μα ο κόσμος έχει ξενιτιές κι ο κόσμος δεν τις ξέρει... Μην πεις: "Δεν καταδέχομαι!", μην πεις: "Κι αχ, πώς να κάμω;" Πιάσε το στίχο σου σκυφτός, σαν το ψωμί από χάμω.
Ο κυρ- Ιούνης ήρθε σήμερα βροχερός και κρύος, αλλά εμείς ελπίζουμε πάντα σε ένα φωτεινό καλοκαίρι. ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ.
Φωτιές τ’ ουρανού, φωτιά στο νου
γεννιέται μες στις στάχτες ο Θεός
κι όποιος λυγάει, μα μένει ορθός
φλόγες πηδάει
Καπνός μακριά, στον κάμπο βαθιά
άνεμος ροδοπέταλα σκορπάει
το αύριο ψηλά, φρουρός στην σκοπιά
αμίλητο κοιτάει
Αλλάζει στη στιγμή σαν τοπίο σ’ εκδρομή
η μέρα, η εποχή
θα μοιάζει μ’ ένα φως της αγάπης ο καρπός
σαν δώρο, σαν ευχή
Κήπος μικρός η ψυχή μου κλειστός
θάλασσα μεγάλη ν’ ανοιχτεί
να `χω βοηθό σύμμαχο αγνό
σ’ αυτόν το λαμπαρδιάρη τον καιρό
Ψαράδες την πρωταπριλιά μεγάλο ψέμα είπαν σκαρφάλωσαν στις φασολιές και στα ουράνια βγήκαν ήπιαν το γάλα των θεών, όλο το γαλαξία αιώρες στο άλσος το ιερό με τα κορίτσια είδαν τους πόθους και τα πάθη, το ερωτευμένο ελάφι
Το σάββατο τους ξύπνησαν οι γκάιντες και τα ντέφια ο Λάζαρος ο αγέλαστος βάγια σκορπάει στα δίχτυα το μοιρολόι της Παναγιάς, των γυναικών λουλούδια αυτά αναστήσαν τον Χριστό, χαρές δες και λουλούδια κι ο Άδης επικράνθη, τ' άδυτα μύχια βάθη
Φωτιές τα χριστολούλουδα, η πλάση που ανασαίνει χείλη με χείλη το γλυκό φιλι που ανασταίνει ο 'Αι Γιώργης στην πηγή πολέμησε τον δράκο και τα νερά λευτέρωσε και πότισε τον κάμπο ολόκληρη οικουμένη φιλί που ανασταίνει
Ψυχές ξυπνήσαν σώματα κι ήπιαν όλο το πάθος πόσο κρατάει ο έρωτας όσο ανοιχτό ένα άνθος! Άχρονο φως αόρατο, κατέβα να μας ντύσεις κι όλου του κόσμου τις καρδιές να τις παρηγορήσεις κόκκινες να τις βάψεις κι αόρατο να λάμψεις
Κάποτε, μικρό παιδάκι, χώθηκα στην καμινάδα μες στου χρόνου εκεί την στάχτη, μες στο μαύρο καταρράχτη 'κει που κρύβονται οι ώρες, τα μελλούμενα, οι αιώνες και τα όνειρα κρυμμένα κι όλοι οι άνθρωποι είναι ένα
Είδα θάλασσα ν' απλώνει απ' των αστεριών την σκόνη το χρυσό που έγινε αλάτι μέσα στου Χριστού την φάτνη είδα το χαρτί που ομιλεί, είδα τον Άγιο Βασίλη των ονειροπόλων μόχθους, τους μικρούς κρυφούς μου πόθους
Τους κακούς και τους γαϊδάρους κι όλους του καλικαντζάρους που όλο κόβουνε στον ανήλιο, κόβουν της ζωής το ξύλο σπάν' κλωστές, τα ρούχα λύνουν και ότι γράφεις σου το σβήνουν να σε πάνε εκεί σου τάζουν που ποτέ δεν εορτάζουν
Κι ύστερα βγήκα στο χιόνι κι όλοι οι άνθρωποι ήταν μόνοι οι καρδιές όλο κρυώναν γιατί οι γιορτές τελειώναν κι όπως είδα τα αγιασμένα, τα παλιά, τα ξεχασμένα λέω να τα πεις ωραία για να κάνουμε παρέα Στίχοι - Μουσική - Ερμηνεία: Ορφέας Περίδης
Το μικρό καλοκαιράκι το παντοτινό θέλει θάρρος, θέλει μάχη, φίλο αδελφό θέλει πάθος, θέλει αγωνία, κόντρα στον καιρό θέλει να κρατάς γενναία και ψυχή θεριό
Να 'σαι φίλος του εαυτού σου, να τον αγαπάς να 'χεις στην καρδιά σου ήλιο κι έξω ο χιονιάς ξαφνικές κακοκαιρίες και καλοκαιριές να 'σαι ο έρωτας σε νύχτες μελαγχολικές
Το μικρό καλοκαιράκι θα 'ναι πάντα εκεί πέρα απ' την ομίχλη, θα 'ναι πίσω απ' την βροχή Στίχοι: Ορφέας Περίδης Μουσική: Ορφέας Περίδης Τραγούδι: Ορφέας Περίδης