Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακή Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακή Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Ο δρόμος προς την Κερύνεια



Ο δρόμος πάει λοιπόν προς την Κερύνεια
Λίγο πιο πέρα βλέπεις τα βουνά
Μια υποψία η θάλασσα.

- Τα βουνά δεν είναι από σάρκα,
μου είπες.
Μένουν απλώς εκεί που ήταν πάντα.
Τους πεθαμένους ποιος τους λογαριάζει;

Πάνω σε μια πλαγιά,
στην κορυφή του άγιου Ιλαρίωνα
ή στο ακρογιάλι;
Δεν φτάνει ένα καμπαναριό
ούτε το δέντρο στην πλατεία του Μπέλλα - Παΐς
να τους λυτρώσει.
Ο χαμός περισσεύει
μέσα στους δρόμους
εκεί που χτες ακόμα
οι άνθρωποι έπαιζαν το ανύποπτο παιχνίδι τους.

Πόσα χρόνια στέκει αυτό το κάστρο;
Ανεβαίνεις απάνω του
όπως πριν οκτώ αιώνες.
Η πέτρα βαριά, η καταπακτή
γυρίζει όπως ο μύλος στο βυθό της γης.
Φωνή χαμένη που έρχεται και ξανάρχεται.

Στην Κερύνεια
που έγινε όνειρο
πόσο μας πνίγει τούτος ο καιρός
ασήκωτος ο καιρός που την πατά.

Προς τα πού;
Μάταια κοιτάζεις τα βουνά.
Αυτόν τον δρόμο τον έχουν κλείσει.
Κτυπούν ακόμα τον βράχο,
δένουν το βουνό όπως τότε
που οι κόρες του Ωκεανού θρηνούσαν
κάτω απ' τον ίσκιο του.

Οι ελιές όμως
που ρίζωσαν μαζί με τον κύκλο του ήλιου
ξέρουν να περιμένουν.
Πέρασαν μέσ' από την τραγωδία του ονείρου
που γίνεται χώμα, κρασί, λεμονανθός
που γίνεται ποτήρι πάνω σ' ένα τραπέζι
ενώ οι άνθρωποι γύρω κάθονται να ξεδιψάσουν

στο φτωχό σπίτι του ψαρά
που διάφανο άπλωσε για να χωρέσει ένα καράβι
βουλιαγμένο πριν τρεις χιλιάδες χρόνια στον βυθό.

Δεν τον αφήνεις αυτόν τον δρόμο
τον φραγμένο με συρματοπλέγματα.
Βουλιάζει κι αυτός μέσα σου όπως το καράβι
σε πληγώνει μαζί με το σίδερο που τον φράζει
σε διαπερνά όπως τα χώματα το φως.
Τους πεθαμένους δεν μπορείς να τους ξεχάσεις.

Θα σε κυνηγήσουν οι Ερινύες
σ' αυτό το δρόμο που πάει προς την Κερύνεια.

Κώστας Π. Μιχαηλίδης , Περιαγωγή (1980) από τα Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας, τ.Β΄, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου, 2012





Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Το κατρακύλημα

Όλο ξεπέφτεις –και ξεπέφτεις δίχως τέλος–
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής.
(Είσαι παλιάτσος, κι όμως δείχνεσαι για Οθέλλος,
με τις αστείες προσωπίδες που φορείς).
Το ποιο φινάλε θα ’χει τέτοια μια ιστορία, 

το κατρακύλημά σου αυτό πού σε οδηγεί,
πάντα το σκέφτεσαι με πόνο και πικρία,
μα δεν γιατρεύεις τέτοια επίφοβη πληγή.
Πάντοτε λες: «Θα ’ρθει μια μέρα να ξεφύγω,
απ’ των πραγμάτων το μηδέν να λυτρωθώ, 

και με το πέρασμα του χρόνου, λίγο-λίγο,
κάπως ψηλά με περηφάνια να υψωθώ».
Κι όμως το Χάος σα μαγνήτης σε τραβάει
και, απειθάρχητος, στη Σκέψη πάντα ζεις...
Το κατρακύλημα ποτές δεν σταματάει,
για τιποτένια πραγματάκια της ζωής



Τεύκρος Ανθίας, Τα σφυρίγματα του Αλήτη, Κύπρος 1937

Στη συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη (1929) θα αποτυπωθεί η κοσμοθεωρία του ποιητή, απότοκη τόσο της προσωπικής του δοκιμασίας, όσο και του γενικότερου κλίματος της
εποχής. Προβάλλοντας το αντισυμβατικό και αδέσμευτο πρότυπο του περιπλανώμενου αλήτη ως σύμβολο αμφισβήτησης και απελευθέρωσης, ως δυναμογόνο στοιχείο κοινωνικής κριτικής και ανατροπής, τα ποιήματα της συλλογής αυτής θα φέρουν με τον πικρό τους λυρισμό, τον ειρωνικό και σαρκαστικό τους τόνο, μια ανανέωση στο τοπίο της σύγχρονής τους νεοελληνικής λογοτεχνίας.


Πηγή: Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας, τ.Β΄

Ο Τεύκρος Ανθίας που έφυγε στις 8 Νοεμβρίου του 1968 χαρακτηρίστηκε ως  η ποιητική "λαλιά " της Κύπρου και των αγώνων της

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Παλιό σπίτι

Κάποτε αφήνεις το σπίτι όπου γεννήθηκες
όπου έζησες δέκα χρόνια, είκοσι χρόνια,
ολόκληρη ζωή.
Ένα, ένα σηκώνουν τα έπιπλα.
Μένει το κρύο βλέμμα των γυμνών τοίχων
να σε συντροφιάζει.
Δένεις τις μνήμες κόμπο στο μαντήλι σου
και φεύγεις…
Όμως, πριν περάσει το βλέμμα σου
τελευταία φορά τα δωμάτια,
πριν κλείσεις πίσω σου στερνά την πόρτα
μη ξεχάσεις τα  σημάδια των βημάτων
που άφησες.
Σκούπισε  τη σκόνη τους σε μια γωνιά
να μην την ταράξουν
τα πατήματα εκείνων που έρχονται
                               Φοίβος Σταυρίδης


Ο Φοίβος Σταυρίδης (Λάρνακα, 1938 - 2012) υπήρξε ποιητής, εκδότης, ερευνητής, μελετητής. Σπούδασε φαρμακευτική στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού. Ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (1978) και της Εταιρείας Συγγραφέων. Πρωτοεμ­φανίστηκε στα γράμματα  το 1958 με διήγημα που βραβεύτηκε από τον Ελληνικό Πνευματικό Όμιλο Κύπρου. Εξέδωσε στη Λάρνακα σε συνεργασία με ολιγάριθμη εκδοτική επιτροπή (1980-1986) το λογοτεχνικό περιοδικό Κύκλος. Με τους Λευτέρη Παπαλεοντίου και Σάββα Παύλου ίδρυσε το περιοδικό Μικροφιλολογικά (Λευκωσία, 1997-κ.ε.).

Μαζί με τον ποιητή Θεοδόση Νικολάου επιμελήθηκε τη συγκεντρωτική έκδοση των Ποιημάτων του Παντελή Μηχανικού (Λευκωσία, 1982). Εξέδωσε, επιπλέον, τα έργα των Επαμεινώνδα Φραγκούδη, Οδοιπορικόν Μαυροβουνίου (Λευκωσία 1994),  και Σάββα Τσερκεζή, Ημερολόγιον του βίου μου, αρχόμενον από του 1886 ( Λευκωσία 1988, 2007).

Έργα ποιητικά: Ποιήματα, Λάρνακα, 1972. Απομυθοποίηση, 1978. Τρίτο πρό­σωπο, 1992.

Επίσης, δημοσίευσε μελετήματα και βι­βλιογραφίες για ελλαδικούς και κύπριους λογοτέχνες. Ενδεικτικά:

Ο ποιητής ως αγαλματοποιός. Δέκα χρόνιο, από τον θάνατο του Π. Μηχανικού (1990). Βιβλιογραφία Κυπριακής Λογοτεχνίας από τον Λεόντιο Μαχαιρά έως τις μέρες μας (2001), με τους Λευτέρη Παπαλεοντίου και Σάββα Παύλου. Βιβλιογραφία Κυπριακής λαϊκής ποίησης. Φυλ­λάδες και αυτοτελείς εκδόσεις (1884 - 1960) (2002).

Τιμήθηκε το 1972 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης της Κύ­πρου.

Συνεργασίες του δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Κυπριακά Χρονικά, Πνευματική Κύπρος, Φιλολογική Κύπρος, Ακτή, Επτά Ημέρες (Καθημερινής) , Αντί, Διαβάζω, Η λέξη, Νέα Εστία,  Νέα Εποχή, Άνευ, Κυπριακή Βιβλιοφιλία, Η Παρέμβαση.
Το μικρό σε όγκο ποιητικό του έργο θεωρείται ως ένα από τα πιο ξεχωριστά στην κυπριακή λογοτεχνική παραγωγή, με τη συνδρομή της εκφραστικής λιτότητας, της στοχαστικής διάθεσης, της απομυθοποίησης και της ειρωνείας. Οι μονογραφίες, οι μελέτες, η συμμετοχή του σε ομαδικές παρεμβάσεις επέτρεψαν την προώθηση της έρευνας για την κυπριακή λογοτεχνία και του πολιτισμό της νήσου σε υψηλότερο επίπεδο. Καθοριστική ήταν η συμβολή του στα βιβλιογραφικά πράγματα της Κύπρου και στη διαδικτυακή παρουσία της Κύπρου «προς τα έξω».

Πηγή : poiein

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

...όταν το ’74 έγινε μ’ ένα τρόπο ανεξήγητο το πολλαπλάσιο του ’22


                                                          Nίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Ιούλιος 1974, λάδι, 1975
Ανομβρία και πάλι στον τόπο μου
τρέχουν στους δρόμους οι επίγονοι κι οι μεταπράτες

για τις δημοπρασίες και τις εκπτώσεις
όπου πουλιούνται παράσημα και θέσεις κι αξιώματα
κι όπου ξεπουλιούνται κι ανταλλάσσονται όνειρα
κι επιχρυσώνονται χάπια για να ταριχευτούν
όσο οι μη εξασκημένες μύτες και τα μη εξασκημένα αυτιά
να παραδεχτούν
πως πάμε καλά από υπόκλιση
και το καινούργιο όνομα της Κίρκης

πως δεν πάει κόντρα στην Ιθάκη
Κι εγώ ιδιωτεύω και ασκούμαι φιλέρημη
λέω πως λιμνάζω
μα μετακινούμαι άποδη κι άναυδη
σαν το μελάνι ή σαν την αμοιβάδα 

να μη με βρει η ξαφνική η καλοπέραση
Κι οσμίζομαι σαν το σκυλί
και λιώνω στις ολονυχτίες κερί
και δεν τα καρτερώ τα κατανυκτικά τα χελιδόνια
Γιατί τα χέρια των ποιητών ξεράθηκαν
και δεν αφήνουν οι φωνές κλαδιά
για να καθίσουν τα πουλιά να κελαδήσουν
Ανομβρία και ο σημαφόρος  δάσκαλος να ξεδιψά με ξύδι
Βγήκαν τότε φίδια ανάμεσα σε χόρτα ξερά
φίδια βασιλικά σηκώσαν κεφαλή, 

χοντρά μιας άλλης εποχής
φίδια, που σφυρίζουν
σέρνουν μαζί τον ψίθυρο
και πάνε κατά κει που οι καταθέσεις των υπομνημάτων

φιλοξενία κι άνοδο υπόσχονται
χάνονται ψίθυροι και μπαίνουν στις διόδους χιαστί
κι όλο σταυρώνουν
Γιατί την Πέμπτη όλα ασπρίζουν κι όλα κοκκινίζουνε
όλα σταυρώνονται και όλα σταυρώνουν
κι ανηφορίζουν την Παρασκευή 

και κείτονται το Σάββατο στη σκοτεινιά εξαντλημένα
Γιατί η Κυριακή των ποιητών λέγεται ερημιά
κι έρχονται με τη δοκό
να τα ξεπουπουλιάσουν τα κοκόρια
για Τρίτη αποφράδα ημέρα

 υστέρα από τον γάμο
Ξανά του γάμου χάχανα
όταν το ’74 έγινε μ’ ένα τρόπο ανεξήγητο
το πολλαπλάσιο του ’22



Πίτσα Γαλάζη, Σηματωροί (1983)
   
                                                           


 Η Πίτσα Γαλάζη (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Καλλιόπης Μόρτη-Σωτηρίου, Λεμεσός, 1940) σπούδασε πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες στην Πάντειο Σχολή (1960-1964), όπου αργότερα (1969-1970) παρακολούθησε μαθήματα δημοσίων σχέσεων. Εργάστηκε στο ΡΙΚ (1966-1969) ως παραγωγός ραδιοφωνικών προγραμμάτων και στη συνέχεια ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά.
Η πρώτη της ποιητική συλλογή (Στιγμές εφηβείας, 1963) είναι εμπνευσμένη από τα προσωπικά της βιώματα και τη συμμετοχή της στον Αντιαποικιακό Αγώνα. Στη συνέχεια (Στα περιθώρια των καιρών, 1968· Άσπρη πολιτεία, 1969· Δέντρα και θάλασσα, 1969· Ψηφιδωτό, 1973· Η αδερφή του Αλέξαντρου, 1973· Υπνοπαιδεία, 1978· Σηματωροί, 1983 κ.ά.), θα στραφεί σε κατά κανόνα πολύστιχες συνθέσεις. Αυτές οι δημιουργίες διακρίνονται για τη λυρική τους ευφορία, συνταιριασμένη όμως με το δραματικό βάθος και τη συγκρατημένη, στοχαστική συγκίνηση. Θα εκφράσει, έτσι, τη διάψευση της γενιάς της, η οποία δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στη σύγχρονή της πραγματικότητα, καθώς αυτή απομακρύνεται διαρκώς από το προηγούμενο κλίμα των προσδοκιών και της ανάτασης. Εξέδωσε τη μονογραφία Οδός Αιμίλιου Χουρμούζιου (Αθήνα, 2005).


Πηγή: Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας, τ.Β

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Ηρωικό

Έλλη Μπαρμπαγιάννη

Μου ’πες: – Δεν έχω πια αντοχή. Τα χρόνια
έρχουνται και περνούν βασανισμένα.
Πείνες κι αρρώστιες μάς χτυπούν. Τα χιόνια
στιβάζουνται στην πόρτα μας ολοένα.

Του ήλιου χάδι πουθενά. Κλεισμένοι
σάμπως σε τάφο ζωντανοί, του κάκου
μαχόμαστε για μια αλλαγή. Βαραίνει
στο στήθος μας το πόδι σκληρού δράκου.

Κάποτες βέβαια θα ’ρθει. Το ξέρει
και το μαντεύει η καρδιά. Σα χάδι…
Μα τι ωφελεί, που εμείς θα ’μαστε γέροι
ή ίσκιοι μεσ’ στο ερεβικό σκοτάδι.

Και σ’ αποκρίθηκα: – Φριχτό να περιμένεις
κάτι που αργεί να ’ρθει και που πιστεύεις
πως θα σου φέρει μιας ζωής ευτυχισμένης
το ξαλάφρωμα που από παιδί γυρεύεις.

Όμως μην απελπίζεσαι. Κι αν μαύρο αίμα
και λάσπη στάζει απ’ το πολύπαθο κορμί σου,
μείνε γενναίος ώς το τέλος και πολέμα
για τ’ όνειρό σου ώς την ύστερη πνοή σου.

Κι αν μέλλεταί σου να χαθείς, προτού χαρούνε
τα μάτια σου τη νέα ζωή που προφητεύεις,
παρηγορήσου για τις νέες γενιές που θα βλογούνε
όσους πεθάναν για το ιδανικό που διαφεντεύεις.
Γιάννης Λεύκης

Ο Γιάννης Λεύκης (ψευδώνυμο του Γιάννη Παπαγγέλου, Λάρνα-
κα, 1899-Λεμεσός, 1991) φοίτησε στο Εμπορικό Λύκειο της γενέτειράς
του και από το 1917 εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό. Εργάστηκε σε διά-
φορες εμπορικές επιχειρήσεις της πόλης. Έντονα πολιτικοποιημένος,
πρωτοστάτησε, μέσω των εντύπων που εξέδωσε ή συνεργάστηκε, στη
διάδοση και στην εδραίωση των σοσιαλιστικών ιδεών για την κοινωνία
και την τέχνη, ενώ υπήρξε υπέρμαχος του δημοτικιστικού κινήματος
στην Κύπρο.
Στην πρώτη συλλογή του (Στεναγμοί και πόθοι, 1935) η νεορομα-
ντική διάθεση είναι εμφανής, ενώ στην επόμενη (Το τραγούδι των ξυ-
πνημένων ανθρώπων κι άλλα ποιήματα, 1963) κυριαρχεί περισσότερο
ένας αγωνιστικός τόνος με κοινωνική στόχευση, που προσομοιάζει
στην ποιητική του Κ. Βάρναλη. Εκτός από την πρωτότυπη ποιητική του
δημιουργία (που συμπληρώνεται με τη συλλογή Η τριλογία της ζωής και
του θανάτου κι άλλα ποιήματα, 1967), ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσι-
άζουν το κριτικό του έργο για τη νεότερη κυπριακή λογοτεχνία και οι
ποικίλες άλλες εργασίες του, όπως η ιστορική μελέτη για το χρονικό
διάστημα 1920-1935 με τίτλο Οι Ρίζες, αλλά και οι μεταφράσεις των Κ.
Μπωντλαίρ, Χ. Χάινε κ.ά.

Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας, τομ.Β΄, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, 2012

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Το πέλαγο


Περσέψαν οι λογοήρωες στον τόπο μας.
Περσέψαν οι ανδριάντες, οι επέτειες, οι λόγοι,
οι λόγοι, λόγοι, λόγοι –οι λόγιοι λογάδες,
οι λογοκόποι, οι λογοφάγοι, οι λογοκατασκευαστές,
περσέψαν οι προσλαλιές, τα μεγαλολαλήματα,
ξενολαλιές, ντοπιολαλιές, λογοπεζά, λογοποιήματα,
περσέψαν και ξεχείλισαν τα λόγια, λόγια, λόγια,
τ’ άλογα λόγια κάναν ένα πέλαγο
που ορμά με μάνητα για να μας λογοπνίξει.
Αδέρφια, κρατηθείτε στον αφρό.
Αδέρφια, παραμερίστε τα κύματα
ρίξετε στον ορίζοντα της σωτηρίας την κραυγή:
«Γη, γη!»
Η γη των ονείρων σας είναι οι άνθρωποι –δεν είναι οι λόγοι.


                                              Θοδόσης Πιερίδης

Ο Θοδόσης Πιερίδης (Τσέρι, 1908-Βουκουρέστι, 1968) από μικρή ηλικία έζησε στο Κάιρο, όπου φοίτησε στο Γαλλικό Λύκειο και ακολούθως στην Αμπέτειο Σχολή. Εργάστηκε ως υπάλληλος σε διάφορες επιχειρήσεις και υπηρεσίες της αιγυπτιακής πρωτεύουσας (1927-1942). Οργανωμένος από νωρίς στην Αριστερά, υπέστη για τις ιδέες και τη δράση του, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διώξεις από τις βρετανικές αρχές της Αιγύπτου. Μετά από μια σύντομη περίοδο στην Κύπρο (1946-
1949), μετέβη στο Παρίσι, όπου σπούδασε γαλλική φιλολογία και ιστορία του πολιτισμού στη Σορβόνη (1949-1952). Ακολούθησε μια δεκαετία (1952-1962) έντονης πνευματικής και πολιτιστικής δημιουργίας στη Ρουμανία, πριν επιστρέψει για οριστική πια εγκατάσταση στην Κύπρο.
Ποιητής κατά βάση του ρωμαλέου και αγωνιστικού λυρισμού με σαφή
κοινωνικό προσανατολισμό, θα κινηθεί στα πρώτα ποιήματά του, γραμ-
μένα σε ομοιοκατάληκτο ή ελεύθερο στίχο, στο κλίμα του ύστερου συμ-
βολισμού, ο οποίος θα κληροδοτήσει μια ιδιότυπη μουσικότητα και υπο-
βλητικότητα και στη μεταγενέστερη παραγωγή του. Η ποιητική συλλογή
Ξέρουμε κι εμείς να τραγουδούμε (1937), με διάχυτη την αισιοδοξία για
ένα νέο κόσμο που ξεπροβάλλει δυναμικά, αποτελεί την αφετηρία μιας
πληθωρικής παραγωγής. Στις επόμενες συλλογές ή συνθέσεις του (Η
μπαλλάντα της Μαρίας, 1939· Δέκα τραγούδια, 1940· Ερωτική ιστορία,
1943· Νόστος, 1958 κ.ά.), όπου κυριαρχούν ως θέματα ο έρωτας και η
θαλασσινή εμπειρία, διακρίνεται ένας λεπταίσθητος λυρισμός, απότοκος
μιας προσωπικής ποιητικής ευαισθησίας, χωρίς ταυτόχρονα να λείπουν οι
κοινωνικές αναφορές. Τα δραματικά για τον ελληνισμό γεγονότα του Β΄
Παγκοσμίου Πολέμου, ο αγώνας της Κύπρου για εθνική αποκατάσταση
και το όραμα μιας κοινωνικής αλλαγής θα κυριαρχήσουν σε ένα μεγάλο
μέρος του μεταπολεμικού του έργου (Κυπριακή συμφωνία, 1956· Ονειρο-
πόληση πάνω στα τείχη της Αμμοχώστου, 1965· Ξαναρχινούμε, 1967 κ.ά.)


Πηγή : Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας