Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη Λογοτεχνία.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη Λογοτεχνία.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020

Τζουντ ο αφανής


Κάποιες φορές μία απλή αναφορά ενός βιβλίου μέσα σε ένα άλλο βιβλίο οδηγεί σε μια συγκλονιστική αναγνωστική εμπειρία. Αυτό συνέβη με το μυθιστόρημα του Τόμας Χάρντυ, Τζουντ ο αφανής, το οποίο μεταφράστηκε από τη Λητώ Σεϊζάνη και εκδόθηκε από τη Νεφέλη το 1997. Δεν θυμάμαι σε ποιο βιβλίο το συνάντησα, πάει καιρός, αλλά ευτυχώς που μπόρεσα να το βρω, καθώς είναι εξαντλημένη η έκδοση,  και να το διαβάσω. 

Η ιστορία ξεκίνησε να δημοσιεύεται σε συνέχειες το 1894 στο περιοδικό Χάρπερς. Πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία που αρχίζει από την παιδική ηλικία του Τζουντ και τελειώνει με το θάνατό του. 
Ένα παιδί που ονειρεύεται να κατακτήσει τη γνώση και να μπει σε εκείνες τις μεγάλες αίθουσες ,όπου αυτή διδάσκεται. Ένας νέος που ερωτεύεται, παντρεύεται και απογοητεύεται σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αλλά που δεν αργεί να συναντήσει τη γυναίκα της ζωής του και να την ερωτευτεί απελπισμένα  χωρίς να μπορεί να την προσεγγίσει, παρά μόνο φιλικά καθώς γνωρίζει ότι η κοπέλα αυτή είναι εξαδέλφη του. Ένας έρωτας  αμοιβαίος στην πορεία, ο οποίος όμως περνάει του λιναριού τα πάθη και δεν κατορθώνει να φέρει την ευτυχία ακόμη και όταν το ζευγάρι ζει μαζί μετά από πολλές περιπέτειες. 
Ο Τζουντ είναι ο άνθρωπος εκείνος που όλα τα σχέδια της ζωής του βγήκαν πλάνα, που δεν μπόρεσε να κατακτήσει ουσιαστικά τίποτε από όσα ήθελε: δεν φοίτησε στις σχολές που ήθελε, δεν έκανε τη δουλειά που ήθελε, δεν έζησε τον έρωτα όπως τον ήθελε.
Η Σου, μια νέα κοπέλα, δεν ζει και δεν συμπεριφέρεται όπως η κοινωνία της εποχής της το απαιτεί και γιαυτό καταδικάζεται από αυτήν και γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος. Οι πολλές ψυχολογικές διακυμάνσεις και η κυκλοθυμική συμπεριφορά  της φανερώνουν ένα σύνθετο χαρακτήρα που μάχεται να σταθεί στα πόδια του και να νικήσει τα εμπόδια χωρίς επιτυχές αποτέλεσμα. 
Η ιστορία ξεδιπλώνεται σε ομιχλώδη τοπία της αγγλικής φύσης και μικρών πόλεων με πολλές περιγραφικές λεπτομέρειες.
Τολμηρό και πολύ προοδευτικό ως προς τις ιδέες που εκφράζει για τις ερωτικές σχέσεις, το γάμο, τα παιδιά, τη μόρφωση σε μια εποχή αυστηρά πουριτανική. Σκληρό στις περιγραφές του, όσον αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις, με ένα πέπλο μυστηρίου να καλύπτει τις πράξεις των ανθρώπων. Τραγικό στο τρόπο που διαχειρίζεται τη λύση των προβλημάτων των πρωταγωνιστών σε σημείο να νιώθεις τη καρδιά σου να χτυπά γρήγορα και με αγωνία για την εξέλιξη της ιστορίας. Μια εξέλιξη οδυνηρή και με πολλές ανατροπές, ενίοτε σπαρακτικές.
Δίπλα στους δύο βασικούς ήρωες, αρκετοί άλλοι που με τη συμπεριφορά τους και τις απόψεις τους επηρεάζουν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό τις ζωές του Τζουντ και της Σου, αναδεικνύοντας συγχρόνως μια κοινωνία βαθιά συντηρητική , ταξική και ρατσιστική αλλά με μικρές χαραμάδες φωτός που όμως δεν οδηγούν στο αίσιο τέλος. 

Πολύ ενδιαφέρουσα η παρουσίαση του βιβλίου από τη μεταφράστρια του μυθιστορήματος Λητώ Σεϊζάνη εδώ.

Η ιστορία έγινε ταινία το 1996 με τους Κρίστοφερ Εκλεστον, Κέιτ Γουίνσλετ σε σκηνοθεσία Μάικλ Γουιντερμπότομ. Ολόκληρη η ταινία με αγγλικούς υπότιτλους:





Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Luis Sepulveda : το τέλος μιας πτήσης


Ο σπουδαίος Χιλιανός συγγραφέας και ακτιβιστής  Luis Sepulveda έφυγε από τη ζωή νικημένος από τον κορωνοϊό!  Σε ηλικία 70 ετών και αφού είχε βγει νικητής πολλές φορές στη ζωή του στις μάχες με τη Χιλιανή δικτατορία, τη φυλακή, τις εξορίες. 
Ο Luis Sepulveda  γεννήθηκε το 1949 στο Ovalle της Χιλής. Έντονα πολιτικοποιημένος συμμετείχε σε κινητοποιήσεις εναντίον της δικτατορίας στη χώρα του. Για τη δράση του αυτή συνελήφθη , κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάστηκε σε 28 χρόνια φυλακή. Αποφυλακίστηκε μετά από παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας και αφού είχε εκτίσει δύο χρόνια στη φυλακή. Με την αποφυλάκιση του υποχρεώθηκε να φύγει από την πατρίδα του. Έζησε έξι μήνες στον Αμαζόνιο με τους Ινδιάνους Σουάρ . Αυτή η συμβίωση - συνύπαρξη άλλαξε τις αντιλήψεις του για τον κόσμο και αυτό εκφράστηκε στο μυθιστόρημά του " Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης". 
Στρατεύτηκε στη διεθνή  ταξιαρχία " Σιμόν Μπολιβάρ" και συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα της Νικαράγουας. Όταν ήρθε στην Ευρώπη δραστηριοποιήθηκε στην Greenpeace. 
 Τα πιο γνωστά βιβλία του είναι: "Ο κόσμος του τέλους του κόσμου" (1989), "Όνομα ταυρομάχου" (1994), "Patagonia express" (1995), "Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει" (1996), "Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer" (1996), "Hot Line, Γιακαρέ" (1997), "Η τρέλα του Πινοσέτ" (2002), "Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ" (2004), "Η δύναμη των ονείρων" (2006)κ.α. και του απονεμήθηκαν τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία.

Ένα μικρό απόσπασμα από το  βιβλίο του "Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει", το οποίο μεταξύ άλλων εξετάζει και το μεγάλο πρόβλημα της ρύπανσης των θαλασσών.

Το τέλος μιας πτήσης
Ο γάτος που ήταν μαύρος και πελώριος και χοντρός, λιαζόταν στο μπαλκόνι, ρονρονίζοντας, και σκεφτόταν τι ωραία που την περνούσε εκεί, ξαπλωμένος ανάσκελα, με τις ζεστές ακτίνες πάνω στην κοιλιά, τα τέσσερα πόδια μαζεμένα και την ουρά απλωμένη.
Τη στιγμή ακριβώς που έστριβε τεμπέλικα το κορμί για να λιάσει και τη ράχη του, άκουσε το βόμβο κάποιου πετούμενου που δεν μπόρεσε να καταλάβει τι ήταν, και που ζύγωνε με μεγάλη ταχύτητα. Τινάχτηκε πάνω, στήθηκε γερά στα τέσσερα ποδάρια του, κι ίσα που πρόλαβε να χωθεί σε μια γωνιά, αποφεύγοντας το γλάρο που έπεσε στο μπαλκόνι του.
Πιο βρόμικο πουλί δεν είχε ξαναδεί! Όλο του το κορμί ήταν ποτισμένο με μια μαύρη ουσία που έζεχνε.
Ο Ζορμπάς ξεπέρασε το πρώτο σοκ, κι ο γλάρος έκανε μια προσπάθεια ν' ανασηκωθεί, μαζεύοντας τις φτερούγες.
" Έχω δει και κομψότερες προσγειώσεις" νιαούρισε ο γάτος.
" Το ξέρω. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα" έκρωξε η Κενγκά.
" Ρε συ, τα χάλια σου έχεις!" νιαούρισε ο Ζορμπάς. " Και τι είν' αυτό που' χεις πάνω σου; Σκυλοβρομάει!"
" Με βρήκε το μαύρο κύμα. Η μαύρη μάστιγα. Η κατάρα των θαλασσών. Θα πεθάνω" έκρωξε παραπονιάρικα η Κενγκά.
" Θα πεθάνεις; Μην το λες αυτό" νιαούρισε ο Ζορμπάς. " Είσαι βρόμικη και κουρασμένη - αυτό είν' όλο. Γιατί δεν πετάγεσαι ως τον Ζωολογικό Κήπο; Δεν είναι μακριά από δω, κι έχει εκεί κτηνιάτρους που μπορούν να σε βοηθήσουν."
" Δεν μπορώ. Αυτό ήταν το τελευταίο μου πέταγμα" έκρωξε η Κενγκά με φωνή ξεψυχισμένη κι έκλεισε τα μάτια.
" Μην πεθάνεις! Ξεκουράσου λιγουλάκι και θα δεις πως θα συνέλθεις. Πεινάς; Να σου δώσω λίγο απ' το φαΐ μου, αλλά σε παρακαλώ, μην πεθάνεις!" νιαούρισε ο Ζορμπάς, πλησιάζοντας την εξουθενωμένη Κενγκά.
Κατανικώντας την αποστροφή  του, ο γάτος τής έγλειψε το κεφάλι. Εκείνη η ουσία που την είχε ποτίσει, είχε κι απαίσια γεύση. Περνώντας με τη γλώσσα του από το λαιμό, πρόσεξε πως η αναπνοή του πτηνού γινόταν όλο και πιο αδύναμη.
"Άκου να σου πω, φιλενάδα: θέλω να σε βοηθήσω, αλλά δεν ξέρω πώς. Κοίτα εσύ να ξεκουραστείς, κι εγώ θα πεταχτώ να ρωτήσω τι κάνει κανείς μ' έναν άρρωστο γλάρο" νιαούρισε ο Ζορμπάς και πήδηξε στη στέγη.
Είχε ήδη κινήσει για την καστανιά, όταν άκουσε το γλάρο να τον φωνάζει.
" Θες να σου αφήσω λίγο φαΐ;" νιαούρισε λίγο ανακουφισμένος.
" Πρόκειται να κάνω ένα αβγό. Θα μαζέψω τις τελευταίες μου δυνάμεις και θα το κάνω. Φίλε μου,γάτε, έχω καταλάβει πως είσαι ένα ζώο καλό και πονόψυχο. Γι' αυτό, θέλω να σου ζητήσω τρεις χάρες. Θα μου τις κάνεις;" έκρωξε η Κενγκά, κάνοντας μια βαριά κι απεγνωσμένη προσπάθεια να σηκωθεί όρθια.
Ο Ζορμπάς σκέφτηκε πως ο φουκαράς ο γλάρος παραληρούσε και πως, μπροστά σ' ένα πουλί σ' αυτά τα χάλια, δεν μπορείς παρά να δειχτείς γενναιόψυχος.
" Σου υπόσχομαι ό,τι θέλεις. Τώρα, όμως, ξεκουράσου" νιαούρισε με κατανόηση.
" Δεν έχω χρόνο να ξεκουραστώ. Θέλω να μου υποσχεθείς πως δε θα φας τ' αβγό" έκρωξε η Κενγκά, ανοίγοντας τα μάτια.
" Σου υπόσχομαι να μη φάω τ' αβγό" νιαούρισε ο Ζορμπάς.
" Θέλω να μου υποσχεθείς πως θα το φροντίζεις ώσπου να γεννηθεί το γλαρόνι" έκρωξε η Κενγκά, τεντώνοντας το λαιμό.
" Σου υπόσχομαι να το φροντίζω ώσπου να γεννηθεί το γλαρόνι" νιαούρισε ο Ζορμπάς.
" Και θέλω να μου υποσχεθείς πως θα το μάθεις να πετάει" έκρωξε η Κενγκά, κοιτάζοντας το γάτο κατάματα.
Τότε ο Ζορμπάς υπέθεσε πως αυτός ο φουκαράς ο γλάρος όχι μόνο παραληρούσε, αλλά κι είχε τρελαθεί τελείως.
" Σου υπόσχομαι να το μάθω να πετάει. Και τώρα ξεκουράσου - πάω να φέρω βοήθεια" νιαούρισε ο Ζορμπάς και, μ' ένα σάλτο, ξαναβρέθηκε στη στέγη.
Η Κενγκά κοίταξε τον ουρανό, ευχαρίστησε όλους τους καλούς ανέμους που την είχαν συντροφέψει, κι ακριβώς τη στιγμή που ξεψυχούσε, ένα άσπρο αβγουλάκι με γαλάζια στίγματα κύλησε δίπλα στο κορμί της, το ποτισμένο με πετρέλαιο.

Luis Sepulveda, Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει, μετφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις opera, Αθήνα 2008, 7η έκδοση

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Υπόγειος κόσμος


...Οι δύο γυναίκες κοιτάζουν πέρα στις αλάνες φίσκα στα σκουπίδια που μαζεύονται χρόνια εκεί. Πώς λέμε η Τροία ανακαλύφθηκε σε πολλά επίπεδα; Είμαστε στην εποχή των οικιακών σκουπιδιών. Μια εποχή γεμάτη χαλάσματα και βανδαλισμένα αυτοκίνητα μέλη κακοποιών που μουχλιάζουν. Δέντρα κι αγριόχορτα φυτρώνουν ανάμεσα στα άχρηστα αντικείμενα. Αγέλες σκυλιών, γεράκια και κουκουβάγιες. Κάθε τόσο εργάτες του δήμου έρχονται εδώ για να σκάψουν. Στέκονται συλλογισμένοι δίπλα στους εκσκαφείς, τις μπουλντόζες και τις βουτηγμένες στην καφετιά λάσπη φαγάνες. Μοιάζουν με πεζικάριους μαζεμένους κοντά στα τανκς που προελαύνουν. Αλλά δεν μένουν πολύ. Φεύγουν πάντα αφήνοντας πίσω τους μισοσκαμμένους λάκκους, πεταμένα εξαρτήματα, πλαστικά ποτηράκια και πίτσες με πιπεριά. Οι μοναχές κοιτάζουν. Λαβυρινθώδεις φωλιές αρουραίων, λάκκοι γεμάτοι με πεταμένες λεκάνες, νιπτήρες και ψευδοροφές, σωροί παλιά λάστιχα στεφανωμένα με περικοκλάδες. Το ηλιοβασίλεμα ακούς το τραγούδι των πυροβολισμών πίσω από τους τοίχους των ερειπωμένων σπιτιών. Οι μοναχές κάθονται στο ημιφορτηγάκι και κοιτάζουν. Στην άλλη άκρη ένα κτίσμα, μια ετοιμόρροπη πολυκατοικία στέκει μονάχη. Ο ένας τοίχος - εκεί όπου κάποτε ακουμπούσε  ένα άλλο κτήριο - είναι εκτεθειμένος. Εκεί, σε αυτό τον τοίχο ο Ισμαήλ Μουνιόζ και το συνεργείο του ζωγραφίζουν με σπρέι έναν άγγελο στη μνήμη κάθε παιδιού της γειτονιάς που πεθαίνει. Γαλάζιοι και ροζ άγγελοι πιάνουν τη μισή σχεδόν κάθετη επιφάνεια. Κάτω από κάθε άγγελο είναι γραμμένο το όνομα του παιδιού μαζί με την αιτία θανάτου και μερικά λόγια από την οικογένεια. Καθώς το φορτηγάκι πλησιάζει, η Έντγκαρ διαβάζει: φυματίωση, AIDS, ξυλοδαρμός, πυροβολισμοί από διερχόμενο αμάξι, ιλαρά, άσθμα, εγκατάλειψη βρέφους. Το αφήσαν στα σκουπίδια, το ξέχασαν στο αμάξι, το εγκατέλειψαν σε μια πλαστική σακούλα στην παγωνιά.
Η περιοχή τούτη λέγεται " Το Τείχος" εξαιτίας του γκράφιτι και μιας αίσθησης αποκλεισμού, απομόνωσης. Είναι μια πτυχή της γης  μακριά από κάθε κοινωνικό καθεστώς...( απόσπασμα)

Ντον ΝτεΛίλλο, Υπόγειος κόσμος, μετφρ. Έφη Φρυδά, Εστία, Αθήνα 2016, 3η έκδοση

Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στην Αμερική το 1998 και θεωρήθηκε εκείνη την εποχή ως το σπουδαιότερο έργο του συγγραφέα.
Πρόκειται για ένα ογκώδες μυθιστόρημα, 948 σελίδες στην ελληνική έκδοση. Ξεκινά στη Νέα Υόρκη το 1951 με έναν αγώνα μπέιζμπολ και μετά ο συγγραφέας με ένα μπρος - πίσω στο χρόνο φθάνει στις μέρες μας και  με την αφήγηση των ζωών πολλών ανθρώπων, οι οποίοι όλοι με κάποιο τρόπο δένονται μεταξύ τους, παρουσιάζει την εικόνα της άλλης Αμερικής, της σκοτεινής. Μια εικόνα που τα έχει όλα:το  αμερικάνικο όνειρο αλλά  και τη διάψευση του, ανθρώπινες σχέσεις και υπαρξιακά προβλήματα, ανάπτυξη και υπανάπτυξη, την βιτρίνα των όμορφων πόλεων και τη ζωή που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα, σκουπίδια, πυρηνικά όπλα, ναρκωτικά, αρρώστιες, συμμορίες και γενικά ένα πολύ σκοτεινό και υπόγειο κόσμο και τα τείχη που αυτός υψώνει ανάμεσα σε ανθρώπους, γειτονιές, περιοχές και πόλεις ολόκληρες. 
Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που θέλησα να το παρατήσω, ειδικά στην αρχή όπου η περιγραφή του αγώνα μπέιζμπολ καταλαμβάνει πολύ  μεγάλη έκταση. Πολύ αμερικάνικο, σκέφτηκα. Δεν το παράτησα όμως και ομολογώ ότι αποζημιώθηκα γι' αυτό, διότι μέσα από τις πολλές ιστορίες και τα πολλά πρόσωπα προβληματίστηκα για τις πολλές πτυχές  του αμερικάνικου τρόπου ζωής που μπορεί να φαίνεται ότι αφορά μόνο την Αμερική, αλλά δεν είναι έτσι, καθώς επιδρά με το έναν ή τον άλλο τρόπο πάνω σε όλη την ανθρωπότητα. Νομίζω ότι ο τρόπος γραφής του Ντον ΝτεΛίλλο κατορθώνει να σε βάλει μέσα στην ατμόσφαιρα αυτού του κόσμου, να νιώσεις τη σκληρότητά του  και να μυρίσεις τη βρωμιά του σε όλα τα επίπεδα αφήνοντας όμως μια χαραμάδα για να μπει η ελπίδα.
Ο Υπόγειος κόσμος δεν είναι ένα εύκολο μυθιστόρημα. Είναι δύσκολο, σκληρό και απαιτητικό, αξίζει όμως τον κόπο.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

Το μυστήριο του Έντουιν Ντρουντ

Ο Charles Dickens γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1812.

Το τελευταίο μυθιστόρημά του πριν πεθάνει είναι" Το μυστήριο του Έντρουιν Ντρουντ". 
" Από το μυθιστόρημα αυτό ο Ντίκενς πρόφθασε να γράψει μόνον το μισό, αφήνοντας πίσω του ένα πλήθος εικασιών για το πώς επρόκειτο να το τελειώσει, και ένα διαρκώς αυξανόμενο αριθμό επίδοξων συνεχιστών του. Αν και πέθανε σχεδόν πάνω στο τελευταίο του χειρόγραφο, δεν βρέθηκαν καθόλου σημειώσεις για το τι θα περιλάμβαναν τα επόμενα κεφάλαια. Ξέρουμε ότι είχε υπογράψει το 1869 συμβόλαιο για ένα μυθιστόρημα σε δώδεκα μηνιαίες συνέχειες. Απ' αυτές έχουμε τις έξι.
Μετά τίποτα!
Έγιναν μερικές απόπειρες να εξαχθούν συμπεράσματα από την εικονογράφηση, που είχε παραγγείλει και επιβλέψει ο ίδιος. Μελετήθηκαν τα χειρόγραφά του. Τα αποτελέσματα είναι πενιχρά - ο Ντίκενς είχε πει και επαναλάβει ότι είχε μια τόσο καταπληκτική ιδέα γι' αυτό το μυθιστόρημα, τόσο πρωτότυπη, ώστε δεν θα την ανακοίνωνε πουθενά για να μην χαλάσει την έκπληξη των αναγνωστών του.
Το παιχνίδι, λοιπόν, είναι ανοιχτό σε όλους: κάθε αναγνώστης μπορεί να εφοδιαστεί μ' ένα μολύβι και να αρχίσει να σημειώνει στο οπισθόφυλλο ένα ένα τα σημεία που του φαίνονται ενδεικτικά - τα ίχνη, σαν να λέμε, που ο συγγραφέας είχε σπείρει στη διαδρομή της αφήγησης, προκειμένου να τα ανασύρει στο τέλος και να εδραιώσει απάνω τους την εξήγηση που σκόπευε να δώσει..." ( από το προλογικό σημείωμα της μεταφράστριας Αθηνάς Κακούρη στην έκδοση του μυθιστορήματος από το Βιβλιοπωλείο της "Εστίας", το 2008)

Ο Γάλλος συγγραφέας  Ζαν - Πιερ Ολ, βιβλιοπώλης στο επάγγελμα,  επιχείρησε αριστοτεχνικά  μέσω του αφηγητή Φρανσουά Ντωμάλ να φτάσει μέχρι το τέλος στο μυθιστόρημα του " Ποιος σκότωσε τον Έντουιν Ντρουντ". Εκδόθηκε από το Βιβλιοπωλείο της "Εστίας" το 2008 σε μετάφραση του Θωμά Σκάσση.
Βραβευμένο μυθιστόρημα που " δεν είναι μόνο ένα ιδιαίτερα ψυχαγωγικό ανάγνωσμα, είναι κυρίως ένας ύμνος στη λογοτεχνία και τις  μαγικές της ιδιότητες" .
Στο μυθιστόρημα αυτό " τα αινίγματα πολλαπλασιάζονται, οι ανατροπές παρασύρουν τον αναγνώστη από τη μια εποχή στην άλλη με φρενιτιώδη ορμή και με τη συντροφιά εκκεντρικών ηρώων...) (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Καλή ανάγνωση και καλή διασκέδαση!





Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Ο θηλυκός Άη - Βασίλης ( Χριστουγεννιάτικος μύθος)

Θα γνώριζε ποτέ το χωριό του Πουλντρεζίκ μια περίοδο ειρήνης; Εδώ και πενταετίες, το σπάραζαν οι αντιθέσεις καθολικών και φιλελευθέρων, σχολείου των Φρέρηδων και δημόσιου σχολείου, εφημερίου και δασκάλου. Οι εχθροπραξίες που δανείζονταν τα χρώματα των εποχών, με τις γιορτές του τέλους της χρονιάς τυλίγονταν τη λάμψη του μύθου. Η νυχτερινή λειτουργία των Χριστουγέννων γινόταν για πρακτικούς λόγους στις 24 Δεκεμβρίου στις 6 η ώρα το βράδυ. Την ίδια όμως ώρα, ο δάσκαλος, μεταμφιεσμένος σε Άη Βασίλη, μοίραζε παιχνίδια στους μαθητές του δημόσιου σχολείου. Έτσι εξ αιτίας του ο Άη Βασίλης γινόταν ένας παγανιστής, φιλελεύθερος και αντικληρικός ήρωας, κι ο εφημέριος του αντιπαράθετε το μικρό Χριστό της ζωντανής φάτνης του - περίφημης σ' όλη την περιοχή - όπως δίνει κανείς ένα ράπισμα αγιασμού στο πρόσωπο του Διαβόλου.
Αλήθεια, το Πουλντρεζίκ θα γνώριζε κάποια ανακωχή; Κι αυτό γιατί ο δάσκαλος, παίρνοντας τη σύνταξή του, είχε αντικατασταθεί από μία δασκάλα η οποία δεν ήταν από την περιοχή, κι όλος ο κόσμος την παρακολουθούσε για να δει τι σόι πράγμα ήταν. Η Κα Οϊζελέν, μητέρα δύο παιδιών - εκ των οποίων, το ένα μωρό τριών μηνών - ήταν χωρισμένη, γεγονός που έμοιαζε ν' αποτελεί εγγύηση λαϊκής πίστης. Ωστόσο από την πρώτη κιόλας Κυριακή θριάμβευσε η μερίδα των καθολικών του χωριού, όταν είδαν την καινούρια δασκάλα να μπαίνει στην εκκλησία.
Τα πράγματα έμοιαζαν τελειωμένα. Δεν θα υπήρχε πλέον βέβηλο χριστουγεννιάτικο δέντρο την ώρα της "νυχτερινής " λειτουργίας των Χριστουγέννων κι ο εφημέριος θα έμενε μοναδικός κυρίαρχος του γηπέδου. Η έκπληξη λοιπόν ήταν μεγάλη όταν η Κα Οϊζελέν ανακοίνωσε στους μαθητές της ότι δεν θα άλλαζε τίποτε από την παράδοση, κι ότι ο Άη Βασίλης θα μοίραζε δώρα του τη συνηθισμένη ώρα. Τι παιχνίδι έπαιζε; Και ποιος θα κρατούσε το ρόλο του Ά Βασίλη; Ο ταχυδρόμος κι ο αγροφύλακας, τους οποίους όλος ο κόσμος έβαζε με το νου εξαιτίας των σοσιαλιστικών τους ιδεών, διαβεβαίωναν ότι δεν ήξεραν τίποτα. Η απορία κορυφώθηκε, όταν μαθεύτηκε ότι η Κα Οϊζελέν δάνειζε στον εφημέριο το μωρό της για να κάνει το μικρό Χριστό της ζωντανής φάτνης του.
Στην αρχή όλα πήγαν καλά. Ο μικρός Οϊζελέν κοιμόταν βαθιά, ενώ οι πιστοί παρήλαυναν μπροστά από τη φάτνη με τα μάτια γουρλωμένα από περιέργεια. Το βόδι και το γαϊδούρι  - ένα αληθινό βόδι, ένα αληθινό γαϊδούρι - έμοιαζαν συγκινημένα μπροστά στο τόσο  θαυματουργά μετεμορφωμένο σε Σωτήρα μωρό.
Δυστυχώς από την ώρα του Ευαγγελίου άρχισε να είναι ανήσυχο και τη στιγμή που ο εφημέριος ανέβαινε στον άμβωνα ξέσπασε σε ουρλιαχτά. Ποτέ δεν είχε ακουστεί φωνή μωρού τόσο διαπεραστική. Ματαίως η παιδίσκη η οποία παρίστανε την Παρθένο Μαρία το λίκνιζε πάνω στο ισχνό στήθος της. Το βρέφος, κόκκινο από οργή, χτυπώντας χέρια και πόδια, έκανε τους θόλους της εκκλησίας ν' αντιλαλούν από τις σπαρακτικές κραυγές του, κι ο εφημέριος δεν μπορούσε ν' ακουστεί.
Τελικά κάλεσε ένα από τα παιδιά της χορωδίας και του ψιθύρισε στο αυτί μια παραγγελία. Το αγόρι βγήκε χωρίς να βγάλει το φαιλόνι του, και ο θόρυβος από τις γαλότσες του ακούστηκε να σβήνει έξω.
Λίγα λεπτά αργότερα, οι καθολικοί του χωριού, που ήταν όλοι μαζεμένοι στον εσωνάρθηκα, είχαν ένα αλλόκοτο όραμα που γράφτηκε για πάντα στο Χρυσό Συναξάρι της περιοχής Μπιγκουντέν. Είδαν τον Άη Βασίλη αυτοπροσώπως να εισβάλει στην εκκλησία. Κατευθύνθηκε προς τη φάτνη με μεγάλα βήματα. Έβγαλε τη λευκή βαμβακένια γενειάδα του, ξεκούμπωσε την κόκκινη κάπα του και έτεινε προς το μικρό Χριστό, που είχε αίφνης ησυχάσει, ένα γενναιόδωρο μαστό.


Michel Tournier, Ο Τσαλαπετεινός, μετάφρ. Θανάσης Χατζόπουλος, Εξάντας, Αθήνα 1987


Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Μια σεμνή πρόταση ώστε να πάψουν τα παιδιά των φτωχών στην Ιρλανδία να είναι βάρος στους γονείς και στην χώρα τους, και να γίνουν ωφέλιμα στο κοινό.


Δρ. Ιωνάθαν Σουίφτ
1729

Είναι θλιβερό το θέαμα, για εκείνους που περπατούν σ' αυτή την μεγάλη πόλη, ή ταξιδεύουν στην επαρχία, όταν βλέπουν τους δρόμους, τις δημοσιές και τις πόρτες από τις καλύβες γεμάτες από επαίτες θήλεος γένους, συνοδευόμενους από τρία, τέσσερα ή έξι παιδιά, όλα ντυμένα με κουρέλια, να ικετεύουν κάθε περαστικό για ελεημοσύνη. Αυτές οι μητέρες, αντί να είναι σε θέση να εργασθούν και να συντηρηθούν με έντιμο τρόπο, είναι αναγκασμένες να διαθέτουν όλο τον χρόνο τους περιφερόμενες ζητιανεύοντας για τη διατροφή των αβοήθητων παιδιών τους, τα οποία μεγαλώνοντας γίνονται ληστές, εξ αιτίας της έλλειψης εργασίας, ή εγκαταλείπουν την αγαπητή πατρίδα τους για να πολεμήσουν για τον Σφετεριστή στην Ισπανία ή να πουλήσουν τον εαυτό τους στα Μπαρμπάντος.
Νομίζω πως όλοι θα συμφωνήσουν, ότι αυτός ο μεγάλος αριθμός παιδιών στα χέρια, στις πλάτες ή τα πόδια των μητέρων τους, και συχνά των πατέρων τους, αποτελεί, στην παρούσα  οικτρή κατάσταση του βασιλείου, μια πολύ μεγάλη πρόσθετη θλίψη` και γι' αυτό τον λόγο, όποιος θα μπορούσε να βρει μια μέθοδο δίκαιη, οικονομική και εύκολη για να μετατραπούν αυτά τα παιδιά σε υγιή και χρήσιμα μέλη της κοινότητας, θα προσέφερε τέτοια υπηρεσία στο σύνολο, ώστε να στηθεί το άγαλμά του ως σωτήρας του έθνους.
Αλλά δεν περιορίζω τις προθέσεις μου μόνο στην φροντίδα για τα παιδιά των επαγγελματιών επαιτών` έχω σκοπούς πολύ γενικότερους, που περιλαμβάνουν το σύνολο των νηπίων σε μια συγκεκριμένη ηλικία, που γεννιούνται σε γονείς με περιουσία πολύ μικρή για να τα διαθρέψουν, ή που ζητούν την ελεημοσύνη μας στους δρόμους.
Το κατ' εμέ, έχοντας για πολλά χρόνια αφιερώσει τις σκέψεις μου στο σπουδαίο αυτό ζήτημα, και αφού συνέκρινα με ακρίβεια τα διάφορα σχέδια των στοχαστών μας, τα βρήκα πάντοτε εντελώς λανθασμένα στους υπολογισμούς τους. Είναι αλήθεια πως ένα παιδί που μόλις γεννήθηκε μπορεί να συντηρηθεί από το γάλα της μάνας του για ένα έτος, χωρίς άλλη τροφή` ή με κόστος όχι περισσότερο από δύο σελίνια, τα οποία η μητέρα του μπορεί με κάθε βεβαιότητα να βρει, είτε πουλώντας παλιοσίδερα, είτε απασχολούμενη νομίμως στην επαιτεία` και ακριβώς μετά από αυτό το έτος προτείνω να φροντίσουμε γι' αυτά με τέτοιο τρόπο, ώστε, αντί να είναι βάρος στους γονείς τους, ή την ενορία, ή ν' αναζητούν τροφή και ένδυση για το υπόλοιπο της ζωής τους , αντιθέτως να συνεισφέρουν στην διατροφή, και σε μέρος της ένδυσης πολλών χιλιάδων.
Υπάρχει επίσης ακόμη ένα μεγάλο πλεονέκτημα στο σχέδιό μου, ότι δηλαδή θα αποτρέψει τις εκτρώσεις, αυτή τη φρικτή πρακτική των γυναικών που δολοφονούν τα νόθα παιδιά τους, αλλοίμονο! τόσο συχνή ανάμεσά μας, θυσιάζοντας τα δύστυχα αθώα βρέφη, δεν αμφιβάλλω, περισσότερο για να γλιτώσουν τα έξοδα παρά την ντροπή, η οποία θα προκαλούσε δάκρυα και συμπάθεια και στην πιο άγρια και απάνθρωπη καρδιά.
Από τον αριθμό των ψυχών σε αυτό το βασίλειο, που εκτιμάται συνήθως σε ενάμισι εκατομμύριο, υπολογίζω περίπου διακόσιες χιλιάδες ζευγάρια των οποίων οι σύζυγοι παράγουν τέκνα· και από τον αριθμό αυτόν αφαιρώ  τριάντα χιλιάδες ζευγάρια, που μπορούν να διατρέφουν τα παιδιά τους ( αν και πιστεύω ότι δεν μπορεί να είναι τόσοι πολλοί, στις παρούσες δυστυχίες του βασιλείου)· αλλά με αυτό το δεδομένο, απομένουν εκατόν εβδομήντα χιλιάδες τροφοί. Αφαιρώ πάλι πενήντα χιλιάδες, για τις γυναίκες εκείνες που αποβάλλουν, ή των οποίων τα παιδιά πεθαίνουν από ατύχημα ή από ασθένεια μέσα στο έτος. Απομένουν μόνο εκατόν είκοσι χιλιάδες παιδιά που γεννιούνται σε φτωχούς γονείς. Η ερώτηση συνεπώς είναι: πώς αυτά θα διατραφούν και ανατραφούν; Πράγμα που, όπως ήδη έχω πει, στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, είναι εντελώς αδύνατο με όλες τις μεθόδους που έχουν μέχρι τώρα προταθεί. Γιατί δεν μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε ούτε στην οικοδομή ούτε για αγροτική εργασία· αφού ούτε σπίτια χτίζουμε ( εννοώ στην επαρχία) ούτε καλλιεργούμε γη· πολύ σπάνια μπορούν να εξασφαλίζουν τα προς το ζην από την κλοπή, ώσπου να φτάσουν τα έξι τους χρόνια· εκτός αν είναι πολύ επιδέξιας κατασκευής, αν και ομολογώ ότι μαθαίνουν τα βασικά σε πολύ μικρότερη ηλικία· κατά το διάστημα αυτό όμως μπορούν κανονικά να θεωρηθούν μόνο μαθητευόμενοι, όπως πληροφορήθηκα από έναν ευγενή κύριο της κομητείας Καίβαν, ο οποίος με διαβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε παρά μία ή δύο περιπτώσεις σε ηλικία κάτω των έξι, ακόμη και σε ένα μέρος του βασιλείου τόσο γνωστό για την ταχύτατη εκμάθηση της εν λόγω τέχνης.
Βεβαιώθηκα από τους εμπόρους μας, ότι ένα αγόρι ή ένα κορίτσι πριν τα δώδεκα δεν είναι αγαθό που μπορεί να πουληθεί, και ακόμη και όταν φτάσει σε αυτή την ηλικία, δεν θα παράγει κέρδος μεγαλύτερο από τρεις λίρες, ή το περισσότερο τρεις λίρες  και μισή κορώνα, από τη συναλλαγή· πράγμα που δεν είναι επικερδές ούτε για τους γονείς ούτε για το βασίλειο, αφού το κόστος για την τροφή και την ένδυση είναι τουλάχιστον τέσσερις φορές μεγαλύτερο.
Τώρα λοιπόν θα προτείνω ταπεινά τις δικές μου σκέψεις, οι οποίες ελπίζω ότι δεν υπόκεινται στην ελάχιστη αντίρρηση.


Βεβαιώθηκα από έναν γνωστό μου Αμερικανό στο Λονδίνο, ο οποίος ξέρει πολύ καλά, ότι ένα νέο, φροντισμένο παιδί αποτελεί, σε ηλικία ενός έτους, εξαιρετικά νόστιμη και θρεπτική, πλήρη τροφή, είτε στιφάδο, είτε στη σχάρα στο φούρνο, ή βραστό· και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα είναι εξ ίσου ωραίο σε φρικασέ ή ραγού.
Συνεπώς προτείνω ταπεινά στο κοινό, από τις εκατόν είκοσι χιλιάδες παιδιά, που ήδη έχω υπολογίσει, να κρατηθούν είκοσι χιλιάδες για αναπαραγωγή, εκ των οποίων μόνο το ένα τέταρτο να είναι αρσενικά· αναλογία μεγαλύτερη απ' αυτή που χρησιμοποιούμε για τα πρόβατα, τα βοοειδή, ή τα γουρούνια, και η αιτιολογία μου είναι ότι αυτά τα παιδιά σπάνια είναι προϊόντα γάμου, μια κατάσταση για την οποία δεν έχουν καλή γνώμη οι άγριοί μας, συνεπώς ένα αρσενικό θα είναι αρκετό για τέσσερα θηλυκά. Και οι υπόλοιπες εκατό χιλιάδες μπορούν, όταν φτάσουν σε ηλικία ενός έτους, να πωλούνται σε πρόσωπα ευγενή και πλούσια, σε όλο το βασίλειο, πάντοτες με την συμβουλή προς την μητέρα να τους επιτρέπει κατά τον τελευταίο μήνα να θηλάζουν πολύ, ώστε να γίνουν αφράτα και παχιά για ένα καλό δείπνο. Από ένα παιδί θα γίνονται δύο πιάτα σε μια φιλική συγκέντρωση· όταν η οικογένεια δειπνεί μόνη, από το μπροστινό ή πισινό τέταρτο θα γίνει ένα ικανοποιητικό πιάτο, και αρτυμένο με λίγο πιπέρι ή αλάτι, θα βράζει πολύ καλά την τέταρτη μέρα, ιδίως τον χειμώνα.
Έχω σκεφθεί ότι κατά μέσο όρο ένα παιδί που μόλις γεννήθηκε ζυγίζει 12 λίβρες, και σε ένα έτος, εάν τραφεί υποφερτά, φθάνει τις 28 λίβρες.
Εγγυώμαι ότι αυτή η τροφή θα είναι αρκετά αγαπητή, και συνεπώς ιδιαίτερα κατάλληλη για τους γαιοκτήμονες, οι οποίοι αφού θα έχουν ήδη κατασπαράξει τους περισσότερους γονείς, φαίνεται να έχουν και τον ισχυρότερο τίτλο επί των τέκνων.
Το κρέας των παιδιών θα είναι διαθέσιμο καθ' όλη την διάρκεια του έτους, αλλά αφθονότερο τον Μάρτιο, και λίγο πριν και μετά· επειδή μαθαίνουμε από ένα σοβαρό συγγραφέα, γνωστό Γάλλο ιατρό, ότι επειδή τα ψάρια είναι γόνιμη τροφή , στις ρωμαιοκαθολικές χώρες γεννιούνται περισσότερα παιδιά περίπου εννέα μήνες μετά την σαρακοστή, και έτσι οι αγορές θα είναι πιο γεμάτες απ' ό,τι συνήθως, επειδή η αναλογία παιδιών των παπιστών είναι τουλάχιστον ένα προς τρία σε αυτό το βασίλειο, και με τον τρόπο αυτόν θα υπάρχει ακόμη ένα παράπλευρο όφελος, με την μείωση του αριθμού των παπιστών ανάμεσά μας.
Ήδη υπολόγισα το κόστος για την συντήρηση του παιδιού ενός ζητιάνου ( στους οποίους συνυπολογίζω όλους τους κατοίκους της επαρχίας, όλους τους εργάτες, και τα τέσσερα πέμπτα των αγροτών) στα δύο περίπου σελίνια per annum, συμπεριλαμβανομένων των κουρελιών· και πιστεύω ότι κανένας ευγενής δεν θα δίσταζε να δώσει δέκα σελίνια για το σώμα ενός καλού, παχιού παιδιού, από το οποίο, όπως ήδη είπα, θα γίνουν τέσσερα πιάτα από εξαιρετικό, θρεπτικό κρέας, όταν θα έχει μόνο κάποιον ιδιαίτερο φίλο, ή την οικογένεια του για δείπνο. Έτσι ο μεν κύριος θα μάθει να είναι καλός γαιοκτήμονας και θα γίνει δημοφιλής στους καλλιεργητές του, η δε μητέρα θα έχει οκτώ σελίνια καθαρό κέρδος και θα είναι διαθέσιμη για εργασία ώσπου να παράγει ακόμη ένα παιδί.
Εκείνοι που είναι πιο οικονόμοι ( όπως πρέπει να ομολογήσω απαιτούν οι καιροί) μπορούν να γδάρουν το σώμα· από το δέρμα του, επεξεργασμένο με τέχνη, θα παραχθούν θαυμάσια γάντια για τις κυρίες, και καλοκαιρινές μπότες για τους ευγενείς κυρίους.
Όσο για την πόλη μας του Δουβλίνου, γι' αυτόν τον σκοπό μπορούν να οριστούν σφαγεία, στα πιο κατάλληλα μέρη της, και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα λείψουν οι σφαγείς· αν και θα συνιστούσα  την αγορά ζωντανών παιδιών, που θα ετοιμάζονται αμέσως μετά την σφαγή, όπως γίνεται με το χοιρινό για ψητά.
Ένα πολύ άξιο πρόσωπο, αληθινός λάτρης της χώρας του, τις αρετές του οποίου εκτιμώ βαθιά, πρόσφατα, συζητώντας γι' αυτό το θέμα, είχε την ευγένεια να προσφέρει μια βελτίωση στο σχέδιό μου. Είπε ότι, αφού πολλοί ευγενείς αυτού του βασιλείου έχουν εξολοθρεύσει τα ελάφια τους, σκέφτηκε πως η έλλειψη κρέατος από ελάφι θα μπορούσε κάλλιστα να αντιμετωπισθεί με τα σώματα νέων αγοριών και κοριτσιών, ηλικίας όχι μεγαλύτερης των δεκατεσσάρων, και όχι μικρότερης των δώδεκα· αφού τόσο μεγάλος αριθμός ατόμων και των δύο φύλων είναι τώρα έτοιμα να λιμοκτονήσουν από έλλειψη εργασίας. Αυτά λοιπόν τα άτομα να διατεθούν από τους γονείς τους, αν ζουν, ή από τους πλησιέστερους συγγενείς τους. Αλλά, με όλο τον σεβασμό προς έναν τόσο εξαίρετο φίλο, και τόσο άξιο πατριώτη, δεν μπορώ να συμμερισθώ πλήρως την άποψή του· επειδή, όσον αφορά τα αρσενικά, ο Αμερικάνος γνωστός μου με διαβεβαίωσε, εξ ίδίας μακράς εμπειρίας, ότι το κρέας τους ήταν γενικώς σκληρό και λεπτό, όπως των δικών μας μαθητών στα σχολεία, από τη συνεχή άσκηση, και η γεύση τους άσχημη, και η πάχυνσή τους δεν έλυνε το πρόβλημα. Όσο για τα θηλυκά, πιστεύω ταπεινά, ότι θα ήταν απώλεια για το κοινό, επειδή σύντομα θα γίνονταν και αυτές τροφοί· και έπειτα, δεν είναι απίθανο ότι κάποιοι λεπτολόγοι θα ήταν πρόθυμοι να απαγορεύσουν μια τέτοια πρακτική ( αν και βέβαια εντελώς άδικα) ως κάποτε εγγίζουσα τα όρια της σκληρότητας, πράγμα το οποίο, ομολογώ, πάντοτε μου προκαλούσε την σφοδρότερη αντίδραση κατά οποιοδήποτε σχεδίου, όσο καλές προθέσεις και αν είχε.
Αλλά, για να δικαιολογήσω τον φίλο μου, μου ομολόγησε, ότι αυτή η ιδέα μπήκε στο μυαλό του από τον διάσημο Σαλμαναζάρ , που κατάγεται από το νησί Φορμόζα, και ήρθε από εκεί στο Λονδίνο περισσότερο από είκοσι χρόνια πριν, και ο οποίος είπε στον φίλο μου, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης, ότι σε εκείνη την χώρα, όταν κάποιος νέος καταδικασθεί σε θάνατο, ο δήμιος πουλούσε το πτώμα σε ευγενή πρόσωπα, ως εξαιρετική λιχουδιά· και ότι, στον καιρό του, το σώμα ενός αφράτου δεκπεντάχρονου κοριτσιού, που σταυρώθηκε επειδή αποπειράθηκε να δηλητηριάσει τον Αυτοκράτορα, πωλήθηκε στον Πρωθυπουργό της Αυτού Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητος, και σε άλλους μεγάλους μανδαρίνους της Αυλής, σε μεγάλα κομμάτια από την αγχόνη, για τετρακόσιες κορώνες. Ούτε επίσης θα μπορούσα να αρνηθώ, πράγματι, ότι το βασίλειο δεν θα ήταν καθόλου χειρότερο, αν είχαν την ίδια μεταχείριση πολλά παχουλά κορίτσια αυτής της πόλης, που, χωρίς καμία απολύτως ζημιά στην περιουσία τους, δεν μπορούν να βγουν από το σπίτι χωρίς φορείο, και εμφανίζονται σε θέατρα και συνεστιάσεις φορώντας ξένα κοσμήματα για τα οποία ποτέ δεν θα πληρώσουν.
Μερικά πρόσωπα με αποθαρρυμένο πνεύμα είναι ιδιαίτερα προβληματισμένα από τον τεράστιο αριθμό των φτωχών ανθρώπων, ηλικιωμένων, άρρωστων, ή ανάπηρων· και μου έχει ζητηθεί να στρέψω τις σκέψεις μου στο ποια μέτρα μπορούν να ληφθούν, ώστε να ελαφρυνθεί το έθνος από ένα τέτοιο βάρος. Αλλά δεν ασχολούμαι καθόλου με το θέμα αυτό, επειδή είναι γνωστό σε όλους, ότι αυτοί κάθε μέρα πεθαίνουν και σαπίζουν, από το κρύο και την πείνα, και την βρωμιά, και τα παράσιτα, τόσο γρήγορα όσο μπορεί κανείς να προσδοκά βασίμως. Όσο για τους νέους εργάτες, αυτοί είναι τώρα σε μια κατάσταση σχεδόν το ίδιο ελπιδοφόρα. Δεν μπορούν να βρουν δουλειά, και συνεπώς φθίνουν από την κακή διατροφή, σε τέτοιο βαθμό, ώστε αν κάποια στιγμή προσληφθούν τυχαία για μια συνηθισμένη εργασία, δεν έχουν αρκετή δύναμη ώστε να την εκτελέσουν, και με τον τρόπο αυτόν, η χώρα και οι ίδιοι ευτυχώς λυτρώνονται από τα μελλοντικά δεινά.
Έχω κάνει πολλές παρεκβάσεις, έτσι θα επιστρέψω στο θέμα μου. Νομίζω ότι τα πλεονεκτήματα της πρότασής μου είναι προφανή και πολλά, καθώς επίσης και ιδιαίτερα σημαντικά.
Πρώτον, όπως έχω ήδη παρατηρήσει, θα μειωθεί κατά πολύ ο αριθμός των παπιστών, από τους οποίους κάθε έτος εκτοπιζόμαστε, επειδή αναπαράγονται περισσότερο από όλους στο έθνος, και επίσης αποτελούν τους πιο επικίνδυνους εχθρούς μας, αφού μένουν στην χώρα επίτηδες για να παραδώσουν το βασίλειο στον Σφετεριστή( σημ. Ιάκωβος, Πρίγκηπας της Ουαλλίας, σφετεριστής του Αγγλικού, Σκωτικού και Ιρλανδικού θρόνου), ελπίζοντας να εκμεταλλευτούν την απουσία τόσων καλών προτεσταντών, που επέλεξαν να εγκαταλείψουν την χώρα τους, παρά να μείνουν στα σπίτια τους και να πληρώνουν, ενάντια στην συνείδησή τους, την δεκάτη σε κάποιον επισκοπικό εφημέριο.
Δεύτερον, οι φτωχότεροι καλλιεργητές θα έχουν κάτι δικό τους με αξία, και το οποίο μπορεί από τον νόμο να γίνει εγγύηση για κάποια δυσκολία, και να βοηθήσει να πληρωθεί το ενοίκιο στον γαιοκτήμονα, αφού έχει ήδη κατάσχει τα ζώα και το σιτάρι τους, και το χρήμα είναι ένα πράγμα άγνωστο.
Τρίτον, ενώ το κόστος εκατό χιλιάδων παιδιών, από δύο ετών και πάνω, δεν μπορεί να υπολογισθεί σε λιγότερο από δέκα σελίνια το κομμάτι ανά έτος , με τον τρόπο αυτόν το απόθεμα του έθνους θα αυξηθεί κατά πενήντα χιλάδες λίρες ανά έτος, εκτός από το κέρδος ενός νέου πιάτου, το οποίο θα εισαχθεί στα τραπέζια όλων των ευγενών στο βασίλειο που έχουν περιουσία και κάποια εκλέπτυνση στο γούστο. Όλα τα χρήματα θα κυκλοφορούν ανάμεσα σε εμάς, αφού τα αγαθά θα είναι εξ ολοκλήρου δικής μας παραγωγής και κατασκευής.
Τέταρτον, οι παραγωγικές τροφοί, εκτός από το καθαρό κέρδος οκτώ σελινιών ανά έτος από την πώληση των παιδιών τους, θα απαλλαγούν από το βάρος της συντήρησης τους πέραν του πρώτου έτους.
Πέμπτον, αυτή η τροφή θα φέρει επίσης μεγάλη πελατεία στα εστιατόρια, όπου οι κρασέμποροι οπωσδήποτε θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια ώστε να επινοήσουν τις καλύτερες συνταγές για να μαγειρευτεί τέλεια· και συνεπώς θα συχνάζουν στις αίθουσές τους όλοι οι ευγενείς κύριοι, που δίκαια εκτιμούν τον εαυτό τους για την γνώση τους στο καλό φαγητό· ένας δε επιδέξιος μάγειρας, που ξέρει πώς να περιποιηθεί τους πελάτες του, θα προσπαθήσει να την κάνει τόσο ακριβή όσο τους αρέσει.
Έκτον, θα είναι μεγάλο κίνητρο για τον γάμο, τον οποίο όλα τα έμφρονα έθνη είτε προτρέπουν με ανταμοιβές, είτε επιβάλλουν με νόμους και ποινές. Θα αύξανε την φροντίδα και την τρυφερότητα των μητέρων προς τα παιδιά τους, αν ήταν σίγουρες για ένα ισόβιο συμβόλαιο για τα φτωχά μωρά, εξασφαλισμένο κατά κάποιον τρόπο από το κοινό, με κέρδος γι' αυτές παρά με έξοδα. Σύντομα θα δούμε την ευγενή άμιλλα ανάμεσα στις παντρεμένες γυναίκες, ποια θα μπορέσει να προσφέρει στην αγορά το παχύτερο παιδί. Οι άντρες θα αγαπήσουν τις γυναίκες τους, κατά την εγκυμοσύνη τους, όσο και τις φοράδες τους, όταν περιμένουν πουλάρι, ή τις αγελάδες που περιμένουν μοσχάρι, ή τις γουρούνες, όταν είναι έτοιμες να γεννήσουν γουρουνάκια· και δεν θα στέργουν να τις δείρουν ή να κλωτσήσουν ( όπως συμβαίνει υπερβολικά συχνά), από τον φόβο της αποβολής.
Πολλά άλλα πλεονεκτήματα μπορούν να απαριθμηθούν. Για παράδειγμα, η αύξηση κατά μερικές χιλιάδες των εξαγόμενων βαρελιών μας με βοδινό· η διάδοση του χοιρινού, και η βελτίωση της τέχνης της κατασκευής του καλού μπέικον, που τόσο τα έχουμε ανάγκη εξ αιτίας της εξολόθρευσης των γουρουνιών, πολύ συχνής στα τραπέζια μας, και τα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συγκριθούν σε γεύση ή όψη με ένα καλοφτιαγμένο παχύ παιδί ενός έτους, που ψητό θα κάνει μεγάλη εντύπωση στην εορτή του Λόρδου Δημάρχου, ή κάθε άλλη δημόσια διασκέδαση. Αλλά αυτό, και πολλά ακόμη, τα παραλείπω, χάριν συντομίας.
Υποθέτοντας ότι χίλιες οικογένειες σε αυτή την πόλη θα ήταν τακτικοί αγοραστές παιδικού κρέατος, εκτός εκείνων που θα θελήσουν να το αγοράσουν για ευχάριστες συγκεντρώσεις, ιδιαίτερα σε γάμους και βαφτίσια, υπολογίζω ότι το Δουβλίνο θα κατανάλωνε ετησίως περίπου είκοσι χιλιάδες κομμάτια· και το υπόλοιπο του βασιλείου ( όπου πιθανότατα θα πωλείται κάπως φτηνότερα) τις υπόλοιπες ογδόντα χιλιάδες.
Δεν μπορώ να σκεφθώ καμία άλλη αντίρρηση, που να μπορεί να έχει κανείς σε αυτή την πρόταση, εκτός από το ότι ο αριθμός των ανθρώπων θα μειωθεί κατά πολύ, με αυτό τον τρόπο, στο βασίλειο. Αυτό το παραδέχομαι αμέσως, και ήταν πράγματι μία κύρια παράμετρος της πρότασής μου, πριν την προτείνω στο κοινό. Ελπίζω ότι ο αναγνώστης θα παρατηρήσει, πως υπολογίζω την θεραπεία μου για το συγκεκριμένο Βασίλειο της Ιρλανδίας, και για κανένα από όσα υπήρξαν, υπάρχουν, ή, πιστεύω, θα υπάρξουν ποτέ πάνω στη Γη. Γι' αυτό ας μην μου μιλήσει κανείς για άλλα μέσα: την φορολόγηση των εξαγωγών μας με πέντε σελίνια ανά λίβρα· να μην χρησιμοποιούνται ούτε ενδύματα, ούτε οικιακά έπιπλα, εκτός αυτά που παράγουμε και κατασκευάζουμε εμείς· την απόρριψη των υλικών και οργάνων που προάγουν την ξενόφερτη πολυτέλεια· την θεραπεία της ακριβής υπερηφάνειας, υπεροψίας, οκνηρίας και της χαρτοπαιξίας των γυναικών μας · την καλλιέργεια της οικονομίας, της φρόνησης και της εγκράτειας· να μάθουμε να αγαπάμε την χώρα μας, τομέας στον οποίο διαφέρουμε ακόμη και από τους Λάπωνες και τους κατοίκους του Τοπιναμπού· να αφήσουμε τα μίση και τις φατρίες μας, και να μην φερόμαστε σαν τους Ιουδαίους, οι οποίοι δολοφονούσαν ο ένας  τον άλλον τη στιγμή που η πόλη τους κυριευόταν· να προσέχουμε λίγο να μην πουλάμε την χώρα και τις συνειδήσεις μας για το τίποτα· να διδάξουμε τους γαιοκτήμονες να δείχνουν τουλάχιστον λίγο έλεος απέναντι στους καλλιεργητές τους. Και τέλος την ενστάλαξη πνεύματος τιμιότητας, εργατικότητας και ικανότητας στους εμπόρους μας, οι οποίοι, αν ληφθεί τώρα μια απόφαση να αγοράζουν μόνο τα προϊόντα της χώρας μας, αμέσως θα ενώνονταν για να μας εξαπατήσουν και να μας κλέψουν στην τιμή, την ποσότητα και την ποιότητα, και δεν θα μπορούσαν ποτέ να κάνουν μια τίμια πρόταση δίκαιης συναλλαγής, αν και προσκαλούνται σε τέτοια συχνά και ειλικρινώς.
Για τον λόγο αυτόν επαναλαμβάνω, ας μην μου μιλήσει κανείς γι' αυτά και παρόμοια μέτρα, αν δεν έχει πρώτα έστω μιαν αμυδρή ελπίδα, ότι κάποτε θα υπάρξει αληθινή και ειλικρινής διάθεση να εφαρμοστούν.
Αλλά, όσον αφορά εμένα, αφού για πολλά χρόνια κουράστηκα προτείνοντας μάταιες, ανώφελες, ανεφάρμοστες σκέψεις, και όντας εντελώς απελπισμένος για την επιτυχία τους, τελικά κατέληξα ευτυχώς στην παρούσα πρόταση, η οποία, εκτός από το ότι είναι εντελώς νέα, έχει επίσης κάτι το στέρεο και αληθινό, δεν έχει κόστος και απαιτεί μικρή προσπάθεια, και εξαρτάται πλήρως από εμάς, ώστε δεν δημιουργεί καθόλου κίνδυνο να δυσαρεστήσει την Αγγλία, επειδή αυτό το αγαθό δεν θα εξάγεται, και άλλωστε το κρέας θα είναι πολύ λεπτό, για να μπορεί να συντηρηθεί επί μακρόν στο αλάτι, αν και ίσως θα μπορούσα να ονομάσω μια χώρα, που ευχαρίστως θα έτρωγε ολόκληρο το έθνος μας και χωρίς αυτό.
Σε τελική ανάλυση, δεν είμαι τόσο ισχυρά προσκολημμένος στην άποψή μου, ώστε να απορρίπτω κάθε πρόταση, από σοφούς άνδρες, που θα βρεθεί εξ ίσου αθώα, φθηνή, εύκολη και αποτελεσματική. Αλλά πριν κάτι τέτοιο προταθεί σε αντίκρουση του δικού μου, ως καλύτερο σχέδιο, παρακαλώ αυτόν ή αυτούς που θα το προτείνουν να σκεφθούν σοβαρά δύο ζητήματα. Πρώτον, όπως έχουν τα πράγματα τώρα, πώς θα είναι σε θέση να βρουν τροφή και ένδυση για εκατό χιλιάδες άχρηστα στόματα και πλάτες. Και δεύτερον, επειδή υπάρχουν περίπου ένα εκατομμύριο πλάσματα με ανθρώπινη μορφή σε όλο το βασίλειο αυτό, των οποίων η συνολική περιουσία ανέρχεται σε χρέος δύο εκατομμυρίων λιρών στερλινών, προσθέτοντας στους επαγγελματίες επαίτες το σώμα των αγροτών, των καλλιεργητών και των εργατών, με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, που είναι επαίτες κατ' ουσίαν, ζητώ από τους πολιτικούς στους οποίους δεν αρέσει η κίνησή μου, και ίσως είναι τόσο τολμηροί ώστε να προτείνουν μιαν απάντηση, να ρωτήσουν πρώτα τους γονείς των θνητών αυτών, εάν σήμερα δεν θα το εύρισκαν μεγάλη ευτυχία να έχουν πουληθεί ως τροφή σε ηλικία ενός έτους, με τον τρόπο που περιγράφω, και να έχουν αποφύγει έτσι μια τέτοια συνεχή διαδοχή δυστυχιών, σαν αυτή που έχουν ζήσει έκτοτε, από την καταπίεση των γαιοκτημόνων, την αδυναμία να καταβάλουν ενοίκια χωρίς χρήματα ή αγαθά, την έλλειψη στοιχειώδους διατροφής, χωρίς ούτε σπίτι ούτε ρούχα για να να τους προστατεύουν από τις επιθέσεις του καιρού, και από την αναπόφευκτη προοπτική να κληροδοτήσουν τις ίδιες, ή μεγαλύτερες δυστυχίες, στους απογόνους τους για πάντα.
Δηλώνω, με όλη την ειλικρίνεια της καρδιάς μου, ότι δεν έχω ούτε το ελάχιστο προσωπικό όφελος από την προσπάθεια να προωθηθεί το απαραίτητο αυτό έργο, επειδή δεν έχω κανένα άλλο κίνητρο παρά το γενικό καλό της χώρας μου, με την πρόοδο του εμπορίου, φροντίζοντας  για τα παιδιά, ανακουφίζοντας τους φτωχούς, και δίνοντας κάποια ευχαρίστηση στους πλούσιους. Δεν έχω παιδιά, από τα οποία μπορώ να κερδίσω έστω μία πέννα, αφού το μικρότερο είναι εννέα ετών, και η σύζυγός μου δεν μπορεί πλέον να συλλάβει.


Ένα σκληρό, έντονα σαρκαστικό και δηλητηριώδες σατιρικό δοκίμιο του Jonathan Swift, το οποίο με την υπερβολή του χλευάζει και καταγγέλλει συγχρόνως την απανθρωπιά και την αγριότητα των πλουσίων στην αντιμετώπιση των φτωχών και εξαθλιωμένων καθώς και την βρετανική πολιτική στην Ιρλανδία του 18ου αι. Ο Jonathan Swift, γνωστός από τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, έγραψε αυτό το δοκίμιο το καλοκαίρι του 1729. Απογοητευμένος από την αποτυχία των κοινωνικών και πολιτικών του παρεμβάσεων καταλήγει σε αυτό το πολύ αιχμηρό κείμενο για να ταρακουνήσει τις υπνωτισμένες συνειδήσεις και τις υποκριτικές συμπεριφορές των πολιτών και αναγνωστών της εποχής του που συνήθισαν να "καταπίνουν" αδιαμαρτύρητα τις άγριες οικονομικές πολιτικές που έφερναν  φτώχεια, εξαθλίωση, πείνα,θάνατο. 
Ένα κείμενο - γροθιά στα τροφαντά στομάχια της εφησυχασμένης κοινωνίας κάθε εποχής  που εξακολουθεί να ανέχεται τις ίδιες πολιτικές και θυμάται να μεταμορφώνεται σε "φιλάνθρωπη" μερικές μόνο μέρες το χρόνο.