Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

" Είδε το παπούτσι της να πετάει αργά και τον εαυτό της μ' απλωμένα χέρια να πλέει στον αέρα. Ποιος είπε ότι δεν μπορούσε να πετάξει;" Ρέκβιεμ για τη Βούλα Μάστορη


Λύπη και θλίψη ένιωσα χθες διαβάζοντας την είδηση για το θάνατο της αγαπημένης συγγραφέα παιδικών βιβλίων και όχι μόνο, Βούλας Μάστορη. Φτωχαίνουμε συνεχώς...
 Ήταν κάπου εκεί στα 1988 , όταν νεαρή μαμά, προσπαθούσα να απαντώ στα γιατί της πρώτης μου κόρης, 3 ετών τότε. Υπηρετούσα στο Αγρίνιο και στην προθήκη ενός μικρού βιβλιοπωλείου είδα το βιβλίο " Απορίες παιδιών - Θάλασσα". Συγγραφέας η άγνωστη σε μένα τότε Βούλα Μάστορη. Από τότε μια σειρά βιβλίων της πήραν θέση στη βιβλιοθήκη των παιδιών μου .Βιβλία  από  εκείνα που ποτέ δε σκονίστηκαν. Η Βούλα Μάστορη με ρεαλιστική, ζωντανή, τρυφερή και τολμηρή γραφή και με πολλούς αφηγηματικούς τρόπους, βοήθησε  ανάλογα με την ηλικία,  τα παιδιά  και τους εφήβους να μυηθούν στο κόσμο της λογοτεχνίας και συγχρόνως να μάθουν τον κόσμο γύρω τους , να "συνομιλήσουν"  με δύσκολα θέματα σχετικά με την εφηβεία, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τα οικογενειακά προβλήματα, τον έρωτα και τη πολιτισμική διαφορετικότητα.
Σημαντική η συμβολή της και στη λογοτεχνική απόδοση γεγονότων της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας γιατί " η ΖΩΗ είναι αναπόφευκτα ένας ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ"
Από το βιβλίο της " ένα - ένα - τέσσερα", το τρίτο της τετραλογίας με την Άννα, το παρακάτω απόσπασμα:

" - ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ! ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ!
- ΠΡΟΙΚΑ - ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ - ΚΙ ΟΧΙ - ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ!
- Γιατί δεν προχωράμε, Μαίρη;
- Δεν ξέρω. Να, εκεί στη στροφή μπροστά έχουν σταματήσει.
- Λες να πέφτει ξύλο; Αν είναι, να φύγουμε τώρα...
- Επειδή το είπε ο Τάσος ΣΟΥ;
- Κατ' αρχήν, δεν είναι Τάσος ΜΟΥ και, κατά δεύτερον, εμένα δεν μ' αρέσουν οι φασαρίες. Ήρθαμε, κάναμε το καθήκον μας για την παιδεία, τώρα μπορούμε να φύγουμε.
- Αν θες, φύγε. Εγώ δε φοβάμαι.
Η Άννα δεν είπε τίποτε. Κοίταξε ανήσυχη ολόγυρα. Ακόμη μπροστά στη Λυρική βρίσκονταν. Οι μαθητές έσπρωχναν από πίσω να προχωρήσουν. Δίπλα τους η αλυσίδα περιφρούρησης είχε σπάσει κιόλας κι ο κόσμος από τα πεζοδρόμια είχε ενωθεί με τα παιδιά.
- Μαίρη, δεν τα βλέπω καλά τα πράματα...
Ένας νεαρός με πέτσινο μπουφάν κόλλησε από πίσω τους.
- Κουμουνάκια μου! τους σφύριξε γελώντας πρόστυχα.
Η Άννα σφίχτηκε πάνω στη Μαίρη.
- Άι στο διάολο, βρομιάρη ! του πέταξε αγριεμένη η φιλενάδα της.
Την ίδια στιγμή εκείνος  βρέθηκε μπροστά τους.
- Ποιον είπες "βρομιάρη", κλώσα; και της άστραψε ένα χαστούκι.
Το πάνω χείλι της Μαίρης μάτωσε.
Η Μαίρη είχε μεγάλα και πεταχτά χείλια. Παρ' όλα αυτά μπορούσε και μιλούσε χωρίς να τα κουνάει. Αυτό γινόταν στην ώρα του "Γλόμπου", όταν έλεγε το έργο της Κυριακής - η Μαίρη δηλαδή. Διηγιόταν ωραία η Μαίρη. Κι έβαζε μπόλικη σάλτσα. Να καταλάβεις, η Άννα, που το είχε δει το έργο μαζί της, το ξανάκουγε μ' ευχαρίστηση. Ήταν, βέβαια, κι η ατμόσφαιρα αλλιώτικη. Ο " Γλόμπος" να παραδίδει στον πίνακα κι η Μαίρη με φωνή υπόκωφη να του κάνει αντίπραξη. Και γερή μάλιστα. Γιατί, βέβαια, όλες προτιμούσαν το έργο της Κυριακής από τις όποιες χημικές αντιδράσεις. Ναι, ο " Γλόμπος" τούς έκανε και χημεία εφέτος στην ογδόη.
Μόνο όταν πήγαιναν στο χημείο, μονοπωλούσε την παράδοση ο "Γλόμπος". Όλοι χαίρονταν εκεί. Ο " Γλόμπος" γιατί ένιωθε το ακροατήριο δικό του, κι αυτές γιατί απολάμβαναν μοναδική παράσταση. Και μάλιστα με "σασπένς". Ποτέ δεν ήξερες αν θα πετύχαινε το πείραμα. Αν είχε αίσιο τέλος, ήταν χάρμα οφθαλμών να βλέπεις το " Γλόμπο" ν' ακτινοβολεί και να γυροφέρνει το επίτευγμά του καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι. Τις περισσότερες φορές όμως έβλεπαν το Τρίο Στούτζες σε μονή έκδοση. Και μια φορά μάλιστα η παράσταση παρά λίγο από κωμωδία να γίνει τραγωδία. Ήταν τότε μ' εκείνα τα δυο υγρά, που έπρεπε να ρίξεις στο δοκιμαστικό σωλήνα πρώτα το ένα και μετά το άλλο. Αν έριχνες, λέει, πρώτα άλλο και μετά το άλλο, γινόταν έκρηξη. Καμιά τους, μα καμιά τους όμως, δεν έλεγε να πιστέψει το "Γλόμπο".
- Αδύνατον, κύριε καθηγητά!
- Άντε, καλέ, που γίνεται κάτι τέτοιο!
- Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω.
- Απλές διαδόσεις είναι...
- Φήμες και τίποτε άλλο...
Τον πέισμωσαν τον άνθρωπο. Άσε που δεν ήθελε να χάσει το ακροατήριό του.
- Να, για να δείτε και να πειστείτε. Θα βάλω μια πολύ μικρή ποσότητα και θα τ' ανακατέψω αντίθετα...
Τα κορίτσια κοιτάχτηκαν λίγο ανήσυχα. Λες;
- Τόση λίγη ποσότητα δεν έχει φόβο...
Καλέ, αυτός δεν αστειευόταν!
- Δε χρειάζεται, κύριε καθηγητά, σας πιστεύουμε, είπε η απουσιολόγος.
Μα εκείνος ήταν γυρισμένος στην έδρα με τα όργανα και δεν κατάλαβε πως του μιλούσε.
- Σας πιστεύουμε! Σας πιστεύουμε! φώναξαν χορωδιακά τα κορίτσια.
Μάταια. Ο "Γλόμπος" είχε ήδη ρίξει το ένα υγρό μέσα στο δοκιμαστικό σωλήνα.
Οι δυο πρώτες σειρές του αμφιθεάτρου άδειασαν διακριτικά. Στριμώχτηκαν πίσω πίσω, ενώ μπροστά στα θρανία ορθώθηκαν προπετάσματα από βιβλία, τετράδια, παλτά, ζακέτες...
Το πείραμα, φυσικά, πέτυχε στην εντέλεια. Ολόκληρο το γυμνάσιο μαζεύτηκε έξω από το χημείο. Όταν σκόρπισε ο καπνός, μάζεψαν τον μπαρουτοκαπνισμένο " Γλόμπο" μέσα από ένα ντουλάπι με πάλαι ποτέ γυαλικά.
***
Η Άννα κοίταξε αλαφιασμένη ολόγυρα. Μα δεν έβλεπαν τι γίνεται εδώ; Δεν έβλεπαν αυτόν τον αλήτη;
- ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ! ακουγόταν σαν κραυγή βοήθειας τώρα από παντού.
Μα κανείς δεν έβλεπε επιτέλους; Και γιατί κυνηγούσαν οι αστυνομικοί εκείνους τους μαθητές; Και τους χτυπούσαν με τα ρόπαλα! Έδιναν γροθιές! Χαστούκια! Όπως αυτός εδώ στη Μαίρη.
- Τι με κοιτάζεις εσύ έτσι; Μπας και θες κι εσύ το μερτικό σου; είπε ο νεαρός κοιτάζοντας κατάματα κι εριστικά την Άννα.
Εκείνη όμως δε χαμήλωσε τα μάτια. Κι ας της έλεγε η μάνα της να μην κοιτάζει τους άντρες στα μάτια, γιατί τους προκαλούσε.
Ε, ναι. Τον προκαλούσε. Και λοιπόν;
- Φασίστα! του πέταξε με φωνή που έτρεμε από θυμό.
Εκείνος λύσσαξε. Σήκωσε το χέρι του, μα την ίδια στιγμή η Άννα είχε ορμήσει με το κεφάλια στο στομάχι του. Μωρέ, ας ερχόταν όλη η αστυνομία να την πιάσει. Κι ας την έπιαναν! Και σκασίλα της αν θύμωνε η μάνα της!
Μετά έγιναν όλα πολύ γρήγορα. Μπουνιές, κλοτσιές, χαστούκια, ροπαλιές, τραβήγματα, σπρωξίματα...Ο νεαρός με το μπουφάν, οι μαθητές, οι αστυνομικοί, οι φοιτητές...Κι ανάμεσα η Άννα να δίνει και να παίρνει. Για μια στιγμή το μάτι της άρπαξε τη Μαίρη κι ένα τσούρμο μαθητές να τρέχουν προς τα κάτω την Ακαδημίας. Εκείνη όμως είχε παγιδευτεί εδώ μπροστά στη Λυρική. Έτσι και την έβλεπε από μια μεριά η μάνα της...Θα της ξερίζωνε το μαλλί τρίχα τρίχα. Πάντως, εκείνη η ορμήνια της είχε πιάσει τόπο. " Στ' αχαμνά! Έτσι και σε στριμώξει αρσενικός, δώσ' του μια εκεί και βάλ' το στα πόδια!" Μπορεί η μάνα της να εννοούσε διαφορετικό στρίμωγμα, αλλά και σε τούτο έκανε τη δουλειά μια χαρά.
Ξαφνικά όμως πίσω από την πλάτη της η Άννα ένιωσε ένα τζάμι να υποχωρεί και το επόμενο λεπτό βρέθηκε να πετάει μέσα στη Λυρική μαζί με τα θρυμματισμένα κρύσταλλα. " Πρόσεχε τις καράμπες!" της έλεγε η μάνα της, όταν έσπαγε κάποιο γυαλί. Κι εδώ υπήρχαν χιλιάδες. Και θα' μπαιναν όλες μέσα της, μόλις προσγειωνόταν. Ή είχε κιόλας προσγειωθεί; Δυο σκιές είδε να δρασκελίζουν τα σπασμένα τζάμια και να' ρχονται προς το μέρος της.
Η Άννα ανασηκώθηκε και βροντοφώναξε με φωνή σοπράνο:
- ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ! ντεμπούτο και φινάλε μαζί στη Λυρική, όπου ήθελε να την έβλεπε μια μέρα ο πατέρας της.
- Δεν έπαθε τίποτε!
- Το χέρι της είναι κομμένο λίγο. Έχεις μαντίλι; Δώσ' το μου.
Πώς έλεγε εκείνο το τραγουδάκι που έλεγαν όταν ήθελαν να τα "βγάλουν" στο κρυφτό; " Ανέβηκα στην πιπεριά να κόψω ένα πιπέρι...Δώσ' μου το μαντιλάκι σου, το χρυσοκεντημένο, να δέσω το χεράκι μου..."
- Γρήγορα. Να τη βγάλουμε από δω μέσα...Εγώ από τη μια κι εσύ από την άλλη...
- Θα μας την έχουν στημένη απ' έξω οι μπασκίνες.
- Θα προσπαθήσουμε να περάσουμε. Εσύ, μικρή, μπορείς να σταθείς λιγάκι στα πόδια σου; Θα σε κρατάμε...
Η Άννα έκανε "ναι" με το κεφάλι της. Αλλά δε χρειάστηκε να πατήσει τα πόδια της. Τα δυο ντερέκια που ήταν είχαν πιάσει από τις μασχάλες τη σήκωσαν σαν πούπουλο κι οι τρεις μαζί έκαναν " έξοδο". Τα χτυπήματα έπεσαν βροχή πάνω τους. Ο ένας από τους δυο που την κρατούσαν την άφησε κι έπιασε το κεφάλι του. Η Άννα τον είδε να πέφτει κάτω.
- Τρέχα! Τρέχα! της φώναξε ο άλλος από την άλλη μασχάλη και της έδωσε μια σπρωξιά, γιατί είχε μαρμαρώσει.
Κι εκείνη έτρεξε μπροστά σφίγγοντας το μαντίλι στη ματωμένη παλάμη της. Ένιωσε να λιγοψυχάει. Αν είχε τη Μαίρη δίπλα της...Και δεν ήξερε πού πήγαινε. Ένα τσούρμο παιδιά την παράσερνε πότε αριστερά και πότε δεξιά. Και φωνές ολόγυρα λαχανιαστές.
- Διαλυθείτε!
- Πέφτει ξύλο!
- Να μπούμε στη Χαριλάου...στη Μαυρομιχάλη...
Κάνα δυο φορές ένιωσε στα πόδια της κάτι μαλακό και ζεστό κάτω. Σαν άλογο το δρασκέλισε ανατριχιάζοντας. Εκείνη έπρεπε να κρατηθεί όρθια. Να μην πέσει. Κι άρχισε να φωνάζει:
- ΔΗ - ΜΟ - ΚΡΑ - ΤΙ - Α! ΚΑΤΩ - ΟΙ ΦΑΣΙ - ΣΤΕΣ! ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ!
Και φώναζε δυνατά, λες κι ήταν ξόρκια αυτά, που θα της έδιναν φτερά.
Κι η ανθρωποθάλασσα την παράσερνε. Τώρα είχε γαντζωθεί σπασμωδικά πίσω από μια πλάτη. Ήταν  μια δυνατή πλάτη, ζεστή και γιομάτη παλμό. Σαν εκείνη τότε της αδερφής της.

Δεν ήθελε η Άννα να μείνει έξω στην παραλία, όσο οι μεγάλες της αδερφές θα πήγαιναν στα βαθιά με την παρέα τους. Έτσι, για να μην κλαίει, η μια από τις δυο αδερφάδες τη ζεύτηκε στην πλάτη. Η παρέα, αγόρια και κορίτσια από το γυμνάσιο της επαρχίας, προχωρούσε για τα βαθιά καλαμπουρίζοντας. Για να φτάσεις στα βαθιά αυτής της θάλασσας είχε πολύ δρόμο. Το νερό άργησε πολύ να γαργαλήσει τις πατούσες της Άννας. Έπειτα, με τα πολλά έφτασε στη μέση της γάμπας της. Μετά στην κοιλιά της...Στο στήθος της όμως έφτασε πιο γρήγορα κι ακόμη πιο γρήγορα στο λαιμό της. Το νερό μπήκε στ' αυτιά της κι έσβησε τα γέλια και τις φωνές της παρέας. Η αδερφή της μπροστά ούτε που ένιωθε το φορτίο στην πλάτη της. Η Άννα άνοιξε το στόμα της να της μιλήσει, αλλά η θάλασσα της πήρε τη φωνή. Τότε σφίχτηκε πάνω στην πλάτη που την κουβαλούσε κι έκλεισε τα μάτια.

Τώρα όμως δεν έπρεπε να τα κλείσει τα μάτια της η Άννα. Δεν ήτανε άλλωστε παιδαρέλι. Κι αν είχε κολλήσει πίσω απ' αυτήν εδώ την πλάτη, ήταν γιατί οι σπάλες της ανέμιζαν σαν φτερά.

Κι η Άννα είχε φτερά, όταν ήτανε μικρή στην επαρχία. Έτρεχε κι έδινε μεγάλους πήδους κι αργούσε να πατήσει στη γη. Και πηδούσε από ψηλά σκαλοπάτια. Και πάλι αργούσε να προσγειωθεί. Από δέντρα. Από βουναλάκια...Κανείς δεν την πίστευε, όταν έλεγε ότι μπορούσε να πετάει. Στον ύπνο της όμως δεν την έλεγαν "παραμυθού". Γιατί εκεί πετούσε πιο ψηλά. Κανονικά. Να, άπλωνε τα χέρια της, τα κουνούσε αργά κι αμέσως βρισκόταν πάνω από σπίτια και δέντρα. Κι όταν την κυνηγούσαν οι "εχθροί", έδινε ένα τίναγμα και βρισκόταν στον αέρα. Μόνο αυτή μπορούσε να πετάξει, λέει. Αλλά μερικές φορές δεν προλάβαινε. Και τη στρίμωχναν ένα γύρο κι έβγαζαν σπαθιά. Τότε άνοιγε το στόμα της για να φωνάξει τη μαμά της, αλλά τη φωνή την έπνιγε θαλασσινό νερό. Η ανάσα της κοβόταν. Κι έκλεινε τα μάτια της.

Τώρα όμως δεν έπρεπε να κλείσει τα μάτια της η Άννα. Να, είχαν καταφέρει να περάσουν τον κλοιό των αστυνομικών. Δεν τους έδερνε κανείς. Αυτή η πλάτη μπροστά θα την ξενέριζε σίγουρα. Όπως η αδερφή της τότε.

Μετά οι μαντράχαλοι της παρέας τη ζούληξαν από δω, τη ζούληξαν από κει...Τη γύρισαν ανάποδα...Πάντως, της έβγαλαν το θαλασσινό νερό από μέσα της. Έπειτα ήταν η βασίλισσα της ημέρας. Το τι αχιβάδες και κοχύλια τής έφεραν δε λέγεται. Εκείνη όμως όλο το θυμόταν, λέει, ότι παρά λίγο να την πνίξουν, κι έκλαιγε. Και δώστου να της φέρνουν και πεταλίδες, που της άρεσαν. Και τα καβουράκια που έψησαν μετά, τα πιο πολλά τα έφαγε αυτή. Και δεν είπε τίποτα μετά στο σπίτι. Ούτε τώρα θα έλεγε.

Η Άννα σταμάτησε να ξανασάνει. Το ίδιο κι η πλάτη μπροστά της.
- Πάμε στο Πανεπιστήμιο τώρα, ακούστηκε να της λέει.
Κι εκείνη δεν ξαφνιάστηκε που της μιλούσε.
- Ναι, πάμε, είπε με φυσικότητα.
Ούτε κι όταν την έπιασε από το χέρι ξαφνιάστηκε. Ούτε τραβήχτηκε. ένιωσε τη φούχτα του ζεστή και σταθερή. Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε στο πρόσωπο. Ναι, δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς το πρόσωπο αυτής της φτερωτής πλάτης.
- Πώς σε λένε;
- Άννα. Εσένα;
- Άγγελο.
Γέλασε η Άννα.
- Γιατί γελάς;
- Για μια στιγμή, έτσι που τρέχαμε, μου φάνηκε πως είχες φτερά στην πλάτη...
- Όλοι έχουμε, Άννα.
Και την τράβηξε να τρέξουν πάλι.
Στο Πανεπιστήμιο είχαν καταφέρει να φτάσουν μερικοί ακόμη φοιτητές. Τους άνοιξαν την πόρτα και τους έμπασαν και τους δυο βιαστικά μέσα.
- Γρήγορα, να κλείσουμε την πόρτα. Έρχονται κατά δω οι μπασκίνες.
- Πόσοι είμαστε εδώ μέσα;
- Καμιά διακοσαριά.
Η Άννα είχε σταθεί στην άκρη κι άκουγε τα νεαρά παιδιά που μιλούσαν λαχανιασμένα, ενώ μια φευγαλέα σκέψη την έκανε να χαμογελάσει. Είχε "μπει" στο Πανεπιστήμιο, παρ' όλα αυτά. Και χωρίς εξετάσεις. Ή μήπως είχε δώσει;
- Μέσα εδώ δεν μπορούν να μας πειράξουν. Δεν μπορούν να παραβιάσουν το πανεπιστημιακό άσυλο, είπε μια φοιτήτρια.
- Χμ, δε θα είναι η πρώτη φορά...Καλύτερα να είμαστε έτοιμοι για όλα.
Ήταν έτοιμη κι η Άννα.
- Πλησιάζουν! φώναξε ένας.
Τότε, λες κι ήταν όλοι τους συμφωνημένοι, άρχισαν μεμιάς να ψάλλουν τον εθνικό ύμνο. Μαζί τους κι η Άννα, ενώ η τρίχα της ορθωνόταν σ' όλ της το πετσί. Έτσι γινόταν πάντα. Με το " Σε γνωρίζω από την κόψη..." το κορμί της ηλεκτριζόταν. Στο σχολείο ντρεπόταν γι' αυτή της τη συγκίνηση. Μάλιστα αυτοσαρκαζόταν, για να προλάβει τις συμμαθήτριές της. " Εμένα στέκεται κλαρίνο η τρίχα μου. Έτσι χαιρετάω εγώ" έλεγε γελώντας βραχνά. Μα τώρα εδώ δεν είχαν σχολική γιορτή. Ούτε γιόρταζαν καμιά εθνική επέτειο. Η Άννα αναρίγησε ξαφνικά. Αυτά τα παιδιά εδώ ίσως να γεννούσαν αυτή τη στιγμή καμιά εθνική επέτειο...
- ...Χαίρε, ω Χαίρε, Ελευθεριά! η φωνή της ενωμένη με τις άλλες αντιλάλησε στους τοίχους του Πανεπιστημίου.
- Κάτω οι φασίστες!
- ΔΗ - ΜΟ - ΚΡΑ - ΤΙ - Α!
- ΣΥΜΠΑ - ΡΑΣΤΑ - ΣΗ ΛΑΕ!
Το Πανεπιστήμιο δονούνταν συθέμελα από τα συνθήματα που είχαν γίνει σφαίρες, λες, στα στόματα των παιδιών. Τα τζάμια έτριζαν. Οι καρδιές φούσκωναν. Το αίμα κόχλαζε.
Μια ομάδα αστυνομικών κινήθηκε προς την κεντρική είσοδο του Πανεπιστημίου.
- Απάνω τους ! φώναξε ο Άγγελος κι αρπάζοντας ό,τι βρήκε μπροστά του μισάνοιξε την πόρτα και το εκσφενδόνισε στους αστυνομικούς.
Η Άννα κοίταξε ολόγυρά της σπασμωδικά. Στην επαρχία, όταν έπαιζαν πόλεμο, τα πυρομαχικά ήταν σπαρμένα στα πόδια τους. Λιθάρια και ματσούκια όσα ήθελαν. Εδώ τι να πετάξει; Κι όμως, οι άλλοι έβρισκαν και πετούσαν στους αστυνομικούς απ' εξω. Ξύλα, τζάμια, σοβάδες...Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε διάπλατη. Τα ρόπαλα όρμησαν μέσα. Για μια στιγμή η Άννα ένιωσε σαν ένα από κείνα τα εφτά  κατσικάκια του παραμυθιού. Ασυναίσθητα, τα μάτια της έψαξαν για το ρολόι όπου δε θα κοίταζε ποτέ ο κακός ο λύκος.
Μα να, κάποιος μεγάλος μάλωνε τους αστυνομικούς.
- Κύριοι! Περάστε έξω, κύριοι! Γρήγορα έξω! φώναζε μ' έντονο ύφος. Στα πέντε μέτρα μακριά από το Πανεπιστήμιο!
" Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!" Έτσι δε θα έλεγε τώρα κι η μάνα της; Μα η Άννα είχε καλύτερο τρόπο. Έβγαλε το παπούτσι της και κραδαίνοντας το έκανε επίθεση. Να, εδώ, στη Χαριλάου πιο κάτω τα είχε αγοράσει τα παπούτσια της. Πριν λίγες μέρες. Είχε πάει με τον μπαμπά της. Και τα είχε διαλέξει μόνη της. Μαύρα με στρογγυλωπή μύτη, λουρί πλατύ απάνω με αγκράφα και λίγο τακουνάκι. Λίγο, αλλά έκανε τη δουλειά του μια χαρά. Ορίστε, ο αστυνομικός παράτησε τον Άγγελο. Η Άννα στράφηκε ευχαριστημένη για άλλο στόχο, μα την ίδια στιγμή ένα χτύπημα από πίσω της έκοψε την ανάσα. Είδε το παπούτσι της να πετάει αργά και τον εαυτό της μ' απλωμένα χέρια να πλέει στον αέρα. Ποιος είπε ότι δεν μπορούσε να πετάξει;"
( Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από την πανσπουδαστική συγκέντρωση που έγινε στις 15 Φεβρουαρίου 1963)
ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ...


Βούλα Μάστορη, ένα - ένα - τέσσερα, Πατάκης , Αθήνα 1995, 4η έκδοση





Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Τα παιχνίδια του Φλεβάρη

Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.

-Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.

Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει.  Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.

-Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…

-Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!

Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.

-Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄  αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα.  Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος!

-Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης.

-Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια.

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε:

-Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο;

-Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης.

-Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω.

-Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη;

-Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά.

-Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης.

Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά.

Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του:

-Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο!

Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι.

Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι.

-Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση.

-Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη.

Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει.

-Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος!

-Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος.

Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω.

-Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι;

-Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα.

Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι,  μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!...

-Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!...

-Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοί της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει.

Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν!

-Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε…

Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν:

-Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα.

-Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης.

-Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο.

Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου.

-Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω;

-Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης.

-Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς.

-Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης.

«Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε:

-Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά.

Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου!

-Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;, παραξενεύτηκε ο παππούς.

Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε:

-Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή…

Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης.

Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά.

-Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε.

Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη.

Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν.

Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του.

-Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε!

Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του.

-Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο.

-Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.

Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος.

Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε:

«Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά.

Ο Χρόνος γυρίζει.

Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!»



Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου, Ιστορίες με τους δώδεκα μήνες. Τα παιδιά του Χειμώνα, Πατάκης 1993


ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Ο ερωτευμένος βάτραχος

O Βάτραχος καθότανε στην όχθη του ποταμού. Ένιωθε περίεργα. Δεν ήξερε αν ήταν χαρούμενος ή λυπημένος. Ολόκληρη την εβδομάδα περιπλανιόταν από δω κι από κει σαν υπνωτισμένος.
Μα τι στο καλό του συνέβαινε;
Κάποια στιγμή συνάντησε το Γουρουνάκι.
" Γεια σου, Βάτραχε! " είπε το Γουρουνάκι. " Δε σε βλέπω να έχεις τα κέφια σου. Τι σου συμβαίνει; "
" Δεν ξέρω " είπε ο Βάτραχος. " Την ίδια στιγμή που θέλω να γελάσω , την ίδια μου' ρχεται να βάλω τα κλάματα! Και αισθάνομαι κάτι μέσα μου - να, εδώ - που λες και χτυπά. Ντουκ ντουκ κάνει! "
" Κρυωμένος θα' σαι " είπε το Γουρουνάκι. " Να πας αμέσως να ξαπλώσεις στο κρεβάτι σου ".
Ο Βάτραχος συνέχισε το δρόμο του. Ήταν πολύ ανήσυχος.
Πέρασε από το σπίτι του Λαγού.
" Λαγέ " του είπε " δεν αισθάνομαι καλά! "
" Έλα μέσα και κάτσε να τα πούμε " τον προσκάλεσε όλο ευγένεια ο Λαγός.
" Λοιπόν, τώρα πες μου τι συμβαίνει ".
" Άλλοτε ζεσταίνομαι κι άλλοτε κρυώνω " είπε ο Βάτραχος.
" Και αισθάνομαι κάτι μέσα μου - να, εδώ - που λες και χτυπά. Ντουκ ντουκ κάνει! " και ακούμπησε με το χέρι το στήθος του.
Ο Λαγός πήρε ένα σοβαρό ύφος, ίδιο μ' έναν αληθινό γιατρό.
" Μάλιστα " είπε. " Η καρδιά σου είναι. Και η δικιά μου το ίδιο ντουκ ντουκ κάνει ".
" Ναι, αλλά ή δικιά μου μερικές φορές χτυπά πιο γρήγορα από το συνηθισμένο ! " είπε ο Βάτραχος.
" Ένα δύο, ένα δύο, να, τόσο γρήγορα χτυπά! "
Ο Λαγός πήρε ένα χοντρό βιβλίο από τη βιβλιοθήκη του και το ξεφύλλισε.
" Αχά! " είπε. " Για άκου εδώ τι λέει. Καρδιοχτύπια, ταχυπαλμίες, άλλοτε ζέστη, άλλοτε κρύο...Όλα αυτά δείχνουν πως είσαι ερωτευμένος".
" Ερωτευμένος! " είπε ο Βάτραχος με έκπληξη.
" Για φαντάσου! Είμαι ερωτευμένος! "
Και ένιωσε τέτοια χαρά, που μ' ένα φοβερό πήδο βρέθηκε από το σπίτι του Λαγού έξω - λες κι ήταν πουλί και πέταξε.
Το Γουρουνάκι φοβήθηκε για τα καλά καθώς είδε ξαφνικά το Βάτραχο να προσγειώνεται μπροστά του.
" Μου φαίνεσαι καλύτερα " του είπε.
" Ναι ! Αισθάνομαι περίφημα ! " είπε ο Βάτραχος. " Είμαι ερωτευμένος!"
" Μα αυτό είναι θαυμάσιο νέο! Και με ποιαν είσαι ερωτευμένος; " ρώτησε το Γουρουνάκι.
Ο Βάτραχος, είναι αλήθεια, αυτό δεν είχε κάτσει να το σκεφτεί!
" Το βρήκα ! " είπε. " Είμαι ερωτευμένος με τη χαριτωμένη, πανέμορφη, αξιαγάπητη λευκή Πάπια! "
" Α, μα δε γίνεται αυτό !" είπε το Γουρουνάκι.
" Ένας βάτραχος δεν μπορεί να' ναι ερωτευμένος με μια πάπια...Εσύ έχεις χρώμα πράσινο, κι αυτή λευκό! "
Αλλά το Βάτραχο δεν τον απασχολούσαν κάτι τέτοιες λεπτομέρειες.
Δεν ήξερε να γράφει. Ζωγράφιζε όμως πολύ όμορφα.
Γύρισε σπίτι του και κάθισε κι έφτιαξε μια πολύ ωραία ζωγραφιά, όλη μες στα κόκκινα και στα γαλάζια, και ασφαλώς στα πράσινα - το πράσινο ήταν άλλωστε το αγαπημένο του χρώμα.
Μόλις σκοτείνιασε για τα καλά, πήρε τη ζωγραφιά, βγήκε από το σπίτι του και πήγε και την έριξε κάτω από την πόρτα της Πάπιας.
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από την αναστάτωση που ένιωθε.
Η Πάπια έμεινε έκπληκτη όταν βρήκε τη ζωγραφιά.
" Ποιος τάχα να μου έστειλε αυτή την όμορφη εικόνα; " αναρωτήθηκε, και την κρέμασε στον τοίχο.
Την άλλη μέρα, ο Βάτραχος μάζεψε μια ολόκληρη αγκαλιά όμορφα λουλούδια.
Είχε σκοπό να τα προσφέρει στην Πάπια.
Μα όταν έφτασε έξω από την πόρτα της, η ντροπή του τον εμπόδισε να την αντικρίσει.
Άφησε τα λουλούδια στο κεφαλόσκαλο και έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Και το ίδιο συνεχιζόταν για μέρες...Ο Βάτραχος δεν έβρισκε το κουράγιο να μιλήσει στην καλή του.
Η Πάπια , από τη μεριά της , χαιρότανε μ' όλα αυτά τα δώρα που έπαιρνε.
Όμως , ποιος στο καλό της τα έστελνε;
Καημένε Βάτραχε!
Του είχε κοπεί η όρεξη και τις νύχτες δεν έκλεινε μάτι. Και όλα αυτά συνεχιζόντουσαν για ολόκληρες βδομάδες...
Πώς θα μπορούσε να φανερώσει στην Πάπια την αγάπη του;
" Πρέπει να κάνει κάτι που κανείς άλλος δε θα μπορεί να το κάνει!" αποφάσισε. " Ας πούμε, να καταρρίψω το παγκόσμιο ρεκόρ στο ύψος!. Η πολυαγαπημένη μου Πάπια θα εντυπωσιαστεί τόσο, που θα μ' αγαπήσει κι αυτή! "
Κι ο Βάτραχος άρχισε αμέσως τις προπονήσεις.
Προπονιόταν για μέρες και μέρες.
Κι όλο και πιο ψηλά πηδούσε, όλο και πιο κοντά στα σύννεφα έφτανε.
Κανείς άλλος βάτραχος σ' ολάκερο τον κόσμο δεν είχε καταφέρει να πηδά τόσο ψηλά.
" Μα τι συμβαίνει στο Βάτραχο; " ρωτούσε όλο ανησυχία η Πάπια. " Είναι επικίνδυνο να πηδά τόσο ψηλά. Θα πάθει καμιά ζημιά!"
Και είχε δίκιο.
Ήταν μια Παρασκευή απόγευμα, στις δύο και δεκατρία πρώτα λεπτά, που έγινε το κακό.
Ο Βάτραχος, καθώς έκανε το πιο ψηλό πήδημα στην ιστορία, έχασε την ισορροπία του και έπεσε.
Η Πάπια, που έτυχε να είναι εκεί κοντά, έτρεξε βιαστικά να τον βοηθήσει.
Ο Βάτραχος μόλις που μπορούσε να περπατήσει. Η Πάπια προσεχτικά τον μετέφερε στο σπίτι της. Κι εκεί τον περιποιήθηκε όλο φροντίδα και αγάπη.
" Αχ, Βάτραχε! Το ξέρεις πως μπορεί και να σκοτωνόσουνα;" του είπε. " Άλλη φορά να είσαι πιο προσεχτικός. Ξέρεις, σε συμπαθώ ιδιαίτερα! Σ' αγαπώ!"
Και τότε πια, ο Βάτραχος βρήκε το κουράγιο να της μιλήσει.
" Κι εγώ σ' αγαπώ, καλή μου Πάπια" ψέλλισε.
Η καρδιά του έκανε τα πιο γρήγορα ντουκ ντουκ της και το πρόσωπό του καταπρασίνισε.
Από τότε, ο έρωτάς τους δεν έπαψε να μεγαλώνει.
Ένας βάτραχος και μια πάπια...
Το πράσινο και το λευκό...
Βλέπετε, η αγάπη δε γνωρίζει σύνορα!


Μαξ Βέλθουις, Ο ερωτευμένος βάτραχος, Πατάκης 1993

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Ζωρζ Σαρή

Στις 9 Ιουνίου του 2012 έφυγε από κοντά μας η αγαπημένη συγγραφέας Ζώρζ Σαρή. Πολλά τα βιβλία που έγραψε, δεν ξέρω σε ποιο να πρωτοαναφερθώ. Τα έργα της είναι πολύ σημαντικά διότι έδωσαν ένα διαφορετικό στίγμα στην παιδική και νεανική λογοτεχνία. Η ίδια επέλεξε να μιλήσει μέσα από αυτά για κοινωνικά, πολιτικά και ιστορικά γεγονότα χρησιμοποιώντας τα προσωπικά της βιώματα και τη συμμετοχή σε αυτά. 

Διάλεξα λοιπόν να παρουσιάσω τον πρόλογο που έγραψε η Ζωή Βαλάση (άλλη λατρεμένη συγγραφέας αυτή παιδικών βιβλίων ) για το μυθιστόρημα της Ζωρζ Σαρή " Οι νικητές " και τον μικρό επίλογο που έγραψε η συγγραφέας του βιβλίου.


Πρόλογος ή Δύο λόγια στους αναγνώστες
(1. Δεν είναι υποχρεωτικό να τα διαβάσετε.
  2. Καλά θα κάνετε όμως να τα διαβάσετε)

Για να πω την αλήθεια, αντί να γράψω τον πρόλογο θα προτιμούσα να ' χα γράψει το βιβλίο. Οι πρόλογοι είναι οι σελίδες που συνήθως δε διαβάζουμε. Λόγου χάρη, εγώ, όταν ήμουν παιδί, προσπερνούσα πάντα τους προλόγους. Σκέφτομαι ότι την ίδια τύχη μπορεί να έχει κι ο δικός μου...Ενώ το βιβλίο, αυτό ειδικά το βιβλίο, όχι μονάχα θα το διαβάσετε με μια ανάσα, μα θα συνεχίσετε να το έχετε μπροστά σας ακόμα κι όταν το τελειώσετε. Α, ναι, χρειάζεται να σας προειδοποιήσω. Τούτο δω δεν είναι ένα μυθιστόρημα έτσι για να περνά η ώρα, κι αν γι' αυτό το πήρατε, την πάθατε! Όταν το κλείσετε, θα' χετε τόσα πολλά πράματα μάθει και τόσα - ακόμα πιο πολλά - φανταστεί, και τέτοιες ερωτήσεις θα σας καίνε τα χείλη που, σίγουρα, θα φέρετε τους μεγάλους σε δύσκολη θέση.
Βλέπετε, αυτό το βιβλίο τολμά να μιλάει για σκέψεις και πράξεις και γεγονότα που χρόνια μένανε διπλοκλειδωμένα, αραχνιασμένα, απαγορευμένα. Όταν ήμουν παιδί δεν είχα κανένα βιβλίο για την Κατοχή και τη δικτατορία του Μεταξά. Κανείς δεν μας μιλούσε τότε γι' αυτά.
Εσείς, όμως έχετε πολλά κι ωραία βιβλία μ' αυτά τα θέματα κι ακόμα παραπέρα: Για την Αντίσταση. Μα και πάλι ως ένα σημείο` ως την Απελευθέρωση. Για τα κατοπινά, σιωπή. Για τα Δεκεμβριανά, που ακόμα κι όταν τα προφέρουν οι μισοί μεγάλοι χαμηλώνουν τη φωνή τους κι οι άλλοι μισοί την κάνουν σαν βρισιά και ουρλιαχτό, για το Κίνημα που σημάδεψε βαθιά την ιστορία του τόπου μας καθώς χώρισε σε δύο στρατόπεδα τους πολίτες, σε δύο στρατόπεδα τις λέξεις , γι' αυτά, κανείς δε μίλησε ακόμα στα παιδιά. ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ όμως το τολμάνε. Νικητές είναι, θα μου πείτε, η δουλειά τους είναι να τολμάνε και να προχωρούν και να μπορούν, ακόμα κι όταν οι άλλοι τους λογαριάζουν για νικημένους, αυτοί να δίνουν στη  νίκη το αληθινό της νόημα και το πραγματικό της μέτρο.
Μια κι είχα το προνόμιο να διαβάσω αυτό το βιβλίο ( εύνοια εξαιρετική αφού η συγγραφέας δεν το επιτρέπει σε κείνους που...είναι πάνω από δώδεκα χρονώ!)  σας βεβαιώνω πως χρειάζεται δύναμη για να το διαβάσετε. Όχι μόνο γιατί είναι ένα καινούριο κι άγνωστο στους περισσότερους από σας θέμα, όχι μόνο γιατί έχει κομμάτια ανείπωτης τραγικότητας και μια γλώσσα καίρια, λιτή κι ανελέητη, αλλά και για κάτι ακόμα. Γιατί θα ανακαλύψετε ότι είναι πάρα πολλά αυτά που πρέπει να αναζητήσετε και να σκεφτείτε. Ίσως χρειαστεί να μάθετε απ' την αρχή ακόμα και το πώς διαβάζονται οι λέξεις...Σας φαίνεται υπερβολή; Για να δούμε. Αν συναντήσετε τις λέξεις ΜΝΗΜΗ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, βάζω στοίχημα πως όλοι θα δείτε αμέσως ολοζώντανο μπροστά σας το σύμβολο της θυσίας και του αγώνα των νέων στη Δικτατορία. Αν δείτε τις λέξεις ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, θ' αναπλάσετε, όχι βέβαια το ίδιο ζωντανά και ξεκάθαρα όπως πριν, τα παλικάρια που εκτελέστηκαν ή σκοτώθηκαν από τους Γερμανούς καταχτητές.
Αν όμως δείτε τον τίτλο ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΥ ΜΕΛΙΓΑΛΑ, αυτό πώς θα το διαβάσετε; Μία κοπέλα το διάβασε έτσι: οι νεκροί του " μέλι - γάλα " και πρώτα γέλασε, ύστερα θύμωσε και τα' βαλε με τους δημοσιογράφους που δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο, γράφουν ό,τι τους κατέβει...
Για να μη διαβάσει κι η δικιά σας γενιά " μέλι - γάλα " την τρομερή ιστορική μνήμη του Μελιγαλά, για ν' αναρωτηθείτε πώς φτάσαμε στον Εμφύλιο, πώς έγινε κι οι αληθινοί ήρωες ονομάστηκαν προδότες, ενώ αληθινοί προδότες πήραν μετάλλια, θέσεις και εξουσία. Γι' αυτά και γι' άλλα ακόμα είναι τούτο το βιβλίο της Ζωρζ Σαρή που ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ τη λένε Ζωή, και η ζωή τούς λέει νικητές.

Εμένα δε με λέει κανείς
απλά το όνομά μου είναι Ζωή
                                       Βαλάση.


Και ο επίλογος της Ζωρζ Σαρή:

 Μικρέ μου αναγνώστη, τούτη η αληθινή ιστορία δεν τελειώνει εδώ...Αν θέλεις να μάθεις τι έγινε το 1945, τι έγινε μετά το 1945, ψάξε να το' βρεις και γράψε μόνος σου τη συνέχεια. Δεν έχει σημασία αν η Ζωή παντρεύτηκε το Νίκο, αν γύρισε ο πατέρας της Ηλέκτρας, τόσοι και τόσοι δεν γύρισαν ποτέ. Σημασία έχει να' βρεις την αλήθεια της ιστορίας του τόπου σου, δηλαδή του κόσμου όλου.
Δεν είμαι δασκάλα και δεν μπορώ να σου τη διδάξω.
Είμαι η μικρή Ζωή που θυμάται και που ύστερα από τόσα και τόσα χρόνια αγωνίζεται να νιώθει ελεύθερη, να' ναι ελεύθερη.
Την ελευθερία κανένας δεν μπορεί να σου τη χαρίσει, την κατακτάς μόνος σου.



Ζώρζ Σαρή, Οι νικητές, Πατάκης , Αθήνα 1994, 6η έκδοση

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Η Βροχούλα, ο Μουντζούρης κι ένα χριστουγεννιάτικο όνειρο

Comfortable Cat, Annoyed Dog
painting by artist Nicole Wong
Εκείνα τα Χριστούγεννα του 1920 ένας τρελός χιονιάς ξάφνιασε ολόκληρη τη γη. Χιόνιζε και χιόνιζε ασταμάτητα. Όσοι είχαν ζεστά ρούχα και φωτιά ήταν ευτυχισμένοι. Κι οι γάτες τους, ευτυχισμένες κι αυτές. Οι γάτες όμως των φτωχών —και δεν ήταν λίγοι οι φτωχοί εκείνα τα Χριστούγεννα του 1920— οι γάτες, λοιπόν, των φτωχών τουρτούριζαν κι όλο στον ύπνο το 'ριχναν για να ξεχνούν την πείνα τους.
 
Υπήρχαν όμως και χειρότερα. Σε μια χιονισμένη πολιτεία ζούσε η Βροχούλα, μια άσπρη γάτα με καφετιές πιτσίλες, που ούτε πλούσιο είχε γι' αφεντικό ούτε καν τον πιο φτωχό απ' τους φτωχούς. Μόνη κι αδέσποτη... Στο δρόμο την έβρισκαν οι μέρες και οι νύχτες. Κοιμότανε στο δρόμο κι έτρωγε —άμα έτρωγε— ό,τι της λάχαινε. Έτσι πορευόταν η Βροχούλα. Κι επειδή πίστευε πως είν' ωραία η ζωή και πως, δεν μπορεί, θα 'ρθουν καλύτερες μέρες, όπως άκουγε τους ανθρώπους να λεν συχνά πυκνά, δε βαρυγκομούσε. Με τόσο χιόνι όμως —τι χιόνι ήταν και τούτο!— τα 'χασε. Ξεπάγιασαν τ' αυτιά της κι η μουσούδα της. Κι οι πατούσες της ξεπάγιασαν κι αυτές. Πάει, σκεπάστηκαν κι οι σκουπιδοντενεκέδες μ' ένα πάπλωμα χιόνι, βαρύ, ασήκωτο.
«Πάλι νηστική θα μείνω χριστουγεννιάτικα», νιαούρισε τουρτουρίζοντας. Κι ήταν ίσως η πρώτη φορά που το νιαούρισμά της έμοιαζε κάπως με παράπονο.


Στην άλλη άκρη της γης, σε μια άλλη χιονισμένη πολιτεία, όπου οι άνθρωποι μιλούσαν άλλη γλώσσα κι είχαν άλλο χρώμα, ζούσε ο Μουντζούρης, ένας μικρός κατάμαυρος σκύλος. Πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, στις στέγες των σπιτιών. Λες κι ήτανε κεραμιδόγατος. Δεν είχε αφεντικό κι αυτός, κι όπως η Βροχούλα, ανήμερα Χριστούγεννα, είχε ξεπαγιάσει και χάιδευε ολοένα με τα μπροστινά του πόδια την άδεια του κοιλιά, σαν να 'θελε να την παρηγορήσει. Ζητώντας λίγη ζεστασιά κουλουριάστηκε πλάι σε μια καμινάδα ο Μουντζούρης. Κι έτσι όπως έπεφτε πυκνό το χιόνι, έπρεπε κάθε τόσο να τινάζει απ' τη ράχη του τις νιφάδες, αν ήθελε να μη γίνει σαν το χιονάνθρωπο της κεντρικής πλατείας.

Την ίδια ώρα η Βροχούλα, στην άλλη πολιτεία, τρύπωνε σε μια ξεχαρβαλωμένη μπότα. Την είχε ανακαλύψει πεταμένη σ' ένα υπόστεγο με καυσόξυλα κι έτρεξε γραμμή να λουφάξει μέσα της. Νύχτωνε τώρα.
«Εδώ θα κάνω Χριστούγεννα», συλλογίστηκε. Κι ένιωσε μάλιστα τυχερή, γιατί ποιος ξέρει πόσες γάτες με τέτοια παγωνιά θα λαχταρούσαν μια ξεχαρβαλωμένη μπότα. Μισόκλεισε τα μάτια η Βροχούλα κι αφέθηκε σιγά σιγά να χαζεύει το φωτισμένο παράθυρο στ' αντικρινό σπίτι. Έβλεπε δώρα και παιχνίδια να βαραίνουν στα κλαριά του χριστουγεννιάτικου δέντρου, πιατέλες με φαγητά κι άλλες πιατέλες με γλυκίσματα να περνούν από χέρι σε χέρι, και δυο παιδιά να χοροπηδούν χτυπώντας παλαμάκια. Και τραγουδούσαν τα παιδιά κι είχαν τα μάγουλά τους αναψοκοκκινισμένα απ' τη ζέστη.
«Α... να 'μουν κι εγώ εκεί!», πεθύμησε η Βροχούλα. Και καθώς γέμιζε ο νους της μ' ένα σωρό τέτοιες γλυκές σκέψεις, βάρυναν τα μάτια της κι αποκοιμήθηκε.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, στη μακρινή πολιτεία, στην άλλη άκρη της γης, όπου οι άνθρωποι μιλούσαν άλλη γλώσσα κι είχαν άλλο χρώμα, αποκοιμιόταν κι ο Μουντζούρης με τη ράχη κολλημένη στην καμινάδα. Κι η καμινάδα ανέβαζε απ' τη σάλα χαρούμενες παιδιάστικες φωνές και ζεστασιά κι ευωδιές από ψητά που του γαργαλούσαν τα ρουθούνια. Ήρθαν, λοιπόν, και στο δικό του νου οι ίδιες γλυκές σκέψεις, οι ίδιες ακριβώς. Γιατί κι αυτός τουρτούριζε, πεινούσε κι αυτός και, τέλος πάντων, τι Χριστούγεννα ήταν πάλι και τούτα, μόνος πάνω στα κεραμίδια...


Αν όμως ήρθαν έτσι ανάποδα τα πράγματα, δε θα 'μεναν έτσι. Απ' το χριστουγεννιάτικο ουρανό, που 'ναι γεμάτος αγγελάκια μ' ασημένιες φτερούγες, για ν' ακούνε κάθε λογής ευχές κι επιθυμίες, ξεγλίστρησε ένα μικρό χριστουγεννιάτικο όνειρο και τύλιξε απαλά τη Βροχούλα και το Μουντζούρη. Τους τύλιξε και τους δυο μαζί, γιατί αποκοιμήθηκαν κι οι δυο την ίδια ακριβώς στιγμή, με τις ίδιες γλυκές σκέψεις στο μυαλό, τις ίδιες ακριβώς.
Κι είχε μέσα του το μικρό όνειρο ένα ζεστό σπίτι, και μες στο σπίτι μια φαμίλια με παιδιά κι όλοι γύρω τριγύρω απ' το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Καλό το φαγητό κι η ζεστασιά καλή, χόρτασαν και χάδια ο Μουντζούρης κι η Βροχούλα, όμως απ' όλα πιο καλό ήταν που συναντήθηκαν στο ίδιο χριστουγεννιάτικο όνειρο.

Κι ως φαίνεται, αγάπησε πολύ ο Μουντζούρης τη Βροχούλα, τον αγάπησε κι η Βροχούλα το ίδιο πολύ, το ίδιο ακριβώς, γιατί σαν τέλειωσε το όνειρο και ξύπνησε εκείνος πλάι στην καμινάδα πάλι μόνος, κι εκείνη μόνη μες στην ξεχαρβαλωμένη μπότα, άφησαν κι οι δυο τους από ένα βαθύ αναστεναγμό. Θα πρέπει μάλιστα ν' αγαπηθήκανε, όπως λεν, παράφορα, αφού την ίδια κιόλας μέρα ξεκίνησε ο Μουντζούρης απ' τη μακρινή πολιτεία στην άλλη άκρη της γης να ψάξει τη Βροχούλα. Με τον ίδιο σκοπό πήρε κι αυτή τους δρόμους... Και βέβαια τέτοιες ιστοριούλες πρέπει να 'χουν αίσιο τέλος. Έτσι δεν είναι; Μετά από χίλια βάσανα, κούραση, αγρύπνιες κι ένα σωρό κινδύνους, σμίξανε επιτέλους τα επόμενα Χριστούγεννα κοντά σ' ένα χωριό έξω απ' την Κατερίνη.

Χρήστος Μπουλώτης

Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων Ε και ΣΤ Δημοτικού

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Ζωρζ Σαρή


   " Οι νύχτες γινήκανε παγίδες θανάτου. Οι στρατιώτες βροντάνε τις πόρτες με τα κοντάκια τους. Οι νοικοκυραίοι πετάγονται από τον ύπνο αλαφιασμένοι. Τα χέρια τους τρέμουν. Με τι κουράγιο ν' ανοίξουν; Μα, αν δεν ανοίξουν, θα σπάσουν την πόρτα. Η μάνα, ο παππούς, ο πατέρας προσπαθούνε να εξευμενίσουν τους ξένους που περνάνε το κατώφλι τους. Μια παράλογη ελπίδα: άνθρωποι είναι κι αυτοί. Έχουνε ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια, είναι παντρεμένοι, θα'χουνε παιδιά, σπιτικό. Τις Κυριακές θα πηγαίνουνε με το προσευχητάρι στην εκκλησιά .Τρέμει ένα χαμόγελο στα χείλη της μάνας. Ο πατέρας ανοίγει τα χέρια και σκύβει το κεφάλι σαν να τους λέει: καλώς ορίσατε, καλώς ορίσατε...Όμως οι στρατιώτες είναι σιδερένιοι κι έχουνε στην πλάτη ένα καλοκουρδισμένο ελατήριο. Τα μάτια τους πετάνε φλόγες, τα πόδια τους κλοτσάνε, τα χέρια τους βαράνε. Ουρλιάζουν. Σκύβουν πάνω από τα κρεβάτια κι οσμίζονται σαν άγρια σκυλιά τη ζεστασιά των σεντονιών. Ποιος κοιμόταν εδώ; ποιος κρύβεται στο πατάρι; Γιατί το πίσω παράθυρι είναι ανοιχτό; Κυκλώστε το σπίτι, κυκλώστε το τετράγωνο! Αν το χέρι τους γραπώσει τη λεία, τότε ξεκαρδίζονται στα γέλια. Το κορίτσι που χτες έγραφε στον τοίχο: " Λευτεριά στο Λαό!", τον εργάτη που που χτες τύπωνε την προκήρυξη : " Όχι στην επιστράτευση!" , το αγόρι που χτες τραγουδούσε μέσα στους δρόμους της Αθήνας: " Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά κι ο Έλλην ξεσπαθώνει, ξεσπαθώνει...", τον Έλληνα που ξεσπάθωσε τον σέρνουνε πίσω τους καταματωμένο, τον φορτώνουν στην κλούβα που περιμένει μ' ανοιχτό στόμα, τον ρίχνουν στις φυλακές, στα μπουντρούμια της Μέριλιν και τον βασανίζουν. Τον καίνε, του ξεριζώνουν τα νύχια, τον τυφλώνουν, του σπάνε τα κόκαλα κι ύστερατον στήνουν στον τοίχο και προστάζουν : Πυρ! Τα τουφέκια σημαδεύουν τις καρδιές κι οι καρδιές δεν πεθαίνουν. Εξακολουθούν να χτυπάνε, να χτυπάνε. Χιλιάδες καμπάνες που σκιάζουνε τον ανήσυχο ύπνο του Αδόλφου Χίτλερ. Τον πιάνει υστερία, αφρίζει , ουρλιάζει: Σκοτώστε τους όλους. Ούτε ένας ορθός!" Κι οι δούλοι, ανήμερα θεριά, ξαμολιούνται μέσα στη νύχτα και ψάχνουν, ψάχνουν να βρούνε σάρκες να μπήξουνε ξανά και ξανά τα γαμψόνυχά τους. να συνθλίψουν μια για πάντα, κάτω από τη μολυβένια μπότα τους, το νου και την καρδιά του Έλληνα. Η πάλη όμως είναι άνιση. Τι να σου κάνει ένα ελατήριο κι ας είναι καλοκουρντισμένο; Ολάκερη η  χώρα έγινε μια παγίδα για το σιδερένιο στρατιώτη. Κυνήγι στο κυνήγι.

        Οι αγωνιστές παράτησαν τα κρεβάτια τους. Κρύβονται από σπίτι σε σπίτι. Αλλάζουν όνομα, αφήνουνε μουστάκι, σαστίζουν τους χαφιέδες, μπαίνουν από τη μια πόρτα και βγαίνουν από την άλλη. Κάτω από στέγες φιλόξενες και προστατευτικές συνωμοτούν. Μέσα σε ανήλιαγα υπόγεια, αθόρυβα, τυπώνουν εφημερίδες, προκηρύξεις. Μαζεύουν χρήματα , όπλα, φτιάχνουν πομπούς, στέλνουν μηνύματα, συνεδριάζουν, αποφασίζουν, δίνουν το σύνθημα και ξάφνου ένα πρωί ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης, χιλιάδες (πόσες χιλιάδες; Το χτεσινό ποτάμι έγινε ρυάκι ορμητικό) τετρακόσιες χιλιάδες, νέοι, νιες , εργάτες, σπουδαστές, μεσόκοποι, νοικοκυραίοι, ανάπηροι, νοσοκόμες, παιδιά με κοντά παντελόνια, κορίτσια με τη σχολική ποδιά, γέροι, γριές, δάσκαλοι, ηθοποιοί, ποιητές, επιστήμονες, βαστάνε σημαίες, υψώνουνν πλακάτ, φωνάζουν: " Έξω οι Βούλγαροι, έξω οι Γερμανοί. Θάνατος στο φασισμό!" Τραγουδάνε: " Χαίρε , ω χαίρε Λευτεριά!" Ποιο θωρακισμένο να σταματήσει τούτον το χείμαρρο; Τα σγουρά κεφάλια φοβερίζουν τα σιδερένια κράνη και η εικοσάχρονη κοπέλα ανοίγει τα στήθια της μπροστά στο τανκ που έρχεται καταπάνω της. Η πάλη είναι άνιση. Ο σιδερένιος στρατιώτης είναι ανήμπορος να σταματήσει το νου και την καρδιά του Έλληνα.

        Κι όταν έρχεται η νύχτα, σύντροφος ακριβός του αγωνιστή, μια φωνή ζώνει τις γειτονιές. Ένα χωνί, φτιαγμένο πρόχειρα από χαρτόνι, μιλάει, μιλάει. Τι το θέλουμε το Λονδίνο; Ανοίγουμε τα παράθυρα, ανοίγουμε τις καρδιές μας ν' ακούσουμε την ελπίδα: 
" Έλληνες, έρχεται η χιλιάκριβη Λευτεριά! Βαράτε τον καταχτητή!" Κι ο καταχτητής τρέμει τη φωνή και πυροβολεί το σκοτάδι. Αχ, πόσο το φοβάται το σκοτάδι ο σιδερένιος στρατιώτης! Εφιάλτης η Ελλάδα τον πλακώνει. Να ξεφύγει, να εξοντώσει τον Έλληνα. Κάνει σχέδια στρατηγικά, στήνει δίχτυα και παραδίχτυα κι ο αγωνιστής του ξεγλιστράει. Η χώρα ολόκληρη τον παγιδεύει. Τα βουνά γέμισαν αντάρτες. βαστάνε τουφέκια, ξεπετάγονται μέσα απ' τα σκοτάδια, ανατινάζουν γέφυρες, ανατινάζουν τρένα που πάνε για τα μέτωπα, ξεσηκώνουν τους χωρικούς, σταματάνε τα φορτωμένα καμιόνια, αρπάζουν όπλα, τρόφιμα, τ' ανεβάζουν στα λημέρια τους. Ανάβουν φωτιές που σκιάζουν το σιδερένιο στρατιώτη. Τι θ' απογίνει; Η λύσσα του αδύνατου σαν παλεύει με το δυνατό ξεσπάει ακόμη πιο άγρια. Σκοτώνει μωρά, ξεκοιλιάζει τις μάνες, καίει τα χωριά , τουφεκίζει τους γέρους, γκρεμίζει τα σπίτια, δεν αφήνει πέτρα πάνω στην πέτρα. Βγάζει από τις φυλακές κι απ' τα στρατόπεδα αγωνιστές και τους τουφεκίζει. Τους κρεμάει απ' τα κλαδιά των δέντρων. Και οι αγωνιστές δεν πεθαίνουν. Οι καρδιές τους χτυπάνε σαν πασχαλινές καμπάνες κι ο Αδόλφος Χίτλερ μένει άγρυπνος, τρελός από την τρομάρα...."

Ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Ζωρζ Σαρή , Όταν ο ήλιος..., Πατάκης , 1994 
( έβδομη έκδοση) 

  Το εξώφυλλο της συγκεκριμένης έκδοσης κοσμεί το χαρακτικό του Α. Τάσσου, Το κορίτσι με τα μικρά δέντρα