Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγκόσμια Λογοτεχνία Ξένοι Λογοτέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγκόσμια Λογοτεχνία Ξένοι Λογοτέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Ο Αιώνας των Φώτων

Η ΕΙΔΗΣΗ - σαν τρομερός καλοκαιριάτικος κεραυνός που προμηνύει κυκλώνες, μαυρίζοντας τον ουρανό και καταστρέφοντας πόλεις - αντήχησε σ' ολόκληρο τον κόλπο της Καραϊβικής, προκαλώντας κραυγές κι ανάβοντας φωτιές: δημοσιεύτηκε ο νόμος της 30ης του Φλορεάλ του Δέκατου Έτους, σύμφωνα με τον οποίο επανερχόταν το καθεστώς της δουλείας στις γαλλικές αποικίες της Αμερικής και μ' αυτόν τον τρόπο αναιρούσε το Διάταγμα της 16ης Πλιβιόζ του Δεύτερου Έτους. Μια ασύγκριτη ευφορία ξέσπασε ανάμεσα στους ιδιοκτήτες, τους φυτειοπαραγωγούς και τους γαιοκτήμονες, που πληροφορήθηκαν αυτό που τους ενδιέφερε τόσο γρήγορα, ώστε έλεγες πως τα μηνύματα είχαν πετάξει πάνω από τα καράβια, γιατί είχε μαθευτεί, εκτός των άλλων, ότι θα επανερχόταν το αποικιακό σύστημα πριν το 1789, πράγμα που θα επέτρεπε να τέλειωναν μια για πάντα με τα ουμανιστικά συγγράμματα αυτής της αισχρής Επανάστασης. Στη Γουαδελούπη, στην Ντομινίκ και στη Μαρί - Γκαλάντ τα νέα ανακοινώθηκαν με κανονιοβολισμούς και φωταψίες, ενώ χιλιάδες πρώην "ελεύθεροι πολίτες" οδηγήθηκαν και πάλι στα παλιά τους παραπήγματα, κάτω από καταιγισμούς χτυπημάτων και μαστιγώματα. Οι Μεγάλοι Λευκοί του χτες χύθηκαν στους κάμπους να βρουν με τη βοήθεια των σκυλιών, τους παλιούς τους σκλάβους και τους έφερναν πίσω στους αρχιεπιστάτες με αλυσίδες στο λαιμό.Τέτοιος ήταν ο φόβος για τις πιθανές ταραχές μπρος σε τούτο το ανοργάνωτο κυνηγητό, που πολλοί απελεύθεροι της μοναρχικής εποχής, ιδιοκτήτες μικρών καταστημάτων και εκτάσεων γης, μάζεψαν τα πράγματά τους με την πρόθεση να φύγουν για το Παρίσι. Αλλά εμποδίστηκαν έγκαιρα από ένα καινούριο διάταγμα, της 5ης του Μεσιδόρ, που απαγόρευε στη Γαλλία κάθε έγχρωμου ανθρώπου. Ο Βοναπάρτης θεωρούσε πως υπήρχαν πολλοί νέγροι  στη μητρόπολη και φοβόνταν μήπως ο μεγάλος τους αριθμός μολύνει το ευρωπαϊκό αίμα, όπως "είχε γίνει στην Ισπανία, με την εισβολή των Μαυριτανών..." Ο Βίκτορ Ουγκ έλαβε την είδηση κάποιο πρωινό στο γραφείο του Κυβερνητικού Μεγάρου, παρέα με τον Σίγκερ: " Θα' χουμε μεγάλη σύρραξη των μαύρων", είπε ο έμπορας. " Δε θα τους δώσουμε τον καιρό", απάντησε ο Βίκτορ. Κι αμέσως έστειλε επείγοντα μηνύματα στους ιδιοκτήτες των γειτονικών κτημάτων και στους στρατιωτικούς αρχηγούς για μια μυστική συνάντηση, που θα λάβαινε χώρα την επομένη. Θα έπρεπε να προπορευτούν, δημοσιεύοντας του νόμο του Φλορεάλ, αφού η δουλεία επανερχόταν στην πράξη...
Χάραξαν ένα πλάνο δράσης μέσα σ' ένα κλίμα χαράς, που παραλίγο να ξεχειλίσει από τις υπερβολές και περίμεναν να βραδιάσει. Οι πόρτες της πολιτείας έκλεισαν. Τα κοντινά κτήματα είχαν καταληφθεί από το στρατό. Με έναν κανονιοβολισμό στις οχτώ το βράδυ, όλοι οι νέγροι που είχαν απελευθερωθεί χάρη στο Διάταγμα της 16ης του Πλιβιόζ, βρέθηκαν περικυκλωμένοι από τα αφεντικά και τους στρατιώτες, που τους συνέλαβαν και τους οδήγησαν σ' ένα ξέφωτο στις όχθες του Μαουρί. Τα μεσάνυχτα πολλές εκατοντάδες μαύρων είχαν στοιβαχτεί εκεί, έκπληκτοι, τρέμοντας, ανίκανοι να εξηγήσουν το σκοπό εκείνης της αναγκαστικής συγκέντρωσης. Όποιος επιχειρούσε να ξεφύγει από την τρομαγμένη και καταϊδρωμένη ανθρώπινη μάζα, ξυλοφορτωνόταν. Τελικά εμφανίστηκε ο Βίκτορ Ουγκ. Στάθηκε πάνω σ' ένα βαρέλι, κάτω από το φως των δαυλών για να τον βλέπουν όλοι, ξετύλιξε αργά το χαρτί πάνω στο οποίο ήταν γραμμένο το κείμενο της νομοθεσίας και το διάβασε μ' ένα σοβαρό και ήρεμο τόνο. Οι λέξεις σύντομα μεταφράστηκαν στη διάλεκτο από εκείνους που είχαν ακούσει προσεχτικά κι έκαναν το γύρο από στόμα σε στόμα, ίσαμε την άκρη του κάμπου. Στη συνέχεια γνωστοποίησαν στους παραβρισκόμενους, ότι όποιοι αρνιόνταν να υποταχτούν στο παλιό τους αφεντικό, θα τιμωρούνταν πολύ αυστηρά. Την επομένη οι ιδιοκτήτες θα έρχονταν να τους πάρουν και πάλι και να τους οδηγήσουν στις ιδιοκτησίες, τις φυτείες και τις αντίστοιχες κατοικίες τους. Όσοι δε θα είχαν ζητηθεί, θα πουλιόντουσαν δημόσια. Ένα γοερό, απεγνωσμένο κλάμα - μαζικό κλάμα παρόμοιο με τεράστιο κρωγμό παγιδευμένων ζώων - υψώθηκε από το πλήθος των νέγρων, καθώς οι αρχές αποσύρονταν με τη συνοδεία ενός εκκωφαντικού αποσπάσματος κυμβάλων...
Στην Καγιένη, στο Σιναμαρί, στο Κουρού, στα ποτάμια του Ογιαπέκ και του Μαρουνί, ζούσαν μες στον τρόμο. Οι ανυπάκουοι ή εξεγερμένοι νέγροι μαστιγώνονταν μέχρι θανάτου, αποκεφαλίζονταν, διαμελίζονταν και βασανίζονταν άγρια. Πολλοί κρεμάστηκαν από τα πλευρά στους γάντζους των δημόσιων σφαγείων. Ένα δριμύ ανθρωποκυνηγητό είχε αρχίσει παντού, προς μεγάλη χαρά των σκοπευτών, μέσα από τους εμπρησμούς των σπιτιών και των αγρών. Σε τούτη τη χώρα με τους τόσους σταυρούς πάνω από τους τάφους που είχε αφήσει η Εκτόπιση, τώρα διαγράφονταν, μπρος στα κόκκινα από τις φλόγες ηλιοβασιλέματα ( φλόγες που από τα σπίτια είχαν ξεχυθεί στους κάμπους), τα τρομερά σχήματα της κρεμάλας ή πράγμα ακόμα φριχτότερο, έβλεπες να κρέμονται από τα φουντωτά κλαδιά των δέντρων σειρές τα πτώματα, με τους ώμους γεμάτους κοράκια. Η Καγιένη για μια ακόμα φορά επιβεβαίωνε τη μοίρα της αποκρουστικής γης.
Η Σοφία πληροφορήθηκε την Παρασκευή αυτό που είχε συμβεί την Τρίτη κι ένιωσε φρίκη. Ό,τι είχε ελπίσει πως θα έβρισκε εδώ, σε τούτο το προχωρημένο σε καινούριες ιδέες καταφύγιο, μετατρεπόταν σε αβάσταχτη απογοήτευση. Είχε ονειρευτεί να φανεί χρήσιμη ανάμεσα σε γενναίους άντρες, τίμιους και δυνατούς, ξεχασμένους από τους θεούς, γιατί δεν είχαν πια ανάγκη τις διάφορες συμμαχίες για να νιώσουν ικανοί να κατευθύνουν τον κόσμο που τους ανήκε. Νόμισε πως είχε πλησιάσει το έργο κάποιων Τιτάνων, χωρίς τη φρίκη του αίματος που συνήθως συνόδευε τέτοιες μεγάλες ανακατατάξεις και παραβρισκόταν μονάχα στη σταδιακή επαναφορά αυτού που έμοιαζε να' χει καταργηθεί, όλων εκείνων που θα' πρεπε να είχαν καταργηθεί σύμφωνα με τα πιο σημαντικά βιβλία της εποχής. Μετά την Παλινόρθωση των Ναών επανέρχονται στη φυλάκιση των Αλυσοδεμένων. Κι όσοι είχαν τη δύναμη να το εμποδίσουν, σε μια ήπειρο που ακόμα θα μπορούσε να σωθεί εκείνο που είχε χαθεί στην άλλη άκρη του ωκεανού, δεν έκαναν τίποτα για να νιώσουν αντάξιοι του ίδιου του πεπρωμένου. Ο άντρας που είχε νικήσει την Αγγλία στη Γουαδελούπη, ο Εντολοδόχος που δεν είχε  οπισθοχωρήσει μπροστά στον κίνδυνο του πολέμου ανάμεσα στη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, σκόνταφτε στο ποταπό Διάταγμα της 30ης του Φλορεάλ. Είχε επιδείξει μια επίμονη δράση, σχεδόν υπεράνθρωπη, για να καταργήσει τη δουλεία πριν από οχτώ χρόνια και τώρα έδειχνε την ίδια δραστηριοποίηση για να την επαναφέρει. Η Σοφία έμενε κατάπληκτη με τις αντιφατικές πράξεις του ανθρώπου που ήταν ικανός να κάνει το καλό, με την ίδια απάθεια που έκανε το κακό. Μπορούσε να είναι ο Ορμούζ, όπως μπορούσε να είναι κι ο Αριμάν. Να βασιλεύει στα σκοτάδια, όπως να βασιλεύει και στο φως. Ανάλογα με τις κατευθύνσεις της εποχής, μπορούσε ξαφνικά να στρέφεται ενάντια στις πεποιθήσεις του. " Θα' λεγε κανείς πως είμαι εγώ αυτός που έφτιαξε το Διάταγμα!", έλεγε ο Βίκτορ ακούγοντας για πρώτη φορά από το στόμα της Σοφίας τους σωρούς τις επιπλήξεις, αλλά συγχρόνως θυμόταν με κάποιες τύψεις τον εξευγενισμένο νόμο της Πλιβιόζ του Δεύτερου έτους , που τον είχε ανεβάσει εκεί ψηλά. " Έχει κανείς την εντύπωση πως όλοι σας εγκαταλείψατε την Επανάσταση", έλεγε η Σοφία: " Υπήρξε μια εποχή που θέλατε να τη φέρετε εδώ στην Αμερική". " Ήμουνα ίσως επηρεασμένος από τις ιδέες του Μπρισό, που ήθελε να σπείρει την Επανάσταση παντού. Αλλά αν εκείνος, με τα μέσα που διέθετε, δεν κατάφερε να πείσει καν τους Ισπανούς, δε θα είμαι εγώ αυτός που θα έχει την απαίτηση να μεταφέρει την Επανάσταση στη Λίμα ή στη Νέα Γρανάδα. Κάποιος που τώρα έχει το δικαίωμα να μιλά στο όνομα όλων, το είχε πει πολύ σωστά ( κι έδειχνε το πορτραίτο του Βοναπάρτη, που εδώ και λίγο καιρό είχε τοποθετηθεί στο γραφείο του): Έχουμε τελειώσει με το μύθο της Επανάστασης· τώρα θα πρέπει να αρχίσουμε την Ιστορία και να βλέπουμε μονάχα ό,τι είναι πραγματικό και πραγματοποιήσιμο στην εφαρμογή. " Είναι πολύ λυπηρό ν' αρχίζεις αυτήν την Ιστορία με την αποκατάσταση της δουλείας", είπε η Σοφία. " Λυπάμαι πολύ, αλλά εγώ είμαι ένας πολιτικός. Κι αν η αποκατάσταση της δουλείας είναι μια πολιτική σκοπιμότητα, θα πρέπει να σκύψω το κεφάλι μπρος σ' αυτήν την σκοπιμότητα..."( αποσπάσματα)

Alejio Carpentier, Ο Αιώνας των Φώτων, Εισαγωγή - Μετάφραση Ισμήνη Κανσή - Βικτωρία Τράπαλη, Εξάντας, Αθήνα 1986.

" Το μυθιστόρημα αποτελεί μια ανάπλαση των διωγμών που δέχτηκε η Γαλλική Επανάσταση στην Αμερική. Στον κόσμο της Καραϊβικής συγκρούεται ο Διαφωτισμός κι ο ευρωπαϊκός ορθολογισμός με το μαγικό περίγυρο της Αμερικής. Η Επανάσταση οξύνει τη σύγκρουση αυτήν και την οδηγεί στην τελευταία και πλέον τραγική της έκφραση. Η δράση λαβαίνει χώρα στην Αβάνα, στο Παρίσι, στην Μπαγιόν, στη Γουαδελούπη, στην Καγιένη, στο Παραμαρίμπο και στη Μαδρίτη. Οι τρεις κυριότεροι πρωταγωνιστές, ο Βίκτορ Ουγκ, ο Εστέμπαν κι η εξαδέλφη του Σοφία αποδέχονται τις επαναστατικές αρχές, που απορρέουν από τους εγκυκλοπαιδιστές και τον πόθο για ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα, όμως οι εξωτερικές και ψυχολογικές πιέσεις μεταβάλλουν οριστικά την ιδεολογία τους...
Ο Αλέχο Καρπεντιέρ έλεγε ότι Ο Αιώνας των Φώτων μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα, μια βαθύτερη κι αναλυτικότερη σκέψη γύρω από την έννοια της ιστορίας: " Οι άνθρωποι μπορεί να λιποψυχήσουν, οι ιδέες όμως συνεχίζουν την πορεία τους για να βρουν τελικά την εφαρμογή τους. Η Γαλλική Επανάσταση πνίγηκε στο αίμα, συντρίφτηκε, απομυθοποιήθηκε κι οδήγησε στη βασιλεία μιας απάνθρωπης αστικής τάξης. Κι όμως η επαναστατική ιδέα - καινούρια το 1789 - εξακολούθησε την πορεία της μέσα στο χρόνο, για να καταλήξει στις σημερινές επαναστάσεις. Οι άνθρωποι μπορεί να προδώσουν ακόμα κι αυτό που κάποτε αγάπησαν, όμως οι ιδέες θα καρποφορήσουν"( από την εισαγωγή)



Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Φερνάντο Πεσσόα, Ο Φύλακας των Κοπαδιών


Ι

Εγώ ποτέ δεν φύλαξα κοπάδια, 
είναι όμως σα να τα φύλαξα.
Η ψυχή μου είναι όπως ο βοσκός,
γνωρίζει τον αέρα και τον ήλιο
και περπατάει στα χέρια των Εποχών,
 ακολουθώντας και κοιτάζοντας.
Όλ' η ειρήνη της Φύσης κατά μόνας
έρχεται να καθίσει στο πλευρό μου.
Παραμένω ωστόσο θλιμμένος, σαν σούρουπο
για την φαντασία μας,
όταν δροσίζει στο βάθος της πεδιάδας
και νιώθεις πως η νύχτα έχει μπει,
όμοια πεταλούδα από το παράθυρο.

Όμως η λύπη μου είναι γαλήνη,
γιατ' είναι φυσική και δίκαιη
κι είναι τι πρέπει να βρίσκεται στην ψυχή,
όταν σκέφτεται πια πως υπάρχει
και τα χέρια μαζεύουν άνθη δίχως αυτή να κάνει την ανήξερη.

Μ' ένα θόρυβο από κουδούνια
πέρα πολύ απ' την καμπή του δρόμου,
οι σκέψεις μου είν' ευχαριστημένες.
Μόνο λυπάμαι να ξέρω πως είν' ευχαριστημένες
γιατί, αν δεν το' ξερα ,
αντί να ν' ευχαριστημένες και θλιμμένες
θα' ταν χαρούμενες κι ευχαριστημένες.

Να σκέφτεται στενάχωρη λες και βαδίζει κάτω απ' τη βροχή,
σαν ο αέρας δυναμώνει και φαίνεται πως βρέχει πιο πολύ.
Δεν έχω φιλοδοξίες μήτ' επιθυμίες.
Να είμαι ποιητής δεν είν' φιλοδοξία δική μου.
Είναι δικός μου τρόπος να' μαι μόνος.
Κι αν πότε - πότ' επιθυμώ
έτσι από φαντασία, να' μουν προβατάκι
( ή να' μουν όλο το κοπάδι
για να πηγαίνω σκορπιστό σ' όλη την πλαγιά
και να' μουν την ίδια στιγμή μπόλικο πράγμα ευτυχισμένο),
είναι μονάχα γιατί νιώθω το τι γράφω καθώς γέρνει ο ήλιος
ή όταν ένα σύννεφο περνάει το χέρι πάνω στο φως
και μια σιωπή τρέχει σ' όλη την χλωρασιά.

Όταν μου' ρχεται να γράψω στίχους
ή, περιδιαβάζοντας από μονοπάτια ή και περάσματα να κόβω δρόμο,
γράφω στίχους σ' ένα χαρτί που βρίσκεται στην σκέψη μου,
νιώθω μια γκλίτσα στα χέρια
και βλέπω την σιλουέτα μου
στην κορφή ενός λοφίσκου
παρατηρώντας το κοπάδι μου και βλέποντας τις ιδέες μου
ή παρατηρώντας τις ιδέες μου και βλέποντας το κοπάδι μου
και χαμογελώντας αόριστα σαν κάποιος που δεν καταλαβαίνει τι λέγεται
και θέλει να παραστήσει πως το καταλαβαίνει.

Χαιρετώ όλους που με διαβάζουν, 
σηκώνοντας ψηλά το πλατύγυρο καπέλο 
όταν με βλέπουν στην πόρτα μου
καθώς η ταξιδιωτική άμαξα ίσα - ίσα προβάλλει στην κορφή του λοφίσκου.
Τους χαιρετώ και γι' αυτούς επιθυμώ ήλιο
και βροχή, σαν η βροχή είν' ακριβής
και να' χουν τα σπίτια τους,
δίπλα σε διάπλατο παράθυρο
καρέκλα προτίμησης
όπου κάθονται να διαβάσουν τους στίχους μου.
Και διαβάζοντας τους στίχους μου σκέφτονται
πως είμαι κάτι το φυσικό:
το δέντρο, για παράδειγμα, τ' αρχαίο
όπου στο σκιάσμά του, σαν είταν παιδιά, 
κάθονταν εξαίφνης, κουρασμένοι απ' το παιχνίδι
και σφούγγιζαν τον ιδρώτα απ' το καφτό μέτωπο
με το μανίκι του ριγωτού τους ρούχου.


ΙΙ

Η ματιά μου είναι ξεκάθαρη σαν ηλιοτρόπιο.
Έχω τη συνήθεια να περπατώ στους δρόμους, 
κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά,
κοιτάζοντας πότε - πότε και κατά πίσω...
Κι ό,τι βλέπω κάθε στιγμή
είν' ό,τι ποτέ δεν είχα δει
και ξέρω να δίνω γι' αυτό μ' απλοχεριά...
Ξέρω να' χω την ουσιαστική αποχαύνωση
που έχει ένα παιδί αν, την ώρα που γεννιέται,
 θα σημείωνε πως γεννήθηκε στ' αλήθεια...
Νιώθω να γεννιέμαι κάθε στιγμή
για τον αιώνιο νεοτερισμό του Κόσμου...

Πιστεύω στον κόσμο όπως σε πράγμα που του ' χω κάκητα,
γιατί τον βλέπω. Αλλά δεν στρέφω την σκέψη μου σ' αυτόν,
γιατί σκέφτομαι σημαίνει δεν καταλαβαίνω...
Ο κόσμος δεν έγινε για να στρέφουμε την σκέψη μας σ' αυτόν
( σκέφτομαι σημαίνει τα μάτια μου είν' άρρωστα),
αλλά για να κοιτάζουμε προς αυτόν και να συμφωνούμε...

Δεν έχω φιλοσοφία· εγώ έχω αισθήσεις...

Αν μιλώ για την Φύση δεν είναι γιατί ξέρω πια τι είναι
αλλά γιατί την αγαπώ, και την αγαπώ γι' αυτό, 
γιατί όποιος αγαπάει δεν ξέρει ποτέ τι αγαπάει

ούτε ξέρει γιατί αγαπάει, ούτε τι σημαίνει αγάπη...
Αγάπη είν' η αιώνια αθωότητα
κι η μόνη αθωότητα είναι να μη σκέφτεσαι...

ΙΙΙ

Στο σούρουπο, γερμένος στο παράθυρο,
και ξέροντας, με την άκρη του ματιού, πως υπάρχουν χωράφια κατά μπροστά,
διαβάζω ώσπου μου φλογίζονται τα μάτια
το βιβλίο του Σεσάρειο Βέρδε.

Τι βαρυκαρδία μου φέρνει! Είταν ένας χωριάτης
που πήγαινε αιχμάλωτος εν ελευθερία δια μέσου της πόλης.
Όμως ο τρόπος που κοίταζε τα σπίτια
κι ο τρόπος που παρατηρούσε τους δρόμους
και το σύστημα με το οποίο δινόταν στα πράγματα,
είναι το σύστημα εκείνου που κοιτάζει τα δέβτρα
κι εκείνου που χαμηλώνει τα μάτια στον αμαξιτό όπου πάει και προχωρεί
κι όπου πάει προσέχοντας τ' άνθη που βρίσκονται στους κάμπους...
Γι' αυτό εκείνος είχε τέτοια θλίψη
που ποτέ δεν είπε πως είχε,
αλλά πήγαινε διαμέσου της πόλης όπως ο άνθρωπος που πάει μέσ' απ' τον κάμπο
και λυπημένος σα να πατικώνει λουλούδια σε βιβλία
και να βάζει φυτά σε βάζα...

Από την πρώτη ενότητα της συλλογής ποιημάτων του μεγάλου Πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσσόα ," Ο Φύλακας των Κοπαδιών". Κοπάδι είναι οι σκέψεις κι οι αισθήσεις, που απλώνεται και συγκεντρώνεται. Σε αυτή την κίνηση, καθώς οι πρώτες επηρεάζουν τις δεύτερες, έχουμε συνδυασμούς που γίνονται, αλλά και χαλούν, έχουμε εξάρσεις, που κορυφώνονται και κυριαρχούν, που σβήνουν και γεννιούνται πάλι. Τελικά, δεν είναι οι σκέψεις που καθορίζουν την ύπαρξή μας και τη στάση ζωής μας, αλλά οι αισθήσεις, εφόσον μας εντάσσουν στον κόσμο των ζώων και των φυτών, εφόσον συγκλίνουν στο Ένα.
Ο Φερνάντο Πεσσόα μοίρασε το έργο του ανάμεσα σε πολλούς "ποιητές". Είναι γνωστά τα ψευδώνυμα του Άλβαρο δε Κάμπος, Αλμπέρτο Καέιρο και Ρικάρντο Ρέις. Κάτω από κάθε ψευδώνυμο κρύβεται μια ιδιαίτερη άποψη του κόσμου, που όσο κι αν χαρακτηρίζεται από "εκείνα που δίνουν οι αισθήσεις" ή από " την θέα που έχει ο άνθρωπος σαν στέκεται σ' ένα σταυροδρόμι", έχει κοινό άξονα την αγάπη της Φύσης, την ύπαρξη του ανθρώπου σαν μέρους της Φύσης, μακριά από τις φιλοσοφίες και τα φιλοσοφικά συστήματα.
Είναι άγνωστο μέχρι σήμερα (1981) αν ο Φ. Πεσσόα χρησιμοποίησε κι άλλα ψευδώνυμα, συμβάλλοντας ο ίδιος στον παραπέρα τεμαχισμό ενός έργου γεμάτου βαθιά ειλικρίνεια. Το βέβαιο είναι πως αυτά τα ψευδώνυμα - μια διαρκής ίσως προσπάθεια του ποιητή να βρει την ταυτότητά του, ταυτόχρονη ίσως με την προσπάθεια να κρύψει το πρόσωπό του - δυσχέραναν την αναγνώρισή του. Μας έδωσε όμως μια ποίηση ανοιχτή και πολύβουη , συγγενική, αλλά και αυτόνομη στα μέρη της, της οποίας ο αναγνώστης  μπορεί να διαλέξει  ετούτο ή εκείνο το τμήμα, εγκαταλείποντας τα υπόλοιπα, σαν ν' ανήκουν σε κάποιον άλλον.
Το έργο όμως, εντεταγμένο στο σύνολό του στην αναζήτηση της αλήθειας, που τα διάφορα ψευδώνυμα του ποιητή υποψιάζονται, είναι μια δέσμη ακτίνος φωτός, μελέτη της Φύσης, παρατήρηση των φαινομένων, κάθοδος στο βάθος της συνείδησης κι εναρμονισμός του ποιητή, με τη βοήθεια του Λόγου, στο ρυθμό του Σύμπαντος.
Εδώ λοιπόν κυριαρχούν απαντήσεις πως ο άνθρωπος είναι μέρος του περιβάλλοντος κι όχι πάνω από το περιβάλλον, ένας ουμανισμός ηρεμίας κι απόστασης από την οίηση, αλλά κι από τη δεδομένη γνώση.

Τα αποσπάσματα του ποιήματος καθώς και ο σχολιασμός του έργου του Φερνάντο Πεσσόα είναι από το  περιοδικό " το πρίσμα",άνοιξη 1981 , τευχ.3. Η μετάφραση και τα σχόλια ανήκουν στον Φίλιππο Δρακονταειδή. 
Το περιοδικό " το πρίσμα" ήταν μια τριμηνιαία έκδοση επιλογής από την παγκόσμια σύγχρονη λογοτεχνία. Εκδιδόταν από τις εκδόσεις Καστανιώτης και Διευθυντής του ήταν ο λογοτέχνης Δημήτρης Χατζής.


Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020

Άλαν Πάτον: Κλάψε, χώρα αγαπημένη


Alan Paton (γέννηση 11 Ιανουαρίου 1903 )

" ...Ο άνθρωπος με τη βροντερή φωνή μιλάει τώρα στην πλατεία. Τον παρακολουθούν πολλοί αστυνομικοί λευκοί και μαύροι. Φαίνεται πως η παρουσία της αστυνομίας και το πλήθος που τον ακούει δίνει στο ρήτορα δύναμη γιατί η φωνή του αντηχεί με θάρρος αν και η ένταση της μεταβάλλεται.
Αυτή η φωνή σε μαγεύει μόνο που την ακούς. Πολλοί θυμούνται την πρώτη μέρα που την άκουσαν, σα νάταν σήμερα. Θυμούνται τη συγκίνηση και την ανατριχίλα που αισθάνθηκαν, σα να περνούσε μέσα τους ηλεκτρικό ρεύμα. Γιατί αυτή η φωνή φαίνεται να κλείνει μέσα της όλη τη μαγεία και τη φοβέρα της Αφρικής. Μοιάζει σαν το μούγκρισμα του λιονταριού μέσα στη ζούγκλα και της βροντής που αντηχεί πάνω στα μαύρα βουνά.
Ο Ντουμπούλα και ο Τόμλινσον την ακούν με περιφρόνηση και ζήλεια. Γιατί αν αυτή η φωνή μπορή να συγκινήση χιλιάδες όμως δεν έχει πίσω της ένα νου για να την κατευθύνη τι να πη, ούτε το θάρρος που χρειάζεται για να το πη.
- Αυτός ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος, λέει ένας από τους αστυνομικούς που τον ακούνε στο διπλανό του.
- Εγώ κυττάω τη δουλειά μου, λέει ο άλλος.
" Δε ζητούμε τίποτα που να μη γίνεται, φωνάζει τώρα ο Τζων Κουμάλο, ζητούμε μόνο να μας δώσουν το μερίδιο μας από εκείνο που βγαίνει απ' τα ίδια μας τα χέρια. Βρέθηκε τώρα καινούργιο χρυσάφι κι' η Νότιος Αφρική είναι πλούσια πάλι. Ζητούμε κι εμείς το μερίδιο μας. Αυτό το χρυσάφι θα μείνη στα κατάβαθα της γης αν εμείς δε σκάψουμε για το βγάλουμε. Δε λέω πως είναι δικό μας, μα πρέπει και εμείς να πάρουμε τη μερίδα μας. Το χρυσάφι ανήκει σ' όλο το λαό και στους λευκούς και στους μαύρους και στους έγχρωμους και στους Ινδούς. Αλλά ποιος θα πάρει τη μεγαλύτερη μερίδα;"
Εδώ η φωνή ωρύεται σα να βγαίνει μες από το λαιμό ενός ταύρου. Ένα κύμα ενθουσιασμού περνάει απ' το πλήθος. Οι αστυνομικοί στέκονται έτοιμοι να επέμβουν, εκτός εκείνων που τον έχουν ακούσει προηγουμένως. Αυτοί ξέρουν πως ο Κουμάλο φθάνει ως ένα σημείο και δεν πάει παραπέρα. Τι θα γινόταν αλήθεια αν αυτή η φωνή έλεγε στα φανερά ό,τι τώρα λέει με υπονοούμενα, αν φούσκωνε ολοένα και περισσότερο παρασύροντας μαζί της και το λαό γεννώντας μέσα του τη μανία να επαναστατήση, ν' αποκτήση αυτός τη δύναμη και να γίνη αφέντης; Τι θα γινόταν αν αυτή η φωνή ζωγράφιζε στη φαντασία των μαύρων την εικόνα μιας Αφρικής που ξυπνάει από τον ύπνο, μιας Αφρικής επαναστατημένης, μιας άγριας και μαύρης Αφρικής; Δε χρειάζεται να σκεφθή κανείς πολύ για να το πη. Μα ο άνθρωπος φοβάται κι' η άγρια φωνή του μαλακώνει κι' ο κόσμος που τον ακούει ξυπνάει από τη μέθη..."(απόσπασμα)


Άλλο ένα βιβλίο, ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, που ανακάλυψα θαμμένο στα ράφια ενός παλαιοβιβλιοπωλείου, "Κλάψε, χώρα αγαπημένη" του Άλαν Πάτον. Το έγραψε το 1948 , αλλά η συγκεκριμένη έκδοση στα ελληνικά είναι του 1960 από τις εκδόσεις " Η Δαμασκός". Άκοπο. Το αγόρασα έναντι ευτελούς ποσού, μόλις 4 ευρώ. 

Ο μεταφραστής του  Γ.Α.Περρής έγραψε τότε στον Πρόλογο του βιβλίου:
" Το βιβλίο αυτό δεν είναι απλώς, ένα ευχάριστο ανάγνωσμα. Είναι το πιστεύω ενός αγωνιστού, ενός ανθρώπου που υπακούοντας στη φωνή της συνειδήσεώς του θέλησε ν' αγωνιστή για τις πεποιθήσεις του, ότι πέρα από τις διαφορές τους στην καταγωγή, τη μόρφωση, τη φυλή και το χρώμα οι άνθρωποι είναι όλοι παιδιά του Θεού. Ο Alan Paton γεννήθηκε το 1903 στο Πιτερμάριτζμπουργκ της Νοτίου Αφρικής και σπούδασε στο Πανεπιστημιακό Κολλέγιο του Νατάλ. Γνώρισε από κοντά όλα τα προβλήματα, τις συνθήκες ζωής, αλλά και τον πόνο των μαύρων γιατί επί δεκατρία χρόνια διετέλεσε διευθυντής  του μεγαλύτερου αναμορφωτηρίου της Αφρικής στο Γιοχάννεσμπουργκ που είναι ειδικό για την αναμόρφωση ιθαγενών νέων που παραστράτησαν. Το βιβλίο του " Κλάψε, χώρα αγαπημένη" τον κατέταξε μέσα στους παγκοσμίου φήμης συγγραφείς, τόσο που αποφάσισε να παραιτηθή από την υπηρεσία του και ν' ασχοληθή με τον αγώνα για την κοινωνική αποκατάσταση των μαύρων μελετώντας τα προβλήματά τους και γράφοντας.
Μέσα στο βιβλίο αυτό ο Alan Paton μας παρουσιάζει ανάγλυφη την εικόνα της ζωής των μαύρων, των προβλημάτων και της νοοτροπίας των. Η εικόνα αυτή φαίνεται να είναι παρμένη από την πραγματικότητα που τη ζωντανεύει τόσο επιτυχημένα ο Paton. Το βιβλίο κυριαρχείται πέρα ως πέρα από έναν τόνο ειλικρινείας και ανθρωπιάς και τονίζει την ανάγκη να κυριαρχήση η αγάπη μεταξύ των λευκών και των μαύρων, που είναι η μόνη λύση για το ακανθώδες φυλετικό πρόβλημα. Αυτή την αγάπη θέλει ο συγγραφεύς να δη να επικρατή, ενώ φοβάται μη τυχόν" όταν εμείς θ' αρχίσουμε να τους αγαπούμε αυτοί θα μας έχουν πια μισήσει" όπως λέει με το στόμα του μαύρου Μσιμάνγκου.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γλωσσικό ιδίωμα  που μεταχειρίζεται ο συγγραφεύς και που, εκτός από ωρισμένες εξαιρέσεις, είναι μια απεικόνιση της γλώσσας των Ζουλού στην Αγγλική. Σκεφθήκαμε μήπως στη μετάφραση θα ήταν προτιμότερο να μην ακολουθήσουμε τη γραμμή αυτή. Όμως είναι τόσο ζωντανό το γλωσσικό αυτό ιδίωμα κι' αποδίδει τόσο χαρακτηριστικά τη νοοτροπία των μαύρων που προτιμήσαμε να δώσουμε στην Ελληνική μετάφραση παρόμοιο χρώμα.
Τελειώνοντας θα θέλαμε να εκφράσουμε τη χαρά μας γιατί μας δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσουμε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα βιβλίο τόσο ζωντανό, τόσο διδακτικό, τόσο αγωνιστικό, τόσο ανθρώπινο, όσο αυτό το αριστούργημα του Alan Paton."