Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργατικό κίνημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργατικό κίνημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Κόκκινη Αμερική και Έλληνες μετανάστες

 

Με τον τίτλο " Κόκκινη Αμερική. Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου, 1900 - 1950" κυκλοφόρησε το 2017 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το βιβλίο του ιστορικού Κωστή Καρπόζηλου, ως αποτέλεσμα δεκαετούς έρευνας πάνω στην οποία στηρίχτηκε η διδακτορική του διατριβή .
Όπως αναφέρει ο ίδιος :
" Όταν ξεκινούσα την έρευνα αυτή, πριν από δέκα περίπου χρόνια, βασική μου επιδίωξη ήταν να αναμετρηθώ με τις κυρίαρχες απεικονίσεις της ελληνικής μεταναστευτικής εμπειρίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συνοψίζουν την εμπειρία αυτή σε μια γραμμική και ανεμπόδιστη πορεία κοινωνικής ανέλιξης, που εκτυλίσσεται μέσα σε ένα περίκλειστο πλαίσιο κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού. Στόχος μου, τότε, ήταν η ανάδειξη μιας εναλλακτικής αφήγησης της ελληνοαμερικανικής ιστορίας και η ανασυγκρότηση ενός νήματος που είχε χαθεί μέσα στο χρόνο. Η επιδίωξη αυτή με οδήγησε σε μια εντατική προσπάθεια ανασύνθεσης σκόρπιων θραυσμάτων, προκειμένου να προχωρήσω  σε μια συνεκτική αφήγηση. Η αναζήτηση πληροφοριών, σε διάσπαρτες αρχειακές συλλογές στις ΗΠΑ, την Ελλάδα και αλλού, με υποχρέωσε να βασιστώ σε ετερογενείς πηγές και να εκπαιδευτώ στην τέχνη της ανακάλυψης αυτού που οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι ποτέ δεν υπήρξε. Η λογική της έρευνάς μου υπηρετούσε μια από τις βασικές αρχές της κοινωνικής ιστορίας: να προσπαθήσω  να δώσω φωνή σε εκείνους και εκείνες που είχαν αφήσει λίγα ίχνη παρουσίας τους στο χρόνο."
Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι κεφάλαια. Αρχικά ξεκινάει με τις μεγάλες απεργίες λίγο πριν ξεσπάσει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και διερευνά την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος ανάμεσα στους μετανάστες επικεντρώνοντας  στη μεγάλη  προσδοκία του ξεσπάσματος της επανάστασης στις ΗΠΑ ως επίδραση των γεγονότων που διαδραματίζονταν την εποχή εκείνη στην Ευρώπη. Στη συνέχεια μελετά την ταξισυνειδησία μέσα από την οποία προσπαθεί να ερμηνεύσει τη διάψευση της επαναστατικής προσδοκίας και τη διαμόρφωση της επαναστατικής σκέψης υπό την επίδραση του Αμερικανικού Ονείρου. Ο ιστορικός  αναφέρει ότι ο όρος ταξισυνειδησία " μαρτυρεί τον εξαμερικανισμό της ριζοσπαστικής εμπειρίας: πρόκειται για την ελληνοαμερικανική προσαρμογή του όρου " working - class consciousness" ." Η εποχή της χρηματιστηριακής κρίσης με το μεγάλο οικονομικό κραχ ξαναζωντανεύει την επαναστατική προσδοκία και αναδεικνύει νέες μορφές αλληλεγγύης . Σε αυτές τις νέες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές τοποθετούνται και οι δραστηριότητες της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Την εποχή λίγο πριν την κήρυξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου όσα διαδραματίζονται στις ΗΠΑ δέχονται την επίδραση της ανάδειξης του φασισμού στην Ευρώπη και την γέννηση του αντιφασιστικού κινήματος. Η εξειδίκευση στην ελληνική μεταναστευτική κοινότητα έρχεται με την πολιτική της μεταξικής δικτατορίας στις ΗΠΑ και τον τρόπο με το οποίο η ελληνοαμερικανική Αριστερά διαμορφώνει το αντιφασιστικό και αντιμεταξικό της προφίλ μέσα από μια συνεχή αλληλεπίδραση της ελληνικής και της αμερικανικής ιστορίας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου συγκροτούνται διάφορες ελληνοαμερικανικές επιτροπές οι οποίες φαίνονται να στηρίζουν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ευρώπη. Ο αναγνώστης θα διαβάσει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για την παρουσία του ΕΑΜ στις ΗΠΑ και πώς αντιμετωπίστηκαν τα Δεκεμβριανά από τους αριστερούς Ελληνοαμερικανούς . Εντύπωση και προβληματισμό προκαλεί η ανάδειξη εκείνων των στοιχείων τα οποία προβάλλουν τα σχέδια της αμερικανικής πολιτικής για τον μεταπολεμικό κόσμο " μέσα από τη σύγκλιση του Νιου Ντιλ και της σοσιαλιστικής σχεδιασμένης οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κοινότητες των μεταναστών λειτουργούν ως διπλοί πρεσβευτές του αμερικανισμού στην Ευρώπη  και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στην Αμερική." Όλα αυτά όμως άλλαξαν πολύ γρήγορα και ο Ψυχρός Πόλεμος ήλθε να βάλει τη σφραγίδα του στις εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις καθώς το πολιτικό πλαίσιο ορίστηκε από την πρακτική του αντικομμουνισμού που αποτέλεσε πλέον την κυρίαρχη ιδεολογία στις ΗΠΑ με την οποία ταυτίστηκε ο ελληνικός αντικομμουνισμός. Σύμφωνα με τον ιστορικό - ερευνητή η μελέτη αυτή επιχειρεί να δείξει επιπλέον ότι "ο ελληνοαμερικανικός αντικομμουνισμός διαμορφώθηκε μέσα από την αντιπαράθεση με έναν αρχικά ισχυρό ανταγωνιστικό πόλο, τον οποίο συνιστούσε το ελληνικό και το αμερικανικό κομμουνιστικό κίνημα"
Για το πώς εντάχθηκαν οι Έλληνες μετανάστες στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα στις ΗΠΑ ή σε ποιο βαθμό επηρεάστηκαν  διαβάζουμε και τα παρακάτω στην εισαγωγή του βιβλίου:
" Οι σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές εκδόσεις, οι εφημερίδες και τα περιοδικά, οι μεταναστευτικές οργανώσεις που συνδέονταν με πολιτικούς φορείς της Αμερικανικής Αριστεράς, τα μαχητικά και πολυεθνοτικά εργατικά συνδικάτα συγκροτούν το πλαίσιο του μεταναστευτικού εργατικού ριζοσπαστισμού στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Η χρονική αντοχή και η κοινωνική αναπαραγωγή του φαινομένου υπήρξε αξιοσημείωτη. Από το 1918 έως το 1956, για σχεδόν σαράντα χρόνια, διαδοχικές εφημερίδες ( Η Φωνή του Εργάτου, 1918 -1924· το Εμπρός, 1924 -1939· η Ελευθερία, 1939 -1941· το Ελληνοαμερικανικόν Βήμα 1941 - 1956) εξέφραζαν στα ελληνικά το διανοητικό, κοινωνικό και πολιτικό φορτίο της Αριστεράς. Προφανώς δεν πρόκειται για μια αποκλειστικά ελληνική ιστορία. Η αμερικανική Αριστερά του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα υπήρξε σε μεγάλο βαθμό μεταναστευτική, και μόνο μέσα από τις κοινές μεταναστευτικές εμπειρίες μπορούμε να κατανοήσουμε τη δυναμική των ριζοσπαστικών ιδεών στο εσωτερικό της κάθε κοινότητας.
Παρά ταύτα, η ελληνική περίπτωση έχει το δικό της ενδιαφέρον. Οι μετανάστες από την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία έφταναν στις Ηνωμένες Πολιτείες δίχως, κατά κανόνα, να έχουν έρθει προηγουμένως σε επαφή με σοσιαλιστικές ή και συνδικαλιστικές δραστηριότητες. Υπό την οπτική αυτή διέφεραν, για παράδειγμα, από τους Εβραίους μετανάστες που συχνά προέρχονταν από τα επίκεντρα του σοσιαλισμού της Ανατολικής Ευρώπης ή τους Ιταλούς εργάτες από τον αναπτυγμένο βιομηχανικό Βορρά, οι οποίοι έφερναν μαζί τους την επιρροή των ιδεών της συλλογικής οργάνωσης και διεκδίκησης. Κατά συνέπεια, η μελέτη του ελληνικού μεταναστευτικού ριζοσπαστισμού αναδεικνύει την πολιτικοποίηση στην Αριστερά ως μια διακριτή εκδοχή εξαμερικανισμού, η οποία διαπλεκόταν με την προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν τις νέες πραγματικότητες της βιομηχανικής εργασίας, της εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης και της κοινωνικής τους περιθωριοποίησης. Στη διαδικασία αυτή όμως υπήρχε μια ενδιαφέρουσα περιπλοκή. Ανεξάρτητα από τις διακηρύξεις των ίδιων των ριζοσπαστών, τα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα εξακολουθούσαν να τους συγκινούν, να τους κινητοποιούν, να διαψεύδουν τη βεβαιότητά τους ότι όλα αυτά ανήκαν οριστικά στο παρελθόν. Κατά συνέπεια, η ελληνοαμερικανική Αριστερά μπορεί να λειτουργήσει ως μια παραδειγματική περίπτωση για τις ταλαντεύσεις και μετατοπίσεις της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης. Οι άνθρωποι αυτοί στράφηκαν προς την Αριστερά στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τούτη η επιλογή τους αφορούσε ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο ατένιζαν τον γεωγραφικό τόπο που είχαν αφήσει πίσω τους.
Πέρα όμως από αυτό, η εξέταση της διαδρομής του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού μάς προσφέρει κάτι ακόμα πιο σημαντικό: αναδεικνύει την πολλαπλότητα της μεταναστευτικής εμπειρίας. Προφανώς δεν συνομίλησαν όλοι οι Έλληνες μετανάστες με το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα. Σίγουρα, πολλοί αναζήτησαν  την οργάνωση της καθημερινότητάς τους μέσα από διαφορετικούς δρόμους: τα εθνοτοπικά σωματεία, τις θεσμικές ελληνοαμερικανικές οργανώσεις, την ορθόδοξη εκκλησία, τις πατριωτικές ενώσεις που αναφέρονταν στα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα. Ακόμα και έτσι όμως, η επιρροή της Αριστεράς, άλλοτε μεγαλύτερη και άλλοτε μικρότερη, μας βοηθάει να αντιληφθούμε τους τρόπους διαμόρφωσης των στάσεων αυτών..."
Η διαδρομή των μεταναστών , οι αγώνες τους , γνωστές και κυρίως άγνωστες λεπτομέρειες της ζωής τους και της δουλειάς τους σε συνδυασμό με όσα συνέβαιναν στις ΗΠΑ , στην Ευρώπη, στην Ελλάδα και στον κόσμο ολόκληρο ξετυλίγονται με λεπτομερή αφήγηση που συνοδεύεται από φωτογραφίες και πολύτιμο αρχειακό υλικό. Όλη αυτή η πορεία είναι δεμένη με την ιστορία του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος των ΗΠΑ και ειδικότερα του ΚΚΗΠΑ. 
Θα πρέπει να διαβάσει κανείς όλο το βιβλίο για να μπορέσει να καταλάβει ότι " Για πολλούς μετανάστες, της πρώτης αλλά και της δεύτερης γενιάς, το να είσαι κομμουνιστής ήταν ένας τρόπος να είσαι Αμερικανός. Στις μεταπολεμικές συνθήκες η δυνατότητα  αυτή είχε ακυρωθεί. Για να είσαι Αμερικανός, έπρεπε, πλέον, να είσαι αντικομμουνιστής".
Και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι η οπτικοποίηση όλου αυτού του υλικού στο ντοκιμαντέρ Ταξισυνειδησία: η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού,  το οποίο προβλήθηκε στο 15ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το 2013 σε σκηνοθεσία Κώστα Βάκκα.




Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

Η πτώση και η άνοδος του κ. Γκρόσαπ


 ...Η οικονομική κρίση έμοιαζε με κάποια φυσική καταστροφή, κάτι σαν πλημμύρα, τυφώνα ή θύελλα, που αφάνιζε τα πάντα στο πέρασμά της. Κάπως έτσι αποτυπώθηκε στο μυαλό του κοινού ανθρώπου. Όμως, αντίθετα με τη θύελλα, η κρίση δεν κόπαζε. Συνεχιζόταν χρόνο με το χρόνο, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, έπαιρνε όλο και νέες διαστάσεις, βάθαινε όλο και πιο πολύ, στερούσε δουλειές και στέγη, πετούσε εκατομμύρια αστέγους στους δρόμους· εξαπλώθηκε στη Λατινική Αμερική και στην Ευρώπη, παγίδευσε ολόκληρες χώρες και ηπείρους, την περήφανη Αυτοκρατορία της Μ. Βρετανίας, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Αυστρία, τα Βαλκάνια, ολόκληρη την Αφρική και την Ασία. Η παγκόσμια παραγωγή μειώθηκε κατά 42%, ενώ το παγκόσμιο κατά 65%. Υπήρχαν 50.000.000 άνεργοι σε όλο τον κόσμο.
Όμως, ο Ερυθρός Σταυρός δεν έσπευσε σε βοήθεια όταν χτύπησε η κρίση. Δεν παρουσιάστηκαν οργανισμοί για να φροντίσουν τους αρρώστους και τους πεινασμένους, παρά το γεγονός ότι ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός τους ξεπερνούσε κατά πολύ όσους τραυμάτισε  ή άφησε άστεγους οποιοσδήποτε τυφώνας ή σεισμός. Στην αρχή ο κάθε άνθρωπος βρέθηκε μόνος, σιωπηλός μέσα στο σπίτι του· προσπαθούσε να κρύψει την ανεργία και τη φτώχεια του σα να ήταν κάποια ντροπιαστική αρρώστια. Αντίθετα με τον τυφώνα, οι καταστροφές της οικονομικής κρίσης δεν έγιναν άμεσα αντιληπτές, γιατί δεν κάλυπταν μια ορισμένη περιοχή. Αντίθετα, η κρίση βρισκόταν παντού και για πολύ καιρό δεν παρουσιαζόταν τίποτα το ασυνήθιστο. Πίσω, όμως, από τις κρύες και ανέκφραστες προσόψεις των λαϊκών πολυκατοικιών, των μονοκατοικιών και των διαμερισμάτων, κρυμμένοι από τη δημόσια θέα, άντρες και γυναίκες έδιναν τον αγώνα τους, μόνοι στην αρχή, θεωρώντας την καταστροφή σαν προσωπική τους ευθύνη, ενώ μέσα τους υψωνόταν ένας φοβερός πανικός.
Τέτοια ήταν η περίπτωση του Πίτερ Γκρόσαπ*, ενός ψηλού, λεπτού 55χρονου άντρα, με λευκό, όλο γωνίες πρόσωπο, που δεν του άρεσε να μιλάει πολύ. Είχε δουλέψει ως ειδικευμένος επιπλοποιός επί 26 χρόνια στη βιομηχανία επίπλων "Τόντι" σε μια μεσοδυτική πόλη 300.000 κατοίκων. Μέχρι τη μέρα της απόλυσής του, στη 1.1.1930, αντιμετώπιζε τον εαυτό του και τη ζωή με ήρεμη ικανοποίηση. Αγαπούσε το σπίτι του, για το οποίο χρωστούσε μόνο 1.800 δολάρια από την πρώτη υποθήκη, αγαπούσε τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά του. Η 17χρονη Μέρι φοιτούσε στην Ακαδημία Sacred Heart και ο 19χρονος Τζορτζ τελείωνε τον πρώτο χρόνο στο πανεπιστήμιο της Πολιτείας.
Η καλύτερή του ώρα ήταν όταν καθόταν στην πολυθρόνα του μετά από το δείπνο. Δε μιλούσε πολύ. Άνοιγε την Daily Record και διάβαζε ακούγοντας ταυτόχρονα ραδιόφωνο. Του άρεσε ο Κάμερον στην " Ώρα του Ford". Τα λόγια του είχαν νόημα. Ένας άνθρωπος βγάζει όσα ακριβώς κερδίζει από τη δουλειά του. Στη ζωή δεν παίρνεις τίποτα περισσότερο απ' όσα προσφέρεις. Μετά από τέτοιες σκέψεις έριχνε μια ματιά στη Φάνι στην κουζίνα, που συνήθως φορούσε το γκρι πουλόβερ της. Εκείνη, όταν τελείωνε το πλύσιμο των πιάτων, καθόταν για λίγο δίπλα του στη μικρή δερμάτινη καρέκλα που ταίριαζε με την πολυθρόνα του. Μερικές φορές ο Πίτερ έπιανε τα σκληρά από τις δουλειές χέρια της και τα γύριζε για να δει το απλό δαχτυλίδι, τη βέρα που της είχε χαρίσει 21 χρόνια πριν. Του άρεσε αυτό το δαχτυλίδι.
Έτσι περνούσαν τα βράδια πριν απολυθεί, την Πρωτοχρονιά του 1930. 18 μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1931, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Ο κ. Γκρόσαπ καθόταν στην πολυθρόνα του όλη μέρα κι έφερνε τα γεγονότα στο μυαλό του για να δει που είχε κάνει λάθος. Ίσως αν είχε γίνει ηλεκτρολόγος μηχανικός ή κάποιο άλλο επάγγελμα του μέλλοντος, τα πράγματα να μην έπαιρναν αυτήν την τροπή.
Δεν ήταν και τόσο άσχημα στην αρχή. Κάποτε - κάποτε έβγαινε από το σπίτι ντυμένος με τα καλά του και περπατούσε γρήγορα, στητός και με πολυάσχολο ύφος σα να βιαζόταν να προλάβει κάποιο επαγγελματικό ραντεβού. Πάντοτε, όμως, κατέληγε στο πάρκο.
- Κάτι θα γίνει, έλεγε στη γυναίκα του, το λέει και ο ίδιος ο Πρόεδρος. Όταν απολύθηκε, είχε στη First National Bank 312,62 δολάρια. Ρευστοποίησε κι ένα ασφαλιστήριο 5.000 δολαρίων και πήρε 1.900 δολάρια. Αν δεν υπήρχαν  οι δόσεις της υποθήκης, που ήταν 58,50 δολάρια το μήνα, τα λεφτά θα κρατούσαν περισσότερο.
Με μεγάλη λύπη αποχωρίστηκε το ρολόι του και ακόμα έκανε τη γνώριμη κίνηση για να το αγγίξει. Αυτό τον έκανε να νιώθει ένα αίσθημα κενού, όμοιο με της τσέπης του όταν έβαζε το χέρι για να βρει κάτι που δεν ήταν στη θέση του. Το είχε δώσει μόνο για 15 δολάρια και η Φάνι είχε δώσει τη βέρα της για ακόμα λιγότερα.
- Προσπαθείς να με γελοιοποιήσεις, κι έβαλες ενέχυρο τη βέρα σου;! την ρώτησε. Θες να μου πεις ότι θα ήθελες να είχες παντρευτεί κάποιον άλλον;
Εκείνες τις μέρες γινόταν έξω φρενών με το παραμικρό, όπως όταν τον ρώτησε γιατί δεν πήγαινε βόλτα, και αυτός άρχισε να βρίζει λέγοντας πως δεν μπορούσε να μείνει κάποιος στο σπίτι του χωρίς ν' αρχίσουν να του λένε να φύγει.
Ίσως αν είχε διαλέξει να δουλέψει στο ραδιόφωνο, τα πράγματα να μην έρχονταν έτσι, σκέφτόταν ο κ. Γκρόσαπ ενώ καθόταν στην πολυθρόνα του και κοιτούσε τον απέναντι τοίχο. Άκουγε τη γυναίκα του που πηγαινοερχόταν στην κουζίνα κάνοντας μικρούς θορύβους σαν του ποντικού, σα να φοβόταν μήπως κάποιος δυνατότερος θόρυβος τον ενοχλήσει. Το σπίτι ήταν πολύ ήσυχο. Τα δύο παιδιά είχαν φύγει.
Ο Τζορτζ αναγκάστηκε να παρατήσει το πανεπιστήμιο. Πρώτα πήγε στο Σικάγο, μετά στο Σεν Λιούις και στο Ντάλας ψάχνοντας για δουλειά. Μακάρι η Φάνι να μην ανησυχούσε τόσο πολύ γι' αυτόν. Δε θα έπεφτε δα και από το τρένο. Την τελευταία φορά που είχαν νέα του, βρισκόταν στο Σαν Ντιέγκο, όπου είχε πάει με οτοστόπ από το Ντάλας. Του έλειπε η κόρη του, η Μέρι. Είχε παντρευτεί. Ο κ. Γκρόσαπ δε συμπαθούσε τον άντρα της. Μερικές φορές φοβόταν ότι είχε φύγει από το σπίτι μόνο και μόνο για να διευκολύνει την κατάσταση. Δεν υπήρχαν λεφτά και ο άντρας του σπιτιού καθόταν χωρίς να κάνει τίποτα.
Τους τελευταίους 6 μήνες έρχονταν ειδοποιήσεις από την τράπεζα για τις καθυστερημένες δόσεις της υποθήκης. Μέρα με τη μέρα. Μέρα με τη μέρα. Δεν άφηνε τον εαυτό του ν' αποτελειώσει τη σκέψη. Η Record φυσικά είχε δίκιο όταν έλεγε ότι κανένας άνθρωπος που πήγαινε  μπροστά, κανένας με εφευρετικό και τολμηρό πνεύμα δεν απευθυνόταν στην Πρόνοια.
Η χειρότερη εμπειρία του ήταν όταν πήγε στο Γραφείο Πρόνοιας της Περιφέρειας. Αναγκάστηκε να περιμένει στην ουρά μαζί με μαύρους, αλλοδαπούς και άλλους τόσο κουρελιασμένους, που δεν αποκλείεται να ήταν αλήτες. Εκείνος ήταν φορολογούμενος Αμερικανός πολίτης και δεν πίστευε στις ελεημοσύνες. Ήταν φυσικά μέλος της AFL, αλλά ούτε και σε αυτήν πίστευε. Τέλοσπάντων, ποτέ δε θα πήγαινε εκεί, αν δεν πεινούσε αυτός και η Φάνι.
Προσπάθησε να εξηγήσει στην κοινωνική λειτουργό ότι η δική του περίπτωση ήταν διαφορετική. Δεν ήταν αλήτης. Όταν μπορούσε να σταθεί ξανά στα πόδια του...τότε όμως η υπάλληλος χαμογέλασε κουρασμένα με φιλικό ύφος - που, ωστόσο, φάνηκε κοροϊδευτικό στον κ. Γκρόσαπ - και φώναξε:
- Ο επόμενος!
Ήταν δύσκολο να ζήσουν δύο άνθρωποι με 12 δολάρια το μήνα. Αν δανειζόταν χρήματα για να ξοφλήσει την υποθήκη; Τηλεφώνησε στην τράπεζα. Του είπαν ότι ήταν ήδη αργά. Η υπόθεση βρισκόταν στα δικαστήρια και αναμενόταν η απόφαση.
Η γυναίκα του στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας. Έκανε πως δεν την είδε.
- Πίτερ, του είπε, πρέπει να σου μιλήσω.
Δε γύρισε να την κοιτάξει. Δεν είχαν τίποτα να να πουν.
- Πίτερ, πρέπει να κάνουμε κάτι!
- Να κάνουμε; Νομίζεις ότι κάθομαι γιατί μου αρέσει;
Ένα τρεμούλιασμα φάνηκε στο στόμα της κυρίας Γκρόσαπ.
- Πίτερ, ποτέ δε μου μιλούσες με αυτόν τον τρόπο.
Την κοίταξε. Εκείνη συνέχιζε να τον κοιτάει σταθερά.
- Μιλούσα με την κυρία Φλάερτι δίπλα. Λέει πως, αν πας στο Συμβούλιο Ανέργων στην οδό Σπίερ, δε θα μας κάνουν έξωση.
Ο κ. Γκρόσαπ δοκίμασε ειλικρινή έκπληξη.
- Να πάω σε αυτήν τη φωλιά των κομμουνιστών; Καλύτερα να πεθάνω!
- Η κυρία Φλάερτι είναι μέλος. Πρέπει κάτι να κάνουμε. Ο σερίφης θα έρθει όπου να' ναι.
Μέσα στην έξαψη του, ο κύριος Γκρόσαπ σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και στάθηκε με μεγαλοπρέπεια.
- Η Record λέει ότι αυτοί οι τύποι είναι κομμουνιστές! Μπορεί να μου πάρουν το σπίτι, είπε και η φωνή του έσπασε απότομα, αλλά εγώ δε ζητάω βοήθεια από κομμουνιστές!
Έφτασαν την επόμενη μέρα. Ο κύριος Γκρόσαπ δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ακόμα και όταν τα βαριά τους βήματα αντηχούσαν μέσα στο σπίτι, όταν κατέβασαν τα κρεβάτια κι έβγαλαν τον παλιό καναπέ στο δρόμο, ακόμα και τότε δεν μπορούσε να το πιστέψει. Τον λήστευαν και ήταν μόνος. Δεν υπήρχε κανείς να τον βοηθήσει. Δεν υπήρχε Αστυνομία για να της τηλεφωνήσει, γιατί αυτή η ίδια τον πετούσε στο δρόμο. Ή τουλάχιστον οι βοηθοί του σερίφη.
Η κυρία Γκρόσαπ στεκόταν στην κουζίνα μαζεμένη σε μια γωνιά για να μην εμποδίζει, με πρόσωπο σοβαρό και γερασμένο. Ο κύριος Γκρόσαπ ακολουθούσε τους σερίφηδες σα σκιά μέσα - έξω, πιάνοντας τα έπιπλα που φοβόταν ότι θα πέσουν ή θα γρατσουνιστούν. Έξω στο δρόμο στάθηκε ζαλισμένος δίπλα στην περιουσία του, που κάποτε του έδινε δύναμη και σιγουριά, το ψυγείο, το Outwater Kent, τα κατσαρολικά, η φωτογραφία από το γάμο τους, την κορνιζαρισμένη φωτογραφία του Τζορτζ με την ομάδα του μπέιζμπολ στο Γυμνάσιο, τα κρεβάτια και τα στρώματα όπου κοιμούνταν, τα πιάτα όπου έτρωγαν. Ένας σερίφης εξέταζε προσεκτικά τα καλά σεντόνια της κυρίας Γκρόσαπ. Οι γείτονες στέκονταν γύρω από τον κύριο Γκρόσαπ, αλλά εκείνος δεν ήταν σε θέση να νιώσει τη συμπόνια τους, ούτε και να καταλάβει τι συνέβαινε.
Δύο αστυνομικοί έβγαζαν από την πόρτα την πολυθρόνα του. Την κουβαλούσαν με κόπο και τα βήματά τους δεν ήταν σταθερά, ώσπου ο ένας παραπάτησε και, πριν προλάβει να τρέξει σε βοήθεια ο Γκρόσαπ, η πολυθρόνα σωριάστηκε στα σκαλιά.
- Θεέ μου! φώναξε ο Γκρόσαπ. Δεν μπορείτε να μου το κάνετε αυτό!
Κατάλαβε ότι ο κύριος Φλάερτι τον τραβούσε από το μανίκι και προσπαθούσε κάτι να του πει, αλλά η οργή του ήταν τόσο έντονη, που δεν του απάντησε. Οι αστυνομικοί στέκονταν τώρα στη βεράντα και κοιτούσαν μια ομάδα από άντρες και γυναίκες που πλησίαζε. Ένας ψηλός μαύρος, προφανώς ο επικεφαλής, στεκόταν δίπλα στον κύριο Φλάερτι.
- Μα το Θεό! φώναξε ξανά ο κύριος Γκρόσαπ προσπαθώντας να ορθώσει την πολυθρόνα και να βάλει στη θέση του το μεγάλο δερμάτινο μαξιλάρι της: Δεν μπορείτε να μεταχειρίζεστε την περιουσία του άλλου με αυτόν τον τρόπο!
Κοίταξε γύρω του. Το πρόσωπό του έκανε σπασμούς. Ο κύριος Φλάερτι του  είπε:
- Είμαστε από το Συμβούλιο Ανέργων. Θέλουμε να βοηθήσουμε.
- Λοιπόν, μα το Θεό, αν θέλετε να βοηθήσετε, τότε κάντε κάτι!
Ο ψηλός μαύρος κοίταξε για μια στιγμή τους 5 αστυνομικούς στη βεράντα και μετά την ομάδα των 30 ανέργων.
- Πηγαίνετέ τα πίσω, είπε.
Στο λεπτό, μπροστά στα μάτια του κυρίου Γκρόσαπ, όλη η πολύτιμη περιουσία, η πολυθρόνα του, ακόμα και το μεγάλο ψυγείο, οι σανίδες του κρεβατιού, οι φωτογραφίες, τα πάντα, επέστρεφαν στο σπίτι. Οι γείτονες άρπαξαν κι εκείνοι κατασρολικά και στρώματα και, παραπατώντας, γελώντας δυνατά και φωνάζοντας με ενθουσιασμο, ανέβαιναν στη βεράντα κι έμπαιναν μέσα στο σπίτι. Πήγε να γίνει μια μικροσυμπλοκή με τους αστυνομικούς, αλλά με τη βοήθεια όλο και περισσότερων γειτόνων το εμπόδιο αυτό παρακάμφθηκε.
Ο κύριος Γκρόσαπ δεν κατάλαβε ποτέ πώς έγιναν όλ' αυτά. Ήταν σαν ένα όμορφο όνειρο. Είχε ξανά το σπίτι του. Είχε δύναμη. Είχε φίλους. Η πολυθρόνα του ήταν στη θέση της. Η γυναίκα του ξαφνικά ξανάνιωσε. Έφτασαν αστυνομικές ενισχύσεις, αλλά έφυγαν μόλις αντίκρισαν το πολυάριθμο πλήθος έξω από το σπίτι. Κάποιος στην κουζίνα έφτιαχνε καφέ και σάντουιτς.
Ήταν σα γιορτή. Όλοι φώναζαν και γελούσαν. Ο κύριος Γκρόσαπ έσφιξε τα χέρια τουλάχιστον 25 αντρών που δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Ο μαύρος ηγέτης των ανέργων, ο Χιου Χέντερσον, μ' ένα σάντουιτς στο χέρι, έβγαλε λόγο στην μπροστινή βεράντα.
Σε λίγο ο κύριος Γκρόσαπ συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να βγάζει και αυτός λόγο.
- Μετά από μια ζωή σκληρής δουλειάς, είπε, να σου παίρνουν το σπίτι! Δεν είναι σωστό. Έβγαλαν την πολυθρόνα μου, τα πάντα, στο δρόμο. Δούλεψα σκληρά σε όλη μου τη ζωή. Δεν είναι σωστό.
Όλοι επιδοκίμασαν με φωνές. Μερικοί έφυγαν, αλλά οι περισσότεροι βρίσκονταν μέσα στο σπίτι.
- Θα μείνουμε για λίγο , είπε ο κύριος Χέντερσον, για να σιγουρευτούμε ότι δε θα ξανάρθει η Αστυνομία.
Η μεγάλη ένταση, η αδυσώπητη μοναξιά εγκατέλειπαν σιγά - σιγά τον κύριο Γκρόσαπ. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο δυστυχισμένος ήταν. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να κατορθώσει τίποτα μόνος του. Δεν ήξερε πόσοι άνθρωποι περνούσαν τα ίδια βάσανα με τα δικά του.
Κάτι είχε αλλάξει μέσα του. Ένιωθε πως είχε βγει από τη φυλακή του απομονωμένου εαυτού του. Τώρα πια δεν καθόταν στο σπίτι όλη μέρα. Έρχονταν στιγμές, στις πικετοφορίες ή όταν μαχόταν με την Αστυνομία καθώς βοηθούσε να μεταφερθούν μέσα τα έπιπλα κάποιου άλλου, που παραξενευόταν για το πόσο κλειστός άνθρωπος υπήρξε κάποτε. Και δεν ήταν, φυσικά, διασκεδαστικό. Αναπτυσσόταν μέσα από τις αντιξοότητες και το ίδιο έκανε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας.

*Αυτή η ιστορία βασίζεται σε αληθινή συνέντευξη. Για ευνόητους λόγους δε δίνεται το όνομα της πόλης ή η ακριβής θέση της. 


 Ρίτσαρντ Ο. Μπόγιερ και Χέρμπερτ Μ. Μορέ, Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ. Από τον Εμφύλιο μέχρι το μακαρθισμό. Σύγχρονη Εποχή , Αθήνα 2020,  μετάφραση Αθηνά Παναγοπούλου.

Ένα εξαιρετικό και πολύ ενδιαφέρον βιβλίο , γραμμένο με γλαφυρό τρόπο προσελκύει τον αναγνώστη από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα, και δεν είναι  λίγες οι σελίδες. Οι συγγραφείς παρουσιάζουν άγνωστα ιστορικά γεγονότα , πρόσωπα του συνδικαλιστικού κινήματος, απλούς και καθημερινούς ανθρώπους όχι μόνο στον αγώνα της επιβίωσης, αλλά στον αγώνα μιας καλύτερης ζωής , μιας καλύτερης Αμερικής, βασισμένοι  σε μια πολύ πλούσια βιβλιογραφία και πλήθος πηγών και μαρτυριών. 
Όπως σημειώνουν και οι ίδιοι στην εισαγωγή:
 " Η ιστορία της εργατικής τάξης της χώρας μας ακόμη δεν έχει ειπωθεί. Σε μεγάλο βαθμό είναι απούσα από τα διδακτικά εγχειρίδια και τη συμβατική ιστορία. Είναι κάτι παραπάνω από μια απαρίθμηση απεργιών, χαφιέδων και σκευωριών, οργάνωσης και οικοδόμησης συνδικάτων, αντρών και γυναικών που πέθαναν για μια καλύτερη ζωή σε μια καλύτερη Αμερική. Η αξία αυτού του βιβλίου, εκτός από το ότι ολοκληρώνεται μέσα σ' έναν τόμο, βρίσκεται στο ότι δεν περιορίζεται σ' ένα μόνο τομέα, αλλά μπαίνει στην καρδιά της ιστορίας του αμερικάνικου λαού. Από μια άποψη, το βιβλίο δεν είναι ή ιστορία της εργατικής τάξης μόνο, αλλά και η ιστορία του αμερικανικού λαού ιδωμένη από τη σκοπιά της εργατικής τάξης. Ακόμα, είναι η ιστορία του αμερικανικού μονοπωλίου: Δείχνει πώς η εξέλιξη του συνδικαλιστικού κινήματος αναπτύχθηκε ως μέρος της πάλης του αμερικανικού λαού ενάντια στην τυραννία των μονοπωλίων. Το μεγάλο άλμα προς το βιομηχανικό συνδικαλισμό ήταν η απάντηση στα τραστ και στον έλεγχο που ασκούσαν οι μεγάλες βιομηχανικές αυτοκρατορίες. Η εργατική τάξη γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα από την πάλη της με τα μονοπώλια...
Σε αυτό το βιβλίο περιέχεται η ιστορία των ανώνυμων αντρών και γυναικών που αποτέλεσαν την καρδιά του εργατικού κινήματος. Μεταφέρει την πάλη τους και στη σύγχρονη εποχή της κυριαρχίας των μεγάλων επιχειρήσεων"

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Μάης ( Ματωμένος Μάης του '36)

Οι ημέρες του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη και τα γεγονότα που οδήγησαν στις αιματηρές συγκρούσεις των καπνεργατών με τον στρατό, περιγράφονται σ’ αυτήν την ταινία με γλαφυρό τρόπο. Πρωταγωνιστεί ο λαός, και η αφήγηση δεν επιμένει στη δραματικότητα ή στις υπερβολές. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο η χώρα οδηγήθηκε, μέσα από συγκεκριμένο σχέδιο, στη δικτατορία του Μεταξά, στις 4 Αυγούστου του 1936.
Σκηνοθεσία: Τάσος Ψαράς ( 1976)

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Για την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ τον Νοέμβριο του 1918 στον Πειραιά

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Με αφορμή τον γιορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς σε λίγες μέρες, ένα απόσπασμα από την εξαιρετική μελέτη του Αναστάση Ι. Γκίκα «Ρήξη και ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936)». Το κείμενο είναι από το εισαγωγικό μέρος του βιβλίου και αναφέρεται στην ιστοριογραφία τη σχετική με το ελληνικό εργατικό κίνημα. Θέμα όχι  ιδιαίτερα αναπτυγμένο ούτε και ευρύτερα γνωστό, αλλά πολύ σημαντικό που βοηθάει στην κατανόηση και των γενικότερων ιστορικών φαινομένων και το ρόλο τους στο μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας.


Γύρω από την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Όπως επανειλημμένα έχει ειπωθεί από πολλούς μελετητές στο παρελθόν, η παραγωγή ιστορικής γνώσης γύρω από το εργατικό κίνημα (στη μεσοπολεμική Ελλάδα, αλλά και γενικότερα) είναι είτε «σχεδόν ανύπαρκτη» είτε βρίσκεται ακόμη «σε εμβρυακό στάδιο». Αποτελεί, με άλλα λόγια, μια σχετικά «παραμελημένη ενότητα στην ιστοριογραφία της σύγχρονης Ελλάδας».
Ορισμένοι εντοπίζουν τις ρίζες του προβλήματος στο ότι «το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς δεν ενσωματώθηκε στην ελληνική κοινωνία. Μένοντας στο περιθώριο και μην έχοντας τη δυνατότητα να εκφραστεί με τρόπο βίαιο, με συνέπεια τη συνεχή κρατική παρέμβαση για την αναχαίτισή του. Αυτές οι αντιδράσεις και αυτή η μεταχείριση είχαν σαν αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή η «ύλη» σαν κατ’ εξοχήν εκρηκτική και σαν μη ενδεδειγμένο αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας στην Ελλάδα».  Το πρόβλημα, όμως, της ενσωμάτωσης δεν έχει να κάνει με την «ελληνική κοινωνία» γενικά και αόριστα, αλλά πολύ συγκεκριμένα με το αστικό κράτος και την αστική νομιμότητα.
Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα δεν έδρασε στο περιθώριο αλλά στο επίκεντρο των ιστορικών εξελίξεων. Βεβαίως δεν υπήρξε ενιαίο: Υπήρξε ο κρατικά ενσωματωμένος και ο ταξικά προσανατολισμένος συνδικαλισμός, «δύο γραμμές σε διαρκή αντιπαράθεση» όπως πολύ εύστοχα υπογράμμισε ο Γ. Μαυρίκος σε σχετική μελέτη […].
Στο σημείο, ωστόσο, στο οποίο συμφωνούμε εν μέρει με την παραπάνω διατυπωθείσα θέση είναι ότι όντως, λόγω της μη ενσωμάτωσής του στο αστικό καθεστώς και ακριβώς εξ αιτίας της ταύτισής του με ένα συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό χώρο – δύναμη (δηλαδή το ΚΚΕ ), το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα αποτέλεσε διαχρονικά «εκρηκτική ύλη» για το   ελληνικό ακαδημαϊκό κατεστημένο.
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και αντικειμενικές δυσκολίες στην ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού κινήματος, που εντοπίζονται κυρίως στην έλλειψη αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων και γενικότερα πρωτογενών πηγών για την περίοδο και το θέμα που μας ενδιαφέρει.[…]
Μέσα από μια στοιχειώδη επισκόπηση της υπάρχουσας εργατικής – κομμουνιστικής ιστοριογραφίας, μπορούμε να εντοπίσουμε μια σειρά αντιλήψεις  και απόψεις γύρω από τους παράγοντες που καθόρισαν ή επηρέασαν καταλυτικά: α) Την οργάνωση (τους λόγους ένταξης σε συλλογικά – οργανωμένα σχήματα πάλης, τις μορφές οργάνωσης κ.λ.π), β) τον ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό και, κατά προέκταση, γ) τις τακτικές επιλογές του ελληνικού εργατικού κινήματος στα πρώτα του βήματα. Ορισμένες εξ αυτών έχουν πλέον επικρατήσει ως ευρύτερα αποκρυσταλλωμένες παραδοχές που, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αναπαράγονται από το σύνολο της σχετικής βιβλιογραφίας. Η εισαγωγή αυτή θα αποτελέσει το εφαλτήριο για μια εν συνεχεία διαφορετική και, ελπίζουμε, εποικοδομητική προσέγγιση στη μελέτη του κινήματος της εργατικής τάξης.
Οι πρώτες προσπάθειες καταγραφής της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος από μαρξιστική σκοπιά (όπως του Γ. Κορδάτου ή του Α. Μπεναρόγια) αποτελούν χρήσιμες βιβλιογραφικές πηγές για το μελετητή – ιστορικό, παρά τις όποιες ελλείψεις ή αδυναμίες. Η μαρξιστική μέθοδος έχει κατηγορηθεί συχνά από πολλούς ως αναλυτικά προβληματική, δογματική και στείρα` πως δήθεν περιορίζει περιγραφικά το κίνημα της εργατικής τάξης  ως μια απλή «παρενέργεια» της ανόδου ή παρακμής της υλικής κατάστασης των εργαζομένων. Πρόκειται για μια διαστρέβλωση της μαρξιστικής μεθόδου  που προκύπτει είτε ως προϊόν πολεμικής (στο πλαίσιο της πάλης των ιδεών που είναι σύμφυτη της ταξικής πάλης) είτε λόγω άγνοιας των έργων των «κλασικών» – τουλάχιστον – του μαρξισμού (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν) είτε ως αποτέλεσμα μιας άκριτης αναπαραγωγής συγκεκριμένων στερεότυπων που έχουν καθιερωθεί  στην αστική ακαδημαϊκή σκέψη. Στοιχεία αυτής της πολεμικής μπορεί ενδεχομένως να «πατούν» σε πραγματικές αδυναμίες μαρξιστών ιστορικών που είναι μεν υπαρκτές (αν και πολλές φορές υπερβάλλονται), δεν μπορούν όμως να ανάγονται αυθαίρετα σε «αδυναμίες» του μαρξισμού γενικά.
Ο ιστορικός υλισμός δεν αποτελεί κάποια μηχανιστική, στατική ή οικονομική μέθοδο ανάλυσης. Ούτε ένα προκατασκευασμένο σχήμα, μια συλλογή «αόριστων» ‘η «αφηρημένων» διατυπώσεων. Τουναντίον, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ζωντανή, δημιουργική και διαρκώς αναπτυσσόμενη θεωρία που αντιμετωπίζει την ιστορία ως επιστήμη.
Εξετάζει την ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας στην κίνησή της και όχι φωτογραφικά ως στιγμιαίες αποτυπώσεις του παρελθόντος. Αναζητά τους δεσμούς που συνδέουν τις επιμέρους πτυχές της κοινωνικής ζωής, που διατρέχουν τη φαινομενικά χαοτική εναλλαγή των ιστορικών γεγονότων. Μελετά τη φύση και το χαρακτήρα αυτών των δεσμών. Προχωράει πέρα από την καθιερωμένη προσέγγιση της ιστορίας ως μιας απλής απαρίθμησης γεγονότων, ημερομηνιών και προσώπων (κατά κύριο λόγο ηγετικών). Ο ιστορικός υλισμός διεισδύει στην ουσία των φαινομένων αναζητώντας τα γενεσιουργά τους αίτια, τους νόμους που διέπουν την εσωτερική τους λειτουργία, τις αντιθέσεις που περικλείουν, τις συνθέσεις που προκύπτουν κ.λ.π. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται το στοιχείο της ταξικής πάλης και οι κοινωνικές δυνάμεις που πρωταγωνιστούν σε αυτή.

Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
                                           
Σχετικά με την υπόλοιπη ιστοριογραφία: Συχνά συναντάμε την τάση η εργατική τάξη να ταυτίζεται συνολικά με ένα μικρότερο αριθμητικά, αλλά περισσότερο οργανωμένο τμήμα της. Αντίστοιχα, οι αναφορές στο εργατικό κίνημα περιορίζονται συνήθως στους ηγετικούς εκπροσώπους – φορείς του. Ωστόσο, μια προσέγγιση που ξεκινά με αφετηρία τις ανώτερες βαθμίδες των οργανωτικών εκφράσεων και δομών του εργατικού κινήματος (και που σπανίως εκτείνεται παραπέρα) δε δύναται να καλύψει αναλυτικά ή να καταλήξει σε σύνθεση του συνόλου των διεργασιών και των ζυμώσεων που χαρακτήρισαν το κίνημα, που έθεσαν τους όρους και τα όρια της πολιτικής του συμπεριφοράς ή της κοινωνικής του συνείδησης σε επίπεδο βάσης. Μερίδα της βιβλιογραφίας περιστρέφεται γύρω από μια κατά βάση «ανθρωπολογική» αντίληψη της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης στην Ελλάδα. Στις αναλύσεις αυτές, κεντρικό ρόλο στον καθορισμό των πολιτικών πεποιθήσεων των εργαζομένων παίζουν, π.χ. οι δεσμοί οικογένειας και καταγωγής, οι πελατειακές σχέσεις, η δήθεν ιδιαίτερη «φύση» ή «ψυχοσύνθεση» του Έλληνα κ.α. Η ένταξη και συμμετοχή σε συλλογικές δραστηριότητες αντιμετωπίζεται ως το προϊόν στενά ατομικών – συμφεροντολογικών κριτηρίων, τα οποία ορίζονται  στο πλαίσιο οριζόντιων ή κάθετων μηχανισμών ενσωμάτωσης.
Με το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται στα στοιχεία της χειραγώγησης και του ελέγχου, οι ιστοριογραφικές αυτές προσεγγίσεις τείνουν να επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στον «επίσημο» συνδικαλισμό, εκείνο δηλαδή που απολάμβανε της έγκρισης κράτους και κεφαλαίου.
Ωστόσο, ήταν ο «ανεπίσημος» συνδικαλισμός, εκείνος που «ακροβατούσε» στα όρια της παρανομίας (ή καλύτερα στα όρια της αστικής νομιμότητας τα οποία συχνά ξεπερνούσε), ο οποίος κατάφερε στην πορεία να αναπτύξει σημαντικό, αυτόνομο από την αστική πολιτική, πλαίσιο θεωρίας και πράξης. Επεξηγηματικά μοντέλα που εξετάζουν το εργατικό κίνημα από τη σκοπιά των «επίσημων» εκπροσώπων του δε διαθέτουν τα αναλυτικά εργαλεία που απαιτούνται για την επεξήγηση κινημάτων τα οποία δραστηριοποιήθηκαν μακριά και έξω από τα επίσημα κανάλια και τις δομές της εξουσίας. Ακολούθως, το κίνημα της εργατικής τάξης, που πρόβαλλε αντίσταση και στον ένα ή τον άλλο βαθμό αμφισβήτησε την ηγεμονία του κυρίαρχου κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος, αντιμετωπίζεται πολλάκις ως δευτερεύον, περιθωριακό, ακόμη και ως μη υπαρκτό.
Πολλοί ισχυρίστηκαν ότι, μέσα από την ενσωμάτωση του στον κρατικό μηχανισμό, την οικονομική του εξάρτηση και τη χειραγώγηση της ηγεσίας του, το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα μετατράπηκε ουσιαστικά σε προέκταση της κρατικής γραφειοκρατίας, συμβάλλοντας σημαντικά στη διατήρηση του status quo είτε άμεσα (μέσω της υιοθέτησης και προώθησης της άρχουσας πολιτικής) είτε έμμεσα (αμβλύνοντας τις διαχωριστικές γραμμές μέσα στο κίνημα). Γι’ αυτό και η ενσωμάτωση προβάλλεται κατά κανόνα ως ο βασικός παράγοντας πίσω από τη δήθεν «αποτυχία» των Ελλήνων εργαζομένων να οργανώσουν τα συμφέροντά τους ως τάξη αδέσμευτα και ανεξάρτητα από πελατειακά, κομματικά δίκτυα (αστικών κομμάτων εξουσίας) και κυβερνητικές πολιτικές.
Ωστόσο, για ακόμη μια φορά, η διαπίστωση αυτή δεν αφορά το σύνολο του εργατικού κινήματος, αλλά ένα συγκεκριμένο κομμάτι του, αυτό του «επίσημου» συνδικαλισμού.
Το εργατικό κίνημα εμφανίζεται λίγο – πολύ ως μια στιγμιαία εκδήλωση αυθορμητισμού, ως μια προσωρινή σύμπτωση επιμέρους ατομικών συμφερόντων και όχι ως συνειδητή επιλογή για συλλογική δράση στη βάση της ταξικής συνειδητοποίησης. Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται γενικά (και αταξικά) ως «πολίτες» με ατομικά συμφέροντα και ανησυχίες. Όχι ως μέλη μιας συγκεκριμένης τάξης με συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα και αντίστοιχους προβληματισμούς. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, ο περιβόητος «ατομισμός» του Έλληνα εργαζόμενου, θεσμοθετημένος ή όχι, τον «απέτρεψε» από το να συγκροτήσει ταξικούς φορείς διεκδίκησης, να διαμορφώσει ταξική συνείδηση ή να αναπτύξει ταξικούς δεσμούς αλληλεγγύης με τους συναδέλφους του.
Συχνά, προς «απόδειξη» του βαθμού ενσωμάτωσης του ελληνικού εργατικού κινήματος παρατίθενται γεγονότα και αριθμοί, όπως, π.χ. το «πέρασμα» της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (ΓΣΕΕ) στα χέρια των ρεφορμιστών συνδικαλιστών την περίοδο 1926 – 1927, τα χαμηλά ποσοστά των οργανωμένων εργατών στα σωματεία, η μικρή αριθμητική δύναμη του Κομμουνιστικού Κόμματος κ.α.[…]
Αναμφισβήτητα, η εξέταση των μεθόδων ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στην αστική πολιτική αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα όμως, δε γίνεται να αγνοούνται οι παράγοντες που συνηγόρησαν στη ριζοσπαστικοποίησή της. Δεν είναι λίγες οι φορές όπου οι όροι και οι προοπτικές διαμόρφωσης μιας ταξικής πολιτικής από τη μεριά της εργατικής τάξης υποτιμώνται, περιθωριοποιούνται ή αποσιωπώνται παντελώς.
Επίσης, η βιβλιογραφία που επικεντρώνεται στον παράγοντα ενσωμάτωση αποτυγχάνει στην πλειοψηφία της να αναδείξει (σκοπίμως;) πτυχές της που έχουν να κάνουν με την αστική βία, με τη συγκρότηση και ευρεία χρήση κατασταλτικών μηχανισμών όπως η αστυνομία, τα Σώματα Ασφαλείας ή ο στρατός, με στόχο τη συστηματική δίωξη και καταπίεση των ριζοσπαστικών τμημάτων της εργατικής τάξης. Η καταστολή έλαβε πολλές μορφές. Εκφράστηκε, π.χ., με άμεσες ή έμμεσες παρεμβάσεις στην οργάνωση και λειτουργία των εργατικών ενώσεων. Με αλλοίωση των αντιπροσωπευτικών οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος. Με συλλήψεις και εκτοπίσεις εργατών ή συνδικαλιστών που ανήκαν ή δραστηριοποιούνταν στα ταξικά συνδικάτα, που ήταν μέλη ή απλά πρόσκειντο στο ΚΚΕ. Με τη φανερή ή κρυφή παρακολούθηση των συνελεύσεων των σωματείων, των εργατικών κέντρων κ.λ.π. Πρόκειται για στοιχεία που συνοδεύουν την ιστορική πορεία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας μας εν πολλοίς και μέχρι σήμερα. Πρέπει, επομένως, να συνυπολογίζονται σε κάθε σχετική έρευνα.
Όπου και όποτε συναντάμε αναφορά στην κρατική παρεμβατικότητα, περιορίζεται συνήθως στον έλεγχο διαφόρων σωματείων και εργατικών στελεχών μέσω των πελατειακών σχέσεων και δικτύων. Παράλληλα, μια σειρά οργανισμοί που συστάθηκαν με πρωτοβουλία των Αρχών, όπως για παράδειγμα η Εργατική Εστία, η Επιθεώρηση Εργασίας κ.α. αγνοούνται εν πολλοίς ως προς το ρόλο που διαδραμάτισαν στην οικονομική και διοικητική ενσωμάτωση του συνδικαλιστικού κινήματος.
Η αυτόματη σύνδεση αιτίας και αποτελέσματος, που συχνά επιχειρείται ή λαμβάνεται ως δεδομένη μεταξύ της ύφεσης ή της σχετικής σταθεροποίησης της οικονομίας (ντόπιας και διεθνούς) από τη μια και της τάσης ριζοσπαστικοποίησης ή συντηρητικοποίησης της εργατικής τάξης από την άλλη αντίστοιχα, αποτελεί μια μάλλον υπεραπλουστευμένη, μηχανιστική προσέγγιση του όλου ζητήματος. Και όμως, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αρκούνται στην υιοθέτηση μιας υποθετικής φόρμουλας του τύπου «οικονομική κρίση + εργατική τάξη = κομμουνισμός» ως βάσης για την παραπέρα ανάπτυξη της προβληματικής τους. Τέτοιες υποθέσεις δεν επιτρέπουν την εμβάθυνση στην ουσία των διεργασιών που συντέλεσαν στις όποιες ιδεολογικοπολιτικές μετατοπίσεις στις γραμμές του εργατικού κινήματος.
Πολλές έρευνες επικεντρώνονται υπερβολικά στη μελέτη δομών και θεσμών, σε πρόσωπα – κλειδιά ή ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξουσία (ή που διεκδικούν έστω ορισμένο μερίδιο και ρόλο στη διαχείρισή της.) Κατά συνέπεια εκτοπίζουν από το ιστορικό προσκήνιο το λαϊκό παράγοντα. Υποβαθμίζουν ή διαγράφουν εντελώς τις ανερχόμενες κοινωνικές δυνάμεις ως ιστορικά υποκείμενα. Θέτουν εκτός «εικόνας» τις συνθήκες εκείνες υπό τις οποίες οι εργαζόμενοι οδηγήθηκαν – ατομικά ή συλλογικά – στη συνειδητοποίηση της δύναμής τους, θέτοντας προοδευτικά ζητήματα ανατροπής της κυρίαρχης εξουσίας και μετασχηματισμού της κοινωνίας.
Μηδαμινή αναφορά γίνεται συνήθως στην εμπειρία της παραγωγικής διαδικασίας, στις ζυμώσεις που έλαβαν χώρα εκεί όπου οι εργάτες ζούσαν και εργάζονταν, ως συστατικά στοιχεία μιας αναδυόμενης ταξικής ταυτότητας. Ως «πρώτες ύλες» στη δημιουργία δεσμών αλληλεγγύης στις γραμμές της εργατικής τάξης. Πρόκειται για παράγοντες που συνέδραμαν σημαντικά στη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης και συμπεριφοράς των εργαζομένων, που σημάδεψαν τις διεργασίες στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, καθώς αυτό προσπαθούσε να αυτοπροσδιοριστεί ως τάξη και ως πολιτικό υποκείμενο.
Τέλος, για λόγους που έχουν να κάνουν με τις ιδεολογικοπολιτικές παρακαταθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας και του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου», δηλαδή με την εξέλιξη της ταξικής πάλης στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, ο αντικομμουνισμός – άλλοτε χυδαίος, άλλοτε πιο «εκλεπτυσμένος» – υπήρξε αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της σχετικής βιβλιοπαραγωγής. Η προσπάθεια δαιμονοποίησης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στην αστική ιστοριογραφία δεν αποτελεί, βεβαίως, έκπληξη. Σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης, η αντιπαράθεση στο επίπεδο των ιδεών λαμβάνει σαφώς μεγαλύτερες διαστάσεις.
Σε γενικές γραμμές, η κρατούσα ιστοριογραφία α) περιορίστηκε σε μια απλή αναπαραγωγή («επιβεβαίωση») μιας σειράς προκατασκευασμένων συμπερασμάτων που βρίσκονταν σε απόλυτη σύμπνοια με την κυρίαρχη εκδοχή του παρελθόντος, β) στάθηκε μεροληπτικά ενάντια στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, αντιμετωπίζοντάς το ως «περιθωριακό» ή «ακραίο», προϊόν της «μιζέριας» ή της «άγνοιας» της εργατικής τάξης κ.λ.π., γ) διαστρέβλωσε το χαρακτήρα, τη δράση και τους σκοπούς του, δ) άντλησε μονομερώς τις πηγές της, μην αξιολογώντας την ταξική προέλευση ή σκοπιμότητα της εκάστοτε πληροφορίας, απαξιώνοντας τις αναλύσεις , τη γραπτή και προφορική παράδοση της «άλλης πλευράς».
Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι αστοί ιστοριογράφοι που έφτασαν στο σημείο να αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη ενός ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Επομένως, ο μελετητής ιστορικός – ιδιαίτερα της πολιτικής ιστορίας ή της ιστορίας του εργατικού κινήματος – δεν πρέπει να λησμονά το γεγονός ότι η παραγωγή γνώσης αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν των κοινωνικοπολιτικών αντιθέσεων και συγκρούσεων της εποχής όπου συντελείται. (σελ. 21 – 30)

gikas3 
Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936). Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Καταστολή. Η ιστοριογραφικά " αθέατη " πλευρά της αστικής δημοκρατίας

Δίπλα στα κάθε λογής μέτρα και μεθοδεύσεις που επιστρατεύτηκαν για την ενσωμάτωση του εργατικού - σοσιαλιστικού κινήματος υπήρξε, βέβαια, η καταστολή. Οι μορφές που έλαβε ποικίλαν. Οι δε ρίζες της χρονολογούνται πολύ πριν την ίδρυση της ΓΣΕΕ και του ΚΚΕ, από την πρώτη στιγμή που οι εργάτες άρχισαν να διεκδικούν και οι σοσιαλιστικές ιδέες να έχουν απήχηση.
 Εργάτες μεταλλωρύχοι στο χώρο δουλιάς τους, στις αρχές του περασμένου αιώνα
Η νεαρή εργατική τάξη της Ελλάδας δεν άργησε να βρεθεί αντιμέτωπη με τα όπλα. Γεγονός που στην απεργία, π.χ., των μεταλλωρύχων της Σερίφου το 1916 είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία τεσσάρων εργατών. Δύο χρόνια πριν, οι συνδικαλιστές Μπεναρόγια και Γιονάς θα γίνονταν οι πρώτοι πολιτικοί εξόριστοι στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Βάσει του Νόμου ΤΟΔ/ 1871 " Περί καταδιώξεως της ληστείας ", που το 1913 επεκτάθηκε ώστε να συμπεριλάβει την εκτόπιση κάθε ατόμου που κρινόταν ένοχο για διατάραξη της δημόσιας ασφάλειας ( Ν. 121/1913), οι δύο σοσιαλιστές - στελέχη της Φεντερασιόν συνελήφθησαν το 1914 στη Θεσσαλονίκη και εξορίστηκαν στη Νάξο, επειδή μετείχαν στην οργάνωση της απεργίας των καπνεργατών. Τον Ιούλη του 1919 οι τέσσερις σοσιαλιστές που είχαν εκλεγεί στη διοίκηση της ΓΣΕΕ από το Ιδρυτικό της Συνέδριο εκτοπίστηκαν στη Φολέγανδρο, πυροδοτώντας την πρώτη πανελλαδική πολιτική απεργία.
Τον Οκτώβρη του 1919, η κυβέρνηση Βενιζέλου παρέπεμψε τους απεργούς μυλεργάτες στο στρατοδικείο. Η επόμενη ( του Δ. Γούναρη) θα χρησισμοποιήσει εναντίον των απεργών σιδηροδρομικών το μέτρο της επιστράτευσης ( 14. 3. 1921). 38 εξ αυτών καταδικάστηκαν σε καταναγκαστικά έργα, ενώ 580 στάλθηκαν στο μικρασιατικό μέτωπο. Η επιστράτευση εφαρμόστηκε ξανά στις 11.6. 1924 στην απεργία των ναυτεργατών.
Το 1924, η κυβέρνηση του Α. Παπαναστασίου ( του " πατέρα της Δημοκρατίας" ) ψήφισε το νομοθετικό διάταγμα " Περί συστάσεως εν εκάστω Νομώ Επιτροπών επί της Δημοσίας Ασφαλείας", το οποίο τροποποιήθηκε το 1926 επί δικτατορίας Θ. Πάγκαλου για να εφαρμοστεί κατά του ΚΚΕ. Ο νόμος προέβλεπε τη σύσταση επιτροπών ασφαλείας σε όλους τους νομούς της χώρας, αποτελούμενων από τον εκάστοτε Νομάρχη, Εισαγγελέα και Διοικητή της Χωροφυλακής. Οι επιτροπές αυτές είχαν το δικαίωμα, κατόπιν πρότασης των αστυνομικών Αρχών, να προβαίνουν στην εκτόπιση κάθε υπόπτου που θεωρούνταν απειλή " δια το κράτος και την κοινωνίαν", δίχως να έχει προηγηθεί απαραιτήτως κάποια δικαστική απόφαση ή να έχει διαπραχθεί αναγκαστικά κάποια νομική παράβαση. Η υποψία και μόνο ήταν αρκετή. Το μέτρο της " προληπτικής " εκτόπισης θα ενεργοποιηθεί και πάλι επί πρωθυπουργίας Βενιζέλου τον Ιούλη του 1931 ( Ν. 5174/ 1931).
 Μεγάλη εργατική απεργία στον Πειραιά τη δεκαετία του 1920
 Ανάμεσα στα νησιά που έγιναν τόποι εξορίας και μαρτυρίου για εκατοντάδες εργάτες , συνδικαλιστές, κομμουνιστές και άλλους προοδευτικούς ανθρώπους την περίοδο του Μεσοπολέμου, ήταν η Αμοργός, η Ανάφη, ο Άι- Στράτης, η Γαύδος, η Γυάρος, οι Παξοί, η Σίκινος, η Σκύρος, η Φολέγανδρος, τα Ψαρά κ.α. Τα περισσότερα εξ αυτών ήταν μικρά, άνυδρα και άγονα νησιά, με ανεπαρκή έως ανύπαρκτη επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Κατά συνέπεια, οι συνθήκες διαβίωσης ήταν ιδιαίτερα δύσκολες για τους εξόριστους που, εκτός από την πείνα, είχαν να αντιμετωπίσουν και αρρώστιες όπως η ελονοσία, ο τύφος και η φυματίωση. Πολλοί δε θα αντέξουν σωματικά και ψυχικά αυτήν τη δοκιμασία.
Στα αντικομμουνιστικά μέτρα που εφαρμόστηκαν στο Μεσοπόλεμο συγκαταλέγονται ακόμη α) η υποχρεωτική διδασκαλία ειδικών μαθημάτων σε όλα τα σχολεία της χώρας για την " καταπολέμισιν του κομμουνισμού " ( 27.1.1926 ) και β) η σύσταση της " επιτροπής καταπολέμησης του κομμουνισμού ", που τον Οκτώβρη του 1927 αποφάσισε την " εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών από τα κομμουνιστικά στοιχεία ".
Το μέτρο όμως που αναμφισβήτητα σφράγισε την περίοδο που εξετάζουμε δεν είναι άλλο από το Ν. 4229 " Περί μέτρων ασφάλειας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών", το περιβόητο Ιδιώνυμο ( δηλαδή με " ίδιον χαρακτήρα"). Το Ιδιώνυμο υπήρξε τμήμα μιας γενικότερης πολιτικής  την οποία ο Ε. Βενιζέλος εξέθεσε μιλώντας σε προεκλογική του συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη, ένα μήνα πριν τις εθνικές εκλογές του 1928[...]
Τέσσερις μήνες μετά από τη νίκη του Κόμματος των Φιλελευθέρων, στις 22.12.1928, η κυβέρνηση Βενιζέλου κατέθεσε το σχετικό νομοσχέδιο στο ελληνικό κοινοβούλιο. Με τη θετική ψήφο της συντριπτικής πλειοψηφίας των βουλευτών και των δύο αστικών παρατάξεων έγινε νόμος του κράτους στις 25.7.1929.
 Κρατούμενοι στις φυλακές της Αίγινας, την περίοδο που ίσχυε το «Ιδιώνυμο»
Το Ιδιώνυμο προέβλεπε ποινές φυλάκισης, εκτοπισμού ή απόλυσης ( στην περίπτωση των δημόσιων υπαλλήλων, των δασκάλων κ.λ.π.) για "αδικήματα" που είχαν να κάνουν με την " επιδίωξη εφαρμογής ιδεών εχουσών έκδηλονσκοπόν τη δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας". Τιμωρούνταν επίσης όποιος ενεργούσε " υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν ", καθώς και όποιος, " επωφελούμενος απεργίας ή λοκ - άουτ ", προκαλούσε " ταραχάς ή συγκρούσεις ". Τέλος ,ο νόμος επέβαλε τη διάλυση ( ή την απαγόρευση σύστασης) στα " σωματεία ή ενώσεις οιασδήποτε μορφής" που φέρονταν ως φορείς τέτοιων αντιλήψεων. Με το ίδιο σκεπτικό όριζε την απαγόρευση δημόσιων συγκεντρώσεων, συλλαλητηρίων κ.λ.π με " ανατρεπτικό" περιεχόμενο ή σκοπούς.
Ενδεικτικό των ευρύτερωνκινδύνων που ελλόχευε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο είναι το γεγονός ότι για την υιοθέτησή του επιφυλάχτηκαν ακόμα και ορισμένοι αστοί πολιτικοί, όπως οι Γ. Παπανδρέου, Γ.Καφαντάρης και Α. Παπαναστασίου, οι οποίοι τελικά και το καταψήφισαν. Ο τελευταίος μάλιστα παρατήρησε με ιδιαίτερη ευστοχία: " Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι κανείς μας δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής, γιατί ο νόμος δεν εξασφαλίζει κανέναν". Η πρότασή του να διώκονται με το Ιδιώνυμο και οι ενέργειες των φασιστών απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τον Ε. Βενιζέλο. Οι φόβοι του θα επαληθεύονταν στη συνέχεια, αφού ο νόμος επιστρατεύτηκε τελικά εναντίον κάθε προοδευτικού ανθρώπου, ακόμα και κατά οπαδών του βενιζελισμού[...]
Η καταστολή συστηματοποιήθηκε και εντατικοποιήθηκε με την εφαρμογή του Ιδιώνυμου: " Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΒΕ ( Εργατική Βοήθεια Ελλάδας), από τον Ιούλη του 1929 μέχρι το Δεκέμβρη του 1932 δολοφονήθηκαν 18 άτομα ( 8 εργάτες, 8 αγρότες και 2 επαγγελματίες), καταδικάστηκαν από την αστυνομία και τη χωροφυλακή 1.335 εργάτες και αγρότες, βασνίστηκαν 107. Έγιναν 12.000 συλλήψεις αγωνιστών και εκδόθηκαν 2.203 καταδικαστικές αποφάσεις που επέβαλαν συνολικά 1.936 χρόνια φυλάκιση και 785 χρόνια εξορία". Δεκάδες μαζικές οργανώσεις διαλύθηκαν, ενώ η κυκλοφορία του Ριζοσπάστη απαγορεύτηκε σχεδόν στα 2/3 της επικράτειας.
Ο Ε. Βενιζέλος υπήρξε σαφής για τις πραγματικές του προθέσεις όσον αφορά το Ιδιώνυμο, με το οποίο ανήγαγε το ταξικά προσανατολισμένο εργατικό κίνημα σε μείζονα κοινωνικό εχθρό του αστικού κράτους[...]
Αν και αρχικά θεσπίστηκε ως μέτρο κατά του κομμουνισμού, το Ιδιώνυμο εφαρμόστηκε στη συνέχεια ενάντια σε κάθε λογής προοδευτικό και δημοκρατικό άνθρωπο που κρινόταν " επικίνδυνος" για το καθεστώς[...] Ωστόσο, το κύριο βάρος του κατασταλτικού μηχανισμού έπεσε αναμφίβολα στις γραμμές της εργατικής τάξης[...] Η γεωγραφία των συλλήψεων δείχνει επίσης πως περιοχές που μπήκαν στο στόχαστρο των διωκτικών Αρχών υπήρξαν κυρίως πόλεις με σημαντική υποστήριξη στο Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, της Λάρισας, της Καβάλας, των Σερρών και αλλού. Είχε, λοιπόν, καθαρά ταξικό και πολιτικό περιεχόμενο.

Συχνά, απέναντι στους αγώνες και τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης το αστικό κράτος αντιπαρέταξε τα όπλα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που για την καταστολή των απεργών κινητοποιήθηκε όχι μόνο η αστυνομία, αλλά και ο στρατός, με αποτέλεσμα το θάνατο δεκάδων και τον τραυματισμό εκατοντάδων εργατών[...]
Τέλος, παράλληλα και πάνω στη γενικότερη απολυταρχοποίηση του κράτους ( ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1930) ανέπτυξαν δράση μια σειρά παρακρατικές φασιστικές οργανώσεις, όπως η Εθνική Ένωσις Ελλάς, η Τρίαινα κ.α[...]


Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση.Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού - κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου( 1918 - 1936 ), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010

Ο τίτλος της ανάρτησης από το αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Για το εργατικό κίνημα,την ταξική πάλη και συνείδηση

    Το εργατικό κίνημα θα μπορούσε να οριστεί συνοπτικά ως η πράξη συνένωσης και συλλογικής δράσης των εργαζομένων, για επαγγελματικούς ή πολιτικούς σκοπούς , μέσα από αντίστοιχες οργανώσεις, στη βάση της τάξης όπου ανήκουν. Πώς όμως προκύπτει η ανάγκη για συλλογική οργάνωση και δράση; Πώς ο εργάτης αποκτά συνείδηση της τάξης του; Πώς η εργατική τάξη μετατρέπεται από " τάξη καθεαυτή" σε " τάξη για τον εαυτό της"; Γιατί ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης προχωρούν στην οργάνωση των οικονομικών και πολιτικών τους συμφερόντων σε σωματεία και πολιτικά κόμματα, ενώ άλλα όχι;
     Τα ερεθίσματα που οδηγούν τους ανθρώπους γενικά σε αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων στα προβλήματά τους πηγάζουν μέσα από τις αντιθέσεις που κυριαρχούν στο πλαίσιο του κοινωνικού τους είναι. Οι αντιθέσεις στην υλική βάση της κοινωνίας , οι οποίες εκδηλώνονται με ιδιαίτερη οξύτητα στις σχέσεις παραγωγής
( σχέση εκματαλλευτή και εκμεταλλευόμενου) επιδρούν στην κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων θέτοντάς τους τα διλήμματα, προβληματισμούς, υποδεικνύοντας πιθανές διεξόδους και ενδεχόμενες λύσεις. [...]
    Ο Β.Ι.Λένιν έγραψε σχετικά με τη διαδικασία ταξικής συνειδητοποίησης και οργάνωσης των εργατών:
 " Ο κάθε εργάτης χωριστά είναι ανίσχυρος και ανυπεράσπιστος απέναντι στον κεφαλαιοκράτη. Ο εργάτης αναγκάζεται με κάθε θυσία ν' αναζητήσει και να βρει μέσα για ν' αποκρούσει τον κεφαλαιοκράτη, για να υπερασπίσει τον εαυτό του. Και το μέσο αυτό το βρίσκουν οι εργάτες στην ένωση. Ο εργάτης, ανίσχυρος όταν είναι μόνος, γίνεται δύναμη όταν ενώνεται με τους συντρόφους του, αποχτά τη δυνατότητα να παλέψει ενάντια στον κεφαλαιοκράτη και να τον αποκρούσει."
     Προοδευτικά και καθώς
 " η ένωση των εργατών ενός μόνου εργοστασίου, ακόμα και ενός μόνου κλάδου βιομηχανίας αποδείχνεται ανεπαρκής για την απόκρουση όλης της τάξης των κεφαλαιοκρατών, γίνεται απόλυτα αναγκαία η κοινή δρ΄ση όλης της τάξης των εργατών. Έτσι, από τις μεμονωμένες εξεγέρσεις των εργατών ξεπηδάει η πάλη όλης της εργατικής τάξης. Η πάλη των εργατών ενάντια στους εργοστασιάρχες μετατρέπεται σε ταξική πάλη. Όλους τους εργοστασιάρχες τους ενώνει ένα συμφέρον: Να κρατούν τους εργάτες σε υποταγή και να τους πληρώνουν όσο το δυνατό μικρότερο μεροκάματο. Και οι εργοστασιάρχες βλέπουν ότι δεν μπορούν να υπερσπίσουν την υπόθεσή τους κατ' άλλον τρόπο παρά μόνο με την κοινή δράση όλης της τάξης των εργοστασιαρχών, παρά μόνο αποχτώντας επιρροή πάνω στην κρατική εξουσία. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και τους εργάτες τους συνδέει ένα κοινό συμφέρον: Να μην επιτρέψουν στο κεφάλαιο να τους πνίξει, να υπερασπίσουν το δικαίωμά τους να ζήσουν μια ανθρώπινη ζωή. Και οι εργάτες έτσι ακριβώς πείθονται ότι τους είναι απαραίτητη η ένωση, η κοινή δράση όλης της τάξης - της εργατικής τάξης - και ότι για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να αποχτήσουν επιρροή πάνω στην κρατική εξουσία" Εξού και η ανάγκη για πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης.

   Πώς όμως οι εργάτες " φτάνουν στην κατανόηση όλων αυτών των πραγμάτων", πώς αποκτούν " ταξική  αυτοσυνείδηση"; " Οι εργάτες φτάνουν στην κατανόηση αυτή αντλώντας την συνεχώς από την ίδια την πάλη." Αρχικά, " η έχθρα των εργατών ενάντια στο κεφάλαιο εκδηλωνόταν μόνο με ένα αόριστο αίσθημα μίσους ενάντια στους εκμεταλλευτές τους, με μια αόριστη συναίσθηση της καταπίεσης και της σκλαβιάς τους και με την επιθυμία να εκδικηθούν τους κεφαλαιοκράτες. Η πάλη εκδηλωνόταν τότε με μεμονωμένες εξεγέρσεις των εργατών, που κατέστρεφαν τα κτήρια, έσπαζαν τις μηχανές, έδερναν τους διευθυντές του εργοστασίου κ.τ.λ. Αυτή ήταν η πρώτη , η αρχική μορφή του εργατικού κινήματος, και ήταν απαραίτητη γιατί το μίσος απέναντι στον κεφαλαιοκράτη στάθηκε παντού και πάντοτε το πρώτο κίντρο για να ξυπνήσει μέσα στους εργάτες ο πόθος να υπερασπίσουν τον εαυτό τους" 



      Εκείνη η αυθόρμητη, ¨ενστικτώδης" 
πρώτη αντίδραση των εργατών στην καπιταλιστική εκμετάλλευση λειτούργησε ως προθάλαμος για τη συνειδητή δράση:
 " Το " αυθόρμητο στοιχείο" δεν αποτελεί στην ουσία τίποτε  άλλο παρά εμβρυακή μορφή του συνειδητού. Ακόμα και οι πρωτόγονοι ξεσηκωμοί εκφράζανε ως ένα βαθμό το ξύπνημα της συνείδησης: Οι εργάτες έχαναν την προαιώνια πίστη τους στο απαρασάλευτο του καθεστώτος που τους συνέθλιβε, άρχιζαν..., δε θα έλεγα να καταλαβαίνουν, μα να νιώθουν την ανάγκη της συλλογικής αντίστασης και να εγκαταλείπουν αποφασιστικά τη δουλική υποταγή στους προϊσταμένους τους. Ωστόσο όλα αυτά ήταν πολύ περισσότερο ξεσπάσματα απόγνωσης κι εκδίκησης παρά αγώνας"
    
Έτσι στη συνέχεια, " οι εργάτες , εκεί που μισούσαν αόριστα τον κεφαλαιοκράτη, άρχισαν να καταλαβαίνουν πια ότι τα συμφέροντα της τάξης των εργατών είναι εχθρικά προς τα συμφέροντα της τάξης των κεφαλαιοκρατών. Εκεί που ένιωθαν θολά ότι καταπιέζονται, άρχισαν πια να καταλαβαίνουν με ποια ακριβώς μέσα και με ποιον τρόπο συγκεκριμένα τους πνίγει το κεφάλαιο και να ξεσηκώνονται ενάντια στη μια ή στην άλλη μορφή καταπίεσης, βάζοντας όρια στην καταπίεση από μέρους του κεφαλαίου, υπερασπίζοντας τον εαυτό τους από την απληστία του κεφαλαιοκράτη. Αντί να εκδικούνται τους κεφαλαιοκράτες , περνούν τώρα στην πάλη για παραχωρήσεις, αρχίζουν να προβάλουν στην τάξη των κεφαλαιοκρατών τη μια διεκδίκηση ύστερα από την άλλη και απαιτούν βελτίωση των όρων της δουλειάς τους, αύξηση του μεροκάματου, μείωση της εργάσιμης μέρας."


     Οι κοινωνικοί αγώνες λειτουργούν ως σχολείο για την εργατική τάξη. Οι εργάτες " μαθαίνουν να καταλαβαίνουν την ουσία της εκμετάλλευσης στο σύνολό της, μαθαίνουν να καταλαβαίνουν το κοινωνικό σύστημα που στηρίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο". Στην πάλη αυτή , " οι εργάτες δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους, μαθαίνουν να ενώνονται, μαθαίνουν και καταλαβαίνουν την ανάγκη και τη σημασία της ένωσης. Η διεύρυνση της πάλης αυτής και οι όλο συχνότερες συγκρούσεις οδηγούν αναπόφευκτα στη διερεύνηση της πάλης, στην ανάπτυξη του αισθήματος ενότητας, του αισθήματος της αλληλεγγύης τους ανάμεσα στους εργάτες όλης της χώρας, ανάμεσα σε όλη την εργατική τάξη."

    Σε τελευταία ανάλυση , " η πάλη αυτή αναπτύσσει την πολιτική συνείδηση των εργατών. Η μάζα της εργατιάς, εξ αιτίας των συνθηκών της ίδιας της ζωής της, βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση που δεν μπορεί, δεν έχει ούτε τον καιρό, ούτε τη δυνατότητα να σκέφτεται για οποιαδήποτε κρατικά ζητήματα. Η πάλη , όμως , των εργατών ενάντια στους εργοστασιάρχες για τις καθημερινές τους ανάγκες μόνη της και αναπόφευκτα σπρώχνει τους εργάτες στα κρατικά, τα πολιτικά ζητήματα..., πώς εκδίδονται οι νόμοι και οι κανονισμοί και τίνος συμφέροντα εξυπηρετούν. Κάθε σύγκρουση στο εργοστάσιο κατ' ανάγκη φέρνει τους εργάτες σε σύγκρουση με τους νόμους και τους εκπροσώπους της κρατικής εξουσίας...Η πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στην τάξη των κεφαλαιοκρατών κατ' ανάγκη πρέπει να είναι πολιτική πάλη."
     " Τελικός σκοπός" του " πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης" δεν είναι βέβαια άλλος, όπως τόνισε ο ίδιος ο Κ.Μαρξ, από " την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για λογαριασμό της και γι' αυτό, φυσικά, είναι αναγκαία μια οργάνωση της εργατικής τάξης..." Πολιτικό υποκείμενο του εργατικού κινήματος αποτελεί το κόμμα της εργατικής τάξης, το Κομμουνιστικό Κόμμα.[...]


   Για να συγκροτηθεί σε " τάξη για τον εαυτό της" , η εργατική τάξη πρέπει να κατακτήσει, λοιπόν, την ταξική της αυτοτέλεια. Να πετύχει με άλλα λόγια, την πλήρη αναξαρτητοποίησή της από κάθε αστική επιρροή(οργανωτική, πολιτική, ιδεολογική), είτε αυτό αφορά τις συνδικαλιστικές είτε τις πολιτικές της ενώσεις (σωματεία, κόμματα κ.α)
      Μέσα από την ίδια την ταξική πάλη , η εργατική τάξη συσπειρώνεται, οργανώνεται και διαπαιδαγωγείται. Αποκτά συνείδηση και γνώση του κοινωνικοοικονομικού συστήματος που την καταδυναστεύει. Αυτοσυνειδητοποιείται και συγκροτείται ως " τάξη για τον εαυτό της" . Αναπτύσσει διάφορες μορφές αγώνα, διαμορφώνει πρόγραμμα δράσης, περνά από την άμυνα στην επίθεση προβάλλοντας μερικά - βραχυπρόθεσμα αλλά και γενικότερα - μακροπρόθεσμα αιτήματα οικονομικής ή πολιτικής φύσεως. Διεκδικεί έκφραση, συμμετοχή και παρέμβση στους θεσμούς, από μερίδιο εξουσίας(= προοδευτικά και μέσα από την εξέλιξη της ταξικής πάλης στην Ιστορία αναδείχθηκε πως αντικειμενικά, η εργατική τάξη θα διεκδικούσε και θα έπειρνε όλη την εξουσία στα χέρια της ή τίποτε) ως και τη συνολικότερη ανατροπή της.
       Βεβαίως, η διαδικασία αυτή δεν είναι ούτε ευθύγραμμη, ούτε δεδομένη. Δεν πραγματοποιείται αυτόματα. Δεν είναι καθολική ή ομοιόμορφη. Δεν επηρεάζει, δηλαδή , εξίσου και συγχρονισμένα όλα τα μέρη ή τα μέρη της εργατικής τάξης. Τουναντίον, η ταξική πάλη εμπεριέχει την ίδια στιγμή και το στοιχείο του συμβιβασμού, της ενσωμάτωσης, της υποχώρησης, της ιδεολογικής, πολιτικής και οικονομικής επίθεσης της " άλλης πλευράς"( της αστικής) με πληθώρα μέσων. Οι παράγοντες χειραφέτησης και ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης συνυπάρχουν ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλοαναιρούνται. Πρέπει επομένως να εξετάζονται παράλληλα σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους[...](Κεφ. 1, απόσπασμα)



Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού - κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου(1918- 1936), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010


Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Θεσσαλονίκη 1936








Which Side Are You On?, η ιστορία ενός τραγουδιού



"Which Side Are You On?"

Moυσική - Στίχοι: Florence Reece
Tραγούδι: Natalie Merchant

Come all you good workers
Good news to you I'll tell
Of how the good old union
Has come in here to dwell

Which side are you on boys?
Which side are you on?

My daddy was a miner
He's now in the air and sun
He'll be with you fellow workers
Until the battle's won

Which side are you on boys?
Which side are you on?

They say in Harlan County
There are no neutrals there
You'll either be a union man
Or a thug for J. H. Claire

Which side are you on boys?
Which side are you on?

Oh workers can you stand it?
Oh tell me how you can
Will you be a lousy scab
Or will you be a man?

Which side are you on boys?
Which side are you on?

Don't scab for the bosses
Don't listen to their lies
Poor folks ain't got a chance
Unless they organize

Which side are you on boys?
Which side are you on?

    Η Florence Reece έγραψε αυτό το τραγούδι το 1931. Εκείνη τη χρονιά οι ανθρακωρύχοι  της  περιοχής Harlan County  του Kentucky των ΗΠΑ αγωνίζονταν εναντίον των ιδιοκτητών των ορυχείων για καλύτερες συνθήκες εργασίας.Ο Sam Reece, σύζυγος της Florence, ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές του αγώνα των ανθρακωρύχων. Ο Σερίφης της περιοχής μαζί με τα πρωτοπαλλήκαρα της εργοδοσίας , σε μια προσπάθεια να τρομοκρατήσουν την οικογένεια του Reece εισέβαλαν παράνομα  στο σπίτι του και προσπάθησαν να τον συλλάβουν . Ο Reece καθώς είχε προειδοποιηθεί έγκαιρα κατόρθωσε να δραπετεύσει. Η γυναίκα του όμως και τα παιδιά  φοβήθηκαν. Όταν έφυγαν ο Σερίφης και οι άνδρες του, η Florence έγραψε τους στίχους του τραγουδιού σε ένα ημερολόγιο που κρεμόταν στην κουζίνα . Τη μελωδία τη δανείστηκε από έναν ύμνο τωνν Βαπτιστών , το "Lay the Lily Low" ή από ένα παραδοσιακό τραγούδι , το "Jack Munro".

Η πρώτη εκτέλεση είναι αυτή

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

John Lennon, A working class hero



As soon as you're born they make you feel small
By giving you no time instead of it all
Till the pain is so big you feel nothing at all
A working class hero is something to be

They hurt you at home and they hit you at school
They hate you if you're clever and they despise a fool
Till you're so ****ing crazy you can't follow their rules
A working class hero is something to be

When they've tortured and scared you for twenty-odd years
Then they expect you to pick a career
When you can't really function you're so full of fear
A working class hero is something to be

Keep you doped with religion and sex and TV
And you think you're so clever and classless and free
But you're still ****ing peasants as far as I can see
A working class hero is something to be

There's room at the top they're telling you still
But first you must learn how to smile as you kill
If you want to be like the folks on the hill

A working class hero is something to be
If you want to be a hero well just follow me

 Writer: Lennon John

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Η πρώτη εργατική νομοθεσία της Ελλάδας

  Τα παλιά και κατεδαφιζόμενα σπίτια πολλές φορές κρύβουν μικρούς θησαυρούς. Εκτός από διάφορα παλιά πράγματα που οι ιδιοκτήτες ή οι κληρονόμοι πετούν χωρίς ίχνος ευαισθησίας για τη συναισθηματική αξία των αντικειμένων, υπάρχουν και τα παλιά βιβλία.
   Πριν μερικά χρόνια έτυχε να έλθει στο σπίτι ένα ξύλινο μπαουλάκι γεμάτο παλιά βιβλία. Ανοίγοντάς το βρέθηκα μπροστά σε μια μικρή έκπληξη. Πολλά βιβλία μικρά και μεγάλα, άλλα κιτρινισμένα , άλλα διαλυμένα και άλλα σε αρκετά καλή κατάσταση. Εκδόσεις από  τις αρχές του 20ου αι. Λογοτεχνικά, ιστορικά, ανάτυπα ιστορικών συμφωνιών,φυλλάδια, μικρές μπροσούρες, τεύχη εγκυκλοπαιδειών, μυθιστορήματα σε συνέχειες .Το πιο συγκινητικό είναι ότι σε ορισμένα από αυτά υπάρχουν  προσωπικές αφιερώσεις γραμμένες με ωραία  γράμματα.
Τα ξεφύλισα όλα με τη σειρά.  Λατρεύω τα παλιά βιβλία και κυρίως αυτά που έχουν πάνω τους τα σημάδια των ανθρώπινων χεριών και που το λεπτό κιτρινισμένο και φθαρμένο χαρτί τους  απελευθερώνει το άρωμα μιας άλλης εποχής.
   Θυμήθηκα λοιπόν ότι ανάμεσα σε αυτά τα βιβλία είχα εντοπίσει ένα βιβλιαράκι ή μάλλον ένα φυλλάδιο με τον τίτλο
         Η εργατική νομοθεσία στης Ελλάδος
       υπό Σπύρου Ι. Θεοδωρόπουλου,
δικηγόρου, νομ. συμβούλου του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, μέλους του Ανωτάτ. Συμβουλ.Εργασίας,
τέως βουλευτού της Διπλής Βουλής

Αυτό το φυλλάδιο(μικρό μέγεθος , 56 σελίδες) έχει τον αρ. 1 της Εργατικής Βιβλιοθήκης , που εξέδωσε το Εργατικό Κέντρο Αθηνών τον Ιανουάριο του 1912 και αποτελεί την πρώτη εργατική νομοθεσία που ψήφισε η Αναθεωρητική Βουλή του 1911.

" Κάθε τι το οποίον ψηφίζετε υπέρ του εργάτου, δεν είνε παροχή, είν' επιστροφή, είνε μερική πληρωμή απέναντι χρέους ολικού προς αυτόν ` όσα και αν παραχωρήση εις τον εργάτην η Πολιτεία, ποτέ δεν θα κατορθώση να του επιστρέψη ό,τι του οφείλει - έως ότου, ωργανωμένος και δυνατός, θα πάρη οπίσω το όλον το οποίο του ανήκει." ( Βιβιάνι, υπουργός της Εργασίας εις την Γαλλίαν, από το βήμα της Βουλής, εις την ψήφισιν του νομοσχεδίου περί συντάξεως των εργατών)
Το κείμενο αυτό βρίσκεται στη δεύτερη σελίδα. Μετά από αυτό ακολουθεί ο πρόλογος του συγγραφέα  με τον τίτλο
  Προς τους εργάτας
    " Προ ολίγων ακόμη ετών εφαντάζοντο κ' επίστευαν, ότι η Πολιτεία μόνον σκοπόν έχει να προστατεύη τα σύνορά της και να φυλάγη των πολιτών τας περιουσίας  και να τιμωρή τας αδικίας, και η Επιστήμη, που ευρήκεν αυτήν την αντίληψιν περί Πολιτείας, την εχαρακτήρισε με το στόμα του Στούαρτ - Μιλ, ως Πολιτείαν - Φύλακα.
     Αλλά η οργάνωσις των εργατών και η δημιουργία συνειδήσεως κοινωνικών τάξεων χωριστών, από το εν μέρος - η νέα επιστήμη, η Κοινωνικοοικονομική, από το άλλο, μετέστρεψαν τον δρόμον της Πολιτείας, και την υπεχρέωσαν, μαζή με τάλλα έργα της, να λαμβάνη φροντίδα δια τα μέλη της, και ίδίως δι'όσα απ'αυτά είνε αδυνατώτερα οικονομικώς, να τα προστατεύη εναντίον της πιέσεως  και της εκμεταλλεύσεως των οικονομικώς ισχυροτέρων και να προλαμβάνη, όσον ειμπορεί, τας αδικίας, δια να μην ευρίσκεται εις την ανάγκην να τας τιμωρή, αφού γίνουν.
      Και αυτήν την νέαν Πολιτείαν την ωνόμασαν Πολιτείαν - Πρόνοιαν[...]
[...] εδημιουργήθη η λεγομένη Κοινωνική Νομοθεσία, η οποία στηρίζεται εις την αρχήν της Κοινωνικής Αλληλεγγύης` κατά την αρχήν αυτήν , η Πολιτεία έχει καθήκον να εξοφλή το χρέος της Κοινωνίας προς όλους τους αδυνάτους, δηλαδή τας γυναίκας, τα παιδιά, τους ανικάνους δι' εργασίαν, τους γέροντας, τους όχι εξ αιτίας των ανέργους εργάτας, τους ασθενείς` και διά να πραγματοποιηθή η αρχή αυτή, επλάσθη η Κοινωνική Νομοθεσία.
        Μέρος της νομοθεσίας αυτής είνε η Εργατική Νομοθεσία, η οποία στηρίζεται εις την αρχήν, ότι η Πολιτεία έχει και δικαίωμα και  καθήκον να επεμβαίνη εις τον διακανονισμόν των ζητημάτων της Εργασίας και να προστατεύη τον εργάτην από την πίεσιν  του εργοδότου, να κτυπά την Κοινωνικήν Αδικίαν και να περιορίζη την εκμετάλλευσιν ανθρώπου από άνθρωπον, η οποία είνε και αντικοινωνική κ' εξευτελιστική της ανθρωπίνης αξιότητος.
         Η Εργατική Νομοθεσία κανονίζει την εργασίαν των εργατών της βιομηχανίας, της γης και του εμπορίου και φροντίζει δια την υγείαν των, δια την πνευματικήν και ηθικήν καλλιτέρευσιν των, δια την επαγγελματικήν των μόρφωσιν, δια το ημερομίσθιον των, δια την κατοικίαν των, δια το γήρας των, δια τα ατυχήματα, τα οποία παθαίνουν εις την εργασίαν.[...]
   [...]  Η Εργατική Νομοθεσία είνε αποτέλεσμα κ' έργον της οργανώσεως των εργατών, κατά το πλείστον` οι εργάται, με την δύναμιν της ενώσεως των και με την πολιτικήν των δράσιν, κ' εκτός των Βουλών κ' εντός αυτών, με τους αντιπροσώπους των βουλευτάς, εξηνάγκασαν τας Βουλάς να ψηφίσουν νόμους.
       Η Εργατική Νομοθεσία αποτελεί έμμεσον αναγνώρισιν από το σημερινόν αστικόν Κράτος του επιστημονικού δόγματος, ότι πρέπει να παύση ο ελεύθερος οικονομικός ανταγωνισμός` διότι τι άλλο κάμνουν οι εργατικοί νόμοι, παρά να περιορίζουν, έστω και κατά μέρος, έστω και όχι απ' ευθείας, τον ελεύθερον ανταγωνισμόν;[...]
  [...]  Όταν εκηρύχθη η επανάστασις  της 15 Αυγούστου 1909, τα εργατικά σωματεία εξύπνησαν από τον ύπνον, εσήκωσαν την επαναστατικήν σημαίαν κ' εζήτησαν νομοθετικάς μεταρρυθμίσεις `
 η " Αδελφότης των Τυπογράφων" Αθηνών μάλιστα εζήτησε με ψήφισμα της  " την  σύνταξιν εργατικής νομοθεσίας τεινούσης εις βελτίωσιν της υγιεινής, της ηθικής και της οικονομικής καταστάσεως των εργαζομένων τάξεων".
        Και κατωρθώθη τότε να νομοθετηθή μόνον η Κυριακή Αργία, την οποίαν επί έτη αγωνίζετο να καθιερώση ο Σύλλογος των Εμποροϋπαλλήλων Αθηνών, κ' εψηφίσθη ο νόμος... της  7ης Δεκεμβρίου 1910, μεταρρυθμισθείς έπειτα.
        Τον Μάρτιον του 1910 ιδρύετο το " Εργατικόν Κέντρον Αθηνών", το οποίον εις τον οργανισμόν του ανέγραφε " την επιδίωξιν της ψηφίσεως νομοθεσίας προς προστασίαν των Ελλήνων εργατών".
       Την 25 Νοεμβρίου 1910 το Ε.Κ.Α εις προκήρυξιν του προς τους εργάτας Αττικής και Βοιωτίας υπέρ της υποψηφιότητος του γράφοντος, διεκήρυξε την ανάγκην ψηφίσεως εργατικών νόμων.
       Το ίδιον καιρόν ο πρωθυπουργός και αρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων κ. Ελευθέριος Βενιζέλος διεκήρυττεν επίσης εν Θεσσαλία την επείγουσαν ανάγκην της ψηφίσεως νόμων προστατευτικών των εργατών, και ανέγραφεν εις το πρόγραμμά του  την Εργατικήν Νομοθεσίαν, δια πρώτην φοράν εις τον τόπον μας.
      Τον Απρίλιον του 1911 το Ε.Κ.Α υπέβαλε μακρόν και λεπτομερές υπόμνημα προς τη Διπλήν Βουλήν, γραμμένον από τον συντάκτην των γραμμών αυτών, με βάσιν πενήντα περίπου υπομνήματα των εργατικών σωματείων της Ελλάδος, τα οποία υπεβλήθησαν εις το Ε.Κ.Α. Εις το υπόμνημα αυτό εξηγείτο καθαρά η ανάγκη της νομοθετικής προστασίας των εργατών κ' εζητείτο η ψήφισις της πρώτης σειράς των εργατικών νόμων από την Διπλήν Βουλήν.
       Και η Διπλή Βουλή εψήφισε τους νόμους που δημοσιεύονται εις το φυλλάδιον αυτό, και οι οποίοι είνε η αρχή της Εργατικής Νομοθεσίας της Ελλάδος` δια να συμπληρωθή η νομοθεσία αυτή χρειάζεται βέβαια καιρός κ' εργασία.
      Οι Νόμοι αυτοί είνε προωρισμένοι να καλλιτερεύσουν σημαντικά την κατάστασιν των εργατών, αρκεί οι εργάται να είνε άγρυπνοι φρουροί των.
       Ο Μαρξ , ο ιδρυτής του Σοσιαλισμού, γράφοντας κάπου δια την νομοθεσίαν περί βιομηχανικών εργοστασίων, ισχυρίζεται, ότι  " η νομοθεσία αυτή, μολονότι είναι καρπός της μεγάλης βιομηχανίας, δημιουργείται από την πίεσιν των εργατικών τάξεων - αλλά η Κοινωνική Νομοθεσία, η οποία δημιουργείται, προτού η εργατική τάξις ωριμάση και λάβη συνείδησιν του εαυτού της, δηλαδή προτού καταλάβη την ανάγκην της νομοθεσίας αυτής , ή είνε επιζήμια, ή μένει χαρτί άγραφο."
       Είνε, αληθινά, μάταιον να περιμένωμεν από το Κράτος να καλλιτερεύση την οικονομικήν κατάστασιν των εργατών, εάν πρώτα αυτοί οι ίδιοι οι εργάται δεν συναισθανθούν την ανάγκην της δια του νόμου εγγυήσεως της καλλιτερεύσεως..."

Και στον Επίλογο :
  "  Ο εργάτης που θέλει να καλλιτερεύση την κατάστασιν του έχει καθήκον και απέναντι των ομοτέχνων του και απέναντι των όλων εργατών να οργανωθή.
     Ανοργάνωτος εργάτης θα ειπή άχρηστος και αφιλότιμος εργάτης.
     Κάθε εργάτης πρέπει να ανήκη εις το σωματείον της τέχνης του. Εάν δεν υπάρχει σωματείον εις την πόλιν του, ν' αποταθή εις άλλον εργατικόν σωματείον, να ζητήση οδηγίας. Αν είνε εργάτης Αθηναίος, ν'αποταθή εις το " Εργατικόν Κέντρον Αθηνών" και να εγγραφή εις τον " Εργατικόν Σύνδεσμον η Αλληλεγγύη"` όταν συναχθούν 25 εργάται ομότεχνοι εις την "Αλληλεγγύην" διοργανώνονται εις ιδιαίτερον σωματείον.
     Τα εργατικά σωματεία κάθε πόλεως, πρέπει ν' αποτελέσουν Εργατικά Κέντρα.
     Τα ομότεχνα εργατικά σωματεία όλων των πόλεων πρέπει ν' αποτελέσουν Συνασπισμούς μ'έδραν τας Αθήνας.
     Όλα τα εργατικά σωματεία και τα Εργατικά Κέντρα και οι Συανασπισμοί πρέπει να καταταχθούν εις την κεντρικήν δύναμιν της " Πανελληνίου Εργατικής Ομοσπονδίας" η οποία εδρεύει εις το " Εργατικόν Κέντρον Αθηνών".
     Μόνον με αυτήν την οργάνωσιν οι εργάται θ' αποτελέσουν την δύναμιν και την ενότητα που χρειάζονται, δια να επιτύχουν την καλλιτέρευσίν των και την συμπλήρωσιν της Εργατικής Νομοθεσίας."

   Στις υπόλοιπες σελίδες αναφέρονται πρώτα η περίληψη του κάθε νόμου και στη συνέχεια αναλυτικά το περιεχόμενο των νόμων που η Βουλή ψήφισε.
Ο βαθμός εφαρμογής αυτών των νόμων είναι βεβαίως ένα μεγάλο θέμα σε συνδυασμό πάντα με το βαθμό ανάπτυξης του εργατικού κινήματος της εποχής και τις επικρατούσες πολιτικές συνθήκες.

Σημ.: Διατήρησα την ορθογραφία του κειμένου