Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικοί Πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικοί Πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

"Το δίκιο του αγώνα πολλά σου στέρησε, μα η ζωή λεχώνα ελπίδες γέννησε..."*

Στις 2 Απριλίου του 1994 έφυγε από τη ζωή ο δάσκαλος, ο λογοτέχνης, ο αγωνιστής Κώστας Πουρναράς (Μπόσης). Γεννημένος στην Κυψέλη Άρτας το 1908, βρέθηκε στα Γιάννενα μερικά χρόνια αργότερα ως σπουδαστής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Ήταν δάσκαλος . Οργανώθηκε στο ΚΚΕ και διώχτηκε από τη δικτατορία του Μεταξά . Εξορίστηκε στον Αη Στράτη , δραπέτευσε το 1942 και στη συνέχεια κατατάχτηκε στις γραμμές του ΕΛΑΣ.Μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού στο δεύτερο αντάρτικο ακολούθησε,βαριά τραυματισμένος, τους δρόμους της πολιτικής προσφυγιάς μετά την ήττα. Ο δρόμος τον βγάζει πρώτα στην Τασκένδη και στη συνέχεια στη Ρουμανία. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές και επηρεάζουν καταλυτικά τη ζωή του και το λογοτεχνικό του έργο.  Στην Ελλάδα δεν επέστρεψε ποτέ παρά μόνο ως στάχτη το Σεπτέμβρη του 1994. 
Σπουδαίος λογοτέχνης , ο οποίος αν και ανήκει στη νέα γενιά των λογοτεχνών που ξεπήδησαν μέσα από τους αγώνες του λαού μας στην Κατοχή και στην Αντίσταση, το κυρίως λογοτεχνικό του έργο εντάσσεται στην πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων.
Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε από τους λογοτέχνες εκείνους που βρέθηκαν στις λαϊκές δημοκρατίες μετά την ήττα του ΔΣΕ. Οι λογοτέχνες αυτοί εμπνέονταν από την Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο, τις φυλακίσεις και τις εξορίες των κομμουνιστών στην Ελλάδα. Μερικοί αναφέρονται και στην προπολεμική περίοδο θέλοντας να παρουσιάσουν τις συνθήκες που οδήγησαν στον Εμφύλιο. Υπάρχει και μια μικρή ομάδα έργων που αναφέρεται στη ζωή των πολιτικών προσφύγων στις χώρες που ζούσαν. Κοινή προσπάθειά τους η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και της πολιτιστικής τους ταυτότητας. Τα έργα τους δεν έγιναν γνωστά στην Ελλάδα, εκτός από ορισμένα, λόγω της θεματολογίας τους και των ιδιαίτερα δύσκολων συνθηκών στην επικοινωνία τους με την πατρίδα. Επιπλέον αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 η λογοτεχνική παραγωγή των πολιτικών προσφύγων και οι εκδόσεις τους υποχωρούν σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί το έργο των λογοτεχνών στην Ελλάδα. Πολλά από τα έργα των πολιτικών προσφύγων δεν κυκλοφόρησαν ποτέ σε ελληνικό έδαφος και ελάχιστα εκδόθηκαν μετά από χρόνια. Έτσι παρέμειναν άγνωστα.


Η φωτογραφία από το ιστολόγιο Κώστας Μπόσης

Στη μνήμη του ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημά του Ο Θωμάς ο Καρατζάς. Το έγραψε το 1971 αλλά εκδόθηκε το 1978. Πρόκειται για μια τοιχογραφία της νεότερης ελληνικής ιστορίας και κοινωνίας από το 19ο αιώνα έως και τα μεταπολεμικά χρόνια. Παράλληλα με την πορεία των ηρώων του παρακολουθούμε και την διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του συγγραφέα. Με τη φωνή των προσώπων του μυθιστορήματος αναπτύσσει τις απόψεις του σε κρίσιμα ζητήματα του κομμουνιστικού κινήματος και των γεγονότων που ακολούθησαν την Εθνική Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο.
***
Ψηλά στο δασάκι κάθονταν οι δυο τους. Τα μάτια της - υγρά, φωτεινά - λάμπουν σαν τον πρωινό ξάστερο ουρανό. Το πρόσωπο του άντρα είναι σοβαρό και δείχνει πως κάποια σκέψη τον βασανίζει. Αυτά τα χρόνια εκείνη υπόφερε. Κόντεψε να πεθάνει. Τότε, όταν χώρισαν, φοβήθηκε μήπως τη γονατίσουν οι δυσκολίες. Αργότερα, στη δίκη, πίστεψε πως το κακό είχε γίνει. Και σήμερα τη βρήκε πιο ήρεμη κι αποφασισμένη να συνεχίσει το δρόμο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, όμως τούτη η κατάσταση δεν πρέπει να συνεχιστεί.
- Να εκμεταλευτούμε την αναλαμπή, μουρμούρισε κάποια στιγμή. Αν περιμένουμε να τελιώσει πρώτα ο αγώνας!...Κι αυταπάτες δεν πρέπει να έχουμε. Οικογένεια, όπως τη φανταζόμαστε όταν είμασταν νέοι, δεν πρόκειται να φτιάξουμε...Έτσι, χώρια, πιο δύσκολη γίνεται η ζωή μας...Να προσαρμοστούμε στις συνθήκες...
Η Κατίνα τον κοιτάζει επίμονα. Με αιματηρές οικονομίες είχε μαζέψει λίγα λεφτά και σχεδίαζε να του κάνει κάποια έκπληξη. Τώρα έμπαιναν άλλα έξοδα στη μέση. Ο Γιώργος σα να μάντεψε τη σκέψη της.
- Λέω να κάνουμε το γάμο στο χωριό. Είναι η μόνη χαρά, που μπορούμε να δώσουμε στους γέρους...Μου έστειλε ο Λευτέρης ένα δικό του κοστούμι μεταχειρισμένο. Ο μπάρμπα - Στέφος θα το φέρει στα μέτρα μου...Εσένα σου χρειάζεται ένα φουστάνι, έστω και φτηνό. Παπούτσια, κάνουν κι αυτά που έχεις...
Οι κοπέλες, χρόνια και χρόνια ονειρεύονται τη μέρα της παντριάς: Φορέματα, στολίδια, τραγούδια και βιολιά, πλούσια γαμήλια πομπή...Και η ζωή τα φέρνει, όπως τα θέλει αυτή. Υπάρχουν και εξαιρέσεις. Τυχαίνει να παντρευτούν δυο νέοι από αγάπη και να ξανοίγεται μπροστά τους χαρούμενη ζωή, όμως στις περισσότερες περιπτώσεις - για το φτωχόκοσμο γίνεται λόγος - ο γάμος μετατρέπεται σε σκληρή ανάγκη, σε παζάρεμα για το αύριο...Στα δικά τους αισθήματα δεν υπήρχε τίποτα απ' αυτά. Η Κατίνα δεν ήταν σήμερα κοπέλα 18 χρονώ και κείνα τα νεανικά όνειρα - κι αν υπήρχαν κάποτε - έσβησαν από καιρό. Και τα άλλα τα πιο φτωχά, να γινόταν ησυχία, να είχαν κι αυτοί ένα δικό τους δωματιάκι, έστω και νοικιασμένο, να χώριζαν το πρωί για δουλιά, σφίγγοντας τα χέρια, να βιάζονταν τα βράδια να ανταμώσουν, να φρόντιζαν το μικρό τους νοικοκυριό...και δίπλα να προσφέρναν κι αυτοί το δικό τους μερτικό στον αγώνα, πάνε κι αυτά. Και το αύριο μόνο φουρτούνες θα έχει. Στον ένα χρόνο, στα δυο και αραιότερα θα συναντιούνται μια φορά, ύστερα θα χωρίζουν πάλι και θ' αρχίζουν ξανά οι πίκρες, η αναμονή, η αγωνία...Και θα ανταμώνουν πάλι, αν δεν μεσολαβήσει και τίποτε χειρότερο, και πάλι θα τραβάει ο καθένας το δικό του δρόμο. Κι έπειτα από κάμποσα χρόνια θα είναι γέροι πια και θα συλογιούνται με πόνο πως έφυγαν τα νιάτα, σε λίγο θα φύγει κι η ζωή, κι αυτοί δεν τα κατάφεραν να ανταμώσουν. Και η παντριά δεν θα άλαζε την κατάσταση, κι όμως, τούτη η απλή λύση τής έφερε ανείπωτη χαρά. Εκεί στην Ακρόπολη, όπου συναντήθηκαν την πρώτη φορά, θα ζούσαν μαζί, όσο θα βαστούσε η αναλαμπή, και, όταν θα ξεσπούσε πάλι μπόρα, θα είχε το δικαίωμα να επισκεφτεί τον άντρα της στο κρατητήριο, στη φυλακή ...να του στείλει ένα γράμμα, ένα δέμα...να μοιράζεται μαζί του τις χαρές και τις λύπες...
- Αύριο κιόλας, αποκρίθηκε κι απότομα σώπασε. Απ' τη ματιά της πέρασε μια σκιά. Αύριο κιόλας, δευτέρωσε, αλλά, αν κάνουμε παιδιά, τι θα γίνουν;
- Θα μεγαλώσουν, όπως μεγαλώσαμε κι εμείς, όπως μεγαλώνουν τα παιδιά όλου του κόσμου. Ο αγώνας θα έχει κι ένα σκοπό περισότερο δικό μας. Θα μας δίνουν κουράγιο στις δύσκολες στιγμές...

Κώστα Μπόση, Ο Θωμάς ο Καρατζάς, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978

*Ο τίτλος  από το τραγούδι Τίποτα δεν πάει χαμένο σε στίχους του Μανόλη Ρασούλη

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Όταν ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος «συνάντησε» τον Μάξιμο τον Γραικό… (αφήγηση για την ανυπακοή, την εξορία και το νόστο)


Γράφει η ofisofi // atexnos

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (26 Μαΐου 1924 – 19 Μαΐου 2008)  υπήρξε ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας, ο οποίος έζησε 28 χρόνια στην πολιτική προσφυγιά, κυρίως στη Σοβιετική Ένωση. Καταγόμενος από την Αμαλιάδα, δραστηριοποιήθηκε στο ΕΑΜ και εντάχθηκε στις γραμμές του ΚΚΕ. Το 1947 στρατεύτηκε αλλά στις αρχές του 1948 αυτομόλησε και πέρασε στο Δημοκρατικό Στρατό. Με την ήττα βρέθηκε και αυτός πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη, μετά στο Βουκουρέστι το 1954 και στη συνέχεια, το 1956, στη Μόσχα όπου φοίτησε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο μέχρι το 1961. Το 1953 το Στρατοδικείο Ιωαννίνων τον καταδίκασε τρις εις θάνατον.

Προσπάθησε να διατηρήσει την ελληνική γλώσσα γράφοντας μυθιστορήματα, διηγήματα και μελέτες, μελετώντας ακόμη και ελληνικά λεξικά. Η ευρυμάθειά του τον οδήγησε να μελετήσει σε βάθος τον ρώσικο πολιτισμό και τη ρώσικη λογοτεχνία.

Το έργο του είναι πολυποίκιλο, ευρύ ως προς τη θεματολογία και το χαρακτηρίζει η προσπάθεια ανανέωσης της γραφής και η υιοθέτηση ενός προσωπικού ύφους. Καταπιάνεται με θέματα που μπορούν να χαρακτηριστούν  μοναδικά για τον τρόπο με τον οποίο τα προσεγγίζει, όπως οι βιογραφικές μυθιστορίες.

Η πρώτη μου επαφή με το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου έγινε με τον β’ τόμο από τις «Νύχτες και Αυγές – Τα βουνά» πριν πέντε χρόνια. Αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσω να αναζητώ και άλλα έργα του συγγραφέα. Δυστυχώς η αναζήτηση δεν ήταν εύκολη υπόθεση καθώς οι εκδόσεις των βιβλίων είχαν εξαντληθεί. Μπόρεσα όμως  να βρω τα περισσότερα κυρίως σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Η αναζήτηση συνεχίζεται και σιγά σιγά ανακαλύπτω τον γοητευτικό και μοναδικό κόσμο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου.


Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι αναπτύσσει συνεχώς ένα θέμα μέσα στο ίδιο μυθιστόρημα δίνοντάς του τη συνέχεια.

«Τα βιβλία μου ανεξάρτητα από πού παίρνουν την ύλη, ανεξάρτητα επίσης κι από τα είδη που καλλιέργησα, έχουν κάτι χερούλια και πιάνονται απαραίτητα από το παραμύθι της ζωής μου…»

Το έργο που θεωρείται ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο της λογοτεχνικής του δουλειάς  και υπήρξε το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του Αλεξανδρόπουλου όπως τα Αρματωμένα χρόνια, Νύχτες και Αυγές στα οποία κατέθεσε την αγωνιστική του εμπειρία από τα  χρόνια της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου και στα επόμενα, τα οποία χαρακτηρίζουν οι στοχαστικές αναζητήσεις, είναι το μυθιστόρημα Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού.

Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε στη δεκαετία του 1960, μια εποχή πολύ σημαντική για τον κόσμο και ειδικά για τη Σοβιετική Ένωση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το κλίμα, που δημιουργήθηκε στη Σοβιετική Ένωση με τις πολιτικές  αλλαγές, ευνόησε μια στροφή στη θρησκεία και μέσω αυτής στη μεσαιωνική σκέψη και στο μεσαιωνικό άνθρωπο επαναφέροντας με αυτό τον τρόπο την παλιά Ρωσία στο προσκήνιο της Ιστορίας.

Αυτή την κρίσιμη εποχή ο άνθρωπος και συγγραφέας  Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γνώρισε τη μορφή του Μάξιμου του Γραικού. Τον «συνάντησε» μια μέρα μπροστά στον τάφο του σε μια εκκλησία της μονής του Σεργίου σε επίσκεψή του στο Μουσείο εικόνων, σε μια «καλογραμμένη εικόνα του 17ου αι.». Η λόγια ελληνική μορφή του Μάξιμου κέντρισε το ενδιαφέρον του και του έδωσε το έναυσμα να ασχοληθεί εξαντλητικά με αυτόν.

«…Εκείνο τον ίδιο χρόνο επήγα μ’ έναν φίλο μου να δω το ιστορικό μοναστήρι των Ρώσων, τη μονή του Σέργιου στο Ζαγκόρσκ. Εκεί, σ’ έναν από τους ναούς μέσα, είδα ξαφνικά τον τάφο του Μάξιμου. Αυτός ο καλόγερος, πεθαμένος ακριβώς τετρακόσια χρόνια πριν, μου ήταν τελείως άγνωστος. Ήταν όμως λόγιος και ήταν κι αυτός Γραικός. Ήταν ξενιτεμένος, παιδεμένος και πεθαμένος εδώ στη Ρωσία. Είχε πεθάνει εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο, τούτη την ίδια χρονιά, τέσσερους αιώνες πριν.

Αυτά μου έκαναν εντύπωση. Μόνα τους κάπου μπήκαν και ρίζωσαν – εκεί στο ίδιο μέρος όπου είχε φυτευτεί κι εβλάσταινε γοργά το αίσθημα μιας άλλης ηλικίας. Τον ένιωθα αυτόν τον άνθρωπο να με τραβά τετρακόσια χρόνια πίσω κι αν εσύ βρεις το δρόμο, αν το νιώσεις και το σκεφτείς καλά, βαθιά μες στην καρδιά σου, μπορεί να σημαίνει άλλα τετρακόσια μπροστά. Στο μυθιστόρημά μου από αφορμή τον βίο του Μάξιμου, τις μέρες που πεθαίνει σ’ αυτό το μοναστήρι, ο Γραικός λέει στον άλλο αδελφό:

– Η ηλικία της ανθρωπότητας, Αρτέμιε, είναι πάντα πενήντα χρονών, πάντα στη μέση η ανθρωπότητα και όσα χρόνια άφησε πίσω άλλα τόσα έχει μπροστά έως το τέλος του Αιώνα.»

Ο Μάξιμος ήταν  υπαρκτό και σημαντικό ιστορικό πρόσωπο. Ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης και είχε γεννηθεί στην Άρτα το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 1470 και 1480. Οι σπουδές του ξεκίνησαν από την Κέρκυρα και συνεχίστηκαν στην Ιταλία. Ήταν  ένας Έλληνας λόγιος της Αναγέννησης που δούλεψε στην αντιγραφή και μετάφραση αρχαίων κειμένων από χειρόγραφα και επιμελήθηκε ελληνικά βιβλία. Ασκήτεψε για ένα μικρό διάστημα  στο μοναστήρι  του Αγίου Μάρκου της Φλωρεντίας και όταν έφυγε από εκεί δούλεψε στο τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου. Επειδή όμως δεν έβρισκε το περιβάλλον ταιριαστό με το χαρακτήρα του έφυγε από την Ιταλία και πήγε στο Άγιο Όρος, στη μονή Βατοπεδίου. Από εκεί τον έστειλαν στη Ρωσία. Έζησε εκεί από το 1518  έως το 1556. Τα χρόνια αυτά που αποτελούν τη ρωσική περίοδο του Μάξιμου,  συνέπεσαν με τη βασιλεία του πρίγκιπα Βασιλείου και του Ιβάν του Τρομερού. Το έργο του υπήρξε πολύ σπουδαίο αλλά η ζωή του σημαδεύτηκε από τραγικά γεγονότα. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι «ο Μάξιμος  εγκαινίασε στη Ρωσία τον τύπο του Φρονηματία διανοούμενου, που το ιδανικό του μπλέκεται δραματικά  με τα σχέδια και τις ιδέες των ανθρώπων και της εποχής του».

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος επέλεξε να σχολιάσει τα γεγονότα της εποχής τους αφηγούμενος τη ζωή του Μάξιμου στη Ρωσία  στα μέσα του 16ου αι., καθώς  είδε τη μορφή του Μάξιμου να μπαίνει με δραστήριο τρόπο στα ηθικά και ιστορικά προβλήματα της δικής του εποχής και δράσης.

Ο καλόγερος αυτός «συνήργησε δραστήρια στη δική μου σκέψη και στην ψυχική βίωση της μεγάλης στροφής που έπαιρναν όλα σχεδόν που ζούσαμε και σκεφτόμαστε».

Η γνωριμία του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου με την προσωπικότητα και το έργο του Μάξιμου του φανέρωσε μια ταύτιση στη σκέψη και στην ψυχή τους. Υπήρξε μια αλληλεπίδραση ανάμεσά τους τόση που οδήγησε τον Αλεξανδρόπουλο να γράψει «αυτόν τον αξιοθαύμαστο κι αξιαγάπητο καλόγερο τον έβγαζα όλον από τα σπλάχνα μου».

Δυο στίχοι δημοτικού τραγουδιού

« Θε μου, και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;

– Χτίζουν τα σιδερόκαστρα να μην τους πάρει ο Χάρος!»


σε συνδυασμό με τα ερεθίσματα από τον Μάξιμο έγιναν η βάση  πάνω στην οποία γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου, δηλαδή η συγγραφή ενός μυθιστορήματος για τη φυσιογνωμία, την ηθική στάση του Μάξιμου χωρίς να είναι μια ιστορική και φιλολογική μελέτη αλλά κάτι νέο. Η ιδέα του μυθιστορήματος ενισχύθηκε από τους προβληματισμούς που του δημιούργησαν οι αποκαλύψεις του Χρουσώφ και οι επιζήσαντες των στρατοπέδων που τους έβλεπε να τριγυρνούν στους δρόμους της Μόσχας δημιουργώντας του  τύψεις, διλήμματα  και  πολιτικές σκέψεις  αδιανόητες στο παρελθόν.

«Όσο με αφορά, μπορώ να σημειώσω πως από μια στιγμή που την προσδιορίζω με ακρίβεια στα 1956, όταν πήγα να μείνω στη Μόσχα, σε ό,τι έβγαλα με το χέρι μου προς τα έξω πρέπει πάνω του να διαβάζονται, έστω σαν σήματα αναζήτησης, τα ίχνη αυτής της συναίσθησης και της ταπεινής μου προσπάθειας.

Δεν ξέρω να υπάρχουν θέματα στα βιβλία μου, να υπάρχουν μορφές, που δεν υπαγορεύτηκαν από αυτό το αίσθημα. Από το ΄56 , μπορώ να πω, ήξερα ότι τα βιβλία μου είναι η προσπάθειά μου να ξεπεράσω την άγνοιά μου και να προσφέρω ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα.

Είναι κάποια πράγματα γνωστά, ίσως ακόμα και αυτονόητα. Όμως οι περιστάσεις το φέρνουν και πρέπει να προσπαθήσεις, όσο είναι στις δυνάμεις σου, να τα βγάλεις από τα μπερδέματα όπου έπεσαν, μπερδέματα κατά πρώτο λόγο δικά σου. Τίποτα το καινούργιο δεν ανακαλύπτεις, αυτό το ξέρεις. Χαράζεις όμως μια καινούργια γραμμή, που είναι δική σου, καινουργιώνοντας εικόνες που τις βλέπεις να σβήνουν, παίρνοντας από πάνω τους τις κάπνες κι αποθέτοντας προσεχτικά κάποια απαραίτητα χρώματα.»
Τα γεγονότα αυτά άγγιξαν τον Αλεξανδρόπουλο και είχαν άμεση σχέση με τη δική του μοίρα, της εξορίας και της πολιτικής προσφυγιάς. Εξ αιτίας αυτού η συγγραφή του μυθιστορήματος για τον Μάξιμο ξεφεύγει από την απλή αφήγηση και τη βιογραφική απόδοση του και γίνεται στοχαστική αφήγηση μέσω της οποίας συνδέθηκε το παρελθόν με το παρόν που βιώνονταν με τον ίδιο ψυχικό τρόπο. Ο τρόπος που ζει και νοσταλγεί ο Μάξιμος αποκαλύπτει και τη δική του νοσταλγία και τον πόνο για την πατρίδα.

Από την άλλη στο μυθιστόρημα υπάρχει έντονη αποτύπωση της δεκαετίας του 1960 με τα δικά της ενδιαφέροντα, τις ανακατατάξεις και την πίστη σε πιο ελεύθερη σκέψη και έκφραση. Παρ’ όλα αυτά τα καινούρια, που πίστευαν ότι  έφερναν οι πολιτικές εξελίξεις, το μυθιστόρημα μπήκε στο συρτάρι και διαμορφώθηκε  οριστικά στα 1967 – 1969. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1976 μετά τον επαναπατρισμό του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου και το 1980 μεταφράστηκε στα ρωσικά και κυκλοφόρησε από τις «Λογοτεχνικές Εκδόσεις» της Μόσχας.

Ο Μάξιμος είναι ο άγιος των ρώσων συγγραφέων. Μέσα από τη ζωή και το έργο του φωτίζεται ο τύπος εκείνος της ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα που πλήρωσε με την ελευθερία του και τη ζωή του τον ανθρωπισμό, τα όνειρα , την τόλμη του. Η οπτική γωνία με την οποία ο Αλεξανδρόπουλος προσέγγισε το Μάξιμο τον βοήθησε να δει την ψυχική του ένταση που είχε διπλό χαρακτήρα, από τη μια οι δοκιμασίες σε σχέση με τους άλλους και από την άλλη οι δικές του εσωτερικές δοκιμασίες, οι οποίες αποτελούν το εγκυρότερο γνώρισμα της διαχρονικότητας του. Εκείνο που κέρδισε τελειωτικά τον Αλεξανδρόπουλο και αποτέλεσε  το πιο στέρεο στήριγμα στη δουλειά του τη σχετική με τη συγγραφή του μυθιστορήματος ήταν η σύνδεση με τα παθήματα και μαθήματα της δικής του γενιάς έτσι όπως εκφράστηκαν μέσα από τα οράματα και τις περιπέτειες του αριστερού και του κομμουνιστικού κινήματος, τα οποία είδε να εκφράζονται με την εξομολόγηση του Μάξιμου.

«Άνω και κάτω, ως υπό ποικίλων ανέμων εν μέσω θαλάσσης σαλευομένη ναυς περιπλανάσθαι με»



Το πρόβλημα του συγγραφέα ήταν πώς να δέσει τους προαναφερθέντες στίχους του δημοτικού τραγουδιού με αυτή την εξομολόγηση.

Μέσα από τη δουλειά του για το Μάξιμο ανέδειξε διαχρονικά το βαρύ τίμημα των αγωνιζόμενων ανθρώπων με το οποίο πλήρωσαν την πίστη τους στις  ηθικές αξίες της ζωής και την αντίστασή τους στην εξουσία.

Ο Αλεξανδρόπουλος επιλέγει την αποσπασματική ροή της αφήγησης με σκηνές από τη ζωή του Μάξιμου αγγίζοντας ερωτήματα και προβληματισμούς από τη ζωή του ήρωά του. Όμως το κύριο μέλημά του δεν ήταν να απαντήσει σ’ αυτά αλλά «να προβάλει την πνευματική και ηθική στάση του ανθρώπου στα χίλια δυο μπλεξίματα της ζωής του και την αντίστασή του στην ισχυρή εξουσία». Δημιουργεί ένα έργο σπονδυλωτό στο οποίο προσπαθεί  να ενσαρκώσει την όρθια πνευματική συνείδηση την οποία θεωρεί φορέα της εσωτερικής αλήθειας.

Ο Μάξιμος του Αλεξανδρόπουλου έχει κοινά σημεία με τον ίδιο καθώς είναι και αυτός εξόριστος, έχει την ίδια καταγωγή, μιλά την ίδια γλώσσα. Συγχρόνως όμως είναι ένας άνθρωπος που αντιστέκεται στις διάφορες μορφές εξουσίας και το μαρτύριό του συνεχίζεται μεταθανάτια. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που απασχόλησε τον Αλεξανδρόπουλο, η μεταθανάτια σκλαβιά του Μάξιμου και διαχρονικά του ανθρώπου. Ο Μάξιμος έζησε μαρτυρικά αλλά δεν απελευθερώθηκε μετά το θάνατό του καθώς βρισκόταν ανάμεσα σ’ εκείνους που τον κατάλαβαν και τον σεβάστηκαν και στους άλλους που τον εχθρεύτηκαν, τον πολέμησαν, τον καπηλεύτηκαν. Η ιστορία του αντιμετωπίζεται ως ανθρώπινη πείρα και δοκιμασία και ως ένα υπόδειγμα  γεμάτο δυνατότητες για επανάληψη. Είναι και αυτό ένα σημείο σύνδεσης και ταύτισης του συγγραφέα με τον Μάξιμο, διότι και αυτό το ίδιο  το μυθιστόρημα του  δεν έγινε κατανοητό από αρκετούς που το διάβασαν.

«…Αυτή την άλλη όψη από το παράδειγμα του Μάξιμου, τα μεταθανάτια μαρτύριά του, δοκίμασα να συμπυκνώσω σ’ ένα κεφάλαιο που θα μπορούσε να πήγαινε σ’ ένα βιβλίο, όπως το δικό μου, σαν ένας υπαινιγμός, αφού ετοίμασα για το κεφάλαιο αυτό μια θέση στη μέση περίπου του αναγνώσματος και το έβαλα κάτω από έναν τίτλο που έδινε το απαραίτητο σήμα: Τα υπέρ και τα κατά (η Κρίση της Ιστορίας), κρεμώντας κι από κάτω, για περισσότερη ασφάλεια, μια ταμπελίτσα με τον στίχο του Παλαμά: …μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη, από το ποίημά του «Η Σκέψη», ο πρώτος στο τετράστιχο:

Άγγελε, μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη,
κι απλώνει για να σφίξη σε τα χέρια τα εκατό.
Κρίνο ή ρομφαία θα κρατάς; Κι ο κόσμος θα’ χη ρέψει
και το δικό σας πάλεμα δε θα’ χη τελειωμό!

Μα φρούδες οι ελπίδες μου όλες… Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι εδώ στον τόπο μας διάβασαν αυτό το βιβλίο, ξέρω όμως ότι πολύ λίγοι είναι εκείνοι που κατάλαβαν τι θέλει  κι αυτό το κεφάλαιο με το ανθολόγιο της βιβλιογραφίας στη μέση ενός μυθιστορήματος. Τα  βιβλία έχουν μια δική τους τύχη, αλλά δεν είναι μικρή η σημασία που κρατεί για τη μοίρα του βιβλίου η ιδιοσυγκρασία και η μοίρα των ηρώων του. Και εδώ και στη Ρωσία το βιβλίο μου έχει τώρα τριάντα περίπου χρόνια που περπατεί με το αργό γεροντικό βήμα του ήρωά μου. Όσο πιο αργά βαδίζεις, λένε κι οι παροιμίες, τόσο μακρύτερα πας. Παράδοξο, αλλά είθε να’ ναι έτσι…».

Ο πυρήνας του έργου είναι η εξορία του ανθρώπου από τον τόπο του, η πολιτική εξορία. Τονίζεται όμως η πολύμορφη διάσταση του πνευματικού ανθρώπου με το περιβάλλον του, η οποία τον οδηγεί στην αυτοεξορία και μέσα στον ίδιο του τον τόπο. Επομένως ο Μάξιμος αντιπροσωπεύει τον ακέραιο πνευματικό άνθρωπο κάθε εποχής  που γίνεται τραγικό θύμα επειδή πίστεψε στη δικαιοσύνη και την αλήθεια, αγάπησε τους απλούς ανθρώπους και πολέμησε την τυπολατρία και την κάθε μορφής αλητεία. Είναι ο αλύγιστος πνευματικός άνθρωπος που άντεξε στις δοκιμασίες και στον πόνο. Το όπλο που τον βοήθησε να βρει διέξοδο στον πόνο και στη σκέψη ήταν η πέννα του – το «έκτο δάκτυλο».

«Έτσι γινόταν πολλά χρόνια. Τον καίγαν, τον τσιγάριζαν, τον ψάχναν, του τα παίρναν όλα, όμως το έκτο δάκτυλο, δεν το πήραν. Το κράτησε.

“Εσύ είσαι – έσκυφτε και του ψιθύριζε – η μόνη καταφυγή μου,
η βάρκα μου, το ιστίο μου και το κουπί μου.
Εσύ ΄σαι η φτερούγα μου που πάει στους αιθέρες,
ο ήλιος ο γλυκός τις μαύρες τούτες μέρες.
Με σένα, κοφτερό υνί, σκίζω το χώμα,
το που μου δίνει το ψωμί και ζω ακόμα.
Χαίρε το που σε θραύουν και δε θραύεσαι,
Χαίρε το που σε καίνε και δεν καίγεσαι.
Χαίρε το που ξαναγεννάς τους συλληφθέντας αισχρώς,
Χαίρε η θεία άκρη σου που σκάει το πρώτο φως.
Αν, Θε μου, απομακρύνθηκα από τον αφαλό μου,
ο Ύμνος κι η Ωδή στο έκτο δάκτυλό μου.
Χαίρε το αήττητο, Χαίρε το ακάματο
Καλάμι μου, αθάνατο..».

Η τραγικότητά του βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ αγωνίζεται με τη ψυχή και το σώμα για τους συνανθρώπους του, πληρώνεται με προπηλακισμούς και πίκρα.

Τόσο ο Μάξιμος όσο και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος βιώνουν την εξορία, η οποία με το πέρασμα του χρόνου συνθέτει μια στάση ζωής με ηθικά χαρακτηριστικά, η οποία με τη σειρά της επιδρά στη δημιουργία πνευματικής ταυτότητας. Ως αποτέλεσμα αυτής της διανοητικής πορείας και λόγω του μακρόχρονου εκπατρισμού ο Αλεξανδρόπουλος ξεκόβεται από την εθνική επικαιρότητα και συνδέεται με την ανθρώπινη. Αυτό τον οδηγεί στην ευρύτερη επεξεργασία και ανάπτυξη ενός θέματος μέσα στο μυθιστόρημα δίνοντάς του συνέχεια. Τα βιώματα της εξορίας δημιουργούν νέες συνθέσεις στις οποίες ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια του τη συνείδηση τόσο σε σχέση με την εξουσία όσο και με το θάνατο.

«…το σχέδιο των σχεδίων που είναι η επιστροφή στην πατρίδα.

Ένα σχέδιο με πολλά άλλα σχέδια μέσα του και με πολλή και ευνόητη λαχτάρα που τη ζω κι’ εγώ ως ξενιτεμένος λογοτέχνης – ο λογαριασμός βλέπετε είναι διπλός. Και είναι πολύ βαρύς λογαριασμός. Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης, εν πάση περιπτώσει, ο πεζογράφος – για να είμαι και μέσα στην περίπτωσή μου – όταν μάλιστα έλειψε από την πατρίδα του τα πιο κρίσιμα χρόνια, τότε που διαμορφώνεται ο άνθρωπος και κατασταλάζει – έχει να κάνει μια πραγματικά σκληρή καθημερινή εξαντλητική προσπάθεια για να μπορεί να καλύπτει τα κενά, τα μεγάλα κενά και την μεγάλη απόσταση από τον τόπο του. Είναι κυριολεκτικά διχοτομημένος, ο μισός εδώ και ο άλλος μισός εκεί κάτω. «Είμαι εις την Κέρκυραν, έλεγε ο Σολωμός, δεν είναι όμως εδώ η ζωή μου». Κάτι παρόμοιο θα μπορούσαμε να λέμε τώρα κι’ εμείς. Και καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό, τι σοβαρή επίδραση έχει πάνω στη δουλειά μας – χρησιμοποιώ πληθυντικό, γιατί αφορά, μου φαίνεται, και τους άλλους συναδέλφους που είναι εκπατρισμένοι. Ζούμε βέβαια και δουλεύουμε μέσα σ’ ένα εκατό τοις εκατό μικροκλίμα, αλλά όπως και να το κάνουμε είναι μικροκλίμα…».

Με τον Μάξιμο ζωντανεύει τον άνθρωπο και την εποχή του δίνοντας όλα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν τον ανθρώπινο χαρακτήρα του.

Η νοσταλγία για την πατρίδα, η εξορία σε ξένη χώρα, ο καημός της ξενιτειάς  και το γράψιμο είναι τα κοινά σημεία των δύο πνευματικών ανθρώπων.

Γράφει  στην ελληνική γλώσσα  αναγνωρίζοντας όμως τη δημιουργική κατεύθυνση  που έδωσε στο έργο του η ουσιαστική επαφή του με το ρωσικό πολιτισμό. Η μορφή του Μάξιμου ήταν η αρχή, το κίνητρο για το ενδιαφέρον και την επικοινωνία του Αλεξανδρόπουλου με μερικές από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της ρωσικής λογοτεχνίας, Τολστόι, Ντοστογέφσκι, Τσέχωφ, Γκόρκι κ.α.

Δεν τον ενδιαφέρει να προβάλει τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο την ψυχολογία των προσώπων και τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν ή επηρεάζονται από γεγονότα που ξεπερνούν την εποχή τους. Το μυθιστόρημα θεωρήθηκε τολμηρό και μοναχικό  τόσο για την επιλογή του θέματος όσο  και για την ανασύνθεση του υλικού. Δύσκολο και πυκνό στα νοήματά του, γραμμένο με πρωτότυπο και δεξιοτεχνικό τρόπο.

«…το έργο δεν είναι τυπική βιογραφία. Αυτό που κατεξοχήν χαρακτηρίζει το υλικό και τους τρόπους οργάνωσής του είναι η έλλειψη ομοιογένειας . Το υλικό είναι μίγμα αφενός ιστορικών πληροφοριών πρωτογενών και δευτερογενών… και αφετέρου αφηγηματικών “περασμένων” με φανταστικές σκηνές, διαλόγους, εσωτερικούς μονολόγους και σκέψεις των προσώπων και του συγγραφέα.

Αποτέλεσμα της πρόσμιξης είναι η συνύπαρξη διαφορετικών ειδών λόγου καθώς και διαφορετικών εκφάνσεων λόγου της ίδιας κατηγορίας, η συνύπαρξη ιστορικών και πλασματικών αποσπασμάτων, διαφορετικών υφών σε αποσπάσματα τριτοπρόσωπης αφήγησης και ακόμη η συνύπαρξη μεταφρασμένων και αμετάφραστων κειμένων εποχής…»

Ο Μάξιμος ήταν ένα ξεχωριστός λόγιος όχι απλά ένας γραφιάς που οι ηθικές και πνευματικές του αναζητήσεις τον οδηγούν στη Ρωσία για να ζήσει μια από τις πιο δημιουργικές φάσεις της ιστορίας της. Αυτό ξεχωρίζει τον Μάξιμο από τους άλλους λογίους στην Ιταλία. Αυτό είναι το σημείο διαφοροποίησης της οπτικής γωνίας του Αλεξανδρόπουλου και από αυτό το σημείο αρχίζει την αφήγηση σκηνών της ζωής του Μάξιμου στο φόντο των ιστορικών γεγονότων. Επιπλέον μέσα στις σελίδες του κουβαλάει τον πόνο και τον καημό της ξενιτιάς .

«Η ανείπωτη και στερνή δοκιμασία του ανθρώπου που κρατιέται με τη βία μακριά από τα πατρικά χώματα για να πεθάνει με το όραμα της Ιθάκης και με την ψευδαίσθηση της μυρουδιάς του κέδρου και της φασκομηλιάς, της θρούμπας και της ρίγανης της πατρίδας».



Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982, 2η έκδοση











Για τη συγγραφή του κειμένου πολύτιμα βοηθήματα στάθηκαν:

1) Το σημείωμα του συγγραφέα στη ρωσική έκδοση του μυθιστορήματος (1980)

2) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

3) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Β. Οι άλλοι πόλεμοι – Ο αδελφός ο Βάσιας με λουλούδια, Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994

4) Σόνια Ιλίνσκαγια, Μια συνάντηση στο χώρο της ελληνικής διασποράς. Κατάθεση μαρτυρίας. Ουτοπία, 25, Μάιος – Ιούνιος ΄97

5) Έρη Σταυροπούλου, Οι βιογραφικές μυθιστορίες του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

6) Γερασιμία Μελισσαράτου, Τα πολλά και το ένα: Η σύνθεση του μυθιστορήματος του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

7) Βενετία Μπαλτά, Ο Άνθρωπος και η Ιστορία: αναζητήσεις και συνθέσεις ταυτότητας σε λογοτεχνικά κείμενα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Πρακτικά Δ’ Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9 -12 Σεπτεμβρίου 2010, τ.Β΄, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών 2011

8) Έρη Σταυροπούλου, Ο «Μάξιμος ο Γραικός» του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου: μια πρόταση ανανέωσης του ιστορικού μυθιστορήματος, Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 7, Νοέμβριος 1997 – Φεβρουάριος 1998

9) Κ.Λεούση, Αναφορά στο νέο βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού. Ριζοσπάστης 20/8/1976

10) Σταύρου Ζορμπαλά, Το μήνυμα του Μάξιμου του Γραικού, Ριζοσπάστης 17/9/1976

11) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: «Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης…» Μια έρευνα μεταξύ των συγγραφέων και των ποιητών, εφημερίδα Αυγή, 10/9/1954 από τα ΑΣΚΙ

12) Συνέντευξη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου στην Αιμιλία Υψηλάντη, Ριζοσπάστης 24/1/1975

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

"...και το τραίνο τραβούσε για τα ξεχερσώματα "

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης (1962)

Το 1962 εκδίδεται στο Βουκουρέστι από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις  το μυθιστόρημα του Κώστα Πουρναρά ( Μπόση)  ...και το τραίνο τραβούσε για τα ξεχερσώματα  . Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια Πολιτεία, στη Σοβιετική Ένωση,  την περίοδο 1949-1953. Πρόκειται για ένα συνοικισμό Ελλήνων  πολιτικών προσφύγων .

 « Τούτος ο τόπος δεν μοιάζει με την πατρίδα.» 

Οι  πρωταγωνιστές του είναι άνδρες και γυναίκες ,αντάρτες και αντάρτισσες  του Δημοκρατικού Στρατού , που βρήκαν καταφύγιο εκεί μετά το  τέλος του Εμφυλίου , αλλά και  σοβιετικοί πολίτες  με τους οποίους  συναναστρέφονται, αναπτύσσουν καλές ή κακές σχέσεις και δημιουργούν  φιλικούς ή προσωπικούς δεσμούς .
 Από τις  πρώτες κιόλας σελίδες ο Μπόσης συστήνει τους ήρωες του μυθιστορήματος και  τους τοποθετεί μέσα στον  τόπο στον οποίο  μια καινούρια , διαφορετική ζωή  για αυτούς  επρόκειτο να αρχίσει.  Προσφυγιά . Η σκέψη συνεχώς στην πατρίδα που άφησαν , στα αγαπημένα πρόσωπα, στον αγώνα που χάθηκε, στους κυνηγημένους, στους νεκρούς. Ο κάθε ένας κουβαλάει μαζί του την προηγούμενη ζωή του, το παρελθόν του, τις συνήθειες του. Δύσκολες οι μέρες , δύσκολη η προσαρμογή . 
Αγρότες οι περισσότεροι  « για πρώτη φορά στη ζωή τους δρασκελούσαν πόρτα εργοστασίου.»  Η δουλειά στο εργοστάσιο ορθώνεται βουνό. Αγράμματοι άνθρωποι ήταν, που πήραν τα όπλα για να αντισταθούν στον κατακτητή πρώτα και μετά να  αποτινάξουν και τη δική τους τη σκλαβιά, να φτιάξουν μια άλλη , νέα κοινωνία στηριζόμενη στην κυριαρχία του λαού και στο σοσιαλιστικό όραμα. Βρέθηκαν  ηττημένοι και κυνηγημένοι στην χώρα που κτιζόταν ο σοσιαλισμός.
 Προσωπικές αδυναμίες  και φιλοδοξίες, αντιδικίες,  προβλήματα  προσαρμογής, και  συγκρούσεις  δοκιμάζουν συνεχώς τους ήρωες  και τους προκαλούν  να κάνουν το βήμα προς τα μπρος , να αποτινάξουν την παλιά τους ζωή, τις συνήθειες τους και να φτιάξουν μια καινούρια, ταιριαστή με το όραμα τους. Οι δυσκολίες πολλές γιατί  οι νοοτροπίες ήταν διαφορετικές .Οι αντάρτες και οι αντάρτισσες ήταν απλοί άνθρωποι  με συντηρητικές αντιλήψεις, εικόνα της κοινωνίας  που έζησαν και του περιβάλλοντος που μεγάλωσαν. Πόσο εύκολο ήταν να απαλλαχθούν από αυτές;

« Στην πατρίδα είχες τον εχτρό μπροστά σου, ολοζώντανο , με κόκκαλα και κρέας. Στο μπουντρούμι  σου μαύριζε το κορμί με το βούρδουλα, σου ‘ ριχνε λάδι  καυτό στις πληγές , σ’ έκαιγε με πυρωμένο σίδερο...Στην εξορία σ’ έλιωνε με την πείνα , τη γύμνια...το « επ’ αόριστο» . Στην παρανομία τον ένιωθες να παραφυλάει κρυμμένος πίσω από κάθε γωνιά...Στο βουνό τον έβλεπες να’ ρχεται καταπάνω σου με το όπλο στο χέρι...Τα κουσούρια σου πήγαιναν στην πάντα. Έσφιγγες τα δόντια και μάζευες δύναμη, γιατί σε κάθε βήμα, κάθε ώρα και στιγμή ο ένας έπρεπε να βάλει τον άλλο κάτω. Ενώ δω ο εχτρός δε φαίνεται. Ούτε και υποψιάζεσαι πως υπάρχει. Είναι μέσα σου. Ζει στη σκέψη , φωλιάζει στην καρδιά, στις παλιές συνήθειες... Οι παρτιζάνοι στον τόπο τους ήταν οι πρώτοι και καλύτεροι. Ενώ εδώ...Οι άλλοι προχώρησαν 40 τόσα χρόνια, έχτισαν καινούριο κόσμο, έπλασαν καινούριο άνθρωπο...Ένα αίσθημα κατωτερότητας ανακατεύεται με μια δόση ζήλιας και φθόνου και ξεσπάει σαν αντίβαρο σε εθνικές τάσεις...»

Μέσα σε αυτές τις ιδιόμορφες συνθήκες γεννιούνται  νέα  ζητήματα  όπως αυτά της πειθαρχίας και του σεβασμού της σοσιαλιστικής περιουσίας. Οι διαμάχες με τους Σοβιετικούς  είναι συχνές και κάποιοι Έλληνες  βρίσκουν την ευκαιρία να καλλιεργήσουν το σοβινισμό. Ο ένας κατηγορεί τον άλλο μέσα στις συνελεύσεις  της Κομματικής  Επιτροπής  με κριτήριο την αγάπη για το σοβιετικό καθεστώς ή όχι, συχνά για να καλύψουν προσωπικές αδυναμίες . Δεν λείπουν οι συκοφαντίες και οι  προσπάθειες εξόντωσης  των αντιπάλων .
 Ο Μπόσης με εξαιρετικό τρόπο αποδίδει όχι μόνο  την εσωτερική πάλη των ηρώων για προσωπικά και ιδεολογικά ζητήματα αλλά επιμένει ιδιαίτερα  στην αντίθεση του παλιού ανθρώπου με τον άνθρωπο μιας νέας κοινωνίας μέσα από την περιγραφή και τη δράση των σοβιετικών αντιπροσώπων του κόμματος .

« - Δε με καταλάβατε σ. Σπύρο. Η ουσία βρίσκεται κάπου αλλού...Έχετε τους δικούς σας συνοικισμούς, τις δικές σας οργανώσεις, τα δικά σας έθιμα...Στα σπίτια, στους δρόμους, παντού, τον περισσότερο καιρό μιλάτε για τον τόπο σας, τους αγώνες σας, τους συγγενείς σας, που βρίσκονται στην Ελλάδα...Αυτό, απ’ τη μια μεριά, είναι καλό. Έτσι διατηρείτε τον πολιτισμό, τη γλώσσα, τις παραδόσεις σας...Έχει όμως και τα αρνητικά του. Μείνατε μια παροικία κλεισμένη στον εαυτό της. Πέρα απ’ το φράχτη της δεν πάτε να δείτε τι άνθρωποι ζουν, τι όνειρα έχουν, τι αρετές, τι ελαττώματα...Αναπνέετε τον ίδιο αέρα κι αν τύχει και μολυνθεί... Όλες οι εκδηλώσεις σας περιορίζονται στο δικό σας , το εθνικό περιβάλλον. Ούτε  επισκέψεις δεν κάνετε σε οικογένειες ρούσικες ή ουζμπέκικες. Αν εξαιρέσουμε την παραγωγή και το φουτμπόλ, σ’ όλα τα άλλα στεκόσαστε λίγο μακριά απ’τη σοβιετική ζωή...Αυτό κλείνει κινδύνους...
Ο Σοβιετικός άνθρωπος έχει δεσμούς αίματος με τη σοβιετική εξουσία. Είναι η μάνα του που τον γέννησε, τον ανάθρεψε τον προστατεύει με τα στήθια της και τη ζωή της και την αγαπάει σαν τη μάνα του, έστω κι αν έχει ελαττώματα. Κι ωστόσο βρίσκονται και σε μας άνθρωποι, από κείνους που δεν πόνεσαν για τούτο τον τόπο, για τούτο το καθεστώς, ιδιαίτερα νέοι, που πέφτουν θύματα της ξένης προπαγάνδας.»

 Η δουλειά στο εργοστάσιο απαιτεί γνώσεις και οι ήρωες μας έρχονται αντιμέτωποι με μια ακόμη πρόκληση , το σχολείο . Είναι απαραίτητο να παρακολουθήσουν μαθήματα, να μάθουν τη γλώσσα, να διαβάζουν, να γράφουν , να μετρούν, να μάθουν να σκέφτονται πιο σύνθετα, αλλά και για να μπορέσουν να εξελιχθούν στον τομέα της εργασίας και της παραγωγής και να κατανοήσουν τις αλλαγές και τα χαρακτηριστικά του σοσιαλιστικού συστήματος. 
Κάποιοι από αυτούς κατορθώνουν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και πετυχαίνουν  όχι μόνο να διεκδικήσουν μια θέση στο Πανεπιστήμιο , αλλά να εισαχθούν σε αυτό, αλλάζοντας εντελώς τη ζωή τους.
 Ο Μπόσης δείχνει τα  διάφορα προβλήματα που αντιμετώπιζαν   στις διαπροσωπικές τους και κομματικές τους  σχέσεις . Από τη μια οι αγνοί αγωνιστές που προσπαθούν να διορθώσουν τις αδυναμίες τους από την άλλη οι αριβίστες , οι συμφεροντολόγοι που προσπαθούν με διάφορους δόλιους τρόπους να φέρουν το κόμμα στα μέτρα τους. Οι συγκρούσεις στο κόμμα παρουσιάζονται ως προσωπικές αντιπαραθέσεις κυρίως και όχι  ως αποτέλεσμα πολιτικών και ιδεολογικών διαφωνιών και αντιπαλοτήτων που έχουν σχέση με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού , τη σοβιετική εξουσία και κοινωνία.

« Είναι κρίμα κι άδικο, σ. Σπύρο, να’ρθουν εδώ άνθρωποι, που στα βουνά της πατρίδας σας έδιναν χωρίς τσιγκουνιά το αίμα τους για μια καλύτερη ζωή, και να φύγουν έστω και ψυχραμένοι. Μιλάω για τους πολλούς, για τους καλούς, γιατί σε τόσους θα είχατε και χαλασμένους. Δεν πρέπει να προχωρήσει το κακό, γιατί τότε θα μπουν στη μέση τα μίση, η έχθρα, η εμπάθεια, θα βλέπουν άσπρο και θα λένε, θα το πιστεύουν κιόλας , πως είναι μαύρο. Ποιος θα φέρνει την πολιτική ευθύνη; Ο απλός κόσμος; Φυσικά όχι. Εσένα κι εμένα θα τραβήξουν απ’ τ’ αυτί κι όχι τον Καστράκη και τα «παιδιά» του..
- Ξέρω πως έχει αδυναμίες, σ. Τιγανένκο, αλλά δεν το χωράει ο νους μου να το πιστέψω, πως ξεκινάει συνειδητά...
- Μπορεί να ξεκινάει από μικροαστισμό και φιλοδοξία. Πάνω απ’ όλα, πάνω απ’ το κόμμα και το σοσιαλισμό βάζει τον εαυτό του και καταφεύγει, όταν συναντάει εμπόδια , σε ενέργειες αντικομματικές, τυχοδιωκτικές, κάποτε και σε ψέματα και  σε καθαρή εξαπάτηση. Αντί να αναλάβει την ευθύνη, πάει να τη φορτώσει σε κάποιον άλλο.»

Πρωταγωνιστικό ρόλο  στην ιστορία έχει ο Στέργιος  ο Σουλιώτης  « ως τα 15-16 χρόνια ζούσε στο χωριό του» « ένα χωριό σκαρφαλωμένο στις κακοτράχαλες πλαγιές της Λάκκας –Σούλι».  Γιδοβοσκός  που η ζωή του δεν είχε ξεφύγει από τα όρια του χωριού του. Οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και στη συνέχεια , στα χρόνια του εμφυλίου, βγήκε στο βουνό. 

« Έφτασε σε τούτο τον τόπο  χωρίς ανησυχίες και χωρίς φιλοδοξίες , με τη συνείδησή του ήσυχη  και την ελπίδα σ’ένα χρόνο , βαριά δυο, να γυρίσει μαζί με τους άλλους στην πατρίδα»

Από την πρώτη στιγμή , παράλληλα με τον αγώνα του Σουλιώτη να προσαρμοστεί στο καινούριο περιβάλλον, να δεχθεί όλες εκείνες τις αλλαγές που θα μεταμορφώσουν τη ζωή του, παρακολουθούμε τη γέννηση του έρωτα του για τη νεαρή σοβιετική, τη Σόνια. Πρωτόγνωρα συναισθήματα αναστατώνουν την καρδιά του ήρωα στη θέα της νεαρής κοπέλας


 « Όμορφη που’ ναι ο δαίμονας!» « Σα νεράιδα!...»

Ο έρωτας αυτός  που βρίσκει το αντίκρισμά του στην καρδιά της Σόνιας κυριαρχεί με διάφορους τρόπους στο μυθιστόρημα . Δεν ακολουθεί μια σταθερή πορεία, αλλά περνά μέσα από διάφορες φάσεις  και κακοτοπιές , έρχεται αντιμέτωπος με τα αντίζηλα αισθήματα ενός άλλου προσώπου σημαντικού στην εξέλιξη της υπόθεσης, του Καστράκη.  Μέσα από όλα τα εμπόδια που συναντά το ζευγάρι , ο συγγραφέας προβάλλει τα προβλήματα που δημιουργεί η διαφορετικότητα των προσωπικοτήτων τους και των ζωών τους , οι αλλιώτικες συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσε ο καθένας τους,  αλλά και  πώς η συμπεριφορά της Σόνιας που ενσαρκώνει κατά κάποιον τρόπο το νέο άνθρωπο τον απαλλαγμένο από τις συντηρητικές ιδέες , που αγωνίζεται για την εδραίωση της νέας κοινωνίας,  επιδρά στην αλλαγή της προσωπικότητας του Σουλιώτη « το γίδι’ απ’ τη Λάκκα – Σούλι...έγινε πολιτισμένος, μορφωμένος άνθρωπος»
Παράλληλα με αυτό το  διαφορετικό ζευγάρι, ένας έλληνας και μια ρωσίδα, δρουν ο Σαράβας και η γυναίκα του η Ανθούλα, ο Κεραμής και η Βασίλω. Ο κάθε χαρακτήρας με δική  του δράση  και καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της κατάστασης στην Πολιτεία.  Πολλά τα ανώνυμα πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν το πλήθος  των ελλήνων πολιτικών προσφύγων  και των σοβιετικών εργατών και πολιτών
Τα χρόνια περνούν, οι έλληνες εδραιώνονται. Οι ζωές των περισσότερων αλλάζουν, αλλά πολλές φορές  η νοσταλγία για την πατρίδα έρχεται να τρυπώσει στην καρδιά τους.  Ο νους τους ταξιδεύει εκεί κάτω , κάνοντας συγχρόνως  τις αναπόφευκτες συγκρίσεις του τότε και του τώρα.
Το πέταγμα του νου του Σουλιώτη στο χωριό του , τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς , μπροστά στο παράθυρο  του νέου του διαμερίσματος που σηματοδοτεί την  αλλαγή στη ζωή του δίπλα στη γυναίκα που αγαπά είναι δηλωτική της ψυχικής του κατάστασης

« Κι ο Σουλιώτης καθώς στεκόταν πίσω απ΄το παράθυρο, κρατώντας την κουρτίνα, και σκεφτόταν, κι ανακάτευε τα περασμένα με τα τωρινά, τον εαυτό του με την αδερφή του, αναστέναξε: « Μανούλα μου! Πατερούλη μου! Αδερφούλα  μου!  Τώρα κατάλαβα πόσο φτωχοί είσαστε»
Ο νους του πέρασε όλα τα βουνά της Ηπείρου, πήδηξε στο Γράμμο κι ως το Βίτσι , ήρθε σε τούτα τα μέρη. Σκέφτηκε όλο το δρόμο που περπάτησε, και στάθηκε στην αποψινή βραδιά. Γύρισε ξανά στην πατρίδα, στο μαντρί.  Είδε την αδερφή του να βγαίνει μέσα απ’ τον πυκνό λόγγο, με τα μαλλιά ανακατεμένα. Έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό, σωριάστηκε στο χώμα και, καθώς σήκωνε τον αγκώνα να σκουπίσει τον ιδρώτα, παραμέρισε το χιτώνιο, είχε ξεκαρφωθεί η παραμάνα, και φάνηκαν από κάτω λερωμένα κουρέλια, που σκέπαζαν το αδύνατο κι αχαμνό κορμί της. Γύρισε αλλού τα μάτια του από πόνο και ντροπή κι άκουσε μια γλυκιά φωνή, όλο παράπονο:  « Στέργιο! Στείλε μου ένα φουστάνι!». Κι έσβησε η φωνή της αδερφής κι ακούστηκε  του  πατέρα: « Παιδί μου, τέλειωσε το καλαμπόκι. Αν μπορείς...’ Κι έσβησε και τούτη κι ακούστηκε της μάνας: « Γιόκα μου, σε καρτερούμε. Έλα.» Κι ένιωσε μέσα του ένα αίσθημα τύψης κι ενοχής. Και ξεχείλισε η καρδιά του από πόνο.»

 Σε όλη την ιστορία  γίνεται ένας αγώνας αλλαγών τόσο σε επίπεδο κοινωνίας όσο και σε επίπεδο συνειδήσεων. Γι’ αυτό ο τίτλος  μπορεί να ερμηνευθεί διπλά. Τα ξεχερσώματα  είναι η προσπάθεια  των σοβιετικών να κατακτηθεί η στέπα και να κτιστούν καινούριες πολιτείες  στηριγμένοι στην εθελοντική δουλειά των  σοβιετικών ανθρώπων. Μπορεί όμως  να είναι και η διαμόρφωση του νέου ανθρώπου μέσα από τη διαπαιδαγώγηση  του στις αρχές και τις αξίες της σοσιαλιστικής ιδέας.  Η απαλλαγή από  τα στερεότυπα και τις  αντιλήψεις  που καλλιέργησε ο καπιταλισμός.
Και αυτό το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται για τις πολύ όμορφες περιγραφές του, τους  εσωτερικούς μονολόγους των ηρώων, τις  έντονες ψυχολογικές διακυμάνσεις και εσωτερικές συγκρούσεις και με τις σκέψεις  τους να πηγαίνουν από το παρελθόν στο παρόν  μπορούμε να έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα τους.
Η ιστορία τελειώνει με τον Σουλιώτη να κάνει αποτίμηση της ζωής του και να εκθέτει την εικόνα του σοβιετικού ανθρώπου έτσι όπως αυτός την προσέλαβε και την εξομολογείται στην  Σόνια 

« Ο Σοβιετικός άνθρωπος...έμοιαζε με τη μάνα μου, που κατάντησε μια χουφτούλα πετσί και κόκαλο απ’ την πολλή δουλειά και τη μεγάλη στέρηση, με τον πατέρα μου, που έχει τις απαλάμες σκληρές σαν αργασμένο δέρμα κι απ’ τα μαλλιά  ποτέ δεν του απολείπουν τα χώματα, με την αδερφούλα μου, που δεν έχει φουστάνι να φορέσει, και τον αγαπάς σα μεγαλύτερο αδερφό, σα φίλο γκαρδιακό, και τον αγαπάς   ακριβώς γιατί είναι άνθρωπος  και όχι υπεράνθρωπος...»

Ο  Κώστας Μπόσης   ζώντας ως πολιτικός πρόσφυγας  αρχικά στην Τασκένδη  και μετά στη Ρουμανία  είχε προσωπική εμπειρία της προσπάθειας που έγινε στη Σοβιετική Ένωση μετά τον πόλεμο να ανασυγκροτηθεί και να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της. Εκείνο που έβλεπε  ήταν η προσπάθεια να προχωρήσει  η σοσιαλιστική ιδέα ξεπερνώντας αδυναμίες και αντιξοότητες. Το μυθιστόρημα αυτό μπορεί να ενταχθεί στη λογοτεχνία  που διαπνέεται από τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο συγγραφέας και η λογοτεχνία πρέπει να εκφράζουν τον νέο άνθρωπο τον επηρεασμένο από τις σοσιαλιστικές ιδέες που γκρεμίζει τον παλιό κόσμο και οικοδομεί τον  καινούριο. Έτσι η λογοτεχνία διαπαιδαγωγεί και διαμορφώνει χαρακτήρες με υψηλά ιδανικά και αξίες και βοηθάει στην επικράτηση των προοδευτικών ιδεών και στη δημιουργία πρωτοπόρων ανθρώπων. Οι λογοτεχνικοί ήρωες αποδίδονται στην ολότητά τους ως πρόσωπα δρώντα θετικά και αρνητικά , αλλά οι βασικοί ήρωες αντιπροσωπεύουν την πλέον θετική εικόνα του ανθρώπου .
 Ο Κώστας Μπόσης  μέσα σε αυτή την καινούρια κοινωνία τοποθετεί τους συντρόφους του μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού , πολιτικούς πρόσφυγες πλέον και μέσα από τη δράση τους και την προσπάθεια προσαρμογής τους δείχνει με καθαρό και τολμηρό τρόπο  τις αντιφάσεις , τις συγκρούσεις ενδεχομένως και τις απογοητεύσεις από αδυναμίες και λάθη είτε του κόμματος είτε των σοβιετικών, που διαμορφώνουν τελικά τους χαρακτήρες τους και τους μεταπλάθουν σε ανώτερους ανθρώπους.
 Μέσα από τα λόγια του Σουλιώτη αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει το Σοβιετικό άνθρωπο για τους αγώνες του και την βοήθειά του σε όλους εκείνους που κατέφυγαν εκεί κυνηγημένοι και τη συμβολή του στην δημιουργία νέων ανθρώπων.

« Κι απόψε που είμαι χαρούμενος κι η ψυχή μου εύφορη – σαν το πλούσιο οργωμένο χωράφι- για λόγια αγάπης, απόψε που κάθε μιζέρια καταχωνιάζεται στις σκοτεινές γωνιές σαν τις νυχτερίδες στα χαλάσματα, όταν τις χτυπάει το φως, θέλω να σας πω ένα ευχαριστώ...»




Κώστας Μπόσης, ...και το τρένο τραβούσε για τα ξεχερσώματα, Σύγχρονη Εποχή , Αθήνα 1998

Η παρουσίαση του μυθιστορήματος  δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο ιστολόγιο
Κώστας Μπόσης


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

Της προσφυγιάς

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

To 1979 με τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού και του αναγκαστικού εκπατρισμού χιλιάδων ανθρώπων, μαχητών και υποστηρικτών του, στις Λαϊκές Δημοκρατίες, η Σύγχρονη Εποχή εξέδωσε μια ποιητική ανθολογία με τον τίτλο Της προσφυγιάς. Σε αυτή περιλαμβάνονται ποιήματα πολιτικών προσφύγων στη Σοβιετική Ένωση.
Την ανθολογία προλογίζει ο Νίκος Παπανδρέου ο οποίος αναφέρει ότι:

«…Εκατό περίπου χιλιάδες Έλληνες υπήρξαν ο στόχος της πιο σκληρής, αιματηρής πολιτικής Βίας. Είναι οι πολιτικοί πρόσφυγες απ’ την Ελλάδα, που μέσα στη δίνη του εμφυλίου πολέμου κατέφυγαν αναγκαστικά στις σοσιαλιστικές χώρες για να ζητήσουν άσυλο εκεί. Ο βασικός κορμός της πολυάνθρωπης αυτής κοινότητας ήταν φτωχοί αγρότες, από τις βορειότερες κυρίως περιοχές της χώρας. Άνθρωποι ξεριζωμένοι απ’ τη Βία. Άνθρωποι που κουβαλούσαν μέσα τους ένα πλήθος βιώματα καταπίεσης και καθυστέρησης – κληρονομιά της παραδοσιακής εγκατάλειψης της ελληνικής επαρχίας από την άρχουσα αστική τάξη. Άνθρωποι που δεν είχαν μέσα τους τίποτε άλλο, παρά τη φλόγα του κοινωνικού τους ιδανικού και μια θάλασσα θέλησης να ζήσουν, να δημιουργήσουν.
Με τον αναγκαστικό εκπατρισμό τους οι πόρτες της επιστροφής στην πατρίδα κρατήθηκαν κλειστές ερμητικά από την πιο αλόγιστη μισαλλοδοξία των κάθε φορά κρατούντων. Κάθε πρόσβασή τους, ακόμα και η ταχυδρομική επικοινωνία με τα σπίτια τους, με τους φίλους, με τον τόπο τους, κι αυτή ακόμα, ώσπου να φτάσει στα χέρια του παραλήπτη, έπρεπε να περάσει προηγούμενα «του λιναριού τα πάθη» από τον πολυπλόκαμο μηχανισμό της Βίας(…)
Στις σοσιαλιστικές χώρες οι χιλιάδες έλληνες πολιτικοί  πρόσφυγες βρήκαν αγάπη, στοργή, βοήθεια. Να μάθουν τη γλώσσα της χώρας που ζουν. Να φτιάξουν μια ζωή ανθρώπινη, αξιοπρεπή. Να ανοίξουν δρόμο στις κλίσεις  τους. Να μάθουν μια τέχνη, να κατακτήσουν μια ειδικότητα, να μετατραπούν αυτοί οι καθυστερημένοι αγρότες της Ελλάδας, σε σύγχρονους βιομηχανικούς εργάτες. Να κατακτήσουν τις επάλξεις της επιστήμης. Να γνωρίσουν το σύγχρονο πολιτισμό, τις Τέχνες. Κι απ’ αυτόν το δεσμό να βγουν όχι μόνο καλλιεργημένοι δέκτες των μηνυμάτων της Τέχνης, αλλά και φορείς της.
Έτσι δημιουργήθηκε η Ποίηση της προσφυγιάς, μια ποίηση πούναι δεμένη πρώτ’ απ’ όλα με τη δημιουργία του Θεοδόση Πιερίδη, του Δήμου Ρεντή, του Κώστα Γκολφίνου και τόσων άλλων.
Στη μικρή τούτη ανθολογία παρουσιάζονται ελάχιστα δείγματα από τη δημιουργία των πολιτικών προσφύγων ποιητών μιας μόνο κοινότητας: εκείνης που δεκαετίες ολόκληρες έζησε και ζει στη Σοβιετική Ένωση. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους ποιητές οι πιο πολλοί διάβασαν για πρώτη φορά ποίηση , κι ακόμη περισσότερο, έγραψαν ποίηση στην αναγκαστική προσφυγιά τους. Μέσα από τα ποιήματα που παρουσιάζονται στον αναγνώστη με τούτη την έκδοση, προβάλλει ξέχειλη η αγάπη για την πατρίδα, έντονο το αίσθημα του νόστου στην πατρική γη, βαθύ το συναίσθημα της ανθρώπινης, της αγωνιστικής αξιοπρέπειας, το αίσθημα της ευγνωμοσύνης για το λαό και τη χώρα που τους φιλοξενεί. Προβάλλει επίσης ζωντανό, παλλόμενο το κοινωνικό ιδανικό(…)
Για την ελληνικότητά τους, για τον ακοίμητο πόθο του γυρισμού τους, πούναι από τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, για την ανθρώπινη ποιότητά τους, μιλούν οι ίδιοι οι ποιητές της προσφυγιάς(…)

Μικρή επιλογή ποιημάτων.

ΑΕΤΟΣ
του Ηλία Αρμάγου
Έναν αετό, μπροστάρη γιο, λεβεντογέννας μάνας,
δεν τον φοβίζουν παγωνιές, αντάρες δεν τον σκιάζουν,
με τα φτερά μισαπλωτά στην πέτρα καθισμένος
και με ματιά αγέρωχη τους κάμπους αγναντεύει,
το πού να φτιάσει τη φωλιά και να ξεχειμωνιάσει,
ώσπου να πάρει η άνοιξη, τα κρούσταλλα να λυώσουν,
να τρέξει γάργαρο νερό, να πρασινίσει ο τόπος.
Κι απάνω στους συλλογισμούς, στης σκέψης τη ζαλάδα,
ένας οχτρός μπαμπέσικος κρυφά παραμονεύει,
του στήνει δίχτυα ύπουλα, φαρμακερές παγίδες,
και τον αετό τον πιάσανε, στα σίδερα τον βάλαν.
Με τ’ αντρειωμένα του φτερά χτυπάει στο σκοτάδι,
κι από τα φτερουγήματα λυγίσαν οι αλυσίδες
κι ακούστηκε βαριά η φωνή, σαν σάλπισμα εγερτήριο:
Αν πιάσατε έναν αετό, δε θα χαθεί η γενιά μας,
χίλιοι αετοί, μύριοι αετοί, μιλιούνια τα σαΐνια,
θα βγουν από τη γη αυτή, τη γαιμοποτισμένη.
Κι ένα πουλάκι με πικρό παράπονο τού λέει:
– Αετέ μου, που είσαι στο κλουβί στα σίδερα κλεισμένος,
τι το κακό που έκανες , ποιο είν’ το φταίξιμό σου;
– Κάνα κακό δεν έκανα και φταίξιμο δεν έχω.
Εχτές, προχτές τ’ αποβραδίς, πριν πέσει ακόμα η νύχτα
ψωμί να δόσω πήγαινα στα ορφανά μιας μάνας,
πούτανε απροστάτευτα και δίχως αποκούμπι
και μείνανε χωρίς γονιό, στους δρόμους πεινασμένα.
Ανάθεμα στους τύραννους, κατάρα στα κοράκια,
που ρήμαξαν τον τόπο μας και φυλακή τον κάναν,
κλείσαν αηδόνια και πουλιά και πετροπερδικούλες
που κελαηδούσαν την αυγή, τα πετρωτά διαβαίναν,
τραγούδαγαν της λευτεριάς τραγούδια αντρειωμένα.
Μα θάρθει πάλι ένας καιρός, κι η μπόρα θα περάσει,
θα ξαστερώσει ο ουρανός, θα λάμψει πάλι ο ήλιος,
θα ανθίσουν τ’ αγριολούλουδα, ο μόσχος, τα δακράκια,
θα πλέξουμε ανθοστέφανα, της λευτεριάς γιρλάντες.


ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΘΥΕΛΛΑΣ
του Αλέκου Αστέρη
( Αφιερωμένο στους φυλακισμένους και εξόριστους)
Μουγκρίζουν, σειούνται τα πελάγη κι οι στεριές,
γύρω σου απλώνεται πηχτό σκοτάδι,
μα συ πετάς ελπιδοφόρα στις καρδιές,
πουλί της θύελλας, καταλυτή του Άδη.

Τινάζεσαι σαν σαϊτιά στους ουρανούς,
σαν αστραπή τα σύννεφα τα μαύρα σκίζεις,
με την εκδίκησ’ αρματώνεις ολουνούς,
της λευτεριάς το εμβατήριο σαλπίζεις.

Καταχωνιάζονται στη βουρκοκαλαμιά
απ’ τις βροντές τα βαλτοπούλια τρομαγμένα,
μα συ φτεροκοπάς ποτέ καμιά
δε σε τρομάζει θύελλα εσένα.

Πέτα, πουλί της θύελλας, πάντα ομπρός,
κι απ’ το δρολάπι της δικής σου οργής,
προβάλλει ο νέος ήλιος πορφυρός,
γόνος της κόκκινης του χρόνου προσταγής.


ΝΑ ΔΩΡΙΣΩ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

του Γιώργη Βελλά
Θέλω να δωρίσω στον Άνθρωπο
την Άνοιξη,
να δωρίσω ένα κλωνάρι
ανθισμένης μυγδαλιάς,
να δωρίσω την αγνότητα
της Άνοιξης
και της δικής μου καρδιάς.

Θέλω να δωρίσω στον Άνθρωπο
από τον κόρφο της γης μας
μεστωμένα κίτρινα στάχυα
που να θυμίζουν την ευωδιά
του ψωμιού
και την πείνα του 1941.

Θέλω να δωρίσω στον Άνθρωπο
ένα κόκκινο γαρύφαλλο,
το αγαπητό χρώμα του
Εικοστού αιώνα.

Θέλω να δωρίσω στον Άνθρωπο
από τις νύχτες της Πατρίδας μου
γαλάζιο ήσκιο του φεγγαριού της
που ακούμπησε τα ασημένια φτερά του
στους ώμους της πρώτης αγάπης μου.
Την αγάπη μου να δωρίσω στον Άνθρωπο.


ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

του Γιώργη Νικολάου
Όπου κι αν σε τραβήξουνε οι δρόμοι
σε ξένα τόπια, σε χρυσές ακρογιαλιές,
σ’ όμορφες ξελογιάστρες αγκαλιές,
ένα θυμήσου απ’ όλα πιο πολύ,
το πατρικό σου σπίτι, την καλύβα,
που σούφεξε το δρόμο σαν αχτίδα,
κι’ ήτανε κούνια σου και της ζωής φιλί.

Περνώντας από κάμπους, κορφοβούνια,
σχίζοντας θάλασσες, πλατειούς ωκεανούς,
ψηλά πετώντας στους γαλάζιους ουρανούς,
θυμήσου εσύ την πρώτη σου την κούνια.
Τότε θα νοιώσεις μια αδάμαστη ελπίδα
γιατί το σπίτι σου αυτό το πατρικό,
είναι τραγούδι της ζωής χαϊδευτικό,
από αυτό αρχίζει η Πατρίδα.


ΠΑΤΡΙΔΑ

του Μήτσου Πανάκη
Απ’ τα φιλόξενα κι αλαργινά μου ξένα
σα χελιδόνια η σκέψη μου κι η ελπίδα
πετούν μ’ ακούραστα φτερά σε σένα
χιλιάκριβή μου, μυριόποθητη Πατρίδα.

Υφαίνουνε γοργά τα καρδιοχτύπια
του γυρισμού μου τη χαρμόσυνη ώρα.
Πατρίδα, απ’ τ’ αθάνατο κρασί σου ήπια,
αχ, κι είμαι μεθυσμένος ως τα τώρα!

Και σ’ αγαπώ, Πατρίδα μου, με πόνο,
κι όλο σε σκέφτομαι με μάτια βουρκωμένα,
και το παράπονο δεν το ζαπώνω,
μα η ίδια η αγάπη μου με δυναμώνει εμένα.

Έχεις λιοφώς γλυκό και ζηλεμένα κάλλη,
γαλάζια θάλασσα και ξάστερα ουράνια,
δαντελωτό και μαγεμένο γυρογιάλι,
που παίζουνε τα κύματα φωτογεράνια.

Μοσχοβολάνε τα βουνά σου από θυμάρι
και χύνονται απ’ τα πλάγια τους νερά καθάρια.
Διαμάντι λάμπεις συ, Πατρίδα μου καμάρι
και τα νησιά σου αστράφτουν σαν μαργαριτάρια.

Και να’σαι, με φεγγάρι, σε χωριού ραχούλα,
νύχτα Μαγιού με δροσαρώματα γεμάτη,
και να το λεν στα ρέματα τ’ αηδόνια ούλα
ως το πρωί, χωρίς να κλείνουν μάτι.

Και τα χαράματα να βλέπεις τον τσοπάνο
με τη φλογέρα του και με τα λίγα πράτα
να τ’ ανεβάζει στο βουνό απάνω
ολόισια απ’ του χωριού την άσπρη στράτα.

Και να θωρείς τις λυγερές που παν στο πλύμα,
και στις δουλειές τους να τραβούν αργά οι ξωμάχοι,
ν’ ανθεί η αγράμπελη και να βλαστεί το κλήμα,
κι ολούθε να θεριεύει της ζωής η μάχη.

Μα πιο πολύ σε πανηγύρι θέλω να’ μαι
με τους λεβέντες συντοπίτες μου, τ’ αδέλφια
εκεί στη βρύση, στα πλατάνια να γλεντάμε,
και να βροντά ο χορός και να βροντάν τα ντέφια.


Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΑ

του Ιορδάνη Τερζίδη
Χτύπα βοριά και παγωνιά
πυργόσπιτα ορόσημα
στήνω τα όνειρά μου

Λύσσαγε, τύραννε, όσο θες
και παίδευε
και ξέσχιζε
και τρύπα την καρδιά μου!

Το αίμα μου
χιλιάκριβη σπονδή
σ’ όποιο κλωνί της ανθρωπιάς
σ’ όποιο λουλούδι,
σ’ όποιο βωμό της Λευτεριάς,
σ’ όποιας ανάστασης τραγούδι.
Δεν είμ’ ανήμπορος
κι ας με καρφώνουν λόγχες.

Είμαι φωνή,
είμαι η αλήθεια,
είμαι η καταδίκη των τυράννων.
Κι όταν αγγίζει μάγο χάδι
η πνοή μου
κάθε σκλάβο,
όσ’ από τρόμο ληθαργώσανε στοιχεία
μέσ’ την ψυχή του
τα ξεθάβω.

Τα κάνω δάδες,
τα πετώ σ’ όποια γωνιά,
το είναι κάθ’ ανθρώπου που πονά
το πυρπολώ,
μ’ άσβηστη φλόγα
το ανάβω.
Απ’ τη φωτιά μου
ίσως να καώ
μέσα στην ίδια μου τη φλόγα
ίσως σβήσω!
Μα τρέμε Δία – τύραννε
την πυρκαγιά
που πίσω μου
ακόπαστη θ’ αφήσω!
Για κοίτα πώς μ’ ακολουθούν οι φάλαγγες –
σκλάβοι αλύτρωτοι
κι οι λεύτερες του μέλλοντος γενιές
καθώς της γης
διαβαίνουμε τ’ αφάλι!

Το φως μου
της θυσίας τ’ άγιο φως,
υψώνουνε μεσούρανα
στα χέρια τους,
την πιο σκληρή
ματώβρεχτη
σκυτάλη.


ΤΟ ΦΕΡΕΤΡΟ
του Χρήστου Τσομάκου
Ψηλά το φέρετρο του αγωνιστή κρατάνε
τέσσερις φίλοι, ασπρομάλληδες, σκυφτοί,
με πίκρα στη στερνή του κατοικία τον πάνε,
στην ελαφρή και τη φιλόξενη ετούτη γη.

Δεν πρόλαβε κι αυτός, όπως και άλλοι,
την ποθητή μας γη, την όμορφη να ξαναδεί,
να γναντέψει το ταμπούρι κει στη ράχη τη μεγάλη,
που όταν νέος μάχονταν στην κατοχή.

Δεν πρόλαβε στους γιους του να αφήσει
την τελευταία του ευχή στο μέλλον, στη ζωή,
και να χαϊδέψει τα εγγόνια του που δεν τα’ χε γνωρίσει,
την κόρη να παντρέψει τη μοναδική.

Ψηλά το φέρετρο του αγωνιστή βαστάνε
τέσσερις γέροντες, συνομήλικοι βουβοί,
τέσσερις σύντροφοι νεκρό τον πέμπτο πάνε,
το δοξασμένο φίλο, συμπολεμιστή…


Της Προσφυγιάς. Ποιητική ανθολογία πολιτικών προσφύγων στη Σοβιετική Ένωση, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1979

Σάββατο 23 Μαΐου 2015

Έλλη Αλεξίου …μια βασιλική δρυς

Eπιμέλεια ofisofi //atexnos


Η Έλλη Αλεξίου  γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1894 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Η ζωή της συνδέθηκε με την εκπαίδευση , την παιδεία, τη λογοτεχνία  και τους αγώνες . Διώχθηκε για τις ιδέες της και την σταθερή προσήλωσή της στις σοσιαλιστικές ιδέες μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.
Δεν  ήταν  εκπαιδευτικός, ήταν ΔΑΣΚΑΛΑ. 
Η Έλλη Αλεξίου  έγραψε ένα χρονικό της εκπαίδευσης  με τον τιμητικό για τους εκπαιδευτικούς  τίτλο « Βασιλική Δρυς».

« …Αναμετρώντας τώρα την αλυσίδα των προσπαθειών , αγκαλιάζοντας με το μάτι το τεράστιο πεδίο της μάχης τους το στρωμένο με τα κορμιά τους, το ποτισμένο με το αίμα τους, το γεμάτο πληγές και βογγητά…λέω πως η « Βασιλική Δρυς», η « σιδερόκορμη» και « ουρανόφταστη» και « στην καρδιά της γης ριζοδεμένη», που τη λέει και ο Δροσίνης, δε θα προσβληθεί που δώσαμε τ’ όνομά της στους εκπαιδευτικούς…Αν αυτή γνώριζε τις θύελλες και τις καταιγίδες των δασκάλων , αν είχε δεχτεί στο κεφάλι της τ’ αστροπελέκια που δέχτηκαν και δέχουνται αυτοί, δε θα τα’ βγαζε πέρα τόσο παλιακρίσια, όπως εκείνοι»
 
Το βιβλίο αυτό άρχισε να το γράφει στο Βουκουρέστι  το 1961 με στόχο να διασώσει « πολύτιμα περιστατικά, σχετικά με την ελληνική εκπαίδευση και τη δράση των εκπαιδευτικών» . Κυρίως ήθελε να γράψει την ιστορία και την δράση των εκπαιδευτικών στο προοδευτικό κίνημα.
Το Μάη του 1948 ιδρύεται από την ΚΕ του ΚΚΕ  η Επιτροπή Βοήθειας στο παιδί (ΕΒΟΠ)  με πρόεδρο τον Πέτρο Κόκκαλη . Μέσα στη δίνη του εμφυλίου πολέμου η  Επιτροπή αυτή ανέλαβε την ευθύνη για τη μεταφορά , εγκατάσταση και οργάνωση της ζωής των παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες . Ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής σημαντική θέση κατείχε η Έλλη Αλεξίου, η οποία με στερημένη την ελληνική ιθαγένεια αυτοεξορίζεται στη Ρουμανία και συμμετείχε  ενεργά στην εκπαίδευση των παιδιών και στην επιμόρφωση των δασκάλων τους.
Το ιστορικό αυτών των προσπαθειών το διασώζει η Έλλη Αλεξίου στη Βασιλική Δρυ.

 « …Τον καιρό του εμφυλίου πολέμου 1946 – 1949, κι αργότερα, που τα κυνηγητά των ανθρώπων της Αντίστασης γενικεύτηκαν και γίνηκαν τακτική της δοσίλογης δεξιάς, τότε, μαζί με τον άλλο κόσμο, πέρασαν τα σύνορα μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών. Τότε ακόμη στην αρχή κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί πόσο η παρουσία τους θα αποδειχνότανε απαραίτητη και πολύτιμη. Κοντά με τους μεγάλους , πέρασαν τα σύνορα χιλιάδες και χιλιάδες παιδιά. Τα χωριά των συνόρων είχαν καεί. Ρημαχτεί. Όλη η βόρεια Ελλάδα άδειασε, ερημώθηκε. Έφευγε ο κόσμος πατείς με πατώ σε. Έφευγαν και τα παιδιά` έφευγαν και οι γέροι. Αυτό το ομαδικό φευγιό, οι διάφορες κυβερνήσεις το ονόμασαν « παιδομάζωμα»… Κι εγώ έλεγα, γιατί το ονόμασαν «παιδομάζωμα»  και δεν το ονόμασαν «γεροντομάζωμα»; Οι γέροι ήταν το μεγάλο δράμα. Τι να τους κάμεις…Αυτοί περνούσαν τα σύνορα, για να γλιτώσουν βέβαια το θανατικό, όπως και όλοι οι άλλοι, μα φτάνοντας στις γειτονικές χώρες δεν μπορούσαν σε τίποτε να βοηθήσουν. Δίνανε μόνο βάρος. Να τους ντύσεις, να τους ταΐσεις, να τους περιθάλψεις….Μα για τους γέρους λόγο δεν κάνουν. Αναφέρουν μόνο τα παιδιά, για να δώσουν στο φευγιό των παιδιών αντεθνικό περιεχόμενο. Πως τα παίρνανε τάχαμου οι αντάρτες , για να τα «κάμουν Σλαύους»…άλλη έγνοια δεν είχαν…Οι αντάρτες  δεν είχαν μια φέτα ψωμί κι ένα ρούχο να ρίξουν επάνω τους, και τα παιδιά θα παίρνανε…κι αυτοί πήγαιναν τότε στην αρχή στο άγνωστο κι ούτε μπορούσαν να προβλέψουν τα επακόλουθα.
Τα παιδιά που είχαν σχολική ηλικία ξεπερνούσαν τις 30000. Μα ήσαν και παιδιά μεγάλα, δεκαπέντε και δεκαέξι και δεκαοχτώ χρονών, τελείως αγράμματα, που έπρεπε να αποκτήσουν τις απαραίτητες βάσεις, τα απαραίτητα προσόντα, που δίχως αυτά δεν τα δέχονταν ούτε για ανειδίκευτους εργάτες στα εργοστάσια. Ο νόμος στις Λαϊκές Δημοκρατίες απαιτεί για όλο τον πληθυσμό το χαρτί τουλάχιστο του Δημοτικού. Έπρεπε λοιπόν απαραιτήτως να μορφωθούν τα παιδιά κι έπρεπε απαραιτήτως να βρεθούνε δασκάλοι. Κι ήσαν , τόσο οι δασκάλοι όσο και τα παιδιά, αλλόκοτοι. Από τους πολύχρονους σκληρούς αγώνες είχαν σχεδόν αλλάξει όψη και υπόσταση. Εξαντλημένοι από τις κακουχίες, τραυματίες με σοβαρά κι απανωτά τραύματα, άντρες και γυναίκες, ή γέροι, στην ηλικία της σύνταξης…μα άφησαν κατά μέρος και τα τραύματα και τα γερατιά και στάθηκαν  δίπλα στα παιδιά. Που κι αυτά δεν ήσαν τα παιδιά που ξέραμε. Μεινεμένα αγράμματα, από τον καιρό του κατακτητή, είχαν γίνει βοσκάκια στους λόγγους. Άλλα είχαν χάσει τους γονιούς τους στον πόλεμο , άλλων παιδιών οι γονείς είχαν απομείνει στην πατρίδα, οι γονείς που ήσαν μαχητές, δεν μπορούσες να ξέρεις πού βρίσκονταν…με το τέλος του ένοπλου αγώνα, άλλοι τράβηξαν δώθε κι άλλοι κείθε. Τα παιδιά στην ολόπρωτη αρχή δεν είχαν μόνο ανάγκη εκπαίδευσης , μα γενικότερης περίθαλψης. Έτσι τα σκολειά της πρώτης περιόδου ήσαν καθαυτό πολυμελείς οικογένειες. Και οι εκπατρισμένοι εκπαιδευτικοί, αν και πάμπολλοι, πέφτανε λίγοι. Δεν επαρκούσαν ούτε για τον τόσο αριθμό των παιδιών, ούτε για τις τόσες ανάγκες. Η δουλιά μέσα σ’ αυτές τις πολυμελείς οικογένειες ήταν βαρειά και πολύπλευρη.
 Από βιβλία δεν υπήρχε απολύτως τίποτε. Ούτε και τα στοιχειώδη υλικά. Η εκπαίδευση των παιδιών οργανώθηκε από το μηδέν και επί άλλων εντελώς βάσεων. Ο εκπαιδευτικός μηχανισμός λειτούργησε πάνω σε καινούργιες αρχές. Μα αν ήταν να ανατυπώσουμε τα αναγνωστικά λόγου χάρη της Ελλάδας, το πράμα θα ήτανε εύκολο και απλό. Μα αυτό δεν μπορούσε να γίνει με κανέναν τρόπο. Δεν μπορούσαν να μεταφερθούν εδώ ούτε οι παπαδίστικοι τύποι, η θρησκευτική εκμετάλλευση  και οι ποικίλες δεισιδαιμονίες…ούτε η εσκεμμένη αποσιώπηση των λαϊκών αγώνων κατά των ανθρωποφάγων χιτλερικών, ούτε η προβολή του «αμερικάνικου ενδιαφέροντος» (…)
Και πού ήσαν οι ελληνικοί γεωργικοί χάρτες, πού οι γεωγραφίες, πού οι γραμματικές, τα εξωσχολικά βιβλία, το νηπιακό υλικό, τα παιδικά περιοδικά, οι παιδικές εκπομπές για τα ράδια, λείπανε τα υλικά της χειροτεχνίας για τόσο μεγάλο αριθμό παιδιών: καρτόνια, χρώματα, εταμίν, ψαλίδια, κόλλες, χάντρες…Και οι ίδιες οι χώρες που μας φιλοξενούσαν δεν είχαν ακόμη αποκτήσει επάρκεια για τις δικές τους ανάγκες. Του πολέμου οι πληγές δεν είχαν επουλωθεί(…)
Έπρεπε λοιπόν να συντάξουμε βιβλία από την αρχή. Αλλά μήπως και η εξεύρεση προοδευτικών κειμένων των καλών συγγραφέων μας ήταν εύκολο έργο; Οι προοδευτικοί μας συγγραφείς, και οι επιστήμονες και οι ιστορικοί αντιμετώπιζαν ανέκαθεν την μήνι του κράτους. Στη χώρα μας επιπλέουν και στον πνευματικό τομέα οι συντηρητικοί, οι αντιδραστικοί, οι κάθε φορά φίλοι των κρατούντων…αυτοί προβάλλονται, υποστηρίζονται, βραβεύονται, εκδίδονται…Τους προοδευτικούς συγγραφείς δεν θα τους βρεις ούτε στα κρατικά αναγνωστικά ούτε στα κρατικά «Νεοελληνικά Αναγνώσματα»…μα ούτε και στις εγκυκλοπαίδειες, τις ανθολογίες, ακόμη και στις Ιστορίες της λογοτεχνίας , ή δεν υπάρχουν καθόλου ή αναγράφονται με σύντομα σημειώματα(..)
Τι να πρωτοκάμεις κι από πού ν’ αρχίσεις…Όμως όλα γίνανε και γίνανε καλά, γιατί όλους μάς θέρμαινε η αγάπη. Σήμερα, 13 Ιούνη του 1962, εύκολο είναι να αραδιάσεις μπροστά σου τις εκδόσεις και να τις καταγράψεις(…)
Γιατί πολύς θόρυβος γίνηκε και κακοήθης συκοφαντικός σάλος σηκώθηκε γύρω από τον εκπατρισμό μας. Και κυρίως γύρω από τα εκπατρισμένα παιδιά. Αποβλέπαμε , λέει, στον εκσλαυϊσμό τους…Η αλήθεια είναι πως μοχθήσαμε υπεράνθρωπα για να τα κρατήσουμε πιστά στις παραδόσεις μας, στην ιστορία μας, στη γλώσσα. Και το καταφέραμε. Δυστυχώς το επίσημο κράτος δε φέρθηκε σαν κι εμάς. Αδιαφόρησε. Δεν επέτρεψε , κι μέχρι σήμερο, τον επαναπατρισμό τους, με αποτέλεσμα  να βρίσκουνται χιλιάδες ελληνικός πληθυσμός  για πάντα χαμένος για την πατρίδα (…)
Όπως φανερώνει ο όγκος των βιβλίων, για τη σύνταξη  τους, την επιμέλεια, τη θεώρηση εργάστηκαν εντατικά ένας αριθμός εκπαιδευτικών, που, ανάλαβαν το βαρύ αυτό έργο με ευσυνειδησία και αγάπη. Όλους τους θέρμαινε η συναίσθηση του χρέους, που είχαν απέναντι σ’ ένα μεγάλο αριθμό κατατρεγμένων και εκπατρισμένων ελληνόπουλων, να τα εφοδιάσουν με το απαραίτητο διδακτικό υλικό. Και εργάστηκαν για τα βιβλία αυτά και ανταποκρίθηκαν στο ακέραιο, μέσα στα πλαίσια της καθημερινής δουλιάς τους, χωρίς φυσικά ιδιαίτερη αμοιβή και εντελώς ανώνυμα(…)
Μορφώθηκαν οι χιλιάδες τα παιδιά κείνης της πρώτης εσοδείας. Οι φοβερές δυσκολίες του πρώτου καιρού ξεπεράστηκαν : Να’ ναι ένας μεγάλος αριθμός παιδιών με λογιών λογιών αρρώστιες…Η χειρότερη τα τραχώματα…Πολλά προφυματικά. Πολλά με ρευματισμούς και καρδιοπάθειες…Οι προσπάθειες στρέφονταν  προς πολλές κατευθύνσεις. Να μην ξέρουν την γλώσσα της χώρας και να πρέπει να φοιτήσουν σε ανώτερες σχολές…Να υπάρχουν νεολαίοι 14 και 16 και 18 χρονώ!  Να μην μπορούν να δουλέψουν μήτε στα εργοστάσια, γιατί δεν ήξεραν γράμματα…Ιδιαίτερα ολωσδιόλου μέτρα πάρθηκαν γι’ αυτούς τους μεγάλους. Για να μπορέσουν να πηδήξουν τις τάξεις…Σήμερο και το έργο της εκπαίδευσης τραβάει απρόσκοπτα το δρόμο του. Δυσκολίες δεν αντιμετωπίζει. Φτάνει να’ χουν όρεξη τα παιδιά, και στο χέρι τους είναι να γίνουν ό,τι θέλουν. Και γίνονται. Ούτε ξέρω πόσους έχομε βγάλει καθηγητές σε ινστιτούτα. Διευθυντές βιβλιοθηκών. Χημικούς, γεωπόνους, γιατρούς, μηχανικούς, ερευνητές σε επιστημονικά κέντρα(…)
Ανέβαινε η στάθμη των παιδιών, ανέβαινε και των δασκάλων. Έπαψαν να’ ναι τα δασκαλάκια των επαρχιών, να σου λένε τον Θεοτοκά Θεοτοκόπουλο, και τι είναι η Μυρτιώτισσα, κι αν ζει… Ξεσκόλισαν τα τελευταία παιδαγωγικά συστήματα. Τη λειτουργία των μαθητικών οργανώσεων. Τη γλώσσα της χώρας και πολλοί, κοντά σ’ αυτή τη γλώσσα, μάθανε και τα ρούσικα. Πήγανε στην όπερα και στο θέατρο. Στο μπαλέτο και στη συμφωνική…Τα παιδιά τους σήμερο καλλιεργούν στις ειδικές σχολές τα ταλέντα τους…Σου συζητούν και σου κρίνουν την ποιότητα των έργων του Σολόχωφ και του Κότσετοφ…Σου λένε με τον πιο φυσικό τρόπο…ναι, ανήκω στο λογοτεχνικό κύκλο…ή στον κύκλο της σύνταξης των αναγνωστικών…Όπως ζητά το πεινασμένο στομάχι το φαΐ, ζητά και το πεινασμένο μυαλό. Ταΐζεις το κορμί, θρέφεται και αποδίδει. Ταΐζεις και το μυαλό; Αποδίδει και κείνο(…)
Πέρασαν οι παραπάνω τα σύνορα, γιατί το μπόρεσαν. Τους βόλευε το γειτόνεμά τους με τις σοσιαλιστικές χώρες. Οι χιλιάδες που κλείστηκαν στην Πλαστηρική, στην Παπαγική, στην Καραμανλική παγάνα τράβηξαν, κι ακόμη τραβούν, τα πάθη του ήλιου και του λιναριού…Πείνασαν, εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, και το χειρότερο εξευτελίστηκαν…»

alexiou2 
Τα αποσπάσματα περιέχονται στο δεύτερο τόμο του βιβλίου της Έλλης Αλεξίου Βασιλική Δρυς, Το χρονικό της Εκπαίδευσης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983