώριζαν την κλασσική λογοτεχνία.
Αν είχατε μπροστά σας τον Στάλιν θα του λέγατε...
Ένα μεγάλο όραμα δεν πραγματοποιήθηκε. Ποιο μερίδιο ευθύνης αναλαμβάνετε;
Αν βλέπατε τον Γκορμπατσόφ θα του λέγατε...
Τι κρίμα που σε μια τόσο κρίσιμη για τη χώρα στιγμή στο τιμόνι βρέθηκε ένας τόσο ανεπαρκής άνθρωπος.
Η λογοτεχνία παράγει ηθική;
Πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι βασική πηγή ηθικής παιδείας. Και μπορεί να γεννηθεί και να ζήσει και σε συνθήκες φρικτής ανελευθερίας όπως στη Ρωσία του 19ου αιώνα, όπου άνθισε η λογοτεχνία.
Το πιο πικρό και το πιο γλυκό ποτήρι στην ακαδημαϊκή σας ζωή;
Το γλυκό, η ζεστή επικοινωνία με το ακροατήριο, Το πικρό, το δηλητήριο που φαίνεται να υπάρχει σε κάθε σινάφι.
Είμαι γυναίκα σημαίνει...
Ό,τι σημαίνει άνθρωπος. Δεν μου είναι οικεία η φεμινιστική νοοτροπία.
Τι εκτιμάτε στους ανθρώπους;
Μυαλό, εντιμότητα, ανθρωπιά.
Τι δεν θα ξεχάσετε ποτέ; Τι θέλετε να ξεχάσετε;
Περνάνε τα χρόνια. Αρκετά πράγματα ξεχνιούνται. Λυπάμαι. Δεν θέλω να ξεχάσω τίποτα.
Η πρώτη επιβεβαίωση;
Όταν μετέφρασα τη «Σατραπεία» του Καβάφη, ο Μήτσος, ο άντρας μου, μου είπε ότι οπωσδήποτε πρέπει να συνεχίσω.
Κρύβετε δικούς σας στίχους στο συρτάρι σας;
Το έχω ξεπεράσει από τα παιδικά μου χρόνια.
Όταν σας αμφισβητούν;
Ελέγχω τον εαυτό μου.
Νιώσατε ποτέ μίσος;
Αποστροφή ναι. Μίσος όχι.
Μεγαλύτερη ανασφάλεια;
Να μην πέσω, καθώς είμαι αφηρημένη, στα κακοποιημένα πεζοδρόμια της Αθήνας.
Ενοχές;
Ενοχή, βαριά λέξη, δεν νιώθω να μου πηγαίνει. Όχι πως δεν λυπάμαι για κάποιες παραλείψεις που μου διέφυγαν.
Μεγαλύτερη λύπη - χαρά;
Λύπες και χαρές, τις ζεις. Δεν τις μετράς.
Πότε θυμώνετε;
Δε θυμώνω εύκολα.
Δημιουργώ σημαίνει...
Να μελετώ και να γράφω, όταν νιώθω πως έχω κάτι να προσθέσω.
Νιώθετε ταγμένη σε κάποιο σκοπό;
Δεν ήθελα ποτέ να νιώθω ταγμένη κάπου. Απλά ανταποκρίνομαι στην επιθυμία ζωής.
Η σχέση σας με το χρόνο;
Ομαλή.
Η ωραιότερη στιγμή του εικοσιτετράωρου;
Κάποιες νυχτερινές ώρες, όταν η δουλειά πάει καλά.
Ο έρωτας;
Τον έχω ζήσει και δε τον συζητώ.
Διεκδικείτε;
Τον χρόνο.
Εξάρτηση;
Αν υπάρχει, δεν την έχω συνειδητοποιήσει.
Πώς εισπράττετε την αναγνώριση;
Είμαι ευγνώμων για το ότι και στη χώρα που έγινε δεύτερη πατρίδα μου, η δουλειά μου έχει κάποια αναγνώριση. Αυτό μου αρκεί.
Το μεγαλύτερο όνειρο;
Δεν κάνω μεγάλα όνειρα. Κάνω σχέδια.
Μεγαλύτερος φόβος;
Δεν πάσχω από φοβίες. Ο φυσικός ανθρώπινος φόβος του θανάτου, ακόμα περισσότερο φυσικός στην ηλικία μου, φαίνεται να απωθείται από την συναίσθηση ότι πρέπει να προλάβω να ολοκληρώσω όσα έχω σχεδιάσει.
Τι σας προσβάλλει;
Δεν είναι λίγα τα πράγματα που αντιπαθώ, δεν τα αφήνω όμως να με προσβάλλουν.
Τι κόσμος έρχεται;
Θα ήθελα να το μαντέψω. Το σκέφτομαι, όχι δίχως φόβο, ωστόσο με ελπίδα.
Τι ετοιμάζετε αυτόν τον καιρό;
Προς το παρόν με απασχολούν αρκετές τρέχουσες υποχρεώσεις που αναβάλλουν για λίγο δύο σοβαρότερα σχέδια: Ένα βιβλίο για τον Ρίτσο που θα συνόψιζε και θα συμπλήρωνε όσα έχω γράψει, και ένα προσωπικό βιβλίο, κάτι σαν απομνημονεύματα, αλλά όχι προσωποκεντρικό. Ένα είδος καταθέσεων γι' αυτά που ζήσαμε. Νιώθω ότι οφείλω να το κάνω. 
* Τη συνέντευξη αυτή είχα πάρει το 2009 για μεγάλης κυκλοφορίας Κυριακάτικη εφημερίδα με την οποία συνεργαζόμουν, αλλά τελικά δεν δημοσιεύτηκε. Έκρινα ότι έπρεπε να δει το φως της δημοσιότητας, για να πάρει τη σειρά της στα αρχεία με τον λόγο σημαντικών ανθρώπων των Γραμμάτων μας. Το υλικό που παρατίθεται είναι αυτούσια η απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας μας, χωρίς καμία παρέμβαση. Στο τέλος της συνέντευξης παρατίθεται μικρό βιογραφικό. 
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ είναι ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος.  

Μικρό βιογραφικό
Η Σόνια Ιλίνσκαγια Αλεξανδροπούλου γεννήθηκε το 1938 στη Μόσχα. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας με παράλληλη ειδίκευση στη νεοελληνική και ρωσική φιλολογία.
Ασχολήθηκε με τη διάδοση - μελέτη και μετάφραση - της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Έχει εκλεγεί τακτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της ΕΣΣΔ ως κριτικός και μεταφράστρια της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας.
Το 1971 υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα «Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής ποίησης στην Ελλάδα. Η μοίρα μιας γενιάς». Μέχρι το 1983 διετέλεσε ερευνήτρια του Ινστιτούτου Σλαβικών και Βαλκανικών Μελετών της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ.
Το 1983, για οικογενειακούς λόγους (το 1959 παντρεύτηκε με τον Έλληνα πεζογράφο Μήτσο Αλεξανδρόπουλο), εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα. Είναι καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Το 2002 από τη Ρωσική Ακαδημία Επιστημών τής απονεμήθηκε ο επιστημονικός τίτλος Doctorat d' Etat για το σύνολο των καβαφικών μελετών της. Το 2003 εξελέγη επίτιμο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. 
Διακρίσεις: Παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας (2007), βραβείο «Διδώ Σωτηρίου» της Εταιρείας Συγγραφέων (2007), Διάσημα Τιμής για τη συμβολή στην υπόθεση φιλίας των λαών της Ρωσικής Ομοσπονδίας (2008).  
sonia-kavafis sonia-rosiki sonia-moira

Έχει εκδώσει τα εξής βιβλία:
1. «Η μοίρα μιας γενιάς. Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής πολιτικής ποίησης στην Ελλάδα», α) εκδ. «Ναούκα» της Ακαδημίας Επιστημών, Μόσχα 1974, β) εκδ. «Κέδρος», Αθήνα 1976, τέταρτη έκδοση 1999.
2. «Κ.Π. Καβάφης. Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ού αιώνα» α) εκδ. «Κέδρος», Αθήνα 1983, Πέμπτη έκδοση 1999, β) εκδ. «Ναούκα» της Ακαδημίας Επιστημών, Μόσχα 1984.
3. «Γιάννης Ρίτσος. Η ζωή και το έργο του», εκδ. «Σοβιέτσκι πισάτελ», Μόσχα 1986.
4. «Μιχαήλ Λυκιαρδόπουλος. Ένας Έλληνας στο χώρο του ρωσικού συμβολισμού», εκδ. «Κέδρος», Αθήνα 1989.
5. «Επισημάνσεις. Από την πορεία της ελληνικής ποίησης του 20ού αιώνα», εκδ. «Πολύτυπο», Αθήνα 1992.
6. «Ο Κ.Π. Καβάφης και η ρωσική ποίηση του "αργυρού αιώνα"», εκδ. «Δελφίνι», Αθήνα 1995, δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη - εκδ. «Νάρκισσος» 2004.
7. «Ρωσική Καβαφειάδα» (επιλογή, εισαγωγή, μέρος μεταφράσεων, μονογραφία Κωνσταντίνος Καβάφης, κύκλος δοκιμίων ο Κ.Π. Καβάφης και η ρωσική ποίηση του «αργυρού αιώνα»), εκδ. O.G.I., Μόσχα 2000.
8. «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στον καθρέφτη της ρωσικής ποίησης» (επιλογή, εισαγωγή, επιμέλεια), εκδ. «Εστία», Αθήνα 2001.
9. Κ.Π. Καβάφης, «Άπαντα τα ποιήματα», (εισαγωγή, επιμέλεια), εκδ. «Νάρκισσος», Αθήνα 2003.
10. Κ.Π. Καβάφης «Τα Πεζά» (επιλογή, εισαγωγή, μέρος μεταφράσεων), εκδ. «Ιθάκη», Μόσχα 2003. 
Αναδημοσίευση από bookpress.gr