Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιφιγένεια Χρυσοχόου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιφιγένεια Χρυσοχόου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Ξεριζωμός!



...Ξαφνικά άρχισαν να χτυπάνε απανωτά οι καμπάνες. Φωνές απ' το δρόμο, φασαρία, τρεχαλητά.
- Φωτιά, φωτιά...
- Φωτιά...Βοήθεια...
- Φωτιά, Χριστιανοί καιγόμαστε...
Άνοιξαν την πόρτα. Η γειτονιά ξεχυμένη έξω. Όλοι ρωτάνε μ' απόγνωση. Σε λίγο, λες κι έγιναν οι δρόμοι ποτάμια από ανθρώπους που τρέχουν στη θάλασσα...Τίποτα δεν μπορεί να τους σταματήσει. Ετοιμάστηκαν κι αυτοί να φύγουν. Φέρνει ο ξάδελφος Λεωνίδας με τον Κλήτο έναν αραμπά που βρήκαν παρατημένο στο δρόμο. Ανεβάζουν εκεί τη νενέ, φορτώνουν τα ντέγκια και τους μπόγους, και ξεκινάνε για την παραλία. Ο Κλήτος κι ο Λεωνίδας σέρναν τον αραμπά. Η μαμά βαστούσε το μωρό το Βασιλάκη. Ο μπαμπάς το Λευτεράκη, και τ' άλλα παιδιά κρατιόταν απ' τα χέρια.
Κοντεύοντας στην παραλία, μπούκωσαν οι δρόμοι. Χιλιάδες κόσμος φορτωμένος με μωρά, με μπόγους, με ντέγκια. Άρρωστοι, γέροι και παιδιά στους αραμπάδες. Κι η φωτιά όλο και δυνάμωνε...

Κάποτε το μπουλούκι των χριστιανών σταμάτησε. Ούτε μπρος , ούτε πίσω. Μπρος η θάλασσα. Πίσω η φωτιά. Κι απ' τα πλάγια άλλα μπουλούκια. Και πίσω, παντού οι Τούρκοι που χτυπούσαν, σκουντούσαν με όπλα, με σπαθιά. Κανείς δεν μπορούσε πια να προχωρήσει. Σφηνώθηκαν εκεί, πλάι στη θάλασσα, ώσαμε το πρωί. Τα παιδιά ξάπλωσαν κάτω απ' τον αραμπά.
Η φωτιά χυμούσε στον ουρανό. Φώτιζε παράξενα τη νύχτα. Μαυροκόκκινες φλόγες γλείφαν το στερέωμα, λες κι ήταν φαντάσματα που χόρευαν αλλόκοτα, με μουσική τα ουρλιάσματα των Τούρκων, το θρήνο των χριστιανών, το βόγκο των πληγωμένων, το τρίξιμο και το γδούπο των σπιτιών που γκρεμίζονταν.
Το πρωί τους βρήκε άλλο κακό. Οι Τούρκοι μάζευαν τους άντρες. Πού να κρυφτεί τόσο αντρομάνι; Ζάρωναν τα παλικαράκια να φαίνονται παιδιά. Καμπούριαζαν και γίνονταν κουβάρι οι μεγάλοι να δείχνουν γέροι. Άρπαζαν τα όμορφα κορίτσια. Μονομιάς όλα φόρεσαν της νενές το φακιόλι να κρυφτεί τ' όμορφο νεανικό μούτρο.
Μες στο ξεδιάλεγμα και στην ανεμομπουμπούλα, βρέθηκε ο Χατζηνάσος με την οικογένειά του μαζί με άλλους σ' ένα δρόμο της Πούντας. Σε λίγο είδαν έναν σκοτωμένο. Ήταν μισοσκεπασμένος μ' ένα παλτό. Η Ιφιάνασσα πρώτη φορά βλέπει σκοτωμένο. Κοιτάει τα γυμνά ξυλιασμένα πόδια με τα κιτρινιασμένα νύχια, που εξείχαν απ' το παλτό. Δεν ήξερε, καθώς τον κοίταζε, πως απ' εκείνη τη μέρα, μόλις θα' βγαζε τη νύχτα τα πόδια της όξω απ' το σκέπασμα, αμέσως θα' ρχόταν στο νου ο σκοτωμένος της Σμύρνης, και τρομαγμένη θα τα ξανατραβούσε μέσα.
Πιο πέρα σμίξαν μ' άλλους, κι όλοι μαζί φτάσανε στο Πανιώνιο...Εκεί μπήκαν μέσα στο νεκροταφείο. Η πρώτη δουλειά όλων ήταν ν' ανοίξουν τα μνήματα. Να κρύψουν μέσα τους άντρες. Να μουντζουρώσουν τα κορίτσια. Να τα ντύσουν γριές.
Πάει η Ελένη να ξεσκεπάσει τη μητέρα της, βλέπει ότι ήταν πεθαμένη. Μάνι μάνι, άνοιξαν ένα μνήμα να τη θάψουν. Βρέθηκε κι ένας παπάς.
- Τύχη που είχε η γριά! Τη διάβασαν κιόλας! Κάνει ένας Αρμένης, που είχε κρυφτεί στον πλαϊνό τάφο. Αλί σε μας, που θα πάμε αδιάβαστοι...
Δυό μέρες έμειναν στο νεκροταφείο.
Τα μαντάτα έρχονταν απανωτά.
- Οι Τούρκοι σφάζουν, κρεμούν, σκοτώνουν.
- Το Χρυσόστομο τον σέρνανε στα σοκάκια και σιγά σιγά τον κόβανε κομμάτια κομμάτια. Μαρτύρησε ο Μητροπολίτης μας. Άγιασε...
- Οι σύμμαχοι δεν βοηθούν...
- Βαπόρια φορτώνουν κόσμο για την Ελλάδα. Όποιος προφτάσει και μπει...
- Η φωτιά τίποτα δεν άφησε όρθιο. Από τέσσερα μέρη η φωτιά...
- Η φωτιά κι οι λεηλασίες φάγανε τη Σμύρνη.
- Πάει πια, πέθανε η Σμύρνη.
- Μου' ρχεται στο νου το γνωμικό που λέει:
" Η Πόλη αν καεί, η Σμύρνη κάνει Πόλη.
Η Σμύρνη αν καεί, Σμύρνη δεν κάνει η Πόλη".
- Τώρα που κάηκε, κανείς πια δεν μπορεί να την αναστήσει.
-Ας γλιτώσει ο κοσμάκης, και πάλι θα ξαναγίνει. Η Σμύρνη θα ξανακάνει τη Σμύρνη.
Τρεις μέρες στο νεκροταφείο. Η πείνα άρχισε να τους παιδεύει. Κανείς δεν παίρνει απόφαση. Κι όλο έρχονται και καινούριοι. Να κουνηθούν δεν μπορούν.
Ένας παραγιός, πώς και βρήκε το Χατζηνάσο.
- Αφεντικό, έφερα ψωμί και κασκαβάλι. Ήταν ο Πανάνης.
- Ποιος σου είπε; πού ήξερες ότι είμαστε εδώ;
- Σας είδε από μακριά ο αδερφός μου. Μ' έστειλε να σας πάρω. Έχουμε δικό μας φούρνο στο Νταραγάτσι. Εκεί πλύθηκαν, άλλαξαν, έφαγαν ψωμί και φαΐ μαγειρεμένο.
- Δεν ξεχνάμε, αφεντικό, που μας βοήθησες ν' ανοίξουμε το φούρνο. Τι γίνεται ο κύριος Μήτσος;
- Πριν απ' τη φωτιά έχω να τον δω. Εσείς δεν ακούσατε τίποτα;
- Όχι, μονάχα για τους Μαινεμενλήδες μάθαμε. Πιάσανε καμιά δεκαπενταριά, όσους βρήκαν, και τους σκοτώσαν, επειδή σκοτώσανε τότε τον καϊμακάμη.
- Έμαθες ποιους σκότωσαν;
- Τον Ανανία τον πιάσαν αμέσως στο Κορδελιό. Εκεί τον κρέμασαν. Το Νικολάκη το Σαραφείδη , τον Αλέκο τον Αλεξίου, το Σπύρο και το Στέλιο Παλά, τον Νίκο τον Ατζεμιδάκη, τον Αυγεράκογλου και δεν ξέρω ποιους άλλους. Δάκρυσες αφεντικό. Ποιος να το περίμενε...
- Εσύ τι θα κάνεις; Βλέπω δουλεύεις. Τι σκοπό έχεις;
- Λέω να μείνω αφεντικό. Μπόρα είναι και θα περάσει. Τώρα που έχω δουλειά δικιά μου, να την αφήσω; Εσύ τι σκέφτεσαι;
- Εγώ;...Μόλις μπορέσουμε θα φύγουμε.

Σε μια βδομάδα ξεσηκώθηκε πάλι ολόκληρη η οικογένεια, μ' απόφαση να φτάσουν στα βαπόρια. Ο μπαμπάς ντύθηκε γυναίκα. Ο Κλήτος έβαλε πολύ κοντά πανταλόνια κι όλο καμπούριαζε να φαίνεται πιο μικρός. Πήραν μαζί τους μονάχα όσους μπόγους μπορούσαν. Όλα τ' άλλα έμειναν.
Μόλις κάνουν να προχωρήσουν λίγο, τους σταματούν οι Τούρκοι. Η μαμά είχε μαζί της παράδες και κάθε φορά τούς έβαζε στο χέρι.
Δώσε εδώ, δώσε εκεί, κόντευαν να τελειώσουν οι παράδες. Σε λίγο τους κόβουν το δρόμο άλλοι Τούρκοι. Αυτοί είναι ζόρικοι. Ζητάνε κι άλλα. Τους χώνει δυό χρυσές στο χέρι η μαμά. Δε φτάνουν. Αγριεύουν. Ο Κλήτος ζαρώνει πιο πολύ. Ο μπαμπάς, μες στα γυναικεία ρούχα, τυλίγει πιο πολύ το φακιόλι στο κεφάλι. Σφίγγει πιο πολύ το Λευτεράκη στην αγκαλιά του. Αρπαέι ένας Τούρκος τον μπόγο με το ασημένιο σερβίτσιο απ' το χέρι του Κλήτου. Χύθηκαν τα κουταλάκια και τα πηρουνάκια του γλυκού κάτω. Κατρακυλούσαν οι κούπες τουγλυκού στο ντουσεμέ. Ντιντίνισαν ο δίσκος και τα ζάρφια. Αφού τους πήραν ό,τι είχαν, τους ανάγκασαν με κοντακιές και χτυπήματα, ν' αλλάξουν δρόμο κατά τον Άι Κωνσταντίνο. Σαν προχώρησαν λίγο, σκόνταψαν σ' ένα μπουλούκι τούρκικο που έσερνε κοπέλες κι άντρες. Ύστερα ήρθαν κι άλλοι Τούρκοι κι άλλοι, που σπρώχνουν προς το μέρος τους γυναικόπαιδα...Σπρώξε απ' εδώ, σπρώξε απ' εκεί, καρφώθηκαν στη μέση οι χριστιανοί. Τώρα χτυπάνε από παντού. Σαν είδε μια γυναίκα να σκοτώνουν μπροστά της την γκαστρωμένη κόρη της, άρπαξε το χέρι του Τούρκου. Θεριό έγινε εκείνος. Δίνει μια στη γυναίκα και την ξαπλώνει κάτω. Αυτό λες κι ήταν το σύνθημα. Αμέσως αρχίζει σφαγή. Η Ιφιάνασσα κι οι δικοί της βρίσκονται πιο άκρη, κοντά στο δρόμο. Μες στο μακελειό, τα κλάματα, τα ξεφωνητά, ξέφυγαν απ' τους Τούρκους. Τρέχοντας σαν παλαβοί φτάσανε στο "Και". Εκεί έσμιξαν με τον κόσμο. Όλοι σπρώχνουν και σπρώχνονται για την αποβάθρα, όπου είναι αραγμένα τα πλοία. Απ' την εξάντληση και το συνωστισμό, κάθε τόσο κι αφήνουν όλοι από κανένα μπόγο. Όλα τα πολύτιμα και τ' ακριβά της Μικρασίας ήταν σκορπισμένα στην προκυμαία της Σμύρνης. Κανείς για τίποτα δε νοιάζεται. Μονάχα, πώς να φτάσουν στο καράβι. "Παναγιά μου, βοήθησε να σωθούμε, και ζητιάνοι ας γυρίζουμε σ' όλη μας τη ζωή". "Χριστέ μου, δώσε να φτάσουμε στην Ελλάδα, κι όρκο δίνω σε μοναστήρι να κλειστώ". " Άι Λεφτέρη μου, λευτέρωσέ μας, και τάμα κάνω ξυπόλητη να' ρχομαι στην εκκλησιά σου, να σου ανάβω το καντήλι".
Ακόμα λίγο και κοντεύουν.
Στα πλάγια η θάλασσα λερωμένη, και τα πτώματα τουμπανιασμένα χτυπολογιούνται αναμεταξύ τους. Αλίμονο, αν παραπατήσει κανείς. Δε θα σηκωθεί. Αλίμονο, αν πέσει κανείς στη θάλασσα. Εκεί θα μείνει.
Κάποια στιγμή σταμάτησαν. Φόρτωσε το βαπόρι κι έφυγε. Τώρα περιμένουν τ' άλλο. Ώρες περνούν...Η Ελένη μετράει και ξαναμετράει τα παιδιά. Μη χαθεί κανένα...Όλα κρατιούνται σφιχτά απ' το φουστάνι της κι απ' τα χέρια τους. Κοιτάει τον άγνωστο κακοπαθιασμένο κόσμο. " Τι να' γινε η Ευαγγελία;" σκέφτεται. " Ο Λεωνίδας, που πήγε να την βρει, τη βρήκε άραγε; Πού να βρίσκονται η Χρύσα, ο Καρατζόπουλος, η Δέσποινα, τα ανίψια της; Τι έγινε με το Μήτσο;" Η Βάσω είπε θα πήγαινε σε μιαν φιλενάδα της Εβραίισσα. Πού να' ναι τώρα;
Με το τελευταίο σπρώξιμο, βρέθηκαν πια στο καράβι, ξεσκισμένοι, καταματωμένοι, ξεμαλλιασμένοι. Ούτ' ένα μπογαλάκι μαζί τους...Κι οι πιο πολλοί άντρες να λείπουν...
Και σαν ξεκίνησε το καράβι, και σιγουρεύτηκε η ψυχή, και ξελαγάρισε το μυαλό, τότε, απ' τ' ανθρώπινα ρημάδια, που ξεριζώνονταν απ' τον τόπο τους, ένα ουρλιαχτό άρχισε να βγαίνει και να σκίζει τον αγέρα. Ένα ουρλιαχτό που' γινε θρήνος και μοιρολόι για τους άντρες, που έμειναν στα χώματά τους, και που ίσως ποτέ δε θα ξανάβλεπαν. ( απόσπασμα)

Ιφιγένεια Χρυσοχόου, Πυρπολημένη Γη, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1981.
Η " Πυρπολημένη Γη " είναι το πρώτο βιβλίο της  τριλογίας της Ιφιγένειας Χρυσοχόου. Αρχίζει το 1877 και τελειώνει το 1922 με τον ξεριζωμό του Ελληνισμού από τη Μικρά Ασία. Το δεύτερο " Μαρτυρική Πορεία" αναφέρεται στην ομηρία 1922 - 1924. Το τρίτο " Ξεριζωμένη Γενιά" αρχίζει με το καράβι που κουβαλάει τους ξεριζωμένους του 1922, την εγκατάστασή τους στη Θεσσαλονίκη, την πάλη τους για την επιβίωση και τελειώνει το 1977 με το ρίζωμα και τις επιτεύξεις τους.



Ο Ξεριζωμός! Από το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη "Το μεγάλο μας τσίρκο" (1973) με τον Νίκο Ξυλούρη και την Τζένη Καρέζη σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου.Εμβόλιμα μέσα στο τραγούδι ακούγονται αυθεντικές αναζητήσεις μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.



Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Ο όρκος

 
    Εδώ στην ίδια θέση αντίκρυ στο τζάκι καθόταν και τότε που ήρθε το πρώτο μαντάτο. Βέβαια, άλλο ήτανε τότε κι άλλο τώρα. Τώρα ήρθε η Αντωνία του Μυλωνά και ζήτησε τη μοναχοκόρη της για νύφη: "Ο γιος μου είναι τρελός και παλαβός για την Άννα. Μου' πε να' ρθω η ίδια να στο πω , και πως κανένας μη γελαστεί και φέρει εμπόδιο, γιατί κακό μεγάλο θα γίνει".

    Η Ασημίνα κοιτάει τις κόκκινες φλόγες να ξεπετιούνται απ' τα ξύλα. Πότε να μεγαλώνουν, πότε να χάνονται, πότε να παίρνουν λογής λογής παράξενα σχήματα. Τότε, εκείνο το χειμώνα, ήτανε μαύρο το μαντάτο. Κι οι πύρινες γλώσσες αλλιώς φαίνονταν ανάμεσα απ' τα σκυμμένα κεφάλια. Σαν ακαπίστρωτα άλογα χυμούσαν ψηλά και λες πάλευαν με φαντάσματα. Βέβαια, όλα αλλιώς ήτανε τότε. Όμως και τώρα ένα σφίξιμο νιώθει. Τι θα πει αύριο στην Αντωνία που θα΄ρθει για την απάντηση;

    Κοιτάει και ξανακοιτάει τη φωτιά στο τζάκι. Αυτή έκανε όρκο μεγάλο πως ποτέ δε θα΄δινε την κόρη της σε πεθερά. Δεκαεφτά χρόνια λέει και ξαναλέει τον όρκο κάθε βράδυ σαν προσευχή στον εαυτό της. Από τότε που ήρθε το μαύρο μαντάτο. Λάθος, δεν είν' δεκαεφτά. Είναι δεκαοχτώ, από τότε που γεννήθηκε η κόρη της. Μα όχι, ούτε κι από τότε είναι. Είναι δεκαεννιά. Δεκαεννιά ολόκληρα χρόνια. Από τότε που παντρεύητηκε. Από τότε έκανε τον όρκο.

   Όλο το χωριό τη μακάριζε για την τύχη της. Μα κι όλοι λέγανε, πως για το λεβέντη το Στέλιο, το γιο του καπετάν Μαρώκη, μονάχα η Ασημίνα, που ήταν πρώτη στην ομορφιά, τη γνώση και την προκοπή, μονάχα αυτή ταίριαζε.

   Ωστόσο, η μάνα της στεναχωριόταν. Κάποτε την άκουσε να λέει στη θεία Μαρία:
 " Δε λέω, Μαρία, πολύ καλό είν΄το παιδί, κι η Ασημίνα μου τον αγαπάει. Όμως η κόρη μου μπαίνει μέσα σε πεθερικά".
   Η Ασημίνα δεν κατάλαβε τότε, τι ήθελε να πει η μάνα της. Μα σαν παντρεύτηκε, και μπήκε σ΄αυτό το σπίτι, τότε πια έζησε τη μαύρη ζωή της νύφης.

   Απ' την πρώτη κιόλας βδομάδα, ένιωσε, σε τούτο το σπίτι, το σπίτι του αντρός της, μια ξένη. Τι ξένη; Πεθερά και κουνιάδες την είδαν σαν εχθρό.
   Ο άντρας της, καλός, γλυκομίλητος, με κάθε τρόπο έδειχνε την αγάπη του. Πώς να τα συγχωρήσουν αυτά αδελφές και μάνα; " Ακούς εκεί, να' ρθει μια ξένη να πάρει τ' όνομά τους, να θρονιαστεί στο σπίτι τους και να' χει τα πρωτεία; Ε, όχι." Κι άρχισε φανερός και κρυφός πόλεμος. Όλα της νύφης στραβά.
   Μήνες έκανε η Ασημίνα να ξεμάθει τις συνήθειες τις δικές της και να μάθει τις δικές τους. Μήνες να συνηθίσει τα χούγια τους, τα φερσίματά τους. Μήνες να καταλάβει τους τρόπους τους και τη συμπεριφορά τους. Εκείνο που δεν κατάφερε, ήταν να ξεριζώσει τ' αδελφάκια της και τους γονιούς της από μέσα της.
Μπορεί, αν είχε κοντά της τον άντρα της, να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Μα ο Στέλιος της βρισκόταν σε ταξίδια και σπάνια έμενε στο σπίτι. Βέβαια, όταν γεννήθηκε το κοριτσάκι της, πολλά άλλαξαν. Αφοσιώθηκε σ' αυτό και δεν την πολυένοιαζε για όλα τριγύρω. Ούτε κι έδινε μεγάλη σημασία. Μα όταν ήρθε το μαύρο μαντάτο, ε, τότε πια άλλαξε ολωσδιόλου η ζωή της.

   Και τότε καθόταν εδώ στην ίδια θέση και βύζαινε το μωρό. Κι η πεθερά κι οι κουνιάδες ήταν σκυμμένες στο τζάκι, όταν μπήκε ο πεθερός και τους είπε ότι το καράβι βούλιαξε στη Μαύρη θάλασσα. Δεν τους το' πε έτσι ακριβώς, μα αυτές κατάλαβαν ότι ο Στέλιος πνίγηκε. Μονομιάς τινάχτηκαν απάνω κι άρχισαν να ξεφωνίζουν, να τσιρίζουν,να σκληρίζουν και να τσουρομαδιούνται. Το ίδιο και η Ασημίνα. Και το μωρό της χάμω να κλοτσάει, να κλαίει και να μη σταματάει τις στριγκλιές και τα ξελαρυγγίσματα.
  Ύστερα, μαυροφόρεσαν και κλειδώθηκαν στο σπίτι. Μονάχα εκκλησιά και θρησκευτικά καθήκοντα. Κι από τότε πια άρχισε η μαύρη της ζωή. Όχι βέβαια, επειδή τώρα δούλευε πιο πολύ. Η Ασημίνα ήταν πολύ δουλευτάρα. Πάντα σηκωνόταν απ' την αχάραγη νύχτα κι άρχιζε απ' το κατώγι και τα ζωντανά. Κι όταν τέλειωνε τις κάτω δουλειές, και καλοξημέρωνε, ανέβαινε απάνω. Ήξερε ότι ήταν η ώρα που άνοιγε τα μάτια ο πεθερός. Άνοιγε κι αυτή προσεκτικά την κάμαρά του για ν' ανάψει το τζάκι.

  Ήταν η κάμαρα που κοιτούσε στη θάλασσα και την έβλεπε όλη μέρα ο ήλιος. Εδώ περνούσε η οικογένεια τις χειμωνιάτικες μέρες. Καθώς έμπαινε η Ασημίνα, ανασήκωνε με το΄να χέρι την κουρελού για ν΄ανοίξει δρόμο. Παραμέριζε ύστερα το σκαμνί που ήτανε μπροστά στο τζάκι, έσκυβε κι απόθετε τα λιανόκλαδα που κρατούσε στην αγκαλιά της και καθόταν ν' ανάψει τη φωτιά. Καμιά φορά χρειαζόταν να φυσήξει. Και τότε έσκυβε πιο πολύ και χαιρόταν το λαμπύρισμα και τη ζέστη. Ήξερε , ότι άμα άναβε φωτιά, και σηκωνόταν ο πεθερός, αυτή δεν είχε πια δικαίωμα να πλησιάσει στο τζάκι. Συχνά , έριχνε μια ματιά απ' τ' ανοιχτά παράθυρα στη θάλασσα και το ίδιο καυτερό δάκρυ ανέβαινε στα μάτια της. Ύστερα, έβαζε στο γιούκο στρωσίδια και σκεπάσματα, και σκούπιζε. Τότε μπαίνανε μέσα πεθερά και κουνιάδες , κι αυτή άρχιζε με τις άλλες κάμαρες. Συχνά αποξεχνιόταν με τις δουλειές, κι ούτε θυμόταν να φάει. Κανένας δε νοιαζόταν . Κανένας δεν τη ρώτησε ποτέ αν κουράστηκε. Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε αν αρρώστησε. Όλα μονάχη τα περνούσε στο πόδι. Ποτέ δεν της έδειξαν λίγη συμπόνια, λίγη ανθρωπιά. Από τότε που χάθηκε ο άντρας της , σαν δούλα τη μεταχειρίζονταν.
     Ούτε και το παιδί της το συμπάθησαν. Και σαν παντρεύτηκε η μεγάλη κουνιάδα κι έμεινε μαζί τους, ύστερα απ΄τον ξαφνικό θάνατο του αντρός της, με το μωρό της στην αγκαλιά, τότε πια ολοφάνερα δείχνανε την αντιπάθεια στο κοριτσάκι της. Απορούσε η Ασημίνα, πως οι στεγνωμένες τους ψυχές κρύβαν τόσο μεγάλη αγάπη για το γιο της κουνιάδας. Όλα του γιου σωστά. Όλα της κόρης στραβά. Ό,τι και να΄κανε , τους έφταιγε. Όπως και να φερόταν , τους πείραζε.
"Πραγματικό αγγόνι, της λέγανε, είναι ο Λάκης μας. Η κόρη σου είναι για μας ξένη . Ξένη πόνεσε να τη γεννήσει. Δεν πόνεσε η αδελφή μας..."

   Περνούσαν τα χρόνια. Όσο μεγάλωνε η Αννούλα της, τόσο και χειροτέρευε η κατάσταση. Το κοριτσάκι της έμοιαζε με λουλουδάκι που το΄χαν πνιγμένο αγριοπούρναρα. Μόλις έκανε να ξεμυτίσει, να χαρεί τον ήλιο, να πάρει ανάσα ερχόταν τ' αγκάθια και τρυπούσαν το τρυφερό του κορμί. Κι όταν έγινε δώδεκα χρονώ, κι είδε η Ασημίνα ότι η ζωή δεν ήταν πια σ' αυτό το σπίτι για το παιδί της, πήρε την απόφαση να φύγει.

Ξαφνικά πέθανε από συγκοπή ο πεθερός. Και μέσα στο μήνα πάει κι πεθερά, που ήταν από δυο χρόνια κρεβατωμένη. Κι έτσι, καθώς μοιράστηκαν τα κτήματα, κι έπεσε στο μερδικό της Ασημίνας τούτο το σπίτι και τ' αμπέλι στη ρεματιά, φύγανε οι κουνιάδες κι απόμειναν η Ασημίνα κι η κόρη της μονάχες στο σπίτι.
    Πολλές φορές βλέπει η Ασημίνα τον εαυτό της να μπαίνει νυφούλα σ' αυτό το σπίτι, και την πιάνει μανία. Της έρχεται να ξεσκίσει τ' άσπρο μεταξωτό φουστάνι. Να κουρελιάσει το νυφιάτικο πέπλο. Να κομματιάσει όλα όσα βρίσκονται μπροστά της. Να χτυπήσει και να διώξει τους καλεσμένους . Να ξεκουμπήσει τα πεθερικά και να μείνει ολομόναχη. Ύστερα , να ξεγυμνωθεί ολότελα και να χώσει τα νύχια της στο κορμί της και να ξεσκίζει τις σάρκες της . Να βλέπει το αίμα να ξεπηδάει ζεστό και κόκκινο, και να χαίρεται , και να ευχαριστιέται. Να πέφτει χάμου, να χτυπιέται, και να σηκώνεται και να τσουρομαδιέται, και να ξαναπέφτει, και να ξανασηκώνεται , και να ξαναρχίζει να πέφτει, ώσπου να μην μπορούσε πια να σηκωθεί.

   Όμως το κοριτσάκι της το αγαπούσε πολύ η Ασημίνα.Πιο πολύ απ΄τον εαυτό της. Κι ονειρευότανε να το δει νυφούλα. Μα νυφούλα μονάχα με το γαμπρό και κανένα συγγενή..." Η κόρη σου τον αγαπάει το γιο μου. Κι ο γιος μου είναι τρελός για την Άννα. Μου' πε να' ρθω η ίδια να στο πω, και πως κανένας μη γελαστεί και φέρει εμπόδιο, γιατί κακό  μεγάλο θα γίνει..."
  Τα λόγια της Αντωνίας, σαν τον κασμά που χτυπάει τη γης , και ξεσκάβει τις ρίζες , και τις πετάει έξω, αγωνίζονταν να ξεριζώσουν τον όρκο. Μα ο όρκος της Ασημίνας έχει βαθιές και γερές ρίζες. Όχι, η Ασημίνα δε θα ' δινε την κόρη της σε πεθερικά.

   Κοιτάει το τζάκι που κοντεύει να σβήσει. Ένα παράξενο χαμόγελο πέρασε απ' το κουρασμένο της μούτρο . Αύριο που θα' ρθει η Αντωνία, θα της πει: " Ναι, συμπεθέρα, ο γάμος θα γίνει του Θωμά. Και τ' αρβωνιάσματα, τούτη την Κυριακή κιόλας".

  Οι μέρες καλοσύνεψαν. Σ΄ένα μήνα έχουμε του Θωμά. Απ' το πρωί το' βαλε στο νου της η Ασημίνα να πάει να μαζέψει με τη συμπεθέρα, την Αντωνία, ραδίκια. Θα πάνε στ' αμπέλι της ρεματιάς. Εκεί, στο δρόμο, που είναι οι βατομουριές, βρίσκει κανείς μεγάλα και τρυφερά ραδίκια. Και σήμερα είναι μια λιακάδα, μια λιακάδα...

Ξαφνιάστηκε η Αννούλα.
- Γιατί έτσι βία , μάνα;
-Λίγον αγέρα, παιδί μου. Θα πάρω και τη συμπεθέρα. Να δω και τα κλήματα, αν ξεμύτισαν τα φύλλα.

  Κι ετοιμάστηκε βιαστικά βιαστικά. Πήρε και καλάθι, και δυο μαχαίρια. Η συμπεθέρα κουβάλησε ένα τσούλι. Είχε μαζί της και ψωμοτύρι. Ξεσηκώθηκε κι η πλαϊνή η ψάλταινα.

- Θα' ρθω μαθέ ςκι εγώ
Θεριό έγινε η Ασημίνα.
- Άσε μας, χριστιανή μου. Άσε μας δυο συμπεθέρες να πάρουμε τον αγέρα μας. Να τα πούμε και λιγάκι...

Η συμπεθέρα ήτανε όλο χαρά. Η Άνοιξη έλαμπε. Γλύκα η ατμόσφαιρα και λαχταριστή ζέστα ο ήλιος. Στο δρόμο, εκεί, που το μονοπάτι στενεύει τόσο, που δύσκολα χωρούν να περάσουν, κι η κατηφοριά ως το βάθος που τρέχει το νερό , γίνεται άγρια κι απότομη, κοντοστάθηκε η Ασημίνα. Μέτρησε με το μάτι το γκρεμό, και συνέχισε αμίλητη το δρόμο.

  Πήγανε οι δυο συμπεθέρες στ' αμπέλι, φάγανε ψωμοτύρι και μαζέψανε ραδίκια. Η Αντωνία αργούσε παραπάνω. Διάλεγε τα μεγάλα και τα καθάριζε μαζί. Η Ασημίνα μάζευε στην τύχη, ακόμα κι αγριόχορτα. Ύστερα κουβέντιασαν για το γάμο.
- Ξέρεις, συμπεθέρα, μεγάλη τύχη έχω που κάνω νύφη την κόρη σου. Σκεφτόμουνα για το γιο μου μια νύφη σαν κι εσένα. Και ποια μπορεί να' ναι τόσο προκομένη, τόσο καλή, τόσο υπομονετική σαν την Ασημίνα του Μαρώκη; Ποια άλλη, εκτός απ΄την κόρη της; Γιατί ξέρεις κι εγώ το Θάνο μου τον αγαπώ. Τον αγαπώ πολύ. Κι αν έπαιρνε γυναίκα που δε θα τον είχε όπως ονειρεύομαι , θεριό θα γινόμουνα. Θεριό ανήμερο να την πνίξω...Μα τι έπαθες, συμπεθέρα; Μη χειρότερα ...Σε καλό σου...Κάτι έχεις σήμερα.

  Στο γυρισμό , η Ασημίνα περπατάει βαριά. Βλέπει τα χωράφια καταπράσινα. Κι ανάμεσα απ' τα στάχυα, που σάλευαν νωχελικά, ορθόστητες, κατακόκκινες παπαρούνες , λες και στάζαν αίμα.

  Εκεί που στενεύει το μονοπάτι, σαν έφτασε η συμπεθέρα, πατάει τις φωνές η Ασημίνα.
-Στάσου, στάσου, συμπεθέρα . Στάσου.
Κέρωσε η συμπεθέρα. " Θεέ Μεγαλοδύναμε, τι έπαθε τούτη, καλέ;"
Σαν τρελή τρέχει η Ασημίνα και πέφτει μ' ορμή απάνου της. Την ίδια στιγμή δυο σώματα τινάχτηκαν στον γκρεμό. Κάτι πέτρες ξέφυγαν απ' τη θέση τους και κύλησαν στο βάθος. Το νερό εμποδίστηκε για λίγο. Ύστερα άνοιξε δρόμο ανάμεσα απ΄τα δυο πτώματα.

  Αναβλήθηκε ο γάμος για να γίνουν τα σαράντα.

Το βράδυ, ύστερα απ΄το γάμο, λέει ο Θάνος στη νύφη.
- Τώρα δεν έχω στον κόσμο άλλον από σένα. Πρώτα είχα και τη μάνα μου. Τώρα εσένα έχω γυναίκα , εσένα και μάνα.
- Κι εγώ, εσένα άντρα εσένα και μάνα, έκανε αυτή με  φωνή πνιγμένη  στον πόνο και στην ευτυχία.








Δημοσιεύτηκε στο " Μακεδονικό Ημερολόγιο " το 1950 και περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων της Ιφιγένειας Χρυσοχόου, ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ : Οικιακά, Εκδόσεις Φιλιππότη , Αθήνα 1988