ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΣΤΟ:

iliochori@gmail.com


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΖΑΓΟΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΖΑΓΟΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Νοε 2011

Η Γυναίκα της Πίνδου*

Μπήκε στην ιστορία, απ' τη στιγμή που ξεκίνησε στον αγώνα. Στέκει δίπλα στις γυναίκες του Σουλίου, της Νάουσας κ.α.
Σαν τέτοια πρέπει να διδάσκει, να παραδειγματίζει, να γίνει φωτεινή λαμπάδα στους μεταγενεστέρους.
Γι’ αυτό και ο εορτασμός της έπρεπε να γίνει. Ήταν επιβεβλημένος.
Απ’ όσα διαβάσαμε όμως, τον τόπον του εορτασμού τον διεκδικούν πολλές περιοχές: (Γυφτόκαμπος, Λεκάνη Αώου, Δυτικός Γράμμος...).
Είπαμε ότι η γυναίκα της Πίνδου αποτελεί πλέον ιστορίαν.
Ιστορία που να θεμελιώνεται στην αλήθεια κι όχι στις παρερμηνείες.
Μόνον στην αλήθεια, που την ομολογούν αδιάψευστα, τα ίδια τα γεγονότα.
Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, τρεις Ιταλικές φάλαγγες εισέβαλαν στην περιφέρεια Κονίτσης. Από το Μπουραζάνι η μια, από το Βόρειο Γράμμο (Πληκάτι) η άλλη, από το Δυτικό Γράμμο (Αμάραντο — Πύργο) η τρίτη.
Η κάθε μια είχε και τον αντικειμενικό σκοπό.
Η πρώτη την Κόνιτσα, η δεύτερη τη Δυτική Μακεδονία. Κατέλαβε τη δεύτερη μέρα του πολέμου τη Φούρκα και αναχαιτίσθηκε προς το Επταχώρι.
Η τρίτη φάλαγγα είχε αντικειμενικό σκοπό το Μέτσοβο απ' τη Λάκκα Αώου.
Σκαρφάλωσε στις παρυφές του Σμόλικα (Κλέφτης — Νταλιόπολι) παρέκαμψε το Ελεύθερο και μπήκε στο Παληοσέλλι.
Συνέχισε προς Πάδες, Άρματα, Δίστρατο, και στις 2 Νοεμβρίου έφθασε στη Βωβούσα.
Το δικό μας Τάγμα Κονίτσης με διοικητή τον ταγματάρχη Γίγα, για να μη αιχμαλωτιστεί συνεπτύχθηκε γρήγορα προς τη Λεκάνη Αώου.
Πήρε αμυντική θέση στις παρυφές της Τύμφης (Βρυσοχώρι) αριστερά του Αώου ποταμού.
Συγχρόνως δε η VIII Μεραρχία για να προφύλαξη τα νώτα των μαχόμενων στο Καλπάκι δημιούργησε τη νέα αμυντική γραμμή (τομεύς Αώου) με Διοικητή τον αείμνηστον αντ/ρχην Φριζήν.
Η νέα αυτή αμυντική γραμμή μια μόνο επικοινωνία είχε με τα Γιάννενα. Από το Ζαγόρι. Τέρμα αυτοκινήτου απ' τα Γιάννενα το Κουκούλι.
Απ' εκεί, Σκαμνέλι, Γυφτόκαμπος, Ηλιοχώρι, Βρυσοχώρι. Ο δρόμος ημιονικός. Απόστασης Γιάννενα — Βρυσοχώρι 80 περίπου χιλιόμετρα.
Τα λίγα πυρομαχικά που είχε το Τάγμα Κόνιτσας κόντευαν να τελειώσουν, γιατί μόλις πήρε αμυντική θέση απ' τα υψώματα του Βρυσοχωρίου εκτύπα συνέχεια τους απέναντι του Αώου (δεξιά όχθη), προχωρούντας Ιταλούς, οι όποιοι παρά τις μεγάλες απώλειες έφθασαν στη Βωβούσα. Η κατάσταση ήταν κρίσιμη.
Ο στρατός μας είχε μεγάλη και επείγουσα ανάγκη από πυρομαχικά, από τρόφιμα.
Η απόσταση μεγάλη. Ζώα δεν υπήρχαν γιατί τα είχε επιτάξει ο στρατός.
Κι όμως, ήταν ανάγκη τα πολεμοφόδια να φθάσουν.
Να συγκρατήσει ο στρατός μας την αμυντική γραμμή του Αώου.
Να εμποδίσει τους Ιταλούς να καταλάβουν το Μέτσοβο.
Στην αγωνία, τη λαχτάρα αυτή, ξεπήδησε η γυναίκα της Πίνδου.
 Γυναίκες απ' τα χωριά, που ήταν στο δρόμο, προς το Γυφτόκαμπο, και τα κοντινά προς το τέρμα αυτοκινήτων (Κουκούλι).
Με τα λίγα ζώα που είχαν απομείνει απ' την επίταξη του στρατού τα γαϊδουράκια, ζαλωμένες παρελάμβαναν τα εφόδια απ' το τέρμα αυτοκινήτου, τα προωθούσαν προς το Γυφτόκαμπο, Ηλιοχώρι και απ' εκεί τα παρελάμβαναν άλλες και τα προωθούσαν ως τα τελευταία προκεχωρημένα φυλάκια (Καλογερικό, Μοναστήρι, Κουκουρούτζου κ.λ.π.).
Όπως τα μυρμήγκια, όταν προμηνύουν θύελλα τρέχουν να φθάσουν γρήγορα στη φωλιά τους έτσι και οι γυναίκες αυτές της Πίνδου, φορτωμένες, λαχανιασμένες, άυπνες, νοιώθοντας τον κίνδυνο της σκλαβιάς, έτρεχαν να προφθάσουν τον εφοδιασμό του στρατού μας που τόσο την ανάγκη του είχε.
Με την αντοχήν των, την θέλησιν των, την αυτοθυσίαν των το πέτυχαν.
 Ο στρατός μας κράτησε τις θέσεις του.
Δεν άφησε τους Ιταλούς να φθάσουν να καταλάβουν το Μέτσοβο.
Καταφθάνει τώρα η Ταξιαρχία Ιππικού, με διοικητή τον Βουρμπιανίτη συνταγματάρχη Σωκράτη Δημάρατο και ακολουθούν η Μεραρχία Ιππικού Σερρών και η 1η Μεραρχία Πεζικού, υπό τους στρατηγούς Στανωτάν και Βραχνόν.
Μπαίνει στη Σαμαρίνα ο Δημάρατος. Βαδίζει προς το Δίστρατο. Στο δρόμο συναντά τους Ιταλούς, τους κτυπά αλύπητα, τους λυγίζει, τους λαχταρά, τους αποκόβει.
Απ' την άλλη πλευρά κινείται ο Στανωτάς και ο Φριζής.
Έτοιμοι όλοι για τη μεγάλη αντεπίθεση, για το διώξιμο του εχθρού.
Και τότε το μεγάλο θαύμα.
Η υπέρμαχος Στρατηγός, η Παναγία θρονιάζει στην κορυφή του Σμόλικα.
Σαν αστραπή μεταδόθηκε η είδηση.
Ηλέκτρισε, ενθουσίασε, δυνάμωσε την πίστη για τη νίκη.
Πολλές απ' τις γυναίκες που και στην ποδιά κουβαλούσαν πυρομαχικά, έλεγαν ότι είδαν με τα μάτια τους την Παναγιά στα μαύρα ντυμένη ν' ανεβαίνει το Σμόλικα. Σταυροκοπιόνταν κι έλεγαν:
«Παναγιά μας, βοήθησε μας να διώξωμε τον εχθρό. Τύφλωσε τον. Ενίσχυσε τα παιδιά μας».
Η ευχή των εισακούσθηκε.
Ο Δημάρατος απ' τη Δυτική πλευρά του Σμόλικα αρχίζει το κυνηγητό.
Οι Ιταλοί φεύγουν πανικόβλητοι προς την Κόνιτσα.
Απ' την πλευρά της Τύμφης ο Στανωτάς και ο Φριζής τους κτυπούν αλύπητα.
Η Λεκάνη του Αώου βουίζει κυριολεκτικά.
Έχει γίνει πραγματική κόλαση από τους κανονιοβολισμούς και τους πυροβολισμούς. Ό δρόμος γέμισε από νεκρούς, τραυματίες και αποσκευές των Ιταλών.
Οι ιππείς μας τους κυνηγούν.
Πολλοί Ιταλοί κρύβονται στις αχυροκαλύβες των χωριών. Τέλος στο Ελεύθερον η πανωλεθρία των, αιχμαλωτίζονται 600 περίπου.
Η μάχη της λεκάνης του Αώου, δεν είναι απ’ τις κοινές μάχες.
Είναι μεγάλης σημασίας μάχη. Ήλλαξε την φάσιν του πολέμου.
Έσωσε την Ελλάδα. Έσωσε την ανθρωπότητα.
Άρρηκτα συνδεμένοι με τη μεγάλη, αυτή μάχη, τη μεγάλη αύτη νίκη είναι ο Δημάρατος, η Μεραρχία Σερρών, η 1η Μεραρχία και η Γυναίκα της Πίνδου.
Αυτών η μορφή πρέπει να δεσπόζει και να προβάλλεται.
Τους αξίζει.
Η λεκάνη του Αώου είναι τα Δερβενάκια της Ηπείρου.
Είναι ο τάφος του φασισμού.
Αυτά είναι τα γεγονότα, που ομολογούν την αλήθεια για τη γυναίκα της Πίνδου».

* Το παρόν κείμενο είναι του Ηλία Παπαζήση και προδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα  «Ηπειρωτικόν Μέλλον» στις 26/7/1978.
Ο Ηλίας Παπαζήσης που η καταγωγή του ήταν από το χωριό Παλιοσέλι Κονίτσης, διατέλεσε εκπαιδευτικός και εργάστηκε σε πολλά χωριά της περιοχής μας, ανάμεσα τους και στο Ηλιοχώρι.
Από το χωριό μας ήταν και η γυναίκα του, Χρυσούλα Νασιώκα, κόρη του γιατρού Αθανασίου Νασιώκα.

Η συζήτηση αφορούσε τα πολεμικά γεγονότα που συνέβησαν στη περιοχή μας το φθινόπωρο του 1940 και τη προσφορά των γυναικών της Πίνδου.
Τότε κρίθηκε αναγκαία και η δημιουργία ενός μνημείου αφιερωμένο στη μνήμη της ανώνυμης Ηπειρώτισσας που συνέβαλε τα μέγιστα ώστε αποκρουστεί η εισβολή των φασιστικών δυνάμεων του άξονα.
Οι χώροι που προτάθηκαν για να στηθεί το υπό ανέγερση μνημείο ήταν πολλοί, ανάμεσα τους και η περιοχή του χωριού μας (Γυφτόκαμπος κ.α.).
Τελικά όπως είναι γνωστό κατασκευάστηκε στην είσοδο του κάμπου των Ασπραγγέλων, έναν χώρο αρκετά μακριά από τη περιοχή που συνέβησαν τα γεγονότα και που έδρασαν οι γυναίκες της Πίνδου.


25 Οκτ 2011

Καιρός να αναδείξουμε τα Μαρτυρικά Χωριά του Ζαγορίου*

Με αφορμή την πρόσφατη «Ημέρα Μνήμης» στο Γρεβενίτι
Της Ελένης Οικονομίδου- Δούβλη
Η «Ημέρα μνήμης» της μαρτυρικής Μουσιωτίτσας με κάνει να επιστρέψω στην «Ημέρα μνήμης του Ζαγορίου» της 3ης Ιουλίου στο Γρεβενήτι, που πέρασε στα ... ψιλά των εφημερίδων με μια απλή αναγγελία εκδηλώσεων. Ούτε καν τα κανάλια δεν θεώρησαν επιβεβλημένη την παρουσία τους.
Ο δρόμος για τα χωριά του Ανατολικού Ζαγορίου είναι μακρύς και δύσκολος, σ' αποζημιώνει όμως με το παραπάνω η ομορφιά του.
Ξετυλίγεται φιδωτός μέσα από οργιώδη βλάστηση, καθώς τα νερά περισσεύουν στο ευλογημένο αυτό κομμάτι του Ζαγορίου.
Κι εκεί που τη θαυμάσια φύση θα συμπλήρωνε η γνωστή αρχοντιά της Ζαγορίσιας αρχιτεκτονικής των σπιτιών, βλέπεις να ξεπροβάλουν κτίσματα διαφορετικά, άσχετα και παράταιρα με την παράδοση του τόπου.

Κι είναι η θλιβερή αυτή εικόνα αποτέλεσμα της γερμανικής λαίλαπας, υπεύθυνης για όλη τη χαμένη ομορφιά.
Στο Γρεβενήτι στο πανέμορφο κεφαλοχώρι, φωλιασμένο στα δέντρα και λουσμένο στα νερά, γιορτάζεται «η ημέρα μνήμης του Ζαγορίου», όπως λέγεται, δηλ. η επέτειος της καταστροφής, του ολοκαυτώματος.
Είναι τα «μαρτυρικά χωριά» με τα καμένα αρχοντόσπιτα και τις μαζικές εκτελέσεις αμάχων, ακόμη και γερόντων και παιδιών.
Μετά τη θεία λειτουργία στον Ι. Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου ακολούθησε επιμνημόσυνη δέηση στο μνημείο των πεσόντων της Τ.Κ. Γρεβενητίου και κατάθεση στεφάνων. Παρέστησαν ο βουλευτής κ. Στ. Καλογιάννης, εκπρόσωπος της Μεραρχίας, ο αντιπεριφερειάρχης κ. Π. Κολόκας, ο δήμαρχος Ζαγορίου κ. Γ. Παπαναστασίου, ο Πρόεδρος της Ένωσης Εφέδρων Αξιωματικών κ. Βαρζώκας που ανελλιπώς τιμά τις εκδηλώσεις αυτού του είδους, εκπρόσωπος της Ένωσης Ζαγορισίων, της ΙΛΕΖ, των Μαρτυρικών χωριών και όλοι οι χωριανοί.
Μετά τους χαιρετισμούς στο βήμα ανέβηκε η κ. Μαρούλα Παπαευσταθίου-Τσάγκα, σχολική σύμβουλος φιλολόγων, με θέμα της ομιλίας της: «Ήρθαν ντυμένοι φίλοι, πολλές φορές οι εχθροί!».
Η γνωστή χαρισματική ομιλήτρια με ένα θαυμάσιο λόγο, εξιστόρησε το χρονικό του ολοκαυτώματος.
Συγκλονιστικά τα στοιχεία που παρέθεσε:    
Γρεβενήτι: 297 σπίτια που κάηκαν όλα και 22 ζωές χάθηκαν.
Βωβούσα: 38 σπίτια καμένα και ένας νεκρός.
Φλαμπουράρι: 85 σπίτια καμένα από τα 90 ή 99, το σχολείο κι η εκκλησία.
Ελατοχώρι: Καταστράφηκαν και τα 65 ή 100 σπίτια και εκτελέστηκαν 3 κάτοικοι.
Μακρίνο: Πυρπολήθηκαν 41 ή 72 σπίτια και εκτελέστηκε ένας.
Καστανώνας: Καταστράφηκαν 22 από τα 28 σπίτια, 2 εκκλησιές, το σχολείο.
Δόλιανη: Και τα 128 σπίτια, το σχολείο, 3 εκκλησίες, 2 κοινοτικά γραφεία, πέντε νεκροί.
Ανθρακίτης: Και τα 33 σπίτια, το σχολειό, η εκκλησία και ο ξενώνας.
Καβαλάρι: Και τα 61 σπίτια, το σχολειό, ένας υδρόμυλος και επτά νεκροί και ακόμη 13.
Καρυές: 33 σπίτια.
Δεμάτι: 48 από τα 110 σπίτια.
Πέτρα: 33 από 97 σπίτια και 21 στα Σίτσαινα.
Τρίστενο: φονεύθηκαν πέντε κάτοικοι, φυλακίστηκαν 160, καταστράφηκαν 138 από τα 150 σπίτια, το σχολείο και δύο εκκλησίες.
Λεπτοκαρυά: Τα τρία τέταρτα των σπιτιών του χωριού, περίπου 65.
Απ' όλα τα χωριά αρπάχτηκαν πολύτιμοι θησαυροί, κειμήλια, ανεκτίμητες αγιογραφίες, αρχεία, χειρόγραφα βιβλία, παραδοσιακές ενδυμασίες.
Και συνέχισε η εκλεκτή ομιλήτρια, με πύρινες φράσεις που μας συγκλόνισαν, βγαλμένες από την καρδιά της (αφού το Γρεβενήτι είναι ο τόπος καταγωγής και το πατρικό της σπίτι) για τις ευθύνες της πολιτείας που δεν διεκδίκησε και άφησαν στην αφάνεια τα ολοκαύτωμα του Ζαγορίου.
Κι ενώ όλη η Ευρώπη γνωρίζει το μαρτυρικό Λίντισε της Τσεχίας, τα πολλά «Λίντισε» της Ελλάδας και ανάμεσα τους του Ζαγορίου, παραμένουν άγνωστα.
 Ήταν μια εξαίρετη ομιλία που θα ταίριαζε από το βήμα της Βουλής ν' ακουστεί και της αξίζουν συγχαρητήρια.
Στη συνέχεια μίλησε για τα «μαρτυρικά χωριά» ο Κ. Χατζαρόπουλος.
Την εκδήλωση έκλεισε η δραστήρια πρόεδρος του Μορφωτικού - Αναπτυξιακού Συλλόγου Γρεβενητίου κ. Νίκη Θεοδωρίκα που είχε την ιδέα να βραβεύσει με αναμνηστικές πλακέτες όλους όσους διετέλεσαν πρόεδροι από το 1931 ως τον «Καποδίστρια».
Κι αξίζουν πράγματι συγχαρητήρια για την πρωτοβουλία της να βραβευθούν ο αφανείς αυτοί «νοικοκύρηδες» των χωριών μας που τα κράτησαν όρθια και ζωντανά όλα εκείνα τα πέτρινα χρόνια, χωρίς επιδοτήσεις και προγράμματα, παρά μόνο με αγάπη και ζήλο, για να τα παραδώσουν στις «αλλοιώσεις» του «Καποδίστρια» και στο άγνωστο μέλλον του «Καλλικράτη».
Ο εθνικός ύμνος έκλεισε την τελετή με την συγκίνηση και την οργή να πλημμυρίζουν τις καρδιές μας. Κι η καθιερωμένη δεξίωση στην πλατεία του χωριού διπλά στην υπέροχη εκκλησία.
Έτσι απλά, λιτά, τιμήθηκε μια μεγάλη θυσία.
Ο νέος Δήμος του ενιαίου πλέον Ζαγορίου από φέτος, για πρώτη φορά, έχω τη γνώμη, πώς θα έπρεπε να προετοιμάσει μια «πανηγυρική» εκδήλωση, με έκθεση φωτογραφίας, ντοκουμέντων, ενθυμάτων, ηχητικές αναφορές από αρχεία, να καθιερώσει μια ημερίδα για να δοθεί μεγαλύτερη δημοσιότητα σ' ένα θέμα που βασανίζει χρόνια το Ζαγόρι, καθώς οι αποζημιώσεις «αργούν».
Γιατί «κάποτε στους πολέμους πρέπει να πάψουν να υπάρχουν μόνο θύματα. Κάποτε θα πρέπει και τα θύματα να δικαιώνονται και οι θύτες να πληρώνουν για τις πράξεις τους», κι αυτό ισχύει κυριολεκτικά για τους σημερινούς «σπλαχνικούς εταίρους μας» και τους τότε βάρβαρους κι αιμοσταγείς κατακτητές μας.
Κλείνουμε ευλαβικά το γόνυ στους νεκρούς και τον χαμένο πολιτισμό.
Υποχρέωση μας να τιμούμε τη μνήμη τους.
Η πλατεία σιγά-σιγά αδειάζει και μόνο τα πύρινα λόγια κι αλάθητοι αριθμοί συνεχίζουν να θρηνούν για τη συμφορά και να ηχούν ερινύες στ' αυτιά μας για δικαίωση.
Το αξίζουν!
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας»

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ: http://iliochori.ne

10 Ιουλ 2011

Τα Ζαγόρια της Ηπείρου

H ιστορία της περιοχής από την Παλαιολιθική Eποχή ώς τη Pωμαιοκρατία


Tης Aμαλίας Bλαχοπούλου - Oικονόμου
Λέκτωρ της Kλασικής Aρχαιολογίας
του Πανεπιστημίου Aθηνών

TO ZAΓOPI είναι η περιοχή στο κέντρο της Πίνδου, βόρεια - βορειοδυτικά των Iωαννίνων, ανάμεσα στο βουνό Mιτσικέλι και τον ποταμό Aώο που συμπίπτει στο μεγαλύτερο τμήμα του με τα βόρεια σύνορα της περιοχής. Kατά τους ιστορικούς χρόνους ο χώρος αυτός αποτελούσε το Bορειοανατολικό άκρο της αρχαίας Mολοσσίας.

H ιστορία της περιοχής κατά τους προχριστιανικούς χρόνους δεν έχει πλήρως διαφωτισθεί, καθώς τα ανασκαφικά δεδομένα είναι σχετικώς πενιχρά. Eξαιρούνται βέβαια οι περιπτώσεις της προϊστορικής θέσης στο Kλειδί, μιας βραχοσκεπής επάνω από τη δεξιά όχθη του Bοϊδομάτη στην περιοχή της Kλειδωνιάς, και του αρχαίου κτηνοτροφικού οικισμού στη Bίτσα, όπου έχουν διενεργηθεί συστηματικές ανασκαφές.

Oι ανασκαφικές έρευνες στο Kλειδί (1) έφεραν σε φως πλουσιότατα ευρήματα, όπως πάνω από 30.000 λεπίδες και πάνω από 20.000 κομμάτια οστών, καθώς και εκατοντάδες οστέινα εργαλεία, δόντια, σφυριά λίθινα και άλλα ενδιαφέροντα μικροευρήματα.

Ως πρώτη ύλη για τη λιθοτεχνία χρησιμοποιούν κατεξοχήν κροκάλες μαύρου ή γκρίζου πυριτολίθου από τον κοντινό Bοϊδομάτη. Oι χρονολογήσεις με ραδιενεργού άνθρακα έδειξαν ότι τα μέχρι τώρα ευρήματα επεκτείνονται στη διάρκεια της Aνώτερης Παλαιολιθικής περιόδου, δηλ. από το 14.000 έως το 8.000 π.X. περίπου, όταν ο άνθρωπος ήταν σπηλαιοδίαιτος, κυνηγός και συλλέκτης της τροφής του.

Oι ενδείξεις από τις ανασκαφές, αλλά και από τις γενικότερες παλαιοπεριβαλλοντολογικές μελέτες,εκτός από τη διαπίστωση ζωής στην περιοχή σε τόσο παλαιότατες εποχές, προσφέρουν σημαντικά στοιχεία και πληροφορίες για τις ανθρώπινες δραστηριότητες κατά την Aνώτερη Παλαιολιθική περίοδο.

Mετά ένα μεγάλο κενό γνώσης, που φθάνει ως την υστεροελλαδική IIIB περίοδο και συγκεκριμένα στα τέλη του 13ου αι. π.X., πληροφορίες αντλούμε από τα ευρήματα στη στε νή κοιλάδα, όπου βρίσκεται το χωριό Kαλμπάκι(2) στην ανατολική πλευρά του οροπεδίου μεταξύ Eλαφότοπου και Kάτω Πεδινών(3).  Πρόκειται για κιβωτιόσχημους τάφους με κτερίσματα –αγγεία, χάντρες από περιδέραια, χάλκινα κοσμήματα και όπλα- που υποδεικνύουν ότι στα οροπέδια της Hπείρου κατά την Ύστερη Xαλκοκρατία συναντώνται πολιτιστικά στοιχεία από τον Mυκηναϊκό Νότο, αλλά και από τη σύγχρονη Mεσευρώπη και βέβαια από τη γειτονική Aνω Mακεδονία.

 
Kατά την εποχή αυτή η Hπειρος διανύει περίοδο ευημερίας και ησυχίας με εμπορικές επικοινωνίες με το νότο και το βορρά που διεξάγονται ειρηνικά.

Συνεπώς οι ομηρικές ειδήσεις για τις σχέσεις της Hπείρου με τον μυκηναϊκό κόσμο δια μέσου των παραλιών, υπό το φως των παραπάνω ευρημάτων, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, γιατί μοιάζουν να αποσπώνται πλέον από την αχλύ του μύθου και να εισέρχονται στον ορίζοντα ιστορικών γεγονότων που επιβεβαιώνονται από την αρχαιολογική έρευνα.

Tαυτόχρονα  όμως οι περιοχές αυτές παίζουν σπουδαίο ρόλο στα πε-ράσματα ανάμεσα στην ανατολική και τη δυτική πλευρά της οροσειράς της Πίνδου, καθώς και στη διεξαγωγή του εμπορίου με την κεντρική και τη N.A. Eυρώπη, όπως μαρτυρούν τα κτερίσματα των τάφων, τα οποία έχουν βόρεια προέλευση. Ωστόσο, οι κάτοικοι της περιοχής, παρόλο που βρίσκονται στο κέντρο αυτών των επιδράσεων και των πολιτιστικών ρευμάτων, δεν έμειναν παθητικοί θεατές, αλλά συμμετείχαν ενεργά.

Aπόδειξη για το παραπάνω αποτελούν τα χειροποίητα αγγεία από τους τάφους του Eλαφότοπου, που είναι έργα εγχώριας παραγωγής. Aς σημειωθεί εξάλλου ότι οι σχετικές παρατηρήσεις επέτρεψαν στον καθηγητή Σ. Δάκαρη(4) να συμπεράνει ότι «οι τέσσαρες τάφοι του Kαλμπακίου παρέχουν την πρώτην συγκεκριμένην απόδειξιν περί της ελληνικότητας των ηπειρωτικών φύλων κατά τους υστεροελλαδικούς χρόνους».

Iστορικοί χρόνοι

H επόμενη μεγάλη περίοδος από τον 9ο-8ο αι. έως τα τέλη του 4ου αι. π.X. φωτίζεται επαρκώς από τις συστηματικές ανασκαφές που διεξάγονται από το 1965 κ. εξ. από την I. Bοκοτοπούλου στη θέση «Γενίτσαρη», ανάμεσα στις κοινοτικές περιοχές Bίτσας και Mονοδενδρίου. Kατά τις ανασκαφές, γνωστές στη διεθνή βιβλιογραφία ως ανασκαφές στη Bίτσα Zαγορίου, αποκαλύφθηκε ένας μικρός κτηνοτροφικός οικισμός με δύο παρακείμενα νεκροταφεία(5). Kαθώς πρόκειται για το μοναδικό αρχαίο χωριό, που έχει ανασκαφεί συστηματικά, οι ανασκαφές και οι σχετικές δημοσιεύσεις θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές.

Στον οικισμό έχουν αποκαλυφθεί λείψανα καμπυλόσχημων ή αψιδωτών σπιτιών των γεωμετρικών κα αρχαϊκών χρόνων και ορθογώνιων της κλασικής περιόδου.

Γενικά τα μονόχωρα σπίτια αποτελούν τη μεταφορά σε λίθινη κατασκευή των καμπύλων και ορθογώνιων κλαδόπλεκτων καλυβιών των νομάδων. Tο ύψος των λίθινων τοίχων διαφέρει από σπίτι σε σπίτι, καθώς σε μερικά βρέθηκαν ογκώδεις λιθοσωροί από τη διάλυση των τοίχων, ενώ σε άλλα φαίνεται ότι μόνον το κατώτερο τμήμα τους ήταν λίθινο, ενώ η ανωδομή ήταν κατασκευασμένη από άψητες πλίνθους. H κάλυψη γινόταν με κλαδιά αλειμμένα με πηλό, ενώ το δάπεδο απετελείτο από πατημένο πηλό σε αλλεπάλληλες στρώσεις.


H εστία διαμορφώνονταν με υπερυψωμένο πηλό, που μερικές φορές περιβαλλόταν από μακρόστενες πέτρες από φλύσχη. Διαφορετική είναι μια οικία του 4ου αι. π.X., που αποτελείται από 4 μεγάλα δωμάτια με αρκετά κινητά ευρήματα και ήταν στεγασμένη με καμπύλα κεραμίδια.



Στα δύο Nεκροταφεία, το Βόρειο και το Νότιο, και στη N.Δ. γωνία του οικισμού έχουν ανιχνευθεί συνολικά 181 τάφοι, σε αλλεπάλληλα στρώματα, που χρονολογούνται από τον 9ο–8ο αι. έως τον 4ο αι. π.X., και ανήκουν οι περισσότεροι στον τύπο του λιθοσωρού. Eκτός από δύο ταφές όλες οι υπόλοιπες ήταν κτερισμένες με αποτέλεσμα τα ευρήματα να είναι υπεράριθμα.



Πρόκειται για αγγεία, όπλα και κοσμήματα. Ξεχωρίζουν οι δύο ραμφόστομες πρόχοι της κορινθιακής χαλκουργίας (α: β΄ μισού 6ου αι. π.X., β: αρχές 5ου αι. π.X.) με περίτεχνες λαβές που κοσμούνται στο υψηλότερο σημείο με ανάγλυφο γυναικείο κεφάλι ανάμεσα σε δύο ρόδακες.



Tο όνομα του μολοσσικού χωριού στη Bίτσα ίσως δε θα γίνει ποτέ γνωστό. Aυτό όμως δε μειώνει τη σημασία του αρχαιολογικού χώρου, ο οποίος προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή, το πολιτιστικό επίπεδο και τα έθιμα των κατοίκων του, καλύπτοντας έτσι εν μέρει την έλλειψη γραπτών πληροφοριών από τους αρχαίους συγγραφείς.



Mε βάση τα ευρήματα τεκμηριώνεται η θεωρία ότι ο οικισμός της Bίτσας ήταν θερινή διαμονή νομάδων κτηνοτρόφων οι οποίοι, όπως και οι σύγχρονοι Σαρακατσάνοι, το φθινόπωρο μετακινούνταν στα χειμαδιά.



Eτσι εξηγείται ο μεγάλος αριθμός των κορινθιακών, ηλειακών, ιθακήσιων και αττικών πήλινων και χάλκινων αγγείων που προέρχονται από τις κορινθιακές και ηλειακές αποικίες στα παράλια της Hπείρου και από το αττικό εμπόριο που από τον 5ο αι. π.X. και μετά επικρατεί στην Hπειρο.



Tελικά, το οριστικό τέλος του οικισμού επέρχεται γύρω στα μέσα του β΄ μισού του 4ου αι. π.X., όταν ο οικισμός καταστρέφεται από πυρκαϊά.



Eλληνιστική περίοδος



Aπό την επόμενη λαμπρή για την Hπειρο περίοδο των ελληνιστικών χρόνων έως την καταστροφή από τους Pωμαίους το 167 π.X. έχουμε στη διάθεσή μας ερείπια αρχαίων κτισμάτων, όπως στο Kαπέσοβο, όπου διαπιστώνεται συλημένος χτιστός θαλαμοειδής τάφος και μεμονωμένα κινητά ευρήματα, τα οποία υποδεικνύουν κατοίκηση διάφορων εποχών. Tα λείψανα όμως φρουριακού χαρακτήρα, τα οποία διαπιστώνονται, είναι σημαντικά γιατί εντοπίζονται σε βασικές θέσεις επικοινωνίας της αρχαίας Mολοσσίας με τις γειτονικές περιοχές και καθορίζουν την ενιαία αμυντική γραμμή προς τα βόρεια και τα ανατολικά με τη βοήθεια του εδαφικού αναγλύφου.



Eτσι στις βασικές διαβάσεις από την Hπειρο / Zαγόρι προς τη Θεσσαλία / Mακεδονία διαμέσου της Πίνδου, οι οποίες ισχύουν έως σήμερα, διαπιστώνονται λείψανα τειχών. Aπό αυτά τα καλύτερα σωζόμενα είναι στο Σκαμνέλι και στο Mακρίνο του Kεντρικού Zαγορίου, στη Mονή Bουτσάς κοντά στο Γρεβενίτι, στο Δεμάτι και στη Bοβούσα του Aνατολικού Zαγορίου, καθώς και στο Kαστράκι του Aγίου Mηνά στο Δυτικό Zαγόρι.



Στο Σκαμνέλι διακρίνονται τα λείψανα ενός κυκλικού και ενός τετράγωνου πύργου και τουλάχιστον μιας πύλης και δύο πυλίδων, ενώ από το τείχος στο Mακρίνο το μεγαλύτερο τμήμα έχει κατολισθήσει στον παρακείμενο Zαγορίτικο ποταμό.



Tα λείψανα της αρχαίας θέσης στη Mονή Bουτσάς έχουν ταυτισθεί από τον καθηγητή N.G.L. Hamm- ond(7) με την αρχαία πόλη Bούνιμα ή Bούνιμαι, όνομα που μαρτυρείται στην ομηρική Oδύσσεια, ενώ μια δεύτερη μαρτυρία ανάγεται στους ιστορικούς χρόνους και συγκεκριμένα λίγο πριν το 170 π.X. σύμφωνα με επιγραφή από τη Δωδώνη στην πόλη Bούνιμα συγκεντρώθηκαν σε Συνέδριο οι αντιπρόσωποι του Kοινού των Hπειρωτών.



Στο Δυτικό Zαγόρι, όπου ένα τμήμα της μολοσσικής γης πρέπει να ήταν η αρχαία Tριφυλία, σώζεται ένα από τα στρατόπεδα του Πύρρου, «Castra Pyrrhi», όπως τα ονομάζει ο Λίβιος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του οποίου ο Φίλιππος ο E’ της Mακεδονίας και σύμμαχος των Hπειρωτών αναγκάσθηκε το 198 π.X. να υποχωρήσει υπό την πίεση των Pωμαίων. H αρχαία Tριφυλία είναι η περιοχή ανάμεσα στον Aνω Kαλαμά και στον Mέσο Aώο, δηλ. η ουσιώδης περιοχή για την επικοινωνία ανάμεσα στην πεδιάδα των Iωαννίνων και το μικρό κάμπο της Κόνιτσας.



Στα στρατόπεδα αυτά πρέπει να συμπεριληφθεί και το αρχαίο τείχος στο Kαστράκι που βρίσκεται στην κορυφή ενός απότομου λόφου, μεταξύ Kλειδωνιάς και Aγίου Mηνά, σε θέση με ιδιαίτερα στρατηγική σημασία, επειδή ελέγχει τις σημαντικές διαβάσεις της περιοχής.



Στη N.Δ. προσιτή πλευρά του λόφου έχουν διασωθεί δύο αλλεπάλληλοι οχυρωματικοί περίβολοι, ενώ οι άλλες απροσπέλαστες πλευρές, που υψώνονται επάνω από το βάραθρο της χαράδρας του Bίκου, πιθανόν δεν ήταν οχυρωμένες. Στο τείχος, που το μεγαλύτερο σωζώμενο μέρος τοποθετείται στην περίοδο της Tουρκοκρατίας, διακρίνονται τμήματα της ελληνιστικής περιόδου. Mε βάση τα ορατά λείψανα και τις παρατηρήσεις του καθηγητή Φ. Πέτσα(8) διαπιστώνεται ένα μακρόχρονο κενό μετά την ελληνιστική περίοδο, το οποίο φθάνει ως λίγο πριν από την πτώση της Bυζαντινής Aυτοκρατορίας, όταν επανεμφανίζεται η ζωή στο Kαστράκι για να διακοπεί οριστικά τον 19ο αι. Eπομένως είναι εύλογο να συνδεθεί η εγκατάλειψη του Kαστρακίου με τη ρωμαϊκή καταστροφή του 167 π.X. και την ερήμωση 70 ηπειρωτικών πόλεων.



Συμπερασματικά, τα λείψανα ζωής που έχουν διασωθεί και διερευνηθεί στην περιοχή Zαγορίου(9), ρίχνουν σποραδικά φως σε μια μακρότατη περίοδο από την Aνώτερη Παλαιολιθική Eποχή έως τη ρωμαιοκρατία. Παρόλο όμως που τα στοιχεία τα οποία έχουμε στη διάθεσή μας, εξαιρουμένων βέβαια των περιπτώσεων στο Kλειδί και τη Bίτσα, μόνον ως ενδεικτικά μπορούν να χαρακτηριθούν, ωστόσο προσφέρουν για την περιοχή τουλάχιστον ένα σημαντικό στοιχείο. Oτι ο χώρος αυτός, μολονότι βρίσκεται στο εσωτερικό της Hπείρου και μάλιστα σε δύσβατες περιοχές εξαιτίας του ορεινού όγκου της Πίνδου, δεν ήταν απρόσιτος και αποκομμένος.



H γεωφυσική κατάσταση της περιοχής, που επέτρεπε τη δημιουργία φυσικών διαβάσεων, ο νομαδικός τρόπος ζωής των κτηνοτρόφων κατοίκων της και η θέση της στο άκρο της Mολοσσίας, γειτονικά προς τη Mακεδονία και τη Θεσσαλία, είχαν ως αποτέλεσμα τη συνεχή και άμεση επαφή των κατοίκων της με τις πολιτιστικές κατακτήσεις ενός ευρύτατου περιβάλλοντος, χωρίς όμως να αλλοιώνεται ο προσωπικός για κάθε εποχή χαρακτήρας τους, ο οποίος διετηρείτο και εξελισσόταν παράλληλα.

ΣHMEIΩΣEIΣ:

1). G.N. Bailey. The Palaeolithic of Klithi in its wider context. Annual of the British School of Archaeology at Athens 87 (1992), σ. 1-28.

2) Σ. Δάκαρης. Προϊστορικοί τάφοι παρά το Kαλμπάκι - Iωαννίνων. Aρχαιολογική Eφημερίς 1956, σ. 114 - 153.

3). I. Bοκοτοπούλου. Nέος κιβωτιόσχημος τάφος της YE III B-Γ περιόδου εξ Hπείρου, Aρχαιολογική Eφημερίς 1969, σ. 179 - 207.
4) Σ. Δάκαρης. οπ.σ. 149.

5) I. Bοτοκοπούλου Bίτσα. Tα νεκροταφεία μιας μολοσσικής κώμης, τομ. A - Γ Aθήνα 1986.
6) Γ. Πίκουλας. Tο αρχαίο οχυρό στο Σκαμνέλι, Hπειρωτικά Xρονικά 27 (1985), σ. 9-13.

7) N.G.L. Hammond, Epirus. The Geography, the Ancient Remains, the History and the Topography of Epirus and Adjacent Areas, Oxford 1967, σ. 649, 708.

8) Φ. Πέτσας. Σελίδες από την ιστορία των Hπειρωτών, από τους μυθικούς χρόνους ως τις μέρες μας. Iωάννινα 1993, σ. 125 - 138.

9) A. Bλαχοπούλου - Oικονόμου. Aρχαιολογική τοπογραφία της περιοχής Zαγορίου Hπείρου, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου προς τιμήν του N.G.L. Hammond (13- 15/5/1993) (υπό δημοσίευση).

ΠΗΓΗ: Ένθετο ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ της Καθημερινής (Κυριακή 27-3-1994)

24 Μαΐ 2011

Μετοικεσίες Ζαγορισίων στη Θράκη

ΙΣΤΟΡΙΚΑ  ΓΕΓΟΝΟΤΑ
    Στα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με τους τιμαριούχους άρχοντες, υπήρχε γενική δυσαρέσκεια στην Ήπειρο. Έτσι, όταν εμφανίστηκαν στον ηπειρωτικό χώρο οι Οθωμανοί, το 1430 και συγκεκριμένα ο αντιπρόσωπος του Σουλτάνου Μουράτ του Β’, ο Καρά Σινάν πασάς, τον επισκέφθηκε πρεσβεία από το κεντρικό Ζαγόρι και του παρέσχε τη δυνατότητα διέλευσης προς τα Ιωάννινα με αντάλλαγμα την αυτονομία τους, την αυτοδιοίκηση, την απαλλαγή από τους φόρους και την κατάργηση του τιμαριωτικού καθεστώτος. Ο Καρά Σινάν συναινεί με την εξής προϋπόθεση: να στέλνουν οι Ζαγορίσιοι ετησίως ορισμένο αριθμό ανδρών, για να περιποιούνται τα άλογα και να επισκευάζουν τις άμαξες του αυτοκρατορικού στρατού στην Κωνσταντινούπολη. Τα άτομα αυτά λέγονταν ΒΟΪΝΙΚΕΣ, από το βοϊνίκ που σημαίνει ιπποκόμος.

  Στο θεσμό αυτό εντάσσονται το 1479 και τα χωριά του Βλαχοζάγορου, σύμφωνα δε με το θεσμό αυτό, τα χωριά αυτά ήταν ενταγμένα σ’ ένα προνομιακό φορολογικό καθεστώς που υπαγόταν στο Ταμείο της εκάστοτε μητέρας του Σουλτάνου της Βαλιντέ Σουλτάνας. Τα προνόμια αυτά απολάμβαναν το Μέτσοβο. το Περιβόλι και τα άλλα χωριά της περιοχής. Στις αρχές του Ι7 αιώνα ο θεσμός αυτός, της αποστολής δηλαδή των Βοϊνίκων, ατονεί,  καταργείται και αντικαθίσταται από το θεσμό του “κεφαλικού φόρου” που καταβάλλουν οι Ζαγορίσιοι στους Οθωμανούς, ενώ ουσιαστικά τα προνόμια παραμένουν καίτοι άλλαζαν κατά περιόδους μέχρι το 1868. Οι ετήσιες αυτές μετακινήσεις αποτέλεσαν το προδρομικό στάδιο για το μετέπειτα μεταναστευτικό ρεύμα προς αναζήτηση εμποροβιοτεχνικού βιοπορισμού, όπως αναφέρει ο Αστέριος Κουκούδης στο δεύτερο τόμο της εξαίρετης μελέτης του σχετικά με τις μητροπόλεις και τη διασπορά των Βλάχων.
   Άλλες αφορμές είναι ενδεικτικά:
Το 1600-1611, στη Θεσσαλία και την Ήπειρο, οι ορεινοί πληθυσμοί, κυρίως βλάχοι., ανταποκρίνονται στο κάλεσμα του Μητροπολίτη Τρίκκης. Διονυσίου του Φιλοσόφου, να καταλάβουν τα Ιωάννινα, με άδοξο όμως αποτέλεσμα, ώστε τελικά οι επαναστάτες κυνηγημένοι τρέπονται σε φυγή προς τη Μοσχόπολη, Θεσσαλία και Ανατολική Μακεδονία. Ακολουθεί η γενική πολεμική και επαναστατική αναστάτωση με τη σύγκρουση Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1768 μέχρι το 1774, με αποκορύφωμα τα Ορλωφικά γεγονότα και την καταστροφή της Μοσχόπολης το 1769. Παράλληλα, οι Οθωμανοί καταργούν τα προνόμια και επιβάλλουν πλέον σκληρή φορολογία (το χαράτσι) και αυξάνουν γενικά τις οικονομικές απαιτήσεις τους. Οι ληστρικές επιθέσεις Τουρκαλβανών, ιδιαίτερα στα χρόνια της ταυτόχρονης εμφάνισης και κυριαρχίας του Αλή πασά, οι οποίες ξεκινούν από το 1788 μέχρι το θάνατο του Αλή πασά και συνεχίζονται στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης μέχρι το 1832.

  Η επανάσταση του Ίλιντεν, το 1903, που υποκινήθηκε από τους Βουλγάρους με επίκεντρο το Κρούσοβο. Οι διωγμοί των Χριστιανών από την Ανατολική Ρωμυλία και το Αχρί Τσελεμπί, που άρχισαν το 1885, όταν οι περιοχές αυτές προσαρτήθηκαν στη Βουλγαρία και που κορυφώθηκαν το 1906.

  Η χάραξη νέων συνόρων το 1912 και η παραχώρηση του Μοναστηρίου και του Κρούσοβου στη Σερβία.
  Οι ληστρικές επιθέσεις χριστιανών ληστών στις αρχές του 2Οου αιώνα. Η απελευθέρωση της Θράκης, το 1919 και η ένωσή της με την Ελλάδα.
  Σημαντικό ρόλο για τις μετακινήσεις αυτές κατέχει και η μορφολογία του εδάφους. Τα χωριά αυτά είναι κτισμένα σε δυσπρόσιτες πλαγιές της Πίνδου και όπως πολύ παραστατικά αναφέρει ο Ιωακείμ Μαρτινιανός, Μητροπολίτης Ξάνθης, στο βιβλίο του “Συμβολαί εις την ιστορία της Μοσχοπόλεως” σε απόκεντρα κρησφύγετα, εις οροπέδια πολλάκις υψηλά και μαγευτικότατα, με προτίμηση να περιστρέφονται ταύτα πανταχόθεν υπό υψωμάτων και επομένως η καλλιέργεια και η εκμετάλλευση της γης είναι πολύ περιορισμένες. Οι κάτοικοι των χωριών των Γρεβενών, Μετσόβου, Γράμμου, Καστοριάς ασχολούνται περισσότερο με την κτηνοτροφία και είναι στην πλειοψηφία τους ημι-νομάδες.
  Το καλοκαίρι δηλαδή μένουν στα χωριά τους και το χειμώνα κατεβαίνουν στα χειμαδιά της Θεσσαλίας. Υπάρχουν βέβαια και οικογένειες που ασχολούνται με το εμπόριο, που δημιουργούν μικρές βιοτεχνίες, ενώ υπάρχει και η τάξη των μεταφορέων (των κυρατζήδων) με τα καραβάνια, τα οποία αποτελούνται από 100 και 200 ζώα. Από την τάξη αυτή, των κυρατζήδων, που μετέφεραν μετοίκους, εμπορεύματα και προμήθειες, προέκυψαν αργότερα οι έμποροι. Στα χωριά του Ζαγορίου οι κάτοικοι είναι κατεξοχήν μόνιμοι, έχουν περιορισμένη αγροκτηνοτροφική οικονομία, η καλλιεργήσιμη γη είναι ελάχιστη κι έτσι, πολύ νωρίς αναζητούν διέξοδο στη ξενιτιά.
  Ο υπερπληθυσμός των χωριών αυτών, που οφείλεται και στη συνένωση μικρών οικισμών, ήταν μια άλλη αιτία μετανάστευσης. Ο τόπος δεν τους χωρούσε πια. Οι Wace και Τhomson, αναφέρουν ότι σύμφωνα με τις παραδόσεις, η Σαμαρίνα ανάμεσα στα 1769 - 1832 είχε φτάσει στο σημείο να έχει 15.000 κατοίκους. Ο Αραβαντινός γράφει ότι η Αβδέλα, το 1856 είχε περίπου 450 οικογένειες. Η Λάιστα κατά τον Poukeville, το 1870 είχε 3.500 κατοίκους. Άλλα αίτια είναι οι επιδημίες πανώλης και χολέρας, διάφορα φυσικά φαινόμενα, όπως σεισμοί και κατολισθήσεις.

      ΧΩΡΟΙ ΜΕΤΟΙΚΕΣΙΑΣ
    Όπως είδαμε, τα αίτια της μετανάστευσης και της μετοικεσίας είναι πολλά. Αυτό που αναζητούν είναι να βρουν προνομιακούς χώρους, για ν’ ασκήσουν δραστηριότητες, εμπορικές κυρίως, με σκοπό τη δυνατόν ταχύτερη απόκτηση οικονομικής επιφάνειας. Οι περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης είναι ήδη γνωστές, μια που από τον 15° και 16° αιώνα διασχίζονται από τους Ζαγορίσιους Βοϊνίκους για να φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, όταν καταργείται ο θεσμός των Βοϊνίκων, οι κάτοικοι του Βλαχοζάγορου και των χωριών των Γρεβενών επιλέγουν σαν χώρους εγκατάστασης τις εύφορες πεδιάδες των περιοχών αυτών. Οι περιοχές αυτές αποτέλεσαν για τους ορεσίβιους αυτούς κατοίκους την Εδέμ, γιατί εκτός του ότι ήταν εύφορες, ήταν και περάσματα για να φτάσει κανείς στα μεγάλα αστικά κέντρα, την Ανδριανούπολη, Κωνσταντινούπολη, Φιλιππούπολη, καθώς τα διέσχιζε η Εγνατία οδός. Η  Θράκη ήταν η ενδοχώρα της Κωνσταντινούπολης και αποτελούσε ένα μωσαϊκό εθνοτήτων. Χριστιανοί, Εβραίοι, Βούλγαροι, Αρμένιοι συνδιαλέγονται και κρατούν το εμπόριο στα χέρια τους, μια που οι Οθωμανοί ‘τιμαριούχοι και τσιφλικάδες δεν ασχολούνται με αυτό. Τα μεγάλα καραβάνια που ξεκινούσαν από την ιδιαίτερη πατρίδα των μετοίκων διέσχιζαν μια ορισμένη ορεινή διάβαση, μια παραεγνατία οδό και η διάρκεια του ταξιδιού ήταν ανάλογη, περίπου 30 μέρες.

  Αν παρακολουθήσουμε το χάρτη του Ζαγορίου και ακολουθήσουμε τη διαδρομή που και σήμερα ανήκει στο οδικό δίκτυο, που συνδέει τα Γιάννενα με τα Ζαγοροχώρια μέχρι τα Γρεβενά, θα δούμε ότι συγκεκριμένα στις περιοχές αυτές της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και ιδιαίτερα της Ξάνθης έχουμε κυρίως μετοίκους από το Ανατολικό και Κεντρικό Ζαγόρι και τα χωριά των Γρεβενών. Έτσι γίνεται φανερό ότι ο ένας παρέσυρε τον άλλο. Στον τόπο επιλογής τους δημιουργούνται εστίες, πυρήνες, σαν μικρές αποικίες που ανάλογα με τις συνθήκες υποδέχονται νέα κύματα μεταναστών.   Έτσι έχουμε παρουσίες στο Δοξάτο, Άγιο Αθανάσιο, Χωριστή, Προσωτσάνη, Νικηφόρο, Δράμα, Καβάλα, Χρυσούπολη, Γενισέα, Αβδηρα, Βαφέικα, Εύλαλο, Ξάνθη, Ίασμο, Σάπες, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη, Σώστη, Άνθεια, Φέρρες, Σουφλί, Διδυμότειχο, Ανδριανούπολη, Καλλίπολη, Ραιδεστό, Κωνσταντινούπολη καθώς και σε περιοχές του Αχρί Τσελεμπί, το Πασμακλί, Μελένικο, Ράικοβα, Φάτοβα.
  Σύμφωνα με μαρτυρίες, πρωτοπόροι αυτών των μεταναστευτικών κινήσεων από τα μέσα του 18°’ αιώνα φαίνεται να είναι κυρίως κάτοικοι της Λάιστας. Το 1992 βρέθηκα στο Σμόλιαν -πρώην Πασμακλί- της Βουλγαρίας και εκεί συναντήθηκα με συγγενείς μου, Λαϊστινούς απογόνους μετοίκων που μου επιβεβαίωσαν την παρουσία τους από το 1770 περίπου.  Στις αρχές του 2Οου αιώνα είναι μόνο στην περιοχή της Ξάνθης περίπου 80-100 οικογένειες Λαϊστινών, πολύ λιγότερες από Σαμαρίνα και Αβδέλα.
      Σε πολλές περιπτώσεις είναι οι πρώτοι Χριστιανοί που εγκαταστάθηκαν, σα δραστήριοι εμποροβιοτέχνες και μάλιστα σε περιοχές που κατοικούσαν αποκλειστικά Οθωμανοί, όπως στο Σαρή Σαμπάν, Κεραμωτή Καγιά Μπουνάρ (Πετροπηγή), Κύργια και Άγιο Αθανάσιο. Στον τρίτο τόμο των Προξενικών αρχείων Θράκης, του Πέτρου Γεωργαντζή, ο Γενικός επιθεωρητής Σχολείων, Δημήτριος Σάρος, στις 30 Απριλίου 1906, αναφέρει ότι στα 18 χωριά της περιοχής της Χρυσούπολης είναι εγκατεστημένοι παντοπώλες Βλαχόφωνοι Έλληνες Ηπειρώτες, ιδιοκτήτες κτηματικής περιουσίας και ότι Το Σαρή Σαμπάν προοδεύει με την ανέγερση νέων οικοδομών και την εγκατάσταση καθημερινά περισσότερων Βλαχόφωνων Ηπειρωτών. Και συνεχίζει: « Ελληνική κοινότης ήρχισε να καταρτίζεται το 1884, ότε εκτίσθη και η ημετέρα εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, δαπάνη και φροντίδα κυρίως Ηπειρωτών (Λαϊστινών) σπάνιων σχεδόν παντοπωλών. Ως διδακτήριον χρησιμεύει ένα δωμάτιο που παραχωρεί στο χάνι του ο Λαϊστινός Παπαδόπουλος. Στη Δράμα, αναφέρει πάλι ο Σάρος, το Μάρτιο του 1906, είναι εγκατεστημένοι περίπου 100 Κρουσοβίτες κι ότι στους 3203 Έλληνες οι 1.500 είναι παρεπιδημούντες Ελληνόβλαχοι
  Ο ξενιτεμός ξεκινά από την τρυφερή ηλικία των οκτώ, δέκα και δεκαπέντε ετών και στην αρχή οι μέτοικοι γίνονται μπακαλόπαιδα, παιδιά για θελήματα σε ξένες δουλειές, για να μάθουν πρώτα να εκτιμούν «το ξένο ψωμί». Συγχρόνως μαθαίνουν και γράμματα. Σιγά- σιγά δημιουργούν δικές τους δουλειές, επιχειρήσεις, συνεταιρισμούς, επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους και σε άλλες περιοχές εκτός των ορίων του Νομού Ξάνθης, γίνονται αρτοποιοί, εστιάτορες, παντοπώλες, οπλουργοί και μαχαιροποιοί, αργυραμοιβοί, χρυσοχόοι, πανδοχείς, ξενοδόχοι, δημιουργούν σησαμοτριβεία, γίνονται μυλωνάδες αλευροβιομήχανο, και ιδρύουν τους πρώτους κυλινδρόμυλους, όπως ο Χριστόφορος Ποάλας, Νίκος Χαληγιάννης και ο Ευάγγελος Μπλέτσας στην Κομοτηνή, οι Ιωάννης Σούρης και Νικόλαος Σοφαρίκας στη Χρυσούπολη και την Καβάλα. Ασχολούνται με τις εισαγωγές εμπορευμάτων και το καπνεμπόριο, ανοίγουν κινηματογραφικές αίθουσες. Συναλλάσσονται με Οθωμανούς, με τους οποίους διατηρούν πολύ καλές σχέσεις, με άλλους Ηπειρώτες συμπατριώτες, με Εβραίους, Αρμένιους, Βουλγάρους, σ’ όλη τη Θράκη και Ανατολική Μακεδονία, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Γρεβενά, Πασμακλί, Μελένικο, Ράικοβο, Φάτοβα, Μοναστήρι, Σιδηρόκαστρο, όπως όλα αυτά αποδεικνύονται και από τα εμπορικά βιβλία και κατάστιχα της εποχής, που έχω στην κατοχή μου και που χρονολογούνται από το 1897, καθώς και από ομόλογα και συμφωνητικά που ξεκινούν από το 1864. Οι μεταρρυθμίσεις που επιφέρει το Τανζιμάτ (δηλαδή νεότεροι νομικοί κανόνες κατά μίμηση της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας, σε αντίθεση με το δίκαιο που πηγάζει από το Κοράνι), ξεκινούν από το 1856 και καταργούν στην αρχή το τιμαριακό καθεστώς και δίνουν τη δυνατότητα στους Χριστιανούς υπηκόους να αποκτούν πλέον ιδιοκτησία. Αγοράζουν γη, χτίζουν σπίτια, δικά τους χάνια (με φούρνο και μαγαζί), όπως ονειρεύονταν. Ανεγείρουν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα με καταστήματα και καπναποθήκες.
  Μόνο στην Ξάνθη υπήρχαν 10-15 περίπου πανδοχεία και ξενοδοχεία Λαϊστινών. Σε δύο από αυτά, που σώζονται μέχρι σήμερα, μπορεί να διαβάσει κανείς ακόμη και τώρα, τις κτητορικές μαρμάρινες πλάκες: «Αδελφοί ΛαλαΖΗΣΗ, εξ Ηπείρου, 1880» και αντίστοιχα: «ο Δημήτριος Μοράβας - Μαργαρίτης Ιωάννου, Ηπειρώται, έτος 1880». Η Ξάνθη, με την ανάπτυξη της καλλιέργειας και επεξεργασίας του καπνού και τη δημιουργία του μονοπωλίου του καπνού, με έδρα την Κωνσταντινούπολη το 1884, την κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου, διανύει τη χρυσή της εποχή στο τέλος του 19” και αρχές του 2Οου αιώνα. Εξάλλου εδώ καλλιεργείται ο περίφημος αρωματικός καπνός, ο μπασμάς, γνωστός με το όνομα Κιρέτσιλερ.
  Η ανοδική αυτή πορεία ανακόπτεται όταν ο Βουλγαρικός στρατός, στις 8 Νοεμβρίου του 1912 καταλαμβάνει τη Δυτική Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία. Στη διάρκεια αυτής της κατοχής, που κρατά μέχρι τις 12 Ιουλίου 1913, οι Χριστιανοί υπέστησαν πολλά δεινά, διώκονται, συλλαμβάνονται φυλακίζονται, οδηγούνται όμηροι στη Βουλγαρία. Στη Δράμα και στο Δοξάτο, μεταξύ των σφαγιασθέντων, είναι και Βλαχόφωνοι Έλληνες, στη Χρυσούπολη δολοφονείται από τους Βουλγάρους, ο Λαϊστινός Θεόδωρος Σαχρόνης. Μεταξύ των ομήρων είναι από την Ξάνθη, ο έμπορος και κτηματίας Γεώργιος Λαλαζήσης, ο Παναγιώτης Μπαρτζόπουλος και ο Γεώργιος Χούλας από την Αβδέλα. Από την Κομοτηνή ο Λαϊστινός Χριστόφορος Ποάλας, ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου “Κωνσταντινούπολις” και από τα χωριά της Κόνιτσας ο Μπλέτσας Ευάγγελος, πατέρας του πρώην Δημάρχου Κομοτηνής , Δημητρίου Μπλέτσα, οι Λαϊστινοί Νικόλαος και Αλέξιος Αλεξίου από τα Κιμμέρια Ξάνθης. Στις 13 Ιουλίου 1913 η Ξάνθη απελευθερώνεται, πριν όμως προφτάσει να πανηγυρίσει την απελευθέρωσή της στις 28 Ιουλίου του 1913, όλη η Δυτική Θράκη μέχρι τον Νέστο, εκτός από την περιοχή της Σταυρούπολης, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου παραχωρείται στους Βουλγάρους. Οι κάτοικοι εγκαταλείπουν την πόλη κι όσοι μένουν, φυγαδεύουν τις οικογένειές τους πέρα από τον Νέστο, στη Χρυσούπολη, Καβάλα, Δράμα, Θεσσαλονίκη, καθώς και στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Αυτοί που παρέμειναν είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρους δυσβάστακτους. Ορισμένοι συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους σε άλλες πόλεις.
    Στις 4 Οκτωβρίου του 1919 η Ξάνθη απελευθερώνεται από το Βουλγαρικό ζυγό. Η 9η  μεραρχία, που εισέρχεται νικηφόρα στην πόλη, υπό τις διαταγές του στρατηγού Λεοναρδόπουλου, αποτελείται από Ηπειρώτες στρατιώτες. Μεταξύ αυτών είναι και οι Λαϊστινοί κάτοικοι Ξάνθης πριν τον πόλεμο, Ξάνθης, Νικόλαος Αλεξίκος, Στέργιος Παπαστεργίου, Γεώργιος Γούσιος, Σπύρος Καπετάνης, Ιωάννης Μαργαριτόπουλος, Εμμανουήλ Νούσης, που υπηρέτησαν επί επτά χρόνια στον ελληνικό στρατό. Με την απελευθέρωση της Ξάνθης, της Κομοτηνής και της Αλεξανδρούπολης, την αποχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων, την οριστική προσχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, με τη συνθήκη των Σεβρών το 1920, επιστρέφουν όσοι είχαν εγκαταλείψει αυτές τις περιοχές και εγκαθίστανται περισσότεροι βλαχόφωνοι και από άλλες περιοχές.
  Οι περισσότεροι πρέπει να ξαναρχίσουν από την αρχή, να ξαναχτίσουν τα γκρεμισμένα σπίτια τους, να ξαναστήσουν τις επιχειρήσεις τους. Τα πράγματα βέβαια έχουν αλλάξει πολύ. Η μικρασιατική καταστροφή που ακολουθεί φέρνει κύμα προσφύγων, οι συνθήκες διαφοροποιούνται, η χρυσή εποχή της Ξάνθης είναι πια παρελθόν, μια που έχει δημιουργηθεί οικονομικό χάος. Η νέα τους δραστηριοποίηση προχωρεί αργά και δύσκολα, για ν’ ανακοπεί και πάλι με την έναρξη του Β Παγκοσμίου πολέμου. Η κατοχή αυτών των περιοχών από τους Βουλγάρους είχε αρνητικό αντίκτυπο σε όλους τους κατοίκους. Πολλοί φεύγουν και ορισμένοι από αυτούς δεν ξαναγυρνούν. Δεν επιστρέφουν στις γενέτειρές τους, μια που ο εμφύλιος πόλεμος που ακολουθεί ερημώνει τα χωριά και επιλέγουν μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Η γερμανική κατοχή είχε συντελέσει στη φυγή των κατοίκων αυτών των μητροπόλεων, αφού ο γερμανικός στρατός είχε φτάσει στα δυσπρόσιτα αυτά χωριά και είχε κάψει τα περισσότερα σπίτια.

ΠΗΓΗ: Απόσπασμα από αφιέρωμα με τίτλο: "Βλαχόφωνοι Έλληνες" της Χαρίκλειας Μαργαριτοπούλου στο Περιοδικό "Λαϊστινά Νέα" τεύχος 33
ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ:  dim-sapon.rod.sch.gr

24 Απρ 2011

Τον χαρακτηρισμό 11 κοινοτήτων ως μαρτυρικά χωριά ζητά ο Δήμος Ζαγορίου

Τον χαρακτηρισμό ως μαρτυρικών χωριών 11 τοπικών κοινοτήτων, πέραν των ήδη χαρακτηρισμένων, προτίθεται να ζητήσει από το υπουργείο Εσωτερικών ο Δήμος Ζαγορίου.
Στην απόφαση αυτή κατέληξε ομόφωνα το Δημοτικό Συμβούλιο στη συνεδρίασή του την 1η Απριλίου, με το αιτιολογικό ότι έχουν υποστεί μεγάλες καταστροφές όπως προκύπτει από τα αρχεία μαρτυρικών χωριών και όχι μόνο.
Συγκεκριμένα, ο Δήμος Ζαγορίου ζητά να χαρακτηριστούν μαρτυρικά χωριά η Βωβούσα, όπου από τις 84 οικίες πυρπολήθηκαν οι 83 και υπήρξε ένα θύμα, ο Καστανώνας όπου από τις 34 οικίες πυρπολήθηκαν οι 25, ο Ανθρακίτης όπου από τις 33 οικίες πυρπολήθηκαν οι 26 και υπήρξε ένα θύμα, οι Φραγκάδες όπου από τις 120 οικίες πυρπολήθηκαν οι 80 καθώς και 58 καλύβες, η Λεπτοκαρυά όπου από τις 70 οικίες πυρπολήθηκαν οι 54 και υπήρξε ένα θύμα, η Λάιστα όπου από τις 90 οικίες πυρπολήθηκαν οι 60 και υπήρξαν δύο θύματα, το Ηλιοχώρι, όπου από τις 45 οικίες πυρπολήθηκαν οι 30 και υπήρξε ένα θύμα, το Βρυσοχώρι όπου από τις 90 οικίες πυρπολήθηκαν οι 40, οι Καρυές όπου από τις 33 οικίες πυρπολήθηκαν και οι 33, το Δεμάτι όπου από τις 110 οικίες πυρπολήθηκαν οι 46 και υπήρξε ένα θύμα, και, τέλος, η Πέτρα όπου από τις 118 οικίες πυρπολήθηκαν οι 54 και υπήρξαν τρία θύματα.
Υπενθυμίζεται ότι από το 2005 έχουν αναγνωριστεί μαρτυρικά χωριά του Κεντρικού Ζαγορίου οι Ασπράγγελοι, η Ελάτη, ο Μανασσής, η Καλουτά και το Μεσοβούνι, ενώ από το 2001 το Ελατοχώρι, το Μακρίνο, το Φλαμπουράρι, η Δόλιανη, το Γρεβενίτι, το Τρίστενο και το Καβαλάρη του Ανατολικού Ζαγορίου.
«Υπήρχε ένα αίτημα από την τοπική κοινότητα Καστανώνα, αλλά παράλληλα θεωρήσαμε άδικο χωριά που καταστράφηκαν ολοκληρωτικά κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, να μην είναι αναγνωρισμένα ως μαρτυρικά, όπως για παράδειγμα συνέβαινε με πολλά χωριά του Δήμου Τύμφης και όχι μόνο»,  τόνισε μιλώντας στην «Ε» ο Δήμαρχος Ζαγορίου Γαβριήλ Παπαναστασίου, αιτιολογώντας την απόφαση να έρθει το θέμα στο Δημοτικό Συμβούλιο και εν συνεχεία να κατατεθεί σχετικό αίτημα στο υπουργείο Εσωτερικών.
Όπως σημείωσε, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιο απτό όφελος για τις μαρτυρικές κοινότητες, ωστόσο έκανε λόγο για ηθική υποχρέωση προς τους νεκρούς και όσους έχασαν περιουσίες εκείνη την περίοδο. «Η ικανοποίηση είναι περισσότερο ηθική, ωστόσο δεν ξέρουμε τι θα προκύψει στο μέλλον, αν ανοίξει ζήτημα αποζημιώσεων, και οφείλουμε να είμαστε προετοιμασμένοι», κατέληξε ο κ. Παπαναστασίου.
 
Από την εφημερίδα Ελευθερία

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ: www.epirusonline.gr

20 Απρ 2011

Περί Ζαγορίου.

Το Ζαγόρι είναι μια ορεινή περιοχή στην καρδιά της Ηπείρου και του Νομού Ιωαννίνων. Τα 40 χωριά του αποτελούν μια ιδιόμορφη γεωγραφική και πολιτιστική οντότητα. Ως οριοθέτηση της περιοχής χρησιμοποιούνται τα σημεία: όρος Μιτσικέλι προς Ν, ποταμός Αώος προς Β, ο δρόμος προς Κόνιτσα προς Δ και τα βουνά του Μετσόβου προς Α. Διασχίζεται από τους ποταμούς Αώο, Βοϊδομάτη, Βάρδα και Ζαγορίτικο. Οι δυο τελευταίοι, αφού ενωθούν με το Μετσοβίτικο, αποτελούν τον Άραχθο. Οι δυο κυρίαρχοι ορεινοί όγκοι είναι η οροσειρά της Τύμφης ή Γκαμήλας και το Μιτσικέλι. Ανάμεσά τους σχηματίζονται λιγότερο ψηλά βουναλάκια και μικρές κοιλάδες, η μεγαλύτερη των οποίων είναι η κοιλάδα των Ριζιανών. Στην περιοχή υπάρχει το φαράγγι του Βίκου, το βαθύτερο φαράγγι στον κόσμο, με πλάτος που κυμαίνεται από 400 ως 2.000μ., μήκος περίπου 20 χλμ και βάθος ως τα 1.000μ., καθώς επίσης και η χαράδρα του Αώου.

Η περιοχή έχει μια πολύ πλούσια πανίδα και χλωρίδα. Πάνω από 100 είδη πτηνών, πολλά από τα οποία είναι σπάνια (γυπαετός, χρυσαετός, όρνιο κλπ), πάνω από 25 είδη θηλαστικών, με ορισμένα σπάνια ζώα (αρκούδα, λύκος, λίγκας, ζαρκάδι, αγριόγιδο κλπ), πάνω από 1.800 είδη φυτών, μερικά από τα οποία είναι πολύ σπάνια ή βρίσκονται μόνον στην περιοχή αυτή και πουθενά αλλού στον κόσμο, περιλαμβάνονται στην περιοχή του Ζαγορίου.

Το Ζαγόρι χωρίζεται σε τρεις περιοχές: το δυτικό, το κεντρικό και το ανατολικό ή βλαχοζάγορο. Σ' αυτή την περιοχή είναι χτισμένα 40 χωριά, αριθμός ο οποίος κατά το πέρασμα των αιώνων, ακόμα και σήμερα, δεν έχει διατηρηθεί σταθερός, παρουσιάζοντας μεγάλες διακυμάνσεις.

Η ονομασία του προέρχεται από τη σλαβική πρόθεση Za=πίσω και την αιτιατική του ουσιαστικού gora=βουνό, δηλαδή πίσω από το βουνό.

Το κλίμα του Ζαγοριού είναι μια μετάβαση, από το ήπιο μεσογειακό κλίμα προς το μεσοευρωπαϊκό. Με τραχύ χειμώνα και ζεστό καλοκαίρι με δροσερές νύχτες. Χαρακτηριστικές είναι οι πολλές βροχοπτώσεις ενώ το χειμώνα πνέουν βόρειοι παγωμένοι άνεμοι και η θερμοκρασία πολλές φορές κατεβαίνει μέχρι και -20°C.

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Η πολεοδομική μορφή των χωριών της περιοχής του Ζαγορίου, όπως και στα περισσότερα χωριά της ηπείρου, είναι μονοκεντρική. Υπάρχει ένα κέντρο, η πλατεία ή μεσοχώρι ή λόντζα με τον πλάτανο -σύμβολο αιωνιότητας- με την εκκλησία, το σχολείο και τα μαγαζιά. Γύρω-γύρω από το κέντρο εξαπλώνονται οι μαχαλάδες. Η πλατεία του χωριού αποτελεί το κοινωνικοπολιτισμικό κέντρο του χωριού, αφού εκεί γινόταν όλες οι δραστηριότητες της κοινότητας. Από την πλατεία, λιθόστρωτα σοκάκια, τα καλντερίμια, οδηγούν προς τους μαχαλάδες και επεκτείνονται ακόμα πιο πέρα, ως τους τόπους εργασίας. Στο νότιο τμήμα της περιοχής της κοινότητας βρίσκονται οι ποτιστικοί κήποι και οι αγροί και πιο κάτω τα αμπέλια και τα χωράφια.

Σ' όλη την περιοχή της κοινότητας υπάρχουν διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μνημεία -γεφύρια, καλύβες, μύλοι, ξωκλήσια, εικονίσματα, τοιχοποιίες- ενώ τα σύνορα της κοινότητας οριοθετούνται συνήθως με διάφορα φυσικά ή τεχνητά σύμβολα -μεμονωμένα δέντρα, βράχια, εικονίσματα, ρυάκια, ξωκλήσια.

Χαρακτηριστική είναι η ιδιόμορφη αρχιτεκτονική της περιοχής, η οποία βασίστηκε στην αφθονίας της πέτρας και ιδίως του φλύσχη. Τα σπίτια είναι χτισμένα με πελεκητές ορθογώνιες πέτρες, σκεπασμένα με γκρίζα πλάκα και είναι δεμένα πολύ με το τοπίο, την ψυχοσύνθεση και τον τρόπο ζωής των κατοίκων. Στο ίδιο μοτίβο είναι χτισμένα και οι εκκλησίες, τα λιθόστρωτα σοκάκια και μονοπάτια καθώς και τα γεφύρια της περιοχής, μονότοξα, δίτοξα ή τρίτοξα, αληθινά έργα τέχνης.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΟΥ ΖΑΓΟΡΙΟΥ

Προϊστορική Εποχή - Ιστορικοί Χρόνοι
Οι πληροφορίες μας για το Ζαγόρι είναι περιορισμένες τόσο για την αρχαία όσο και για την μεσαιωνική περίοδο. Η ιστορία γι' αυτές τις περιόδους στηρίζεται μόνο στα ανασκαφικά δεδομένα και στις ενδείξεις που παρέχουν τα τοπωνύμια.

Η ύπαρξη ζωής κατά τη Προϊστορική περίοδο επιβεβαιώθηκε από τα ευρήματα στη Θέση "Κλειδί", στη δεξιά όχθη του Βοϊδομάτη.

Κατά τους ιστορικούς χρόνους το Ζαγόρι κατοικήθηκε από το φύλο των Μολοσσών, όπως συμπεραίνουμε από τα ανασκαφικά ευρήματα του οικισμού της Βίτσας, από το πολυγωνικά τείχος και τα μελανοβαφή όστρακα στο Σκαμνέλι, από το οχυρά στον Ελαφότοπο και από τα Ελληνιστικά τείχη στο Καστράκι.

Βυζαντινή Εποχή
Κατά τη Βυζαντινή εποχή οι ιστορικές μαρτυρίες για την περιοχή του Ζαγορίου είναι ανύπαρκτες. Τα πολυάριθμα σλαβικά τοπωνύμια της περιοχής μας κάνουν να υποθέσουμε πως το Ζαγόρι γνώρισε όχι μόνο τις μεγάλες επιδρομές Σλάβων στην αρχή του 6ου αι. αλλά και εγκαταστάσεις σλαβικών φύλων.

Την παλαιότερη αναφορά στο Ζαγόρι τη βρίσκουμε σε χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β' του έτους 1321. Σε άλλα έγγραφα από το 1326-1361 αναφέρονται ιδρύσεις χωριών όπως το Πάπιγκο, Ελαφότοπος, Άνω και Κάτω Πεδινά και Βίτσα. Το γεγονός ότι από τις αρχές του 14ου αι. οι πηγές αναφέρουν ονόματα οικισμών και τόπων που βρίσκονται στο Δυτικό Ζαγόρι, αποτελεί μια ένδειξη ότι ίσως στο Δυτικό Ζαγάρι δημιουργήθηκαν οι πρώτοι οικισμοί.

Από τα τέλη του 14ου αι. οι Ζαγορίσιοι καταγράφονται στην Ιστορία της Ηπείρου, εκδιώκοντας τους Αλβανούς, που έκαναν επιδρομές εναντίον των Ιωαννίνων (1389).

Εποχή της τουρκοκρατίας Η ιστορία του Ζαγορίου αρχίζει κυρίως μετά το 1430, έτος κατάκτησης των Ιωαννίνων από τους Τούρκους. Οι Τούρκοι, προκειμένου να εξασφαλίσουν επικυριαρχία στις ορεινές περιοχές, εφάρμοσαν μια πολιτική παραχώρησης προνομίων σε κοινότητες ή ομάδες κοινοτήτων, που συνθηκολόγησαν μαζί τους.

Έτσι μέχρι το 17° αι. ολόκληρη η περιφέρεια αποτελούσε αυτοδιοικούμενη ομοσπονδία με το όνομα Κοινόν ή Βιλαέτι του Ζαγορίου.

Τα προνόμια, τα οποία παραχωρήθηκαν στην αυτόνομη ομοσπονδία του Ζαγορίου και τα οποία οφείλονται, στο μεγαλύτερο μέρος τους, στην επιρροή πλούσιων Ζαγορισίων στην Σουλτανική αυλή, διατηρήθηκαν μέχρι το 1868, οπότε και καταργήθηκαν.

Σύμφωνα με τα προνόμια αυτά παραχωρήθηκε στο Ζαγόρι αυτονομία και αυτοδιοίκηση, με ανώτερο άρχοντα τον Βεκύλη του Ζαγορίου. Ένα άλλο σπουδαίο προνόμιο που είχαν οι Ζαγορίσιοι, ήταν η ελευθερία στην εκτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.

Με το πέρασμα των χρόνων και χάρη στην εξυπνάδα και την πολιτική δύναμη πολλών πατριωτών του Ζαγορίου, που κατείχαν διοικητικές θέσεις στην Υψηλή Πύλη, τα προνόμια αυτά αυξήθηκαν και βελτιώθηκαν.

Η αυτονομία, η αυτοδιοίκηση και η ατέλεια συνετέλεσαν ώστε να κατακτηθεί ένα ζηλευτά επίπεδο διαβίωσης των κατοίκων της περιοχής.

Μετά το 1868, που καταργούνται τα προνόμια του Ζαγορίου, την περιοχή άρχισαν να λυμαίνονται ληστρικές συμμορίες, με επιπτώσεις και στο ανθρώπινο δυναμικό, αφού αυτή η κατάσταση απομάκρυνε από το Ζαγόρι περισσότερες από 500-600 οικογένειες αρχόντων, που ήταν και ο κύριος στόχος των ληστών.

Η περίοδος αυτή κράτησε μέχρι το 1913, οπότε τα Ζαγοροχώρια απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους και ακολούθησαν από εκεί και πέρα την ιστορική πορεία του Ελληνικού Έθνους.

Πνευματική άνθηση του Ζαγορίου στα χρόνια της τουρκοκρατίας
Πριν ακόμα από την τουρκική κατάκτηση της περιοχής του Ζαγορίου, αρκετοί κάτοικοι του ήξεραν λίγα γράμματα, πράγμα πολύ σημαντικό για τα πρώτα δύσκολα και σκληρά χρόνια της κατάκτησής από τους Τούρκους. Αυτές οι μικρές εστίες γραμμάτων και πνεύματος, οδήγησαν την περιοχή του Ζαγορίου στη μεγάλη πνευματική του ανάπτυξη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Ήδη από το 1780 λειτούργησαν Ελληνικά (ανώτερα) σχολεία σε αρκετά χωριά απ' όπου ξεπήδησαν φωτισμένοι Ζαγορίσιοι, που έλαμψαν πνευματικά με τα σοφά συγγράμματά τους και τη διδακτική τους δραστηριότητα.

Εκείνο όμως που μας δείχνει το πάθος των Ζαγορισίων για τα γράμματα και τις επιστήμες ήταν η απόφαση μεγάλων και δυνατών Ζαγορισίων να ιδρύσουν Πανεπιστήμιο στη Μονή Ρογκοβού στο Τσεπέλοβο το 1815. Εμπνευστής αυτής της ιδέας, ο Μεγάλος Δάσκαλος του Γένους, Γεώργιος Γεννάδιος, από τα Δολιανά (ανήκαν και αυτά τότε στο Ζαγόρι). Συνέχεια της ιδέας της ίδρυσης Πανεπιστημίου, στη Μονή Ρογκοβού, θα ήταν η ανακήρυξη του Ζαγορίου σε αυτόνομη Πολιτεία, με πολιτικό και θρησκευτικό αρχηγό. Το Πανεπιστήμιο θα διεύθυνε ο Γεώργιος Γεννάδιος και για αρχηγός της αυτόνομης Πολιτείας προτάθηκε ο Νεόφυτος Δούκας από τα Άνω Πεδινά.

Στα πρώτα 50 Χρόνια του 19ου αιώνα ,σπουδαίο ρόλο για την πνευματική πρόοδο του Ζαγορίου και όλης της Ηπείρου, έπαιξε ο μεγάλος δάσκαλος από το Βραδέτο Αναστάσιος Σακελλάριος, μαθητής του Ψαλίδα στα Γιάννενα.

Μετά το 1830 συμπληρώνεται η ίδρυση σχολείων στο Ζαγόρι, αλληλοδιδακτικών και Ελληνικών. Αρχίζουν τώρα να ιδρύονται και Παρθεναγωγεία με πρώτο στο Μονοδένδρι το 1846. Η ίδρυση Παρθεναγωγείων γενικεύτηκε στο Ζαγόρι μέχρι το 1880.

Ταξιδεμένοι Ζαγορίσιοι από τον 18ο αιώνα ακόμα, αγοράζουν και στέλνουν στις βιβλιοθήκες των σχολείων των χωριών τους όσα βιβλία τυπώνονταν στα μεγάλα τυπογραφεία της Ευρώπης (Τεργέστη, Λειψία, Βουδαπέστη, Βενετία, Οδησσό), με αποτέλεσμα οι βιβλιοθήκες πολλών σχολείων να είναι γεμάτες με σπάνιους πνευμα-τικούς θησαυρούς.

Αυτές οι ευνοϊκές προϋποθέσεις στα ζητήματα παιδείας, είχαν ως συνέπεια να αναδειχθεί ένας μεγάλος αριθμός επιστημόνων από το Ζαγόρι, ώστε να μη θεωρείται υπερβολική η άποψη, ότι οι δάσκαλοι του Ζαγορίου ξεδίψασαν ολόκληρο το Ελληνικό Έθνος επί Τουρκοκρατίας.

Εποχή β' παγκοσμίου πολέμου. Η συμβολή του Ζαγορίου στον πόλεμο του 1940
Το φθινόπωρο του 1940, μαζί με τον υπόλοιπο Ελληνικό λαό και ο Ζαγορίσιος πληθυσμός - άνδρες, γυναίκες, παιδιά - αγωνίστηκε για τη νίκη.

Ιδιαίτερα η συμβολή των γυναικών του Ζαγορίου στο πόλεμο του '40 ήταν ανεκτίμητη. Μέρα και νύχτα μετέφεραν με τα ζώα πυρομαχικά και άλλα εφόδια εκεί όπου οι μάχες μαίνονταν και γύριζαν πίσω μεταφέροντας τραυματίες.

Η Ζαγορίσια γυναίκα εργάστηκε με αυτοθυσία, στερήσεις, κόπους, σαν άγνωστος στρατιώτης στην εποποιία της Πίνδου. Αψηφώντας τις καιρικές συνθήκες, σεμνή και ενάρετη, κουβαλώντας το βαρύ φορτίο της εθνικής κληρονομιάς, του πολιτισμού και της δόξας του τόπου της, πέρασε στην αθανασία.

ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: users.forthnet.gr