Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηπειρώτες Δημιουργοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηπειρώτες Δημιουργοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

" Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη"

 
Η Πορεία
"Ο εκτοπισμός και η φυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων είχαν ως στόχο να τους στερήσουν την ελευθερία και να ελέγξουν την επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο.
Οι φυλακισμένοι όμως έβρισκαν τρόπο να πληροφορούνται τα σημαντικά γεγονότα της εποχής. Αισθάνονταν μέλη ενός κινήματος, του οποίου η επιτυχία θα επηρέαζε τη χώρα τους, αλλά και τη δική τους τύχη και ζωή. Η είδηση λοιπόν της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη( 1915 - 1952) έφτασε και στους κρατούμενους του Άη Στράτη. Ο Γιάννης Ρίτσος, εκτοπισμένος επίσης στον Άη Στράτη εκείνη την εποχή, συνέθεσε προς τιμήν του το ποίημα Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, με αφορμή την πολύ γνωστή φωτογραφία του δικαζόμενου Μπελογιάννη να κρατά ένα γαρύφαλλο στο χέρι του.

"Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη"

Οι στίχοι αυτοί αποτέλεσαν την έμπνευση του Χρίστου Δαγκλή για τη φιλοτέχνηση του χαρακτικού του Η Πορεία.

 Νοηματικός και μορφολογικός άξονας της σύνθεσης είναι η γυμνή ανδρική μορφή, ρωμαλέα και νεανική, που κρατά στις πλάτες της το φέρετρο του Νίκου Μπελογιάννη. Σε κάποια από τα 13 προσχέδια του χαρακτικού η αλληγορική αυτή μορφή, που συμβολίζει τους λαούς, απεικονίζεται με το κεφάλι όρθιο, σε άλλες με σκυφτό, αλλά με τις γροθιές των χεριών πάντα σφιγμένες σε μια κίνηση δυναμικής αντίστασης. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος, ο καιρός ανάστατος, αντανακλά την ψυχολογία όσων θρηνούν για το χαμό του αγωνιστή της Αριστεράς. Άλλοτε οι μορφές αποδίδονται πιο φυσιοκρατικά, σε άλλες εκδοχές είναι εντελώς σχηματοποιημένες, ενώ σε μερικά σχέδια ένα γαρύφαλλο είναι τοποθετημένο πάνω στο φέρετρο  που βαραίνει τους ώμους των ανδρών.
Η τελική μορφή της σύνθεσης χαράκτηκε σε πλάγιο ξύλο το 1959, μετά την απελευθέρωση του Δαγκλή. Οι λαοί ενσαρκώνονται από τις ρωμαλέες, σχηματοποιημένες ανδρικές μορφές, που έχουν το κεφάλι σκυφτό, λόγω της πρόσκαιρης ήττας τους. Όμως τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές , μαρτυρώντας, ότι ο αγώνας τους δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Το φέρετρο, σαν ένα μεγάλο κομμάτι πέτρας, υψώνεται ως το συννεφιασμένο, άστατο ουρανό, μιαν ακόμη απόδειξη της θλίψης και του θρήνου για την εκτέλεση του Μπελογιάννη"

 Από το Λεύκωμα Χρίστος Δαγκλής, Χαρακτική - Ζωγραφική. Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων, 2018

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Ο πόλεμος του 40

Ο γιατρός Πέτρος Αποστολίδης από την Καλουτά Ζαγορίου, γνωστός και ως ο πρώτος "κόκκινος" Δήμαρχος των Ιωαννίνων το 1944, θυμάται μερικές στιγμές από την κήρυξη του πολέμου και την υπηρεσία του στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων στο Κάστρο.
Το Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων στο Κάστρο 
 1940
Δεν πέρασε πολύς καιρός και νέα επιστράτευση. Εγώ πάλι ανθυπίατρος στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο στο Φρούριο.
Εκείνο που σου' κανε εντύπωση ήταν η ψυχολογία του κόσμου. Ούτε φόβος, ούτε η αγωνία του 39 με την επιστράτευση. Ήταν σαν όλοι να σκέφτονταν, "παλιάνθρωποι Ιταλοί, μας κάνατε και περάσαμε πέρυσι μαύρο Πάσχα, φέτος πάλι τα ίδια. Πόλεμο θέλετε; θα τον έχετε, ας γίνει επιτέλους ό,τι έχει να γίνει". Ήταν περίεργη η αποφασιστικότητα, το θάρρος και η αισιοδοξία του κόσμου. Σαν να' ξεραν, σαν να προφήτευαν την ήττα των Ιταλών.
Τη νύχτα της 27ης προς την 28η Οκτώβρη, ήμουν εφημερεύων και διανυκτέρευα στο Νοσοκομείο. Γύρω στα μεσάνυχτα ακούω θόρυβο μοτοσικλέτας και ο υπασπιστής του Φρουραρχείου Ράμφος με δυό τρεις άντρες του Φρουραρχείου, μου φέρνουν ένα μισοζαλισμένο από χασίς στρατιώτη. Τον είχαν κλείσει στο πειθαρχείο, αλλά ο Ράμφος παριστάνοντας τον νταή τον αγρίεψε κι εκείνος για να γλυτώσει το ξύλο χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο. Φοβήθηκαν και τον έφεραν στο Νοσοκομείο.
Οι νοσοκόμοι μου ήταν όλοι σχεδόν βοηθητικοί και θα ζητούσα να μείνουν οι άντρες της φρουράς, αλλά παρατήρησα ότι ο άνθρωπος μάλλον ήθελε να ησυχάσει. Του φόρεσα πιτζάμες και τα ρούχα του πήγαν στην αποθήκη. Κατά τις δύο με ξυπνάει ο νοσοκόμος μου: " Κύριε ανθυπίατρε, εκείνος που' φεραν τη νύχτα έφυγε με τα βρακιά του από το θάλαμο, έφτασε στην πύλη". Ο σκοπός της πύλης κατάφερε και τον σταμάτησε με την απειλή του όπλου του, που ήταν βέβαια άδειο - δεν τους έδιναν ούτε φυσίγγιο πριν φτάσουν στο μέτωπο. Κατέβηκα κι εγώ. Τους ήξερα καλά αυτούς τους τύπους από το Νοσοκομείο Συγγρού. Βάζω το χέρι μου στον ώμο του.
- Βρε συνάδελφε, εδώ πάμε για πόλεμο και συ θέλεις να σκοτωθούμε μεταξύ μας;
- Θέλω να πάω να εξηγηθώ μ' αυτούς τους κερατάδες του Φρουραρχείου.
- Δίκιο έχεις, αλλά μέρα ξημερώνει.
Τον κατάφερα τελικά και γύρισε στο κρεβάτι του.
Ξύπνησα μόλις είχε χαράξει κι έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Ακούω πάλι μοτοσικλέτα και βγαίνω στο πλατύσκαλο. Στο μισοσκόταδο διακρίνω τον Πρίντζο.
- Σεις, κύριε Διευθυντά, τέτοια ώρα!
- Γρήγορα, ξύπνα το λοχία της υπηρεσίας, να συγκεντρώσει το προσωπικό. Οι Ιταλοί μάς κήρυξαν τον πόλεμο.
Αφουγκράζομαι...Στην ησυχία της νύχτας, άκουγες πολύ βαθιά προς Δολιανά - Καλπάκι βολές πυροβολικού.
Το φως της μέρας σιγά σιγά δυνάμωνε, ξύπνησε το προσωπικό και οι νοσοκόμοι πήγαν στους θαλάμους τους και ετοίμαζαν τους αρρώστους. Θάλαμοι, διάδρομοι κι οι σκηνές ακόμα που είχαμε στήσει, ήταν όλα γεμάτα, καθώς γινόταν εκκαθάριση ανάπηρων, χρόνια πασχόντων, βοηθητικών,... είχαμε χρόνια ειρηνικής ζωής. Δεν έλειπαν φυσικά και οι προσποιούμενοι τον άρρωστο.

Ο Πρίντζος πέρασε απ' όλους τους θαλάμους και τις σκηνές και τους μίλησε.
- Ακούστε, παιδιά. Όλοι εσείς που βρίσκεστε εδώ, δεν είστε σοβαρά άρρωστοι. Για να ξεκαθαριστεί ποιοι είναι ικανοί, και ποιοι ανίκανοι θα χρειαστούν αρκετές μέρες. Οι Ιταλοί όμως μας κήρυξαν πόλεμο και η κυβέρνηση πήρε την απόφαση να τους χτυπήσουμε. Το μέτωπο χρειάζεται ντουφέκια. Εγώ δεν μπορώ να σας βγάλω χωρίς να κρίνουν οι επιτροπές. Γι' αυτό σας λέω, όσοι καταλαβαίνετε ότι μπορείτε να κρατήσετε ντουφέκι, ζητήστε μόνοι σας εξιτήριο για τη μονάδα σας. Το αφήνω στον πατριωτισμό σας.
Και τότε έγινε το απρόσμενο. Οι περισσότεροι ζήτησαν εξιτήριο και από χίλιους με χίλιους πεντακόσιους  έμειναν εξακόσιοι με εφτακόσιοι.
Τρίβαμε τα μάτια μας, δεν αναγνωρίζαμε το λαό μας, που μέχρι τώρα δεν είχαμε αφήσει ελάττωμα που να μην του φορτώσουμε.
Αλλά και η αντίδραση του πληθυσμού της πόλης και των χωριών ήταν πρωτοφανέρωτη. Πού είχε πάει η σύγχυση, η αγωνία και ο φόβος του 39; Τώρα σαν να σκέφτονταν όλοι: " Δε θα σκύψουμε το κεφάλι, πολεμήσουμε". Όχι μόνο αυτό, αλλά επικρατούσε και μια περίεργη αισιοδοξία. Πού στηρίζονταν; Πουθενά. Μια διαίσθηση.
Στις δέκα το πρωί με καλεί ο Πρίντζος στο γραφείο του.
- Θέλεις να πάει η οικογένειά σου στην Αθήνα;
" Γιατί το λέει; σκέφτομαι. Σίγουρα αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα Γιάννενα και να μετακινήσουν τις οικογένειες, για να είναι οι αξιωματικοί απερίσπαστοι". 
- Ναι, αλλά πώς θα πάει στην Αθήνα;
- Με αυτοκίνητα της Μεραρχίας μέχρι την Άρτα.
- Κι από κει και πέρα;
- Ε, κάποιον φίλο θα' χεις στην Άρτα και θα φροντίσει να προωθηθούν παρακάτω.
- Α, έτσι αποκλείεται, κ. Διευθυντά. Να στείλω γυναίκες και μικρό παιδί μονάχους τους στο άγνωστο, να γυρίζουν στους δρόμους, αυτό δε γίνεται. Καλύτερα να μείνουν εδώ που βρίσκονται κι ας γίνει ό,τι γίνει.
- Καλά, έχεις την ευθύνη.

Έμαθα τι έγινε αργότερα στην κεντρική πλατεία. Είχαν συγκεντρωθεί με τα μπαγάζια τους οικογένειες αξιωματικών περιμένοντας τα στρατιωτικά αυτοκίνητα. Το πήραν μυρωδιά οι γυναίκες από τις συνοικίες της Λούτσας και της Καλούτσιανης, μαζεύτηκαν γύρω κι άρχισαν τις αποδοκιμασίες: " Ώστε, η αφεντιά σας, φεύγετε...κι εμάς πού μας αφήνετε; Ντροπή σας". Το "μεγαλεπήβολο" σχέδιο του " μεγάλου δημιουργού του Όχι" και του άλλου " μεγάλου Στρατάρχη", ήταν να εγκαταλειφθούν τα Γιάννενα και το μέτωπο να μεταφερθεί στο Μακρυνόρος, δηλαδή, μερικές ντουφεκιές για την τιμή των όπλων κι αυτό θα ήταν όλο το όχι.
Ο λαός μας όμως εννοούσε πραγματική αντίσταση· κράτησαν το μέτωπο μη υπακούοντας στις διαταγές ο Διοικητής της Μεραρχίας Ηπείρου Κατσιμήτρος κι ο Αρχηγός του Πυροβολικού Μαυρογένης.
Από την άλλη μέρα κιόλας μας έρχονταν ευχάριστα νέα. Όχι μόνο δεν έσπασε το μέτωπο - μια μικρή σύγχυση διαταγών στο μέτωπο των Φιλιατών αποκατάσταθηκε αμέσως - αλλά οι Ιταλιάνοι το' βαλαν στα πόδια, τους θέρισε το βαρύ πυροβολικό του Μαυρογένη και η εύστοχη βολή του ορειβατικού πυροβολικού, ιδίως της πυροβολαρχίας Κωστάκη, τόσο που νόμισαν πως ήταν ειδικό πυροβόλο " τύπου Κωστάκη"

Σε τρεις τέσσερις μέρες μας έρχονται στο Νοσοκομείο οι πρώτοι αιχμάλωτοι Ιταλοί τραυματίες της Μεραρχίας Τζούλια από τον τομέα της Πίνδου, τρία παλικάρια ως εκεί πάνω με τραύματα στις κνήμες.
Ήμουν εφημερεύων τη μέρα εκείνη και τους παράλαβα. Δεν είχα χωριστό θάλαμο να τους βάλω και τους έβαλα μαζί με τους δικούς μου. Φοβήθηκα μη βρεθεί κανένας ανόητος από τους νοσηλευόμενους και τους φερθεί άσχημα κι έδωσα αυστηρές διαταγές στους νοσοκόμους να προσέχουν μη συμβεί το παραμικρό. Άδικοι οι φόβοι μου. Ξελάσκαρε η δουλειά μου και πήγα κατά τα μεσάνυχτα να τους δω· βρίσκω γύρω τους κύκλο φαντάρους μας. Βάζω τις φωνές: " Τι γίνεται εδώ;" " Δεν τους πειράζουμε, γιατρέ, κουβεντιάζουμε". Και πραγματικά, άλλος τους είχε προσφέρει καραμέλες, άλλος κουλουράκι, άλλος τσιγάρα.
Παιγνίδια της μοίρας! Πάλι να είμαι γιατρός αιχμαλώτων, ξένων αυτή τη φορά. Ήμουν υπεύθυνος για την αποφθειρίαση στο στρατόπεδο και οι αιχμάλωτοι περνούσαν πρώτα από τον κλίβανο.
Μου φέρνουν την πρώτη φουρνιά, τους έστελνε η Όγδοη Μεραρχία της Ηπείρου. Όλοι με τη στολή τους, χιτώνιο, κιλότα, μανδύα, άρβυλα και με την κουβερτούλα τους μερικοί, με όλα τα μικροπράγματά τους, ρολόγια στα χέρια, στιλό στη τσέπη και παράσημα στο στήθος.
Χωρίς να το θέλω πέρασε από μπροστά μου η εικόνα των Ελλήνων αιχμαλώτων του Ουσιάκ, Αφιόν, Ελβανλάρ, με τα τσουβάλια τους για ρούχα, με τα γυμνά τους πόδια πάνω στον πάγο και την κακομοιριά τους.
Ενθουσιάστηκα  και μου ' ρχόταν να φωνάξω δυνατά: " Μπράβο σου Ρωμιέ,...είσαι άνθρωπος, άντεξες".
Με πλησιάζει ένας Ιταλός και μου ζητάει μια ασπιρίνη, έχει, λέει, κεφαλόπονο. Του δίνω. Σε λίγο δεύτερος, κι αυτός με με πονοκέφαλο. Σε λίγο και τρίτος. Τι έπαθαν αναρωτιέμαι. Βλέπω πιο πέρα το στρατιώτη μου να γελάει.
- Τι γελάς; του κάνω αυστηρά.
- Εσείς δεν ξέρετε, γι' αυτό παραξενεύεστε, κ. ανθυπίατρε. Αυτοί είναι μεθυσμένοι, γι' αυτό έχουν πονοκέφαλο.
Να τι είχε συμβεί. Οι χωροφύλακες, που τους έφεραν από το μέτωπο, σε κάποιο χωριό έκαναν στάση, κατέβασαν τους Ιταλούς να ξεμουδιάσουν κι αυτοί και τους κέρασαν στο μαγαζί από ένα ουζάκι. Άρχισαν τα κεράσματα, " γεια σου και γεια μου", κι όταν έφτασαν στα Γιάννενα ήταν μισομεθυσμένοι Ιταλοί και χωροφύλακες.
Την όμορφη αυτή ατμόσφαιρα της ανθρωπιάς ήρθε να χαλάσει μια άλλη μέρα κάποιος ανθυπολοχαγός. Τον είδα να περιφέρεται γύρω στον κλίβανο και στους αιχμαλώτους και νόμισα ότι κοίταζε από περιέργεια. Είχα δουλειά κι έφυγα για το Νοσοκομείο. Όταν γύρισα βλέπω έναν Ιταλό να κλαίει.
- Τι έγινε; λέω.
- Ο ανθυπολοχαγός τού πήρε το ρολόι του, μου λέει στενοχωρημένος ο φρουρός.
Έτρεξα να τον προλάβω, αλλά είχε φύγει, ήθελα να τον πάω ίσια στον Στρατηγό...

Με την πρώτη φουρνιά αρρώστων και τραυματιών από το μέτωπο φάνηκαν οι τεράστιες ελλείψεις και προπαντός η ανικανότητα των ανθρώπων που είχαν μπει να διοικήσουν.
Οι μάχες λυσσομανούσαν στο μέτωπο, και το Στρατιωτικό Νοσοκομείο Γιαννίνων, που θα δεχόταν όλους τους τραυματίες και τους αρρώστους, είχε μόνο πέντε γιατρούς, ενώ το αναρρωτήριο της Λάρισας, δεκάδες χιλιόμετρα πίσω, υπηρετούσαν εκατόν είκοσι γιατροί,  με μηδαμινό αριθμό νοσηλευόμενων. Τα ρουσφέτια βλέπεις!
Ο Πρίντζος, και νέα υπηρεσία να του φόρτωναν, δεν έλεγε όχι, αδιαφορώντας αν μπορεί να εκτελεστεί. Σε λίγες μέρες όμως στείλαν τον Αρχίατρο Μαρκάκη να οργανώνουν Β' Νοσοκομείο. Τούτος ήξερε να διοικεί, έβαλε τις φωνές στο Υπουργείο και σε λίγες μέρες άρχισαν να στέλνουν γιατρούς και κάπως διορθώθηκαν τα πράγματα.
Τ' αυτοκίνητα με τραυματίες από το μέτωπο έρχονταν με το σούρουπο για ν' αποφεύγουν τ' αεροπλάνα. Ήμουν εφημερεύων και μου γέμισαν εκείνο το βράδυ οι σκηνές από αρρώστους, πολλούς με ψηλό πυρετό, ελονοσία. Με το φοβερό συνωστισμό και την έλλειψη προσωπικού ούτε σκέψη για ένεση κινίνης, τους έδινα από ένα γραμμάριο - πέντε κουφέτα. Αλλά πού να βρεις κύπελλα να δώσεις στον καθένα για να καταπιεί τα χάπια του, δεν είχαμε.
Το μεγάλο δράμα όμως ήταν με την ψώρα, ήταν πολλοί και δεν είχαμε κρεβάτια στο Νοσοκομείο. Κλιβανίζαμε λοιπόν τις κουβέρτες και τα εξωτερικά τους ρούχα, έκαναν το λουτρό τους, τους επαλείφαμε με την ειδική αλοιφή και πήγαιναν να κοιμηθούν στο θάλαμό τους. Αλοιφές και λουτρό ζεστό και κλιβανισμούς ρούχων απαραίτητα δυό μέρες συνέχεια, έπρεπε φυσικά να αλλάξουν και εσώρουχα. Πού να τα βρούμε; Η " σοφή μας επιμελητεία" δεν ήξερε σε ποια αποθήκη είχε τα σώβρακα! Τι να κάνω; Κατ' ανάγκην φορούσαν τα ίδια, υγρά καθώς έβγαιναν από τον κλίβανο μαζί με τις κουβέρτες τους.
Συγκέντρωνα κάθε φορά όσους είχαν ψώρα και τους εξηγούσα πώς θα κάνουν το μπάνιο τους, την επάλειψη κ.λ.π. " Μόνο, παιδιά, που δεν έχουμε να σας δώσουμε καθαρά εσώρουχα, θα φορέσετε τα ίδια όταν θα βγουν από τον κλίβανο. Σε λίγες μέρες θα΄χουμε κι απ' αυτά".
Ένα βράδυ, κάποιος νεαρός φαντάρος με ρωτάει.
- Δηλαδή τα ίδια εσώρουχα λερωμένα και υγρά από τον κλίβανο θα φορέσουμε, γιατρέ;
- Θα τ' αερίσετε λίγο, τι να γίνει;
- Αυτό είναι μαρτύριο, γιατρέ μου, δε μας μένει παρά να λιποτακτήσουμε κι εμείς.
- Στάσου, φίλε, τον πόλεμο αυτό αν τον έκανε ο Μεταξάς, θα μπορούσαμε να του πούμε: " Πόλεμος ήθελες, κύριε, έπρεπε να είχες την ετοιμασία σου όλη. Όμως τον πόλεμο μάς τον επέβαλαν οι Ιταλοί κι εμείς με τα φτωχά μας μέσα τούς απαντήσαμε: " Όχι, δε θα περάσετε" και τους πολεμάμε όπως μπορούμε". Τώρα αν το θεωρείς τιμή σου να λιποτακτήσεις, γιατί δεν έχουμε καθαρό βρακί να σου δώσουμε, μπορείς να το κάνεις.
Άρχισαν να τον βρίζουν και να τον αποπαίρνουν οι άλλοι φαντάροι.
- Όχι, παιδιά, ακούσατε τι είπα, όμως κι ο νέος έχει δίκιο, εξέφρασε την αγανάκτησή του. Μήπως νομίζετε ότι κι εγώ σαν γιατρός σας δεν αγανακτώ; Είναι μια προσωρινή έλλειψη. Κι είμαι βέβαιος ότι ο συνάδελφός σας ποτέ δε σκέφτηκε όπως μίλησε.
Ήμουν υπεύθυνος για την αποφθειρίαση και κάθε βράδυ περνούσα από το γραφείο του Γενικού Αρχίατρου Γκινάκα να τον ενημερώσω. Του διηγήθηκα λοιπόν το περιστατικό.
- Μπράβο, μου λέει, μίλησες πολύ καλά στο στρατιώτη.
- Ναι, κ. Γενικέ, αλλά είναι ανάγκη να βρεθούν εσώρουχα το γρηγότερο, δεν είναι δυνατό να ψέλνω κάθε μέρα το ίδιο τροπάρι (αποσπάσματα)


Πέτρος Αποστολίδης, Όσα Θυμάμαι, 1900 -1969, Β΄Η συνέχεια, Κέδρος , Αθήνα 1983


Τρίτη 4 Απριλίου 2017

"Χάρτινα Πουλιά" σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη

Σκηνοθεσία: Νίκος Γκεσούλης
Μουσική: Γιώργος Τσαγκάρης, Γιάννης Ψειμάδας
Κίνηση: Ναταλία Στυλιανού
Φωτισμοί: Δημήτρης Τσιούμας
Παίρνουν μέρος οι ηθοποιοί: Γιάννης Κρανάς, Νίκος Γκεσούλης, Ναταλία Στυλιανού, Λεωνίδας Αργυρόπουλος, Ισιδώρα Δωροπούλου, Κατερίνα Χατζάκη, Θωμάς Καζάσης, Γιώτα Βαμβακά
Ζωντανή μουσική-τραγούδι: Γιάννης Ψειμάδας
Η μουσική - ποιητική  παράσταση παρουσιάστηκε  στις 31 Ιανουαρίου 2013 στον  Πολυχώρο Τέχνης ''ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ'', στην Αθήνα
Το βίντεο του Ναπολέοντα Ροντογιάννη

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

Ζωή, την άλλη φορά

Πάει, τώρα, κάμποσος καιρός που κοιμάμαι.Κοιμάμαι πια κανονικά, αλλά ξυπνάω πάντα, άσκημα. Η μέρα μου αρχινάει, τις πιο πολλές φορές, από μια γραμμή: μια μαύρη γραμμή που με πιέζει - λες κι έχει βάρος - πίσω στην πλάτη, και με χωρίζει από τον ύπνο.

Πάνω απ' τη γραμμή αυτή, νιώθω ένα πράμα κίτρινο που τρέμει: με φως μοιάζει και με κενό, που αναδίνει μια μυρουδιά σαν από θειάφι, κι αμέσως ύστερα, κάτι μικρότερες γραμμές - ψιλές ψιλές σα βελονίτσες - τρέχουν στ' αριστερό μου χέρι και το μουδιάζουν. Ένα παράξενο μυρμήγκιασμα απλώνει, τότε, σ' όλο μου το κορμί και βγαίνω απ' τον ύπνο, άξαφνα, σα να με χτύπησε το ρεύμα. Ξυπνάω, και κάθε φορά, μου φαίνεται ότι ξυπνάω σ' ένα δωμάτιο άγνωστο. Οι τοίχοι του έχουν το χρώμα της γαλαζόπετρας, κι απέναντι, στην πόρτα, βλέπω να κρέμεται κάτι που μοιάζει με σφαχτό. Σα ζώο είν' αυτό το πράμα: ένα ζώο που του λείπουν τα σπλάχνα, το αίμα και το κεφάλι, και κρέμεται στην πόρτα, χωρίς όμως  και να κρατιέται από πουθενά. Μοιάζει ελαφρύ - δίχως κανένα βάρος - κι όλο κουνιέται, πέρα δώθε, σα μπαλόνι, παρόλο που δε φυσάει καθόλου στο δωμάτιο.

Σηκώνομαι με προσοχή απ' το κρεβάτι - γιατί μου φαίνεται, κάθε φορά, πως θα σκορπίσω ολότελα αν δεν προσέξω πού πατάω - και πάω προς το μπάνιο.

Ψαχουλευτά πηγαίνω, σαν τον τυφλό, και βρίσκω το νιπτήρα. Ρίχνω νερό στα μούτρα μου και τρίβομαι γερά με την πετσέτα, κι ύστερα, κοιτάω στον καθρέφτη και βλέπω, λίγο λίγο, να προβάλλει απ' το ζυμάρι, η μύτη που ξέρω, τα μάτια, κι όλα τα υπόλοιπα. Μετ' απ' αυτό, καταλαβαίνω πως είμαι ξυπνητός κι ότι βρίσκομαι ξανά, πίσω, στη ζωή. Κοιτάω, τότε, προς το δωμάτιο, και βλέπω πως οι τοίχοι του είναι κανονικοί και το σφαχτό έχει φύγει. Κανένας άλλος δεν υπάρχει μες στο σπίτι, κι έτσι ξέρω, πάλι, ότι είμαι μοναχός μου.

" Θα τα παίρνεις για λίγο καιρό ακόμα...", μου είπε ο γιατρός, " και σιγά σιγά, θα τα κόψεις εντελώς. Σημασία έχει να κοιμάσαι. Αυτό έχει σημασία τώρα. Εγώ πάντως, βλέπω καλυτέρευση...", είπε. Κι είχε δίκιο ο γιατρός, γιατί είναι τώρα κάμποσος καιρός που έχουν σταματήσει κι οι φωνές. Ο άλλος, που είχα μέσα μου, κι όλο μου μίλαγε με σιγανή φωνή, μ' έχει αφήσει ήσυχο, κι ούτε ο τρόμος, πια, με πιάνει - που μ' έπιανε, συνέχεια, και δε μπορούσα να σταθώ πουθενά - που ολοένα ήθελα να κόψω στα γυαλιά τα χέρια μου, ή να βρω ένα τρόπο, άλλο, για να τελειώνω μ' αυτό το πράμα που με τυράγναγε. Πιο ήσυχος είμαι, τώρα, γιατί κοιμάμαι κιόλας και βρίσκω κάποια ξεκούραση. Δεν ξυπνάω καλά, το ξέρω` αλλά τουλάχιστον κοιμάμαι` γιατί, παλιότερα, δε μπορούσα καθόλου να κοιμηθώ. Καθόμουν, όλη νύχτα, άγρυπνος, κι όλο περίμενα να δω, ποια είναι η στιγμή εκείνη που ο άνθρωπος περνάει από το ξύπνιο στον ύπνο, κι αυτό ήταν που με τέντωνε. Φόβος μεγάλος μ' έπιανε: ένας φόβος, χειρότερος κι από το φόβο του θανάτου, γιατί ήταν ο άγριος ο φόβος της ζωής που φτάνει τον άνθρωπο στις άκρες και τον γκρεμίζει - χωρίς κανένα έλεος - μέσα στα ίδια του τα σκοτάδια.

Τώρα, όμως, είμαι καλύτερα. Προχτές πήρα και στο τηλέφωνο την αδερφή μου τη Φωτούλα.

" Πώς το' παθες, Θεόφιλε!..", μου' πε. " Τι κάνεις;".
" Είμαι καλύτερα, Φωτούλα..", της είπα.
" Να βγαίνεις!..", είπε. " Μη κάθεσαι κλεισμένος εκεί μέσα μοναχός σου...".
" Βγαίνω..", της είπα. " Όσο μπορώ, βγαίνω".
" Πού πας;", μου' πε, " Παρέες έχεις;".
" Πάω καμιά βόλτα εδώ γύρω...Περπατάω στο δρόμο, τρία τέσσερα τετράγωνα. Πάω και μέχρι το δασάκι", της είπα. " Βλέπω κι ανθρώπους".
" Γιατί δεν έρχεσαι καθόλου κι από δω;", μου' πε.
" Αφού ξέρεις, δεν έχω κανέναν άλλον".
" Θα' ρθω , Φωτούλα", της είπα. " Θα δεις.. που θα' ρθω".
" Ναι.. Ολοένα έτσι μου λες, και ποτέ δεν έρχεσαι!.." είπε. " Σπουδαίο πράμα είναι;.. Πάρε το λεωφορείο, κι έλα!..Θα σου φτιάξω και μια μπατσαριά που σ' αρέσει!..Άντε!..Έλα, που σε θέλω..", είπε, κι έβαλε τα κλάματα.
" Τι έχεις, Φωτούλα.." της είπα, " Τι συμβαίνει;"
" Τι θέλεις να'χω;.. Τίποτα δεν έχω!.." έκανε σιγανά. " Δε ζω, Θεόφιλε!.. Μου φαίνεται ότι δε ζω! Περνάει η μέρα, κι εγώ είμαι βουτηγμένη...Στα ίδια και στα ίδια!..Δε μπορώ άλλο, Θεόφιλε, δε μπορώ!.. Ο Αντρέας λείπει συνέχεια απ' το σπίτι, κι εγώ, όλη μέρα, ασχολούμαι με τα παιδιά..Μ' έχουν στραγγίξει!..Το αίμα, μου' χουν πιεί...Έχω και υπόταση, Θεόφιλε.. Όλο ζαλάδες έχω! Μου φαίνεται, μερικές στιγμές, ότι θα σβήσω απ' ώρα σ' ώρα.."
" Μη κάνεις, έτσι, Φωτούλα..", της είπα, " Παράτα τα, πια, τα παιδιά, και κοίταξε τον εαυτό σου λίγο.."
" Πώς να τα παρατήσω..", είπε. " Περάσαμε μια λαχτάρα..Κόντεψα να πεθάνω!.. Ο μικρός.., Θεόφιλε..", είπε, σηκώθηκε κι έφυγε απ' το σπίτι!.. Εξαφανίστηκε για τρεις μέρες!.. Τον ψάχναμε με την αστυνομία!.. Σε κακά χάλια, τον βρήκαμε! Έχει μπλέξει, Θεόφιλε.. Τον έχουν παρασύρει κάτι αλήτες, κι έχει μπλέξει για τα καλά!.. Τον βρήκαμε στην Κάτω Κηφισιά.. σ' ένα σπίτι γκρεμισμένο! Ήταν μ' αυτούς τους αλήτες..και κάπνιζε χασίσι!.. Δε μπορώ άλλο, Θεόφιλε!.. Πάει, θα το χάσω το παιδί!".
" Μη στεναχωριέσαι..", της είπα, " Έτσι είναι τα παιδιά!..Θα του περάσει!. Μη στεναχωριέσαι".
" Πώς να μη στεναχωριέμαι, Θεόφιλε.. Δεκαπέντε χρονώ παιδί, κι έχει αρχίσει από τώρα τέτοια πράματα!.. Πάει, Θεόφιλε!. Δεν ακούει κανέναν! Δε θέλει να κάνει τίποτα!.. Ούτε στο σχολείο θέλει να πηγαίνει!.. Μας έχει πεθάνει, σου λέω!.. Απ' τον μεγάλο δεν έχω παράπονο.. Είναι άλλος χαρακτήρας!.. Ο Ευριπίδης, όμως;.. Ποιανού έμοιασε, Χριστέ μου;.. Από ποιον  πήρε;..Θα με πεθάνει.., δεν αντέχω άλλο!..Δεν είναι ζωή αυτή! Καμιά χαρά δεν παίρνω! Δε ζω!..Πάει η καλή ζωή, Θεόφιλε!.. Θυμάσαι;.. Άντε!.. Έλα, λίγο, να σε δω, που σ' έχω επιθυμήσει!.. Θα σου' χω και μια μπατσαριά που σ' αρέσει!..Έλα λίγο..", είπε, παρακαλετά, κι αμέσως, ύστερα, " Α! ξέχασα να σου πω!..", μου' πε ζωηρά: " Με πήρε στο τηλέφωνο κι ο Λέαντρος, απ' τη Θεσσαλονίκη!.. Με ρώταγε, τι κάνεις.. και, μου' πε, ότι το Πάσχα, που' χε πάει στη Βουλγαρία, εκδρομή, είδε στη Βάρνα - στην παλιά την πόλη - ένα σπίτι αρχοντικό, που είχε πάνω απ' την εξώπορτα μια πλάκα με την επιγραφή: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΟΥΔΑΣ - ΕΜΠΟΡΟΣ, έγραφε, μου΄πε. Πρέπει να' ταν του προπάππου μας, αυτό το σπίτι, που είχε τα εμπόρια εκεί απάνω..Πες το στο Θεόφιλο, μου' πε, θα χαρεί!..".
" Αλήθεια;", είπα, " Καλά..πώς δε με πήρε ο ίδιος να μου το πει;"
Σ' έπαιρνε, μου' πε!..Πολλές φορές σ' έχει πάρει, είπε, αλλά το τηλέφωνο σου δεν απάνταγε..Καλά, μωρέ, Θεόφιλε!..Μήπως εγώ, δε σ' έχω πάρει τόσες φορές, και δεν απαντούσες;".
" Έχεις δίκιο, Φωτούλα", της είπα, " Δεν το σήκωνα..Τώρα όμως είμαι καλύτερα.."
" Άντε, μπράβο!", μ' έκοψε. " Έλα, λίγο, να σε δω,που σ' έχω επιθυμήσει!..Πώς έχουμε χαθεί έτσι; Από τότε που έφυγε κι ο Λέαντρος στη Θεσσαλονίκη, μαύρη πέτρα έριξε!.. Πώς έχουμε σκορπίσει έτσι!..Τι κατάρα είν' αυτή, Θεόφιλε.. Άντε!.. Έλα λίγο, να τα πούμε.. Τον κήπο τον θυμάσαι;..Ζούγκλα ήταν!..Θυμάσαι που μας έλεγε ο πατέρας, τη νύχτα, ότι όποιος θα πάει μέχρι τον αΐλαντο και θα γυρίσει, χωρίς να φοβηθεί, θα του δώσει ένα τάληρο; Έχει μείνει, ξέρεις, ο αΐλαντος!..Ακούς εκεί;..Κρατιέται ακόμα το βρωμόδεντρο!.. Ο μόνος, είναι, που ' χει μείνει στη γειτονιά! Άντε, Θεόφιλε.., έλα! Θα τα πούμε , κιόλας, λίγο. Έλα που σε θέλω".
" Εντάξει, Φωτούλα, θα'ρθω", της είπα, κι έκλεισα το τηλέφωνο. Το' κλεισα, κι αμέσως, στο μυαλό μου, έγραψε η εικόνα του σπιτιού και ο μεγάλος κήπος με τα δέντρα. Το σπίτι, που δεν υπάρχει πια, σκέφτηκα, και τον αΐλαντο: εκείνο το βρωμόδεντρο, που ζει ακόμα και τα φύλλα του κουνιούνται, με τον αέρα, ψηλά και πάνω απ' τις κεραίες που ορθώνονται στο τετραόροφο που έχτισε στον κήπο η αδερφή μου.

Το σκέφτηκα αυτό το δέντρο τ' ουρανού - που ακόμα κι αν το κάνεις κομματάκια, αυτό θα βρει τον τρόπο, έστω κι από ένα κοτσανάκι, να μεγαλώσει πάλι απ' την αρχή και να ξαναζήσει - κι ήρθε στο νου μου, η νύχτα εκείνη του καλοκαιριού, που είδα τη μάνα μου, μαζί με τη Φόνη, να κάθουνται κάτω απ' αυτό το δέντρο.

Στις πάνινες τις πολυθρόνες κάθονταν, αντικρυστά, και κοίταγαν, ψηλά, το θόλο τ' ουρανού. Τ' αστέρια κοίταγαν, που κρέμονταν μες στο στερέωμα, σα να' ταν φωτερά τσαμπιά από σταφύλια, και κουβέντιαζαν, οι δυο τους σιγανά: " Περνάει η ζωή, Λουκία!.." έλεγε η Φόνη. " Πώς πέρασαν, αλήθεια, τόσα χρόνια;.. Ούτε αέρας να' ταν!. Κι εμείς; Τι καταλάβαμε;..Να πεις πως ζήσαμε;..Μπα!.. Όλη αυτή η φασαρία, για το τίποτα!.. Μια με το ένα, μια με τ' άλλο.. Πάει η ζωή, Λουκία!.. Γεράσαμε! Πότε θα ζήσουμε;"
" Δε βαριέσαι, Φόνη..Την άλλη φορά!", είπε, η μάνα, και τράβηξε το βλέμμα της από τον ουρανό. Κατέβασε, ύστερα, και το κεφάλι, κι όλο κοίταγε συλλογισμένη - εκεί μπροστά στα πόδια της - κάτι δεντρολίβανα, που κούναγε τις άκρες τους ο σιγανός αέρας.
( απόσπασμα)

Νίκος Χουλιαράς, Ζωή, την άλλη φορά, Νεφέλη 1985, Δ' έκδοση.

 Ο Νίκος Χουλιαράς είναι ένας από τους αγαπημένους μου Ηπειρώτες λογοτέχνες και δημιουργούς. Ίσως η λέξη αγαπημένος να έχει καταντήσει πολύ κοινή, αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να τον ορίσω.
 Η ανάρτηση αφιερωμένη στη μνήμη του

Το ιστολόγιο τού έχει αφιερώσει σχετικές αναρτήσεις παλιότερα εδώ και εδώ


 





Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Τα Γιάννενα του Χριστόδουλου Γκαλτέμη

Γεννημένος στην Κωστάνιανη, μικρό χωριό της επαρχίας Δωδώνης στον νομό Ιωαννίνων και πάνω στον παλαιό δρόμο Ιωαννίνων - Παραμυθιάς το 1953.

Ο Χριστόδουλος Γκαλτέμης εκδήλωσε από μικρός την έφεση του στο σχέδιο και στη ζωγραφική. Έτσι, πήρε, μαθητής ήδη στη μέση εκπαίδευση, τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής κοντά στον Γιαννιώτη ζωγράφο Γιώργο Καζάκο και αργότερα σπούδασε ζωγραφική στο Προκαταρκτικά Εργαστήριο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Νίκο Νικολάου. Οι κύριες σπουδές του όμως ήταν στο Εργαστήριο Χαρακτικής της ίδιας σχολής στο οποίο μπήκε πρώτος. Σπούδασε με υποτροφία του ιδρύματος Γιάννη Κεφαλληνού και του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών. Δάσκαλός του στο Εργαστήριο Χαρακτικής, ο σπουδαίος μάστορας Κώστας Γραμματικόπουλος. Όπως ομολογεί σήμερα ο Γκαλτέμης, ενθουσιάστηκε όταν συνάντησε τον δημιουργό του αλφαβηταρίου τον στο δημοτικό σχολείο - τις εικόνες του βιβλίου αυτού, που τον φανταζόμαστε να το κρατάει όπως το παιδάκι στη φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη, θαύμαζε και, στην παιδική του φαντασία, ήθελε να τις είχε ζωγραφίσει εκείνος. Παρακολούθησε ακόμα όσο σπούδαζε το Φροντιστήριο Καλλιτεχνικής Τυπογραφίας και Τέχνης του Βιβλίου, με δάσκαλο τον Γιάννη Παπαδάκη, ενώ άκουσε τα θεωρητικά μαθήματα του Παντελή Πρεβελάκη, του Παύλου Μυλωνά, του Αντωνίου Δανασσή-Αφεντάκη και της Μαρίνας Λαμπράκη – Πλάκα.

       Αποφοίτησε το 1978 με την τιμητική διάκριση «Βραβείο Φιλοτεχνηθέντων έργων». Από νωρίς η καλλιτεχνική δημιουργία του έπεισε για την αξία και τη δύναμή της, ώστε γρήγορα κέρδισε τη θέση της: έργα του εκτίθενται δίπλα σε "ονόματα" της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, όπως είναι οι Σπύρος Βασιλείου, Γιώργος Μανουσάκης, Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Σπυρόπουλος, Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας, Κώστας Μαλάμος, Πάρις Πρέκας, Γιώργης Βαρλάμος, Παναγιώτης Τέτσης, ο δάσκαλός τον Κ. Γραμματόπουλος, κ.ά - ακούει κι έναν "καλό λόγο" από τον καθένα, από άλλον για την εκλογή και την επεξεργασία του θέματος, από άλλον για το σχέδιο και τα χρώματα, αποφασιστικής σημασίας σπάνιες παροτρύνσεις για νέο καλλιτέχνη. Το 1988 εξασφάλισε τριετή υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών για μεταπτυχιακές σπουδές χαρακτικής, με υπεύθυνο καθηγητή τον Γιάννη Παπαδάκη.
Το  βιογραφικό έγραψε ο Δημήτρης Παυλόπουλος και βρίσκεται εδώ

Έργα του Χριστόδουλου μπορείτε να δείτε εδώ    

Τα έργα του Χριστόδουλου Γκαλτέμη μου αρέσουν ιδιαίτερα όχι μόνο για τον τρόπο που ο καλλιτέχνης επεξεργάζεται το θέμα του αλλά  γιατί απεικονίζουν μεριές της πόλης που δεν υπάρχουν πια ή έχουν μεταμορφωθεί οριστικά.