Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλοι συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλοι συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Μαγεμένη ψυχή

Ρομαίν Ρολάν 
δεν είχα ξαναδιαβάσει. Το κίνητρο στην προκειμένη περίπτωση ήταν και η προσφορά μεγάλου βιβλιοπωλείου. Πολύ χαμηλή τιμή για έξι μικρούς τόμους. Κάπως έτσι " Η Μαγεμένη Ψυχή" μπήκε στη ζωή μου και με μάγεψε. 
Πρόκειται για την ιστορία της Αννέτας Ριβιέρ και των ανθρώπων που έζησαν και έδρασαν μαζί της. Μαζί όμως με αυτή την ιστορία παρακολουθούμε την ιστορία της Γαλλίας, της Ευρώπης, της ανθρωπότητας ολόκληρης  από το 1900 μέχρι τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εκπληκτική αφήγηση, ωραία αναπτυγμένοι χαρακτήρες, λεπτομερείς περιγραφές τόσο των τόπων όσο και των ανθρώπων. Οι σκέψεις , οι ψυχολογικές διεργασίες και διακυμάνσεις των ηρώων κυριαρχούν σε όλο το έργο. 
Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είναι οι προοδευτικές και επαναστατικές ιδέες του συγγραφέα. Δεν είναι και μικρό πράγμα να παρουσιάζει μια γυναίκα των αρχών του 20ου αι. , η οποία τολμά να υψώσει το ανάστημά της σε όλο το πλέγμα των προκαταλήψεων και του συντηρητισμού της εποχής και να  προσπαθεί να πορευθεί στη ζωή της όπως αυτή ονειρεύτηκε , συχνά με πολύ πόνο, αρνούμενη να συμβιβαστεί ακόμη και με ό,τι αγαπούσε. Ανύπαντρη μητέρα από επιλογή γιατί ο άνδρας που ερωτεύτηκε δεν αγαπούσε αληθινά την ελευθερία και τα δικαιώματα της ως ανθρώπου. 
Ο Ρομαίν Ρολάν στηλιτεύει την υποκρισία και  την ανηθικότητα της γαλλικής κοινωνίας, αναδείχνει την πολιτική ιδιοτέλεια, τη μικρότητα των πολιτικών ανδρών, τη διάσταση της θεωρίας από την πράξη. 
Καταδικάζει τον πόλεμο με την αποκάλυψη του αποτρόπαιου προσώπου του στα πεδία των μαχών και την καταπάτηση κάθε δικαιώματος των ηττημένων. Συνταρακτικές και απόλυτα ρεαλιστικές οι πολεμικές σκηνές  αποτελούν αντιπολεμικό ύμνο.
Προβάλλει τον απόηχο των γεγονότων της Οκτωβριανής Επανάστασης  και όλες τις ιδεολογικές συγκρούσεις ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της Γαλλικής κοινωνίας, αλλά και τις επιδράσεις στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των ηρώων του.
Δείχνει την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία και του ναζισμού στη Γερμανία και παρουσιάζει το πρόσωπο του τέρατος μέσα από τη ζωή των ανθρώπων της ιστορίας του.
Και σε όλη αυτή τη διαδρομή πρωταγωνιστούν κυρίως γυναίκες · γυναίκες δυναμικές, γυναίκες θαρραλέες, τολμηρές σε κάθε βήμα της ζωής τους· γυναίκες που έχουν πάρει τη ζωή στα χέρια τους και ανάλογα αντιμετωπίζουν τα μέλη της οικογένειας τους και πληρώνουν μεγάλο τίμημα για αυτές τους τις επιλογές, συνειδητές επιλογές. Μπόρεσαν όμως και κατέκτησαν την προσωπική ελευθερία , σωματικά και πνευματικά, αγωνιζόμενες συγχρόνως  για την κοινωνική και πολιτική ελευθερία. Και γι' αυτό μαγικές...
Η Αννέτα Ριβιέρ είναι το πρότυπο της αγωνιζόμενης γυναίκας όχι απλά να επιβιώσει , αλλά να εφαρμόσει τις ιδέες της και να πορευτεί με αξιοπρέπεια μέσα από δύσκολους δρόμους χωρίς διδακτισμό με το βλέμμα και τη ψυχή στους πραγματικούς ανθρώπους. Ξεχειλίζει από αγάπη η ταλαιπωρημένη  καρδιά της.

" Όταν γράφω ένα μυθιστόρημα, διαλέγω ένα πλάσμα, που νιώθω  πως συγγενεύω μαζί
του - ( ή καλύτερα , με διαλέγει αυτό). - Άμα τώρα το διαλέξω , τ' αφήνω λεύτερο, δίχως να προσέχω μήπως κι ανακατέψω μαζί του την προσωπικότητά μου. Είναι βαρύ φορτίο να σέρνει κανένας απάνω του μισόν αιώνα μια προσωπικότητα. Η θεία ευεργεσία της τέχνης είναι που μας απολυτρώνει απ' αυτήν, ποτίζοντάς μας άλλες ψυχές, ξαναντύνοντάς μας άλλες υπάρξεις - ( οι φίλοι μας Ινδοί θάλεγαν: " άλλες υπάρξεις μ α ς" : γιατί τα πάντα υπάρχουν στον καθένα...)
Όταν, λοιπόν, διαλέγω τον Ζαν Κριστόφ ή τον Κολά, ή την Αννέτα Ριβιέρ, δεν είμαι πια τίποτ' άλλο παρά ο γραμματέας των στοχασμών τους. Τους ακούω, τους βλέπω να δρουν, και βλέπω με τα μάτια τους. Όσο προχωρούν και μαθαίνουν την καρδιά τους και τους ανθρώπους, προχωρώ και μαθαίνω κ' εγώ μαζί τους· όταν γελιούνται, τρικλίζω· όταν ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους, ξανασηκώνουμαι και ξαναπαίρνουμε το δρόμο. Δε λέω  πως ο δρόμος αυτός είναι ο καλύτερος. Μα ο δρόμος αυτός είναι ο δικός μας. Έχουν δεν έχουν δίκιο, ο Κριστόφ, ο Κολά κ' η Αννέτα, υπάρχουν. Η ζωή δεν είναι η μικρότερη δικαίωση.
Μη ζητάτε αυτού θέση ή θεωρία. Κοιτάξτε μόνο την εσωτερική ιστορία μιας ειλικρινούς, μακριάς, γόνιμης σε χαρές και πόνους ζωής, που δεν είναι απαλλαγμένη από αντιφάσεις, που βρίθει από πλάνες· και που όλο πασκίζει, στη θέση της απρόσιτης Αλήθειας, να φτάσει στην αρμονία του πνεύματος, που είναι η υπέρτατή μας αλήθεια." γράφει ο Ρομαίν Ρολλάν απευθυνόμενος στο αναγνώστη του.
Ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει και αξίζει να το αναζητήσετε. Αν και μεγάλο σε όγκο , είναι ένα μυθιστόρημα καθηλωτικό από κάθε άποψη. 
Ο Ρομαίν Ρολλάν βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1915


Ρομαίν Ρολλάν, Η Μαγεμένη Ψυχή, τόμοι 6,μετφρ. Άρης Νικολετόπουλος,  Εκδόσεις Γκοβόστη χ.χ.
Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το σημείωμα του μεταφραστή


Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

Το σπίτι με τη μουσμουλιά

 

...Ο παππούς με τη Μαρούτσα παρηγοριόταν χτίζοντας παλάτια στην άμμο για το καλοκαίρι που θα πουλούσαν παστές σαρδέλες και φραγκόσυκα κι έκαναν σχέδια να πάνε στο θυννείο για τόνους ή για ξιφιούς, που έδιναν καλό μεροκάματο, και στο μεταξύ ο μαστρο - Τούρι θα διόρθωνε την Προβιντέντσα τους. Τα παιδιά κάθονταν κι άκουγαν προσεχτικά, με το σαγόνι στο χέρι, τις κουβέντες που γίνονταν στο χαγιάτι ή μετά το δείπνο. Ο 'Ντόνι όμως, που είχε ταξιδέψει και γνώριζε τον κόσμο καλύτερα απ' τους άλλους, βαριόταν με τις φλυαρίες τους και προτιμούσε να σεργιανάει στο καπηλειό, όπου σύχναζαν ένα σωρό άνθρωποι που δεν έκαναν τίποτε, όπως ο θείος Σαντόρο, που, ενώ βρισκόταν στη χειρότερη μοίρα απ' όλους, έκανε αυτή την εύκολη δουλειά, ν' απλώνει το χέρι στους περαστικούς και να ψελλίζει το " Άβε Μαρία". Άλλοτε πάλι πήγαινε στον κουμπάρο Τσουπίντου με την πρόφαση να δει σε ποιο στάδιο βρισκόταν η Προβιντέντσα, για να τα πει λίγο με τη Μπάρμπαρα που όταν ήταν εκεί ο κουμπάρος ' Ντόνι πήγαινε κι έβαζε ξερόκλαδα κάτω από το καζάνι με την πίσσα.
"Στιγμή δεν κάθεστε, κουμπάρα Μπάρμπαρα", της έλεγε ο Ντόνι, " είστε το δεξί χέρι του σπιτιού· γι' αυτό δε θέλει να σας παντρέψει ο πατέρας σας".
" Δε θέλει να με παντρέψει μ' αυτούς που δεν είναι για μένα", απαντούσε η Μπάρμπαρα. " όμοιος στον όμοιο..."
" Θα ήμουν κι εγώ ένας απ' τους όμοιούς σας αν το θέλατε σεις, κουμπάρα Μπάρμπαρα..."
" Τι λόγια είναι αυτά, κουμπάρε ' Ντόνι; Η μαμά γνέθει στην αυλή κι ακούει τι λέμε".
"Έλεγα για τα κλαδιά που είναι χλωρά και δε λένε ν' ανάψουν. Αφήστε με να σας βοηθήσω".
" Είναι αλήθεια πως έρχεστε εδώ για να βλέπετε τη Μαντζιακαρούμπε που βγαίνει στο παράθυρο;"
" Γι' άλλο λόγο έρχομαι εγώ εδώ, κουμπάρα Μπάρμπαρα. Έρχομαι για να βλέπω πώς πάει η Προβιντέντσα".
" Μια χαρά πάει κι ο μπαμπάς λέει ότι παραμονή Χριστουγέννων θα τη ρίξετε στη θάλασσα".
Όσο πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, οι Μαλαβόλια δεν έκαναν άλλο από το να πηγαινοέρχονται στην αυλή του μαστρο - Τούρι Τσουπίντου. Στο μεταξύ όλο το χωριό είχε σηκωθεί στο πόδι. Οι εικόνες των αγίων σ' όλα τα σπίτια στολίζονταν με κλαδιά και πορτοκάλια και τα παιδιά έτρεχαν πίσω από την γκάιντα που πήγαινε  κι έπαιζε μπροστά από τα φωτισμένα παρεκκλήσια, δίπλα στις εισόδους. Μόνο στο σπίτι των Μαλαβόλια το άγαλμα του Ιησού Χριστού ήταν παραμελημένο, ενώ ο 'Ντόνι του αφέντη 'Ντόνι έκανε τον κόκορα από δω κι από εκεί και η Μπάρμπαρα Τσουπίντα τού έλεγε: " Θα σκεφτόσαστε καμιά φορά τουλάχιστον ότι εγώ έλιωνα την πίσσα για την Προβιντέντσια όταν θα βρίσκεστε στη θάλασσα;"
Ο Πιεντιπάπερα όπου καθόταν κι όπου στεκόταν έλεγε ότι αυτόν θα τον έτρωγαν τα κορίτσια.
" Εμένα τρώνε όλοι και κανέναν άλλο", γκρίνιαζε ο θείος Κροτσιφίσο. " Θέλω να δω πού θα βρουν τα λεφτά για τα λούπινα άμα παντρευτεί και ο 'Ντόνι και δώσουν και προίκα στη Μένα, χώρια το φόρο που έχουν να δίνουν για το σπίτι κι όλα εκείνα τα μπλεξίματα με την υποθήκη που βγήκαν στη φόρα. Τα Χριστούγεννα έφτασαν, αλλά οι Μαλαβόλια ούτε φωνή ούτε ακρόαση".
Ο αφέντης 'Ντόνι πήγαινε και τον έβρισκε στην πλατεία ή κάτω από το υπόστεγο και του έλεγε: " Τι θέλετε να κάνω αφού δεν έχω χρήματα; Εσείς στίβετε την πέτρα για να βγάλει αίμα! Περιμένετε ως τον Ιούνιο, κάντε μου αυτή τη χάρη, αλλιώς πάρτε την Προβιντέντσα και στο σπίτι με τη μουσμουλιά! Δεν έχω τίποτε άλλο".
" Εγώ θέλω τα λεφτά μου", επέμενε ο Καμπάνα ντι λένιο ακουμπισμένος με την πλάτη στον τοίχο. " Εσείς είπατε ότι είστε τίμιοι και δεν ξοφλάτε τα χρέη σας με λόγια του αέρα για την Προβιντέντσα και για το σπίτι με τη μουσμουλιά".
Είχε μαραζώσει. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν κι ούτε μπορούσε να ξεθυμάνει απειλώντας με τον κλητήρα, γιατί αμέσως, ο αφέντης 'Ντόνι τού έστελνε τον Τζιαμαρία ή το γραμματέα να ζητήσουν έλεος. Δε μπορούσε ούτε στην πλατεία να πάει πια για τις δουλειές του χωρίς να μπλεχτούν στα πόδια του, κι όλοι έλεγαν πως εκείνα τα λεφτά ήταν λεφτά του διαβόλου. Με τον Πιεντιπάπερα δε μπορούσε να ξεθυμάνει, γιατί αμέσως του έλεγε ότι τα λούπινα ήταν χαλασμένα κι ότι εκείνος ήταν απλός μεσίτης. " Αυτή την εξυπηρέτηση όμως μπορεί να μου την κάνει", μουρμούρισε μόνος του κάποια στιγμή κι αναστατώθηκε τόσο πολύ με την ιδέα του, που δε μπόρεσε να ξανακλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα. Μόλις ξημέρωσε, πήγε να βρει τον Πιεντιπάπερα, που ακόμη τεντωνόταν και χασμουριόταν στην πόρτα του σπιτιού του. " Θα πούμε ότι σας πούλησα την πίστωση", του είπε αμέσως, " έτσι θα στείλουμε κλητήρα στους Μαλαβόλια χωρίς να μπορούν να πουν ότι είστε τοκογλύφος όταν ζητήσετε τα λεφτά σας κι ούτε ότι είναι λεφτά του διαβόλου".
" Χθες βράδυ σάς ήρθε αυτή η φαεινή ιδέα;" ειρωνεύτηκε ο Πιεντιπάπερα. " Αυτό θέλατε να μου πείτε και με ξυπνήσατε απ' τ' άγρια χαράματα;"
" Ήρθα να σας πω και για τις κληματσίδες. Αν τις θέλετε, πάτε να τις πάρετε".
" Στείλτε τότε τον κλητήρα", απάντησε ο Πιεντιπάπερα, "αλλά τα έξοδα δικά σας".
Εκείνη η αγαθή γυναίκα η κουμπάρα Γκράτσια βγήκε επί τούτου με το νυχτικό για να πει στον άντρα της: " Τι μαγειρεύει πάλι ο θείος Κροτσιφίσο; Αφήστε τους πια ήσυχους τους φουκαράδες τους Μαλαβόλια, αρκετά βάσανα έχουν στο κεφάλι τους".
" Άντε να γνέσεις εσύ", απάντησε ο κουμπάρος Τίνο.
" Οι γυναίκες έχουν μακριά μαλλιά και κοντή γνώση", κι έφυγε κουτσαίνοντας να πάει να πιεί το αψέντι του στον κουμπάρο Πιστούτο.
" Μαύρα Χριστούγεννα θα περάσουν οι κακομοίρηδες", μουρμούριζε η κουμπάρα Γκράτσια με τα χέρια στην κοιλιά.
Μπροστά σε κάθε σπίτι υπήρχε κι ένα παρεκκλήσι στολισμένο με κλαδιά και πορτοκάλια και το βράδυ, όταν ερχόταν η γκάιντα, άναβαν τα καντήλια κι έψελναν, γιατί αυτή η γιορτή ήταν για όλον τον κόσμο. Τα παιδιά έπαιζαν  στο δρόμο με φουντούκια κι άμα ο Αλέσι σταματούσε λίγο να κοιτάξει με τα ποδαράκια ανοιχτά τού έλεγαν:
" Να φύγεις άμα δεν έχεις φουντούκια να παίξεις. Τώρα θα σας πάρουν και το σπίτι".
Πραγματικά, παραμονή Χριστουγέννων κατέφθασε ο κλητήρας με το αμάξι του ειδικά για τους Μαλαβόλια κι αναστατώθηκε όλο το χωριό. Άφησε ένα φύλλο χαρτί με σφραγίδες πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο άγαλμα του Ιησού Χριστού. 
" Είδατε τον κλητήρα που ήρθε στους Μαλαβόλια;" έλεγε η κουμπάρα Βένερα. " Τώρα την έχουν άσχημα".
Ο άντρας της δε μπορούσε να το πιστέψει ότι εκείνη είχε δίκιο, άρχισε να φωνάζει και να χαλάει τον κόσμο.
" Το είχα πει εγώ, Άγιοι Απόστολοι, ότι δε μου άρεσε εκείνος ο 'Ντόνι που τριγύριζε στο σπίτι μας".
" Εσείς να μη μιλάτε γιατί δεν ξέρετε τίποτε", τον απόπαιρνε η Τσουπίντα. " Αυτές είναι δικές μας δουλειές. Έτσι παντρεύονται τα κορίτσια, αλλιώς μένουν στο ράφι σαν παλιές κατσαρόλες".
" Τι γάμους ονειρεύεσαι, δεν είδες που ήρθε ο κλητήρας;"
Η Τσουπίντα τον φασκέλωσε. " Γιατί, εσείς ξέρατε ότι θα ερχόταν ο κλητήρας; Μια ζωή γαβγίζετε, αλλά πάντα κατόπιν εορτής κι ούτε το δαχτυλάκι δεν κουνάτε για κάνετε κάτι. Στο τέλος - τέλος ο κλητήρας δεν τρώει πια ανθρώπους!"
Ο κλητήρας δεν τρώει βέβαια ανθρώπους, αλλά οι Μαλαβόλια απόμειναν ξεροί, λες και τους ήρθε αποπληξία, και καθισμένοι ένα γύρο στην αυλή κοιτάζονταν αμίλητοι· εκείνη τη μέρα, που ήρθε ο κλητήρας, δε στρώθηκε τραπέζι στο σπίτι των Μαλαβόλια...


Giovanni Verga, Το σπίτι με τη μουσμουλιά ( Οι Μαλαβόλια ), μετφρ.Κούλα Κυριακίδου - Καφετζή, Εξάντας, Αθήνα 1991
" Τούτη η ιστορία είναι μια αληθινή και αντικειμενική μελέτη όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα στις ταπεινές τάξεις, των πρώτων ανησυχιών τους για καλύτερη ζωή και της αναστάτωσης που φέρνει μέσα σε μια σχετικά ευτυχισμένη ως τώρα οικογένεια η ακαθόριστη λαχτάρα για το άγνωστο, η συνειδητοποίηση ότι δεν ζει καλά ή ότι πάντως θα μπορούσε να ζει καλύτερα...
...Στο Σπίτι με τη μουσμουλιά, βρισκόμαστε ακόμη μπροστά στον αγώνα για την απόκτηση βασικών υλικών αγαθών...
...Οι Μαλαβόλια είναι οι ηττημένοι. Αυτοί που το ρεύμα ξέβρασε στην ακτή αφού πρώτα τους παρέσυρε, τους καταπόντισε, τον καθένα με τη σφραγίδα των αμαρτιών του που θα' πρεπε να' ναι η ακτινοβολία της αρετής του..." ( Giovanni Verga, 1881)

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Το στομάχι του Παρισιού


 Léon Lhermitte, Les Halles (1895 )
...Κι εκεί, ανάμεσα στη σύνοψη και τον Ονειροκρίτη, ανακάλυψε αυτό που έψαχνε, κάτι σημειώσεις που σε εξέθεταν πολύ, προφυλαγμένες σε γκρίζο χάρτινο κάλυμμα. Η ιδέα μιας επανάστασης, της ανατροπής της Αυτοκρατορίας μ' ένα δυναμικό χτύπημα που είχε πετάξει ένα βράδυ ο Λογκρ στου κυρίου Λεμπίγκρ, είχε ωριμάσει αργά μέσα στο ορμητικό μυαλό του Φλοράν. Είχε σύντομα δει σ' αυτό ένα χρέος, μια αποστολή. Είχε βρει, επιτέλους, το σκοπό της απόδρασης από την Καγιέν και της επιστροφής του στο Παρίσι. Πιστεύοντας ότι αυτός, ο Αδύνατος, έπρεπε να εκδικηθεί εκείνη την παραφουσκωμένη από το φαΐ πόλη, την ώρα που οι υπερασπιστές του δίκιου πέθαιναν από την πείνα στην εξορία, αυτοανακηρύχτηκε σε αδέκαστο δικαστή, ονειρευόταν να ανυψωθεί, και πάνω από τις Αλ ακόμα, για να τσακίσει το βασίλειο των τροφίμων και της ευωχίας. Σ' εκείνο το τρυφερό ταμπεραμέντο η έμμονη ιδέα εύκολα φύτευε το καρφί της. Όλα διογκούνταν κατά τρόπο απίθανο, κατασκευάζονταν οι πιο παράξενες ιστορίες, εκείνος φανταζόταν ότι οι Αλ είχαν γατζωθεί πάνω του, στην άφιξή του, για να τον κάνουν μαλθακό, να τον δηλητηριάσουν με τις μυρωδιές τους.... 

... Δυο μήνες αργότερα, ο Φλοράν καταδικάστηκε πάλι σε εξορία. Η υπόθεση έκανε πάταγο. Οι εφημερίδες άρπαξαν και την παραμικρή λεπτομέρεια, έδωσαν τα πορτρέτα των κατηγορουμένων, τα σκίτσα από τα εμβλήματα και τις εσάρπες, τα σχεδιαγράμματα των σημείων όπου συνεδρίαζε η οργάνωση. Επί δεκαπέντε μέρες δε συζητούσαν τίποτ' άλλο μες στο Παρίσι πέρα από τη συνωμοσία των Αλ. Η αστυνομία αποκάλυπτε λεπτομέρειες όλο και πιο ανησυχητικές. Στο τέλος, είχαν αρχίσει να λένε ότι όλη η συνοικία της Μονμάρτρ ήταν μπλεγμένη...( αποσπάσματα)

Εμίλ Ζολά, Το στομάχι του Παρισιού, μεταφρ. Ντορέτα Πέππα, Στάχυ, Αθήνα 2001

" Όταν οι Γάλλοι λένε " Le ventre de Paris" ( " Το στομάχι του Παρισιού", όπως έχει περάσει στα ελληνικά), εννοούν τις Αλ, την κεντρική αγορά του Παρισιού. Κι όταν ο Ζολά αναφέρεται στις Αλ, κυριολεκτεί αποκαλώντας τις " Το στομάχι του Παρισιού", ένα "στομάχι" καλοθρεμμένο, απαιτητικό, μακάριο, γεμάτο βουλιμία, πληθωρικό.
Ένας γνήσιος νατουραλιστής σαν το Ζολά δε θα μπορούσε να αγνοήσει τη γεύση, τον αισθησιασμό και την απόλαυση που αποπνέει. Εδώ σ' αυτό το βιβλίο, η γεύση αναδύεται σ' όλο της το μεγαλείο, κυλάει μαζί με τις άμαξες και τα κάρα στα στενοσόκακα, τρυπώνει πίσω από τις φούστες των τροφαντών γυναικών, διεισδύει στα ετοιμόρροπα σπίτια των υποβαθμισμένων συνοικιών του 19ου αιώνα ή στις πλούσια διακοσμημένες μπουτίκ, είναι το σύμβολο μιας κάστας και ενός κοινωνικού σκεπτικού, συγκρινόμενου και αιώνια επαναλαμβανόμενου.
Οι Αλ και οι γυναίκες. Οι εμπόρισσες, οι μανάβισσες, οι αλλαντοπώλισσες, οι πλανόδιες, καθισμένες πίσω απ' τους πάγκους τους στα περίπτερα των Αλ ή στο ταμείο του μαγαζιού τους ή ακόμα σέρνοντας, στήνοντας και ξεστήνοντας το ταπεινό ή πλούσιο εμπόρευμά τους στις άκρες ή τα παζάρια της αγοράς. Σ' αυτά τα δύο αντικείμενα, στις Αλ και τις γυναίκες στρέφεται κυρίως το συγγραφικό ενδιαφέρον του Εμίλ Ζολά, που δε σταματά στις εικόνες αλλά προχωρεί πίσω από το απλωμένο εμπόρευμα, τα τσιτωμένα κορσάζ και τα πληθωρικά μπράτσα και αγγίζει, αναλύει τον εσωτερικό κόσμο αυτών των ηρωίδων, που είναι κι αυτός γεμάτος ορέξεις, παραφορά, εκρήξεις.
Άλλοτε τρυφερές κι ανθρώπινες, άλλοτε γεμάτες μικροκακίες, άλλοτε όμορφες κι άλλοτε αηδιαστικές, οι γυναίκες των Αλ, έντιμες αλλά και πονηρές, περήφανες αλλά και κουτσομπόλες, βρίζοντας σαν αμαξάδες ή χαριτολογώντας σαν μαρκησίες, είναι φτιαγμένες από σκληρό υλικό καθώς η βιοπάλη τις έχει σπρώξει ν' αρπάζουν τη ζωή και τις ευκαιρίες, με μάτι πάντα άγρυπνο και σβέλτο. Αλίμονο σ' εκείνον που θα διεισδύσει στον κόσμο τους εισάγοντας " καινά δαιμόνια", ταράζοντας τα λασπωμένα νερά των δρόμων. Ένας παρείσακτος μέσα στις Αλ δε θα αντέξει στην αναμέτρηση μαζί τους, θα συντριβεί κάτω από τον τεράστιο όγκο της αυτοκρατορίας της τροφής...
Έτσι, όταν ο Φλοράν, ο ήρωας της ιστορίας, επιστρέφει κρυφά δραπέτης από το κάτεργο της Καγιέν, όπου τον είχαν στείλει οι πολιτικές του ιδέες, και εγκαθίσταται στις Αλ, είναι εξαρχής καταδικασμένος να αντιμετωπίσει την εχθρότητα και να ξαναγυρίσει μοιραία στον τόπο του μαρτυρίου του.
Ο Ζολά στο " Στομάχι του Παρισιού" κάνει σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στους Χοντρούς και τους Αδύνατους, μη δίνοντας καμιά ελπίδα στους τελευταίους. Ο Φλοράν, επαναστάτης μόνο στο όνειρο, θα κάνει το λάθος να μην ενταχθεί στο κλίμα των Αλ, να παραμείνει Αδύνατος, απειλώντας έτσι την αισθητική, την ισορροπία και την εικόνα της αγοράς. Και παρ' όλο που οι ριζοσπαστικές του θέσεις παραμένουν στα χαρτιά, η ονειροπόλα φύση του εκλαμβάνεται από αυτόν τον κόσμο των γιγάντων σαν προσβολή κατά της ευημερίας και της εντιμότητας και ο εκπεσών πρωτόπλαστος " Αδύνατος" εκδιώκεται από τον παράδεισο των τροφίμων και της ευωχίας...( από τον Πρόλογο της μεταφράστριας Ντορέτας Πέππα)

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Λέων Τολστόη

Όσοι ασχολήθηκαν με τον Τολστόη έγραψαν για το μεγάλο θέμα που τον βασάνιζε, το θέμα του θανάτου και της αθανασίας - αν ο θάνατος θα τον διαλύσει όλον ή θ' αφήσει κάτι δικό του να συνεχίζει τη ζωή.

" Κάποτε, γράφει ο Γκόρκι, μου φαινόταν πως ο γερομάγος αυτός παίζει με το θάνατο, ερωτοτροπεί μαζί του, κάποιο πονηρό παιχνίδι πάει να του παίξει: δε σε φοβάμαι, σα να του λέει, σ' αγαπώ και σε περιμένω. Αλλά την ίδια στιγμή τον ραμφίζει με τα μικρά μυτερά του του μάτια: τι νάσαι άραγε εσύ; Τι βρίσκεται εκεί πιο πέρα από σένα; Όλον  τελοσπάντων θα με φας ή θ' αφήσεις κάτι από μένα να συνεχίζει τη ζωή μου;"

Ο Γκόρκι, που δεν ήταν οπαδός του και λίγο έζησε στο περιβάλλον του, κατάλαβε τον Τολστόη καλύτερα από πολλούς άλλους. Είδε τα εχθρευόμενα στοιχεία που συνθέταν την προσωπικότητά του, "τα χίλια μάτια" όπως λέει  με τα οποία κοιτούσε τον κόσμο, τις βαθιές ρεματιές που χώριζαν τις σκέψεις του και τις επιθυμίες του, τη ζωή του από τους σκοπούς της ζωής του κ.λ.π. Μέσα του ζούσαν πλήθος πρόσωπα, σημειώνουν οι βιογράφοι του, και δε θα μπορούσε κανείς να ταυτίσει τον Τολστόη με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Μα δε θάταν επίσης ορθή και η άποψη που θα αποξένωνε εντελώς το δημιουργό από τα δημιουργήματά του. Ο Τουργκένιεφ, όταν διάβασε το διήγημα του Τολστόη " Ο Χολστομέρ", την ιστορία ενός αλόγου, του είπε με κατάπληξη " Εσύ, φίλε μου, κάποτε σίγουρα ήσουν άλογο!". Δεν πρόκειται μόνο για την ικανότητα του καλλιτέχνη να μετουσιώνεται στα πρόσωπα που δημιουργεί. Ένα από τα γνωρίσματα του Τολστόη είναι πως, παρόλη την πολυπροσωπία του, τον ξεχωρίζει σπάνια ακεραιότητα που τη νοιώθουμε κυρίως στην επιμονή να κυριαρχήσει κάθε ένα από τα στοιχεία που αγωνίζονταν μέσα του, στην ένταση του πάθους, και, τέλος, στο δραματισμό, στην τραγωδία της ζωής του. Αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του θα την βρούμε σ' όλα τα κύρια πρόσωπα των έργων του. Χωρίς το στοιχείο αυτό είναι αδιανόητες οι κλασικές μορφές του Νεχλιούντωφ, της Άννας Καρένινας, του πρίγκηπα Αντρέα και του Πιέρου, του Κωνσταντίνουν Λέβιν κλπ.
Να μερικές παρατηρήσεις του Γκόρκι:

" Θαρρώ πως εκτός από εκείνα που μας λέει, υπάρχουν κι άλλα πολλά για τα οποία δε μιλάει ποτέ του - ούτε στο ημερολόγιό του. Τ' αποσιωπά. Το πιθανότερο είναι πως δε θα μιλήσει γι' αυτά σε κανέναν ποτέ. Είναι "κάτι" που σπάνιες φορές γλυστρούσε ανάμεσα στις λέξεις...κάτι που θα μπορούσε να το πει κανείς " άρνηση  κάθε κατάφασης", γέννημα ενός απέραντου κι ακαταμάχητου αισθήματος απόγνωσης και μοναξιάς, τέτιας που μάλλον κανένας άνθρωπος ως τώρα δε την δοκίμασε με τόσο φριχτή δύναμη. Συχνά νόμιζα  πως είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο που η ψυχή του είναι ανεπανόρθωτα διαποτισμένη από την αδιαφορία για τον άλλον. Τόσο ψηλότερα στέκει από τους άλλους, αποτραβηγμένος σε κάποιαν έρημο, τανύζοντας όλες τις φοβερές δυνάμεις του πνεύματός του, έρημος και μόνος προσπαθεί να δει από κοντά εκείνο που είναι το πρώτο απόλα - το θάνατο..."
"...Είναι μερικές στιγμές που θαρρείς ότι μόλις έφτασε από κάποιο πολύ μακρινό μέρος, όπου οι άνθρωποι σκέφτονται κι αισθάνονται αλλοιώς, αλλοιώς βλέπει ο ένας τον άλλον, ίσως μάλιστα κι αλλοιώτικα να περπατάν και σ' άλλες γλώσσες να μιλάνε. Κάθεται στην άκρη κουρασμένος, γκριζωπός, πασπαλισμένος θαρρείς από τη σκόνη εκείνης της άλλης γης και κοιτάζει όλους τους άλλους εξεταστικά σαν ξένος, σαν κωφάλαλος".
"...Έχει κάτι θαυμάσια χέρια, που είναι κακοφτειαγμένα, γιομάτα γωνιές από τις φουσκωμένες φλέβες, μα αναδίνουν μιαν ιδιαίτερη εκφραστικότητα, ξεχωριστή δύναμη δημιουργίας. Κάπως έτσι έπρεπε νάταν τα χέρια του Λεονάρδου ντα Βίντσι. Μ' αυτά τα χέρια φτειάχνει κανείς ό,τι θέλει. Κάποτε ενώ μιλά, σαλεύει, τα δάκτυλά του, σιγά - σιγά η γροθιά σφίγγεται για ν' ανοίξει ξαφνικά εκεί που θα πει κάτι σπουδαίο, ένα βαθύ νόημα. Μοιάζει με θεό, όχι όμως με το Σαβαώθ ή κάποιον από τους θεούς του Ολύμπου, αλλά μ' έναν από εκείνους τους ρώσους θεούς...που χωρίς νάναι πολύ μεγαλοπρεπείς, δεν αποκλείεται νάναι οι πονηρότεροι απόλους τους θεούς..."
" Οι σχέσεις του με το θεό είναι κάπως ανεξιχνίαστες. Κάποτε θαρρείς πως θεός και Τολστόη είναι δυό αρκούδια στην ίδια σπηλιά".

Ο Τολστόη ήταν ένας πανίσχυρος οργανισμός. " Μέσα του έβραζε πάλη γιγάντων" λέει ο Λουνατσάρσκι. Η σάρκα, που ήθελε να ζήσει γιομάτα τη ζωή της, και το πνεύμα, που πάσχιζε να φυλαχτεί από την αμαρτία.Ο αδυσώπητος διάλογος μεταξύ τους αντηχεί σ' όλα τα έργα του. Αν λοιπόν κανένας από τους ήρωές του δε μπορεί νάναι ο ίδιος ο Τολστόη είναι γιατί μόνο ένας άλλος Τολστόη θα μπορούσε να χωρέσει μέσα του αυτόν τον εκπληχτικό άνθρωπο που έσφυζε από σωματική δύναμη και υγεία κι είχε συνάμα καλλιεργήσει και ραφινάρει τόσο το πνεύμα του. Σε σχέση με τον ίδιον τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του είναι φύλλα και καρποί πάνω στο πελώριο δέντρο. Σάρκα από τη σάρκα του, αλλά ένα μέρος μόνο από τη σάρκα του - το καθένα μια στιγμή, μια φάση της ζωής του. Υπάρχουν βέβαια και τα πρόσωπα που καθρεφτίζουν αντιπροσωπευτικότερα από  άλλα το δικό του πρόσωπο. Ο κεντρικός ήρωας της Παιδικής Τριλογίας Νικολάκης Ιρτένιεφ, τ' αδέρφια Κοζελτσώφ από τα " Διηγήματα της Σεβαστούπολης", ο Ολένιν από τους " Κοζάκους", ο Πιέρος κι ο πρίγκηπας Αντρέας, ο Λέβιν, ο Νεχλιούντωφ - όλοι τους σημαδεύονται από το βιογραφικό στοιχείο και παρακολουθώντας κανείς την ανέλιξη αυτών των κεντρικών ηρώων μπορεί κιόλας να έχει πιστή εικόνα της βιογραφίας του Τολστόη, αναφορικά τόσο με τα χτυπητά περιστατικά της ζωής του, όσο και με την πλούσια και συνεχή θυελλώδη ψυχική ζωή του. Συνεπώς η απομόνωση του Τολστόη από τα πλάσματά του, όπως επιχειρείται κάποτε, δε μπορεί να είναι πειστική. Από την άποψη αυτή γίνονται συχνά συγκρίσεις με το Ντοστογιέφσκι.Ο Ντοστογιέφσκι, είναι η αλήθεια, εντονότερα από τον Τολστόη παρασύρει στην τάση  να τον ταυτίζουμε με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Αλλά μόνο ένας από τους ήρωες του, ο Αλιόσια Καραμάζωφ, θα μπορούσε να βολέψει μέσα του τη φοβερά διχασμένη προσωπικότητα του δημιουργού. Είπαμε όμως μιλώντας για τους "Αδελφούς Καραμάζωφ", πως η μορφή του Αλιόσια έμεινε ασυμπλήρωτη και μόλις αχνοφαίνεται. Το μέλλον του Αλιόσια ήταν όλο μπροστά. Σε σύγκριση με τ' άλλα πρόσωπα του Ντοστογιέφσκι, θα ήταν μια καινούρια φυσιογνωμία που θα χαροπάλευε πολλές φορές ανάμεσα στις δύο σκάλες της ζωής, το καλό και το κακό. Ανάμεσα στον αρνητή Ιβάν και στον άνθρωπο του Θεού, τον πάτερ Ζωσιμά. Κι όπως φαίνεται από τα σημειώματα του Ντοστογιέφσκι το διαδοχικό πέρασμα από το θεό στην άρνηση κι από εκείνη πάλι στο θεό και πάλι στο δαίμονα κλπ. δε θα γινόταν για να συμφιλιωθούν τ' ασυμφιλίωτα, παρά για να φανεί, με το κλείσιμο στην ίδια ψυχή, τι άβυσσος τα χωρίζει. Στους " Αδελφούς Καραμάζωφ " είχε αρχίσει να διαγράφεται η μελλοντική πορεία του Αλιόσια. Είχαν φανεί τα φύτρα  του Καραμαζοφισμού.

- Τι θα τον κάνουμε, Αλιόσια, το στρατηγό; τον ρωτάει το μεγάλο αδέρφι, ο Ιβάν, αφού του έχει αφηγηθεί την ιστορία του στρατηγού, που σπάραξε  με τα σκυλιά του το μικρό αγοράκι. - Τι θα τον κάνουμε τον στρατηγό; Για να ικανοποιήσουμε το αίσθημα του δικαίου πρέπει να τον σκοτώσουμε ή όχι;  Αποκρίσου Αλιόσια!
- Να τον τουφεκίσουμε! απαντά σιγανά ο Αλιόσια, ατενίζοντας μ' ένα ωχρό άμορφο χαμόγελο τον αδελφό του.
- Μπράβο! αναφώνησε με αγαλλίαση ο Ιβάν. Αφού το λες κι εσύ, τότε θα πει..Άι, να μου ζήσεις, καλογεράκι μου! Να λοιπόν που και στη δική σου καρδούλα φωληάζει ένας μικρός δαίμονας, Αλιόσια Καραμάζωφ!

Όπως και στο Ντοστογιέφσκι, η βιογραφία του Τολστόη είναι σκόρπια στα γραφτά του. Μια πρώτη ιδέα αποκτάμε από τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, από τη γνωριμία μας με τους ήρωες του. Τη συμπληρώνουμε μελετώντας τα πολυάριθμα γράμματά του, τα πολύτιμα ημερολόγια του, τα φιλοσοφικά του συγγράμματα, την πολιτική αρθρογραφία του, τα κοινωνιολογικά του δοκίμια. Πολύ διαφωτιστικές επίσης είναι οι μαρτυρίες των συγχρόνων του, κατά πρώτο λόγο τα ημερολόγια της γυναίκας του, οι αναμνήσεις των γραμματικών του.
Μας κάνει πρώτα εντύπωση μια χτυπητή δυσαναλογία ανάμεσα στην ήσυχη, λιγοκίνητη εξωτερικά ζωή του και στην ανήσυχη όλο βαθιές ρεματιές και ψηλά ανεβάσματα ζωή του πνεύματός του. Εξωτερικές θύελλες στη ζωή του Τολστόη δε θα βρούμε, όπως στο Ντοστογιέφσκι, τον Τσερνισέφσκι, το Χέρτσεν κι άλλους ρώσους κλασικούς. Αν αφαιρέσει κανείς μια ζωηρή περίοδο αναζητήσεων τους πρώτους καιρούς της νεότητας, πολύ σύντομη κι εκείνη, εξωτερικά η ζωή του είναι ήρεμη, καλοβαλμένη, δίχως πολλά περπατήματα. Εκεί που γεννήθηκε, στο χτήμα της μητέρας του, τη Γιάσναγια Πολιάνα, έζησε όλη σχεδόν τη ζωή του. Εκεί είναι κι ο τάφος του, μόνος κι έρημος μες στο δάσος. Πολλά ταξίδια δεν έκανε. Έζησε λίγο στο Καζάν, στη Μόσχα, ύστερα στον Καύκασο, πολέμησε το 1855 στη Σεβαστούπολη για να ξαναγυρίσει στη Γιάσναγια Πολιάνα, απόπου με εξαίρεση τα δυό ταξίδια του στο εξωτερικό ( 1857 και 18610 και τις λίγες φορές που πεταγόταν ως τη Μόσχα ή στην Κριμαία για θεραπεία, δεν το κούνησε ως το τέλος. Η Γιάσναγια Πολιάνα ήταν γι' αυτόν κάτι πολύ σπουδαιότερο απότι το σπίτι, η οικογένεια, ο τόπος της δουλιάς. Ήταν η ψηλή βίγλα απόπου κοίταζε τον κόσμο, τον ταξινομούσε και ρύθμιζε τη στάση του απέναντί του. Ήταν έπειτα ο κρίκος που έδενε τη μια ζωή με την άλλη - την πόλη με την ύπαιθρο, τον πολιτισμό με τη φύση την τόσο απαραίτητη στον Τολστόη. Ήταν ο τόπος όπου ο γίγας αυτός έπρεπε να σταθεί, να στερεώσει κάτω τα πόδια του. Έλεγε ο ίδιος τότε που ήταν νέος: " Χωρίς τη Γιάσναγια Πολιάνα μου δυσκολεύομαι να καταλάβω τη Ρωσία, δυσκολεύομαι να καταλάβω τον εαυτό μου μέσα στη Ρωσία". Άλλαζαν όμως οι καιροί κι άλλαζε κι η Γιάσναγια Πολιάνα. Σα μαραμένα φύλλα πέφταν από πάνω της τα πολλά χαρίσματά της κι έμεινε στο τέλος ό,τι ο Τολστόη δε μπορούσε να μη μισήσει μ' όλη την ψυχή του - νησίδα αφθονίας και πολυτέλειας μες στη θάλασσα της ανομολόγητης λαϊκής δυστυχίας. Ο Τολστόη τη μίσησε όπως μισεί κανείς τη φυλακή του. Δεκαετίες ολόκληρες κλεισμένος εκεί μέσα, πολιορκημένος από τη χλιδή της οικογενειακής ζωής ( που στην πραγματικότητα κάθε άλλο ήταν παρά χλιδή) κατάστρωνε το σχέδιο της απόδρασης, την ηρωική έξοδο.

Εκείθε με τους αδελφούς , εδώθε με το χάρο.

Μόλο που το σχήμα είναι οξύμωρο, μπορεί να πει κανείς πως ο Τολστόη έπεσε με το σπαθί στο χέρι, σαν ένας πολιορκημένος που αποφάσισε να σπάσει τον κλοιό κι ας ήξερε πως η έξοδος δεν έχει ελπίδα. Η φυγή από τη Γιάσναγια Πολιάνα ήταν περισσότερο μια πράξη διαμαρτυρίας, η τελευταία. Φυγή από το ρέμα που μαύριζε πίσω του, ενώ φαινόταν και το άλλο που βάθαινε μπροστά...



Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Πέντε Ρώσοι Κλασικοί, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, 2η έκδοση

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020

Τζουντ ο αφανής


Κάποιες φορές μία απλή αναφορά ενός βιβλίου μέσα σε ένα άλλο βιβλίο οδηγεί σε μια συγκλονιστική αναγνωστική εμπειρία. Αυτό συνέβη με το μυθιστόρημα του Τόμας Χάρντυ, Τζουντ ο αφανής, το οποίο μεταφράστηκε από τη Λητώ Σεϊζάνη και εκδόθηκε από τη Νεφέλη το 1997. Δεν θυμάμαι σε ποιο βιβλίο το συνάντησα, πάει καιρός, αλλά ευτυχώς που μπόρεσα να το βρω, καθώς είναι εξαντλημένη η έκδοση,  και να το διαβάσω. 

Η ιστορία ξεκίνησε να δημοσιεύεται σε συνέχειες το 1894 στο περιοδικό Χάρπερς. Πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία που αρχίζει από την παιδική ηλικία του Τζουντ και τελειώνει με το θάνατό του. 
Ένα παιδί που ονειρεύεται να κατακτήσει τη γνώση και να μπει σε εκείνες τις μεγάλες αίθουσες ,όπου αυτή διδάσκεται. Ένας νέος που ερωτεύεται, παντρεύεται και απογοητεύεται σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αλλά που δεν αργεί να συναντήσει τη γυναίκα της ζωής του και να την ερωτευτεί απελπισμένα  χωρίς να μπορεί να την προσεγγίσει, παρά μόνο φιλικά καθώς γνωρίζει ότι η κοπέλα αυτή είναι εξαδέλφη του. Ένας έρωτας  αμοιβαίος στην πορεία, ο οποίος όμως περνάει του λιναριού τα πάθη και δεν κατορθώνει να φέρει την ευτυχία ακόμη και όταν το ζευγάρι ζει μαζί μετά από πολλές περιπέτειες. 
Ο Τζουντ είναι ο άνθρωπος εκείνος που όλα τα σχέδια της ζωής του βγήκαν πλάνα, που δεν μπόρεσε να κατακτήσει ουσιαστικά τίποτε από όσα ήθελε: δεν φοίτησε στις σχολές που ήθελε, δεν έκανε τη δουλειά που ήθελε, δεν έζησε τον έρωτα όπως τον ήθελε.
Η Σου, μια νέα κοπέλα, δεν ζει και δεν συμπεριφέρεται όπως η κοινωνία της εποχής της το απαιτεί και γιαυτό καταδικάζεται από αυτήν και γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος. Οι πολλές ψυχολογικές διακυμάνσεις και η κυκλοθυμική συμπεριφορά  της φανερώνουν ένα σύνθετο χαρακτήρα που μάχεται να σταθεί στα πόδια του και να νικήσει τα εμπόδια χωρίς επιτυχές αποτέλεσμα. 
Η ιστορία ξεδιπλώνεται σε ομιχλώδη τοπία της αγγλικής φύσης και μικρών πόλεων με πολλές περιγραφικές λεπτομέρειες.
Τολμηρό και πολύ προοδευτικό ως προς τις ιδέες που εκφράζει για τις ερωτικές σχέσεις, το γάμο, τα παιδιά, τη μόρφωση σε μια εποχή αυστηρά πουριτανική. Σκληρό στις περιγραφές του, όσον αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις, με ένα πέπλο μυστηρίου να καλύπτει τις πράξεις των ανθρώπων. Τραγικό στο τρόπο που διαχειρίζεται τη λύση των προβλημάτων των πρωταγωνιστών σε σημείο να νιώθεις τη καρδιά σου να χτυπά γρήγορα και με αγωνία για την εξέλιξη της ιστορίας. Μια εξέλιξη οδυνηρή και με πολλές ανατροπές, ενίοτε σπαρακτικές.
Δίπλα στους δύο βασικούς ήρωες, αρκετοί άλλοι που με τη συμπεριφορά τους και τις απόψεις τους επηρεάζουν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό τις ζωές του Τζουντ και της Σου, αναδεικνύοντας συγχρόνως μια κοινωνία βαθιά συντηρητική , ταξική και ρατσιστική αλλά με μικρές χαραμάδες φωτός που όμως δεν οδηγούν στο αίσιο τέλος. 

Πολύ ενδιαφέρουσα η παρουσίαση του βιβλίου από τη μεταφράστρια του μυθιστορήματος Λητώ Σεϊζάνη εδώ.

Η ιστορία έγινε ταινία το 1996 με τους Κρίστοφερ Εκλεστον, Κέιτ Γουίνσλετ σε σκηνοθεσία Μάικλ Γουιντερμπότομ. Ολόκληρη η ταινία με αγγλικούς υπότιτλους:





Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Οι άνθρωποι της Αβύσσου


Το 1902 ο Τζακ Λόντον είχε συμφωνήσει με το Αμερικάνικο Πρακτορείο Ειδήσεων να πάει στην Αφρική ως ανταποκριτής σχετικά με την κατάσταση που ακολούθησε τον πόλεμο των Μπόερς. Σκέφτηκε όμως να λοξοδρομήσει για δυό μέρες και να επισκεφθεί το Λονδίνο και με την ευκαιρία να καλύψει και τη στέψη του Εδουάρδου του Ζ' κάνοντας μια ανταπόκριση από σοσιαλιστική σκοπιά καθώς είχε ενστερνιστεί τις σοσιαλιστικές ιδέες και είχε διαβάσει Μαρξ τον οποίο αγαπούσε ιδιαίτερα, αν και ορισμένες αντιδραστικές απόψεις της νεότητάς του τον ακολουθούσαν και σε πιο προχωρημένη ηλικία.
Ενώ, λοιπόν, βρισκόταν στο Λονδίνο ματαιώθηκε το ταξίδι στην Αφρική και αποφάσισε να υλοποιήσει μια ιδέα που είχε ήδη συζητήσει με έναν Αμερικανό εκδότη . Η ιδέα ήταν να γράψει ένα άρθρο σχετικό με την κατάσταση που επικρατούσε στις φτωχογειτονιές του Λονδίνου και συγκεκριμένα στην περιοχή Ηστ Εντ. 
Τα άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε συνέχειες από το Μάρτιο του 1903 ως τον Ιανουάριο του 1904 σε ένα σοσιαλιστικό περιοδικό μικρής κυκλοφορίας. Τα άρθρα γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και εκτίναξαν τη φήμη του Λόντον στα ύψη. Γνωστός τώρα όχι μόνο στους σοσιαλιστές της πατρίδας του αλλά και στο Λονδίνο. Το Νοέμβριο του 1903 τα άρθρα έγιναν βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αμερική και λίγο αργότερα στο Λονδίνο.
" The people of the Abyss" - "Οι άνθρωποι της Αβύσσου" ο τίτλος του. Το βιβλίο αυτό είναι το δεύτερο μετά τη Σιδερένια Φτέρνα στο οποίο ο Τζακ Λόντον διατυπώνει τη σοσιαλιστική του ιδεολογία.
Πολλοί είχαν περιγράψει την αθλιότητα της ζωής των κατοίκων του Ανατολικού Λονδίνου. Το βιβλίο όμως του Τζακ Λόντον θεωρείται ότι έδωσε κάτι καινούριο: Ο ίδιος ο συγγραφέας ντύθηκε με τα ρούχα τους, έζησε μαζί τους, έφτασε μέχρι τον πάτο της Αβύσσου,ταυτίστηκε μαζί τους και προσπάθησε να εξηγήσει την αιτία της αθλιότητας.
" Συγχρόνως όμως αισθανόταν και όλους τους απόβλητους της κοινωνίας σαν αδέρφια του, όμοια με κείνον, χωρίς ν' αφήνει τη συναισθηματικότητα να θολώσει την άποψή του. Μπόρεσε τότε να δοθεί μ' όλο του το είναι στις καταστάσεις και να τις νιώσει από μέσα, ενώ συγχρόνως τις περιέγραφε απέξω. Αποτέλεσμα είναι αυτό το παθιασμένο ντοκουμέντο, μ' όλη την ιστορική του αξία και τη ζωντάνια που θα μπορούσε να ήταν ένα μυθιστόρημα." έγραφε  ο συγγραφέας Jack Lindsay.


Dorset Street, Spitalfields, φωτογραφία του 1902 για το βιβλίο του Τζακ Λόντον " Οι άνθρωποι της Αβύσσου"

Ο ίδιος ο Τζακ Λόντον προλογίζοντας το βιβλίο έγραφε:
" Τις εμπειρίες που αναφέρω σ' αυτό το βιβλίο τις έζησα το καλοκαίρι του 1902. Κατέβηκα στον υπόκοσμο του Λονδίνου, και δε διέφερα σε τίποτα από έναν εξερευνητή. Έδινα περισσότερη βάση στα ίδια μου τα μάτια παρά στις διηγήσεις όσων δεν είχαν δει, ή στις λέξεις όσων είχαν δει και εξερευνήσει πριν από μένα. Χρησιμοποίησα επίσης ορισμένα απλά κριτήρια για να μετρήσω τη ζωή του υπόκοσμου. Ό,τι επιδρούσε θετικά στη ζωή, για φυσική και πνευματική δύναμη, ήταν καλό· ό,τι επιδρούσε αρνητικά, την πλήγωνε, τη μείωνε και την παραμόρφωνε, ήταν κακό.
Ο αναγνώστης θα καταλάβει αμέσως ότι είδα πολλά κακά. Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι η εποχή, στην οποία αναφέρομαι, είναι εποχή "ευημερίας" για την Αγγλία. Ο υποσιτισμός και η έλλειψη στέγης που συνάντησα είναι μια χρόνια κατάσταση μιζέριας που ποτέ δεν έχει εκλείψει, ακόμα και σε περιόδους μεγάλης ευημερίας.
Μετά το καλοκαίρι στο οποίο αναφέρομαι, έπιασε βαρύς χειμώνας. Πολλοί από τους ανέργους πήγαιναν παρέες παρέες, γύρω στα δώδεκα άτομα, πάνω κάτω στους δρόμους του Λονδίνου και ζητούσαν ένα κομμάτι ψωμί..."

Ο συγγραφέας μπήκε  "εκεί  όπου δεν μένουν οι πλούσιοι και οι ισχυροί, εκεί όπου ο ταξιδιώτης δεν πάει ποτέ, και όπου δυο εκατομμύρια εργάτες ο ένας πάνω στον άλλο, γεννούν και πεθαίνουν..."

Το Ηστ Εντ ήταν μια τεράστια τρώγλη και " για έναν καθώς πρέπει και καθαρό άνθρωπο, κάθε άθλιος δρόμος, απ' όλους τους άθλιους δρόμους του είναι και μια μεγάλη τρώγλη. Εκεί όπου βλέπει κανείς και ακούει σημεία και τέρατα, εκεί όπου ούτε σεις ούτε γω θ' αφήναμε τα παιδιά μας να βλέπουν και ν' ακούν, κανένα άλλο παιδί δε θάπρεπε να ζει, ν' ακούει ή να βλέπει. Εκεί όπου ούτε σεις ούτε γω θα θέλαμε να ζούνε οι γυναίκες μας, κανενός άλλου η γυναίκα δε θα' πρεπε να ζει. Γιατί εδώ, στο Ηστ Εντ, η βρομιά και η χυδαιότητα είναι σε ημερήσια διάταξη. Δεν υπάρχει ιδιωτικός βίος. Το κακό φθείρει το καλό και όλα μπερδεύονται μεταξύ τους..."


Είναι σωστό όταν η Επιστήμη προοδεύει, δοξάζοντας τους καιρούς.
Τα παιδιά της πόλης, οι μεθυσμένες και μαυρισμένες ψυχές
 να βουλιάζουν στο βούρκο της πόλης;
Εκεί στις σκοτεινές αλέες αναγκάζεται η πρόοδος 
να σταματήσει με τρεμάμενα πόδια·
Το έγκλημα και η πείνα έχει ρίξει χιλιάδες νεαρά κορίτσια στο δρόμο·
Εδώ ο αφέντης δίνει με μεγάλη τσιγκουνιά το καθημερινό ψωμί στις ράφτρες του·
Εδώ οι στενές και ελεεινές σοφίτες δέχονται ζωντανούς και νεκρούς·
Εδώ η σιγανή φωτιά του πυρετού σέρνεται στο σάπιο πάτωμα·
Και η αιμομειξία των φτωχών θριαμβεύει μέσα σ' αυτόν τον κυκεώνα.

Αφού ο Λόντον έζησε την απόλυτη αθλιότητα, πείνασε, δίψασε, κοιμήθηκε σε βρόμικα δωμάτια, πέρασε από πτωχοκομεία και "φιλανθρωπικά" στέκια και συζήτησε με πολλούς από τους ανθρώπους που συνάντησε εκεί, αναρωτιέται αν "Έχει ο πολιτισμός καλυτερέψει τη ζωή του μέσου ανθρώπου;" όπου διευκρινίζει ότι χρησιμοποιεί τη λέξη " άνθρωπος" με το δημοκρατικό της νόημα, δηλαδή το μέσο άνθρωπο.
Για να απαντήσει κάνει συγκρίσεις ανάμεσα στον πρωτόγονο λαό των Ιννουίτ, στην Αλάσκα και στο λαό των Εγγλέζων, ένα λαό πολιτισμένο και διατυπώνει νέα ερωτήματα: " Έχει αυξήσει ο πολιτισμός την παραγωγικότητα του μέσου ανθρώπου;" και " Αν ο πολιτισμός έχει αυξήσει την παραγωγικότητα του μέσου ανθρώπου, γιατί δεν καλυτέρεψε και τη ζωή του;"
Σύμφωνα με τον συγγραφέα :
" Η απάντηση μπορεί να είναι μόνο μία: Η ΚΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ. Ο πολιτισμός έφερε κοντά μας κάθε λογής ανέσεις και όλα όσα λαχταράει η καρδιά μας. Κι όμως όλα αυτά δεν τα απολαμβάνει ο μέσος Εγγλέζος. Αν δεν πρόκειται να τα χαρεί ποτέ, ο πολιτισμός τότε δεν έχει καταφέρει τίποτα. Δεν υπάρχει λόγος να κρατάμε ένα τέτοιο επινόημα, αν έχει αποδειχθεί μια τόσο κραυγαλέα αποτυχία. Μα είναι δυνατόν να ύψωσαν μάταια οι άνθρωποι ένα τέτοιο οικοδόμημα; Δεν το χωράει το μυαλό μου. Αν παραδεχτούμε μια τόσο παταγώδη αποτυχία πρέπει να δώσομε τη χαριστική βολή στο μόχθο και την πρόοδο.
Μια και μόνο άλλη εκδοχή μπορεί να υπάρξει: Ο πολιτισμός θα πρέπει να υποχρεωθεί να καλυτερέψει τη ζωή του μέσου ανθρώπου. Αν το παραδεχθούμε αυτό, τίθεται αυτομάτως το πρόβλημα της διαχείρισης. Πρέπει να συνεχίσουμε να παράγομε επικερδή πράγματα και να σταματήσομε να παράγομε τα μη επικερδή. Η αυτοκρατορία είναι για την Αγγλία κέρδος ή ζημιά. Αν είναι ζημιά, τότε θα πρέπει να τη διαλύσει. Αν είναι κέρδος, η διαχείριση της πρέπει να γίνεται κατά τρόπον ώστε να παίρνει το μερίδιό του απ' το κέρδος και ο μέσος Εγγλέζος.
Αν ο πόλεμος για την πρωτοκαθεδρία στο εμπόριο είναι επικερδής, συνεχίστε τον. Αν όχι, αν πληγώνει τον εργάτη και τον κάνει να ζει χειρότερα κι απ' τους άγριους, τότε ξεφορτωθείτε τις αγορές του εξωτερικού και τη βιομηχανική σας αυτοκρατορία. Γιατί είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι αν 40.000.000 άτομα με τη βοήθεια του πολιτισμού κατέχουν παραγωγική δύναμη μεγαλύτερη από τους Ίννουιτ, τότε αυτά τα 40.000.000 άτομα θα πρέπει να ζουν καλύτερα απ' τους Ίννουιτ και να έχουν ό,τι λαχταράει η ψυχή τους.
Αν οι 400.000 άνεργοι Εγγλέζοι ευπατρίδες, όπως δήλωσαν οι ίδιοι στην απογραφή του 1881, δεν προσφέρουν κέρδος, διώξτε τους. Βάλτε τους να δουλέψουν στ' αλέτρι, να βοσκάνε κοπάδια και να φυτεύουν πατάτες. Αν αποφέρουν κέρδος στη χώρα, κρατήστε τους οπωσδήποτε, φτάνει να πάρει και ο μέσος Εγγλέζος ένα μερίδιο από τα κέρδη που προσφέρουν συνεχίζοντας να μην κάνουν τίποτα.
Με λίγα λόγια η κοινωνία πρέπει να αναδιοργανωθεί και η διαχείρισή της να εξυγιανθεί. Δε συζητάμε καν το ότι η τωρινή διαχείριση είναι ανίκανη. Έχει στραγγίξει την Αγγλία από το αίμα που τη ζει. Έχει αδυνατίσει τους ανθρώπους που κατοικούν τη χώρα τους και τους έχει κάνει ανίκανους ν' ανταγωνιστούν στην πορεία των ανταγωνιζομένων εθνών. Έχει φτιάξει ένα Γουέστ Εντ και ένα Ηστ Εντ στο μέγεθος όλης της χώρας, όπου το ένα είναι αχαλίνωτο και διεφθαρμένο και το άλλο άρρωστο και υποσιτισμένο...
Οι διαχειριστές αυτοί, πρέπει αναγκαστικά να φύγουν από τη μέση, αφού έκαναν τόσο εγκληματικά κακή δουλειά. Γιατί, όχι μόνον έκαναν σπατάλες και δεν κατάφεραν τίποτα, αλλά και έκαναν κακό και στις ζωτικές πηγές της χώρας. Κάθε τσακισμένος και ταλαιπωρημένος φτωχός, κάθε τυφλός, κάθε παιδί που γεννιέται στη φυλακή, κάθε άντρας, γυναίκα και παιδί που υποφέρει από την πείνα, υποφέρει γιατί οι κυβερνήσεις αυτής της χώρας δεν διαχειρίστηκαν σωστά τις ζωτικές πηγές που είχαν στη διάθεσή τους.
Και δεν μπορεί κανένα μέλος της τάξης των διαχειριστών να ισχυριστεί μπροστά στο δικαστήριο της Ανθρωπότητας ότι είναι αθώος. " Οι ζωντανοί στα σπίτια τους, οι νεκροί στους τάφους τους" δέχονται την πρόκληση από κάθε παιδί που πεθαίνει από ασιτία, από κάθε κοπέλα που φεύγει απ' την τρώγλη και κάνει τη νύχτα πεζοδρόμιο στο Πικκαντίλλυ, από κάθε άνεργο μεροκαματιάρη που πέφτει να πνιγεί στο κανάλι. Η τροφή που τρώει αυτή η τάξη των διαχειριστών,το κρασί που πίνει, οι γιορτές που οργανώνει και τα ωραία ρούχα που φοράει, είναι πρόκληση για τα οχτώ συν οχτώ εκατομμύρια στόματα που ποτέ δεν είχαν αρκετή τροφή για να χορτάσουν και για τα είκοσι εκατομμύρια κορμιά που δεν έχουν ρούχα να φορέσουν και σπίτι να μείνουν.
Δεν μπορεί να κάνω λάθος. Ο πολιτισμός αύξησε την παραγωγικότητα του ανθρώπου εκατό φορές. Κι όμως, εξ αιτίας της κακής διαχείρισης, οι πολιτισμένοι άνθρωποι ζουν χειρότερα κι από τα ζώα, έχουν λιγότερα να φάνε, να φορέσουν και να προστατευθούν από τα στοιχεία της φύσης, απ' όσα έχει ο άγριος Ίννουιτ, που έχει ν' αντιμετωπίσει ένα παγωμένο κλίμα και ζει σήμερα όπως ζούσε πριν από δέκα χιλιάδες χρόνια, στην παλαιολιθική εποχή"(1)

Αν ο Τζακ Λόντον είχε διαβάσει τον Ένγκελς  δεν θα απέδιδε την αθλιότητα απλά και μόνο στην κακή διαχείριση των κυβερνήσεων . Θα διάβαζε ότι " η αιτία της αθλιότητας της εργατικής τάξης δεν πρέπει να αναζητηθεί σε κείνα τα μικρά δεινά, αλλά στο ί δ ι ο τ ο κ ε φ α λ α ι ο κ ρ α τ ι κ ό  σ ύ σ τ η μ α. Ο εργάτης πουλά στον κεφαλαιοκράτη την εργατική του δύναμη για ένα ορισμένο ημερήσιο χρηματικό ποσό. Ύστερα από δουλιά λίγων ωρών ο εργάτης έχει αναπαραγάγει την αξία αυτού του ποσού. Όμως το συμβόλαιο εργασίας που έκλεισε λέει ότι πρέπει τώρα να εξακολουθήσει να δουλεύει μια σειρά ώρες ακόμα για να συμπληρώσει την εργάσιμη μέρα του. Η αξία λοιπόν που παράγει ο εργάτης σ' αυτές τις πρόσθετες ώρες της υπερεργασίας, είναι υπεραξία, που δεν στοιχίζει τίποτα στον κεφαλαιοκράτη, μα που ωστόσο κυλά στην τσέπη του. Αυτή είναι η βάση του συστήματος που χωρίζει  ολοένα και περισσότερο την πολιτισμένη κοινωνία, από τη μια μεριά σε μερικούς Ρότσιλντ και Βάντερμπιλτ, τους κατόχους όλων των μέσων παραγωγής και συντήρησης, κι απ' την άλλη, σε μια τεράστια μάζα μισθωτούς εργάτες που δεν κατέχουν τίποτα άλλο, εκτός από την εργατική τους δύναμη. Και ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν οφείλεται σε τούτο ή σε κείνο το δευτερεύον κακό, αλλά μονάχα στο ίδιο το σύστημα - το γεγονός αυτό έγινε σήμερα φως- φανερό με την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Αγγλία..."(2)


(1) Τζακ Λόντον , Οι άνθρωποι της Αβύσσου,μετφρ. Γιάννης Παπαδάκης, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988

(2) Μαρξ - Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα τ. 2 : Φρίντριχ Ένγκελς, Πρόλογος στην " Κατάσταση της εργαζόμενης τάξης"(1892)

Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

Άγγελος Πεπτωκώς


Στις 25 Απριλίου 2020 πέθανε σε ηλικία 85 ετών ο Περ Όλοβ Ένκβιστ , ένας από τους σπουδαιότερους Σουηδούς συγγραφείς. Το έργο του θεωρείται εμβληματικό και χαρακτηρίζει τη σκανδιναβική λογοτεχνία του 20ουαι. Μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, τα γραπτά του μεταφράσθηκαν σε δέκα γλώσσες -από το «Κρυστάλλινο μάτι» που εκδόθηκε το 1961 μέχρι το «Βιβλίο των παραβολών», το 2013.
Ο Περ Όλοβ Ένκβιστ γεννήθηκε το 1934 στο Βέστερμπότεν της Σουηδίας, πρωτοεμφανίστηκε στα 1961 με το μυθιστόρημα " Το κρυστάλλινο μάτι" και καθιερώθηκε με το δεύτερο βιβλίο του " Ο πέμπτος χειμώνας του υπνωτιστή".
 Το πρώτο έργο του που κυκλοφόρησε στα ελληνικά είναι το " Άγγελος Πεπτωκώς"
Ο " Άγγελος Πεπτωκώς" , ένα μυθιστόρημα αγάπης, έγινε δεκτό με διθυραμβικά σχόλια όταν κυκλοφόρησε στη Σουηδία το 1988. Θεωρήθηκε από" τα πιο σημαντικά της νεότερης σκανδιναβικής λογοτεχνίας", "πρωτότυπα και αριστοτεχνικά γραμμένο", " ότι ο συγγραφέας κινείται  αδιάκοπα κοντά στο όριο του ανθρώπου" και ότι είναι " αυτό το ολιγοσέλιδο, μεγάλο μυθιστόρημα, αυτό το τρομακτικό και όμορφο αφήγημα αγάπης".
Από αυτό το μυθιστόρημα είναι το απόσπασμα που ακολουθεί,  πολύ μικρή συμβολή στη γνωριμία με το έργο του.

Το όνομά του ήταν Πασκουάλ Πινόν κι είχε γεννηθεί με δύο κεφάλια.
Το δεύτερο κεφάλι ήταν κεφάλι γυναίκας.
Υπήρχε πάντοτε μια στιγμή σύγχυσης όταν μιλάγανε για τον Πινόν - για "εκείνον" ή "εκείνους", κανείς δεν μπορούσε ν' αποφασίσει με σιγουριά. Όταν οι πρώτες φήμες για την παράδοξη ιστορίας της αγάπης τους διαδόθηκαν στον κόσμο, εκεί γύρω στο Φεβρουάριο του 1922, οι δυο τους βρίσκονταν σ' ένα ορυχείο στο βόρειο Μεξικό. Εκεί βρίσκονταν, εκεί εκτελούσαν την αποστολή τους, που κατ' αρχήν δεν ήταν εργασία, αλλά μάλλον παρουσία.
Ήταν παρόντες. Ήταν επίσης παγιδεμένοι. Αυτή ήταν η αποστολή τους στη ζωή.
Μπορούμε να πούμε: Εκείνη την άνοιξη του 1922 έγιναν ορατοί. Οι φήμες έφτασαν μέχρι τον πολιτισμένο κόσμο, και μέχρις έναν ιμπρεσάριο στο Σαν Ντιέγκο, ονόματι Τζων Σίντελερ.
Τους αναζήτησε, τους έκανε ορατούς, όταν τους είδε τότε φανερώθηκαν. Υπήρχαν και πριν αλλά δε φαίνονταν. Έτσι γίνεται με πολλούς ανθρώπους. Αυτός όμως τους έκανε ορατούς. Τους ονόμασε ανδρόγυνο, το διασημότερο ζευγάρι εραστών στην αμερικάνικη δύση, αρχικά ένα παράδειγμα αδιασάλευτης δυστυχίας και αργότερα αδιασάλευτης ευτυχίας.
Αχώριστοι στο θάνατο, ένας γάμος για καλό και για κακό, αλλά και αδύνατο να διαλυθεί. Μπορούμε να πούμε: μας τους παρουσίασε, σαν έμβλημα.
Όταν τον ανακάλυψαν, ο Πινόν βρισκότανε μέσα σ' ένα χαλκωρυχείο στο βόρειο Μεξικό. Από πού ερχότανε, δεν ξέρει κανείς. Κανείς δεν ξέρει πού γεννήθηκε ή πότε, κανείς δεν ξέρει ποιοι ήταν οι γονείς του. Ίσως να ντρέπονταν· όταν πέθανε δεν ήρθε κανένας συγγενής. Πιθανότατα είχε γεννηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1880, ήταν η πιο αληθοφανής εκδοχή. Είχε γεννηθεί τέρας.
Τέρας είναι η σωστή περιγραφή του. Αυτήν χρησιμοποιούσε και ο ίδιος.
Το ένα του κεφάλι, το κάτω, ήταν κεφάλι ανδρός, απόλυτα κανονικό, ίσως και όμορφο. Το ανδρικό του κεφάλι το κρατούσε πάντα πολύ ψηλά και ίσια, με μια θλιμμένη αξιοπρέπεια. Είχε πυκνά γένια, καλοπεριποιημένα. Πάνω όμως από αυτό το κεφάλι είχε φυτρώσει ένα άλλο κεφάλι, που ξεπρόβαλε σαν μπουμπούκι από το μέτωπό του ή σαν φυλακισμένος που προσπαθεί απελπισμένα να ξεφύγει διαπερνώντας τον τοίχο της φυλακής, χωρίς να το πετυχαίνει και καταδικάζεται σε ισόβια φυλάκιση κτισμένος ο μισός μέσα στον τοίχο.
Το άλλο, το επάνω, ήταν κεφάλι γυναίκας. Τα δυο κεφάλια του Πασκουάλ Πινόν τα βλέπει κανείς σε μια σειρά φωτογραφίες του '20 κα του '30· την τελυταία την πήρανε λίγες μόνο μέρες πριν πεθάνει. Άλλωστε τότε ήταν κιόλας διεθνώς αρκετά διάσημος και μια βιογραφία του δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του· τη βιογραφία A Monster's Life, την είχε γράψει ο ιμπρεσάριός του, ο Τζων Σίντελερ.
Φωτογραφίες υπάρχουν πολλές.
Δίνουν όλες την εντύπωση θλίψης και αξιοπρέπειας· λες και τα δυο κεφάλια κοιτάζανε πάντα το φακό γνωρίζοντας ότι αργότερα κανείς δε θα τους καταλάβαινε ποτέ, ότι αυτοί που κοιτάζανε τις φωτογραφίες δεν θα καταλάβαιναν ποτέ. Μπορούμε να πούμε: Ο Πασκουάλ Πινόν κουβαλούσε το δεύτερό του κεφάλι όπως ένας μεταλλωρύχος φοράει τη λυχνία στο μέτωπό του. Έτσι κι εκείνος την κουβαλούσε σ' όλη του τη ζωή: όπως ο μεταλλωρύχος κουβαλάει τη λυχνία του στο σκοτάδι όπου διάλεξε ο ίδιος να ζήσει, με τον ίδιο τρόπο και κείνος την κουβαλούσε διασχίζοντας το απίστευτο φως της ζωής. Από τη δική του λυχνία όμως δεν έβγαινε φως. Οι φωτογραφίες λένε κάτι άλλο: μάλλον μέσα απ' αυτή τη λυχνία εισχωρούσε το σκοτάδι ορμητικά, μέσα της και μέσα του.

Στην αρχή δεν είχαν μπορέσει να το φανταστούν.
Ότι δηλαδή το πάνω κεφάλι είχε στ' αλήθεια δική του προσωπικότητα, ότι ήταν ένα άτομο, ένας άνθρωπος. Αφού στον ορισμό του ανθρώπου ενυπάρχει κάτι πιο μεγάλο, κάτι πιο απόλυτο. Ο Πινόν ήταν πάντα για όλους " Αυτός". Τα όρια του ανθρώπου μπορούν έτσι κι αλλιώς να χαραχτούν μόνο με έναν τρόπο: γύρω από τον άνθρωπο τον άνθρωπο τον ίδιο ως ολότητα. Επομένως εκείνη ήταν δικό του κομμάτι.
Μετά άρχισαν να τον θεωρούν ως "Αυτοί".Ο λόγος ήταν πολύ απλός: Κατάλαβαν, στο τέλος, ότι και κείνος αυτό έκανε. Της έδωσε ένα όνομα: Μαρία. Τότε κατάλαβαν. Και τότε άρχισε να υπάρχει και κείνη.
Στην αρχή υπήρχε μόνο αυτός. Μετά της έδωσε ένα όνομα. Και τότε άρχισε να υπάρχει κι αυτή.
Όλα άρχισαν όταν οι φήμες για την ύπαρξή τους είχαν φτάσει στον πολιτισμένο κόσμο χάρη σ' έναν ιμπρεσάριο στο Σαν Ντιέγκο· τον έλεγαν Τζων Σίντελερ και διηύθυνε έναν από τους μικρούς περιοδεύοντες θιάσους βαριετέ στη δυτική ακτή. Είχε κατέβει μέχρι το Μεξικό για να δει αν οι φήμες ήταν αληθινές, σύμφωνα με τις δικές του διηγήσεις, είχε φτάσει καταϊδρωμένος και κουρασμένος κι έκανε ένα γύρο και ρωτούσε στο χωριό και τους μεταλλωρύχους. Κανένας όμως δεν είχε ακούσει για τέρας με δυο κεφάλια.
Κανένας.
Υπήρχε μάλιστα κι ένα είδος εχθρότητας σ' όσους ρωτούσε και δεν είχε καταλάβει γιατί. Αλλά, όπως κάπως μελοδραματικά γράφει στο βιβλίο του, "ακριβώς πάνω από την είσοδο του ορυχείου ανακάλυψα τότε ψηλά στον ουρανό, ένα λευκό άλμπατρος που, με τεράστιους κύκλους, έμοιαζε να σημαδεύει τον τόπο για μένα: οπλίστηκα κι εγώ με θάρρος και μπήκα, παρ' όλες τις εχθρικές χειρονομίες των ντόπιων μεταλλωρύχων, μέσα στο ορυχείο για να συναντήσω το αντικείμενο των επιθυμιών μου".
Φαίνεται πως έφτασε ως εκεί με δωροδοκίες.
Το πρόβλημα, όπως αποδείχτηκε, ήτανε ότι ο Πινόν υπήρχε στ' αλήθεια, αλλά τον κρατούσανε μέσα στο ορυχείο όχι ως εργάτη αλλά ως όμηρο. Τον κρατούσανε φυλακισμένο για να τους προστατεύει από ατυχήματα. Οι δεισιδαίμονες μεταλλωρύχοι, γράφει ο Σίντελερ, πίστευαν ότι τούτο το τέρας ήταν τέκνο του Σατανά κι ότι μ' αυτόν τον τρόπο, από μια ευτυχή συγκυρία, είχανε όμηρό τους το τέκνο του Σατανά.
Και τώρα τον κρατάγανε να τους προστατεύει από ατυχήματα, μια και δε θα' τανε δυνατόν ο Σατανάς να θέλει να χαλάσει ένα απ' τα παιδιά του αφήνοντας να γκρεμιστεί το ορυχείο.
Όπως έναν " άγγελο πεπτωκότα εξ ουρανών" τον κρατούσαν όμηρο εναντίον του ίδιου του Κακού.
Η διεύθυνση του ορυχείου, με την οποία είχε αρχικά έρθει σ' επαφή ο Σίντελερ, έδειξε ενοχλημένη και ανήσυχη. Δε συμμερίζονταν τις δεισιδαιμονίες των εργατών, ισχυρίστηκαν, αλλά θεωρούσαν πως ο Πινόν με την παρουσία του παρ' όλα αυτά δημιουργούσε ένα κλίμα ηρεμίας στο ορυχείο. Ταυτόχρονα ανησυχούσαν μήπως η υπόθεση βγει στον τύπο και προκαλέσει σκάνδαλο.
Οδήγησαν τον ιμπρεσάριο στον Πινόν.
Τον κρατάγανε σ' ένα μικρό άνοιγμα μιας στοάς. Του δίνανε άφθονο φαΐ και νερό, αλλά τον είχανε πάντα δεμένο. Ήταν ξαπλωμένος σ' ένα ξυλοκρέβατο κι από κάτω του είχε άχυρα και προβιές. Τις ακαθαρσίες του τις φτυαρίζανε κάθε μέρα.
Ο ιμπρεσάριος είχε προφανώς πετύχει στη διαπραγμάτευσή του με τη διεύθυνση, δωροδοκώντας και απειλώντας. Η γνώμη του Πινόν δε ζητήθηκε ποτέ. Μόνο ύστερα από δυο χρόνια, τον ρώτησε κάποιος αν ήταν ευτυχισμένος που τον λευτέρωσαν. Κι είχε τότε απαντήσει κοφτά:
- Το' θελε η Μαρία.
Αυτό όμως ήταν πολύ αργότερα, την εποχή που την έλεγε με τ' όνομά της και ο κόσμος γύρω του είχε καταλάβει ότι ήταν κι αυτή άνθρωπος.

Δε μίλαγε σχεδόν ποτέ για το διάστημα που ήταν στο ορυχείο.
Ανέφερε μια λεπτομέρεια: ότι την είχε τυλιγμένη μ' ένα κομμάτι πανί, για να την προστατεύει. Δεν είπε ποτέ από τι. Ίσως από τις βρομιές ή τα βλέμματα. Στο ορυχείο, έλεγε, ήταν δυστυχισμένοι. Καθόταν στα άχυρα με την αλυσίδα γύρω στα πόδια του και το πανί τυλιγμένο γύρω της, και δεν μπορούσανε να συμφωνήσουνε. Ήταν κρίμα που δεν μπορούσανε να συμφωνήσουνε. Ούτε μια φιλική σκέψη δεν κάνανε ο ένας για τον άλλον, μάλλον εχθρικά σκέφτονταν. Πολλές φορές καθόταν εκεί στο σκοτάδι και τη μισούσε. Μόνο όταν οι εξωτερικές συνθήκες άλλαξαν κάπως και βγήκαν από το ορυχείο, άρχισε η αγάπη τους ν' ανθίζει. Άρχισε ν' ανθίζει για πρώτη φορά το Μάρτη του 1922 κι ύστερα ήταν όλο και καλύτερα.
Στο τέλος, ήταν πια υπόθεση αδιάλειπτης αγάπης με μια πολύ σύντομη εξαίρεση.
Στις συνομιλίες του με την Έλεν Πόρτιτζ, τη νοσοκόμα που τον φρόντιζε εκείνη τα τελευταία χρόνια, είχε διηγηθεί τα πράγματα κάπως έτσι. Μίλαγε με σχετικά σύντομες και σχεδόν ενοχλημένες φράσεις και για το διάστημα στο ορυχείο και για τη σχέση της Μαρίας μαζί του ( όταν ήταν φυλακισμένοι στο σκοτάδι)· είχε πει ότι ποτέ δεν κατάλαβε καλά τι ήθελε εκείνη. Μόνο πως ήτανε δυσαρεστημένη μαζί του. Έμοιαζε μ' ένα μεγάλο μακρύ στεναγμό, ένα ατελείωτα μακρόσυρτο, χαμηλόφωνο κλάμα που μέρα - νύχτα στριφογύριζε στο κεφάλι του.
Γι' αυτό και η σχέση τους δεν ήτανε και τόσο ευτυχισμένη.
Πώς θα μπορούσε να' ναι διαφορετικά, έλεγε. Αφού απ' τη δικιά του μεριά δεν μπορούσε ν' αγαπήσει ένα μακρύ απελπισμένο κλάμα. Ήταν αβάσταχτο. Δεν ήταν καθόλου αγάπη.

Το κεφάλι της ήτανε μικρότερο από το δικό του.
Τη νύχτα τους βγάλανε από το ορυχείο και το άλμπατρος δε φαινότανε πουθενά. Τους έφερε στο ξενοδοχείο και τους καθάρισε. Δεν έγινε με την πρώτη, η βρόμα είχε ριζώσει πάνω τους, αλλά είχε πληρώσει έναν κουρέα να τον βοηθήσει, και τους κούρεψε και τους έλουσε κάμποσες φορές και με κάθε πλύσιμο το πετσί τους άσπριζε· αργά, αργά, σχεδόν μυστηριωδώς, αποκαλύπτονταν τα πρόσωπά τους, όπως μια φωτογραφία γίνεται σιγά σιγά ορατή μέσα στο εμφανιστικό υγρό.
Την άλλη μέρα ταξίδεψαν βόρεια κι ο Πινόν είχε για πρώτη φορά δει τη γυναίκα του στον καθρέφτη.
Ήταν η πρώτη φορά που την είδε. Μετά θα την έβλεπε πολλές φορές. Αργότερα, του άρεσε πολύ να τη βλέπει.

Αργότερα, την έβρισκε όμορφη.
Στον καθρέφτη μπορούσε να δει το πρόσωπό της με τα λοξά, πολύ όμορφα μάτια, τα ψηλά ζυγωματικά, τη λεπτή μύτη. Ό,τι ήτανε άσχημο πάνω του το έβρισκε όμορφο σε κείνη. Όσο ζούσανε στο ορυχείο ντρεπότανε πάντα για κείνη, καταλάβαινε πως η ύπαρξή της τους έκανε αλλιώτικους και ντρεπότανε γι' αυτό. Τότε δεν ήξερε πως ήτανε όμορφη. Μπορούσε μόνο να την αγγίξει με το χέρι του, ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνο τον καιρό, σήκωνε το χέρι και χάιδευε το πρόσωπό της· και τίποτα απ' ό,τι άγγιζε δεν του φανέρωνε πως τα μάτια της ήταν όμορφα και λοξά κι ότι τα μήλα στο πρόσωπό της ήταν ψηλά σαν τόξα κι ότι η μύτη ήταν λεπτή και τα πτερύγια της μύτης αισθαντικά και το στόμα φίνο· την είχε αγγίξει με το χέρι και νόμιζε ότι ήταν άσχημη. Αφού το είχε μάλιστα δει στα μάτια των μεταλλωρύχων, όταν πλησιάζανε με τις λυχνίες τους και ξεκολλάγανε το πανί γύρω απ' το κεφάλι του, πως ήταν άσχημη. Αλλιώς γιατί αυτός ο τρόμος στα μάτια τους. Και αυτός ήταν ο λόγος που πάντα προσπαθούσε να' χει ένα πανί τυλιγμένο γύρω της. Και τώρα, που ο ιμπρεσάριος πλένοντάς τους, είχε βγάλει τα πρόσωπά τους από το σκοτάδι, τώρα που τους είχε κουρέψει και τελικά τους έδωσε έναν καθρέφτη, τώρα την έβρισκε όμορφη.
Πιο ζωντανά ήταν τα μάτια της: ανοιγόκλειναν συνεχώς, καμιά φορά ανήσυχα, κι άλλοτε θλιμμένα και σιγανά. Μπορούσε κανείς να δει πως παρακολουθούσαν τα πάντα, κινούνταν από τη μια μεριά στην άλλη: αν κάποιος έμπαινε αναπάντεχα στο δωμάτιο τα μάτια αντιδρούσαν, πηγαίνοντας μπρος πίσω, και περνούσαν μερικές στιγμές μέχρι να ηρεμήσουν. Άλλοτε πάλι τα μάτια ανοιγόκλειναν πιο ανυπόμονα σαν να' θελε με τις κινήσεις να προσελκύσει την προσοχή ή να πει κάτι.
Ή, άλλες φορές, όταν εκείνος στέκονταν μπροστά στον καθρέφτη και την κοιτούσε σιωπηλά, σαν να' θελε να του απαγορέψει να κοιτιέται.
Ήταν σαν να' βλεπες δορκάδα παγιδευμένη και ανυπεράσπιστη ν' ανοιγοκλείνει μ' αγωνία τα μάτια· λες και τα μάτια πάσκιζαν να πούνε κάτι, αυτό το κατάλαβαν όλοι με τον καιρό, αλλά τι - όχι - αυτό ήταν αδύνατο να το καταλάβουν.
Μόνο ένας είχε το κλειδί αυτού του μυστικού: ο Πασκουάλ. Μόνον αυτός...

Περ Όλοβ Ένκβιστ, Άγγελος Πεπτωκώς, μετφρ. Ζάννης Ψάλτης, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 1996

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Luis Sepulveda : το τέλος μιας πτήσης


Ο σπουδαίος Χιλιανός συγγραφέας και ακτιβιστής  Luis Sepulveda έφυγε από τη ζωή νικημένος από τον κορωνοϊό!  Σε ηλικία 70 ετών και αφού είχε βγει νικητής πολλές φορές στη ζωή του στις μάχες με τη Χιλιανή δικτατορία, τη φυλακή, τις εξορίες. 
Ο Luis Sepulveda  γεννήθηκε το 1949 στο Ovalle της Χιλής. Έντονα πολιτικοποιημένος συμμετείχε σε κινητοποιήσεις εναντίον της δικτατορίας στη χώρα του. Για τη δράση του αυτή συνελήφθη , κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάστηκε σε 28 χρόνια φυλακή. Αποφυλακίστηκε μετά από παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας και αφού είχε εκτίσει δύο χρόνια στη φυλακή. Με την αποφυλάκιση του υποχρεώθηκε να φύγει από την πατρίδα του. Έζησε έξι μήνες στον Αμαζόνιο με τους Ινδιάνους Σουάρ . Αυτή η συμβίωση - συνύπαρξη άλλαξε τις αντιλήψεις του για τον κόσμο και αυτό εκφράστηκε στο μυθιστόρημά του " Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης". 
Στρατεύτηκε στη διεθνή  ταξιαρχία " Σιμόν Μπολιβάρ" και συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα της Νικαράγουας. Όταν ήρθε στην Ευρώπη δραστηριοποιήθηκε στην Greenpeace. 
 Τα πιο γνωστά βιβλία του είναι: "Ο κόσμος του τέλους του κόσμου" (1989), "Όνομα ταυρομάχου" (1994), "Patagonia express" (1995), "Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει" (1996), "Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer" (1996), "Hot Line, Γιακαρέ" (1997), "Η τρέλα του Πινοσέτ" (2002), "Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ" (2004), "Η δύναμη των ονείρων" (2006)κ.α. και του απονεμήθηκαν τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία.

Ένα μικρό απόσπασμα από το  βιβλίο του "Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει", το οποίο μεταξύ άλλων εξετάζει και το μεγάλο πρόβλημα της ρύπανσης των θαλασσών.

Το τέλος μιας πτήσης
Ο γάτος που ήταν μαύρος και πελώριος και χοντρός, λιαζόταν στο μπαλκόνι, ρονρονίζοντας, και σκεφτόταν τι ωραία που την περνούσε εκεί, ξαπλωμένος ανάσκελα, με τις ζεστές ακτίνες πάνω στην κοιλιά, τα τέσσερα πόδια μαζεμένα και την ουρά απλωμένη.
Τη στιγμή ακριβώς που έστριβε τεμπέλικα το κορμί για να λιάσει και τη ράχη του, άκουσε το βόμβο κάποιου πετούμενου που δεν μπόρεσε να καταλάβει τι ήταν, και που ζύγωνε με μεγάλη ταχύτητα. Τινάχτηκε πάνω, στήθηκε γερά στα τέσσερα ποδάρια του, κι ίσα που πρόλαβε να χωθεί σε μια γωνιά, αποφεύγοντας το γλάρο που έπεσε στο μπαλκόνι του.
Πιο βρόμικο πουλί δεν είχε ξαναδεί! Όλο του το κορμί ήταν ποτισμένο με μια μαύρη ουσία που έζεχνε.
Ο Ζορμπάς ξεπέρασε το πρώτο σοκ, κι ο γλάρος έκανε μια προσπάθεια ν' ανασηκωθεί, μαζεύοντας τις φτερούγες.
" Έχω δει και κομψότερες προσγειώσεις" νιαούρισε ο γάτος.
" Το ξέρω. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα" έκρωξε η Κενγκά.
" Ρε συ, τα χάλια σου έχεις!" νιαούρισε ο Ζορμπάς. " Και τι είν' αυτό που' χεις πάνω σου; Σκυλοβρομάει!"
" Με βρήκε το μαύρο κύμα. Η μαύρη μάστιγα. Η κατάρα των θαλασσών. Θα πεθάνω" έκρωξε παραπονιάρικα η Κενγκά.
" Θα πεθάνεις; Μην το λες αυτό" νιαούρισε ο Ζορμπάς. " Είσαι βρόμικη και κουρασμένη - αυτό είν' όλο. Γιατί δεν πετάγεσαι ως τον Ζωολογικό Κήπο; Δεν είναι μακριά από δω, κι έχει εκεί κτηνιάτρους που μπορούν να σε βοηθήσουν."
" Δεν μπορώ. Αυτό ήταν το τελευταίο μου πέταγμα" έκρωξε η Κενγκά με φωνή ξεψυχισμένη κι έκλεισε τα μάτια.
" Μην πεθάνεις! Ξεκουράσου λιγουλάκι και θα δεις πως θα συνέλθεις. Πεινάς; Να σου δώσω λίγο απ' το φαΐ μου, αλλά σε παρακαλώ, μην πεθάνεις!" νιαούρισε ο Ζορμπάς, πλησιάζοντας την εξουθενωμένη Κενγκά.
Κατανικώντας την αποστροφή  του, ο γάτος τής έγλειψε το κεφάλι. Εκείνη η ουσία που την είχε ποτίσει, είχε κι απαίσια γεύση. Περνώντας με τη γλώσσα του από το λαιμό, πρόσεξε πως η αναπνοή του πτηνού γινόταν όλο και πιο αδύναμη.
"Άκου να σου πω, φιλενάδα: θέλω να σε βοηθήσω, αλλά δεν ξέρω πώς. Κοίτα εσύ να ξεκουραστείς, κι εγώ θα πεταχτώ να ρωτήσω τι κάνει κανείς μ' έναν άρρωστο γλάρο" νιαούρισε ο Ζορμπάς και πήδηξε στη στέγη.
Είχε ήδη κινήσει για την καστανιά, όταν άκουσε το γλάρο να τον φωνάζει.
" Θες να σου αφήσω λίγο φαΐ;" νιαούρισε λίγο ανακουφισμένος.
" Πρόκειται να κάνω ένα αβγό. Θα μαζέψω τις τελευταίες μου δυνάμεις και θα το κάνω. Φίλε μου,γάτε, έχω καταλάβει πως είσαι ένα ζώο καλό και πονόψυχο. Γι' αυτό, θέλω να σου ζητήσω τρεις χάρες. Θα μου τις κάνεις;" έκρωξε η Κενγκά, κάνοντας μια βαριά κι απεγνωσμένη προσπάθεια να σηκωθεί όρθια.
Ο Ζορμπάς σκέφτηκε πως ο φουκαράς ο γλάρος παραληρούσε και πως, μπροστά σ' ένα πουλί σ' αυτά τα χάλια, δεν μπορείς παρά να δειχτείς γενναιόψυχος.
" Σου υπόσχομαι ό,τι θέλεις. Τώρα, όμως, ξεκουράσου" νιαούρισε με κατανόηση.
" Δεν έχω χρόνο να ξεκουραστώ. Θέλω να μου υποσχεθείς πως δε θα φας τ' αβγό" έκρωξε η Κενγκά, ανοίγοντας τα μάτια.
" Σου υπόσχομαι να μη φάω τ' αβγό" νιαούρισε ο Ζορμπάς.
" Θέλω να μου υποσχεθείς πως θα το φροντίζεις ώσπου να γεννηθεί το γλαρόνι" έκρωξε η Κενγκά, τεντώνοντας το λαιμό.
" Σου υπόσχομαι να το φροντίζω ώσπου να γεννηθεί το γλαρόνι" νιαούρισε ο Ζορμπάς.
" Και θέλω να μου υποσχεθείς πως θα το μάθεις να πετάει" έκρωξε η Κενγκά, κοιτάζοντας το γάτο κατάματα.
Τότε ο Ζορμπάς υπέθεσε πως αυτός ο φουκαράς ο γλάρος όχι μόνο παραληρούσε, αλλά κι είχε τρελαθεί τελείως.
" Σου υπόσχομαι να το μάθω να πετάει. Και τώρα ξεκουράσου - πάω να φέρω βοήθεια" νιαούρισε ο Ζορμπάς και, μ' ένα σάλτο, ξαναβρέθηκε στη στέγη.
Η Κενγκά κοίταξε τον ουρανό, ευχαρίστησε όλους τους καλούς ανέμους που την είχαν συντροφέψει, κι ακριβώς τη στιγμή που ξεψυχούσε, ένα άσπρο αβγουλάκι με γαλάζια στίγματα κύλησε δίπλα στο κορμί της, το ποτισμένο με πετρέλαιο.

Luis Sepulveda, Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει, μετφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις opera, Αθήνα 2008, 7η έκδοση

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Υπόγειος κόσμος


...Οι δύο γυναίκες κοιτάζουν πέρα στις αλάνες φίσκα στα σκουπίδια που μαζεύονται χρόνια εκεί. Πώς λέμε η Τροία ανακαλύφθηκε σε πολλά επίπεδα; Είμαστε στην εποχή των οικιακών σκουπιδιών. Μια εποχή γεμάτη χαλάσματα και βανδαλισμένα αυτοκίνητα μέλη κακοποιών που μουχλιάζουν. Δέντρα κι αγριόχορτα φυτρώνουν ανάμεσα στα άχρηστα αντικείμενα. Αγέλες σκυλιών, γεράκια και κουκουβάγιες. Κάθε τόσο εργάτες του δήμου έρχονται εδώ για να σκάψουν. Στέκονται συλλογισμένοι δίπλα στους εκσκαφείς, τις μπουλντόζες και τις βουτηγμένες στην καφετιά λάσπη φαγάνες. Μοιάζουν με πεζικάριους μαζεμένους κοντά στα τανκς που προελαύνουν. Αλλά δεν μένουν πολύ. Φεύγουν πάντα αφήνοντας πίσω τους μισοσκαμμένους λάκκους, πεταμένα εξαρτήματα, πλαστικά ποτηράκια και πίτσες με πιπεριά. Οι μοναχές κοιτάζουν. Λαβυρινθώδεις φωλιές αρουραίων, λάκκοι γεμάτοι με πεταμένες λεκάνες, νιπτήρες και ψευδοροφές, σωροί παλιά λάστιχα στεφανωμένα με περικοκλάδες. Το ηλιοβασίλεμα ακούς το τραγούδι των πυροβολισμών πίσω από τους τοίχους των ερειπωμένων σπιτιών. Οι μοναχές κάθονται στο ημιφορτηγάκι και κοιτάζουν. Στην άλλη άκρη ένα κτίσμα, μια ετοιμόρροπη πολυκατοικία στέκει μονάχη. Ο ένας τοίχος - εκεί όπου κάποτε ακουμπούσε  ένα άλλο κτήριο - είναι εκτεθειμένος. Εκεί, σε αυτό τον τοίχο ο Ισμαήλ Μουνιόζ και το συνεργείο του ζωγραφίζουν με σπρέι έναν άγγελο στη μνήμη κάθε παιδιού της γειτονιάς που πεθαίνει. Γαλάζιοι και ροζ άγγελοι πιάνουν τη μισή σχεδόν κάθετη επιφάνεια. Κάτω από κάθε άγγελο είναι γραμμένο το όνομα του παιδιού μαζί με την αιτία θανάτου και μερικά λόγια από την οικογένεια. Καθώς το φορτηγάκι πλησιάζει, η Έντγκαρ διαβάζει: φυματίωση, AIDS, ξυλοδαρμός, πυροβολισμοί από διερχόμενο αμάξι, ιλαρά, άσθμα, εγκατάλειψη βρέφους. Το αφήσαν στα σκουπίδια, το ξέχασαν στο αμάξι, το εγκατέλειψαν σε μια πλαστική σακούλα στην παγωνιά.
Η περιοχή τούτη λέγεται " Το Τείχος" εξαιτίας του γκράφιτι και μιας αίσθησης αποκλεισμού, απομόνωσης. Είναι μια πτυχή της γης  μακριά από κάθε κοινωνικό καθεστώς...( απόσπασμα)

Ντον ΝτεΛίλλο, Υπόγειος κόσμος, μετφρ. Έφη Φρυδά, Εστία, Αθήνα 2016, 3η έκδοση

Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στην Αμερική το 1998 και θεωρήθηκε εκείνη την εποχή ως το σπουδαιότερο έργο του συγγραφέα.
Πρόκειται για ένα ογκώδες μυθιστόρημα, 948 σελίδες στην ελληνική έκδοση. Ξεκινά στη Νέα Υόρκη το 1951 με έναν αγώνα μπέιζμπολ και μετά ο συγγραφέας με ένα μπρος - πίσω στο χρόνο φθάνει στις μέρες μας και  με την αφήγηση των ζωών πολλών ανθρώπων, οι οποίοι όλοι με κάποιο τρόπο δένονται μεταξύ τους, παρουσιάζει την εικόνα της άλλης Αμερικής, της σκοτεινής. Μια εικόνα που τα έχει όλα:το  αμερικάνικο όνειρο αλλά  και τη διάψευση του, ανθρώπινες σχέσεις και υπαρξιακά προβλήματα, ανάπτυξη και υπανάπτυξη, την βιτρίνα των όμορφων πόλεων και τη ζωή που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα, σκουπίδια, πυρηνικά όπλα, ναρκωτικά, αρρώστιες, συμμορίες και γενικά ένα πολύ σκοτεινό και υπόγειο κόσμο και τα τείχη που αυτός υψώνει ανάμεσα σε ανθρώπους, γειτονιές, περιοχές και πόλεις ολόκληρες. 
Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που θέλησα να το παρατήσω, ειδικά στην αρχή όπου η περιγραφή του αγώνα μπέιζμπολ καταλαμβάνει πολύ  μεγάλη έκταση. Πολύ αμερικάνικο, σκέφτηκα. Δεν το παράτησα όμως και ομολογώ ότι αποζημιώθηκα γι' αυτό, διότι μέσα από τις πολλές ιστορίες και τα πολλά πρόσωπα προβληματίστηκα για τις πολλές πτυχές  του αμερικάνικου τρόπου ζωής που μπορεί να φαίνεται ότι αφορά μόνο την Αμερική, αλλά δεν είναι έτσι, καθώς επιδρά με το έναν ή τον άλλο τρόπο πάνω σε όλη την ανθρωπότητα. Νομίζω ότι ο τρόπος γραφής του Ντον ΝτεΛίλλο κατορθώνει να σε βάλει μέσα στην ατμόσφαιρα αυτού του κόσμου, να νιώσεις τη σκληρότητά του  και να μυρίσεις τη βρωμιά του σε όλα τα επίπεδα αφήνοντας όμως μια χαραμάδα για να μπει η ελπίδα.
Ο Υπόγειος κόσμος δεν είναι ένα εύκολο μυθιστόρημα. Είναι δύσκολο, σκληρό και απαιτητικό, αξίζει όμως τον κόπο.