Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

« Ευτυχείτε...»



« Ευτυχείτε...»
 
« Τίποτε δεν εκατορθώσατε αφήνοντες κληρονομίαν εις τα παιδιά σας την πατρικήν γην ελευθέραν από τους τυράννους, αν δεν φροντίσετε να φυτεύσετε εις τας νεαράς ψυχάς μίσος άσπονδον κατά πάσης αδικίας. Ματαίως ελευθεριάσατε τους οφθαλμούς των από την φρικώδη θέα των Τούρκων, αν δεν τα διδάξητε νηπιόθεν να φρίττωσι και να αποστρέφωνται όχι μόνον τους Τούρκους του Μωάμεθ, αλλά και τους επαγγελομένους την θρησκείαν του Ευαγγελίου Τούρκους, εάν κατά δυστυχίαν φανώσιν μεταξύ των ελλήνων τοιούτοι Τούρκοι. Ευτυχείτε!»
 
ΑΔ. ΚΟΡΑΗΣ
 
1. Ο πάτερ Μηνάς
Τ’ άλογα τινάχτηκαν με μια κίνηση μπροστά σα να’ νιωσαν ξαφνικά λευτερωμένα. Η άμαξα πήρε τον κατήφορο για το Δνείπερο.
- Ευτυχείτε! αποχαιρέτισε άλλη μια φορά τους δυό νέους ο πάτερ Μηνάς.
Η άμαξα ξεμάκραινε γρήγορα. Δυό νεανικά πρόσωπα φαίνονταν κολλημένα στο τζάμι του μικρού παραθυριού στην πίσω μεριά της καρότσας. Ο καλόγερος στεκόταν στη μέση του δρόμου μ’ απλωμένα τα χέρια, σα μαύρος σταυρός. Τα λόγια κάποιας ευχής έσταζαν μισοσβησμένα χάμω μαζί με δυό – τρεις σταλαματιές από το μαδημένο γένι του.
Ήταν ένας χαμηλόσωμος στεγνός καλόγερος. Ο ρωμιός δάσκαλος των δυό παιδιών. Είναι βδομάδα τώρα που έφυγε μαζί τους από την Οδησσό και τα συνόδεψε ως εδώ. Χτες, Κυριακή, λειτουργήθηκαν κ’ οι τρεις στην Αγιά Σοφιά, τα πήγε και στον ερημίτη της Λαύρας, το φίλο του τον Παρθένιο και πήραν τις ευλογίες του. Τα παιδιά πήγαιναν στην Πετρούπολη. Όλοι σα να φεύγαν τώρα, άνοιγαν οι δρόμοι του θεού κι όλοι οι άνθρωποι σαν κάπου να πήγαιναν. Καιρός να φύγει κι αυτός. Επειδή όμως ήταν ογδοήντα δύο χρονών δε θα’ κανε πια άλλα επίγεια ταξίδια, παρά θα ετοιμαζόταν για το μεγάλο ταξίδι. Το παλιό όνειρο, που ήταν να κατέβει για να πεθάνει στην πατρίδα, το ένιωθε σαν απραγματοποίητο τώρα, φευγάτο πολύ μακριά, σα να’ ταν μια παιδική ανάμνηση. Μπορεί η πατρίδα να ελευθερωνόταν αύριο – μεθαύριο, αλλά γύρω απ’ αυτόν άπλωνε το ράσο της η μεγάλη νύχτα. Ήταν φανερό το πράμα. Θα πήγαινε λοιπόν στη Λαύρα, τα μίλησαν χτες και με τον Παρθένιο. Απ’ το θείο των παιδιών, τον έμπορο πρώτης γίλδιας κι αξιότιμο πολίτη της Οδησσού Σαραντόπουλο είχε πάρει μαζεμένους τους μιστούς του. Όλες οι οικονομίες του δυό χιλιάδες ρούβλια ασιγνάτσιες κ’ εξακόσια ασήμι. Πριν να φύγει από την Οδησσό έδωκε τα μισά χρήματα στην Επιτροπεία που έκανε τις προμήθειες για τον ιερό αγώνα, τ’ άλλα τα πήγαινε στη Λαύρα εισφορά.
Πρέπει ακόμη μερικά λόγια ν’ αφιερώσουμε στον καλόγερο πριν πάρει πλαγιά πλαγιά, κάτω από τα πανύψηλα δέντρα, το μονοπάτι που θα τον φέρει ίσα στις σπηλιές της Λαύρας – και τον χάνουμε μια και καλή.
Ήταν από κει που γεννιούνται οι μεγάλοι ταξιδευτές – Κεφαλλονίτης. Εδώ και τρία – τρισήμισυ χρόνια ξυπόλητος, με τρεις κασέλες βιβλία, παρουσιάστηκε στο αρχοντικό του Σαραντόπουλου – και δεν το κούνησε ολόκληρα τρία χρόνια! Περίπτωση  μοναδική στη ζωή του. Από παιδάκι ακόμη, μαζί με τον πατέρα του που ήταν πιτόρος - μπογιατζής και λαϊκός ζωγράφος μαζί - περπάτησε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, πήγαν στην Πόλη, ανέβηκαν και στη Βλαχία. Τα μεγάλα του όμως ταξίδια τ' άρχισε ο Μηνάς από το 1786 την άνοιξη, όταν, φτωχοκληρικός και φτωχοδιδάσκαλος, γνωρίστηκε στη Βενετία σε ηλικία 27 χρονών με το Γιώργη Παπάζογλου, το γνωστό μας λοχαγό του ρωσικού στρατού. Εργάστηκαν με τον Παπάζογλου μαζί. Μετάφρασαν στην ελληνική και τύπωσαν εκεί στη Βενετία τα επαναστατικά φυλλάδια, τον Κανονισμό του Στρατού, και τον ίδιο χρόνο πέρασε κι ο Μηνάς στην Κεφαλλονιά κι από κει στη Ρούμελη, στην Πελοπόννησο και στα νησιά του Αιγαίου.
Έξι χρόνια αργότερα μ' ένα ρωσικό καράβι από την αρμάδα του Ορλόφ, γιομάτο πρόσφυγες μωραΐτες και νησιώτες, έβγαινε πρώτη φορά στη Χερσόνησο της Ταυρίδας, στη Μπαλακλάβα. Δεν έμεινε πολύ. Έφυγε για το Κίεβο. Τούτο το δρόμο που έκαναν τώρα τα δυο παιδιά, οι μαθητές του, ο καλόγερος τον είχε περάσει εδώ και χρόνια - τότε που πήγαινε στην Πετρούπολη δάσκαλος στο ελληνικό γυμνάσιο που άνοιξε εκεί η μεγάλη τσαρίνα Αικατερίνη. Δεν ήταν ο σκοπός του να ρίξει άγκυρα στην Πετρούπολη. Έπειτα από λίγα χρόνια πάλι η ρωσική φλότα θα κατέβαινε να κάψει τα ντελίνια της Τουρκιάς - και θα κατέβαινε κι ο Μηνάς.
Το οδοιπορικό αυτού του ανθρώπου είναι ατελείωτο. Όπως κι όλων των ρωμιών λογίων και μισολογίων που γύριζαν από πρωτεύουσα σε πρωτεύουσα, από αυλή σε αυλή, γιομάτοι ιδέες και πείσματα, στραβοβλέποντας ο ένας τον άλλον, μαχητικοί, φανατικοί δάσκαλοι σ' όλα από τις φιλοσοφίες των Πλατώνων ως το Χριστό και το Βολταίρο, γλωσσολόγοι, αστρονόμοι, στιχοπλόκοι έτοιμοι να πεταχτούν κι από το πρωτοΰπνι για κήρυγμα και διδασκαλία...
Δεν ξέρουμε καλά πού πήγε και τι έκαμε στο μακρύ και πλάνητα βίο του. Μέσες άκρες, από δικές του φαίνεται εξιστορήσεις, τα οικογενειακά χρονικά των Σαρανταπουλαίων της Οδησσού έχουν διαφυλάξει ότι στην Πετρούπολη τότε έμεινε λίγο καιρό. Ήρθε σε θανάσιμη διένεξη μ' έναν άλλο ρωμιό, δάσκαλο και κληρικό, τον πάτερ Αναστάσιο, που είχε γνωρίσει πρωτύτερα στην Πάτμο κι έγιναν φίλοι. Ο Αναστάσιος ήταν δυο χρόνια πριν από το Μηνά στην Πετρούπολη, ήξερε καλά τα ρωσικά, έπιασε γνωριμίες και είχε και την προστασία του Ευγένιου Βούλγαρη που ήταν ακόμη τότε στην αυλή της Αικατερίνης. Κι εκείνος φαίνεται, ο Αναστάσιος, κάλεσε και το Μηνά ν' ανέβει στην Πετρούπολη να διδάξει στο σχολείο. Το γιατί ακριβώς μάλωσαν οι δυο καλόγεροι μένει άγνωστο. Το πήραν μαζί τους τα χρόνια κι ο ερμητισμός  του σχήματος. Ο Μηνάς έφυγε από την Πετρούπολη κακήν κακώς, κυνηγημένος από τον Αναστάσιο ως άθεος και φονεύς των ηθών. Το περιστατικό γεννά απορίες, αφού οι δυο μοναχοί ήταν φίλοι κι ομοϊδεάτες - συμπαθούσαν  τις νέες ιδέες του γαλλικού διαφωτισμού, πρώτα το Βολταίρο, τον αγαπημένο κι επίσημο φιλόσοφο της τσαρίνας.
Μα ίσως εδώ βρίσκεται  το κλειδί: η Αικατερίνη, όπως ξέρουμε , αρνήθηκε το Βολταίρο. Κι έπειτα από μερικά χρόνια, τον έναν από τους δυο δασκαλοκαλόγερους, τον Αναστάσιο, τον βρίσκουμε σύγκελο στην Ιερά Σύνοδο με ελεύθερο πασαπόρτι στο παλάτι. Με την ευλογία της Συνόδου και τη συγκατάθεση της τσαρίνας, κάνει κι αυτός το κατά δύναμιν για να πάρει ελληνική μόρφωση ο εγγονός της τσαρίνας, ο Κωνσταντίνος, που η τρανή γιαγιά του ήθελε να τον δει αυτοκράτορα των ρωσογραικών. Έπειτα κάνει εντύπωση ότι από του Αναστάσιου τα δόντια γλίτωσε το Μηνά ο κόμης Αλέξανδρος Βοροντσόφ, πρόεδρος της κολέγιας του εμπορίου, ένας άνθρωπος με δυνατά μέσα και φιλελεύθερες ιδέες, ο ίδιος που έπειτα από χρόνια θα σώσει από την κρεμάλα της Αικατερίνης τον γνωστό λόγιο Ραντίσεφ. Άλλη μια λεπτομέρεια: Τη χρονιά που κυνηγήθηκε ο Μηνάς, ο νεαρός Ραντίσεφ έχει πια γυρίσει από την Ευρώπη. Νέος καλλιεργημένος και φιλελεύθερος, είναι κατασυγκινημένος από το δράμα των Ελλήνων. Μεταφράζει στα ρωσικά ελληνικά επαναστατικά φυλλάδια που φτάνουν στα χέρια του, όπως γράφει σ' έναν πρόλογό του, κατευθείαν από το Αρχιπέλαγος - από το Αιγαίο όπου από το 1768 ως το 1774 βρισκόταν κι ο πάτερ Μηνάς. Όπως και να' χει το πράγμα, ο Μηνάς γλίτωσε. Αφού έκανε μερικά χρόνια έγκλειστος στη Μονή Σταρολάντοζκι, κατάφερε να ξαναβγεί στην ελευθερία και να τραβηχτεί κατά το νότο, μακριά από το μοχθηρό μάτι του Αναστάσιου, που' χε γίνει στο μεταξύ πανίσχυρος κι ήταν μέσα σ' όλες τις γραικορωσικές υποθέσεις της Εκκλησίας και ακόμη της Αυλής.
...Πέρασαν χρόνια ως τότε που παρουσιάστηκε στην Οδησσό στους Σαραντοπουλαίους. Άγνωστο πού χάθηκε όλον αυτό τον καιρό. Μόνο κάποιο φεγγάρι στο ρωσοτουρκικό πόλεμος του 1806, εβδομηντάρης σχεδόν, ακούγεται κοντά στον δεσπότη της Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο, κάποια όπως βαριά αρρώστια τον πετάει, πριν ακόμη τελειώσει ο πόλεμος, στο Κίεβο κι αποκεί στην παλιά πρωτεύουσα  με τους χρυσούς τρούλους και τα μοναστήρια, στη Μόσχα.
Στην Οδησσό ήρθε από κάποιο μοναστήρι του Άστραχαν. Από καιρό ζητούσε ο Σαραντόπουλος στα μοναστήρια και στις επισκοπές έναν δασκαλόπαπα καλόν, διαβασμένον. Τον ήθελε για τον ανιψιό του Ευγένιο, μοναχοπαίδι της αδελφής του που έχασε τον άντρα της, συνταγματάρχη  του ρωσικού στρατού από παλιό βυζαντινό σόι, στη μάχη του Μποροντινό το 1812. Ο Ευγένιος μεγάλωνε τώρα στο σπίτι του κι ο άτεκνος Σαραντόπουλος τον λογάριαζε παιδί του και κληρονόμο του.
Φαίνεται λοιπόν πως από τότε, από τη λαχτάρα εκείνη που του έκανε ο Αναστάσιος, δεν ξαναπάτησε ο Μηνάς στην Πετρούπολη. Η μεγάλη πόλη, η πρωτεύουσα του απέραντου βασιλείου, τον είχε πικράνει πολύ - τη φοβόταν. Πελώρια Μέδουσα του άρεσε να τη ζωγραφίζει στα χαρτιά του ξενερισμένη εκεί στην άσπρη θάλασσα του βορρά, με νουρά ψαριού, στήθος αμαρτωλό και μορφή ανθρώπου, που ήταν πάντοτε η γλοιώδης και φαρμακερή μορφή του Αναστάσιου.
Και να τώρα ξεπροβόδιζε για κει τον αγαπημένο του μαθητή Ευγένιο! Τρία χρόνια αφιέρωσε ο Μηνάς στον καλό αυτό νέο, τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Του έδωσε πολλά, όλα που μπόρεσε. Γιατί τον αγάπησε σαν παιδί του, πνευματικό παιδί του - αλλιώτικα πώς να μείνει ολόκληρα τρία χρόνια στον ίδιο τόπο! Τον αγάπησε γιατί ήταν έξυπνος κι ενάρετος και θα γινόταν - ήταν βεβαιωμένος γι' αυτό ο Μηνάς - άξιος άνθρωπος που θα' κανε καλό στους άλλους ανθρώπους και πρώτα στο δυστυχισμένο γένος. Μα να ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και πήγαινε κι αυτός εκεί. Τι τον περίμενε λοιπόν απάνω εκεί στις άσπρες θάλασσες; Ποιος νέος Αναστάσιος να του ' χε κι αυτουνού στημένο καρτέρι μες στα πολλά γυρίσματα που παίρνουν τόσο ξαφνικά οι νέοι χρόνοι κι οι καιροί;

***

...Έπεφτε ο ήλιος. Η άμαξα ροβόλησε στο ποτάμι και δε φαινόταν. Στην κοιλάδα του Δνείπερου πέφταν τα φρόνιμα χρώματα του δειλινού. Η φαρδιά ζωγραφιά με το ποτάμι και τους πράσινους λόφους, τα σπαρμένα χωράφια και τον καθαρό ουρανό έμπαινε σαν καλή μέρα στη συννεφιασμένη ψυχή του καλόγερου. Καλό σημάδι για το μακρινό ταξίδι των παιδιών. Ηρέμησε. " Ποιος ξέρει, είπε. Η ζωή η δική μου ήταν νύχτα, η ζωή η δική του ας είναι το ξημέρωμα και η μέρα. Ο Θεός να του δώσει!"
Έκαμε πάλι το σταυρό του.
- Ευτυχείτε! είπε πάλι και σκύβοντας πήρε από χάμω το δισάκι, το' ριξε στον ώμο και τράβηξε σκυφτός κάτω από τα δέντρα για τις βαθιές σπηλιές της Λαύρας.

2. Ταξιδεύοντας

Σα να έχασα δεύτερη φορά τον πατέρα μου, είπε μ' αναστεναγμό ο Ευγένιος.
Ο Ιωάννης χαμογέλασε.
- Ουδέν κακόν αμιγές καλού, Ευγένιε. Θαρρώ μάλιστα ότι το καλό είναι απείρως μεγαλύτερο. Δεν παραγνωρίζω τα καλά του γέροντα ο οποίος σου έδωσε πολλά, όπως κι εμένα, παρ' όλο που εγώ λίγο ευτύχησα να είμαι μαζί του. μας έδωσε και των δυο πολλά!
- Μας πρόσφερε πολλά, είναι αλήθεια, είπε ο Ευγένιος. Το αγγείο όμως το δικό μου, Ιωάννη, ελάχιστα συγκράτησε.
- Και τι να πω τότε εγώ, Ευγένιε! Άι, αν δεν ήξερα την ειλικρίνειά σου θα το' παιρνα πως δεν το' πες για τον εαυτό σου...Μα ας είναι. Είμαι σύμφωνος πως κι άλλα χρήσιμα πράγματα θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε από το δικό του αγγείο στα δικά μας. Αλλά δε νομίζεις κι εσύ πως πρέπει κάπου να έχουμε αφήσει άδειο μέρος για όσα θ' ακούσουμε και θα δούμε αποδώ και εμπρός;
Ο Ευγένιος γέλασε:
- Άδειο μέρος στο κεφάλι μου; Ποτέ!
- Θέλω να πω ότι ο πάτερ Μηνάς με τους αρχαίους του και με τους Φράγκους του το' φαγε το ψωμί του. Πάνε εκείνα. Ανήκουν σ' άλλους αιώνες. Ο πάτερ Μηνάς...
Τον άκουσε ο Ευγένιος σιωπηλός.
- Φίλε μου, είπε μετά, δεν έχεις δίκιο. Σε βεβαιώνω ότι ποτέ, ακούγοντας τον πάτερ Μηνά, δεν είπα πως μαζεύω κειμήλια στο μυαλό μου. Όσο παλιές και να' ναι οι γνώσεις μας, όλο και κρατάνε κάτι που είναι νέο, φτάνει να είναι αληθινές κι αξιόλογες. Κατ' εμέ, αν θέλεις, ένας νέος της δικής μας ηλικίας, άμα δεν είναι παιδομαθής και δεν φροντίζει να πολλαπλασιάζει τις ιδέες του, είναι πιο αρχαίος από ένα διαβασμένον που έζησε τα παλαιότερα χρόνια, αλλά πάσχιζε να μαθαίνει όλα εκείνα που είπαν άλλοι άνθρωποι σοφότεροί του...
Ο Ιωάννης έρριξε μια πλάγια ματιά, η όψη όμως του Ευγένιου ήταν σοβαρή, πάλι δε φαινόταν να το είπε για τον Ιωάννη. Μα η σκέψη ότι τα λόγια του θα μπορούσε κανείς να τα πάρει κι έτσι έκανε τον Ιωάννη να χάσει κάθε όρεξη για τη συζήτηση.
-Ναι, ναι, μουρμούρισε και βάλθηκε να κοιτάζει μέσ' από το τζάμι τους χαμηλούς λόφους που άφηνε η άμαξα στο πλάι.
Ο Ευγένιος συνέχισε:
- Αλήθεια, πιστεύεις , Ιωάννη, ότι η διδασκαλία των Φράγκων του περασμένου αιώνα πέθανε κι αυτή μαζί με τους δασκάλους κι ανήκει στα μνημεία και στην ιστορία; Εγώ σκέφτομαι αλλιώς. Ξανοίγω μεγάλη συνέχεια στα όσα εκείνοι εδίδαξαν και στις ιδέες που εμείς τώρα κρίνουμε καλές. Κι έπειτα βλέπω την ίδια συνέχεια μεταξύ της σοφίας εκείνων και των παλιότερων έως τους πιο αρχαίους. Με τη διαφορά πως εκείνοι, οι πρώτοι, ήτανε μικροί στο ανάστημά των, ενώ ετούτοι μεγαλύτεροι, όχι όμως γιατί γεννήθηκαν σοφότεροι, αλλά επειδή τις γνώσεις δεν έκατσαν να τις φτιάξουν εξυπαρχής, παρά στάθηκαν απάνω στα όσα είχαν δημιουργήσει όλοι μαζί οι προγενέστεροι. Έτσι που σαν μιλάμε τώρα για έναν Ελβέτιο ή για το δημιουργό του "Αιμίλιου", στοχαζόμαστε κι όλους τους προγενέστερους, ξεχωρίζουμε τα σκαλοπάτια που πάτησε ο νεώτερος για ν' ανέβει στη δική του κορυφή.
Ο Ευγένιος έμεινε μια στιγμή σκεφτικός και χαμογελώντας πρόστεσε:
- Αν μου τύχαινε το δώρο του ζωγράφου, θα έκανα μια προσωπογραφία του Φρανσουά Μαρί Αρουέ. Θα προσπαθούσα να τον φτιάξω ώστε ο καθένας να γνώριζε το συγγραφέα του " Φιλοσοφικού Λεξικού" έτσι που τον ξέρουμε από την εργασία του Χουντόν. Συνάμα θα βασανιζόμουν να' βρω τρόπους ώστε στη φιγούρα, στην κόμμωση, στην ενδυμασία, είτε στο χώρο που θα τον περιβάλλει, στην ατμόσφαιρα που θα δημιουργούσα, να μπορεί κανείς να μαντέψει τις σκέψεις αυτές, τη διαδοχή των γνώσεων, δηλαδή θα έκαμνα από κάπου να προβάλει εκεί μέσα κι η θύμηση του Θαλή, του Πλάτωνα, του Χριστού...
Ο Ιωάννης τινάχτηκε.
Βολταίρος, Μοντεσκιέ, Διδερό, Ελβέτιος, Ρουσσό, ο αββάς Ραινάλ - σαν τα πουλιά γύρω στη φωλιά τους τα φράγκικα ονόματα άρχιζαν να φτερουγίζουν όταν ο πάτερ Μηνάς ερχόταν να' βρει τον Ευγένιο πάνω στη μεγάλη κάμαρα του αρχοντικού ή τ' απογέματα στον κήπο κάτω από τα κυπαρίσσια και τις ανθισμένες μανόλιες. Σαν άναβε η συζήτηση άλλαζαν όψη και οι δυό τους: ο καλόγερος φυσούσε από πάνω του την κάπνα των αιώνων του, ο Ευγένιος τα ίχνη της καχεξίας του. Το πρόσωπό του έπαιρνε εκείνη τη γοητεία που τόσο ζήλευε ο Ιωάννης. Ναι, το καταλάβαινε ο καθένας - αν έγινε καλά ο Ευγένιος από τη βαριά αρρώστια, σε τούτον τον αναθεματισμένο καλόγερο έπρεπε να το χρωστά, όχι στις κούρες, όχι στους γιατρούς που έστελνε και φώναζε ο Σαραντόπουλος απ' ολούθε.
Μισοπεθαμένον από τύφο εδώ και τρία χρόνια, την άνοιξη του 1821, τον φέραν απάνω στην άμαξα από τη Μολδαβία, όπου πήγε και κατατάχτηκε στον Ιερό Λόχο. Αυτή η αρρώστια του Ευγένιου ήταν η αιτία να κουβαληθεί στην Οδησσό κι ο Ιωάννης. Τον έφερε  η μητέρα του, αδελφή της γυναίκας του Σαραντόπουλου , γιατί από χρόνια ζέσταινε ένα όνειρο να δει το παιδί της κληρονόμο του άτεκνου γαμπρού της. Ο Ιωάννης ήταν φτωχός, ο δικός του πατέρας, ταπεινός Έλληνας από τη Μπαλακλάβα, κατώτερος αξιωματικός του ρωσικού στρατού, σκοτώθηκε στη Σούμλα το 1810 και τ' ορφανό το δώσαν στη Μόσχα, στο στρατιωτικό γυμνάσιο. Άλλη μια φορά τότε, πριν τον πάει στη σχολή, μιλημένη με την αδελφή της, τον έφερε η μητέρα του στην Οδησσό. Ο μωραΐτης Σαραντόπουλος δεν του έδειξε συμπάθεια. Μυρίστηκε τα διαβούλια των δύο γυναικών και το' κοψε· τον Ιωάννη δεν θα τον κρατούσε. Τώρα όμως ποιος ξέρει - η βαριά αρρώστια του Ευγένιου μπορεί να τον έκανε να σκεφτεί αλλιώς. Γι' αυτό η μάνα του Ιωάννη έφυγε για την Πετρούπολη, έφτασε με συστατικό γράμμα κι ως τη Βαρσοβία, στο ρωμιό στρατηγό Κρούτα, τον αυλάρχη του μεγάλου πρίγκηπα Κωνσταντίνου. Ο Ιωάννης αποσπάστηκε στην Οδησσό, στη φρουρά του διοικητή Λανζερόν. Ήταν ελεύθερος από την υπηρεσία του κι έμενε στο σπίτι του θείου του - " να' ναι κοντά στον Ευγένιο". Δεν τον είδε ο Σαραντόπουλος  ούτε και τούτη τη φορά με καλό μάτι - όταν ο Ευγένιος έγινε καλά και δέχτηκε να φύγει για την Πετρούπολη να υπηρετήσει στην κολλέγια των διπλωματικών υποθέσεων, άφησε και τον Ιωάννη να πάει στο καλό του. Μόνο φρόντισε να τον τοποθετήσουν στην Πετρούπολη, στο Ανακτορικό Σύνταγμα Σεμιόνοφσκι, που εκείνη μόλις τη χρονιά, ύστερ' από τη στάση του 1820, ξαναπόκτησε την εύνοια του αυτοκράτορα. Ήταν κι αυτό κάτι.
Τις σοφές κουβέντες του καλόγερου με το μαθητή του τις είχε παρακολουθήσει κι ο Ιωάννης. Τις παρακολουθούσε βουβά. Δε φιλονίκησε ποτέ μαζί τους, δεν άφησε να φανεί πόσο τον πείραζε να τους ακούει να μιλάνε με τόση λατρεία για τους Φράγκους που το κράτος επίσημα τους είχε αρνηθεί, όπως κι η εκκλησία. Να φιλονικήσει με τον Ευγένιο ήταν μάταιο, με τον πάτερ Μηνά σωστή τρέλα - ο καλόγερος ήταν οξύθυμος, τσουχτερόστομος, έτοιμος ν' αρχίσει ατελείωτη διαμάχη φωνάζοντας, χειρονομώντας, ξετρυπώνοντας σωρό φυλλάδια από το ξυλωμένο ράσο του κι από το σάκκο του. Ο σάκκος του πάτερ Μηνά! Και τι δεν κουβαλούσε εκεί μέσα: σταυρούς και κονισματάκια, κεριά και μόσχους, το προσφάι του, βελόνες, κουβάρια με άσπρο και μαύρο μιτάρι, κοντυλοφόρους, καλαμάρια και βιβλία - Λογικές, Γραμματικές, Γεωγραφίες, Ιστορίες, Αστρονομίες, κίτρινα όλα, λιγδιασμένα, τραγανισμένα γύρω - γύρω από τα ποντίκια, αναθεματισμένα τα περισσότερα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ρίγος τον έπιανε τον Ιωάννη όταν έσκυφτε ο καλόγερος πάνω από το σάκκο του κι έπαιρνε να ξετυλίγει το κομποσκίνι. Ενώ ο Ευγένιος! Άρπαζε από τα χέρια του Μηνά τα λαδωμένα φυλλάδια και πολλά από δαύτα τα κουβάλαγε με μια παράξενη χαρά στην κάμαρά του κι όλο το σπίτι μύριζε ανυπόφορα λιβάνι, σκόρδο, ελιές, παστά, ψάρια...
Τα βιβλία αυτά του Μηνά, όπως κι οι κουβέντες που έκανε με τον Ευγένιο, ήταν όλα εκ του πονηρού, τον Ευγένιο δε θα τον βγάζαν σε καλό - έτσι πίστευε ο Ιωάννης. Είχε σκεφτεί τότε στις αρχές να τα πει αυτά στο Σαραντόπουλο. Αλλά γιατί; Φρονιμότερο ήταν να σιωπούσε και για τ' αφορισμένα φυλλάδια του Μηνά κι ένα σωρό ακόμη βιβλία και χειρόγραφα που μάζευε ο Ευγένιος από φίλους και γνωστούς, πλήθος τετράδια που είχε ξεσηκώσει ο ίδιος με κωμωδίες και δράματα που κυκλοφορούσαν κρυφά από τις κρατικές αρχές, χέρι με χέρι, ποιήματα νέων ρώσων ποιητών που σατίριζαν  και ελεεινολογούσαν τους τυράννους κι άλλα εξυμνούσαν παλιούς και νέους τυραννοκτόνους από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα ως το Γερμανό φοιτητή Ζαντ και το Γάλλο σαμαρά Λουβέλ. Όλ' αυτά τα κουβαλούσε τώρα μαζί του. Ένα από τα κιβώτια με τις αποσκευές που ταξίδευαν μπροστά απ' αυτούς ήταν γιομάτο φυλλάδια του Μηνά - ο Ευγένιος τα' δωσε και τα έντυσαν εξώφυλλο - και πλήθος χειρόγραφα αντιγραμμένα με το ίδιο του το χέρι.
Δε μιλούσε για όλ' αυτά ο Ιωάννης. Ούτε και τώρα στο αμάξι ήθελε να φιλονικήσει με τον Ευγένιο. Πειράχτηκε όμως μ' αυτό που άκουσε κι είπε:
- Χάος απύθμενο χωρίζει τα δυο ονόματα. Το ένα συμβολίζει τη θεότητα, ενώ το άλλο την ασέβεια σε ανθρώπινα και θεία. Απορώ πώς δεν το βλέπεις.
- Δεν υπάρχει χάος, απάντησε ο Ευγένιος. Φτάνει να βρούμε τη γέφυρα και τότε εύκολα περνάμε από τον έναν στον άλλον.
- Διεφθαρμένο ανδράριο τον έχει αποκαλέσει ο Πατριάρχης. Όποιος τον ακολουθεί αφορίζεται από την εκκλησία μας. Ο αββάς Νονότ με μαθηματική ακρίβεια απόδειξε πως όλα τα λεγόμενα του Βολταίρου είναι ασεβή.
- Ο ίδιος ο αββάς, ήταν η απάντηση του Ευγένιου, μας έπεισε με τα συγγράμματά του πως δεν έχει δίκιο. Τώρα αυτό λίγοι το αμφισβητούν, μόνο οι ιερατικές κι οι στρατιωτικές σχολές. Ίσως κι ο ίδιος ο αββάς να το παραδεχόταν αν ήταν ακόμη ζωντανός. Όσο για το Πατριαρχείο, αφού περάσουν κάμποσα χρόνια, άλλα πράγματα μπορεί να μας πει για το σοφό του αιώνα μας. Και μάλιστα με την ίδια ευκολία που βιάστηκε να τον αναθεματίσει πριν σωπάσουν οι ύμνοι που πλέκανε γι' αυτόν μέχρι σχεδόν τη μέρα του θανάτου του. Πολλά είναι τα λυπηρά σε τούτη την ιστορία, αγαπητέ Ιωάννη...
- Λυπηρός κι απορίας άξιος ο φανατισμός σου!
- Αν έχει όπως το λες. Αλλά τιμώ το φιλόσοφο επειδή πρώτος αγωνίστηκε εναντίον του φανατισμού. Αν το βλέπεις και σε μένα αυτό το κακό, πε μου πού είναι να την " π α τ ά ξ ω  τ η ν   έ χ ι δ ν α" - τελείωσε εύθυμα ο Ευγένιος.
Ο Ιωάννης μετανόησε για όσα είπε - ό,τι είχε την πρόνοια ν' αποφύγει δυο χρόνια, να, το πάθαινε τώρα, σε μια στιγμή που τον θόλωσε ο θυμός.
- Καλά, καλά, είπε και δοκίμασε να πάρει άλλο τόνο, να μιλήσει σα μεγαλύτερος που ήταν κατά τρία χρόνια από τον Ευγένιο: Όταν ένας άνθρωπος έχει ξεσηκώσει εναντίον του όλο τον κόσμο, δε μπορεί, Ευγένιε, να είναι δάσκαλός σου και παράδειγμά σου!
- Τι θα' λεγες, αν τον κάρφωναν κι εκείνον στο σταυρό...
...Ως το τέλος του πολυήμερου ταξιδιού οι δύο νέοι δεν ξαναμίλησαν γι' αυτά...
( απόσπασμα)


Μήτσος Αλεξανδρόπουλος , φύλλα - φτερά, διηγήματα, Εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 1983
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γεννήθηκε στις 26 Μαΐου 1924 .
Η νουβέλα " Ευτυχείτε" δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης το Μάρτιο του 1966.



Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Κ.Π. Καβάφης και...Ρεμβασμοί στο σκοτάδι.

 

29 Απριλίου 1863 ήρθε στη ζωή ο Κ.Π. Καβάφης και  29 Απριλίου 1933 την εγκατέλειψε. 
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος έγραψε  το διήγημα  " Ρεμβασμοί στο σκοτάδι" το 1965 , πολιτικός πρόσφυγας, στη Μόσχα. 
Η Σόνια Ιλίνσκαγια - Αλεξανδροπούλου  έκανε γνωστό τον Κ. Π.Καβάφη και το έργο του στο ρώσικο αναγνωστικό κοινό. Γράφει στο βιβλίο της " Ο Κ.Π. Καβάφης και η ρωσική ποίηση του "Αργυρού αιώνα" :
"...το 1965, η ¨Σατραπεία" του Καβάφη δημοσιεύτηκε στη Μόσχα μέσα σε ένα διήγημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου " Ρεμβασμοί στο σκοτάδι". Ήταν η πρώτη μεταφραστική επικοινωνία μου με τον Καβάφη και αποδείχτηκε ιδιαίτερα καθοριστική. Καθοριστικό υπήρξε το κύριο κλειδί πρόσβασης στον Καβάφη, όπως υποβάλλεται στο διήγημα. Η πεποίθησή μου, την οποία ανέπτυξα πολύ αργότερα, ότι στην πρώτη μεταπολεμική γενιά έπεσε ο κλήρος μιας πολύ προσωπικής, ανανεωμένης ανάγνωσης του Καβάφη, έχει τις ρίζες της σε κείνη την παλιά εμπειρία και πιστεύω πως αξίζει να την καταγράψω.
Μέσα στην παγερή νύχτα, στο σκληρό περιβάλλον ενός στρατώνα, στο βασίλειο της κυριολεκτικής  σατραπείας, ένας νεοσύλλεκτος φρουρός, διανοούμενος, βρίσκει ζεστασιά και ψυχικό στήριγμα απαγγέλλοντας, μέσα φωνή, της "Σατραπεία" του Καβάφη. Και το ποίημα αυτό, και το όνομά του Καβάφη θα λειτουργήσουν ως μυστικός κώδικας αναγνώρισης στην αναπάντεχη, όπως αυτή θα εξελιχθεί, συνάντηση και την κουβέντα με τον αξιωματικό Εφόδου. " Τον ύμνο όλων εμάς των ταλαιπωρημένων, τώρα καταλαβαίνω..., λέει ο αξιωματικός. Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει...". Σε λίγο ανάμεσά τους πάλι θα πέσει ο αδιαπέραστος " τοίχος του σκοταδιού και της παγωνιάς" δίπλα στη σκοπιά θα περάσει η περιπολία της Στρατιωτικής Αστυνομίας, αλλά εκείνη η ζεστή επικοινωνία των δύο εσωτερικά ανυπόταχτων πρόλαβε να συντελεστεί. Και σαν ένα όραμα μένει τελικά η ιδέα της όρθιας ανθρώπινης στάσης, έστω και διαποτισμένης με μεγάλη δόση στωικισμού.
Μ' αυτό το ουμανιστικό μήνυμα που η πρώτη μεταπολεμική γενιά διέκρινε στην ποίηση του Καβάφη σαν κάτι πολύ δικό της, βίωμα και δίδαγμα, συνδέθηκε σε ένα μεγάλο βαθμό και η δική μου πρώτη ανάγνωση του Καβάφη. Πιστεύω πως μια τέτοια γοητεία άσκησε και στους συμπατριώτες μου η δειγματοληπτική γνωριμία με τον Καβάφη το 1967 στις σελίδες του περιοδικού Ξένη Λογοτεχνία. Η εποχή, ως γνωστό, προσδιορίζει και την οπτική γωνία των διαβασμάτων..."

Ρεμβασμοί στο σκοτάδι
Ο παλιός σκοπός άναψε το τσιγάρο του, σφίχτηκε μες στη χλαίνη κι αποχαιρέτησε τον άλλο φαντάρο που ήρθε και τον άλλαξε:
- Μωρέ θα ξεπαγιάσεις, φιλόσοφε, του είπε. Θα κόψεις καρφιά με την ψυχή σου, αλλά τι να σου κάμω κι εγώ ο έρμος...Ένα σου λέω μόνο - προσαρμόσου! Γίνε κι εσύ άγριος, βλαστήμα, μούτζωνε και με τα πόδια, βρίζε τα πάντα - και θα ζεσταθείς λιγουλάκι...Λοιπόν, σε καληνύχτισα!
Κι αμολύθηκε κατά το θάλαμο σκυφτός και γρήγορος σα μίκυ - μάους.
Το κουβούκλιο της σκοπιάς είναι σανιδένιο, με τρύπια λαμαρίνα από πάνω. Ο αέρας το πιάνει από παντού. Το μέρος γουλί μπροστά, ούτε δέντρα ούτε σπίτια, ο αέρας άλλοτε φέρνει βροχή κι άλλοτε ψιλό χιόνι - και πάει όπου θέλει. Καβαλάει τις σκεπές των στρατώνων, βροντάει τα καζάνια στα μαγειρεία, τις λαμαρίνες, τα ξεκάρφωτα σανίδια στ' αποχωρητήρια. Αφήνει πίσω τις βρύσες να σφυράν κι έρχεται πετροβολώντας τη σκοπιά. Εκεί ακονίζει την κόψη του στις χαραματιές και πέφτει μέσα σαν τούρκος με γιαταγάνι από ψηλό τειχί. Οι φαντάροι τον αντιμετωπίζουν όρθιοι μες στην παλιοχλαίνη, αγουροξυπνημένοι, τρελοί για ζέστα και για ύπνο. Δίχως κι ένα τσιγάρο και δίχως και κουβέντα. Έτσι αμίλητοι κι ακούνητοι, παλικάρια είκοσι χρονών, όρθια κόκαλα μ' εφ' όπλου λόγχη.
Αυτός δε βλαστημούσε. Δεν είχε τίποτε με τους αγίους, κι αγνοούσε τους διαόλους και το ορδί τους. Κρύωνε, τον τάραζε το κρύο. Στις πατούσες έβγαλε χιονίστρες όπως κι άλλοι γιάννηδες, η επιδερμίδα του προσώπου και των χεριών ξερόσκαγε και με το κρύο έτσουζε. Κάτω από τα μαλλιαρά κοκαλιασμένα ρούχα, το σώμα ήταν μαλακό ακόμη, άψητο.
Αδιαφορούσε όμως και γι' αυτό. Του έφτανε ότι κάτω από το παγωμένο περίβλημα η ψυχή κρατιόταν ζεστή σα σπόρος στο χώμα. Ότι αυτός και μέσα σε τούτη δω την Αλάσκα διατηρούσε ήμερες και γελαστές σκέψεις. Τις άπλωνε κάθε νύχτα μεσ' από την κατεψυγμένη σκοπιά σα ν' άπλωνε γιοφύρια. Και περνούσε πέρα αλαφρύς σαν πουλί κι αθόρυβος σα ρεμβασμός.
Κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι έκανε τέτοια πράγματα.
Γύρω ήταν νέκρα, δε βλογούσε ψυχή, ούτε κανένα μάτι έβλεπε. Μόνο ο αέρας. Αλλά ο αέρας δεν είχε κίνδυνο. Επικίνδυνοι ήταν οι άντρες της Στρατιωτικής Αστυνομίας ή ο αξιωματικός της Εφόδου, αν θα πλάκωνε κι αυτός σε μια στιγμή αθόρυβος κι απαρατήρητος.
Το κρύο κι ο αέρας ας κάναν λοιπόν τη δουλειά τους, αυτόν δεν τον εμπόδιζαν.
...Ο παλιός σκοπός είχε χωθεί πια στο θάλαμο, ίσως και στο σκέπασμά του. Στο προαύλιο δεν ήταν κανείς, αριστερά κανείς, δεξιά επίσης. Ενώ μπροστά απλωνόταν αυτή η κρύα και σκοτεινή ερημιά, κι ο στρατιώτης δίνοντας μια με το μαγικό ραβδί τη μεταμόρφωσε αμέσως σε πλήθη ακροατές έτοιμους να τον ακούσουν.
Χτύπησε  κάτω μαλακά τον υποκόπανο και προειδοποίησε να γίνει ησυχία.
Αυτοί που ήταν εμπρός έπαψαν και του αφοσιώθηκαν. " Σςςς! Σιωπή!" είπαν και στους άλλους.
Βγήκε λιγάκι , έτσι συμβολικά, μια πιθαμή μόλις πιο εμπρός κι ανάγγειλε:
- Η Σατραπεία!
Περίμενε να καταλαγιάσουν οι φωνές και να υψωθεί το ενδιαφέρον. Και στάθμισε καλά τη φωνή του κι άρχισε:
Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Παύση - αναπνοή. Προσπάθησε και να βολιδοσκοπήσει την εντύπωση από την έκφραση των ακροατών.
Ε, διάφοροι άνθρωποι τον άκουαν!
Ήταν πολλοί που δεν είχαν αντιληφθεί την ουσία, τα παίρνουν όλα τοις μετρητοίς. Τον παρακολουθούσαν μ' ένα ύφος που έδειχνε ότι τον συμπαθούν, αφού έχει ατυχίες στη ζωή, αλλά μια φορά η υπόθεση αυτή τους ίδιους δεν τους αφορά. Άλλοι, αντίθετα, τον ατένιζαν μυημένα - τα βλέμματά τους δέθηκαν μάνι μάνι με το δικό του βλέμμα και συγκοινωνούσαν σα φλέβες όπου μέσα τους ρέει το ίδιο αίμα. Αυτά τα βλέμματα τον ηλέκτριζαν, του έδιναν έμπνευση. Και παρ' όλο που δεν είχε χαρακτήρα ηρωικό, ένιωσε ξαφνικά μια περηφάνεια κάνοντας τη σκέψη ότι αυτή τη στιγμή φτιάχνει κάτι για λογαριασμό άλλων .
Ανάσανε καλά κι είπε να συνεχίσει.
Τότε μες στο πλήθος πήρε είδηση και τους άλλους . Αυτοί τον κοιτούσαν αλλιώς - κάτι παράξενα βλέμματα, πολύ περίεργες φάτσες...
Ήταν οι άνθρωποι των στρατώνων! Έστεκαν σχετικά σιμά, λιγάκι στην άκρη. Μόλο που η απόσταση ήταν λιγοστή, δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα στα πρόσωπά τους . Καμία έκφραση, καμία απήχηση! Ακούνητοι όλοι σα μάσκες της μεταθανάτιας ζωής, σιωπηλοί, ψυχρότατοι. Μα βέβαια, τώρα έκανε την ανακάλυψη - αποκεί ερχόταν το κρύο! Από αυτά τα χιονισμένα μάτια, από αυτά τα επιτύμβια γλυπτά που παριστάνουν πρόσωπα...
Τα κεφάλια των στρατιωτικών ήταν σε τάξη πυραμίδας , με στρωμένη ιεραρχία όπως παντού στις σατραπείες. Απάνου ένα και μοναδικό ξέπεχε το κεφάλι του αρχισατράπη - κι αποκεί φυσούσε τον περίδρομο! Εκεί ήταν ο κρατήρας, αποκεί ροβολούσε κάτω όλη αυτή η λάβα του ψύχους και της σιωπής. Ε, αλίμονο, φίλοι - τι ωφελούν τα λόγια, τι να σου κάνουν τα ποιήματα!
Τον πήρε η απελπισία κι είπε να  κάνει κράτει στην ποίηση. Αλλά στράφηκε και είδε ότι οι άλλοι ακροατές , εκείνοι οι καημένοι οι ομόκαπνοι προπαντός , περίμεναν κι αδημονούσαν: " Μα τι κάνεις; έλεγαν με τα βλέμματά τους. Γιατί σώπασες;" - " Κοίταξε πόσοι είμαστε εδώ και σ' ακούμε, εμπρός!"
Ο στρατιώτης έγινε κομμάτι ζεστότερος. Κι αποφάσισε να υψώσει τόνο και να τα πει τολμηρότερα:

Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.

Είδε με την άκρη του ματιού ότι ταράχτηκε η πυραμίδα κεφαλών! Το ένα κεφάλι γύρισε στ' άλλο, σάλεψαν νευρικά τα μουστάκια, κροτάλισαν ένα βουνό σαγόνια, ο κρατήρας έπαθε μικρό τικ. " Τι λέει, ρε, αυτός; Κάτι μουρμούρισε περί σατραπείας και τέτοια, σαν τ΄ήθελε δηλαδή να μας πει; " Τα όρθια αυτιά με το δασύ τρίχωμα εμπήκαν σε γοργή κίνηση, ίδρωναν να ταξινομούν τους ήχους κατά συλλαβές, τις συλλαβές κατά ήχους . Όλες οι παρακατιανές κεφαλές γύρισαν ψηλά στον κρατήρα.
 " Μωρέ, τι τα ψιλολογάμε. Ναν του κόψουμε τη λαλιά με το σπαθί μας, τι το' χουμε και κρέμεται; Μας προστάζεις ναν του πάρουμε το λειρί, ναν του αφαιρέσουμε αναίμακτα τη σκέψη; "
Ο στρατιώτης τους άφησε να λένε κι άλλα τέτοια. Τους προσπέρασε μ' ένα χαμόγελο. Δίχως κακία, με την ανωτερότητα που χαρίζει η πεποίθηση και το ηθικό ύψος.
Βάθυνε κι άλλο τη φωνή του κι είπε σα να' λεγε με δυο λόγια το παράπονο όλης της ζωής κι όλη τη μοίρα του:

Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και...

" ...τους Στεφάνους" δεν πρόλαβε να τους πει. Ένας ίσκιος έπεσε κολλητά πάνω του κι έφραξε το άνοιγμα της σκοπιάς. Πάνω στο χέρι του έπεσε το άλλο χέρι - και τ' όπλο του έκανε φτερά. Άφησε τους στεφάνους, τινάχτηκε.
-Κοιμάσαι, βρε, κοιμάσαι;
- Όχι, πήγε να πει...
- Ε , μήπως πάγωσες;
Τέντωσε κάτω τα χέρια, στάθηκε προσοχή.
- Όχι , κύριε υπολοχαγέ...
- Μα τότε πώς διάολο , μωρέ παιδί μου! Εγώ σου πήρα το όπλο, δε βλέπεις; Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Δε με κατάλαβες λοιπόν διόλου που ερχόμουν; Τι έκανες ; Σκεφτόσουν;
- Μάλιστα...
Ο αξιωματικός Εφόδου στάθηκε λίγο αμίλητος κι αναποφάσιστος. Άφησε ύστερα το όπλο στα χέρια του στρατιώτη κι αναστέναξε:
- Διανοούμενος είσαι;
- Διανοούμενος...
- Διανοούμενος, αναστέναξε πάλι ο αξιωματικός.
Κατόπιν χτύπησε το στρατιώτη δυο τρεις μαλακά στον ώμο:
- Έλα, δώσ' μου το βιβλίο Εφόδου. Τυχερός είσαι, πολύ τυχερός μάλιστα που βρέθηκα εγώ, συνάδελφος σου εν όπλοις και εν πάθεσι κατά κάποιο τρόπο, γιατί αν ήταν κανένας άλλος...Από πού είσαι;
- Από τον Καρδαμά
- Τι εστί Καρδαμάς;
- Ένα χωριό κοντά στην Αμαλιάδα.
- Α, πάμε στην Αμαλιάδα- να φαμ' αλιάδα! Ο αξιωματικός γέλασε και καμπούριασε μες στη χλαίνη του χουχουλίζοντας τα χέρια. Α-μα-λιά- δα...Γεια σου - με τα ηλεκτρικά σου! ξανάπε και ξαναγέλασε...Ναι, ναι είχα ένα φίλο αποκεί, συμφοιτητή, καλό παιδί ήταν. Σπουδάζαμε μαζί στην Αθήνα φιλόλογοι, μαζί τρώγαμε στραγάλια στον κήπο...
Ο στρατιώτης ρώτησε χαρούμενα.
- Είστε φιλόλογος κι εσείς κύριε υπολοχαγέ;
Διάκρινε καλύτερα τώρα το πρόσωπο του αξιωματικού - είδε γκρίζους κροτάφους, πολλά αυλάκια στα μάγουλα, μια ειρηνική κι ευγενική μορφή που δεν μπορούσε να΄χει  στενή σχέση με το στρατώνα, μάλλον ηθοποιός ήταν και φόρεσε τη στολή να παίξει απόψε αυτό το ρόλο που δεν του πήγαινε.
- Ήμουν, μην τα ρωτάς. Μη μου θυμίζεις τους χρόνους εκείνους...- κοίταξε με προσοχή γύρω του κι έβγαλε το πακέτο του. Καπνίζεις, μωρέ;
- Όχι.
- Καλύτερα, γιατί δυο φορές απόψε θα παραβίαζα τον κανονισμό- Γύρισε μέτωπο στον αέρα και τράβηξε επιδέξια το σπίρτο. Η φλόγα έσβησε αμέσως, μα το τσιγάρο πήρε φωτιά- Για πες μου αλήθεια. Τι σκεφτόσουν τώρα εδώ στη σκοπιά, γιατί ήσουν τόσο απορροφημένος;
Ο στρατιώτης απάντησε με ειλικρίνεια.
- Δε σκεφτόμουν, απάγγελνα στίχους.
- Δικούς σου μωρέ παιδί;
- Του Καβάφη.
- Α... έκαμε γελαστά. Μα σ' έχει περιλάβει και σένα αυτός ο ψυχοφθορεύς; Τόσον νέον; Καλά τέλος πάντων εγώ που δεν μετριούνται πια τα σβησμένα μου κεριά, αλλά εσύ; Με τι σε μαύλισε εσένα; Μήπως η ανδρεία της ηδονής τίποτα, μωρέ παιδί μου;
Με τον πιο ρητό τρόπο ο στρατιώτης το απόκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
- Θυμήθηκα τη Σατραπεία του, είπε
Κίνηση της κεφαλής - θλιμμένο χαμόγελο:
- Μμμμ...Τον ύμνο όλων εμάς των ταλαιπωρημένων, τώρα καταλαβαίνω...Άλλα ζητά η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει...
Και συνέχισε και τελείωσε το ποίημα. Ειπωμένοι από αυτόν, κυλούσαν οι στίχοι πιο πιστευτοί. Ο αξιωματικός  ήταν ηλικιωμένος, με πολλές φαίνεται εμπειρίες και είχε μια πικρία η φωνή του γνήσια, επικυρωμένη από τη ζωή. Ο στρατιώτης τον άκουε και γρήγορα λησμόνησε κι αυτή την καταραμένη σκοπιά, και το κρύο, κι όλο το στρατώνα με την πυραμίδα της σατραπείας. Είχε πάλι εμπρός του το αφοσιωμένο ακροατήριο. Κι αποδείχτηκε ότι ο αξιωματικός ήταν άριστος γνώστης του Κωνσταντίνου Καβάφη και είπε κι άλλους πολλούς στίχους του: " Για τον Αμμόνη που πέθανε 29 ετών, στα 610",  " Λάνη τάφος", " Από υαλί χρωματιστό", " Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών"...Τους έλεγε όλους με γνώση, καλαίσθητα και λεία, έχυνε αιγυπτιακό αίσθημα στη γλώσσα του και φαινόταν που γι' Αλεξανδρινό μιλούσε Αλεξανδρινός...Ζεστάθηκε η νύχτα για καλά, το σκοτάδι αραίωνε κι έπαιρνε ανοιχτό χρώμα, κι ο ουρανός πέταξε κόκκινα, πράσινα, γαλάζια αστέρια κι όλα τους τρεμούλιαζαν μ' ένα ιδιόρρυθμο ταμπεραμέντο, σύμφωνα και με την ψυχή των στίχων.
- Η σειρά σου, είπε γελαστά ο αξιωματικός, άντε να πάρω μια ανάσα - κι άναψε τσιγάρο.
Ο στρατιώτης σάλταρε στο προσκήνιο. Κι άρχισε αμέσως:

 Bαρυάν οδύνην έχει ο Zευς. Tον Σαρπηδόνα εσκότωσεν ο Πάτροκλος·

Άφησε ο αξιωματικός το τσιγάρο να καίγεται στα δάχτυλά του - και πήρε τη συνέχεια:

 και τώρα ορμούν
ο Mενοιτιάδης κ' οι Aχαιοί το σώμα
ν' αρπάξουνε και να το εξευτελίσουν.

Το τελείωσαν μοιράζοντάς το αλυσιδωτά, μια περίοδο ο ένας, άλλη ο άλλος. Και πήραν μετά άλλα:
 " Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον",  το πήραν και το κατέβασαν ως κάτω, με βαθιά αίσθηση και οι δυο τους του νοήματος και των ήχων, προσπαθώντας πώς να παραβγάλει ο ένας τον άλλον στην κατάνυξη και στη θεογνωσία, σα να' ψελνε σε εσπερινό το δίχορο κοντάκιο της Υπερμάχου.
- Έλα κι εν' από κείνα τα διαχυτικά τώρα, είπε με πονηριά ο αξιωματικός. Αφού του κάναμε το μνημόσυνο απόψε οφείλουμε να τονίσουμε και την πλευρά αυτή...Κι άρχισε ο ίδιος:

Ομνύει κάθε τόσο       ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή.
Aλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα            με τες δικές της συμβουλές,
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

Το σκοτάδι πήγαινε πια να εξανεμιστεί, ένα γλυκό χάραμα ανασήκωνε γύρω γύρω το βλέφαρό του, μεγαλουργούσε η ποίηση.
Εκεί απάνω, ενώ έκανε έτσι τη μεγαλουργία της η ποίηση, όλες οι χορδές ξαφνικά κόπηκαν - ο αξιωματικός τινάχτηκε.
Φύσηξε δυνατός αέρας.
Αντήχησαν βήματα: " Κραπ -Κραπ" ! Κρύα σίδερα βρόνταγαν πάνω σ' άλλα.
Με μια ασύλληπτη κίνηση ο αξιωματικός έπνιξε πρώτα το τσιγάρο του, το' πνιξε αστραπιαία, μαέστρος σ΄αυτά. Δε φάνηκε ούτε σπίθα. Ύστερα -
 τρία
                 βήματα
                                          όπισθεν
κι αποκεί πέρα η φωνή του έσκισε σπαθί το σκοτάδι:
- Σκοποοός! Κοιμάσαι, πούστη! Στρατοδικείο θα σε περάσω την Παναγία σου! Γρήγορα το βιβλίο Εφόδου!
Ο στρατιώτης τέντα το χέρι. Έδωσε και ξαναπήρε το βιβλίο και βρόντηξε στο σανίδι το άρβυλο του, και το σώμα του έμεινε ακούνητο κι ολόισιο- προς όλες τις κατευθύνσεις ορθές γωνίες.
Απότομη μεταβολή, σταθερός βηματισμός- ο αξιωματικός απομακρύνθηκε. Κι ο τοίχος του σκοταδιού και της παγωνιάς ανάμεσα σ' αυτόν και στο στρατιώτη υψώθηκε , χόντρυνε αδιαπέραστα.
Ο αέρας βάραγε τώρα απ' όλες τις πάντες. Βροντούσε τα καζάνια των μαγειρίων, τα ξεκάρφωτα σανίδια και τις λαμαρίνες, πλάκωνε  κύμα μεγάλο κατά τη σκοπιά. Από πίσω του ακουγόταν και το ομαδικό συντονισμένο βήμα της περιπολίας - ακαθόριστοι σαν το σκοτάδι κατέβαιναν οι άντρες της Στρατιωτικής Αστυνομίας.
Περνούσαν σε κοντινή απόσταση, διακρίνονταν οι σκιές τους που κινιόνταν αργά και βαριά σε τάξη πυραμίδας.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος , Φύλλα - φτερά. Διηγήματα, Εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 1983
Σόνια Ιλίνσκαγια, Ο Κ.Π.Καβάφης και η ρωσική ποίηση του "Αργυρού αιώνα", β΄έκδοση συμπληρωμένη, Νάρκισσος, Αθήνα 2004

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Πώς το «αθάνατο κρασί του '21» μέθυσε τους ρώσους ποιητές

 Η Σόνια Ιλίνσκαγια- Αλεξανδροπούλου περιγράφει πώς ο πόθος της ελευθερίας που ενσαρκώνεται στη θεματολογία της Ελληνικής Επανάστασης ενέπνευσε όχι μόνο τους «δεκεμβριστές», που συμμετείχαν ενεργά στο κίνημα, αλλά και έναν πλατύτερο κύκλο ρώσων ποιητών.

Οι ειδήσεις για την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης προκάλεσαν στη Ρωσία ενθουσιώδη ανταπόκριση. Συνηχούσαν με τις εγχώριες πολιτικές ζυμώσεις, καθώς η κυοφορία του φιλελεύθερου κινήματος των ρώσων ευγενών, που θα καταλήξει σε αποτυχημένη εξέγερση στις 14 Δεκεμβρίου 1825, ήταν τότε στην ακμαία φάση της και μεταμόρφωνε εντυπωσιακά την εικόνα της πνευματικής ζωής του τόπου. Η λογοτεχνία, που λειτουργούσε και ως μοναδικό στη Ρωσία βήμα προβολής φιλελεύθερων ιδεών, παραδειγματιζόμενη από την ποίηση της Γαλλικής Επανάστασης, είχε ήδη πλημμυρίσει από σύμβολα ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, τα οποία προσλαμβάνονταν ως πρότυπα και μέτρα δημοκρατικής αγωγής. Ως στίγμα αυτής της νοοτροπίας μπορούμε να δούμε, λ.χ., την κρίση του Πούσκιν για τον στοχαστή λογοτέχνη Π. Τσααντάγεφ: «Στη Ρώμη θα ήταν ο Βρούτος. Στην Αθήνα ο Περικλής», καθώς και τον θαυμασμό του για το ηθικό σθένος του «δεκεμβριστή» ποιητή Φ. Γκλίνκα, τον οποίο αποκαλεί «Αριστείδη». Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα ήταν φυσικό η Ελληνική Επανάσταση να γίνεται δεκτή από τους φιλελεύθερους πνευματικούς κύκλους της Ρωσίας ως ενσάρκωση και του δικού τους οράματος.

«Χρέος» η βοήθεια της επανάστασης

Οι πρώτες ποιητικές αντιδράσεις συνδέονται με τις προσδοκίες (που δεν άργησαν να διαψευστούν) για την υποστήριξη των ελλήνων αγωνιστών από ρωσικά στρατεύματα. Κυκλοφορούσαν φήμες για την εκστρατεία με επικεφαλής τον στρατηγό Γερμόλοφ, και ο μελλοντικός αρχηγός των «δεκεμβριστών» ποιητής Κ. Ριλέγεφ τού απηύθυνε φλογερό μήνυμα προτροπής «να σπεύσει και να σώσει τα τέκνα της Ελλάδας», που ανασταίνεται από τις στάχτες: ήδη οι απόγονοι του Θεμιστοκλή σήκωσαν τις σημαίες της ελευθερίας και πότισαν με το ηρωικό αίμα τους το χώμα της πατρίδας τους (1821). Στην ποιητική επιστολή του «Προς τους φίλους στο Κισινιόφ» (1822) ο Β. Ραγέφσκι, κρατούμενος από τις τσαρικές αρχές για «ανατρεπτική δραστηριότητα στο στράτευμα», αναφέρει την «αυγή» της Ελληνικής Επανάστασης και το «χρέος» συμβολής στην «ιερή υπόθεση» ενός λαού και της ελευθερίας που «ξύπνησαν από τη νάρκη». Εγκαινιάζοντας το ελληνικό θέμα με το ποίημα «Πόλεμος» (1821), ο Πούσκιν εμφανίζεται συνεπαρμένος με την ιδέα άμεσης συμμετοχής στον αγώνα των Ελλήνων, πλάθει με τη φαντασία του εικόνες των μαχών και προαισθάνεται την εμπνευσμένη αντανάκλαση της μούσας του. Θα ακολουθήσει το μαχητικό «Στιλέτο» (1821), προειδοποίηση σε όλους τους τυράννους για την αναπόφευκτη τιμωρία που θα φέρει το στιλέτο, φτιαγμένο από τον «λήμνιο θεό» για τη Νέμεση, «ελευθερίας φύλακας κρυφός»:

Όπου να πάει θα τον βρει η θεία η Σπαθοφόρα,


στη θάλασσα και στη στεριά, μες στη σκηνή, μες στον ναό,


μέσα σε κάστρο μυστικό,


ή απάνω στο κλινάρι του, σε ύπνου γλυκού την ώρα!1

Από κοντά έρχονται και δύο ποιήματα με γυναικείες μορφές: «Πιστή Ελληνίδα, μην τον κλαις» (1821), φόρος τιμής σε έναν Φιλικό (παρομοιάζεται με τον Αριστογείτονα) που έπεσε στον Αγώνα, και «Σε μια Ελληνίδα» («Γεννήθηκες για να οιστρηλατείς τη φαντασία των ποιητών…», 1822), αφιερωμένο στην Καλυψώ Πολυχρονίδη, την ομορφιά της οποίας είχε θαυμάσει και ο Μπάιρον.


Η συμβολή του Πούσκιν στον αγώνα


Η ρωσική ανταπόκριση στην Ελληνική Επανάσταση συνήθως συνδέεται με το όνομα του Πούσκιν. Από τον περασμένο αιώνα, ειδικά και τεκμηριωμένα, για το θέμα αυτό είχε μιλήσει ένας έλληνας λόγιος από την Οδησσό, ο Κ. Α. Παλαιολόγος. Στο δοκίμιό του «Ο Ρώσος ποιητής Πούσκιν ως φιλέλλην εξεταζόμενος» (Παρνασσός, 1879) επισημαίνει κατ’ αρχήν το γεγονός ότι το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης βρήκε τον Πούσκιν εξόριστο πρώτα στο Κισινιόφ και έπειτα στην Οδησσό, που υπήρξαν «ο πυρήν και το κέντρον της ελληνικής εθνεγερσίας»:
«Απάντων των σπουδαιοτάτων τούτων γεγονότων ο Πούσκιν υπήρξεν αυτόπτης μάρτυς… Συνήψε σχέσεις μεθ’ απάντων σχεδόν των ομογενών ημών αποτελούντων τότε το άνθος της εν Κισνοβίω κοινωνίας… Πρώτος απάντων, τολμώ να είπω, των Ρώσων κατείδε και εξετίμησε την σπουδαιότητα του ελληνικού κινήματος ο Πούσκιν». Ως απόδειξη ο Παλαιολόγος παρουσιάζει απόσπασμα από τις «Σημειώσεις για την Ελληνική Επανάσταση» που κρατούσε ο Πούσκιν για ένα διάστημα στα γαλλικά: «Απαντες απηλπίζοντο περί της αισίας εκβάσεως των σχεδίων της Φιλικής Εταιρίας· εγώ όμως έχω ακράδαντον πεποίθησιν περί του θριάμβου της Ελλάδος και της υπό των Οθωμανών εγκαταλείψεως της ανθηράς χώρας της Ελλάδος τοις νομίμοις κληρονόμοις του Ομήρου και του Θεμιστοκλέους», καθώς και ποιητικά τεκμήρια, όπως το «Εγέρθητι, ω Ελλάς, εγέρθητι», που ο Παλαιολόγος παραθέτει σε δική του πεζή μετάφραση, ενώ εμείς θα προτιμήσουμε τώρα την ελεύθερη απόδοση του Βάρναλη:


Εμπρός, Ελλάδα


Εμπρός, στηλώσου, Ελλάδα επαναστάτισσα,


βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου!


Μάταια δεν ξεσηκώθηκεν ο Ολυμπος,


η Πίνδο, οι Θερμοπύλες ­ δόξασμά σου.


Απ’ τα βαθιά τους σπλάχνα ξεπετάχτηκεν


η λεφτεριά σου ολόφωτη, γενναία


κι απ’ τον τάφο του Σοφοκλή, απ’ τα μάρμαρα


της Αθήνας, πάντα ιερή και νέα.


Θεών κ’ ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα


το ζυγό σου και την ενάντια Μοίρα


με τον ηχό, που βγάνει του Τυρταίου σου,


του Μπάιρον και του Ρήγα η άξια λύρα.


Το ποίημα γράφηκε το 1829, όταν ο Πούσκιν πραγματοποίησε ένα ταξίδι στον Καύκασο που αναβίωσε στη μνήμη του την παλιά συγκίνηση για τους αγώνες της Ελλάδας και την αντίστοιχη δοξαστική ποιητική γλώσσα. Εν τω μεταξύ και η πορεία της Ελληνικής Επανάστασης, που την έζησε στα πρώτα χρόνια της από κοντά ως μια διδακτική ιστορική εμπειρία και οι ευρωπαϊκές εξελίξεις (με την ήττα των επαναστατικών κινημάτων στην Ισπανία και στην Ιταλία) προσδιόρισαν μια αισθητή μετατόπισή του από ρομαντική σε ρεαλιστικότερη θεώρηση2. Η κρίση του προσγειώνεται και από υμνητική γίνεται αναλυτική, ιδιαίτερα στα πεζά, που αποκτούν στο έργο του όλο και μεγαλύτερο βάρος. Στο δοκίμιό του ο Κ. Α. Παλαιολόγος παραθέτει χαρακτηριστικό απόσμασμα από το διήγημα «Ο Κιρτζαλής» (1834· εκεί ο Πούσκιν αξιοποίησε υλικό από το απραγματοποίητο σχέδιό του ­ μεγάλο ποίημα, αφιερωμένο στη Φιλική Εταιρία) που το μεταφέρουμε εδώ σε μεταγενέστερη μετάφραση3:
«Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ήταν προσωπικά γενναίος, δεν είχε όμως την ικανότητα που χρειαζόταν για τον ρόλο που τόσο βιαστικά κι απροετοίμαστα ανέλαβε. Δεν είχε τον τρόπο να συνεργαστεί με τους ανθρώπους που ώφειλε να διοικήσει, γι’ αυτό κι εκείνοι δεν τον σέβονταν και δεν του είχαν εμπιστοσύνη. Υστερα από την άτυχη εκείνη μάχη, όπου χάθηκε το άνθος της ελληνικής νεότητας, ο Γεωργάκης Ολύμπιος τον συμβούλεψε ν’ απομακρυνθεί κι ο ίδιος στάθηκε στο πόδι του. Ο Υψηλάντης τόσκασε για τα αυστριακά σύνορα κι αποκεί έστελνε τις κατάρες του στους ανθρώπους του και τους ονόμαζε εξωμότες, δειλούς κι ανάξιους. Αλλά αυτοί οι δειλοί κι ανάξιοι σκοτώθηκαν οι περισσότεροι μέσα στη Μονή του Σέκου ή στις όχθες του Προύθου, πολεμώντας με απίστευτη τόλμη έναν εχθρό δέκα φορές ισχυρότερον από κείνους»4.


Ο Β. Κιουχελμπέκερ και η Ελλάδα


Ο φιλελληνισμός του Πούσκιν και οι σχετικές εκτιμήσεις της ελληνικής κριτικής που βάδισε στα χνάρια του Παλαιολόγου είναι ένα μεγάλο θέμα που έχει την ιστορία του και γίνεται τώρα αντικείμενο μιας ειδικής μελέτης, ενώ εμείς οφείλουμε να στραφούμε εδώ και σε άλλα πολύ αξιόλογα ονόματα της ρωσικής ποίησης#5, που ήταν ­ σχεδόν όλοι τους ­ φίλοι του Πούσκιν.
Συμμαθητές στο Λύκειο του Τσάρσκογε Σελό και έπειτα, για λίγο διάστημα, συνάδελφοι υπάλληλοι στο υπουργείο Εξωτερικών, λάτρεις της ποίησης και της ελευθερίας, ο Πούσκιν και ο Β. Κιουχελμπέκερ ήταν πράγματι αδελφικοί φίλοι. Στη φιλολογική συντροφιά τους ο Κιουχελμπέκερ ξεχώριζε με την απαράμιλλη λογοτεχνική καλλιέργεια και τον ενθουσιώδη χαρακτήρα του ­ παρορμητικός, ονειροπόλος, έτοιμος για κάθε θυσία.
Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση βρισκόταν στο Παρίσι και ο τσάρος Αλέξανδρος ήταν σίγουρος ότι θα κατέληγε στην Ελλάδα. Την επιθυμία του αυτή αποτυπώνουν δύο ποιήματα «Το ελληνικό τραγούδι» και «Προς τον Αχάτη» (1821) ­ χαιρετισμός στους λαούς που ξεσηκώνονται για την ελευθερία τους, και ειδικά στην Ελλάδα που «έχει σπάσει τα δεσμά της» και περιμένει υποστήριξη· έκκληση σε φίλους να ανταποκριθούν στο κάλεσμά της: «Πού ‘ναι τα φτερά μας να πετάξουμε; Αναμερίστε βουνά, ποτάμια, πολιτείες!». Ο ίδιος παρακαλεί τη Μοίρα να του χαρίσει «τη χαρά της πρώτης μάχης», είναι έτοιμος να σταθεί κάτω από ιερές σημαίες του Μαραθώνα ­ «κι αν πέσω, θα πέσω σαν ήρωας».
Οι διαλέξεις που έδωσε στο Παρίσι για τη ρωσική λογοτεχνία είχαν απροκάλυπτη πολιτική οξύτητα και η ρωσική πρεσβεία τού μεταβίβασε τη διαταγή των αρχών να γυρίσει αμέσως στην πατρίδα. Στο εξής θα βρίσκεται υπό δυσμένεια και αυστηρή επιτήρηση, αλλά δεν χαμηλώνει καθόλου τους μαχητικούς τόνους του. Στο ποίημα «Προφητεία» (1822) εμφανίζεται ως «προφήτης της ελευθερίας», στηρίζει το κήρυγμά του στο παράδειγμα της Ελλάδας, καταγράφει την παλλαϊκή επιστράτευσή της, παρακολουθεί τις νικηφόρες μάχες της, κατακρίνει τον «ύπουλο» ρόλο της Βρετανίας (υπάρχουν αρκετά σημεία που μπορούν να κριθούν ως κοινοί τόποι με τον «Υμνο» του Σολωμού, αλλά και με τις ωδές του Κάλβου), ορκίζεται να μη σιωπήσει «ούτε στην εξορία ούτε στα δεσμά». «Ελεύθερο και στα δεσμά ακόμα» βλέπει τον εαυτό του στο ποίημα «Στον Βιάζεμσκι» (1823) και εύχεται να βρει τη θέση του στον ναό της τέχνης «δίπλα στον Πούσκιν και στον Τυρταίο». Η Ελλάδα είναι παρούσα κι εδώ, ενθαρρύνει με τον αγώνα της τους σκλαβωμένους λαούς της Ευρώπης, προκαλεί τρόμο στα «πλήθη των άγριων Οθωμανών», καθώς και στους συμμάχους τους ­ τυράννους της Δύσης που καταπιέζουν τον κόσμο και δολοφονούν «τα παιδιά της ελευθερίας». Ο ποιητής αναπολεί την ώρα όταν στις όχθες του Σηκουάνα πρωτοάκουσε το ηρωικό κάλεσμα από την Ελλάδα και ονειρευόταν να βρεθεί εκεί με το σπαθί στο χέρι, λυπάται που η μοίρα τού αρνήθηκε αυτή τη χάρη και βλέπει ως χρέος του να υψώνει τη σημαία της ελευθερίας με τον στίχο του.


Ο προσανατολισμός των «δεκεμβριστών»

Το παράδειγμα του Κιουχελμπέκερ είναι από τα πλέον δηλωτικά της κυρίαρχης τότε στη Ρωσία ρομαντικής αντίληψης για τον προφητικό και οδηγητικό ρόλο της ποίησης. Οπως ήταν φυσικό, στους επαναστατικούς κύκλους των «δεκεμβριστών» η θέση αυτή αποκτούσε προγραμματικές διαστάσεις. Ο προσανατολισμός στη διάδοση των φιλελεύθερων ιδεών προσδιόριζε τις έντονα διαφωτιστικές, διδακτικές διαθέσεις και είχε άμεσο αντίκτυπο στις επιλογές των ειδών (προτίμηση στην ωδή και στην τραγωδία), στους επικαιρικούς χειρισμούς των ιστορικών θεμάτων (αλληγορική «φωτογράφηση» του παρόντος, καταγγελία της απολυταρχίας, εξύμνηση της αντίστασης στην τυραννία ­ μια τέτοια τραγωδία, τους «Αργείους», έγραψε ο Κιουχελμπέκερ τις παραμονές της εξέγερσης), στην εξιδανικευμένη προβολή των πρωταγωνιστών της ελευθερίας.
Με θρυλική αίγλη ενός ρομαντικού ήρωα περιβάλλεται η μορφή του Μπάιρον (όπως, λ.χ., στο ποίημα του Β. Τουμάνσκι «Προς τον πρίγκιπα Τσερτελέφ», 1823) και ο θάνατός του το 1824 στο ηρωικό Μεσολόγγι προσλαμβάνεται στη Ρωσία ως συγκλονιστικό γεγονός. «Αοιδό, αγαπημένο των Ρώσων», «βάρδο, ζωγράφο γενναίων ψυχών», «Τυρταίο, σύμμαχο και προστάτη συνταγμάτων της ελευθερίας» τον αποκαλεί ο Κιουχελμπέκερ στο ποίημά του «Ο θάνατος του Μπάιρον» (1824). Πληθωρικός, ρητορικός, υψηλόφωνος, ο ποιητικός λόγος του καταγράφει τη δημιουργική και την αγωνιστική προσφορά του μεγάλου άγγλου ποιητή, την παρουσία του στη μαχόμενη «αναγεννημένη» Ελλάδα και το βαθύ πένθος της. Με την αναφορά στο πένθος της «πατρίδας του Θεμιστοκλή», της «ιερής» Ελλάδας, ανοίγει το δικό του ποίημα «Στον θάνατο του Μπάιρον» (1824) ο Ριλέγεφ και το κλείνει πάλι με τους Ελληνες να απευθύνονται στους «φίλους της ελευθερίας και της Ελλάδας», εκφράζοντας την πεποίθηση πως με τον πρόωρο θάνατο του Μπάιρον «χαίρονται μόνο οι τύραννοι και οι σκλάβοι».
Πολύ θεαματική ­ ενταγμένη εδώ σε σχήμα αντιπαράθεσης ­ είναι η παρουσία της Ελλάδας στο ποίημα «Η μοίρα του Ναπολέοντα» (1821) του Φ. Γκλίνκα, ενός από τους σημαντικούς πνευματικούς ηγέτες και ποιητές των «δεκεμβριστών». Η μνήμη για τον αποθανόντα (στις 5 Μαΐου 1821) αυτοκράτορα, μπροστά στον οποίο πρόσφατα «έτρεμαν βασίλεια», παραμερίζεται από τη συναρπαστική εικόνα της επαναστατημένης Ελλάδας που «ανασταίνεται από τον τάφο», «σπάει με δύναμη δεσμά» και «μέσα στην καταιγίδα» πλάθει τον νέο κόσμο της, αναβιώνοντας τα σύμβολα των Θερμοπυλών και του Ολύμπου. Αργότερα, παρακολουθώντας την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης και συμπάσχοντας με τους κυνηγημένους από το τουρκικό γιαταγάνι Ελληνες που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα αγαπημένα παράλια της Ιωνίας και να αναζητήσουν καταφύγιο σε ξένους τόπους, ο Γκλίνκα θα κάνει έκκληση για βοήθεια στους ξεριζωμένους πατριώτες («Στους έλληνες ικέτες», 1826).


Ο πόθος της ελευθερίας και η ποίηση


Ως τον τραγικό Δεκέμβριο του 1825 οι αναφορές στην Ελλάδα λειτουργούν στη ρωσική ποίηση όπως και οι συνθηματικές λέξεις-σηματοδότες: τυραννία, δεσμά, ελευθερία, σπαθί. Ενδεικτικό της συμβολικής και κάποτε συμβατικής προσφυγής στην Ελλάδα είναι, λ.χ., το ποίημα του Β. Γκριγκόριεφ «Ελληνίδα» («Γιατί στο χέρι σου κρατάς σπαθί, κόρη της εμπνευσμένης Ανατολής…», 1824): αποτυπώνει ένα γενικό μοντέλο ηρωικής αγωνιστικής συμπεριφοράς, υπογραμμισμένο με την επιλογή της γυναικείας μορφής, χωρίς να επιστρατεύει τα εθνικά, ελληνικά, στοιχεία και χρώματα. Συμβολικά φορτισμένο είναι το τριμερές, συνήθως, δομικό σχήμα αυτών των αναφορών: το ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας, αιώνες σκλαβιάς, η ανάσταση. Είναι βέβαια ένας κοινός τόπος και στην ελληνική και γενικότερα στην ευρωπαϊκή ποίηση της εποχής, αλλά στη Ρωσία κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1820 το σχήμα αυτό αποκτούσε διαστάσεις ενός απτού παραδείγματος προς μίμηση και εφαρμογή, συνθηματικής έκκλησης για αγωνιστικό ξεσήκωμα το οποίο ετοίμαζαν οι παράνομες οργανώσεις των «δεκεμβριστών».
Το πάθος της ελευθερίας, που ενσαρκώνεται και στη θεματολογία της Ελληνικής Επανάστασης, διαπνέει όχι μόνο τους «δεκεμβριστές» αλλά και έναν πλατύτερο κύκλο ρώσων ποιητών που δεν συμμετέχουν άμεσα στις επαναστατικές δραστηριότητες, ωστόσο διατηρούν πολύ στενές φιλικές σχέσεις με τους πρωτεργάτες του κινήματος. Το ποίημα «Η Ελλάδα» (1822) του Ο. Σόμοφ, ένα από τα καλύτερα δείγματα της φιλελληνικής ποίησης που γράφεται εκείνα τα χρόνια στη Ρωσία, ακολουθεί το δομικό σχήμα που αναφέραμε πιο πάνω. Ξεχειλίζει από αγάπη και θαυμασμό για την ανδρεία αρχαία Ελλάδα που ανύψωσε τον ναό «της ιεράς ελευθερίας» και υπήρξε «μητέρα των τεχνών», αλλά και από πικρία για τα σημερινά ερείπια του αρχαίου μεγαλείου, τη σκλαβιά που βιώνουν οι απόγονοι του Περικλή. Η συγκινημένη έκκληση του ποιητή στις «δοξασμένες σκιές» της αρχαιότητας, αλλά και στους καταπιεσμένους κληρονόμους αυτής της δόξας για ένα διάστημα δεν βρίσκει ανταπόκριση, αλλά τελικά η ικεσία του εισακούεται και το ποίημα κλείνει με χαιρετισμό θριάμβου στους μαχόμενους για την ελευθερία Ελληνες, τους οποίους θαυμάζουν «οι σκιές των προγόνων» τους.
Ως πολύ αξιόλογος ποιητής στον χώρο των «συμπαθούντων» ξεχωρίζει ο Β. Τουμάνσκι, στον οποίο ο Κιουχελμπέκερ είχε αφιερώσει το ποίημά του «Προς τον Αχάτη», γνωστός του Πούσκιν από την ταυτόχρονη παραμονή τους στην Οδησσό. Η «Ελληνική ωδή» του (1823), που συναγωνίζεται σε μαχητικό πάθος «Το ελληνικό τραγούδι» του Κιουχελμπέκερ, μεταφέρει τη φωνή ­ σε πρώτο πρόσωπο του πληθυντικού ­ των ελλήνων αγωνιστών, αποφασισμένων να εκδικηθούν τον εχθρό που έσπειρε στον τόπο τους τον θάνατο, τη φωτιά, τη βεβήλωση των ιερών, την ατίμωση. Δύο χρόνια αργότερα ο Τουμάνσκι επανέρχεται στο ελληνικό θέμα με δύο σονέτα που έχουν τον κοινό τίτλο «Ελλάδα» (1825) και στήνονται πάνω στη γνωστή αντιπαράθεση του χθες, που δεν ενέπνεε ελπίδες για ανάσταση από τη φρίκη της σκλαβιάς, και του σήμερα, όταν το εξεγερμένο «μέγα πνεύμα της ελευθερίας» απηύθυνε το κάλεσμά του σε «τυραννισμένους» λαούς και δέχθηκε τη θαρραλέα ακλόνητη απάντηση της Ελλάδας.


Πώς εσίγησαν οι ποιητές


Και πριν από την εξέγερση των «δεκεμβριστών» αρκετά από τα ποιήματα που αναφέραμε δεν ήταν δυνατόν να δουν επίσημα το φως της δημοσιότητας, κυκλοφορούσαν όμως σε χειρόγραφα και έφταναν στους αναγνώστες (το φαινόμενο του «σαμιζντάτ» δεν είναι αποκλειστικό «προϊόν» της σοβιετικής εποχής, είχε βαθιές ρίζες στην ιστορία της χώρας). Τον μακρύτερο πάντως δρόμο προς εκτύπωση έκαναν, όπως φαίνεται, δύο ποιητικές εκκλήσεις: «Στους ξεσηκωμένους Ελληνες» και «Εκκληση προς βοήθεια των Ελλήνων» που πρωτοδημοσιεύτηκαν στα μέσα του 20ού αιώνα. Ο συγγραφέας τους Β. Καπνίστ, από τη ζακυνθινή οικογένεια Καπνίση, εγκατεστημένη στην Ουκρανία από τις αρχές του 18ου αιώνα, ήταν μία από τις επιφανείς φυσιογνωμίες των ρωσικών γραμμάτων στα τέλη του 18ου-αρχές του 19ου αιώνα, ποιητής και δραματουργός με φιλοσοφική διάθεση, τολμηρό αντιτυραννικό πνεύμα («Ωδή της σκλαβιάς», που περίμενε δημοσίευση επί 23 χρόνια) και ισχυρή σατιρική φλέβα (κωμωδία «Στρεψοδικία»). Στα «ελληνικά» ποιήματά του τις εικόνες ολέθρου που έσπειρε στην Ελλάδα ο ξένος ζυγός διαδέχονται το κρίσιμο ερώτημα που θέτει η πατρίδα: «Ελευθερία ή θάνατος» και ο αγωνιστικός άθλος των σημερινών Ελλήνων που θυμίζει τις Θερμοπύλες, ενώ η έκκληση για βοήθεια στην επαναστατημένη Ελλάδα την οποία στέλνει ο ποιητής στους χριστιανικούς λαούς, και ιδιαίτερα στη Ρωσία, προβάλλεται ως θέμα πίστης και τιμής.
Μετά την καταστολή της εξέγερσης τον Δεκέμβριο του 1825, την εκτέλεση των πέντε αρχηγών (ανάμεσά τους ο Ριλέγεφ) και τις ομαδικές καταδίκες σε κάτεργα (Κιουχελμπέκερ), μαζί με τις φιλελεύθερες φωνές είχε σχεδόν σιγήσει και το ελληνικό θέμα. Πέντε χρόνια αργότερα ο Π. Κατένιν, σημαντικός λογοτέχνης και ένας από τους πρωτεργάτες του κινήματος των «δεκεμβριστών» που γλίτωσε από το τσαρικό μένος επειδή από το 1822 ήδη βρισκόταν στην εξορία, αναπολώντας τα χρόνια φιλελεύθερης έξαρσης θα αναφέρει, ως ένα από τα δηλωτικά στοιχεία της, τον θρύλο της αναστημένης Ελλάδας που είχε εμπνεύσει και ζωογονήσει την τέχνη («Η έμπνευση και ο ποιητής», 1830).

1. Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Πέντε ρώσοι κλασικοί, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1975, σελ. 64.
2. Στις μελέτες για τον Πούσκιν (στη συλλογή Πέντε ρώσοι κλασικοί, σελ. 35-99, και στον δεύτερο τόμο της τρίτομης ιστορίας της ρωσικής λογοτεχνίας, σελ. 46-62) ο Μ. Αλεξανδρόπουλος κάνει αναπτυγμένες ερμηνευτικές προτάσεις σχετικά με την ουσιώδη αυτή τομή στο έργο του ρώσου ποιητή, καθώς και με το πολύπτυχο ζήτημα του φιλελληνισμού του.
3. Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Πέντε ρώσοι κλασικοί, σελ. 66-67.
4. Με την ευκαιρία, να σημειώσουμε ότι στον Αλ. Υψηλάντη είχε αφιερώσει το ποίημά του «Δεσμώτης έλληνας» ο Ι. Κοζλόφ.
5. Βλ. επίσης: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Η ρωσική λογοτεχνία. Ιστορία σε τρεις τόμους. Από τον 11ον αιώνα μέχρι την επανάσταση του 1917, τ. Β’, εκδ. Κέδρος, 1978, σελ. 24-31, 86-90.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21Μαρτίου 1999


Το άρθρο αυτό, με πρωτοβουλία του Δημήτρη Κυπραίου , Πρέσβη της Ελλάδας στη Μόσχα, έγινε η αφορμή για την έκδοση του βιβλίου " Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ". Η Σόνια Ιλίνσκαγια έκανε την επιλογή των ποιημάτων , έγραψε την εισαγωγή και έκανε την επιμέλεια.  Μετέφρασε από τα ρώσικα η Ευγενία Κριτσέφσκαγια και την απόδοση στα ελληνικά έκαναν οι : Ρούλα Κακλαμανάκη, Χριστόφορος Λιοντάκης, Κώστας Παπαγεωργίου και Στρατής Πασχάλης. 
Το βιβλίο εκδόθηκε από το Βιβλιοπωλείο της " Εστίας" Ι.Δ.ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε. στα ρωσικά και στα ελληνικά το 2001.
" Δώδεκα ποιητές, τριάντα ποιήματα, που για πρώτη φορά σμίγουν σε ενιαίο κύκλο του ρωσικού φιλελληνισμού, προβάλλουν την εικόνα μιας αρχαίας χώρας, δοξασμένης όχι μόνο για την κληρονομιά του παρελθόντος, αλλά και για το ηρωικό της παρόν.
Τη συλλογή κοσμούν τα σκίτσα του Πούσκιν και οι εικόνες της Ελλάδας, όπως τις αποτύπωσαν ο περίφημος Ρώσος ζωγράφος Κ. Μπριουλόφ και άλλοι συνάδελφοί του της αποστολής στην Ελλάδα, που πραγματοποίησε το 1835 ο κόμης Β. Ορλόφ - Νταβίντοφ"

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Λέων Τολστόη

Όσοι ασχολήθηκαν με τον Τολστόη έγραψαν για το μεγάλο θέμα που τον βασάνιζε, το θέμα του θανάτου και της αθανασίας - αν ο θάνατος θα τον διαλύσει όλον ή θ' αφήσει κάτι δικό του να συνεχίζει τη ζωή.

" Κάποτε, γράφει ο Γκόρκι, μου φαινόταν πως ο γερομάγος αυτός παίζει με το θάνατο, ερωτοτροπεί μαζί του, κάποιο πονηρό παιχνίδι πάει να του παίξει: δε σε φοβάμαι, σα να του λέει, σ' αγαπώ και σε περιμένω. Αλλά την ίδια στιγμή τον ραμφίζει με τα μικρά μυτερά του του μάτια: τι νάσαι άραγε εσύ; Τι βρίσκεται εκεί πιο πέρα από σένα; Όλον  τελοσπάντων θα με φας ή θ' αφήσεις κάτι από μένα να συνεχίζει τη ζωή μου;"

Ο Γκόρκι, που δεν ήταν οπαδός του και λίγο έζησε στο περιβάλλον του, κατάλαβε τον Τολστόη καλύτερα από πολλούς άλλους. Είδε τα εχθρευόμενα στοιχεία που συνθέταν την προσωπικότητά του, "τα χίλια μάτια" όπως λέει  με τα οποία κοιτούσε τον κόσμο, τις βαθιές ρεματιές που χώριζαν τις σκέψεις του και τις επιθυμίες του, τη ζωή του από τους σκοπούς της ζωής του κ.λ.π. Μέσα του ζούσαν πλήθος πρόσωπα, σημειώνουν οι βιογράφοι του, και δε θα μπορούσε κανείς να ταυτίσει τον Τολστόη με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Μα δε θάταν επίσης ορθή και η άποψη που θα αποξένωνε εντελώς το δημιουργό από τα δημιουργήματά του. Ο Τουργκένιεφ, όταν διάβασε το διήγημα του Τολστόη " Ο Χολστομέρ", την ιστορία ενός αλόγου, του είπε με κατάπληξη " Εσύ, φίλε μου, κάποτε σίγουρα ήσουν άλογο!". Δεν πρόκειται μόνο για την ικανότητα του καλλιτέχνη να μετουσιώνεται στα πρόσωπα που δημιουργεί. Ένα από τα γνωρίσματα του Τολστόη είναι πως, παρόλη την πολυπροσωπία του, τον ξεχωρίζει σπάνια ακεραιότητα που τη νοιώθουμε κυρίως στην επιμονή να κυριαρχήσει κάθε ένα από τα στοιχεία που αγωνίζονταν μέσα του, στην ένταση του πάθους, και, τέλος, στο δραματισμό, στην τραγωδία της ζωής του. Αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του θα την βρούμε σ' όλα τα κύρια πρόσωπα των έργων του. Χωρίς το στοιχείο αυτό είναι αδιανόητες οι κλασικές μορφές του Νεχλιούντωφ, της Άννας Καρένινας, του πρίγκηπα Αντρέα και του Πιέρου, του Κωνσταντίνουν Λέβιν κλπ.
Να μερικές παρατηρήσεις του Γκόρκι:

" Θαρρώ πως εκτός από εκείνα που μας λέει, υπάρχουν κι άλλα πολλά για τα οποία δε μιλάει ποτέ του - ούτε στο ημερολόγιό του. Τ' αποσιωπά. Το πιθανότερο είναι πως δε θα μιλήσει γι' αυτά σε κανέναν ποτέ. Είναι "κάτι" που σπάνιες φορές γλυστρούσε ανάμεσα στις λέξεις...κάτι που θα μπορούσε να το πει κανείς " άρνηση  κάθε κατάφασης", γέννημα ενός απέραντου κι ακαταμάχητου αισθήματος απόγνωσης και μοναξιάς, τέτιας που μάλλον κανένας άνθρωπος ως τώρα δε την δοκίμασε με τόσο φριχτή δύναμη. Συχνά νόμιζα  πως είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο που η ψυχή του είναι ανεπανόρθωτα διαποτισμένη από την αδιαφορία για τον άλλον. Τόσο ψηλότερα στέκει από τους άλλους, αποτραβηγμένος σε κάποιαν έρημο, τανύζοντας όλες τις φοβερές δυνάμεις του πνεύματός του, έρημος και μόνος προσπαθεί να δει από κοντά εκείνο που είναι το πρώτο απόλα - το θάνατο..."
"...Είναι μερικές στιγμές που θαρρείς ότι μόλις έφτασε από κάποιο πολύ μακρινό μέρος, όπου οι άνθρωποι σκέφτονται κι αισθάνονται αλλοιώς, αλλοιώς βλέπει ο ένας τον άλλον, ίσως μάλιστα κι αλλοιώτικα να περπατάν και σ' άλλες γλώσσες να μιλάνε. Κάθεται στην άκρη κουρασμένος, γκριζωπός, πασπαλισμένος θαρρείς από τη σκόνη εκείνης της άλλης γης και κοιτάζει όλους τους άλλους εξεταστικά σαν ξένος, σαν κωφάλαλος".
"...Έχει κάτι θαυμάσια χέρια, που είναι κακοφτειαγμένα, γιομάτα γωνιές από τις φουσκωμένες φλέβες, μα αναδίνουν μιαν ιδιαίτερη εκφραστικότητα, ξεχωριστή δύναμη δημιουργίας. Κάπως έτσι έπρεπε νάταν τα χέρια του Λεονάρδου ντα Βίντσι. Μ' αυτά τα χέρια φτειάχνει κανείς ό,τι θέλει. Κάποτε ενώ μιλά, σαλεύει, τα δάκτυλά του, σιγά - σιγά η γροθιά σφίγγεται για ν' ανοίξει ξαφνικά εκεί που θα πει κάτι σπουδαίο, ένα βαθύ νόημα. Μοιάζει με θεό, όχι όμως με το Σαβαώθ ή κάποιον από τους θεούς του Ολύμπου, αλλά μ' έναν από εκείνους τους ρώσους θεούς...που χωρίς νάναι πολύ μεγαλοπρεπείς, δεν αποκλείεται νάναι οι πονηρότεροι απόλους τους θεούς..."
" Οι σχέσεις του με το θεό είναι κάπως ανεξιχνίαστες. Κάποτε θαρρείς πως θεός και Τολστόη είναι δυό αρκούδια στην ίδια σπηλιά".

Ο Τολστόη ήταν ένας πανίσχυρος οργανισμός. " Μέσα του έβραζε πάλη γιγάντων" λέει ο Λουνατσάρσκι. Η σάρκα, που ήθελε να ζήσει γιομάτα τη ζωή της, και το πνεύμα, που πάσχιζε να φυλαχτεί από την αμαρτία.Ο αδυσώπητος διάλογος μεταξύ τους αντηχεί σ' όλα τα έργα του. Αν λοιπόν κανένας από τους ήρωές του δε μπορεί νάναι ο ίδιος ο Τολστόη είναι γιατί μόνο ένας άλλος Τολστόη θα μπορούσε να χωρέσει μέσα του αυτόν τον εκπληχτικό άνθρωπο που έσφυζε από σωματική δύναμη και υγεία κι είχε συνάμα καλλιεργήσει και ραφινάρει τόσο το πνεύμα του. Σε σχέση με τον ίδιον τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του είναι φύλλα και καρποί πάνω στο πελώριο δέντρο. Σάρκα από τη σάρκα του, αλλά ένα μέρος μόνο από τη σάρκα του - το καθένα μια στιγμή, μια φάση της ζωής του. Υπάρχουν βέβαια και τα πρόσωπα που καθρεφτίζουν αντιπροσωπευτικότερα από  άλλα το δικό του πρόσωπο. Ο κεντρικός ήρωας της Παιδικής Τριλογίας Νικολάκης Ιρτένιεφ, τ' αδέρφια Κοζελτσώφ από τα " Διηγήματα της Σεβαστούπολης", ο Ολένιν από τους " Κοζάκους", ο Πιέρος κι ο πρίγκηπας Αντρέας, ο Λέβιν, ο Νεχλιούντωφ - όλοι τους σημαδεύονται από το βιογραφικό στοιχείο και παρακολουθώντας κανείς την ανέλιξη αυτών των κεντρικών ηρώων μπορεί κιόλας να έχει πιστή εικόνα της βιογραφίας του Τολστόη, αναφορικά τόσο με τα χτυπητά περιστατικά της ζωής του, όσο και με την πλούσια και συνεχή θυελλώδη ψυχική ζωή του. Συνεπώς η απομόνωση του Τολστόη από τα πλάσματά του, όπως επιχειρείται κάποτε, δε μπορεί να είναι πειστική. Από την άποψη αυτή γίνονται συχνά συγκρίσεις με το Ντοστογιέφσκι.Ο Ντοστογιέφσκι, είναι η αλήθεια, εντονότερα από τον Τολστόη παρασύρει στην τάση  να τον ταυτίζουμε με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Αλλά μόνο ένας από τους ήρωες του, ο Αλιόσια Καραμάζωφ, θα μπορούσε να βολέψει μέσα του τη φοβερά διχασμένη προσωπικότητα του δημιουργού. Είπαμε όμως μιλώντας για τους "Αδελφούς Καραμάζωφ", πως η μορφή του Αλιόσια έμεινε ασυμπλήρωτη και μόλις αχνοφαίνεται. Το μέλλον του Αλιόσια ήταν όλο μπροστά. Σε σύγκριση με τ' άλλα πρόσωπα του Ντοστογιέφσκι, θα ήταν μια καινούρια φυσιογνωμία που θα χαροπάλευε πολλές φορές ανάμεσα στις δύο σκάλες της ζωής, το καλό και το κακό. Ανάμεσα στον αρνητή Ιβάν και στον άνθρωπο του Θεού, τον πάτερ Ζωσιμά. Κι όπως φαίνεται από τα σημειώματα του Ντοστογιέφσκι το διαδοχικό πέρασμα από το θεό στην άρνηση κι από εκείνη πάλι στο θεό και πάλι στο δαίμονα κλπ. δε θα γινόταν για να συμφιλιωθούν τ' ασυμφιλίωτα, παρά για να φανεί, με το κλείσιμο στην ίδια ψυχή, τι άβυσσος τα χωρίζει. Στους " Αδελφούς Καραμάζωφ " είχε αρχίσει να διαγράφεται η μελλοντική πορεία του Αλιόσια. Είχαν φανεί τα φύτρα  του Καραμαζοφισμού.

- Τι θα τον κάνουμε, Αλιόσια, το στρατηγό; τον ρωτάει το μεγάλο αδέρφι, ο Ιβάν, αφού του έχει αφηγηθεί την ιστορία του στρατηγού, που σπάραξε  με τα σκυλιά του το μικρό αγοράκι. - Τι θα τον κάνουμε τον στρατηγό; Για να ικανοποιήσουμε το αίσθημα του δικαίου πρέπει να τον σκοτώσουμε ή όχι;  Αποκρίσου Αλιόσια!
- Να τον τουφεκίσουμε! απαντά σιγανά ο Αλιόσια, ατενίζοντας μ' ένα ωχρό άμορφο χαμόγελο τον αδελφό του.
- Μπράβο! αναφώνησε με αγαλλίαση ο Ιβάν. Αφού το λες κι εσύ, τότε θα πει..Άι, να μου ζήσεις, καλογεράκι μου! Να λοιπόν που και στη δική σου καρδούλα φωληάζει ένας μικρός δαίμονας, Αλιόσια Καραμάζωφ!

Όπως και στο Ντοστογιέφσκι, η βιογραφία του Τολστόη είναι σκόρπια στα γραφτά του. Μια πρώτη ιδέα αποκτάμε από τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, από τη γνωριμία μας με τους ήρωες του. Τη συμπληρώνουμε μελετώντας τα πολυάριθμα γράμματά του, τα πολύτιμα ημερολόγια του, τα φιλοσοφικά του συγγράμματα, την πολιτική αρθρογραφία του, τα κοινωνιολογικά του δοκίμια. Πολύ διαφωτιστικές επίσης είναι οι μαρτυρίες των συγχρόνων του, κατά πρώτο λόγο τα ημερολόγια της γυναίκας του, οι αναμνήσεις των γραμματικών του.
Μας κάνει πρώτα εντύπωση μια χτυπητή δυσαναλογία ανάμεσα στην ήσυχη, λιγοκίνητη εξωτερικά ζωή του και στην ανήσυχη όλο βαθιές ρεματιές και ψηλά ανεβάσματα ζωή του πνεύματός του. Εξωτερικές θύελλες στη ζωή του Τολστόη δε θα βρούμε, όπως στο Ντοστογιέφσκι, τον Τσερνισέφσκι, το Χέρτσεν κι άλλους ρώσους κλασικούς. Αν αφαιρέσει κανείς μια ζωηρή περίοδο αναζητήσεων τους πρώτους καιρούς της νεότητας, πολύ σύντομη κι εκείνη, εξωτερικά η ζωή του είναι ήρεμη, καλοβαλμένη, δίχως πολλά περπατήματα. Εκεί που γεννήθηκε, στο χτήμα της μητέρας του, τη Γιάσναγια Πολιάνα, έζησε όλη σχεδόν τη ζωή του. Εκεί είναι κι ο τάφος του, μόνος κι έρημος μες στο δάσος. Πολλά ταξίδια δεν έκανε. Έζησε λίγο στο Καζάν, στη Μόσχα, ύστερα στον Καύκασο, πολέμησε το 1855 στη Σεβαστούπολη για να ξαναγυρίσει στη Γιάσναγια Πολιάνα, απόπου με εξαίρεση τα δυό ταξίδια του στο εξωτερικό ( 1857 και 18610 και τις λίγες φορές που πεταγόταν ως τη Μόσχα ή στην Κριμαία για θεραπεία, δεν το κούνησε ως το τέλος. Η Γιάσναγια Πολιάνα ήταν γι' αυτόν κάτι πολύ σπουδαιότερο απότι το σπίτι, η οικογένεια, ο τόπος της δουλιάς. Ήταν η ψηλή βίγλα απόπου κοίταζε τον κόσμο, τον ταξινομούσε και ρύθμιζε τη στάση του απέναντί του. Ήταν έπειτα ο κρίκος που έδενε τη μια ζωή με την άλλη - την πόλη με την ύπαιθρο, τον πολιτισμό με τη φύση την τόσο απαραίτητη στον Τολστόη. Ήταν ο τόπος όπου ο γίγας αυτός έπρεπε να σταθεί, να στερεώσει κάτω τα πόδια του. Έλεγε ο ίδιος τότε που ήταν νέος: " Χωρίς τη Γιάσναγια Πολιάνα μου δυσκολεύομαι να καταλάβω τη Ρωσία, δυσκολεύομαι να καταλάβω τον εαυτό μου μέσα στη Ρωσία". Άλλαζαν όμως οι καιροί κι άλλαζε κι η Γιάσναγια Πολιάνα. Σα μαραμένα φύλλα πέφταν από πάνω της τα πολλά χαρίσματά της κι έμεινε στο τέλος ό,τι ο Τολστόη δε μπορούσε να μη μισήσει μ' όλη την ψυχή του - νησίδα αφθονίας και πολυτέλειας μες στη θάλασσα της ανομολόγητης λαϊκής δυστυχίας. Ο Τολστόη τη μίσησε όπως μισεί κανείς τη φυλακή του. Δεκαετίες ολόκληρες κλεισμένος εκεί μέσα, πολιορκημένος από τη χλιδή της οικογενειακής ζωής ( που στην πραγματικότητα κάθε άλλο ήταν παρά χλιδή) κατάστρωνε το σχέδιο της απόδρασης, την ηρωική έξοδο.

Εκείθε με τους αδελφούς , εδώθε με το χάρο.

Μόλο που το σχήμα είναι οξύμωρο, μπορεί να πει κανείς πως ο Τολστόη έπεσε με το σπαθί στο χέρι, σαν ένας πολιορκημένος που αποφάσισε να σπάσει τον κλοιό κι ας ήξερε πως η έξοδος δεν έχει ελπίδα. Η φυγή από τη Γιάσναγια Πολιάνα ήταν περισσότερο μια πράξη διαμαρτυρίας, η τελευταία. Φυγή από το ρέμα που μαύριζε πίσω του, ενώ φαινόταν και το άλλο που βάθαινε μπροστά...



Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Πέντε Ρώσοι Κλασικοί, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, 2η έκδοση

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος για το Νίκο Μπελογιάννη


Η μνήμη σώζεται με τα πρόσωπα. Τα περιστατικά εύκολα μπερδεύονται μεταξύ τους, χάνουν και τις χρονολογίες τους, κάπου χάνονται και τα ίδια.
Η φήμη του Μπελογιάννη άρχισε από τις δίκες στην Αθήνα, αλλά, σαν συμπολίτες που ήμαστε, ξέρω ότι πολύ πιο πριν, όταν ακόμα ήταν νέο παιδί, είχε σχηματιστεί ένας θρύλος και περπατούσε. Και βέβαια, εντελώς ιδιαίτερη γοητεία είχε για μας, που ήμαστε πολύ νεώτεροί του, το παράδειγμα ενός γνωστού μας νέου που όλα τα εγκαταλείπει, το ασφαλισμένο σπίτι και το ασφαλισμένο μέλλον, και με αυταπάρνηση παίρνει αυτούς τους δρόμους. Και το πρώτο που του υπόσχονται αυτές οι επιλογές είναι τα κρατητήρια, είναι οι εξορίες και οι φυλακές κι άλλες, παρόμοιες μ' αυτά και πολύ χειρότερες στο τέλος στροφές της τύχης.
Πεθαίνουμε όπως ζούμε. Το δικό του έργο τελείωσε όπως κι έπρεπε να κλείσει το ανάγνωσμα μιας ζωής σαν αυτήν που άρχισε ο Μπελογιάννης από τα μαθητικά χρόνια.
Ο μακαρίτης ο Μαστρογιαννόπουλος μου έλεγε το 1942 στο Πελόπιο για μια έκθεση που του είχε γράψει στο γυμνάσιο ο Μπελογιάννης, τότε που τον είχε μαθητή του στην Αμαλιάδα. Τους είχε ζητήσει να γράψουν κάτι για το Πάσχα κι ο Μπελογιάννης κάθησε και του περιέγραψε τη ζωή μιας φτωχής γυναίκας στη γειτονιά τους που δούλευε στα ξένα σπίτια για να μπορέσει να μεγαλώσει τα παιδιά της. Του έκανε εντύπωση του Μαστρογιαννόπουλου και το θυμόταν.
Σκέφτομαι τον Μπελογιάννη έχοντας στον νου τον αδελφό μου τον Γιώργη. Είχαν, έτσι το βρίσκω εγώ, μια ομοιότητα στην έκφραση, ακριβώς εκεί που το πρόσωπο του ανθρώπου εκπέμπει τα ιδιαίτερα δικά του κύματα - στα μάτια τους. Στα τονισμένα φρύδια, στο καθαρό μέτωπο, γραμμένο αδρά στο βαθύ φόντο των μαλλιών, που ήταν και τα δύο ολόμαυρα, πυκνά και λαμπερά, με αλλεπάλληλες σκάλες που έφευγαν πίσω. Αλλά και στον χαρακτήρα υπήρχε μια άλλη σύμπτωση, στην άφοβη, δραστήρια και σε κάτι σκληρή τους στάση. Αυτό που εννοώ, μιλώντας για σκληρότητα, στον αδελφό μου ήταν πιο αδρό, αυτός ήταν και πολύ νεότερος, ενώ ο Μπελογιάννης φαινόταν άνθρωπος ώριμος και γαλήνιος, είχε όμως μια σκληράδα κι αυτός και γρήγορα την αντιλαμβανόσουν. Ξέρω ότι κατόρθωσαν να τον πιάσουν κυρίως επειδή δεν ήταν στο χαρακτήρα του να περνά τις ώρες του στο αμπρί, στέλνοντας μπροστά  άλλους, όπως και γινόταν από κάποιους που άφησαν πίσω τους και τη φήμη του ασύλληπτου Φαντομά της κομματικής παρανομίας. Αυτοί σπάνια βγήκαν από το αμπρί τόσο στην παρανομία όσο και στον πόλεμο.
Τον θυμάμαι ένα βράδυ αργά που κατέβαινα με το τραμ για τα Σεπόλια. Θα πρέπει να ήταν την άνοιξη του 1947, κάπου εκεί γύρω. Γνωρίζαμε ότι μαζί με τον Γκιζελή ήταν στα βουνά της Πελοποννήσου, και να τώρα στην Αθήνα. Στη στάση της πλατείας Βάθης, όπως σταμάτησε το τραμ, έπεσε το φως πάνω του, στεκόταν στο πεζοδρόμιο μ' ένα μακρύ παλτό κουμπωμένος ως απάνω. Μόλις το τραμ κίνησε, πήδησε στο βαγόνι. Εγώ τότε, για το φόβο των Ιουδαίων, δεν έμπαινα μέσα στο βαγόνι, στεκόμουν στον εξώστη, δίπλα στην έξοδο. Στάθηκε κι αυτός εκεί.
Πήγαμε έτσι μέχρι το τέρμα. Κατάλαβα ότι με είδε και με γνώρισε. Μου το επιβεβαίωσε, όταν μετά τρία χρόνια στην Αλβανία θυμηθήκαμε εκείνο το βράδυ - καθώς και ότι πήγαινε στα ξαδέλφια του, τους Συριόπουλους, πρώτα του ξαδέλφια από τις μητέρες τους. Ήταν όλοι φίλοι μας κι έμεναν σ' ένα σπίτι προς τη μεριά του λόφου. Ο Ντίνος, ο Γιώργος, ο Θοδωράκης, η Νίκη. Τον Γιώργο τον είχαν πιάσει οι Γερμανοί στην Αμαλιάδα και τον εκτέλεσαν στα Ψηλαλώνια στην Πάτρα, μαζί με τον ποιητή Φώτο Πασχαλινό.
Ακριβώς τότε, με τους δυο εκείνους νέους, άρχισαν οι ιστορίες αυτές να γράφονται πολύ κοντά μας...
Το περίεργο στο περιστατικό που αφηγούμαι εδώ τώρα είναι πως η κοπέλα που συνόδευα εκείνο το  βράδυ, συμφοιτήτριά μου, όταν έπειτα από σαράντα χρόνια, ξαναϊδωθήκαμε εδώ στην Αθήνα, πολύ απροσδόκητα με ρώτησε:
- Εκείνο το βράδυ που κατεβαίναμε με το τραμ ο Μπελογιάννης δεν ήταν;
Δεν θυμάμαι να μιλήσαμε καθόλου γι' αυτό, η φίλη μου όμως με βεβαιώνει ότι αλλάξαμε με τον Μπελογιάννη κάποιες ματιές, από τις οποίες εκείνη κατάλαβε πως γνωριζόμαστε κι αποφύγαμε να μιλήσουμε.
- Όταν είδα έπειτα τις φωτογραφίες του στις εφημερίδες, θυμήθηκα εκείνο το βράδυ.
Όλο κάτι είναι και κινείται γύρω μας και φαίνεται χωρίς εμείς να το βλέπουμε, μόνες τους μας τριγυρίζουν κάποιες κινήσεις, κάποιες σκέψεις ανεξέλεγκτα κι από μας τους ίδιους.
Μετά την εκτέλεσή του, εκφράστηκαν σε κάποια κείμενα υπαινιγμοί για λάθη στην επαγρύπνηση. Ο Ζαχαριάδης μάς είχε συνηθίσει σε κάτι τέτοιες απροσδόκητες στροφές και προς στιγμήν το πήραμε για μια άλλη ιστορία που πήγαινε να ξεκινήσει, αλλά δεν έλαβε συνέχεια. Μετά μαθαίναμε ότι κάποιοι, που έβγαιναν έξω, τα έλεγαν αυτά στον Ζαχαριάδη, χαϊδεύοντάς του το αυτί του προσκόμιζαν μαρτυρίες και στοιχεία. Γιατί από κάτω ήταν η άλλη ιστορία - ο Πλουμπίδης. Η ανάγκη που αισθανόταν τότε ο Ζαχαριάδης να επιβεβαιώνονται οι αλλόκοτες υποψίες του.
Και ήταν επίσης το γεγονός ότι ο Μπελογιάννης δεν είχε ενδώσει, αντιστάθηκε σ' αυτούς τους δικούς του παραλογισμούς. Κάποιοι προσπαθούσαν να συνδέσουν τη σύλληψή του με αυτό το γεγονός.
Πρέπει να είχαν σχηματιστεί κάποιες προϋποθέσεις και ποιος ξέρει ως πού θα το πήγαιναν, αν ο Μπελογιάννης έμενε ζωντανός.

Τρεις άνθρωποι, ο Ζαχαριάδης, ο Πλουμπίδης, ο Μπελογιάννης. Τρεις διαστάσεις μιας ιστορίας με ασυνήθιστες, ακόμα και για ένα μαχόμενο επαναστατικό κόμμα, καταστάσεις, όπου πρωταγωνίστησαν εξαιρετικοί χαρακτήρες.
Θέματα ανεξάντλητα για μυθιστορήματα. Το αποτόλμησε μόνο ο Κώστας ο Κοτζιάς, καλός συγγραφέας, μα πέρασε βιαστικά πάνω από ένα τρομερό σύμπλεγμα ηρωικών και τραγικών συγκρούσεων, έντονα προσκολλημένος στις εσωκομματικές καταστάσεις , μέτρα μικρά για να μετρηθούν τέτοια ανθρώπινα φαινόμενα.
Δεν θα' ναι πολλοί εκείνοι που θυμούνται τώρα ότι και ο Πλουμπίδης κρατούσε τότε στο χέρι του ένα γαρύφαλλο.
Ο Πλουμπίδης ήταν κορυφαία τραγική μορφή, αλλά το γαρυφαλλάκι του πέρασε απαρατήρητο. Κι όπως γίνεται συχνά με τις επαναλήψεις κάτι τέτοιων χειρονομιών, όταν το σοβαρό τους μήνυμα δεν περνάει στις ψυχές των άλλων, μπορεί να έμενε ένα αρνητικό που δεν τυπώθηκε. Σε κάτι και κωμικό, αν δεν έβλεπε κανείς εκεί μια συγκλονιστική υπόμνηση της μεγάλης αθωότητας αυτού του ηρωικού, παρ' όλη του την ηπιότητα, ανθρώπου.
Η χειρονομία του Μπελογιάννη είχε άλλη μια σημασία - ύστερα από την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο, σαν να σφράγιζε μια κίνηση που έγινε όλη μπροστά στα μάτια μας, το καλό δέσιμο μιας ιδεολογίας, σε πολλά ακόμα αναφομοίωτης, με την εθνική παράδοση. Ο Μπελογιάννης πρόσθεσε ένα σύμβολο στις ηρωικές μας παραδόσεις, αλλά αυτός ο μελλοθάνατος με το γαρύφαλλο ήταν και μια ελληνική προσφορά στους άλλους, μια ανταπόδοση για τα πολλά ξένα δάνεια που είχε κάνει το ελληνικό κοινωνικό κίνημα.
Στους άθλους τους οι ήρωες του χριστιανισμού ξεσήκωναν ο ένας τον άλλον κι οι βίοι τους δεν διαφέρουν παρά στα ονόματα και στις τοποθεσίες, τα θαύματα παντού τα ίδια. Έτσι και οι μάρτυρες του κομμουνισμού παραδειγματίζονταν από κάποια πρότυπα κι ελάχιστα πρωτοτυπούσαν. Ο Μπελογιάννης  ήταν σ' όλα μια πρωτοτυπία. Υπήρξε στο δικό του άθλο στρωτή σύγκλιση στις λεπτομέρειες, στα λόγια του, στους τόνους του, παντού ως την τελευταία του κίνηση. Κι αυτά τον έκαναν αληθινό και πιστευτό σ' όλους, στο έθνος του και στον ιδεολογικό του χώρο. Η συμπεριφορά του έδειξε άνθρωπο με πεντακάθαρο μυαλό, κατασταλαγμένη αντίληψη για όσα συνέβαιναν. Τη διαθήκη του αυτός την έγραψε με σώας τας φρένας και πλήρη συνείδηση. Η ειλικρίνεια του, η ανθρώπινη και η πολιτική του εγκυρότητα δεν ήταν δυνατόν ν' αμφισβητηθούν κι από τον κακόπιστο αντίπαλο. Η ομορφιά μιας ωραίας προσπάθειας αποτυπώθηκε στο παράδειγμά του και το πιο σπουδαίο ήταν ο τρόπος, με τον οποίον δηλώθηκε η ωριμότητά της. Χωρίς υπερβολικούς τονισμούς, χωρίς αχώνευτες παρορμήσεις και καθόλου κραυγές.
Με διάφορες αφορμές ξαναθυμάμαι μια έκφραση του ποιητή Παστερνάκ: η κραυγή είναι πάντα ύποπτη. Τι ωραία που το είπε. Δεν έχει άραγε δίκιο;
Ύποπτη σε όλα είναι κραυγή γιατί όλο κάτι πάει να σκεπάσει. Κάπου ο άνθρωπος που κραυγάζει βιάστηκε, κάπου άργησε και τρέχει. Κάτι του λείπει και δεν το βρίσκει. Και μάλλον εκείνος ο ίδιος είναι που δεν καταλαβαίνει καλά αυτά που θέλει να πει. Αν με βλέπετε ν' αφρίζω προσπαθώντας να πείσω τους άλλους, εξομολογείται κι ο Ντοστογέφσκι, είναι γιατί δεν έχω κατορθώσει να πείσω τον εαυτό μου.
Εκείνες τις στιγμές ο Μπελογιάννης, πέρα από την αξιοθαύμαστη ανθρώπινη συμπεριφορά του, ήταν μια στιγμή ωριμότητας του κινήματος που αντιπροσώπευε. Σαν να το έπαιρνε με το λουλουδάκι του και να το κινούσε μπροστά σε μια απελευθέρωση από κάποιες σκλαβιές, απελευθέρωση κυρίως από μια παραδοσιακή αιχμαλωσία ( ιδεολογική και ψυχολογική). Κι αν ήθελε κανείς, θα μπορούσε να τραβήξει τούτη τη σκέψη ακόμα πιο πέρα σε συμπεράσματα που μπορεί να μην ήταν τότε σε κανενός το μυαλό, αλλά αυτά που συνέβαιναν ήταν αρκετά να το δηλώσουν. Και μόνο η συνήθεια που αποχτάμε καμιά φορά ( όταν μαζευόμαστε και πολλοί) να μη βλέπουμε τα ολοφάνερα, εμπόδισε να το προσέξουμε και πέρασε χωρίς να κατανοηθεί, αλλά και χωρίς να γίνει αντιληπτό...

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000