Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Πάντα σε γη αγαθή ( Η Έλλη Αλεξίου γράφει για τον Γιάννη Ρίτσο)

Η φωτογραφία από το Ριζοσπάστη
 Α΄
Σα να ήτανε προκαθορισμένο πως κάποτε, σε χρόνια μελλούμενα, θα έχει γίνει ο Ρίτσος ένας μεγάλος μας ποιητής και θα χρειαστεί να τον σκιαγραφήσουμε, κάποιος, που μεριμνά όλα να γίνουνται με πληρότητα και τάξη, μου τον έβαζε, τον Ρίτσο, κατά ποικίλα χρονικά διαστήματα, σταδιακά, μπροστά μου, για να πλουτίζει τη γνώση μου για τον άνθρωπο με άμεσες εντυπώσεις.
Ο γύρω κόσμος άλλαζε μορφές, καταστάσεις, προσανατολισμούς. Από ειρηνικός γινόταν εμπόλεμος. Από γαλήνιος, θυελλώδης. Από ψυχικά αδελφωμένος και κατανοήσιμος, εμπαθής, φανατισμένος, εχθρικός.
Ο Ρίτσος, μέσα σ' αυτά τα αναποδογυρίσματα, που παράσερναν στη δίνη τους κόσμους, φυσικούς και ανθρώπινους, έμοιαζε σαν έξω από τη θεομηνία. Έμοιαζε με τη Ντία μας. Το κρητικό πέλαγος φουρτουνιάζει. Γεμίζει "προβατάκια". Οι αφροί δέρνουνε τα μπεντένια να τα ξεθεμελιώσουν. Η γη συγκλονίζεται από τους σεισμούς, η Ντία, όπως πίσω από τον κατακάθαρο ουρανό, ίδια κι όταν αχνοφαίνεται μέσα στην ομίχλη, ή όταν άγρια η νεροποντή πάει να πνίξει τη γη, η Ντία αμέτοχη στον πανζουρλισμό των στοιχείων αγωνίζεται να μας είναι ορατή για να μας μεταδίδει τη γαλήνη της. Πολύ της έμοιαζε ο Ρίτσος· έξω κι αυτός από τις θεομηνίες. Τα Μακρονήσια και οι Γιούρες ήταν μόνο τα σχολεία που φοίτησε.
Νεαρός, παιδί εικοσάχρονο, ασυμπαράστατο κι από την ίδια την ευπρόσβλητη ιδιοσυγκρασία του, στο ημιυπόγειο του Γκοβόστη, κοντά σε εκδότη δυσμεταχείριστο, με φρουρό του στην πόρτα των εγκάτων του την αξιοπρέπεια και την ποίηση, περνούσε τις ημέρες του σκυμμένος στα δοκίμια σαν αιωρούμενος πάνω από τις μικρότητες της ζωής. Δεν τον άγγιζαν.
Δεν τον άγγιξε η μεταξική βαρβαρότητα. Το πρωί ο Δημοσθένης Ζήλος, γαμπρός του Αυγέρη από την αδερφή του, δικαστής, είχε έρθει τότε στο σπίτι τους, της οδού Πατριάρχου Ιωακείμ, και είχε διηγηθεί την εξαφάνιση ενός από τους δώδεκα συλληφθέντες της Μυτιλήνης "...ήρθε το πρωί ", έλεγε ο Ζήλος, " κάπως αλλοιωμένος...με το σακάκι του γεμάτο εμετούς...το απόγευμα δεν προσήλθε. Είπαν άλλοι πως αυτοκτόνησε κι άλλοι πως τον εξόντωσαν...". Το ίδιο απόγευμα ήρθε στη Γαλάτεια, όπου βρισκόμουν κι εγώ από το πρωί, ο Ρίτσος. Μπήκε και προχώρησε αθόρυβα στο μεγάλο δωμάτιο. Με τη συγκρατημένη βάδιση που έχει και τώρα καθώς προχωρεί ή αποχωρεί από την εξέδρα των εκδηλώσεων. Η Γαλάτεια σηκώθηκε και πήγε κοντά του. Αντάλλαξαν λίγες φράσεις ορθοί κι οι δυό με πολύ χαμηλή φωνή. Θα είπαν κάτι σημαντικό. Επικίνδυνο. Οι εκφράσεις τους είχαν τη συγκέντρωση του ταραγμένου νου. Και κείνη η έκδηλη ταραχή με γέμισε σεβασμό για τον Ρίτσο. Ήταν πλαισιωμένη από ένα καλοκαιρινό κοστούμι γκρι και από άσπρα παπούτσια ταλαιπωρημένα - η όλη εικόνα κάθε άλλο από πλούσια και εντυπωσιακή - που περιβάλανε κάτισχνο κορμί, κάτωχρο δέρμα...Το μηδέν σήκωσε το άπαν.
Σ' ένα παραθερισμό στον Πόρο τον έβλεπα καθημερινά. Η ζωή του ήταν σαν προγραμματισμένη. Όλα γίνουνταν με τάξη. Η ανθρωπιά ξεχείλιζε κι από την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια μιας ανέμελης, μόνο για ξεκούραση, θερινής διαβίωσης.
Έτυχε όμως να συγκατοικήσουμε με τον Ρίτσο και σε μέρες φουρτουνιασμένες. Τώρα δεν είχα τις φευγαλέες εντυπώσεις από τυχαίες συναντήσεις. Από αντικρίσματα συμπτώσεων. Τώρα το πρόπλασμα, που δουλευόταν για τον Ρίτσο, το υγρό ακόμη και αδιαμόρφωτο, είχε αποκρυσταλλωθεί οριστικά στο μάρμαρο. Η συνύπαρξη εκείνη σε εποχή που το όνειδος μάς κυβερνούσε, που ο κατατρεγμός των ηρώων και η εξόντωσή τους από τους δοσίλογους ήταν το καθημερινό ψωμί μας, τότε ήτανε χαρά και αγαλλίαση να συνυπάρχεις με το Ρίτσο. Ο ποιητής μας με το μπλοκάκι και το μολύβι κολλημένα στα χέρια του κυκλοφορούσε ολοκληρωτικά δοσμένος στο έργο του. Μέσα στο σπίτι ήταν απόλυτα συναδελφωμένος με τα πεύκα , με τα γιασεμιά, με το Γκούντη, το μοναδικό επιζήσαν του λιμού γατί της περιοχής, και με τις εφησυχάζουσες χορδές του πιάνου. Σα να ζούσε κάτω από στοργικό καθεστώς, που του είχε εξασφαλίσει ανέγνοια ζωή. Στο σπίτι μου κυκλοφορούσαν τότε κι άλλοι ωραίοι άνθρωποι, δοκιμασμένοι αγωνιστές. Στα λόγια τους, στην ταραχή που συνόδευε κάθε χτύπημα της πόρτας, ή κάθε επίσκεψη αγνώστου, έβλεπες να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό τους η υποψία, η αγωνιώδικη περιέργεια. Ο Ρίτσος σήκωνε προς στιγμή τη ματιά του από το μπλοκάκι κι αμέσως έσκυβε ξανά το κεφάλι στο " γίγνεσθαι" της κάθε στιγμής:

ορθοί κ' οι δυό μας
με τη διάφανη ασπίδα του ποιήματος
στεκόμαστε μπροστά στις ξιφολόγχες.

Έτσι είναι. Κανένας δεν μπορεί ν' ανεβεί ψηλά, ούτε στον κοινωνικό ούτε στον καλλιτεχνικό στίβο, αν τη δράση του δεν την κυβερνάει η απόλυτη πίστη. Ο Ρίτσος αντιμετώπιζε με ακλόνητη αυτοπεποίθηση όλες τις πιθανότητες και τις πιο τραγικές. Θα ήτανε αδύνατο στη συνείδησή του να συμφιλιωθεί με την ανομία. Από καιρό, στη ζυγαριά της κρίσης, η πλάστιγγα του ηθικού χρέους είχε βαρύνει οριστικά. Λέω πως και το εκτελεστικό απόσπασμα θα το αντίκριζε  με την ίδια στωικότητα. Στις ανθρώπινες κορυφές οι ιδεολογικές τοποθετήσεις μελετούνται και τακτοποιούνται έγκαιρα.
Όταν αποφάσισες να διαπλεύσεις τον ωκεανό με ακάτιο, ήξερες βέβαια πως θα συναντήσεις και " τους λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες [και] τον θυμωμένο Ποσειδώνα...".
Έτσι, τον Ρίτσο τον αντιμετώπιζα και τον αγαπούσα άλλοτε σαν άμαθο παιδί, που η αθωότητα δεν το δίδαξε ακόμη πόσο είναι επικίνδυνο να περπατάς σε ναρκοθετημένα πεδία, κι άλλοτε σαν ήρωα κατασταλαγμένο. Στο προσκήνιο της μνήμης μου, σαν μορφές ηρώων και ηρωισμών, όταν το απαιτήσει το θέμα, ανεβαίνουν οι εικόνες  του Ντοστογιέφσκη, του Μπελογιάννη και κατά περίεργο, ανεξιχνίαστο τρόπο, ακολουθεό τρίτη του Ρίτσου.
Του Ντοστογιέφσκη, όταν στο χιονισμένο ρούσικο πρωινό του φοράνε το λευκό σάβανο, όπως συνήθιζαν να κάνουν στους μελλοθάνατους την τελευταία στιγμή, για να γίνεται η σκηνή πιο μακάβρια, κι αυτός τρέμει από το κρύο. Οι άλλοι καταδικασμένοι κλαίνε, αυτός τρέμει και τον προστάζουν ν' ανεβεί στο ικρίωμα, όπου περιμένουν τους ήρωες οι θηλιές της κρεμάλας στη σειρά, και ενώ έχει βαδίσει μερικά βήματα καταφτάνει ξεψυχισμένος από το τρέξιμο ένας ιππέας πάνω στ' άλογο φέρνοντας τη χάρη στους μελλοθάνατους από τον τσάρο.
Στην περίπτωση του Μπελογιάννη αναθρώσκει από τα βάθη της μνήμης μια φράση που συνοδεύει πάντα αξεχώριστη την εκφώνηση του ονόματός του. Ήξεραν αυτοί τι είχε προηγηθεί. Όλη τη σειρά των υποχθόνιων μέσων που είχαν μπει σε ενέργεια, των ανήκουστων βασανιστηρίων, των ποικίλων μηχανημάτων που χρησιμοποίησαν οι επιστήμονες του εγκλήματος, για να κάμψουν το ηθικό του ήρωα...και δυό τρεις ημέρες πριν από την εκτέλεση τον άφησαν να διαβάσει εφημερίδα...Ο στρατοδίκης αυτό το εσκεμμένο μέτρο το εκμεταλλεύεται και λέει στην ομιλία του: "...διάβαζες και εφημερίδες και ύστερα λες πως σε τρομοκρατήσαμε , πως σε τρομοκρατούμε...". Κι ο Μπελογιάννης τον διακόπτει έντονα: " Αυτό δεν το είπα ποτέ! Γιατί εγώ δεν τρομοκρατούμαι!".
Τρίτος στη σειρά ακολουθεί ο Ρίτσος. Δεν έχω να προσκομίσω ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία. Τον τοποθετεί εκεί ο ατομικός μου ψυχικός, συνειδησιακός κατάλογος.

Β ΄

Με όσα περίπου προηγούνται, κατατεθειμένα στο μυαλό μου, έτυχε να επικοινωνήσω με τη Σονάτα του σεληνόφωτος.
Βρισκόμουν σε σαλόνι σπιτιού, σε οικογένεια που γνώριζα και επισκεπτόμουν για πρώτη φορά. Το απόγευμα, στην ώρα του καφέ, ο πατέρας, πολύ καλλιεργημένος, όπως και όλα τα μέλη της οικογένειας, επρότεινε: " Μήπως θα θέλατε ν' ακούσουμε το δίσκο του Ρίτσου με τη Σονάτα του σεληνόφωτος;
- Πολύ".
Απλώθηκε ησυχία και άρχισε ν' ακούγεται η φωνή του Ρίτσου με υπόκρουση της μπετοβενικής μουσικής. Όταν το άκουσμα τελείωσε, βρισκόμουν σε κατάσταση έξαλλης μέθης! Δεν μπορούσα να κατασιγάσω τη συγκίνηση μου. Σηκώθηκα απότομα απάνω και σα να ήμουν μόνη σε οικείο χώρο, ΄όχι ανάμεσα σε ξένο περιβάλλον, που έβλεπα πρώτη φορά κι έπρεπε να αυτοσυγκρατούμαι, βάλθηκα να πηγαίνω πάνω κάτω, πάνω κάτω, διασχίζοντας διαγώνια τη μεγάλη αίθουσα, μονολογώντας δυνατά: " Είσαι παμμέγιστος!", " είσαι παμμέγιστος!", " είσαι παμμέγιστος!", ενώ οι γύρω μ' ενατένιζαν με βλέμματα απορίας και ανησυχίας...Από το πρωί δεν είχα δώσει την εντύπωση ούτε φωνακλά, ούτε μετακινούμενου.
Οι πολλοί αγαπούν τα πρώτα ποιητικά έργα του Ρίτσου. Δεν ανήκω σ' αυτούς. Νομίζω πως τα νεανικά έργα των ποιητών, ίσως κι όλων των δημιουργών, είναι τα πιο κατανοητά, και γι' αυτό πιο αγαπητά από τους πολλούς. Δεν παρουσιάζουν ακόμη προεκτάσεις. Η κάθε λέξη τους, η κάθε φράση τους, μόλις εκφωνηθεί, δεν αφήνει ανοίγματα. Μπορείς να της βάλεις τελεία. Με το πέρασμα του καιρού τα αποθέματα των ποιητών πολλαπλασιάζονται. Η συνείδησή τους υπερπληρούται. Συγκλονιστικές εικόνες, παθητικοί διάλογοι, πλησιάσματα κι αγωνιώδικοι χωρισμοί, εξάρσεις ευτυχίας και θανατερές καταθλίψεις συνωστίζουνται στο υποσυνείδητο, απ' όπου δεν μπορούν πια να βγουν "κατά μόνας". Θα βγουν σύμμικτα, πληθωρικά, μα ο μυημένος αναγνώστηςτα απολαμβαίνει σ' όλες τις μυστικές προεκτάσεις τους.
Σήμερο ο Ρίτσος δε θα μπορούσε πια να περιοριστεί σε στενούς χώρους. Η Σονάτα του σεληνόφωτος από πλευράς βασικής έμπνευσης, κυρίου θέματος, όπως συνηθίζεται να λέγεται, είναι δυσκολοκαθόριστη, αν μη και εντελώς απρόσφορη. Και μόνη η απόπειρα τέτοιου καθορισμού θα απόδειχνε το ανίδεο του ερευνητή. Εδώ πρόκειται για μια αναμόχλευση από βιωμένες, ή μόνο με τη φαντασία, χαμένες δυνατότητες. Από στιγμές που έμειναν ανεκμετάλλευτες, ή όταν ήρθαν δεν άφησαν σήμα, κι όμως φεύγοντας άφησαν ανεξίτηλα χνάρια, ή καλές, βιωμένες στιγμές, που σβήσανε ανεπανάληπτες...και τις αποζητά η συνείδηση...
Για να γίνει τέτοια αποθησαύριση , απαιτείται η σχετική αρετή του συλλέκτη. Να ξέρει ενστικτώδικα τι αξίζει να διαφυλαχτεί. Είναι η φυσική λειτουργία του γεννημένου ποιητή. Η Σονάτα είναι μια ζεστή συνύπαρξη από οδυνηρά στοιχεία. Είναι σταγόνες δακρύων σε αδαμαντοκόλλητη χοάνη. Εκεί ακουμπάνε και κυλάνε τους δακρυσμένους στοχασμούς τους οι ευνοημένοι, φτασμένοι ποιητές.
Διαβάζω και βλέπω τα δάκρυα να σταλάζουν. Βλέπω ακόμη πως μέσα σ' αυτή την ηρωική εγκαρτέρηση υπάρχουν και επίκλησες διάσωσης. Πάντα και στην έσχατη, την εντελώς ακραία, στιγμή του απελπισμού υψώνεται από τα μύχια του ποιητή, σχεδόν ακούεται, η υπόκωφη γλυκύτατη φωνή. Δεν έκλεισαν οι πιθανότητες, θέλεις να σου επιτρέψει, " να σ' αφήσει να πας μαζί του " , σου το υπαγορεύει η δύναμη, η κατατεθειμένη κι αυτή στον εσωτερικό χώρο. Ακριβοφυλάγεται στο χώρο των ποιητικών εγκάτων. Είναι η επίκληση, δύναμη υπαρκτή. Δεν εκφωνείται στο κενό. Είναι σαν ανταπόκριση στο δραματικό ξετύλιγμα των βιωμάτων. Αν έλειπε αυτή η αλληλουχία των δυό δραματικών στοιχείων το ποίημα θα γινόταν ένα άσκοπο αντιπαθητικό μοιρολόι σε νεκρούς τάφους.
Μα ο Ρίτσος δεν έκαμε ποτέ νεκρή ποίηση. Πάντα κάποιος τον ακούει και συμμετέχει. Η φωνή του κινεί τους αντίλαλους. Συχνά οι αντίλαλοι είναι ομαδικοί. Αλλά και ατομικοί· όπως στη Σονάτα. Εδώ πρόκειται για ιερή εκμυστήρευση. Τόσο εκ βαθέων, που και η παρουσία του ετέρου προσώπου, που η ύπαρξή του κρίνεται απαραίτητη, για να έχει αληθινότατη η εκμυστήρευση, αν ήτανε παρουσία ορατή, συγκεκριμένη, πραγματική, πάλι το ποίημα θα έχανε από το πάθος που το διαπνέει. Πάλι θα μεταβαλλόταν σε στιχομυθία τέτοια, που ο τόσο γνώστης ποιητής δε θα της επέτρεπε να βγει στο φως.
Όλα στη Σονάτα είναι υποβλητικά, αν και με ρίζες υπαρκτές. Η μεγάλη ποίηση μιλεί, κι αυτή ακούει. Ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός μιας εξομολόγησης παθητικής:

Το ξέρω πως ο καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

.....

ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα 
( Τέταρτη διάσταση, σ.46)

κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια

.....

έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακκακιού σου
( στο ίδιο, σ.47)

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων
( στο ίδιο, σ.51)


Του την εμπιστεύεται με πολύ δισταγμό. Με συστολή, με ανησυχία, με φόβο και πολλή μετάνοια:" Και στι γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση", γιατί, ενώ είναι τα μύχια της συνείδησής του, δεν είναι σίγουρος αν πέφτουν σε "γη αγαθή". Φοβάται μήπως η ποίησή του λειτουργεί με περισσότερη από όση η ίδια η ποίησή του απαιτεί ευπιστία κι εμπιστοσύνη. Ακριβώς γιατί ήσαν αποστάγματα μιας ψυχικής διεργασίας υψηλής ποιότητας. Τα συνοδεύει η αγωνία μήπως δύσκολα κατανοηθούν από τα πλήθη.
Είναι όμως τόσο διεισδυτική η ποίηση του Ρίτσου που, αβοήθητη και άοπλη η μετάγγισή της, μεταβάλλει την άγονη γη σε "γη αγαθή". Η Σονάτα ετοιμάζει από μόνη της τη δεκτικότητά της. Πάντα θα πέφτει σε γη αγαθή. Όπως κάθε μεγάλο έργο τέχνης.

Έλλη Αλεξίου

Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο, Κέδρος, Αθήνα 1980
Εις μνήμην του πλέον αγαπημένου μου ποιητή , που έφυγε από τη ζωή στις 11Νοεμβρίου 1990

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Το ραδιοφωνικό αφιέρωμα του Δαυίδ Ναχμία στο Μενέλαο Λουντέμη



Ένα αφιέρωμα  για τα 40 ΧΡΟΝΙΑ χωρίς τον  ΜΕΝΕΛΑΟ ΛΟΥΝΤΕΜΗ στην εκπομπή 
«Τιμής Ένεκεν» στο Τρίτο Πρόγραμμα. Ακούστηκε το Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017.

 Αχ ευλοημένα δάκρυα…
Σκέφτομαι… Αν δεν υπήρχαν κι αυτά
πως θα συνεννοούνταν οι καλοί άνθρωποι αναμεταξύ τους;  ~Μενέλαος Λουντέμης

Το Τρίτο Πρόγραμμα αναζωπυρώνει μια πνευματική φλόγα που 40 χρόνια απουσίας στάθηκαν πολύ λίγα για να σβήσουν. Τον Μενέλαο Λουντέμη, που με το έργο του δίδαξε ανθρωπιά και ακεραιότητα. 
Προσπάθησε να πλησιάσει τις ανθρώπινες καρδιές και να τους πει ένα τραγούδι, που θα τους ιστορήσει πόσην αντοχή έχει ο άνθρωπος στην περιπέτεια και τη συμφορά, πόση δύναμη βρίσκει κάθε φορά που βλέπει να του φεύγει η ζωή και πόσοι κόσμοι μπορούν να συνυπάρχουν στην πιο κουρασμένη και αποκαμωμένη ψυχή. 
Ο Λουντέμης, πλούτισε τη λογοτεχνία μας με τις ειλικρινείς εκμυστηρεύσεις του και ανανέωσε τον πεζό λόγο με στοιχεία που ούτε η κοινωνική παρατήρηση μπορούσε να δώσει, ούτε η ποιητική διάθεση που καλλιεργείται στο σπουδαστήριο.
Στο αφιέρωμα μιλάει για πρώτη και μοναδική φορά η Μυρτώ, θυγατέρα του Μενέλαου Λουντέμη, αποκαλύπτοντας άγνωστες και συνταρακτικές λεπτομέρειες για τον συγγραφέα και ακόμα η Δανάη Στρατηγοπούλου που ήταν προσωπική του φίλη, ο ηθοποιός Κώστας Καζάκος, ο εκδότης των βιβλίων του Αριστείδης Κλάδος (Εκδόσεις Δωρικός)  και ο κ. Ζακίνος Φιλοσώφ, διοικητής του στρατοπέδου εξόριστων γυναικών στο νησί Τρίκερι, ο οποίος ήρθε για τη συνέντευξη απ’ το εξωτερικό. Ακούγεται επίσης η φωνή του Μενέλαου Λουντέμη απ’ το ιδιωτικό αρχείο της οικογένειας.
Για την εκπομπή απαγγέλουν οι ηθοποιοί:  Μελίνα Μποτέλλη, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Κώστας Καστανάς, Λήδα Πρωτοψάλτη και  Όλγα Πολίτου. 

Έρευνα – παραγωγή – παρουσίαση: Δαυίδ Ναχμίας

Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1912

Πηγή: ΕΡΤ web radio

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

Ο συγγραφέας Λέοναρντ Κοέν

...Πάντα ήθελα να αγαπηθώ από το Κομμουνιστικό Κόμμα και τη Μητέρα Εκκλησία. Ήθελα να ζήσω μέσα σε μια φολκ μπαλάντα όπως ο Τζο Χιλ. Ήθελα να χύσω τα δάκρυά μου για τους αθώους που θα σακάτευε η βόμβα μου. Ήθελα να ευχαριστήσω τον αγρότη πατέρα που μας ανέθρεψε κυριολεκτικά "στο δρόμο".Ήθελα να κυκλοφορήσω με το άδειο μανίκι μου διπλωμένο και καρφιτσωμένο στο στήθος και να βλέπω τους ανθρώπους να χαμογελούν ενώ τους χαιρετάω με το λάθος χέρι. Ήθελα να πολεμήσω τους πλούσιους, έστω κι αν μερικοί απ' αυτούς ήξεραν τον Δάντη: λίγο πριν το χαμό του, ένας απ' αυτούς θα μάθαινε πως ήξερα κι εγώ τον Δάντη. Ήθελα το πρόσωπό μου να μεταφερθεί στο Πεκίνο, με ένα ποίημα γραμμένο στον ώμο μου. Ήθελα να χαμογελάω ειρωνικά μπροστά στο δόγμα και, παρ' όλα αυτά, να καταστρέψω το εγώ μου κοπανώντας το πάνω στους σκληρούς του τοίχους. Ήθελα η Πέμπτη Λεωφόρος να ξαναθυμηθεί τα ινδιάνικα μονοπάτια της. Ήθελα να φύγω από μια πόλη ανθρακωρύχων, με τους κακούς τρόπους και τις πεποιθήσεις μου κληρονομιά από έναν άθεο θείο, έναν μεθύστακα που ήταν το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Ήθελα να διασχίσω την Αμερική μέσα σε ένα ερμητικά σφραγισμένο τρένο, να είμαι ο μόνος λευκός που οι Νέγροι θα δεχτούν στις διαπραγματεύσεις για τη συνθήκη. Ήθελα να παρευρεθώ σε κοκτέιλ  πάρτι ζωσμένος με ένα πολυβόλο. Ήθελα να πω σε μια παλιά μου φιλενάδα που αποστρέφεται τις μεθόδους μου ότι οι επαναστάσεις δε γίνονται σε μπουφέδες, ότι δεν μπορείς να διαλέξεις το ένα ή το άλλο, και να δω την ασημένια τουαλέτα της να υγραίνεται χαμηλά στον καβάλο. Ήθελα να πολεμήσω ενάντια στην παντοκρατορία της Μυστικής Αστυνομίας, αλλά μέσα από τους κόλπους του Κόμματος. Ήθελα μια γηραιά κυρία που είχε χάσει τους γιους της στον πόλεμο να με μνημονεύσει στην προσευχή της σε μια εκκλησία φτιαγμένη από λάσπη, εκπληρώνοντας την επιθυμία των γιων της. Ήθελα να σταυρωθώ σε ένα σταυρό από βρωμόλογα. Ήθελα να ανεχτώ παγανιστικά υπολείμματα σε αγροτικές τελετές, διαφωνώντας με την Κουρία. Ήθελα να διαχειριστώ μυστικά αγοραπωλησίες ακινήτων, ενεργώντας σαν πράκτορας αειθαλών, ανώνυμων δισεκατομμυριούχων. Ήθελα να γράψω καλά λόγια για τους Εβραίους. Ήθελα να τουφεκιστώ μαζί με άλλους βάσκους αγωνιστές επειδή μετέφερα το Σώμα του Χριστού στο πεδίο της Μάχης κατά του Φράνκο. Ήθελα να κάνω κήρυγμα περί γάμου από τον απόρθητο άμβωνα της παρθενίας, παρατηρώντας τις μαύρες τρίχες στα πόδια των νυφών. Ήθελα να γράψω μια μπροσούρα ενάντια στον έλεγχο των γεννήσεων σε πολύ απλά αγγλικά, ένα φυλλάδιο για να πωλείται στο φουαγέ, εικονογραφημένο με δίχρωμες ζωγραφιές διαττόντων αστέρων και αιωνιότητας. Ήθελα να απαγορεύσω το χορό για κάποιο διάστημα. Ήθελα να γίνω ένα πρεζάκι - ιερέας που ηχογραφεί ένα δίσκο για την εταιρία Folkways. Ήθελα να μεταφερθώ σε άλλες φυλακές για πολιτικούς λόγους. Έχω μόλις ανακαλύψει ότι ο Καρδινάλιος ------- έχει δωροδοκηθεί με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό από ένα γυναικείο περιοδικό, έχω δεχτεί σεξουαλική επίθεση από τον εξομολογητή μου, έχω δει τους χωρικούς να προδίδονται για έναν ευνόητο λόγο, αλλά απόψε οι καμπάνες ηχούν, είναι άλλο ένα βραδύ στον κόσμο του Θεού, και υπάρχουν πολλοί που πρέπει να τραφούν, πολλά γόνατα που λαχταρούν να λυγίσουν, κι έτσι ανεβαίνω τα φθαρμένα σκαλοπα΄τια φορώντας την κουρελιασμένη δικαστική μου τήβεννο.

Λέοναρντ Κοέν, Υπέροχοι απόκληροι, μετφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, Κέδρος, Αθήνα 2012, 3η χιλιάδα
" Ένα από τα πρωτοποριακά λογοτεχνικά έργα της δεκαετίας του '60. Μία από τις πιο προκλητικές και τολμηρές δημιουργίες του Λέοναρντ Κοέν. Ένα από τα κλασικά αριστουργήματα της καναδικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα.
Στο επίκεντρο της πλοκής του έργου βρίσκεται η Κάτερι Τεκακουίθα, μια αυτόχθων Καναδή (Μοϊκανή) αγία της Καθολικής Εκκλησίας, που έζησε κι έδρασε τον 17ο αιώνα, και η παράξενη γοητεία που ασκεί στους συναισθηματικά τραυματισμένους ήρωες που συνθέτουν το αξέχαστο ερωτικό τρίγωνο της ιστορίας: τον ανώνυμο αφηγητή, ειδήμονα περί την φυλή Α-----ς που κινδυνεύει με εξαφάνιση, τη γυναίκα του Εντίθ, που αποτελεί ένα από τα τελευταία εναπομείντα μέλη της εν λόγω εθνότητας, καθώς και τον παθιασμένο, αυταρχικό φίλο τους, τον Φ.
Πρόστυχο, μεγαλειώδες, παράφορο και πνευματώδες, το βιβλίο του Λέοναρντ Κοέν εξερευνά τον τρόπο που ο καθένας από τους ήρωες δρομολογεί ή αναστέλλει την άνευ όρων παράδοση στα ένστικτά του, ακολουθώντας ένα λαβυρινθώδες ταξίδι, στη διάρκεια του οποίου υποδύεται με την ίδια άνεση το ρόλο του αγίου και το ρόλο του ηδονοθήρα. Άλλοτε επώδυνα διασκεδαστικό, άλλοτε ανελέητα βασανιστικό και άλλοτε βίαια συγκινητικό, το Υπέροχοι απόκληροι είναι μια κλασική ερωτική τραγωδία, ο πυρακτωμένος λόγος της οποίας προσδίδει λάμψη στην εύφλεκτη ένωση της θρησκευτικής πίστης με τη σεξουαλικότητα που σιγοκαίει στον πυρήνα της.' ( από το οπισθόφυλλο)

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Α.Τάσσος "Τα προβλήματα της ζωής, τα οποία τον συγκλονίζουν, μας συμπαρασύρουν σε διαμαρτυρίες για τη στέρηση της λευτεριάς, την καταπίεση, τον πόλεμο, την πείνα, τη μοναξιά και την εγκατάλειψη"

Ο Α. Τάσσος έφυγε από τη ζωή στις 13 Οκτωβρίου 1985. Το έργο που άφησε είναι τεράστιο από κάθε άποψη και επιπλέον γιατί " κατορθώνει να προσελκύσει με τις ξυλογραφίες του ακόμα και εκείνους που συνήθως δεν μπορούν να βρουν σημεία επικοινωνίας με τη χαρακτική και αντιμετωπίζουν αρνητικά τα δημιουργήματα της εικαστικής αυτής έκφρασης. Το θέμα του είναι πάντοτε κάτι περισσότερο από μια απλή καλλιτεχνική απόδοση της ορατής εικόνας ενός σχεδίου. Η λεπτομερειακή διαμόρφωση ακολουθεί  τη διανοητική επεξεργασία και αντιμετώπισή του. Κατά τη διάρκεια όμως της δημιουργικής διαδικασίας του, ο καλλιτέχνης ακολουθεί αυθόρμητα την έμπνευσή του χωρίς να επηρεάζεται άμεσα από περίπλοκες νοητικές διεργασίες. Τα χαρακτικά του διατηρούν για το λόγο αυτό τη χαρακτηριστική τους εκρηκτική δύναμη και διεισδυτική εκφραστικότητα. Η ανάλυση εξάλλου του πνευματικού και νοηματικού περιεχόμενου των θεμάτων του δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μεμονωμένα έργα αλλά επεκτείνεται στα ολοκληρωμένα σύνολα ξυλογραφιών (π.χ. Άσμα Ασμάτων, Λυσιστράτη, Ελευθερία ή Θάνατος κ.α.). Η καθαρά μορφολογική σύλληψη, η ισορροπία της σύνθεσης και οι χρωματικές αντιθέσεις, συνήθως του άσπρου και του μαύρου, αξιοποιούνται μέσα σε καθεμιά από αυτές τις ομάδες με εντυπωσιακή δύναμη.
Ακριβώς όμως επειδή ο Α. Τάσσος δεν αποβλέπει αποκλειστικά στη διαμόρφωση αυτοτελών και αποκομμένων από τη βασική ιδέα εικόνων, καθένα έργο του προκαλεί πάντοτε την έντονη συγκίνηση της πραγματικής δημιουργίας. Τα χρόνια του Πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης χάρισαν στον καλλιτέχνη βαθιές, γεμάτες πόνο και απόγνωση ανθρώπινες εμπειρίες, από τις οποίες άντλησε για πολλά χρόνια εμπνεύσεις, όπως άλλωστε και όσοι καλλιτέχνες μπορούσαν να νιώσουν με την ίδιαν ένταση την ασφυξία που φέρνει η στέρηση της λευτεριάς, η έλλειψη της γαλήνης και η διατάραξη της ισορροπημένης πνευματικής προσπάθειας.
Τα έργα του τα εμπνευσμένα από την Κατοχή και τη δεκαετία του' 40 καθώς και εκείνα που έγιναν στο Πεταλίδι της Μεσσηνίας έχουν ως άξονά τους τον άνθρωπο. Τα προβλήματα της ζωής, τα οποία τον συγκλονίζουν, μας συμπαρασύρουν σε διαμαρτυρίες για τη στέρηση της λευτεριάς, την καταπίεση, τον πόλεμο, την πείνα, τη μοναξιά και την εγκατάλειψη.
Η αυτονομία της τέχνης και ο καίριος προβληματισμός για τη σχέση της με τη ζωή είναι μια πλούσια πηγή εσωτερικού πλουτισμού, και κάτι τέτοιο διαπιστώνει κανείς μελετώντας το έργο του Α.Τάσσου, που πραγματικά με μεγάλη χαρά, προσοχή και σεβασμό παρουσιάζουμε εδώ." Απόσπασμα κειμένου του Δημήτρη Παπαστάμου, ιστορικού Τέχνης από το Κατάλογο της Έκθεσης στο Ανατολικό Βερολίνο, 1985. 

Α. ΤΑΣΣΟΣ, ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ 1932 -1985, ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΜΕΛΙΣΣΑ", ΑΘΗΝΑ 1998 

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

Νίκος και Ελένη Καζαντζάκη

Στις 18 Φεβρουαρίου 1883 ήρθε στη ζωή ο Νίκος Καζαντζάκης και στις 18 Φεβρουαρίου 2004 έφυγε από τη ζωή η σύντροφός του Ελένη σε ηλικία 101 ετών.
Το κείμενο που ακολουθεί φέρει τον τίτλο " Γράφω για τους μελλούμενους νέους" και βρίσκεται στο περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 127/ Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2005. Είναι η συνέντευξη που πήρε από την Ελένη Καζαντζάκη η Έλγκα Νταϊφά. Πρώτη φορά δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21 Φεβρουαρίου 2004.


" Γράφω για τους μελλούμενους νέους"

Στις 18 Φεβρουαρίου, τη φετινή επέτειο των γενεθλίων του Νίκου Καζαντζάκη, η σύντροφος του Ελένη αποφάσισε να "φύγει" και να επιστρέψει για πάντα κοντά του, έτσι απλά σαν ένα δώρο σε εκείνον. Φαίνεται, του το χρώσταγε από τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους το 1924, όταν της είχε γράψει από τη Γερμανία: Πότε θα μπορέσω να ζήσω πάλι μαζί σας, για να μην στεναχωριέστε για τη σιωπή μου."
Η Ελένη Καζαντζάκη, συνοδοιπόρος του σε ένα ακάματο ταξίδι δημιουργίας, έμπνευσης και μεγαλοσύνης, εκείνη που ο Κρητικός γίγαντας μολόγησε ότι "αγάπησε πάνω από όλες", αλλά και η Ελένη του, τόλμησε να παραδεχτεί πως, όταν ακόμα ο κίνδυνος να του κόψουν το χέρι ( θλιβερή συνέπεια του ταξιδιού τους στην Κίνα) δεν είχε περάσει, είχε αποφασίσει να τον σκοτώσει και να σκοτωθεί αφήνοντας ένα σημείωμα σε φίλους να μη στεναχωρηθούν γιατί "περάσαμε καλά τη ζωή μας, περίκαλα".
Η συνάντηση - συζήτηση μαζί της μετρά 15 χρόνια, έγινε στο σπίτι του θετού της γιου Πάτροκλου Σταύρου και της οικογένειάς του, στη Βούλα. Η Ελένη Καζαντζάκη, στα 86 της τότε, με ματιά το ίδιο έντονη και διαπεραστική όπως στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που γέρνει στον ώμο του Καζαντζάκη. Όχι, δεν ήταν μια τυπική γυναίκα ούτε και τώρα, άλλωστε δεν είχε περάσει μια τυπική ζωή, και το ήξερε και απολάμβανε τη διαφορετικότητά της. Στιγμές απόμακρη, αλά και άλλες η γλύκα φώτιζε το πρόσωπο όταν η σκέψη ταξίδευε σε εκείνον...

- Ο Καζαντζάκης έλεγε " στην Ελένη οφείλω την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου ", πώς προσδιοριζόταν η καθημερινότητά σας;

" Το εγερτήριο για τον Νίκο ήταν στις 4 το πρωί. Εγώ ξύπναγα γύρω στις 7. Στη συνέχεια πίναμε το τσάι μας και έπειτα από περίπου μισή ώρα πήγαινε στο γραφείο του και ξεκίναγε το γράψιμο. Στις 10 του πήγαινα ένα καφεδάκι. Τότε, όπως κάθε μέρα και κάθε φορά, σήκωνε το μολύβι του, δεν έγραφε με πένα, και με ρωτούσε " Έως πότε...;" και εγώ του απαντούσα " μέχρι θανάτου συμπεριλαμβανομένου" και έφευγα. Συνέχιζε το γράψιμό του έως τις 4 το απόγευμα, ύστερα έβγαινε από το δωμάτιο, πίναμε το τσάι μας και πηγαίναμε βόλτες. Τότε, όλο γέλια και χαρά, μου έλεγε τι είχε γράψει".

- Υπάρχουν γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή σας δίπλα του;

" Πιστεύω ότι του έκανε καλό που ήμουν μαζί του υπομονετική, ήρεμη. Βέβαια, μη νομίζετε ότι ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος, αντιθέτως ήταν όλο γέλια και ανέκδοτα."

- Αναφέρεστε συχνά στην εύθυμη πλευρά του χαρακτήρα του, θυμάστε κάτι;

" Υπάρχει ένα αστείο περιστατικό που συνέβη όταν ήμασταν στην Αίγινα, την εποχή που έγραφε την " Οδύσσεια". Κάποτε είχε έρθει να μας επισκεφτεί μια ανιψιά μου, εγώ τότε, από τον πολύ 17σύλλαβο, είχα μάθει και εγώ να σχηματίζω, έτσι μια μέρα που έπρεπε να του ανεβάσουμε τα δακτυλογραφημένα κείμενα, του βάλαμε ανάμεσα και κάποιους στίχους που είχαμε φτιάξει εμείς και περιμέναμε να δούμε τι θα κάνει. Στην αρχή εκείνος τα έχασε, μετά κατρακύλησε στις σκάλες, μας έπιασε και άρχισε να μας φιλάει και να γελάει. Το καταδιεσκεδάσαμε".

- Ωστόσο, πρέπει να αναφερθούμε στη χρήση του πληθυντικού αριθμού στην επικοινωνίας σας.

" Μιλάγαμε πάντα στον πληθυντικό, γιατί τα πρώτα χρόνια εγώ ήμουν το μαθητούδι και εκείνος ο δάσκαλος, έτσι μας είχε μείνει. Και όταν κάποια στιγμή μιλάγαμε στον ενικό μάς έμοιαζε πολύ αστείο και γελάγαμε. Μας φαινόταν ο ενικός σαν τον πληθυντικό και αντίστροφα."

- Έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε, και σε πολλές περιπτώσεις ισχύει, τους δημιουργούς να απαιτούν απόλυτη ησυχία στις στιγμές έμπνευσης...

" Αυτό που περιγράφετε δεν συνέβαινε με τον Νίκο. Δεν τον ενοχλούσε να τον διακόπτουν και ας ξεχνούσε κάποιο στίχο του. Ήμουν πάντα αφάνταστα ανορθόγραφη και όταν δακτυλογραφούσα τον ρωτούσα πώς γράφεται μια λέξη, εκείνος σταματούσε το γράψιμό του και πάντα μου απαντούσε".

- Η ελευθερία που τόσο πρέσβευε, αποτελούσε και στοιχείο της σχέσης σας;

" Δεν μου επέβαλε ποτέ τίποτα. Εγώ κάθε χρόνο έφευγα και έκανα λουτρά στη Γαλλία και δεν μου δημιουργούσε πρόβλημα. Βέβαια και εγώ δεν σήκωνα παντιέρα, γιατί και το έργο του αγαπούσα αλλά και τον άνθρωπο αγαπούσα, ήταν γεμάτος κέφια και ανέκδοτα. Ήταν ένας τρισχαριτωμένος άνθρωπος".

- "Βαδίζατε" με κοινά ενδιαφέροντα;

" Η ιδεώδης σύντροφος για τον Καζαντζάκη θα ήταν η μητέρα μου. Και οι δυο τους αγαπούσαν τη σπαρτιατική ζωή και σε υπέρμετρο βαθμό τα ταξίδια, την ποίηση και τα μπάνια στη θάλασσα. Ο Καζαντζάκης πίστευε ότι η θάλασσα είναι ιερή και μόνο σε μόνο σε εκείνη μπορεί να ελευθερωθεί το σώμα. Εκείνο που διαφωνούσαμε ήταν η σχέση του με τη μουσική. Κατά τη διάρκεια της " Οδύσσειας" στην Αίγινα, μου έλειψαν τα αγαπημένα μου κονσέρτα. Αλλά και στα φαγητά είχαμε τα ίδια γούστα, εκτός από την ψαρόσουπα, που ήταν το αγαπημένο του φαγητό και η αφορμή να γνωρίσει τον Ζορμπά".

- Αγαπήθηκε, όσο λίγοι, από τους νέους ανθρώπους...

" Δεν πιστεύω ότι υπήρχε άνθρωπος που αγαπούσε περισσότερο τους νέους. Πάντα έλεγε " εγώ δεν γράφω για τους γέρους ή για αυτούς που έχουν γεννηθεί αλλά για τους μελλούμενους νέους". Αλλά και εκείνους που προσπαθούσαν να γράψουν και του έστελναν κείμενα, τους αγαπούσε πολύ. Όταν εγώ του έλεγα " τώρα γιατί κουράζεστε  και διαβάζετε αυτό το χειρόγραφο που είναι μουτζουρωμένο και κακογραμμένο;" μου απαντούσε: " Παιδί μου, μάθετε να είστε καλός άνθρωπος, γιατί είναι νέοι και πρέπει να τους βοηθήσουμε. Εγώ τώρα έμαθα να γράφω", και όλα αυτά μου τα έλεγε σε ηλικία 72 ετών. Επίσης έλεγε και κάτι άλλο σωστό " πρέπει να βοηθήσουμε τους νέους να βγουν από τα ελληνικά σύνορα" ".

- Νιώθετε ότι επηρεαστήκατε από τον τρόπο σκέψης του;

" Και οι δυο μας επηρεαστήκαμε από την προσωπικότητα του άλλου. Εγώ τον βοήθησα να μην φοβάται την αρρώστια γιατί συχνά ήμουν άρρωστη. Εκείνος με βοήθησε  σε μεγάλα και σπουδαία, έγινα καλύτερος άνθρωπος, σταμάτησα να θυμώνω ακόμα και με τις συκοφαντίες που έλεγαν  εναντίον του. Έμαθα από τον Νίκο να έχω τον ίδιο σεβασμό όταν μιλάω στον παπουτσή ή στο βασιλιά. Την ίδια στιγμή με βοηθούσε να μην έχω φόβο και ντροπαλοσύνη. Εκείνος με ελευθέρωσε..."

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Ο Λουκιανός ανέβηκε στη Ντόλυ και έφυγε...

Ένα αφιέρωμα του Δημοτικού Ραδιοφώνου Θεσσαλονίκης για τον Λουκιανό Κελαηδόνη από τον Άγγελο Βασιλάκη και την εκπομπή του στου "Αιώνα την Παράγκα" 
Στο πρώτο μέρος  παρουσιάζει το δίσκο "Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ". Βινύλιο σταθμό και για τον ίδιο τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, αλλά και για την ελληνική μουσική.Στο δεύτερο μέρος της εκπομπής, παρουσιάζονται οι άγνωστες πτυχές της καλλιτεχνικής ζωής του Λουκιανού Κηλαηδόνη.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος, η πρώτη φωνή

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος με την οικογένειά του το 1916, σε ηλικία 2 χρονών

Αν μπορούσαμε να ταξιδέψουμε στον χρόνο...
Αν μπορούσαμε να μεταφερθούμε σ' ένα χωριό της Λακωνίας, εκατό χρόνια πίσω, ένα ξημέρωμα, θα ακούγαμε το δυνατό κλάμα ενός νεογέννητου. Ήταν το μωρό της κυρα - Βγένας, που η φωνούλα του ανέβασε την ψυχή της στα ουράνια. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσε η πιο ευτυχισμένη  γυναίκα στον κόσμο.
" Α, να χαρώ εγώ! Ναι, ναι, σίγουρα με τέτοια φωνή θα σου αρέσει να τραγουδάς, καλό μου. Όπως ο πατέρας σου..." ψιθύρισε. Σηκώθηκε σκυφτή, αδύναμη, να το βάλει στην κούνια, έτριψε λίγο τη μέση της, κι ύστερα, απρόσμενα, έκανε δυο βήματα μπροστά και πίσω σαν να΄θελε να χορέψει...
Την ίδια μέρα ο κύριος Κώστας Π. Βρεττάκος χάραξε στο πίσω μέρος της εικόνας της Παναγιάς:" Γεννήθηκε, σήμερα, 1η του Γενάρη του 1912, ο γιος μου Νικηφόρος".
Το αγοράκι μεγάλωνε στην Πλούμιτσα, στο κτήμα του πατέρα του, έναν τόπο μακριά από τον κόσμο, στη ρίζα του χιονισμένου Ταΰγετου. Είχε σγουρά μαλλιά, έξυπνα μάτια, και ήταν παιδάκι ντροπαλό μα καλότροπο και γελαστό. Στην αγκαλιά της μάνας του άκουσε τα πρώτα νανουρίσματα κι έμαθε να τα λέει χρόνια μετά, όταν ήρθαν στη ζωή τα μικρότερα αδέρφια του. Η Σοφία, η Αγγελική, η Αφροδίτη και ο Μιχάλης.
Έπαιζε ο μικρός Νικηφόρος με τα ξαδέρφια του, αλλά προτιμούσε τη μοναξιά, γιατί διασκέδαζε με τα πιο απλά πράγματα της φύσης. Ένιωθε να του κάνουν παρέα οι ψηλές βελανιδιές δίπλα στο σπίτι τους, παρατηρούσε τις μέλισσες πάνω στα άγρια λουλούδια, και τα βράδια ρωτούσε τον πατέρα του να του πει τι είναι τα αστέρια, ποιος τα έφτιαξε και πόσο χρονών είναι. Μάζευε πασχαλίτσες, τις ανέβαζε στο σπίτι να περπατήσουν στο πάτωμα, τις τάιζε ψίχουλα. Έφτιαχνε ζωντανές συλλογές από μικρόζωα, που και οι μεγάλοι ακόμα τις έβλεπαν με πολλή περιέργεια. Αυτοί ήταν οι φίλοι του που τους αγαπούσε και τον αγαπούσαν .
Η μητέρα του ήταν μια γυναίκα απλοϊκή και δεν ήξερε καθόλου γράμματα. Ήταν όμως γεμάτη από τη σοφία που δίνει η φύση στις μητέρες. Έλεγε πως τα αστέρια είναι οι ψυχούλες των πεθαμένων και τίποτε άλλο.
Ο πατέρας του, ένα γαλήνιος κι ευγενικός άνθρωπος, ήξερε πολλά γράμματα. Αγαπούσε τον κόσμο και είχε τα χέρια του διαρκώς ανοιχτά. Πάντοτε έδινε. Τη ζωή του την έφτιαχνε με την αγνή του ψυχή. Τον καλόκαρδο χαρακτήρα τον είχε κληρονομήσει από τη δική του μητέρα, την Αγγελική Μαυρομιχάλη· μα ο πατέρας του, αντίθετα, ήταν άνθρωπος σκληρός, πολύ πλούσιος, μα σχεδόν βάρβαρος.
Τις βροχερές μέρες ο μικρός Νικηφόρος ήταν ο πρώτος που έβγαινε από το σπίτι. Έτρεχε ξυπόλυτος μες στη λάσπη να ψάξει το πρόσωπό του στα ρυάκια, και να δει πώς χύνονταν στους αδιάβατους λόγκους και τις ρεματιές.
Μεγάλες χαρές έκανε όταν έφτιαχναν με τον πατέρα χαρταετούς από εφημερίδες, βαμμένους κόκκινους, που άλλοτε έμπλεκαν στα δέντρα κι άλλοτε σχίζονταν στα βράχια, κάνοντας την καρδιά του να χοροπηδάει. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, αφού βεβαιωνόταν πως τους άλλους τους είχε πάρει ο ύπνος, σηκωνόταν και, πατώντας στα νύχια, έφτιανε στην κλεισμένη πόρτα και την άνοιγε. Έξω ο καλοκαιριάτικος ήλιος τσουρούφλιζε τον αέρα, κι η γη άχνιζε. Ένιωθε την κάψα τους, αλλά του άρεσε. Ανοιγόταν στο φως από ένστικτο. Από τότε χαράχτηκαν στη μνήμη του εικόνες που αποτυπώθηκαν στα χρόνια της ωριμότητας.

Όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι,
όμοια κι εγώ. Τριγυρίζω
διαρκώς γύρω απ' τη λέξη...
Με το νήμα
των λέξεων, αυτόν τον χρυσό
του χρυσού, που βγαίνει απ' τα βάθη
της καρδιάς μου, συνδέομαι, συμμετέχω
στον κόσμο...
 
    ...Ο αγρός των λέξεων, Τα ποιήματα , τόμος 3

Μια φορά γύρισε δαγκωμένος από μια μέλισσα κι έκλαιγε, έκλαιγε απαρηγόρητα, όχι τόσο γιατί το κάτω χείλος του είχε πρηστεί και πονούσε, όσο για την κακία της μέλισσας που εκείνος δεν την είχε πειράξει.
Άλλη φορά τον βρήκε ο πατέρας του γονατισμένο μπροστά σ' έναν θάμνο, να κοιτάζει ένα κουλουριασμένο φίδι. Έσκυψε, τον άρπαξε απότομα και τον σήκωσε αγκαλιά. Ο μικρός απόρησε γι' αυτό, κι όπως απομακρύνονταν, είχε γυρισμένο το κεφάλι του και κουνούσε το ένα του χεράκι, αποχαιρετώντας το φίδι, σαν του έδινε τη φιλική του υπόσχεση πως θα ξαναγύριζε.
Μα πιο πολύ απ' όλα είχε μείνει στη μνήμη του μια ψηλή καρέκλα. Κάθε φορά που χανόταν στις λαγκαδιές, κι ο πατέρας τον έβρισκε ύστερα από ώρα, τον πήγαινε σπίτι, τον κάθιζε πάνω της, γονάτιζε στο πάτωμα κι έβγαζε τα αγκάθια από τα ξυπόλυτα ποδαράκια του.
Ο Νικηφόρος και τα αδέρφια του κατέβαιναν στα νερά, στο σημείο που βρισκόταν η μεγάλη κληματαριά τους, κι έδιωχναν με δυνατές φωνές ένα σμήνος πουλιών που τσιμοπολογούσαν τα ώριμα σταφύλια.
"Έχουν δικαίωμα κι αυτά στην ίδια τροφή με μας" έλεγε ο πατέρας στα παιδιά του. Πολλά χρόνια μετά θα παρομοίαζε τους στίχους των ποιημάτων του με σμήνος πουλιών.

...Η ψυχή μου ένα σμήνος
Πουλιών μυριάδων πουλιών...
Φτερούγισαν κι έμειναν
Μέσα στις λέξεις.

       ... Η ποίηση, Η εκλογή μου

Εκεί γύρω στα νερά της πηγής μουσκεύονταν τα παιδιά, για να φύγει η σκόνη και ο ιδρώτας του παιχνιδιού. Ένιωθαν ελεύθερα κι ευτυχισμένα όταν μέσ' από τα κλαδιά και τα αγριόχορτα ξεπετάγονταν σουσουράδες και σπουργίτια, πέρδικες και λαγουδάκια. Έτρεχαν προς τα εκεί όπου είχαν φύγει τα πουλιά και τα ζώα, κι αυτό ήταν το καλύτερο παιχνίδι τους.
Η ζωή του Νικηφόρου ήταν ξένοιαστη στα πρώτα παιδικά του χρόνια.
Ακόμα και τα βουνά τα έβλεπε σαν να είχαν ζωντανές φυσιογνωμίες, σαν να ήταν όλα γύρω του μια οικογένεια. Αργότερα θα μπορούσε να θυμάται πως κάποτε ήταν βασιλιάς. Πως κάποτε είχε ένα μεγάλο βασίλειο, πολύ όμορφο και πολύ φωτεινό. Τότε φανταζόταν πως ένα τέτοιο βασίλειο θα ήταν και όλος ο άλλος κόσμος που ακόμα δε γνώριζε. Αυτά ως τα έξι του χρόνια. Και ακριβώς αυτά τα χρόνια θα θεωρούσε κάποτε ευλογημένα, γιατί τότε ζυμώθηκε με την ομορφιά της φύσης.


Από το πολύ όμορφο βιβλιαράκι , για νεαρούς αναγνώστες και αναγνώστριες, της Αθηνάς Μπίνιου, Νικηφόρος Βρεττάκος. Το παιδί που έγινε ποιητής, Εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2012

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

" Πότε ο ήλιος της ειρήνης, της καλωσύνης, η αβασίλευτη γαλήνη και το χαμόγελο θα κυριαρχήσει μέσα στην ανθρώπινη ζωή;" Δ.ΓΛΗΝΟΣ

Ο Δημήτρης Γληνός, στον Πύργο, το 1938

" Πότε ο ήλιος της ειρήνης, της καλωσύνης, η αβασίλευτη γαλήνη και το χαμόγελο θα κυριαρχήσει μέσα στην ανθρώπινη ζωή;" 
Δ.ΓΛΗΝΟΣ

Στη Σαντορίνη ο Γληνός έμεινε κάπου ένα χρόνο. Η βαρειά απομόνωση, το υγρό κλίμα, οι φοβερές στερήσεις έγιναν αιτία να δεχτεί τα πρώτα μηνύματα της αρρώστειας, που θα τον έστελνε πολύ γρήγορα στον τάφο. Ώρες - ώρες τον έπιαναν φοβεροί πόνοι στο συκώτι, που είχαν αντανάκλαση στην πλάτη και το στήθος. Έπεσε κάμποσες φορές στο στρώμα. Παράλληλα το νευρικό του σύστημα είχε πάθει μεγάλες αβαερίες. " Έχω μια βδομάδα να κοιμηθώ ", γράφει, ή " περνώ την περισσότερη νύχτα άγρυπνος". Το άγγελμα της αρρώστειας του θορύβησε το δικτάτορα και τα όργανά του. Αν ο Γληνός πέθαινε στην εξορία θάταν μεγάλη η ζημιά για το καθεστώς. Πρόσφατη είταν κι' όλας η αγανάκτηση της δημοκρατικής κοινής γνώμης από τη δολοφονία του ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα στην Ισπανία του Φράνκο. Το ζύγιασαν, λοιπόν, κι' αποφάσισαν να φέρουν στην Αθήνα το Γληνό και να τον βάλουν κάτω από αστυνομική επιτήρηση. Ύστερα από τριάντα πάνω - κάτω μήνες εξορίας πατούσε και πάλι το χώμα της Αθήνας και ξανάβλεπε τους δικούς του.
Η ιατρική εξέταση απόδειξε ότι είχε λίθους στη χοληδόχο κύστη και μόνο το μαχαίρι θα τον απάλλασε από τους αφόρητους πόνους. Ωστόσο η κατάσταση, είταν τέτοια στον τόπο, που ο Δάσκαλος δεν εύρισκε καιρό να κοιτάξει τον εαυτό του. Ο πόλεμος κάλπαζε απειλώντας να τυλίξει στα θανατερά δίχτυα του όλη την Ευρώπη και την Ελλάδα. Ο φασισμός ανέβαινε σαν απειλητικό κύμα να πνίξει τον κόσμο. Η πάλη εναντίον του και το σταμάτημα του πολέμου είταν το πρώτο καθήκον.
Χωρίς να χάσει καιρό παίρνει αμέσως επαφή με το αντιδικτατορικό μέτωπο, που δούλευε τότε μυστικά για την ανατροπή του Μεταξά και δίνει ολόκληρη τη δραστηριότητά του σ' αυτό. Παράλληλα όμως συνεχίζει και τη συνθετική συγγραφική του δουλειά γύρω από τα αγαπημένα του θέματα του αρχαίου ελληνικού ουμανισμού και το 1939 κυκλοφορεί σαν εισαγωγή στο Σοφιστή του Πλάτωνα τη μελέτη " Η σημερινή θέση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα" με το ψευδώνυμο Δ. Αλεξάνδρου, στη σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων του εκδοτικού οίκοι Ζαχαρόπουλου. Η εργασία αυτή είναι κλασσική για τα γράμματά μας και καταυγάζει με εκτυφλωτικό διαλεκτικό φως το θέμα της. Κάτω από καθεστώς σκοταδισμού και στυγνής λογοκρισίας, ο Γληνός κατάφερε να περάσει στα κείμενά του σημαδιακά λόγια εναντίον της δικτατορίας που γέμισαν ευφροσύνη και ελπίδα τις φιλελεύθερες καρδιές, σαν κι' αυτά:

" Μέσα στη φοβερή πάλη, όπου τόσες αντιμαχόμενες δυνάμεις δυνάμεις επιδιώκουνε μ' όλα τα μέσα να καταχτήσουνε και κυριαρχήσουνε το σημερινό άνθρωπο, όπου βρίσκονται σε θανάσιμη σύγκρουση τεράστια συμφέροντα υλικά, καθεστώτα πολιτικά, θεσμοί κοινωνικοί, ιδεολογικά εποικοδομήματα, συνθήματα και σύμβολα ψυχοκινητικά, οραματισμοί και λαχτάρες, νοσταλγίες και πόθοι, ιδανικά παλιά και ιδανικά καινούρια, παράδοσες που απαιτούν σεβασμό και παράτσαη κυριαρχίας και όνειρα νέα που αγωνίζονται να πραγματοποιηθούν, μέσα στη φοβερή και ανελέητη αμάχη, όπου το ανθρώπινο αίμα ποτίζει τη γη για να βλαστήσει ο σπόρος της νέας ζωής ή να το πιούνε τα γέρικα δέντρα και να πνίξουνε  τη νέα βλάστηση, ο ανθρώπινος νους, που σφυροκοπάει κι' ακονίζει τ' άρματα της βίας και της απάτης, τ' άρματα τα ιδεολογικά, όπως χύνει σε χίλιες μορφές και τοξεύει με μύριους τρόπους το ατσάλι και τη φωτιά, που σκίζει και καίει την ανθρώπινη σάρκα, ο ανθρώπινος νους πορεύεται όλους τους δρόμους κι' όλα τα μονοπάτια με το στοχασμό και την ενόραση, αναμοχλεύεται απ' όλα τα πάθη και τους ενθουσιασμούς, ποτίζεται με όλα τα κρασιά της μέθης ή τα ναρκωτικά του ονειρόπαρτου ησυχασμού. Από πού έρχεται σήμερα ο κάθε λόγος; Από τον ουρανό ή από τα μαύρα σκοτάδια του Άδη; Είναι το φως της αρχαγγελικής ρομφαίας ή αστραπή από το τρομερά ακονισμένο δρεπάνι του Χάρου;"

Το καθεστώς της δικτατορίας έχει πάντα άγρυπνο απάνω του το μάτι, αλλά ο Γληνός αδιαφορεί για τον τύραννο. Δοσμένος στον αντιδικτατορικό αγώνα, δουλεύει ασταμάτητα, φρονηματίζει, πλάθει τη δημοκρατική συνείδηση του λαού και παράλληλα οργανώνει το μέτωπο κατά του πολέμου, τη μεγάλη στρατιά της ειρήνης.
Αλλοίμονο όμως! Ο πόλεμος που σάρωσε στην πρώτη φάση του την Ευρώπη έφτασε τώρα και στην Ελλάδα. Ο φασισμός υποδούλωσε τη χώρα κι' ο Γληνός είναι από τα θύματα που πέφτουν στα νύχια του. Τον Ιούνη του 1941 μόλις ο Χίτλερ επετέθη κατά της ΕΣΣΔ, πιάνεται από τους Ιταλούς και κλείνεται στην Ειδική Ασφάλεια, στην οδόν Ελπίδος ( πλατεία Κυριακού) με προορισμό να μεταφερθεί στο στρατόπεδο της Λάρισας. Μια θανάσιμη κρίση της αρρώστειας του τον γλύτωσε. Μεταφέρθηκε στο Πολιτικό Νοσοκομείο υπό φρούρηση, απ' όπου και απολύθηκε επειδή η κατάστασή του  είταν πολύ σοβαρή.
Ελεύθερος και πάλι ο Γληνός σε μια Αθήνα που τη διαγούμιζεν η πείνα και η μπόττα του κατακτητή, δεν σκέπτεται ούτε για μια στιγμή τον εαυτό του. Ένα πελώριο καθήκον μπαίνει μπροστά του αυτή τη στιγμή, το αίτημα της οργάνωσης του αγώνα του λαού κατά του κατακτητή, το χρέος της Εθνικής Αντίστασης.
Από τους πρώτους μαζί με τους παλιούς συντρόφους του που δραπέτευσαν από τα στρατόπεδα της δικτατορίας, μετά την είσοδο στην Ελλάδα των Γερμανοϊταλών, μπαίνει από το Σεπτέμβρη του 1941, επί κεφαλής του νεοϊδρυμένου τότε Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Η αντίσταση του λαού βρίσκει τώρα τη σωστή έκφρασή της κι' ο Γληνός είναι εκείνος που θα αναλάβει παράλληλα με την καθημερινή πρακτική οργανωτική δράση να εκλαϊκεύσει τους σκοπούς και τα συνθήματά της και γράφει το παράνομο φυλλάδιο " Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο" στα 1942. Ακούστε το φλογερό λόγο του που μοιάζει με κάλεσμα πολεμικής σάλπιγγας:

" Μέσα στη σκληρότατη και απάθρωπη σκλαβιά, την πείνα, την αρρώστεια και την εξαθλίωση, όπου έρριξαν τον ελληνικό λαό οι βάρβαροι καταχτητές του, υπάρχει κι' ένας ακόμα εχθρός, ίσως πιο επικίνδυνος απ' όλους. Ο εχθρός αυτός είναι κείνος, που καλλιεργεί τη μοιρολατρεία και την ψυχική νάρκωση, όπου έχουνε συμφέρο να μας ρίξουν οι καταχτητές μας και οι κάθε λογής σύμμαχοί τους, φανεροί και κρυφοί. Μια μορφή της μοιρολατρείας είναι κείνη, που ψιθυρίζει στον καθένα μας πως είμαστε πολύ μικροί και αδύνατοι για ν' αντισταθούμε στην κολοσσίαια υπεροχή της δύναμης, που έχουν απέναντί μας οι εχθροί οπλισμένοι με φοβερά όπλα, οργανωμένοι, σκληροί και ανελέητοι. Ό,τι έγινε λοιπόν έγινε. Νικηθήκαμε, χάσαμε τα πάντα. Ας υποταχθούμε στη μοίρα μας και ας κοιτάζει ο καθένας να βολέψει τον εαυτούλη του, καταφέρνοντάς τα όπως μπορεί, πιάνοντας σχέσεις, λυγίζοντας τη ράχη του μπροστά στον καταχτητή, προσφέροντάς του υπηρεσίες διάφορες, δίνοντας ακόμα και τη γυναίκα ή την κόρη του ή την αδελφή του στα λάγνα χάδια της ακολασίας, ή κλείνοντας τα μάτια του απέναντι στην αγοραπωλησία της σάρκας. Άλλοι προχωρούν ακόμα πιο πέρα, έρχονται σε θετική συναλλαγή με τον εχθρό, υποβοηθούνε να ρουφάει το αίμα των αδελφών τους, ρουφώντας και οι ίδιοι, κάνοντας μεσιτείες, μαύρη αγορά και χορταίνοντας από τις σάρκες των πεινασμένων παιδιών που πεθαίνουν μέσα στους δρόμους, συσσωρεύοντας άνομα κέρδη από τη δυστυχία των συμπατριωτών τους. Το παράδειγμα σ' αυτή την αισχρότατη προδοσία το δίνουν οι προδότες κυβερνήτες και οι ληστοσυμμορίες, που τους περιτριγυρίζουν, οι μεγαλόσχημοι μαυραγορίτες και σπεκουλάντηδες που ευωχούνται πάνω στο πτώμα της Ελλάδας,"

Κι' αφού απαριθμήσει τον υπόκοσμο της εθνικής προδοσίας και της υποτέλειας, αφού στιγματίσει την παράταξη εκείνη που δίδασκε τον ησυχασμό και την αναμονή των συμμάχων που θα μας έφερναν, τάχα σα βραβείο αρετής τη λευτεριά, απαριθμώντας τα καθήκοντα του αληθινού Έλληνα πατριώτη, τελειώνει καλώντας το έθνος στον αγώνα κατά του κατακτητή:

" Σκόρπιζε γύρω σου τα συνθήματα της καθημερινής και τα γενικότερα συνθήματα του απελευθερωτικού αγώνα. Φρονημάτιζε και δυνάμωνε τους γύρω σου, εμψύχωνε τους δισταχτικούς, τους δειλούς και κοίταξε με κάθε τρόπο να πλατύνεις την οργάνωσή σου. Παίρνε μέρος ενεργητικό στους αγώνες, στις διαδηλώσεις, στις απεργίες, σε κάθε ομαδική εκδήλωση. Δείχνε απόλυτη αλληλεγγύη με όλους τους συναγωνιστές. Ξεσκέπαζε και κυνήγα τους προδότες και τους χαφιέδες. Ξεσκέπαζε όλους τους διασπαστές της απελευθερωτικής πάλης. Προφύλαττε τις γυναίκες από την επαφή με τους ξένους, από τη διαφθορά και την εκπόρνευση. Σε κάθε στιγμή κάνε το χρέος σου και μην  αφήνεις ποτέ να περάσει  μια μέρα χωρίς να ρωτήσεις τον εαυτό σου: Τι έκαμα σήμερα για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα; Σε τι έβλαψα τους εχθρούς, σε τι βοήθησα το λαό μας να λυτρωθεί;
Δεν υπάρχει πια δικαιολογία και πρόφαση για κανέναν Έλληνα να μένει αργός, να σταυρώνει τα χέρια του, να περιμένει μοιρολατρικά την εξέλιξη, να σκύβει το κεφάλι του μπροστά στην τυραννία και την προδοσία, να περιμένει από αλλού τη σωτηρία. Ο θάνατος κρούει τις πόρτες όλων μας. Η σκλαβιά, η πείνα, η αρρώστεια, ο ηθικός εξευτελισμός, η εξαθλίωση, είναι πια μέσα στο σπίτι του καθενός μας. Μην ελπίζεις να ξεφύγεις ό,τι και να σοφιστείς. Ο χειρότερος εχθρός σου είν' η δειλία και η μοιρολατρεία. Ο καλύτερος φίλος σου η ενεργητική συμμετοχή στον αγώνα.
Μη μένεις λοιπόν αργός. Δούλεψε. Αγωνίσου. Πάλεψε. Σε περιμένει η νίκη, η λευτεριά, η πολιτισμένη ζωή, η ευτυχία. Από τα βάθη μιας τρισχιλιόχρονης ιστορίας σε ατενίζουν οι πρόγονοί σου, οι ήρωες και οι μάρτυρες. Οι αγωνιστές του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας, οι αγωνιστές του 21, οι ήρωες των αλβανικών βουνών. Μη ντροπιάσεις την ιστορία σου και μην προδώσεις τον εαυτό σου. Γίνου και συ ένας αγωνιστής της λευτεριάς μαζί μ' όλα τ' αδέρφια σου. Εμπρός! όλοι οι Έλληνες, όλοι οι ζωντανοί άνθρωποι τούτης της γης, ενταχθείτε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο."

Κι' αληθινά το κήρυγμά του έγινε σάλπισμα συναγερμού. Σε λίγους μήνες η Εθνική Αντίσταση είταν η πιο φλογερή πραγματικότητα της νεοελληνικής ζωής. Ο λαός είταν στο πόδι και χτυπούσε ανελέητα τον κατακτητή. Ο Γληνός στην πρωτοπορεία της αντίστασης, παράνομος, με το ψευδώνυμο "Ορέστης", είταν η πνευματική της έκφραση μαζί με τους άλλους πατριώτες διανοούμενους.
Ο κατακτητής και τα όργανά του ξαίροντας το ρόλο του Γληνού στην αντίσταση, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τον βάλουν στο χέρι και να τον εξοντώσουν. Η παραμονή του πια στην Αθήνα είταν επικίνδυνη. Γι' αυτό έπρεπε να φύγει από την πολιορκημένη πρωτεύουσα ν' ανέβει στο βουνό. Πριν απ' όλα, όμως, έπρεπε να κοιτάξει την αρρώστεια του. Για ν' ανέβει στο βουνό έπρεπε ν' απαλλαγεί από τις πέτρες που τον βασάνιζαν. Και αποφασίζει το Δεκέμβρη του 1943 να μπει στην κλινική Σμπαρούνη και να κάνει την εγχείρηση.
Τις ημέρες των Χριστουγέννων ο Γληνός εγχειρήθηκε. Εξαντλημένος από τις πολύχρονες ταλαιπωρίες έπεσε σε ληθαργική κατάσταση, μετά την εγχείρηση. Και στις 26 του Δεκέμβρη 1943, η λευτεριά, που χτυπούσε με το σπαθί στους κάμπους, τα βουνά και τις πόλεις της σκλαβωμένης Ελλάδας, ήρθε με ξέμπλεκα μαλλιά και καταματωμένα ρούχα και γονάτισε πλάι στο ιερό του σκήνωμα....


Τάσος Βουρνάς, Δημήτρης Γληνός, ο Στοχαστής, ο Αγωνιστής, ο Δάσκαλος του Γένους, Εκδόσεις Αφων Τολίδη, Αθήνα 1975

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

" Είδε το παπούτσι της να πετάει αργά και τον εαυτό της μ' απλωμένα χέρια να πλέει στον αέρα. Ποιος είπε ότι δεν μπορούσε να πετάξει;" Ρέκβιεμ για τη Βούλα Μάστορη


Λύπη και θλίψη ένιωσα χθες διαβάζοντας την είδηση για το θάνατο της αγαπημένης συγγραφέα παιδικών βιβλίων και όχι μόνο, Βούλας Μάστορη. Φτωχαίνουμε συνεχώς...
 Ήταν κάπου εκεί στα 1988 , όταν νεαρή μαμά, προσπαθούσα να απαντώ στα γιατί της πρώτης μου κόρης, 3 ετών τότε. Υπηρετούσα στο Αγρίνιο και στην προθήκη ενός μικρού βιβλιοπωλείου είδα το βιβλίο " Απορίες παιδιών - Θάλασσα". Συγγραφέας η άγνωστη σε μένα τότε Βούλα Μάστορη. Από τότε μια σειρά βιβλίων της πήραν θέση στη βιβλιοθήκη των παιδιών μου .Βιβλία  από  εκείνα που ποτέ δε σκονίστηκαν. Η Βούλα Μάστορη με ρεαλιστική, ζωντανή, τρυφερή και τολμηρή γραφή και με πολλούς αφηγηματικούς τρόπους, βοήθησε  ανάλογα με την ηλικία,  τα παιδιά  και τους εφήβους να μυηθούν στο κόσμο της λογοτεχνίας και συγχρόνως να μάθουν τον κόσμο γύρω τους , να "συνομιλήσουν"  με δύσκολα θέματα σχετικά με την εφηβεία, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τα οικογενειακά προβλήματα, τον έρωτα και τη πολιτισμική διαφορετικότητα.
Σημαντική η συμβολή της και στη λογοτεχνική απόδοση γεγονότων της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας γιατί " η ΖΩΗ είναι αναπόφευκτα ένας ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ"
Από το βιβλίο της " ένα - ένα - τέσσερα", το τρίτο της τετραλογίας με την Άννα, το παρακάτω απόσπασμα:

" - ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ! ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ!
- ΠΡΟΙΚΑ - ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ - ΚΙ ΟΧΙ - ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ!
- Γιατί δεν προχωράμε, Μαίρη;
- Δεν ξέρω. Να, εκεί στη στροφή μπροστά έχουν σταματήσει.
- Λες να πέφτει ξύλο; Αν είναι, να φύγουμε τώρα...
- Επειδή το είπε ο Τάσος ΣΟΥ;
- Κατ' αρχήν, δεν είναι Τάσος ΜΟΥ και, κατά δεύτερον, εμένα δεν μ' αρέσουν οι φασαρίες. Ήρθαμε, κάναμε το καθήκον μας για την παιδεία, τώρα μπορούμε να φύγουμε.
- Αν θες, φύγε. Εγώ δε φοβάμαι.
Η Άννα δεν είπε τίποτε. Κοίταξε ανήσυχη ολόγυρα. Ακόμη μπροστά στη Λυρική βρίσκονταν. Οι μαθητές έσπρωχναν από πίσω να προχωρήσουν. Δίπλα τους η αλυσίδα περιφρούρησης είχε σπάσει κιόλας κι ο κόσμος από τα πεζοδρόμια είχε ενωθεί με τα παιδιά.
- Μαίρη, δεν τα βλέπω καλά τα πράματα...
Ένας νεαρός με πέτσινο μπουφάν κόλλησε από πίσω τους.
- Κουμουνάκια μου! τους σφύριξε γελώντας πρόστυχα.
Η Άννα σφίχτηκε πάνω στη Μαίρη.
- Άι στο διάολο, βρομιάρη ! του πέταξε αγριεμένη η φιλενάδα της.
Την ίδια στιγμή εκείνος  βρέθηκε μπροστά τους.
- Ποιον είπες "βρομιάρη", κλώσα; και της άστραψε ένα χαστούκι.
Το πάνω χείλι της Μαίρης μάτωσε.
Η Μαίρη είχε μεγάλα και πεταχτά χείλια. Παρ' όλα αυτά μπορούσε και μιλούσε χωρίς να τα κουνάει. Αυτό γινόταν στην ώρα του "Γλόμπου", όταν έλεγε το έργο της Κυριακής - η Μαίρη δηλαδή. Διηγιόταν ωραία η Μαίρη. Κι έβαζε μπόλικη σάλτσα. Να καταλάβεις, η Άννα, που το είχε δει το έργο μαζί της, το ξανάκουγε μ' ευχαρίστηση. Ήταν, βέβαια, κι η ατμόσφαιρα αλλιώτικη. Ο " Γλόμπος" να παραδίδει στον πίνακα κι η Μαίρη με φωνή υπόκωφη να του κάνει αντίπραξη. Και γερή μάλιστα. Γιατί, βέβαια, όλες προτιμούσαν το έργο της Κυριακής από τις όποιες χημικές αντιδράσεις. Ναι, ο " Γλόμπος" τούς έκανε και χημεία εφέτος στην ογδόη.
Μόνο όταν πήγαιναν στο χημείο, μονοπωλούσε την παράδοση ο "Γλόμπος". Όλοι χαίρονταν εκεί. Ο " Γλόμπος" γιατί ένιωθε το ακροατήριο δικό του, κι αυτές γιατί απολάμβαναν μοναδική παράσταση. Και μάλιστα με "σασπένς". Ποτέ δεν ήξερες αν θα πετύχαινε το πείραμα. Αν είχε αίσιο τέλος, ήταν χάρμα οφθαλμών να βλέπεις το " Γλόμπο" ν' ακτινοβολεί και να γυροφέρνει το επίτευγμά του καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι. Τις περισσότερες φορές όμως έβλεπαν το Τρίο Στούτζες σε μονή έκδοση. Και μια φορά μάλιστα η παράσταση παρά λίγο από κωμωδία να γίνει τραγωδία. Ήταν τότε μ' εκείνα τα δυο υγρά, που έπρεπε να ρίξεις στο δοκιμαστικό σωλήνα πρώτα το ένα και μετά το άλλο. Αν έριχνες, λέει, πρώτα άλλο και μετά το άλλο, γινόταν έκρηξη. Καμιά τους, μα καμιά τους όμως, δεν έλεγε να πιστέψει το "Γλόμπο".
- Αδύνατον, κύριε καθηγητά!
- Άντε, καλέ, που γίνεται κάτι τέτοιο!
- Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω.
- Απλές διαδόσεις είναι...
- Φήμες και τίποτε άλλο...
Τον πέισμωσαν τον άνθρωπο. Άσε που δεν ήθελε να χάσει το ακροατήριό του.
- Να, για να δείτε και να πειστείτε. Θα βάλω μια πολύ μικρή ποσότητα και θα τ' ανακατέψω αντίθετα...
Τα κορίτσια κοιτάχτηκαν λίγο ανήσυχα. Λες;
- Τόση λίγη ποσότητα δεν έχει φόβο...
Καλέ, αυτός δεν αστειευόταν!
- Δε χρειάζεται, κύριε καθηγητά, σας πιστεύουμε, είπε η απουσιολόγος.
Μα εκείνος ήταν γυρισμένος στην έδρα με τα όργανα και δεν κατάλαβε πως του μιλούσε.
- Σας πιστεύουμε! Σας πιστεύουμε! φώναξαν χορωδιακά τα κορίτσια.
Μάταια. Ο "Γλόμπος" είχε ήδη ρίξει το ένα υγρό μέσα στο δοκιμαστικό σωλήνα.
Οι δυο πρώτες σειρές του αμφιθεάτρου άδειασαν διακριτικά. Στριμώχτηκαν πίσω πίσω, ενώ μπροστά στα θρανία ορθώθηκαν προπετάσματα από βιβλία, τετράδια, παλτά, ζακέτες...
Το πείραμα, φυσικά, πέτυχε στην εντέλεια. Ολόκληρο το γυμνάσιο μαζεύτηκε έξω από το χημείο. Όταν σκόρπισε ο καπνός, μάζεψαν τον μπαρουτοκαπνισμένο " Γλόμπο" μέσα από ένα ντουλάπι με πάλαι ποτέ γυαλικά.
***
Η Άννα κοίταξε αλαφιασμένη ολόγυρα. Μα δεν έβλεπαν τι γίνεται εδώ; Δεν έβλεπαν αυτόν τον αλήτη;
- ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ! ακουγόταν σαν κραυγή βοήθειας τώρα από παντού.
Μα κανείς δεν έβλεπε επιτέλους; Και γιατί κυνηγούσαν οι αστυνομικοί εκείνους τους μαθητές; Και τους χτυπούσαν με τα ρόπαλα! Έδιναν γροθιές! Χαστούκια! Όπως αυτός εδώ στη Μαίρη.
- Τι με κοιτάζεις εσύ έτσι; Μπας και θες κι εσύ το μερτικό σου; είπε ο νεαρός κοιτάζοντας κατάματα κι εριστικά την Άννα.
Εκείνη όμως δε χαμήλωσε τα μάτια. Κι ας της έλεγε η μάνα της να μην κοιτάζει τους άντρες στα μάτια, γιατί τους προκαλούσε.
Ε, ναι. Τον προκαλούσε. Και λοιπόν;
- Φασίστα! του πέταξε με φωνή που έτρεμε από θυμό.
Εκείνος λύσσαξε. Σήκωσε το χέρι του, μα την ίδια στιγμή η Άννα είχε ορμήσει με το κεφάλια στο στομάχι του. Μωρέ, ας ερχόταν όλη η αστυνομία να την πιάσει. Κι ας την έπιαναν! Και σκασίλα της αν θύμωνε η μάνα της!
Μετά έγιναν όλα πολύ γρήγορα. Μπουνιές, κλοτσιές, χαστούκια, ροπαλιές, τραβήγματα, σπρωξίματα...Ο νεαρός με το μπουφάν, οι μαθητές, οι αστυνομικοί, οι φοιτητές...Κι ανάμεσα η Άννα να δίνει και να παίρνει. Για μια στιγμή το μάτι της άρπαξε τη Μαίρη κι ένα τσούρμο μαθητές να τρέχουν προς τα κάτω την Ακαδημίας. Εκείνη όμως είχε παγιδευτεί εδώ μπροστά στη Λυρική. Έτσι και την έβλεπε από μια μεριά η μάνα της...Θα της ξερίζωνε το μαλλί τρίχα τρίχα. Πάντως, εκείνη η ορμήνια της είχε πιάσει τόπο. " Στ' αχαμνά! Έτσι και σε στριμώξει αρσενικός, δώσ' του μια εκεί και βάλ' το στα πόδια!" Μπορεί η μάνα της να εννοούσε διαφορετικό στρίμωγμα, αλλά και σε τούτο έκανε τη δουλειά μια χαρά.
Ξαφνικά όμως πίσω από την πλάτη της η Άννα ένιωσε ένα τζάμι να υποχωρεί και το επόμενο λεπτό βρέθηκε να πετάει μέσα στη Λυρική μαζί με τα θρυμματισμένα κρύσταλλα. " Πρόσεχε τις καράμπες!" της έλεγε η μάνα της, όταν έσπαγε κάποιο γυαλί. Κι εδώ υπήρχαν χιλιάδες. Και θα' μπαιναν όλες μέσα της, μόλις προσγειωνόταν. Ή είχε κιόλας προσγειωθεί; Δυο σκιές είδε να δρασκελίζουν τα σπασμένα τζάμια και να' ρχονται προς το μέρος της.
Η Άννα ανασηκώθηκε και βροντοφώναξε με φωνή σοπράνο:
- ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ! ντεμπούτο και φινάλε μαζί στη Λυρική, όπου ήθελε να την έβλεπε μια μέρα ο πατέρας της.
- Δεν έπαθε τίποτε!
- Το χέρι της είναι κομμένο λίγο. Έχεις μαντίλι; Δώσ' το μου.
Πώς έλεγε εκείνο το τραγουδάκι που έλεγαν όταν ήθελαν να τα "βγάλουν" στο κρυφτό; " Ανέβηκα στην πιπεριά να κόψω ένα πιπέρι...Δώσ' μου το μαντιλάκι σου, το χρυσοκεντημένο, να δέσω το χεράκι μου..."
- Γρήγορα. Να τη βγάλουμε από δω μέσα...Εγώ από τη μια κι εσύ από την άλλη...
- Θα μας την έχουν στημένη απ' έξω οι μπασκίνες.
- Θα προσπαθήσουμε να περάσουμε. Εσύ, μικρή, μπορείς να σταθείς λιγάκι στα πόδια σου; Θα σε κρατάμε...
Η Άννα έκανε "ναι" με το κεφάλι της. Αλλά δε χρειάστηκε να πατήσει τα πόδια της. Τα δυο ντερέκια που ήταν είχαν πιάσει από τις μασχάλες τη σήκωσαν σαν πούπουλο κι οι τρεις μαζί έκαναν " έξοδο". Τα χτυπήματα έπεσαν βροχή πάνω τους. Ο ένας από τους δυο που την κρατούσαν την άφησε κι έπιασε το κεφάλι του. Η Άννα τον είδε να πέφτει κάτω.
- Τρέχα! Τρέχα! της φώναξε ο άλλος από την άλλη μασχάλη και της έδωσε μια σπρωξιά, γιατί είχε μαρμαρώσει.
Κι εκείνη έτρεξε μπροστά σφίγγοντας το μαντίλι στη ματωμένη παλάμη της. Ένιωσε να λιγοψυχάει. Αν είχε τη Μαίρη δίπλα της...Και δεν ήξερε πού πήγαινε. Ένα τσούρμο παιδιά την παράσερνε πότε αριστερά και πότε δεξιά. Και φωνές ολόγυρα λαχανιαστές.
- Διαλυθείτε!
- Πέφτει ξύλο!
- Να μπούμε στη Χαριλάου...στη Μαυρομιχάλη...
Κάνα δυο φορές ένιωσε στα πόδια της κάτι μαλακό και ζεστό κάτω. Σαν άλογο το δρασκέλισε ανατριχιάζοντας. Εκείνη έπρεπε να κρατηθεί όρθια. Να μην πέσει. Κι άρχισε να φωνάζει:
- ΔΗ - ΜΟ - ΚΡΑ - ΤΙ - Α! ΚΑΤΩ - ΟΙ ΦΑΣΙ - ΣΤΕΣ! ΕΝΑ - ΕΝΑ - ΤΕΣΣΕΡΑ!
Και φώναζε δυνατά, λες κι ήταν ξόρκια αυτά, που θα της έδιναν φτερά.
Κι η ανθρωποθάλασσα την παράσερνε. Τώρα είχε γαντζωθεί σπασμωδικά πίσω από μια πλάτη. Ήταν  μια δυνατή πλάτη, ζεστή και γιομάτη παλμό. Σαν εκείνη τότε της αδερφής της.

Δεν ήθελε η Άννα να μείνει έξω στην παραλία, όσο οι μεγάλες της αδερφές θα πήγαιναν στα βαθιά με την παρέα τους. Έτσι, για να μην κλαίει, η μια από τις δυο αδερφάδες τη ζεύτηκε στην πλάτη. Η παρέα, αγόρια και κορίτσια από το γυμνάσιο της επαρχίας, προχωρούσε για τα βαθιά καλαμπουρίζοντας. Για να φτάσεις στα βαθιά αυτής της θάλασσας είχε πολύ δρόμο. Το νερό άργησε πολύ να γαργαλήσει τις πατούσες της Άννας. Έπειτα, με τα πολλά έφτασε στη μέση της γάμπας της. Μετά στην κοιλιά της...Στο στήθος της όμως έφτασε πιο γρήγορα κι ακόμη πιο γρήγορα στο λαιμό της. Το νερό μπήκε στ' αυτιά της κι έσβησε τα γέλια και τις φωνές της παρέας. Η αδερφή της μπροστά ούτε που ένιωθε το φορτίο στην πλάτη της. Η Άννα άνοιξε το στόμα της να της μιλήσει, αλλά η θάλασσα της πήρε τη φωνή. Τότε σφίχτηκε πάνω στην πλάτη που την κουβαλούσε κι έκλεισε τα μάτια.

Τώρα όμως δεν έπρεπε να τα κλείσει τα μάτια της η Άννα. Δεν ήτανε άλλωστε παιδαρέλι. Κι αν είχε κολλήσει πίσω απ' αυτήν εδώ την πλάτη, ήταν γιατί οι σπάλες της ανέμιζαν σαν φτερά.

Κι η Άννα είχε φτερά, όταν ήτανε μικρή στην επαρχία. Έτρεχε κι έδινε μεγάλους πήδους κι αργούσε να πατήσει στη γη. Και πηδούσε από ψηλά σκαλοπάτια. Και πάλι αργούσε να προσγειωθεί. Από δέντρα. Από βουναλάκια...Κανείς δεν την πίστευε, όταν έλεγε ότι μπορούσε να πετάει. Στον ύπνο της όμως δεν την έλεγαν "παραμυθού". Γιατί εκεί πετούσε πιο ψηλά. Κανονικά. Να, άπλωνε τα χέρια της, τα κουνούσε αργά κι αμέσως βρισκόταν πάνω από σπίτια και δέντρα. Κι όταν την κυνηγούσαν οι "εχθροί", έδινε ένα τίναγμα και βρισκόταν στον αέρα. Μόνο αυτή μπορούσε να πετάξει, λέει. Αλλά μερικές φορές δεν προλάβαινε. Και τη στρίμωχναν ένα γύρο κι έβγαζαν σπαθιά. Τότε άνοιγε το στόμα της για να φωνάξει τη μαμά της, αλλά τη φωνή την έπνιγε θαλασσινό νερό. Η ανάσα της κοβόταν. Κι έκλεινε τα μάτια της.

Τώρα όμως δεν έπρεπε να κλείσει τα μάτια της η Άννα. Να, είχαν καταφέρει να περάσουν τον κλοιό των αστυνομικών. Δεν τους έδερνε κανείς. Αυτή η πλάτη μπροστά θα την ξενέριζε σίγουρα. Όπως η αδερφή της τότε.

Μετά οι μαντράχαλοι της παρέας τη ζούληξαν από δω, τη ζούληξαν από κει...Τη γύρισαν ανάποδα...Πάντως, της έβγαλαν το θαλασσινό νερό από μέσα της. Έπειτα ήταν η βασίλισσα της ημέρας. Το τι αχιβάδες και κοχύλια τής έφεραν δε λέγεται. Εκείνη όμως όλο το θυμόταν, λέει, ότι παρά λίγο να την πνίξουν, κι έκλαιγε. Και δώστου να της φέρνουν και πεταλίδες, που της άρεσαν. Και τα καβουράκια που έψησαν μετά, τα πιο πολλά τα έφαγε αυτή. Και δεν είπε τίποτα μετά στο σπίτι. Ούτε τώρα θα έλεγε.

Η Άννα σταμάτησε να ξανασάνει. Το ίδιο κι η πλάτη μπροστά της.
- Πάμε στο Πανεπιστήμιο τώρα, ακούστηκε να της λέει.
Κι εκείνη δεν ξαφνιάστηκε που της μιλούσε.
- Ναι, πάμε, είπε με φυσικότητα.
Ούτε κι όταν την έπιασε από το χέρι ξαφνιάστηκε. Ούτε τραβήχτηκε. ένιωσε τη φούχτα του ζεστή και σταθερή. Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε στο πρόσωπο. Ναι, δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς το πρόσωπο αυτής της φτερωτής πλάτης.
- Πώς σε λένε;
- Άννα. Εσένα;
- Άγγελο.
Γέλασε η Άννα.
- Γιατί γελάς;
- Για μια στιγμή, έτσι που τρέχαμε, μου φάνηκε πως είχες φτερά στην πλάτη...
- Όλοι έχουμε, Άννα.
Και την τράβηξε να τρέξουν πάλι.
Στο Πανεπιστήμιο είχαν καταφέρει να φτάσουν μερικοί ακόμη φοιτητές. Τους άνοιξαν την πόρτα και τους έμπασαν και τους δυο βιαστικά μέσα.
- Γρήγορα, να κλείσουμε την πόρτα. Έρχονται κατά δω οι μπασκίνες.
- Πόσοι είμαστε εδώ μέσα;
- Καμιά διακοσαριά.
Η Άννα είχε σταθεί στην άκρη κι άκουγε τα νεαρά παιδιά που μιλούσαν λαχανιασμένα, ενώ μια φευγαλέα σκέψη την έκανε να χαμογελάσει. Είχε "μπει" στο Πανεπιστήμιο, παρ' όλα αυτά. Και χωρίς εξετάσεις. Ή μήπως είχε δώσει;
- Μέσα εδώ δεν μπορούν να μας πειράξουν. Δεν μπορούν να παραβιάσουν το πανεπιστημιακό άσυλο, είπε μια φοιτήτρια.
- Χμ, δε θα είναι η πρώτη φορά...Καλύτερα να είμαστε έτοιμοι για όλα.
Ήταν έτοιμη κι η Άννα.
- Πλησιάζουν! φώναξε ένας.
Τότε, λες κι ήταν όλοι τους συμφωνημένοι, άρχισαν μεμιάς να ψάλλουν τον εθνικό ύμνο. Μαζί τους κι η Άννα, ενώ η τρίχα της ορθωνόταν σ' όλ της το πετσί. Έτσι γινόταν πάντα. Με το " Σε γνωρίζω από την κόψη..." το κορμί της ηλεκτριζόταν. Στο σχολείο ντρεπόταν γι' αυτή της τη συγκίνηση. Μάλιστα αυτοσαρκαζόταν, για να προλάβει τις συμμαθήτριές της. " Εμένα στέκεται κλαρίνο η τρίχα μου. Έτσι χαιρετάω εγώ" έλεγε γελώντας βραχνά. Μα τώρα εδώ δεν είχαν σχολική γιορτή. Ούτε γιόρταζαν καμιά εθνική επέτειο. Η Άννα αναρίγησε ξαφνικά. Αυτά τα παιδιά εδώ ίσως να γεννούσαν αυτή τη στιγμή καμιά εθνική επέτειο...
- ...Χαίρε, ω Χαίρε, Ελευθεριά! η φωνή της ενωμένη με τις άλλες αντιλάλησε στους τοίχους του Πανεπιστημίου.
- Κάτω οι φασίστες!
- ΔΗ - ΜΟ - ΚΡΑ - ΤΙ - Α!
- ΣΥΜΠΑ - ΡΑΣΤΑ - ΣΗ ΛΑΕ!
Το Πανεπιστήμιο δονούνταν συθέμελα από τα συνθήματα που είχαν γίνει σφαίρες, λες, στα στόματα των παιδιών. Τα τζάμια έτριζαν. Οι καρδιές φούσκωναν. Το αίμα κόχλαζε.
Μια ομάδα αστυνομικών κινήθηκε προς την κεντρική είσοδο του Πανεπιστημίου.
- Απάνω τους ! φώναξε ο Άγγελος κι αρπάζοντας ό,τι βρήκε μπροστά του μισάνοιξε την πόρτα και το εκσφενδόνισε στους αστυνομικούς.
Η Άννα κοίταξε ολόγυρά της σπασμωδικά. Στην επαρχία, όταν έπαιζαν πόλεμο, τα πυρομαχικά ήταν σπαρμένα στα πόδια τους. Λιθάρια και ματσούκια όσα ήθελαν. Εδώ τι να πετάξει; Κι όμως, οι άλλοι έβρισκαν και πετούσαν στους αστυνομικούς απ' εξω. Ξύλα, τζάμια, σοβάδες...Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε διάπλατη. Τα ρόπαλα όρμησαν μέσα. Για μια στιγμή η Άννα ένιωσε σαν ένα από κείνα τα εφτά  κατσικάκια του παραμυθιού. Ασυναίσθητα, τα μάτια της έψαξαν για το ρολόι όπου δε θα κοίταζε ποτέ ο κακός ο λύκος.
Μα να, κάποιος μεγάλος μάλωνε τους αστυνομικούς.
- Κύριοι! Περάστε έξω, κύριοι! Γρήγορα έξω! φώναζε μ' έντονο ύφος. Στα πέντε μέτρα μακριά από το Πανεπιστήμιο!
" Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!" Έτσι δε θα έλεγε τώρα κι η μάνα της; Μα η Άννα είχε καλύτερο τρόπο. Έβγαλε το παπούτσι της και κραδαίνοντας το έκανε επίθεση. Να, εδώ, στη Χαριλάου πιο κάτω τα είχε αγοράσει τα παπούτσια της. Πριν λίγες μέρες. Είχε πάει με τον μπαμπά της. Και τα είχε διαλέξει μόνη της. Μαύρα με στρογγυλωπή μύτη, λουρί πλατύ απάνω με αγκράφα και λίγο τακουνάκι. Λίγο, αλλά έκανε τη δουλειά του μια χαρά. Ορίστε, ο αστυνομικός παράτησε τον Άγγελο. Η Άννα στράφηκε ευχαριστημένη για άλλο στόχο, μα την ίδια στιγμή ένα χτύπημα από πίσω της έκοψε την ανάσα. Είδε το παπούτσι της να πετάει αργά και τον εαυτό της μ' απλωμένα χέρια να πλέει στον αέρα. Ποιος είπε ότι δεν μπορούσε να πετάξει;"
( Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από την πανσπουδαστική συγκέντρωση που έγινε στις 15 Φεβρουαρίου 1963)
ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ...


Βούλα Μάστορη, ένα - ένα - τέσσερα, Πατάκης , Αθήνα 1995, 4η έκδοση





Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης


Πολυβραβευμένος έλληνας ποιητής, με διεθνή αναγνώριση. Στα 70 και πλέον χρόνια της ενασχόλησής του με την ποίηση, συγκέντρωσε τις περισσότερες ίσως διακρίσεις, που έχουν δοθεί σε έλληνα ποιητή. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους λυρικούς ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου. Ο νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης τον είχε χαρακτηρίσει «Ευρωπαίο ποιητή μιας σπάνιας ευαισθησίας και βαθύ γνώστη της λυρικής τέχνης, που αξίζει τον έπαινο, όχι μόνο της ιδιαίτερης πατρίδας του, αλλά και των καλλιεργημένων ανθρώπων όλου του κόσμου».

Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης γεννήθηκε στις 17 Απριλίου 1916 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και εργάστηκε ως δικηγόρος. Την πρώτη του ποιητική εμφάνιση την έκανε σε ηλικία είκοσι ετών, στο πρωτοποριακό περιοδικό «Μακεδονικές Ημέρες», με την εκδοτική ομάδα του οποίου συνδέθηκε στενά. Έκτοτε, αφιερώθηκε στην ποίηση με πάθος και συνέπεια.

Το 1949 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Φύλλα Καπνού». Συνολικά, το ποιητικό του έργο περιλαμβάνει 22 ποιητικές συλλογές. Διακρίθηκε και ως δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Μετέφρασε κυρίως γάλλους, ισπανούς και λατινοαμερικάνους ποιητές, μεταξύ των οποίων οι Μποντλέρ, Λόρκα, Απολινέρ, Μαλαρμέ, Νερούδα και Ελάρ.

Για τους νεότερους ομοτέχνους του, ο Τάκης Βαρβιτσιώτης αποτελούσε σημείο αναφοράς. Υπήρξε ο τελευταίος επιζών ποιητής της παλιάς λογοτεχνικής παράδοσης της Θεσσαλονίκης και της λογοτεχνικής συντροφιάς του φαρμακείου του Ν. Γ. Πεντζίκη, συνεργάτης των θρυλικών περιοδικών, «Κοχλίας» και «Μορφές».


Η ποίησή του είναι λυρική, ενορατική, μυστικιστική, στα βήματα του νεοσυμβολισμού, με επιρροές και από τους υπερρεαλιστές ποιητές Πολ Ελάρ και Πιερ Ρεβερντί. «Η ποίησή του εκμηδενίζει τις υλικές αντιστάσεις και το βάρος των πραγμάτων, ώστε να προβάλουν με την ονειρική τους υπόσταση και να δείξουν την όψη του κόσμου πιο ωραία. Έτσι, η ζωή κοιταγμένη απ’ το πρίσμα της τέχνης, αποβάλλει τη σκληρότητά της, συμφιλιώνει τις αντιθέσεις της και ξαναγυρίζει σε μια κατάσταση παιδικής αθωότητας, όπου τα πράγματα είναι ακόμα “κρύσταλλα των ονείρων” και “τραγουδούν” μέσα σε μυθικούς καθρέφτες», επισημαίνει ο μελετητής του έργου του Κώστας Στεργιόπουλος.

Ο Βαρβιτσιώτης υπήρξε από τους πιο πολυμεταφρασμένους και πολυβραβευμένους έλληνες ποιητές. Είχε τιμηθεί, μεταξύ άλλων, με το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα (1959), το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1985), το Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας Αθηνών (1977), το Βραβείο Ουράνη (1987), το Βραβείο Ποίησης του Δήμου Θεσσαλονίκης (1959), το Βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων (1992), το Χρυσό Μετάλλιο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου (1987).

«Είναι καιρός να καλλιεργηθεί η ιδέα ότι η ποίηση –όπως και η τέχνη γενικότερα– είναι ένας σταυρός μαρτυρίου, που τον σηκώνουν μοναχά άνθρωποι σημαδεμένοι από τη μοίρα, μία νόσος εκ γενετής. Με δύο λόγια δημοκρατία, σοσιαλισμός, χριστιανισμός είναι το τρίπτυχο που αντιπροσωπεύει και συμπυκνώνει την πνευματική μου υπόσταση», έλεγε σε συνέντευξή του, με αφορμή την απονομή του βαλκανικού βραβείου ποίησης «Αίμος» το 2006.

Ήταν μέλος της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών και επισκέφθηκε ως επίσημος προσκεκλημένος τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου διάβασε ποιήματά του κι έδωσε διαλέξεις σε διάφορα πανεπιστήμια (Χάρβαρντ, Πρίνστον, Γέιλ, κ.α.). Επίσης, επισκέφθηκε με πρόσκληση του Υπουργείου Πολιτισμού τη Ρουμανία και την Ισπανία. Έλαβε μέρος σε πολλά συνέδρια της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών, σε φεστιβάλ και άλλες διεθνείς συναντήσεις ως εκπρόσωπος της Ελλάδας.

Τιμήθηκε με το Παγκόσμιο Βραβείο Μυστικιστικής Ποίησης «Φερνάντο Ριέλο» στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (Νέα Υόρκη, 1988), με το παράσημο του Ιππότη του Γαλλικού Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών από το Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας (1989) και το ευρωπαϊκό Βραβείο Χέρντερ από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης (1994) με το αιτιολογικό ότι «είναι εκπρόσωπος εκείνης της πλειάδας των ελλήνων ποιητών που έχει συμβάλει μ' έναν τρόπο ζωτικό και απρόοπτο στην παγκόσμια λογοτεχνία της εποχής μας, και το πλούσιο ποιητικό έργο του αποτελεί μια κορυφαία στιγμή της σύγχρονης ελληνικής λυρικής ποίησης, βρίσκοντας αναγνώριση και έξω από την πατρίδα του».

Το Μάρτιο του 1995 εκλέγεται μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας «Μιχαήλ Εμινέσκου» που εδρεύει στη Ρουμανία, στις 23 Νοεμβρίου 1995 του απονέμεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χρυσό μετάλλιο τιμής για τη μεγάλη συμβολή του στα ευρωπαϊκά γράμματα, ύστερα από πρόταση της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών, και στις 26 Οκτωβρίου του ίδιου έτους τού απονέμεται από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος.

Στις 15 Μαρτίου 1997 του απονέμεται εκ μέρους του Ιταλικού Κράτους στη Ραγκούλα της Σικελίας, και σε επίσημη τελετή που έγινε στο κυβερνείο της πόλης αυτής, το Διεθνές Βραβείο «Ίμπλα: μία γέφυρα για την Ευρώπη». Τον Οκτώβριο του 1997 το Αριστείο της Τάξεως Γραμμάτων και Τεχνών από το Ίδρυμα Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού και στις 10 Ιουνίου 1998 το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Στις 3 Δεκεμβρίου 1998 εκλέχθηκε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 9 Αυγούστου 1999.

Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης πέθανε την 1η Φεβρουαρίου 2011, σε ηλικία 95 ετών.