Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωτήρης Δημητρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωτήρης Δημητρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Ντιαλύθ΄ ἴμ, Χριστάκη



ΠΟ ‘ΝΑ ΠΕΙΣΜΑ τὴν πῆ­ρε.

Δὲν τὸν πο­λυ­έ­νοι­α­ζε, μὰ πέ­σαν νὰ τὸν φᾶ­νε οἱ δι­κοί του.

«Κα­λά, τό ’χα­σες τε­λεί­ως; Νὰ μπά­σου­με σπί­τι μας τὴν Ἀρβα­νί­τω, τὴν τέ­τοι­α, τὴν πάν­τοι­α;»

Ἰ­δί­ως οἱ ἀ­δερ­φές του ἦ­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κές: «Σπί­τι μας δὲν μπαί­νει ἡ πα­λι­ο­σκι­πι­τάρ.»

       Βέ­βαι­α, πιὸ πο­λὺ ἀ­π' τὴ φυ­λε­τι­κή της ἰ­δι­ό­τη­τα τὶς πεί­ρα­ζε πού, ὅ­ταν ἔμ­παι­νε στὸ φοῦρ­νο τους, σὰν κά­τι νὰ ὀ­μόρ­φαι­νε.

        Στὸ φοῦρ­νο λοι­πὸν τὴ γνώ­ρι­σε.

        Γε­ρή, νο­στι­μού­λα — ἔ, θεό­φτω­χη ἦ­ταν μὰ τά ’χε πε­ρα­σμέ­να κι αὐ­τὸς τὰ τριά­ντα πέν­τε.

        Δὲν μπῆ­κε σὲ οἰ­κο­γέ­νεια ἡ κο­πέ­λα, μπῆ­κε σὲ φι­δο­φω­λιά. Μοῦ­τρα, μι­σό­λο­γα, ξε­θέ­ω­μα στὶς δου­λει­ές, κι ὁ ἄν­τρας ἔ­κα­νε τὸ πεῖ­σμα ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Βο­λεύ­τη­κε. Τέρ­μα.

        «Καὶ νὰ τ' ἀ­φή­σεις αὐ­τὰ τὰ μὶρ καὶ τὰ μίρ. Δὲν εἶ­ναι Ἀρ­βα­νι­τιὰ ἐ­δῶ. Μπῆ­κες σὲ σπί­τι ρύ­ζι κα­ρο­λί­να. Τά ’κου­σες; Σὲ κά­να­με ἄν­θρω­πο.»

        Τό­σο πο­λὺ τὴν ἐ­φό­βι­σαν πού, σὰν τῆς ἐρ­χό­ταν ἀ­κά­λε­στη κα­μιὰ λέ­ξη ἀ­π' τὴν ψυ­χὴ στὰ χεί­λη, προ­λά­βαι­νε καὶ χτύ­πα­γε δυ­να­τὰ μὲ τὴ χού­φτα της τὸ στό­μα.

        Τὴ μά­να της εἶ­χε μο­νά­χα. Βρῆ­καν τρό­πο οἱ ἀ­δερ­φὲς νὰ τὶς ξε­σμί­ξουν.

        «Ἔρ­δε πρά­πε, μά­να» ἔ­λε­γαν καὶ ξε­καρ­δί­ζον­ταν ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­παν.

        Μὲ τὸ σύ­ζυ­γο ἡ ἐ­πα­φὴ ἦ­ταν μο­νά­χα σὰν τὴν πλά­κω­νε μὲ τὸ κε­φά­λι μό­νι­μα πά­νω ἀ­π' τὸ δι­κό της νὰ τὴν τρυ­πά­ει μὲ τὸ πι­γού­νι του. Ἔ­μει­νε ἔγ­κυ­ος, καὶ ἡ κα­τά­στα­ση ἴ­δια. Τὴν ἔ­παιρ­νε ἀ­π' τὶς τρεῖς τὸ πρω­ὶ στὸ φοῦρ­νο. Κα­τό­πι στὸ σπί­τι νὰ τοὺς πε­ρε­τεύ­ει ὅ­λους. Τό '­ρι­ξε τὸ παι­δί.

        Τό­τε εἶ­ναι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν τί ἔ­λε­γαν: «Ἐ­πί­τη­δες, ἡ πα­λιοβρό­μα, ποιός ξέ­ρει τί ἔ­κα­νε!» καὶ «Ὅ­ταν σ' τὰ λέ­γα­με ἐ­μεῖς!»

        Ποῦ νὰ ξε­σπά­σει κι αὐ­τός, σή­κω­σε χέ­ρι καὶ τὸ κα­θι­έ­ρω­σε. Τὸ ψω­μὶ ἅρ­πα­ζε, τὸ κορ­μί της τὸ πλή­ρω­νε.

        Ξα­νάμεινε ἔγ­κυ­ος καὶ πα­ρα­κά­λα­γε νυ­χτο­ή­με­ρα τὸ Θε­ὸ νὰ γεν­νή­σει κα­λὰ γιὰ νὰ τοὺς ἡ­με­ρέ­ψει.

        Κα­θά­ρι­σε κι ἕ­να χῶ­ρο στὴν καρ­διά της κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ μέ­σα, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε μα­κριὰ ἀ­πὸ φούρ­νους κι ἀ­δερ­φές. Κα­θά­ρι­σε τὸ χῶ­ρο κι ἔ­βα­λε καὶ τὴν Πα­να­γί­α μέ­σα νὰ τὴ βο­η­θή­σει. Δὲ γνώ­ρι­ζε ἄλ­λον τρό­πο οὔ­τε εἶ­χε ἄλ­λον ἄν­θρω­πο.

        Ἡ μά­να της ἐρ­χό­ταν ἀ­ραι­ά, κα­θό­ταν σι­ω­πη­λὴ κι ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα.

        Κά­πο­τε πῆ­γε νὰ τῆς μι­λή­σει, καὶ τὴν ἔ­κο­ψε.

        «Βου­βά­σου, ἔ­χεις ἄν­τρα, χόρ­τα­σες ψω­μί.»

        Γέν­νη­σε, μὰ οὔ­τε ἡ καρ­διά της οὔ­τε ἡ Πα­να­γί­α νί­κη­σαν τὸ φοῦρ­νο καὶ τὸ τσα­λα­πά­τη­μα.

        Γέν­νη­σε ἄρ­ρω­στο παι­δί. Μογ­γο­λι­κό.

        Τό­τε ἔ­γι­νε ἡ ἐ­χθρό­τη­τα. Οὔ­τε κου­βέν­τα πιά, καὶ τὴν πιὸ ἄ­χρω­μη!

        Μο­νά­χα τὴν κοί­τα­ζαν, ποι­ός ξέ­ρει πῶς, για­τὶ ἔ­νι­ω­θε τὸ κορ­μί της νὰ φο­βᾶ­ται καὶ νά ’ναι σὲ ἄ­μυ­να.

        Ἔ­φτα­νε ἡ νύ­χτα νὰ πλα­γιά­σουν, κι ἔ­τρε­με σὰν πλά­για­ζε καὶ κεῖ­νος. Δὲν τῆς εἶ­πε λέ­ξη γιὰ τὸ παι­δί, καὶ νό­μι­ζε πὼς θὰ τὴν κό­ψει χί­λια κομ­μά­τια. Κά­θε βρά­δυ αὐ­τὸ πε­ρί­με­νε. Ἐν­τέ­λει, τὴν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­π' τὸ κρε­βά­τι του. Τοὺς ἔ­δω­σαν, σ' αὐ­τὴ καὶ τὸ παι­δί, μιὰ κά­μα­ρη καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἐρ­χό­ταν καὶ τὴ βά­τευ­ε γρή­γο­ρα.

        Ἂν δὲν εἶ­χε κεῖ­νο τὸ ἄρ­ρω­στο πλά­σμα, θὰ τρε­λαι­νό­ταν, θὰ σκο­τω­νό­ταν. Λὲς καὶ τό ’νι­ω­θε τὸ νή­πιο, τὴν ἔσφιγ­γε μὲ δύ­να­μη ἄν­τρα, ἀ­πὸ τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν. Σ' αὐ­τὸ τὸ ἀγ­κά­λια­σμα βρῆ­κε πα­ρη­γο­ριά. Ἀ­χώ­ρι­στοι.

        Ὁ τρό­μος ὅ­μως, μέ­σα της. Ὅ­ταν, σπά­νια, ἦ­ταν μο­νά­χοι στὸ σπί­τι, πή­γαι­νε νὰ τοῦ τρα­γου­δή­σει στ' ἀρ­βα­νί­τι­κα, κι ὅ­λο καὶ χω­νό­ταν κά­να μου­σού­δι ἀ­π' τὴν πόρ­τα καὶ τὴ σού­φλι­ζε μὲ τὰ μά­τια.

        Εἶ­δε κι ἀ­πό­ει­δε, τά ‘­θα­ψε ὅ­λα μέ­σα της: τὰ μι­κρά της χρό­νια, τὴν ἀ­γά­πη, τὶς φι­λε­νά­δες. Ἔ­θα­ψε τὶς τρε­χά­λες, τὰ πε­ζού­λια, τὶς μυ­γδα­λι­ές. Ἔ­θα­ψε βλέμ­μα­τα πο­νε­μέ­να, γε­λού­με­να· βλέμ­μα­τα, βλέμ­μα­τα καὶ χεί­λη. Ἔ­θα­ψε τὴ γλώσ­σα.

        Ἔ­μει­νε μο­νά­χα ἕ­να ἀ­γρί­μι ἀ­λα­φι­α­σμέ­νο πού ‘­θε­λε τὸ γιό της.

        Με­γά­λω­νε καὶ δὲν ἔ­κα­νε βῆ­μα ἀ­πὸ κον­τά της. Τὸν ἔ­βγα­ζε ἔ­ξω σε κρυ­φούς, σκο­τει­νοὺς δρό­μους, μὰ τοὺς μυ­ρί­ζον­ταν τὰ παι­διὰ κι ἔρ­χον­ταν κομ­πα­νί­α ἀ­πὸ πί­σω, μὲ πέ­τρες καὶ κο­ρο­ϊ­δί­ες.

        Ὁ Χρι­στά­κης ἦ­ταν ἀ­π' τὴ μέ­ση καὶ κά­τω ἀ­φύ­σι­κα χον­τρός. Τὸν βά­φτι­σαν «φο­ρά­δα», κι ἐ­πει­δὴ τραύ­λι­ζε πο­λὺ ψι­λά, νύ­χτα μέ­ρα ἄ­κου­γε ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νες παι­δι­κὲς φω­νές, κα­μιὰ φο­ρὰ κι ἀ­πὸ με­γά­λους: «φο­ρά­δα, φο­ρά­δα».

        Ἔ­βγα­λε κι αὐ­τό, σὰν με­γά­λω­σε, ζάν­τζες καὶ πα­ρά­ξε­να φερ­σί­μα­τα. Ἔ­βλε­πε κο­ρι­τσά­κια καὶ κα­τέ­βα­ζε τὰ παν­τε­λό­νια του. Ἀ­κό­μα καὶ σ' αὐ­τὴν τὸ ἀγ­κά­λια­σμά του ἄλ­λα­ξε. Στρι­φογύ­ρι­ζε, πι­ε­στά, τὰ ὄρ­γα­νά του στὸ κορ­μί της.

        Πά­λευ­ε, πά­λευ­ε.

      Θυ­μό­ταν πάν­τα ποὺ οἱ για­τροὶ εἶ­παν, σὰν γεν­νή­θη­κε, πὼς θὰ πε­θά­νει σὲ κά­ποι­α «με­τε­φη­βεί­α». Τὴν πε­ρί­με­νε, πό­τε σὰν τὴν πιὸ με­γά­λη ἀ­πει­λὴ ποὺ θὰ τὴν ἀ­φα­νί­σει καὶ πό­τε μὲ προ­σμο­νὴ γιὰ νὰ γλι­τώ­σει πιὸ πο­λὺ αὐ­τό.

        Πράγ­μα­τι ἀρ­ρώ­στη­σε, κι ὅ­λος ἐ­κεῖ­νος ὁ ὄγ­κος, ἡ «φο­ρά­δα», τα­χύ­τα­τα ἔ­μει­νε σὰν τσά­κι­νο.

        Πέ­θα­νε. Μέ­χρι νὰ τὸ πᾶν στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα.

        Μό­νο στὸ μυα­λό της ἐρ­χό­ταν συ­νε­χῶς πώς, σὰν γέν­νη­σε τὸ ἄρ­ρω­στο, χά­ρη­κε ἀ­πὸ μιὰ με­ριὰ γι' αὐ­τὸν τὸν πα­λι­ο­πού­στη ποὺ τῆς χά­λα­σε τὴ ζω­ή. Θυ­μό­ταν ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ ζη­τοῦ­σε νὰ πε­θά­νει καὶ θυ­μό­ταν ἀ­κό­μα συ­νε­χῶς πὼς δὲν τοῦ τρα­γού­δη­σε πο­τὲ στὴ γλώσ­σα τους, δὲ γι­ό­μι­σε λι­γά­κι τὴν ψυ­χή του μ' αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σαν, ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν, νὰ τὴ γι­ο­μί­σουν.

        Στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ξέ­σπα­σε.

        Ἔ­πε­σε στὸν τά­φο κι ἀ­λά­λα­ζε στ' ἀρ­βα­νί­τι­κα, λό­για ἀ­γά­πης, ἀ­να­θέ­μα­τα, να­νου­ρί­σμα­τα.

        Ντιά­λι­θ' ­ἴμ, Χρι­στά­κη μου, ντι­ά­λι­θ' ­ἲμ

        λοῦ­λε ἒ στου­πίς, ὀρ­φα­νό μου, λοῦ­λε

        οὒ ἒ ζέ­ζα μὲ τοὺς πα­λι­αν­θρώ­πους.

        Ἄχ! χού­να ἴ­με, μοῦ σπό­βε σπίρ­τιν τῆς μαύ­ρης.

        Κύ­μα­τα κόκ­κι­να πά­φλα­ζαν στὰ σω­θι­κά της οἱ λέ­ξεις κι ἀ­νέ­βαι­ναν στὸ λαι­μὸ νὰ τὴν πνί­ξουν.

        Λι­βά­δια, μαρ­γα­ρί­τες, νύ­χτες καὶ μα­τά­κια, ὄ­νει­ρα τῆς νι­ό­της, θαμ­ποὶ χει­μῶ­νες, πό­νοι πε­ρα­σμέ­νοι, χα­μέ­νοι ἥ­λιοι, μα­νού­σια καὶ πρω­το­βρό­χια, τρυ­φε­ρά, λὲς γιὰ πα­ρη­γο­ριά, τῆς ἄ­λε­θαν τὰ σπλά­χνα, οἱ εἰ­κό­νες, οἱ λέ­ξεις.

        Μέ­σα σὲ κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο τοῦ πό­νου, πρώ­τη της φο­ρὰ ἔ­νι­ω­θε, με­τὰ ἀ­πὸ νε­κρά, ἐ­ξευ­τε­λι­σμέ­να χρό­νια, πὼς ζοῦ­σε.

        Ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἀ­νά­σα κι ἄρ­χι­ζε. Ἔ­λε­γε, ἔ­λε­γε. Πο­τά­μι. Λύ­θη­κε τὸ κορ­μί της. Χτύ­πα­γε πα­λα­μά­κια, πό­τε μ' ἄ­φα­το θυ­μὸ καὶ πό­τε μὲ τρε­λὴ χα­ρά.

        Ζού­μουρ, πε­ρι­στέ­ρι μου, λοῦ­λε ἒ στου­πὶς

        οὒ ἒ ζέ­ζα, ποὺ δὲ σὲ χόρ­τα­σα φι­λί.

        Ἔ­μει­να ἐ­σκρέ­τα μὲς στοὺς λύ­κους.

        Ντι­ά­λι­θ' ἴμ, προ­στά­τη μου, μ' ἄ­φη­σες μο­νά­χη.

        Ἔ­παιρ­νε χώ­μα­τα καὶ πέ­τρες ἀ­π' τὸν τά­φο καὶ τὰ πέ­τα­γε στὶς ἀ­δερ­φές, στὸν κό­σμο, στὸν ἄν­τρα.

        Ἔ­λε­γε καὶ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες.

        Τῆς ἔ­φυ­γε τε­λεί­ως ὁ φό­βος καὶ τὴν κα­τέ­κλυ­σαν ἄλ­λα πράγ­μα­τα. Βρῆ­καν τρό­πο καὶ τὴν ἔ­βα­λαν σὲ ἵ­δρυ­μα.

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου Ντι­ά­λιθ' ἴμ, Χρι­στά­κη,(διηγήματα, ἐκδ. Ὕψιλον, 1987).

Αναδημοσίευση από Ιστορίες Μπονζάι - Πλανόδιον

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

" Αβάσταχτο ηλιοβασίλεμα τότε και τώρα..."

Το φθινόπωρο στην Ηγουμενίτσα άρχιζε πολύ νωρίς. Στις πρώτες κιόλας μέρες του Σεπτέμβρη είχαμε έντονα πρωτοβρόχια. Η φύση πρασίνιζε, ζωήρευε και γέμιζε λουλούδια. Ήταν κάτι σαν φθινοπωρινή άνοιξη. Όχι βέβαια με την ευωδία και το εύρος των χρωμάτων της. Ένα πρασινοκίτρινο επικρατούσε. Θυμάμαι, μαθητής στο Δημοτικό, ανιχνεύαμε συνεχώς μετά τη βροχή το ουράνιο τόξο. Το ζωνάρι του Θεού όπως το λέγανε. Όμως η δυστυχία του σχολείου αμαύρωνε την περιπέτεια της παιδικής ηλικίας. Θα' ταν όνειρο η πρωινή βροχή αλλά έπρεπε να τη διασχίσουμε όχι για να μας λούσει η ομορφιά του κόσμου, αλλά για να πάμε στο σχολείο. Την πικρή αυτή αίσθηση επέτειναν τα παιδάκια της πλαϊνής μας γύφτικης συνοικίας. Δεν πήγαιναν σχολείο, κάτι που φάνταζε στα μάτια μας μεγαλειώδες προνόμιο. Σπάνια κανένα πήγαινε μια- δυο τάξεις κι αυτές άκρως πλημμελώς. Δεν εμφανιζόντουσαν για βδομάδες. Τα βλέπαμε με τους πατεράδες τους, τους θείους τους, τα ξαδέλφια τους, στους φούρνους, στο λιμάνι, στη λαϊκή, στις πιάτσες της πόλης να βοηθούν στ' αγώγια, στις μεταφορές. Άρχιζαν δειλά να παίζουν μουσική και πλαισίωνανα τις κομπανίες τους, στους γάμους και στα πανηγύρια. Το μεσημέρι όμως μετά το σχολείο παίρναμε την εκδίκησή μας. Πετούσαμε την τσάντα μας, κάτι ανεμοχάφταμε και γυρνούσαμε τα νώτα στα σπίτια μας, στο σχολείο, στην πόλη και ξανοιγόμασταν στο δάσος, στις λακκιές, στις πλαγιές. Προς τα ψηλώματα. Καίτοι ανηφορίζαμε τα πόδια μας λυνόντουσαν. Παίζαμε μέχρι αργά το βράδυ. Ευτυχώς δεν μας έψαχναν. Μόνον μια φορά θυμάμαι που είχε χιονίσει και ο αδελφός μου με την παρέα του πήγαν στην πιο ψηλή κορφή, προς το πολύ χιόνι, ανησύχησαν οι δικοί μου.Πολύ αργά το βράδυ οι μεγάλοι που είχαν πάει να τα βρουν, τα συνάντησαν στην επιστροφή τους. Απ' τα βουνά φέρνανε στις μανάδες μας ζουμπούλια - υάκινθους - ανεμώνες, κίτρινες, πλατιές μαργαρίτες αλλά και κουκουνάρια σε τσουβάλια για να έχουν προσάναμμα στο καζάνι. Κυλούσαμε  τα τιγκαρισμένα σακιά στις πλαγιές. Θυμάμαι πόσο απόρησα όταν μας μάλωσαν , να μην ξαναφέρουμε. Τόσο πολύτιμο είδος μού φαινόταν, αλλά βέβαια είχαμε γεμίσει τον τόπο.
Πότε διαβάζαμε; Άντε ντε.
 Τώρα οι γειτονιές είναι έρημες από παιδιά. Ούτε καν ενηλίκους βλέπεις συχνά. Τα λίγα γυφτάκια που απόμειναν πηγαίνουν κανονικά σχολείο. Οι περισσότεροι συνομήλικοι μου γύφτοι έχουν απ' την πόλη` μια μορφή μαύρης πέτρας. Τα μονοπάτια στις πλαγιές έχουν πνιγεί. Τα ζουμπούλια μένουν αμάζευτα. Βαριούνται όλοι να κάνουν έτσι με το χέρι τους. Οι πλαγιές επίσης γέμισαν θεόρατα σπίτια. Τα μικρά σπιτάκια στις γειτονιές μας γκρεμίστηκαν κι έγιναν κι αυτά τεράστια σπίτια, αλλά με πορτοπαράθυρα κλεισμένα πια. Κότες και κατσίκες δεν βλέπεις καθόλου. Κήπους βλέπεις σπάνια` έναν εδώ, έναν εκεί κι αυτοί προορίζονται να χαθούν γιατί τους έχουν γριούλες. Ούτε στις γιορτές πια οι γείτονες δεν ανταλάσσουν επισκέψεις. Έγιναν οι γιορτές τηλεφωνικές. Δεν μαζεύονται πια οι γείτονες τα δειλινά στα σκαλιά κανενός σπιτιού για κουβεντολόι. Σαν κάτι να περιμένουν οι άνθρωποι αόριστο, μακρινό και είναι σε  μια μορφή παθητικής επιφυλακής` εσωστραμμένοι, κατηφείς. Δεν έχουν πια ευχαριστημό.
 Τα παιδιά και οι έφηβοι έχουν στρέψει οριστικά τα νώτα στο δάσος , στο βουνό. Προσανατολίστηκαν στην πόλη, στον πυκνό ιστό της, στα μπαρ και στις καφετέριες της παραλίας. Τις πιο πολλές ώρες βέβαια είναι κλεισμένα στα δωμάτιά τους. Αλλά και στην πόλη, στους δρόμους της, στα δημόσια μέρη, στις πλατείες της, ελάχιστοι πια είναι οι πεζοί. Στις γιορτές - σαν τα εφετινά Χριστούγεννα - η ερημία είναι εντονότερη. Οι μόνοι που κυκλοφορούν είναι οι Κούρδοι, οι Αφγανοί, οι Τυνήσιοι, οι Σομαλοί που περιμένουν την ευκαιρία να περάσουν απέναντι στην Ιταλία. Εκατοντάδες, χιλιάδες, κοιμούνται στην ύπαιθρο - οι μοναδικοί πια νομείς της - σε σπιτάκια που έχουν σκαρώσει από νάιλον. Η πιο συχνή εικόνα στην πόλη είναι να ψάχνουν στα σκουπίδια.
Οι κάτοικοι της πόλης - όπως ακριβώς τον χειμώνα του '90 που είχαν ολόψυχα περιθάλψει τους Αλβανούς - κρεμάν' φαγητά στους κάδους, οργανώνουν συσσίτια, συχνά πυκνά βάζουν το χέρι στην τσέπη. Με χαρά έμαθα ότι οι φουρνάρηδες, οι εστιάτορες και οι ταβέρνες  ό,τι τους περισσεύει τους το διανέμουν με σύστημα.Αυτά τα παιδιά αφήνουν πίσω τους τα δικά τους ανεκτίμητα, γονείς, συγγενείς, φίλους, γλώσσα, τραγούδια και αγαπημένους τόπους για το καταναλωτικό δυτικό όνειρο. Μα καθετί που πωλείται έχει πάντα μικρή αξία. Και κάθε τόπος αν τον δουλέψεις μπορεί να σε θρέψει, να σε ζήσει.
Σαν τους δικούς μας μετανάστες που ενώ τους έζησε ο τόπος στα χωριά μας και μάλιστα σε συνθήκες κατοχής, μετά το '50 σε συνθήκες ελευθερίας ανακάλυψαν τη φτώχεια και έφυγαν μαζικά για τη Γερμανία. Όλοι μας δε περιφρονήσαμε τα μητρώα μας και τα βαφτίσαμε κιόλας βλάχικα. Έχτισαν βέβαια οι μετανάστες διώροφα και τριώροφα , έφεραν αυτοκίνητα, και ντύθηκαν αλλιώς. Ξένα ρούχα. Σαν τα ξένα ρούχα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, που φοράει σήμερα όλη η χώρα.
Αλλά - για να μη μεμψιμοιρούμε - η ζωή υπερβαίνει τις κοινωνικές μορφές που της δίνουν οι άνθρωποι. Η πόλη έχει πρόσωπο προς τη Δύση. Κανένα ανατολίτικο στοιχείο δεν ανιχνεύεις παρ' όλο που ενσωμάτωσε και μικρασιάτες πρόσφυγες. Ζουν επίσης σ' αυτήν Βλάχοι, Κερκυραίοι, Ηπειρώτες, Αρβανίτες, Σαρακατσάνοι. Ο γλωσσικός τρόπος που διαμορφώθηκε είναι ανοικτός, με καθαρή λίγο τραγουδιστή εκφορά των φωνηέντων.
Το ηλιοβασίλεμα της πόλης είναι μαγευτικό, με πολύ μεγάλο εύρος. Τα χρώματα του ίπτανται πάνω απ' την Κέρκυρα και διαχέονται κατόπι στα γαλήνια νερά του κόλπου της. Την άνοιξη που σμίγει το θαλασσινό αεράκι με τις μυρωδιές της φύσης αυτό το ηλιοβασίλεμα γίνεται αβάσταχτο. Για τον ταξιδιώτη το θέαμά του είναι εντυπωσιακό απ' την καφετέρια που είναι στο βουνό, στη θέση Τσιμπουρίκι, στα νώτα της πόλης. Μπορεί κανείς να γευματίσει σε εξαιρετικά ψαράδικα όπως το "Κοχύλι" στο κέντρο της πόλης, στο "Λίθος", στο "Σινέ - μεζέδες", και στις ψαροταβέρνες της Πλαταριάς, ένα τέταρτο απ' την πόλη.
 Επίσης πλάι στη Νομαρχία μπορεί κανείς να φάει εξαιρετικά στο παραδοσιακό εστιατόριο "Στράντα Μαρίνα". Όπως επίσης πολύ καλό φαγητό μπορεί κανείς να βρει στο παραδοσιακό εστιατόριο "Ο Αλέκος" που είναι στα Πλατάνια. Αλλά και οι μεζέδες στα τσιπουράδικα είναι υπέροχοι. Λέγεται - και είναι αλήθεια - ότι με δυο τσίπουρα ή με δυο κρασιά γευματίζεις κιόλας. Οι καφετέριες της παραλίας σερβίρουν εξαιρετικό - και φθηνό- καφέ. Παραδοσιακούς εσπρέσο, εσπρέσο στρέτο, εσπρέσο λούγκο, καπουτσίνο, φρέντο καπουτσίνο. Πάμπολλοι νέοι απ' την πόλη πήγαν για σπουδές στην Ιταλία - λόγω γειτνίασης - και μαζί με τις άλλες γνώσεις έφεραν και την τεχνογνωσία του καφέ.
Εσχάτως η πόλη απέκτησε και μουσείο. Απ' τα πιο αξιοπαρατήρητα μουσεία που έχω δει. Η ιστορία του τόπου απ' τη λίθινη εποχή, αλλά ιδωμένη και ειπωμένη - με τα εκθέματα, τους ανάγλυφους χάρτες, τα χρώματα και τις λεζάντες - σαν ένα υπέροχο παραμύθι. Ένα μουσειακό, ταξιδιωτικό παιχνίδι στα έγκατα του χρόνου. Ήταν φαίνεται σε καλή ώρα οι δημιουργοί του όταν το έφτιαχναν.
 Αλλά καθώς γυρίζω απ' τη θάλασσα του Δρέπανου και το αντικρύζουμε, λέω στον ταξιτζή αστειευόμενος να μειώσει την ταχύτητα λόγω της κοσμοσυρροής. Καημό το έχω να δω έναν επισκέπτη να διαβαίνει την πύλη του. Φαίνεται ότι οι άνθρωποι δεν έχουν καλή σχέση με τα μουσεία. Αλλά κι εγώ μόνον μια φορά πήγα. Το Δρέπανο είναι μια αμμώδης λουρίδα που κλείνει - σαν δρεπάνι - τον κόλπο της πόλης. Απέραντη αμμουδιά με γλυκύτατη - ακόμα και το χειμώνα λόγω του αναχώματος της Κέρκυρας - θάλασσα. Κολυμπάς και συνεχώς μπαινοβγαίνουν στον κόλπο καράβια. Σαν να κολυμπάς - αλλά και να ταξιδεύεις νοερά - μαζί τους.
 Τώρα με την Εγνατία έρχονται χιλιάδες επισκέπτες απ' τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Φοβάμαι λίγο την επικείμενη τουριστική ανάπτυξη. Το " Ξενία" της πόλης - έργο του Κωνσταντινίδη - είναι απ' τα πρώτα "Ξενία" που κήρυξε διατηρητέα το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Απλώς υπέροχο. Αέρινες, παιγνιώδεις στην ανθρώπινη κλίμακα κατασκευές, με χρώματα θερινά, φωτεινά, που ευφραίνουν όσους το αντικρύζουν. Απ' το '60 που κατασκευάστηκε είναι νομίζω ό,τι πιο ουσιαστικά παιδευτικό - μετά τη φύση - έχει ο τόπος. Βαθύτατα επέδρασε στην περί καλού και ωραίου αίσθηση των κατοίκων.
Δυστυχώς χτίστηκαν στον τόπο του, χαλώντας έτσι την ισορροπία του, την ολότητά του - εκπαιδευτικά κτίρια, σαν να μην υπήρχε αλλού δημόσια γη. Πολύ θα χαιρόμουν αν αποφάσιζε το ΚΑΣ - και έτσι πρέπει - να γκρεμιστούν. Και η πόλη, αν είχε λίγο πόνο και λίγη ευγνωμοσύνη γι' αυτό το δημιούργημα του Κωνσταντινίδη, θα έπρεπε να απαιτήσει να γκρεμιστούν.
                                                                                  Σωτήρης Δημητρίου 


Το κείμενο για την Ηγουμενίτσα του Θεσπρωτού συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου βρίσκεται σε ένα παλιό ένθετο - χωρίς χρονολογία - της εφημερίδας Τα Νέα με τίτλο Μικρές Πατρίδες, είκοσι συγγραφείς μάς αποκαλύπτουν τα μυστικά του τόπου τους.





Η ανάρτηση αφιερώνεται με αγάπη σε όλους τους συναδέλφους και τους μαθητές του 3ου Γυμνασίου Ηγουμενίτσας σε ανάμνηση καλών, χαρούμενων  και όμορφων στιγμών.

 



Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Η θερμοκρασία μιας χαρτοπετσέτας

Το πιο αξιοζήλευτο πράγμα στη ζωή μού φαίνεται πια ότι είναι τα δάκρυα της συμπόνιας. Η Νάντια επιπλέον όπου παρουσιαζόταν σκόρπιζε αφειδώλευτα και το γέλιο της. Περιέθαλπε μια κατάκοιτη ηλικιωμένη γυναίκα στην πολυκατοικία που έμενα και αραιά και πού καθάριζε και το διαμέρισμά μου. Μόλις έμπαινα το μεσημέρι μύριζα φρέσκιες , ωραίες μυρουδιές και μου φαινόταν ότι έμπαινα σε καινούργιο σπίτι. Στη δουλειά της ήταν άνεμος και δεν έστριβε τα μάτια που λένε. Την χαρακτήριζε δε - όπως και γενικότερα - η ορμή. Βέβαια εξ αυτού είχαμε και καμιά απώλεια σε κάτι σπασμένο.
Όταν έμπαινα την έβρισκα να τελειώνει το σιδέρωμα. Σιδέρωνε και τραγουδούσε ρώσικα τραγούδια. Πριν πάει στη γιαγιά της , όπως αποκαλούσε την γριούλα, καθόμασταν λίγο να κουβεντιάσουμε και μου διάβαζε απ' το μπλοκάκι της τα τελευταία λόγια που αντέγραψε απ' τα ημερολόγια τοίχου.
" Όταν λέγεις την αλήθεια, έχεις τον Θεό βοήθεια", " Απ' την πατρίδα πιο γλυκό δεν βλέπω άλλο στον κόσμο. Θεογνής".
Αγαπημένο της θέμα συζητήσεως ήταν η γριούλα.
" Τι κάνει η γιαγιά Νάντια;"
Ζωήρευε, έλαμπαν τα μάτια της.
" Αχ η καημένη η γιαγιά μου δεν έχει πια το μυαλό της" μου έλεγε. " Δεν γνωρίζει ούτε την κόρη της". Η κόρη της ήταν μια ολιγόλογη , σοβαρή γυναίκα. Απάλλασσε την Νάντια τα Σαββατοκύριακα αν και δεν το ήθελε όπως μου είπε κάποτε. Όχι για να αποφύγει το μικρό αυτό μερίδιο αλλά γιατί η μητέρα της αποζητούσε τη Νάντια. Διέκρινα κάποια αχνή πικρία σ' αυτά τα λόγια της.
Η Νάντια λοιπόν μου έλεγε τι φαγητό τής έκανε, με ποιο τέχνασμα την τάισε, πώς την μπανιάρισε σαν να ήταν μωρό.
" Σαν μικρό παιδάκι είναι πια η γιαγιά μου" έλεγε.
Μου πριέγραφε καμιά αφελή κουτοπονηριά της και ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Πιο πολύ απ' τα δάκρυά της μου έκαναν εντύπωση τα ολόκαρδα γέλια της για την γριούλα που διασκέδαζε μαζί της.
Ποιος ξέρει υπέθετα ποια αγαπημένη της γιαγιάάφησε πίσω στο ποτάμι του Ντον απ' όπου είχε έρθει. Ή ίσως να ήταν το αντιγύρισμα σε αγάπη μιας εξαιρετικά ευγνώμονος φύσης. 'Αλλες φορές σκεφτόμουν ότι επικεντρωνόταν σε μια δυστυχία μεγαλύτερη απ' τη δική της για να ανακουφιστεί. Είχε αφήσει στην Ρωσία δύο παιδιά που είχε να τα δει εφτά χρόνια.
Συνηθισμένος να βλέπω ότι στη χώρα μας οι ηλικιωμένοι ήταν σε μια δυσμενή σκιά, κρυμμένοι, περίπου ανύπαρκτοι, μου έκανε σφοδρή εντύπωση αυτή η φανερή αγάπη της και προσπαθούσα να την εξηγήσω.
Αυτή η μοναχούλα σε μια αγριεμένη θάλασσα ξενιτιάς να συμμερίζεται βαθύτατα μια ξένη γι' αυτήν ηλικιωμένη.
Άλλες φορές σκεφτόμουν πως αυτή η γριούλα δεν αντιπροσώπευε καμιά απολύτως απειλή για την Νάντια. Δεν είχε πια εθνικότητα, ούτε ιδέες ούτε φιλοδοξίες. Δεν ήταν μάχιμη και κυρίως δεν είχε το βλέμμα των μαχίμων που, είμαι σίγουρος, πάμπολλες φορές θα είχε αντιμετωπίσει η Νάντια.
Μια φορά μού διηγήθηκε γελώντας μια πικρή εμπειρία της. Περίμενε στην σειρά σ' ένα σούπερ μάρκετ και μια γυναίκα τής λέει απρόσμενα καταπρόσωπο.
" Εσύ είσαι ρωσίδα έτσι;"
" Ναι".
" Αμέσως το κατάλαβα" της είπε θριαμβευτικά.
" Σας διαβάζω σαν ανοιχτό βιβλίο. Να η κυρία πίσω σου είναι ελληνίδα. Έτσι δεν είναι κυρία μου;"
Πάντως η Νάντια προς τιμήν της μου έδωσε να καταλάβω ότι αυτοί που άκουσαν αυτά τα λόγια δυσφόρησαν. Και να πεις ότι ήταν καμιά απ' τις ρωσίδες που στερεοτυπικώς έχουμε στο μυαλό μας` μια κοινή , κοινότατη γυναίκα ήταν. Έβλεπα κιόλας την φροντίδα της να προσελκύει τα λιγότερα δυνατόν βλέμματα με το ντύσιμό της, τις ελάχιστες έξω απ' το σπίτι κινήσεις της, το βάδισμά της κολλητά σχεδόν  στους τοίχους.
Ένιωθα να την αδικώ όμως που έψαχνα τις αιτίες της αγάπης της. Γιατί δεν ήταν τα λόγια που έλεγε για την γιαγιά της. Ήταν ο ήχος της φωνής της που έβγαινε απ' τα φυλλοκάρδια της. Φύτρωσε απλώς η αγάπη της σαν το κλαράκι που φυτρώνει στη μέση ενός συμπαγούς τοίχου.
Η γριούλα χειροτέρεψε , χρειάστηκε να μπει στο νοσοκομείο και έτσι χάσαμε την Νάντια. Ήταν πια μέρα νύχτα πλάι στην γιαγιά της.
Πέθανε και πήγα στην κηδεία της. Τα παιδιά της μπροστά σε βαρύ πένθος χαμένα στις σκέψεις τους. Πιο πίσω οι συγγενείς και οι λιγοστοί γνωστοί. Και πίσω μια ντυμένη στα μαύρα μοναχική σκυμμένη φιγούρα - η Νάντια - να κλαίει κρυφά για να μην ενοχλήσει.
Αρκετές φορές έκτοτε την είδα να πηγαίνει στο νεκροταφείο με λουλούδια.
Μετά από καιρό συνάντησα στην είσοδο της πολυκατοικίας την κόρη της.
" Έχω την αίσθηση " της λέω " πως η Νάντια αγαπούσε πολύ την μητέρα σας."
" Περίμενε λίγο " μου λέει.
Ανέβηκε στο διαμέρισμά της και μου έφερε έναν φάκελο. Είχε μέσα μια χαρτοπετσέτα προσεχτικά διπλωμένη όπου η Νάντια είχε γράψει τα εξής.
" Σήμερα η γιαγιά ήτανε καλύτερα, δηλαδή χαμηλό πυρετό, αυτό είναι βασικό, ανοιχτή μάτια της και καταλαβαίνει πιο πολύ, μου φαίνεται πρόσωπό της μαρέση, ζονδονό
Δόξε του Θεού".
" Πήγα μια μέρα να την απαλλάξω" μου λέει " στο νοσοκομείο και βλέπω στο καλαθάκι με τα σκουπίδια αυτήν την χαρτοπετσέτα. Σαν να οδήγησε το χέρι μου μια μυστική δύναμη την πήρα. Ναι την αγαπούσε πολύ. Είμαι ευγνώμων που η μάνα μου πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής της μ' αυτήν την γυναίκα".
Χάθηκε έκτοτε η Νάντια. Την πήρα κάνα δυο φορές στο κινητό της, δεν ίσχυε πια. Παραδόξως ούτε η κόρη της εκλιπούσης κράτησε επαφή.
Τα περσινά Χριστούγεννα είχα πάει στην θάλασσα στον Άλιμο κάτι που κάνω συχνά. Κάπως μου φαίνεται ότι βλέπω τη θάλασσα της πατρίδας μου. Απ' την αμμουδιά - σαν να μεσολαβεί μια μυστήρια μόνωση - η λεωφόρος και οι πολυκατοικίες είναι αχνές και σαν  να είναι κάπου στο βάθος.
Φαίνεται ότι αυτό το ουδέτερο , ειρηνικό μέρος είναι ο ιμάντας που τις συνδέει με την πατρίδα τους - κάπου πέρα απ' τα κύματα - και για πολλές ρωσίδες.
Αυτήν την μέρα κάθονταν στην άμμο, στη βάση του πυργίσκου των ναυαγοσωστών μια μεγάλη παρέα και τσιμπολογούσαν, έπιναν, τραγουδούσαν.
Δίπλα, παραδίπλα, ήταν διάφοροι μοναχικοί ή το πολύ πολύ κάνα ζευγάρι. Ήταν και κάτι χειμερινοί κολυμβητές κι αυτοί μ' έναν τρόπο ξενιτεμένοι, καραβοτσακισμένοι. Οι λίγοι ντόπιοι που ήμασταν είχαμε στραμμένο το αυτί μας στα τραγούδια τους. Τέτοια αξιοζήλευτη συντροφικότητα σκέφτηκα μόνον η ξενιτιά χαρίζει. Πώς ποθούσα να ήμουν μέλος της παρέας τους.
Περπάτησα αδιάφορα προς αυτές έκανα πως χάζευα άλλα πράγματα και έκατσα στην αμμουδιά ακριβώς στο όριο της διακριτικότητος.
Εκείνη την ημέρα, έλεγαν πολύ νοσταλγικά τραγούδια. Είχαν σκύψει τα κεφάλια κόντευε η μικρή ομήγυρις να γίνει ένα σώμα. Ποιος ξέρει ποιες κυνηγημένες απ' το χρόνο χριστουγεννιάτικες νύχτες πάσχιζαν να προφτάσουν.
Καίτοι είχε ήλιο ξαφνικά μου φάνηκε ότι ήμουν σε πυκνόμαυρο, χιονισμένο δάσος και η θάλασσα εμπρός μας ήταν απέραντα , θερισμένα χωράφια.



Σωτήρης Δημητρίου, Τα ζύγια του προσώπου. Διηγήματα. Πατάκης, Αθήνα 2009


Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Συζητώντας με το Σωτήρη Δημητρίου


Η επίσκεψη ενός συγγραφέα σε σχολείο δεν είναι γεγονός καθημερινό ούτε ασήμαντο.  Ανησυχία και αγωνία για την επίσκεψη. Πώς θα είναι άραγε ; Έχει κάτι ιδιαίτερο; Είναι σοβαρός και απρόσιτος; Θα τον καταλάβουν τα παιδιά; Θα έχουν το θάρρος να μιλήσουν μαζί του ή θα νιώθουν αμήχανα; Θα είναι ήσυχα ή θα είναι φασαριόζικα και αδιάφορα;
Ευτυχώς τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη. Μόλις ο συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου μπήκε στην αίθουσα εκδηλώσεων, ο αέρας άλλαξε.Φρέσκος αέρας από τις κορφές της Μουργκάνας πλημμύρισε την αίθουσα και όλα λύθηκαν με τρόπο μαγικό.
Πολύ φιλικός, συμπαθητικός, οικείος ο συγγραφέας έπιασε κουβέντα με τους μαθητές της Α΄ Γυμνασίου που είχαν την τύχη να απολαύσουν ένα ζωντανό μάθημα λογοτεχνίας.
 Οι ερωτήσεις που οι μαθητές απεύθυναν στο συγγραφέα βοήθησαν και τον ίδιο να ανοίξει την καρδιά του και τη ψυχή του και να απελευθερώσει τις αναμνήσεις του, τις σκέψεις του, τις αντιλήψεις του και τα μικρά μυστικά της συγγραφικής του τέχνης.
Η παρουσίαση ενός συγγραφέα αρχίζει σχεδόν πάντα με στιγμιότυπα της ζωής του. Η πραγματική μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία, γιατί τότε οι σχέσεις μας είναι ανιδιοτελείς  και η γλώσσα εκφέρεται αβίαστα, χωρίς λογοκρισία, είπε,  και μεταφέρθηκε μικρό παιδί στην Ηγουμενίτσα να ξοδεύει το εικοσάρικο του θείου του που προοριζόταν για το σινεμά σε ένα καλάθι φρασκαμέντα και να σκιαγραφεί τη γραφική εικόνα του κερκυραίου φραγκοσυκά που τα πουλούσε. Κι από κοντά η μάνα του , μορφή δυναμική, να διεκδικεί πίσω τα χρήματα και να πετά όσα φραγκόσυκα είχαν απομείνει στη θάλασσα για να τιμωρήσει τον φραγκοσυκά και αυτός να προσπαθεί να τα μαζέψει με ένα καλάμι από τη θάλασσα. 
Λίγο μετά η σκηνή μεταφέρεται στο θερινό σινεμαδάκι με την τέντα και τον τελάλη να διαλαλεί
Σήμερα έχουμε δυο ταινίες
Γονείς και κηδεμόνες φέρτε τα παιδιά σας
κάτω από τη μαγευτική τέντα .
Και οι πιτσιρικάδες με τα παγωτά στο χέρι να γεύονται σιγά σιγά τη δροσιά τους.
Μικρά παιδιά και χάνονταν όλη μέρα, ειδικά τα καλοκαίρια, χωρίς οι μανάδες να τα αναζητούν. Η μεγάλη ελευθερία των χρόνων εκείνων του δημιουργεί προβληματισμούς για τους γονείς του σήμερα και τις υπερπροστατευτικές σχέσεις με τα παιδιά τους. Τα σημερινά παιδιά βιώνουν μια μορφή σκλαβιάς και δουλείας που δεν έχει σχέση με την πραγματική αγάπη. Οι γονείς τότε δεν είχαν τα άγχη των σημερινών γονιών και δεν τα μετέφεραν στα παιδιά τους. Ωστόσο οι σχέσεις γονιών και παιδιών πρέπει να στηρίζονται στην αγάπη η οποία είναι αδιαπραγμάτευτη και δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.


Ο λόγος του είναι συνειρμικός και οι ερωτήσεις των παιδιών τον ταξιδεύουν μια στο παρελθόν και μια στο παρόν. Οι παιδικές αναμνήσεις παραχωρούν τη θέση τους σε ζητήματα σημερινά και μετά πάλι επιστρέφουν. 
Εξομολογείται ότι δεν ήταν καλός μαθητής και ότι δεν είχε καλή σχέση με το σχολείο. Θυμήθηκε με τρυφερότητα την φιλόλογό του, την κ.Μαρίνα, η οποία δεν έκανε απλό μάθημα, αλλά μάθημα ζωής. Αυτή λοιπόν παρακαλούσε τους άλλους καθηγητές να του βάλουν ένα δεκαράκι να περάσει την τάξη γιατί έγραφε καλές εκθέσεις. Είναι ανοησία να χαρακτηρίζονται οι μαθητές από τις επιδόσεις στο σχολείο και να θεωρούνται καλοί ή κακοί. Η ζωή η ίδια είναι παράξενη και έχει πολλές ανατροπές και η ευτυχία ενός ανθρώπου μελλοντικά δεν εξαρτάται από τις σχολικές επιδόσεις. 
Με αυτά τα λόγια προσπάθησε να εξυψώσει την προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου υποστηρίζοντας ότι όλοι οι  άνθρωποι έχουν " ιερή αυταξία", γιατί για να έλθει ένας άνθρωπος στη ζωή συντελέστηκαν χιλιάδες μικρά θαύματα από τη σύλληψη  έως και τη γέννηση του. 
Σύστησε λοιπόν στα παιδιά να χαίρονται την ηλικία τους που είναι η πιο ωραία γιατί τώρα η ψυχή πλαντάζει από όνειρα , οράματα και έρωτες. 
Θυμήθηκε ότι στην εποχή του οι άνθρωποι δεν είχαν πολλά αγαθά ούτε πολλά χρήματα. Όλα ήταν λίγα και γι' αυτό ό,τι είχαν το απολάμβαναν. Όλα ήταν νόστιμα. Τη λέξη αυτή τη χρησιμοποίησε αρκετές φορές για να χαρακτηρίσει τα γλωσσικά ιδιώματα που ακούγονταν παλιότερα στην Ηγουμενίτσα, την εποχή. Η πόλη είχε μια εξαιρετικά νόστιμη γλώσσα και η εποχή ήταν νόστιμη.  Η νοστιμιά περικλείει την ομορφιά. Πρότεινε λοιπόν να μη βιάζονται οι νέοι να τα γευτούν όλα πραγματοποιώντας όλες τις επιθυμίες τους.
 Ο ίδιος πάντως υπήρξε μέχρι τα τριάντα του ένα μαύρο πρόβατο. Η ζωή του ήταν μια αποτυχία. Αλλά ακριβώς επειδή η ζωή έχει ανατροπές , ένα τούβλο τον στιγμάτισε και του άλλαξε τη ζωή. Με χιούμορ αφηγήθηκε το περιστατικό σύμφωνα με το οποίο περπατώντας στο δρόμο και κάτω από ένα μπαλκόνι του έπεσε ένα τούβλο και τον κτύπησε στο κεφάλι. Όταν ξύπνησε στο νοσοκομείο ένιωσε μια αλλαγή να του έχει συμβεί και ζήτησε μολύβι και χαρτί για να γράψει. Έγραψε το πρώτο του διήγημα, που δημοσιεύτηκε, βραβεύτηκε και έτσι από μαύρο πρόβατο έγινε ολόασπρο. Σχολίασε όμως ότι η μεγάλη αγάπη είναι να' σαι χάλια και να σ' αγαπούν. Γι'αυτό συνέστησε να αγαπάμε τις ατέλειες μας και τις ιδιομορφίες μας διότι τότε έχουμε μεγαλύτερη πιθανότητα να μαθητεύσουμε στην αγάπη.
Η αναφορά του στο βραβείο κέντρισε το ενδιαφέρον των μαθητών που ήθελαν να μάθουν την άποψη του. Τον άκουσαν να τους λέει ότι τα λογοτεχνικά βραβεία είναι η επιβράβευση μιας κάποιας αποτελεσματικότητας. Ουσιαστικά όμως αποδυναμώνουν το συγγραφέα, δημιουργούν βαρίδια και τον βάζουν στον ύπνο. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν τον αφήνουν να εξελιχθεί, να βελτιωθεί. Γι' αυτό θα ήταν καλό να μην απονέμονται σε νέους συγγραφείς  ή να μην απονέμονται καθόλου. Θα του άρεσε μάλιστα σε μια άλλη κοινωνία να μην υπάρχουν ούτε τα ονόματα των συγγραφέων.
Ακόμα και  το μάθημα της Λογοτεχνίας θα έπρεπε να γίνεται διαφορετικά. Θα ήταν αρκετό να διαβάζαμε μόνο το κείμενο και τίποτε άλλο να μην κάνουμε παρά να το νιώσουμε.
Έτσι η κουβέντα ήρθε στο λογοτεχνικό βιβλίο, το οποίο έχει μεγάλη αξία, διότι ο αναγνώστης διευρύνει το στενό πλαίσιο της ζωής του, ζει πολλές άλλες ζωές, πολλαπλασιάζεται. Όλη αυτή η διαδικασία είναι γοητευτική. Ο λογοτέχνης ρίχνει γέφυρες στους αναγνώστες και όσο πιο πικραμένος είναι από τη ζωή τόσο πιο νόστιμες είναι. 
Και πώς γράφεται ένα λογοτεχνικό βιβλίο; Ποια είναι τα ερεθίσματα;. Για τον Σωτήρη Δημητρίου αυτά είναι ένα κουβάρι. Μπορεί να πιαστεί από μια κουβέντα ή ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο μάλιστα έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί πάνω σε αυτό είναι γραμμένη όλη η ζωή του ανθρώπου. Μαζεύει λοιπόν διάφορα στοιχεία, ταπεινά και ασήμαντα, τα ενώνει και φτιάχνει ένα διήγημα. Η συγγραφική τέχνη είναι η πιο ταπεινή τέχνη ακριβώς γιατί την έμπνευση μπορεί να τη δώσει το πιο μικρό και ασήμαντο πράγμα. Αυτός είναι ο λόγος που δεν αξιολογούνται και οι πηγές του συγγραφέα. Όλα είναι σημαντικά και δεν περιφρονεί τίποτα. 
Πώς όμως ξεκινάει να γράφει; Η δραστική αδράνεια είναι ένας τρόπος για να γράψει. Τι σημαίνει αυτό; Ο συγγραφέας χωρίς να κάνει κάτι , σκέφτεται και διαπλάθει την ιστορία του. Τις περισσότερες φορές συλλαμβάνει την ιδέα στο άσκοπο περπάτημα. Πολύ λίγο κάθεται μπροστά σε ένα γραφείο για να γράψει, συνήθως περπατάει και σκέφτεται. Από τη σκέψη όμως μέχρι τη συγγραφή μεσολαβεί ένα σημαντικό διάστημα. Τότε νιώθει ότι οι λέξεις είναι θαμμένες , ότι αντιστέκονται. Είναι το πιο δύσκολο μέρος. Μόλις κατορθώσει και φτιάξει το σκαρίφημα τότε βρίσκεται μπροστά σε μια απόλυτη ευτυχία. Μετά όλα είναι πιο εύκολα. Η ιστορία, ο μύθος είναι η πρόφαση . Αξία έχει ο τρόπος που γράφει ο συγγραφέας, διότι αυτός μεταμορφώνει μια ασήμαντη ιστορία σε σημαντική. Αυτό μπορεί να πάρει και πολύ χρόνο. Μια ιδέα μπορεί να αναπτυχθεί σε τριάντα σελίδες. Αν όμως την ξαναγράψει μετά από τρία χρόνια μπορεί να έχει συμπυκνωθεί σε τρεις μόνο σελίδες. Το διήγημα θέλει χρόνο.
Μεγάλη σημασία απέδωσε και στην προφορικότητα του λόγου. Η μάνα του και οι θειές του πηγές της ντοπιολαλιάς που είναι από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά  των έργων του.
Ένας συγγραφέας ξεχωρίζει κάποια από τα βιβλία του; Έχει κάποιο αγαπημένο; Ο ίδιος δεν μπορεί να ξεχωρίσει κάποιο. Όλα τα αγαπάει. Αν όμως χρειάζεται να κάνει μια επιλογή τότε ίσως να αγαπάει περισσότερο αυτό με την πιο αρνητική κριτική.
Και η λογοτεχνία τι ρόλο έχει παίξει στη ζωή του; Υπάρχουν κάποια βιβλία που τον έχουν σημαδέψει;
Ένας συγγραφέας είναι και αναγνώστης άλλων βιβλίων. Τη νεότητά του σημάδεψαν δυο βιβλία ξένης λογοτεχνίας και ένα ελληνικής. Είναι" Ο Φύλακας στη σίκαλη" του Σάλιντζερ και το  " Κάστρο " του Κρόνιν. Δυο βιβλία που τα παρουσίασε με λίγα λόγια και πρότεινε στα παιδιά να τα αναζητήσουν και να τα διαβάσουν και ιδιαίτερα το πρώτο. Από την ελληνική λογοτεχνία ανέφερε τη " Μυστική ζωή" του Άγγελου Τερζάκη. 
Δυο σχεδόν ώρες κύλησαν χωρίς να τις καταλάβουμε. Η κουβεντούλα έφτανε στο τέλος της και μαζί με αυτό ήρθε και το παράπονο ότι δεν έχει την ελευθερία να ιδιωτεύσει και δεν απολαμβάνει τη χαρά της ανωνυμίας.
Όμως η συγγραφή είναι πράξη αγάπης και χαράς και ακόμα και οι στιγμές της ζωής που τον έχουν πληγώσει με το χρόνο μεταλλάσσονται και γίνονται ένα ωραίο διήγημα. Γι' αυτό πρότεινε σε όλους μας όταν έχουμε ένα πρόβλημα να γράφουμε για να φύγει , να εξαχνωθεί.
 Πολύ όμορφη η εμπειρία της συζήτησης με έναν συγγραφέα. Ακόμη πιο όμορφη γιατί έγινε ανάμεσα στο συγγραφέα και στους μαθητές μόνο. 
Για επίλογο θα κρατήσουμε τη συμβουλή του στην αναζήτηση της ευτυχίας.
Γεμίζουμε τη ζωή μας με ανησυχίες μέσω των πραγμάτων. Τα πράγματα που μας κάνουν ευτυχισμένους δεν θέλουν λεφτά, δεν κοστίζουν, δεν αγοράζονται. 
Τον ευχαριστούμε για τις ξεχωριστές στιγμές που μας πρόσφερε και το ζωντανό μάθημα λογοτεχνίας που μας παρέδωσε.






Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Η Ηγουμενίτσα του Σωτήρη Δημητρίου

 Το Αππία και το Εγνατία μάς ξυπνούσαν χαράματα με τις άγκυρες. Το Εγνατία ήταν άσπρο και ανοιχτό μπλε και το Αππία κίτρινο σ' όλη την καρίνα. Απ' την άνοιξη έφερναν πολύχρωμους τουρίστες με σακίδια. Στο πρώτο μας σπίτι στα Πλατάνια πλάι στη θάλασσα, τους χάζευα με τις ώρες να κάνουν οτο-στοπ. Χάζευα και τους ψαράδες που απ' την αμμουδιά τραβούσαν τα δίχτυα και φώναζαν εν χορώ «ε-οπ», «ε-οπ». Στραφτάλιζαν τα φύκια, ολοκάθαρα, μολυβένια τα νερά. Οταν έφευγαν τα καράβια σφύριζαν σαν μεγεθυμένες καραμούζες. Φεύγαμε και μεις καμιά φορά μαζί τους, νοερά. Ο μικρός κόλπος της πόλης, μας ένωνε με όλα τα λιμάνια και τις θάλασσες της Γης.
 Όταν πήγαμε στο δικό μας σπίτι, μα τη στεναχώρια της μάνας μου. Δίπλα ήταν ο γύφτικος μαχαλάς. «Τι θα γένομε» έλεγε. «Μες στους γύφτους». Ευτυχώς δεν μου μετέδωσε αυτό της το αίσθημα. Και τότε αλλά και τώρα, όποτε πηγαίνω στο πατρικό μου, η γειτνίαση μαζί τους είναι για μένα χαρά.
Η πόλη ήταν «μαζέματα», όπως λέγανε. Αρβανίτες, Γύφτοι, Βλάχοι, Μικρασιάτες πρόσφυγες, Βουνίσιοι απ' την Μουργκάνα αλλά και τον Γράμμο, Κερκυραίοι. Οι Κερκυραίες μιλούσαν μουσικά τραβώντας τις ουρές, κοφτά και τραχιά οι Αρβανίτες, κελαρυστά οι Βλάχοι, γεμάτοι απορία και θαυμασμό οι γύφτοι, με παροιμίες κάθε δεύτερη κουβέντα οι Βουνίσιοι. Ετσι διαμορφώθηκε μια γλώσσα ευφωνική, λίγο τραγουδιστή με απρόσμενα μπόλια απ' τα διάφορα ιδιώματα και τις γλώσσες. Σχολείο γλωσσικής αισθήσεως και ανεκτικότητος ήταν οι κουβεντούλες στους δρόμους, στις γειτονιές, στα καφενεία, στη λαϊκή.
Αλλά το αγαπημένο σχολείο των παιδιών του Γυμνασίου ήταν οι δύο σινεμάδες, ο «Σινέ-Οασις» και ο «Σινέ-Θυάμις». Ολη την εβδομάδα περιμέναμε πώς και πώς το Σάββατο, που είχαν μαθητική προβολή. Ο ανταγωνισμός τους ήταν τρομερός. Πρόβαλλαν κάθε φορά τρεις ταινίες με ένα εισιτήριο. Εφτασαν νομίζω κάποτε να προβάλλουν τέσσερις. Μπαίναμε Σάββατο μεσημέρι και βγαίναμε αργά το βράδυ με αστράκια στα μάτια. Οταν έβγαινα μου φαινόταν ότι έλειπα απ' την πόλη χρόνια. Τη Δευτέρα ήταν φανερή αμέσως η επίδραση απ' αυτή την αναπαυτική βόλτα στον κόσμο. Μετά την ταινία «Ενας άντρας, μια γυναίκα» επί παραδείγματι, τα βλέμματα ήταν γεμάτα γλύκα και ρομαντισμό, οι κινήσεις έγιναν πιο ρεμβώδεις. Είμαι δε σίγουρος ότι οι μαθητές για βδομάδες κοιμούνταν αγκαλιά με την πρωταγωνίστρια -με τις κατάλληλες προσαρμογές βέβαια- και οι μαθήτριες με τον πρωταγωνιστή· και τι πρωταγωνιστής, ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν. Μετά την ταινία «Να πεθάνει το χτήνος», όλοι ήμασταν έτοιμοι με βαριά, άγρυπνα βλέμματα να υπερασπιστούμε το δίκαιο. Για καιρό άκουγες μετά τη «Γέφυρα του Ποταμού Κβάι» τη μουσική της ταινίας με σφυρίγματα.
Την άνοιξη φεγγοβόλαγε ήπια το ηλιοβασίλεμα με χίλια χρώματα. Το ατενίζαμε με ρίγος και ενδιαφέρον - σαν να ήταν ανθρώπινο δημιούργημα· πιο πίσω ήταν η Δύση, απ' όπου έρχονταν τα καράβια και οι ταινίες. Στεφάνωνε αυτό το μεγάλο σινεμασκόπ όσα είχαμε δει στο σινεμά και τότε πλαντάζαμε. Σαν αγγελαγγιγμένοι βαδίζαμε γεμάτοι μυστικά και νοήματα. «Είναι πάνω στη ζούρλια» έλεγαν οι μανάδες μας με κρυφό θαυμασμό γι' αυτό το καινούργιο ύφος της ζωής.
Χρόνια και χρόνια η πόλη να κοιτάζει με επιμονή προς τη Δύση τα κατάφερε. Δεκάδες μεγάλα βαπόρια πλέον, μπαινοβγαίνουν στο λιμάνι της. Μέρα-νύχτα, χειμώνα-καλοκαίρι γεμάτος ο κολπίσκος. Την ημέρα πολύχρωμος, τη νύχτα πάμφωτος από μετακινούμενες φωτισμένες νησίδες. Μεγάλωσε η πόλη. Δεν ακούγονται πλέον στο σπίτι μου οι άγκυρες. Πάνε και οι σινεμάδες, πάνε και το Αππία και το Εγνατία.


Καμιά φορά -επισκέπτης στην πόλη μου- κατεβαίνω στη βόλτα, στα Πλατάνια. Σπάνια συναντώ κανέναν γνωστό. Νέοι κάτοικοι μπήκαν στο προσκήνιο. Αλλοι γυμνασιόπαιδες νέμονται την πόλη με φωνές και ορμή. Ομολογώ πως τους θεωρώ λιγάκι παρείσακτους. Ούτε γύφτους βλέπω. Εδώ που τα λέμε, οι γύφτοι πάντα απουσίαζαν απ' τα δημόσια μέρη της πόλης· απ' τη βόλτα, απ' τα καφενεία, απ' τον σινεμά. Σπανίως έβλεπες καμιά γυναίκα τους στην εκκλησία. Ποιος ξέρει τι τους έλεγαν τα μάτια μας και κρυβόντουσαν. Ούτε ακούω από παιδιά, εκείνα τα διάφορα πουλάκια «τσι φάτσε», «γκίνε», «τσισβέτε», «μιρ». Φαίνεται πως οι νεότεροι γονείς ευθυγραμίστηκαν με τη νεοελληνική καθομιλουμένη. Μπορεί να 'καναν καλά. Πάντως, σαν κάτι νόστιμο να λιγόστεψε.
 «Ασχημη πόλη, όλο μπετόν» λένε μερικοί, αλλά εμένα μου φαίνεται πανέμορφη. Δεν σταθμίζεται αυτή η αγάπη με την εμφάνιση, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα συγγενικά μας πρόσωπα. Εξάλλου έχει και όμορφα μέρη, αρκεί να 'χεις μάτια.
Ανηφόριζα έφηβος το μεσημεράκι μετά το σχολείο για το σπίτι μου. Ανοιξη. Λουλούδια, μελίσσια και ραδιόφωνα. Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Κέρκυρας εξέπεμπε συνέχεια εκείνα τα όμορφα έντεχνα λαϊκά. Στην Τρουμπάτα άκουγα από μια αυλή,

έστειλα ένα περιστέρι

στην απάνω γειτονιά

Περπατούσα ανέμελα, με τα βιβλία ανά χείρας, χύμα, όπως ήταν τότε η μόδα. Αχ να περπατούσα πάλι έτσι αλλά όμως να ήξερα τι ζούσα, όπως το ζω τώρα ως ανάμνηση.

Αλλαξαν όψη οι γειτονιές, ο θάνατος παίρνει τους παλιούς γείτονες, αλλά όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο λάμπει μέσα μου η πόλη των παιδικών μου χρόνων. 

Πηγή: Τσαμαντάς

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Σωτήρης Δημητρίου, Σχώρα με

                           Γιώργος Μαυροΐδης

       Δεν είδε άσπρη μέρα κοντά του. Έτσι λέγανε στο χωριό, αλλά ποιος μπορεί να ξέρει. Όλοι τότε απόρησαν. Το άρρωστο; Το άρρωστο, το ανάπηρο, το δολιοπαίδι, τέτοια και παρόμοια έλεγαν. Έγινε ο γάμος και την ίδια μέρα ζεύτηκε. Στα λόγγα για κλαρί, στις γαύρες και στα ξερικά, όργωμα, θέρο, στην αράδα με τις αίγες. Όλη την μέρα, όλα τα χρόνια και κόντευαν τριάντα τόσα. Όσο άργαζαν και σκλήραιναν τα χέρια της, τόσο αυτός άσπριζε και μαλάκωνε απ' την κλεισούρα και το καθιστό, Πόσες φορές γύρισε από τον άλλο κόσμο; Τώρα και τώρα θα πεθάνει και την άλλη μέρα τον έβλεπαν να λιάζεται, στην πάνινη καρέκλα, με κουβέρτες στα πόδια. Μοσκοβόλαγαν κι αυτός κι οι κουβέρτες. Γιατρούς, γιατρικά, νοσοκομεία κάθε τόσο.

      Δεν τα ‘βγαζαν πέρα, έγινε και μικρομπακάλισσα. Κατέβαινε στο Φιλιάτι και αγόραζε αλάτι, ζάχαρη, φτηνοπαίγνιδα, που μεταπουλούσε σε μια τρύπα που διαμόρφωσε στο σπίτι τους. Αυτό στάθηκε και η αίτια ν' ακουστούν μια και μοναδική φορά στο χωριό. Έχασε κάποτε το λεωφορείο και ξημέρωσε στο Φιλιάτι. Με το που ήρθε, οι φωνές του σήκωσαν το χωριό, δεν της βγήκε κουβέντα. Μονάχα του 'πε αφού ξέσπασε «σώπα γινήκαμαν όνομα».

    Από κείνη την μέρα άλλαξε κι αυτή. Έκοψε την εκκλησία που πήγαινε καμιά φορά, τους έκοψε όλους. Απ' τις δουλειές στο σπίτι. Στο μαγαζί δεν άλλαζε λόγο μ' άνθρωπο, πέρα από τ' αναγκαία. Γέρασε πριν την ώρα της. Τα χείλη και τα βυζιά έμασαν, γιόμισαν χαρακιές το σώμα κόντυνε, οι ώμοι μπήκαν. Αν όμως κανένας έβλεπε τα μάτια της θα τα 'χανε, ώρες ώρες, απ' την ησυχία και την γλύκα που 'χαν μέσα.

    Έσβησε γαλήνια. Χρόνια με την αρρώστια, τον αψήφαγε τον θάνατο. Τον τελευταίο καιρό δεν σηκωνόταν καθόλου απ' το κρεβάτι. Του ανασήκωνε λίγο το χέρι, τ' άφηνε, κι αυτό ντουπ, έπεφτε άψυχο.

«Δεν μπορώ άλλο» της είπε. «Δεν θα με βρει η άνοιξη». Την μέρα που θα πέθαινε, της έδωσε, τις τελευταίες παραγγελίες. Αυτή να τον κουμαντάρει νεκρό, να τον βάλει πλάι στη μάνα του, να του 'χει κιβούρι καθαρό και με λουλούδια, όπως τον είχε καθαρό τόσα χρόνια στα ζώντα.

«Δεν βαρυγκώμησα με την ζωή μου γιατί ήσουν εσύ. Δεν φοβούμαι πως θα πεθάνω γιατί είσαι εσύ. Φεύγω ευχαριστημένος γιατί είχα εσένα».

Κόμπιασε πολλή ώρα.

«Για κείνη την μέρα θέλω να σχωρεθούμε.»

Έσκυψε το κεφάλι της. Της το κράτησε ζεστά και την κοίταξε στα μάτια με όλη την αγάπη του.

«Στάθηκες άξια πλάι μου σου χαράμισα την ζωή, σχώρα με».

Ξέφυγε απ' το βλέμμα του, έσκυψε πάλι το κεφάλι, δεν έκρινε.

Στην αγκαλιά της άφησε την τελευταία πνοή.

    Αυτή τον έπλυνε, αυτή τον ξύρισε, αυτή τον έντυσε. Αυτή είχε την έγνοια για όλα. Δεν άφησε άλλον. Δεν πρόσπεσε ποτέ σε κανέναν, όσο ζούσε, όχι τώρα. Δεν ένιωσαν τίποτα γι' αυτούς, κι ας έλεγαν για τα αταίριαστα ζευγάρια «παρ' τα μάτια μου και δες». Ας το 'λεγαν τίποτα δεν ένιωσαν. Τι ήξεραν απ' το κορμί του, την κίνηση του, που ενοχλούσε λιγότερο από μερμήγκι; Δεν του άκουσε ποτέ φλέμα, δεν σιχάθηκε ποτέ. Ούτε άσχημο λόγο του άκουσε. Μονάχα εκείνη την μέρα, που δεν σβήστηκε ποτέ από μέσα της κι όλο την έκλωθε και την έκλωθε τα χρόνια που ακολούθησαν. Τι ήξεραν για τα μάτια του, που δεν χόρταινε να πλέει μέσα τους; Όλος εκείνος ο πόνος, η αξοδεψιά, η ανημπόρια γύρισαν κι έγιναν χρώματα και ζέστα και ανθρώπινο μέστωμα και βαθύτατη παρηγορητική αδιαφορία και πίστη.

«Θα διαβεί, πουλί μου, θα διαβεί, κι αλλού θ' ανταμώσουμε» σαν να της έλεγαν.

     Και πως έλαμπαν σαν την αντίκριζαν. Ήταν περήφανη γι' αυτήν την λαμπρότητα που 'χε μέσα κι όσα το κορμί δεν μπορούσε. Άναβε τις νύχτες το φως, για να τα δει μιαν άλλη φορά, κι αυτός ήξερε και τα έσμιγε με τα δικά της, χαρμόσυνα, γαλήνια, ανάλαφρα. Ήταν όλος εκεί. Και δεν ήταν όμως. Μονάχοι είμαστε, πουλί μου, μα για πράγματα που μόνο εμείς νιώθουμε έχουμε ο ένας τον άλλον και δεν τον έχουμε, μα που εγώ θα σ' αφήσω μόνο όταν πεθάνω και ούτε τότε θα σ' αφήσω, Έχασε τα μάτια του, έχασε τον κόσμο. Ποιος ανήμπορος. Το 'νιωσε απ' την στιγμή που πρωτοκοιτάχθηκαν. Όχι; δεν πήγε χαράμι η ζωή της. Αγάπησε κι αγαπήθηκε: Ας τον είχε ζωντανό κι ας μην άκουγε ούτε την κουβέντα του.

   Αυτή έσκαψε τον τάφο. Να μην υποχρεωθεί σε κανέναν από κείνους τους άντρες. Κλοιός. Τόσα χρόνια σε κλοιό, Έρχονταν στην τρύπα τάχα για κάνα τσίπουρο κι ένιωθε στην πιο άχρωμη κουβέντα, στο πιο καλόβολο βλέμμα την αρσενική κρούση.

«Τι να σου κάνει το ανάπηρο. Εδώ είμαι 'γω». Εκεί ήταν όλοι. Από δεκαπεντάχρονα παιδιά, μέχρι τους γερόντους και τους φαντάρους του φυλακίου. Κλοιός. Όταν άρχισε να πηγαίνει στο Φιλιάτι, έγιναν κι εχθρικοί.

«Δεν σου κάνουμε εμείς; Πας σε ξένους;»

Εχθρικοί και ωμοί. Περίτρεχαν το κορμί της με βλέμμα επίμονο, αδιάντροπο, σαλιωμένο. Ένας έφτασε τρέμοντας να κολλήσει πίσω της. Να ‘ξεραν από μια μεριά πόση χαρά της έδιναν. Αυτή αγάπησε κι αγαπήθηκε.

      Στο ξενύχτισμα έκατσε στην κορυφή, στο κεφάλι του, και κάθε τόσο καθάριζε λίγο σάλιο που 'φευγε απ' το μπαμπάκι, ταχτοποιούσε τα σεντόνια, τα λουλούδια, Τα χαράματα, με το πρώτο φως έπιασαν οι γριές και οι γυναίκες το μοιρολόι. Άρχισαν με τις παραγγελίες για τους δικούς τους νεκρούς. Έλεγε μια γριά για τον γιο της.

«Να του πεις, ωρέ Χριστάκη μου, καλά λόγια. Τα παιδάκια του τα ‘χουν τ' αδέρφια του, καλύτερα απ' τα δικά τους»,

Κατόπιν άρχισαν όλες μαζί να λένε για τον νεκρό.

«Ώρα καλή, μωρέ βασανισμένο κορμάκι, να σ' αναπάψει ο Θεός».

Τα 'κλωθαν σ' έναν κύκλο αφόρητης απώθησης και λυτρώσεως. Αγρίευε ο σπαραγμός, απάνθρωπος, ανηλεής κι έπεφταν κατόπι, τρομαγμένες οι ίδιες, σ' ένα κατηφορικό, ανακουφιστικό «ου ου ου ου ου...».

Έλεγε το στόμα τους κουβέντες που δεν έβγαιναν απ' το μυαλό, ούτε απ' την καρδιά, παρά από έναν σκοτεινό άνυδρο τόπο, που είναι λίγο να τον πούμε ψυχή. Μονάχα αυτή ήταν βουβή, μια στεγνή γραμμή το στόμα της. Λίγο πριν κάνουν την εκφορά άρχισε μια, κατά το έθιμο, να μιλάει με το στόμα του νεκρού.

«Σ' ευχαριστώ, μωρή νοικοκυρά μου, για όσα έκανες για μένα και να στα χαλαλίσει ο Θεός».

    Τότε πρώτη της φορά σηκώθηκε κι έπεσε πάνω στο αγαπη-μένο πρόσωπο. Άνοιγε το στόμα της να μιλήσει, δεν έβγαινε ήχος. Σαν της όρνιθας το στόμα, που το κεφάλι είναι πέρα σφαγμένο κι ανοίγει το ράμφος απελπισμένα, να στείλει αέρα που. Του άνοιγε τα παγωμένα μάτια να δει τις κόρες, να του μιλήσει εκεί. Χαμένες, έβλεπε μόνο λερωμένο άσπρο. Εν τέλει βγήκε ήχος ασθενικός, που τον άκουσε μονάχα ο νεκρός.

«Σχώρα με. Σχώρα με».


Σωτήρης Δημητρίου, «Η φλέβα του λαιμού», εκδόσεις Πατάκη, 1998.

Πηγή: Μικρός Απόπλους


Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Σωτήρη Δημητρίου, Πάσχα τ' Απρίλη

 Η Πόβλα

O Απρίλης ήταν κάποτε για μένα -τώρα πια έχει μπει κι αυτός στο χωνευτήρι των πολλών και επαναλαμβανόμενων εικόνων και εμπειριών- το Πάσχα στο χωριό μου. Όχι όμως με το θρησκευτικό του μέρος, παρά μόνον αμυδρά.
         Μεγάλη Πέμπτη, εγώ και τ' αδέρφια μου ξεκινούσαμε το πρωί με το λεωφορείο. Ολόκληρο ταξίδι. Φτάναμε στη γέφυρα του Καλαμά. Μια γέφυρα σιδερένια, βαθυπράσινη, απ' τον καιρό του Εμφυλίου.
         Αφού γινόταν ο έλεγχος των ταυτοτήτων απ' τους φαντάρους του φυλακίου -στιγμές έντονες για τις παιδικές καρδιές μας-, το λεωφορείο, αργά αργά, έμπαινε στη γέφυρα. Κραπ, κραπ, χτύπαγαν κι έτριζαν οι σιδεριές. Το νερό από κάτω ορμητικό, θολοπράσινο απ' τις πυκνοφυτεμένες όχθες. Έλιωναν τα χιόνια.
         Από εκεί και πέρα άρχιζε ένας άλλος κόσμος.
         Στο Φιλιάτι κάναμε υποχρεωτική στάση τρεις με τέσσερις ώρες. Γι' αυτές τις ώρες -που τις περνούσαμε στο καφενεδάκι του σταθμού- δεν αγαπούσα και πολύ αυτή την κωμόπολη, τόσο λαχταρούσα το χωριό μου.
         Το καφενεδάκι ήταν γεμάτο ταξιδιώτες για τα πανωχώρια των Φιλιατών. Εκεί άρχιζαν τα πρώτα «ποιανού είσαι εσύ, μωρέ παιδάκι μου;», «ετούτη μοιάζει της μάνας της» απ' τους χωριανούς μας και τα πρώτα φιλιά. Πρόγευση απ' το χωριό μου παρηγορητική.
         Επιτέλους, το απομεσήμερο το λεωφορείο αγκομαχώντας, γιατί ήταν ασφυκτικά γεμάτο και ο δρόμος χωμάτινος, ανηφορικός, όλο κογκέλες ξεκίναγε για τα χωριά της Μουργκάνας.
         Αϊ-Νικόλας, Άγιοι Πάντες, Παλιοχώρι, ανηφόρες, στροφές, μια στροφή ακόμα και να το χωριό μου, η Πόβλα. Μαγευτικός δρόμος, μαγευτικά χωριά. Λες και οι πλαγιές οι ντυμένεςμε κουμαριές τσέρα, χελιδρονιές δάφνες, οι χείμαρροι που ξεπηδούσαν εδώ και κει, τα λιθάρια και τα μονοπάτια ενσωμάτωσαν ό,τι ομορφότερο και ευγενέστερο από τις ανθρώπινες ζωές αιώνων.
         Ακόμα και σήμερα, αυτή η διαδρομή, αυτά τα χωριά είναι για μένα μια διαδρομή πνευματική, μια διαδρομή νοσταλγίας και καημού.
         Στο χωριό μου φτάναμε το μούσγκωμα. Μας άφηνε το λεωφορείο στη Θελεσουριά, όπου ήταν ένα μικρό εικόνισμα, ο Αϊ-Θανάσης.
         Ο όγκος της Μουργκάνας μπροστά μας. Στην κορφή το βουνό είχε ακόμα χιόνια, που άστραφταν από ένα χιλιόχρωμο ηλιοβασίλεμα. Εκεί που χανόταν ο ήλιος ήταν ένας τόπος αγαπημένος, μυστηριακός, αβάδιστος. Ήταν η Βόρειος Ήπειρος.
         Στη Θελεσουριά, κατεβαίνοντας απ' το λεωφορείο, μας χτύπαγε ευχάριστα ένα ψυχρό αεράκι που -Κύριος οίδε πώς- το 'χα συνδέσει με τη Βόρειο Ήπειρο, με την Αλβανία. Μήνυμα από μια άλλη ζωή, πιο ενδιαφέρουσα, πιο πλούσια, πιο αινιγματική. Περιττό να πω ότι δεν ήξερα τίποτα για ιδεολογίες, πολέμους και άλλα, και οι δικοί μου, συγγενείς και χωριανοί, μιλούσαν λίγο και ασαφώς, κάτι που μεγάλωνε το μυστήριο.
         Φτάναμε με τα ποδάρια στο σχολειό, κατόπι μια απότομη κατηφοριά μάς έβγαζε στην πλατεία του Νικόπλου, όπου ήταν το περίπτερο του μπαρμπα-Μήτση μας. Μας καρτέραγε με ζαχαρωτά και φιλιά. Κατόπι σταματούσαμε στο πατρικό της μάνας μου για λίγο, να δώσουμε τσιγάρα στον παππού, και κατόπι σφεντόνα για το πατρικό μας, για τη γιαγιά μας.
         Σε όλη αυτήν τη διαδρομή η μύτη μας είχε πανηγύρι. Φρέσκια, ξάστερη ανάσα ανακατεμένη με τ' αγριολούλουδα του Απριλιού -φράξο, μανούσια, ζουμπούλια, μοσφακίδια. Τον τόνο τον έδιναν όμως οι καβαλίνες, η κοπριά, το νοτισμένο χώμα.
         Στο πατρικό μας. Τόπος θαλπωρής. Ένα μικρό σπιτάκι με δυο κάμαρες, κατώι για τις αίγες ,μπλατσαριό, ένας μικρός κηπάκος και η επιβλητική και συγχρόνως γλυκύτατη παρουσία της γιαγιάς μου. Μας μάζευε με πατάτες γιαχνί. Μοσκοβόλαγε ο τόπος. Κατόπι κοιμόμασταν όλοι μαζί στρωματσάδα κι αυτή στη μέση.
         Το πρωί μάς ξυπνούσαν πετεινοί,γομάρια, αίγες, βετούλια, φωνούλες απ' τις γυναίκες που φούρνιζαν, σκούπιζαν, έκοβαν κλαρί. Μαζεμένο το χωριό, αμφιθεατρικά χτισμένο, δημιουργούσε τέλεια ηχητική.
         «Ω Αγγελούδω, ξύπνησαν τα παιδιά;», ακούγαμε τη θειάκω Λόλα απ' το δίπλα μαχαλά.
         «Ξύπνησαν, μωρ' συμπεθέρα».
         «Αυγά έχεις; Θέλεις;»
         «Έχω, έχω».
         «Καλά, στείλ' τα μου κατόπι».
         Άρχιζε το πανηγύρι. Τρεχαλητά με τ' άλλα παιδιά, επισκέψεις στις θείες, βόλτες στους κήπους του Μαμά, στ' αμπέλια της Φέρας, στην Αϊ-Παρασκευή. Άρχιζαν δειλά να κοκκινίζουν οι πρώτες κουτσουπιές. Τα τριαντάφυλλα, πυκνόφυλλα και μοσχομυριστά, ροζ άσπρα, ήταν παντού. Στις αυλές και στους φράχτες. Σου έσπαιναν τη μύτη.
         Από την Ανάσταση θυμάμαι κάπως τις στρακαστρούκες, που τις πιέζαμε με τις σόλες. Ακόμα κι εκείνη την ώρα του πανδαιμόνιου εγώ είχα το μυαλό μου στ' αστέρια του ορίζοντα, πάνω απ' τον απαγορευμένο τόπο.
         Την άλλη μέρα, όλο το χωριό ανέβαινε στην κορυφή του διπλανού βουνόπλου, που ήταν το φυλάκιο Γκελίλι, για επίσκεψη στους στρατιώτες. Τους πηγαίναμε αυγά, κουλούρια κι εκείνοι μας έδιναν γαλέτες.
         Χαρούμενα, απλά παιδιά, μας άφηναν να δούμε και με τα κιάλια μέσα στο Αλβανικό. Φέρναμε κοντά μας εικόνες από ανθρώπους, κυρίως γυναίκες να σκάβουν εν σειρά ή να κάνουν άλλες δουλειές, πάντα σε ομάδες. Είχαν κατασκευάσει και μια τεχνητή λίμνη για την άρδευση. Παρ' όλο που με τα κιάλια είχα απτό το αντικείμενο της περιέργειάς μου, η έλξη και το μυστήριο βάθαιναν.
         Άκουγα ιστορίες τα κατοπινά χρόνια για κατασκόπους, που χαμογελώντας χαιρέταγαν από απόσταση τις γυναίκες στ' αμπέλια. Αυτές ανατρόμαζαν κι αυτουνούς τους κατάπιναν τα λόγγα. Το πέρασμα αυτών των μυστήριων ανθρώπων το 'χω επίσης συνδέσει με το ψυχρό αεράκι που μας υποδεχόταν στη Θελεσουριά.
         Όταν αναχωρούσαμε, χαράματα, για την Ηγουμενίτσα ήταν για μας Μεγάλη Παρασκευή. Πονούσαμε και τα τρία, λες και μας ξερίζωναν. Η αδερφή μου με κλάματα και φωνές, «γιαγιά μουουου», ξύπναγε το χωριό. Εγώ βαστιόμουνα και έκλαιγα κρυφά, με τρόπο αξιοπρεπή, και για να το πετύχω αυτό σφιγγόμουνα και βλοσύρεμα. Δε θέλαμε, αρνιόμασταν ν' αποχωριστούμε τη γιαγιά Αγγελούδω, το χωριό. Και πού να πηγαίναμε; Στο βασανιστήριο της τότε -και τώρα- εκπαιδεύσεως.
         Μόλις πήγα στο Γυμνάσιο, βαθμιαία -κι απ' το Λύκειο μόνιμα πλέον- πάει το χωριό και η γιαγιά. Δεν πάταγα το πόδι μου. Σινεμάς, ξένη μουσική, ερωτικά σκιρτήματα, κατόπι σπουδές εν Αθήναις -άλλη θλιβερή ιστορία αυτή-, μέχρι τα τριάντα μου δεν είχα καμιά ψυχική σχέση κι επαφή.
         Μεγάλος ήμουν -τι μεγάλος, άντρας γκοτζάμ γαϊδούρι- όταν μας έστειλε η γιαγιά μου μήνυμα, έναν πικρό Απρίλη, να πάμε να περάσουμε το Πάσχα μαζί της. Δεν πήγα. Μετά από λίγο πέθανε. Δε θυμάμαι να μου στοίχισε. Ούτε στην κηδεία της πήγα. Με είχε καταλάβει εξολοκλήρου ο εαυτός μου.
         Πέρσι πήγα στο χωριό μου, μετά τη Λαμπρή, για ολιγόωρη επίσκεψη. Το πατρικό μου χορταριασμένο, ετοιμόρροπο. Ο κηπάκος του πνιγμένος στην άγρια βλάστηση.
        Τζαρκάλευα στην αγαπημένη κάμαρη των παιδικών μου χρόνων και κάπου βρήκα την αστυνομική ταυτότητα της γιαγιάς μου. Ολοκαίνουρια. Απ' τη μικρή φωτογραφία με κοιτούσε πάλι μ' εκείνη την αγάπη της, που μας έθρεψε και μας εφοδίασε για μια ολόκληρη ζωή.
         Το χωριό περίπου έρημο. Ούτε γομάρια άκουσα ούτε φωνές από γυναίκες και παιδιά. Πήγα στο μαγαζάκι του άλλου μου θείου, του Μήτση Έξαρχου. Κάποια στιγμή, δυο φαντάροι με πλήρη πολεμική εξάρτυση έφεραν δυο Αλβανούς αιχμαλώτους. Ξέπνοοι όλοι. Ένας φαντάρος -Αθηναίος, όπως έμαθα μετά- έβριζε τον κωλότοπο, τους κωλοαλβανούς. Έκατσαν στον πάγκο και ο θείος μου τους κέρασε αμέσως λουκούμια.
         Οι Αλβανοί τα έφαγαν λαιμαχτικά και λερώθηκαν μεριές μεριές απ' τη σκόνη.Καίτοι είχαν κακό χάλι απ' την ταλαιπωρία, τινάχτηκαν και καθαρίστηκαν με επιμέλεια.
Σ. Δημητρίου, Η φλέβα του λαιμού, Πατάκης