ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΣΤΟ:

iliochori@gmail.com


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6 Αυγ 2011

Το πανηγύρι της μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Ηλιοχώρι *


  Το Ντομπρίνοβο έχει πολλά να διηγηθεί από τα περασμένα του χρόνια. Πολλά μένουν στην θύμηση των γεροντότερων, γιατί τα παλιά χρόνια ήταν ένα κεφαλοχώρι, πρώτο σε παραγωγή σταφυλιών και κρασιών στην περιοχή του. Με όνομα γνωστό,  με αρχοντικά που χάθηκαν, με παραδόσεις που κινδυνεύουν να λησμονηθούν, με πανηγύρια και γιορτές που ξεχνιούνται.
Ένα απ' αυτά τα πανηγύρια ήταν το αφιερωμένο στη γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που γινόταν στις 6 Αυγούστου και διαρκούσε δύο μέρες.
Θα προσπαθήσω να το περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες, όπως ακριβώς το γιόρταζαν οι παλιότεροι κάτοικοι του Ντομπρίνοβου, για να το μάθουν κ' οι νεότεροι.
Τρία περίπου χιλιόμετρα προς το βορειοδυτικό μέρος του χωρίου, στη τοποθεσία «Μπόγκοβου», είναι κτισμένο από τα χέρια των παππούδων προγόνων της οικογένειας Χαραχούσου το ξωκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.
 
  Το ξωκκλήσι αυτό, το όποιο σήμερα έχει καταρρεύσει, είναι πνιγμένο από τα γέρικα δένδρα, δάσος ολόκληρο, που αιώνες τώρα χέρι ανθρώπινο δεν έκοψε κλαράκι, γιατί είναι το δάσος «ιερό», είναι το «βακούφικο», που ανήκει μόνο στη Θεία Χάρη.
Ενθυμούμαι καλά ότι ήτανε ένα μικρό πέτρινο εκκλησάκι σκεπασμένο με μαύρες βαρείες πλάκες. Είχε μέσα εξ στασίδια, ένα μικρό τέμπλο που χώριζε το άγιο βήμα.
Η εικόνα της Μεταμορφώσεως ήτανε βυζαντινή και την είχαν φέρει από την Κωνσταντινούπολη οι παππούδες του Χαραχούσου.
Το μικρό του δάπεδο ήταν πλακόστρωτο κ' είχε ένα παραθυράκι στο δεξιό μέρος. Την ήμερα του Σωτήρος, απ' τα χαράματα, χτυπούσε η καμπάνα του χωριού φέρνοντας το μήνυμα του πανηγυριού σ' όλα τα σπίτια. Ο παπάς του χωριού με τον κανδηλανάπτη ξεκινούσαν πρωί-πρωί για το ξωκκλήσι στην τοποθεσία «Μπόγκοβου».
Πήγαιναν αυτοί πρώτοι ν' ανοίξουν, να βγάλουν την εικόνα έξω, ακουμπισμένη στο μικρό τραπεζάκι, στολισμένο με τ' αγριολούλουδα, που γύρω απ' το ξωκκλήσι χύνουν το βαρύ μεθυστικό τους άρωμα.
Μόλις ό ήλιος χρύσωνε τα βουνά, αρχίζανε οι χωριανοί να ετοιμάζουν τα ζωντανά για να πάνε στο πανηγύρι.
Άλογα, μουλάρια, ταπεινά γαϊδουράκια, στολισμένα όλα με τα γιορτινά τους στα σαμάρια. Κόκκινες, πράσινες, κίτρινες, γαλάζιες βελέντζες, πολύχρωμα σακκούλια φορτωμένα, παιδιά και γέροντες καβάλα στο σαμάρι.
Τα ζώα τα τραβούσανε νέες κοπέλες ντυμένες στα γιορτινά· οι νυφάδες με τις τραχηλιές στα στήθη, τη χρυσοκέντητη σκούφια στο κεφάλι, μ' αραδιαστά τα φλουριά, την φλοκάτα και τις κεντημένες ποδιές ομόρφαιναν το μακρυνό δρόμο εκείνη την ημέρα.
Τ' αηδόνια, στις ρεμματιές που περνούσαν, χωμένα μέσα στις ολόδροσες φυλλωσιές, ψάλλουν τον ύμνο του καλοκαιριού. Μόλις φθάναν στα δένδρα του ξωκκλησιου θα κρεμαστούν τα δισάκια, τροβάδες, και θα στρωθούν σε πολύχρωμες βελέντζες.
Εκεί, σ' εκείνα τα δένδρα, κάθε φαμελιά είχε και τον τύπο της, κληρονομιά από τους παππούδες.
Σε κάθε ρίζα δένδρου, μια, δυο και τρεις συγγενικές οικογένειες, στρώνανε τις πολύχρωμες βελέντζες και κοντά τους φιλοξενούνταν και τα φιλικά πρόσωπα των γύρω χωριών Βρυσοχωρίου, Παλαιοχωρίου και Λάιστας.

  Στο τέλος της λειτουργίας βγαίνουν οι επίτροποι με τους δίσκους και το γκιούλσι (τριανταφυλλόνερο), για τη «βοήθεια της εκκλησίας». Όλος εκείνος ο κόσμος αφού έπαιρνε το αντίδωρο από του παπά το χέρι άλληλοευχόντουσαν τα «χρόνια πολλά» κ' έμπαιναν στο χορό.
Μοσχοβολούσε ο τόπος. Το γλέντι αρχίζει με τα λαϊκά όργανα.
Τα τελευταία χρόνια γνωρίσαμε το κλαρίνο του Χάλη, το λαούτο του Στέργιου Κουτσομύτη το ντέφι του Χρόνη, το τραγούδι του Τσιαβέα από το Ντομπρίνοβο και το βιολί του Γιάννη Καρακατσούλη απ' το Βρυσοχώρι.
Ο χορός σιγανός, σαν τα ήσυχα νερά, όρθια κορμιά, γεροδεμένα παλικάρια του Ντομπρίνοβου, νιόπαντρες που λάμπουν στα στολίδια και στα χρυσά φλουριά, κοπέλες με τριανταφυλλένια πρόσωπα, καμαρωτές, πιασμένοι όλοι χέρι-χέρι, κινούσαν τα βήματα τους, μπρος και πίσω, μεγαλόπρεπα. Κι ακολουθούσαν τραγούδια της ξενιτιάς, τραγούδια της αγάπης, για πέρδικες, αηδόνια και τρυγόνες.

  Σύμφωνα με το έθιμο, το μεσημέρι στρώνονταν το τραπέζι των ανδρών. Για καθίσματα χρησιμοποιούσαν χοντρά ξύλα (κούτσουρα) σε σχήμα ενός τεραστίου κεφαλαίου «Π», πάνω στρωμένες πολύχρωμες βελέντζες ή κιλίμια και κάτω, στις πολύχρωμες μαργαριτουλες, χρώματα-χρώματα πετσέτες κ' επάνω πίττες, ψητά, ψάρια ποταμίσια, τυριά, σαλάτες, ρακιά, κόκκινα κρασιά στράφταν όλα στην καθαρή ατμόσφαιρα του καλοκαιριού, που δε γίνονταν ομορφότερη.
Στην κορυφή του τραπεζίου έπαιρνε θέση ο παπάς με τους γεροντότερους, άρχιζαν την προσευχή, κι όλοι όρθιοι οι άνδρες με γυρμένο το κεφάλι, καλοί χριστιανοί, μια οικογένεια αυτή την ήμερα όλο το χωριό.

  Οι γυναίκες, όταν τελείωναν τη φροντίδα του τραπεζίου των ανδρών, ετοίμαζαν κάτω στους ίσκιους των δένδρων το δεύτερο τραπέζι για τον εαυτό τους, τα παιδιά, τις πεθερές, και τα συγγενικά πρόσωπα πού ήρθαν στο πανηγύρι. Όταν το φαγοπότι τελείωνε, τα όργανα ξανάρχιζαν τραγούδια για χορό. Τώρα είχαν σειρά οι νιόπαντρες. Ακολουθούνε οι άνδρες τους, γεροδεμένα παλικάρια, και ύστερα κόσμος χαρούμενος, κόσμος με έγνοιες λιγοστές, δεμένος με τη γη πού είχε κληρονομήσει από τους προγόνους του.
Οι μανάδες και οι πεθερές καμάρωναν, οι πεθεροί κάπνιζαν το στριμένο τσιγάρο τους, που άναβε με το πριόβολο και την ύσκα, και τα παιδιά χαλούσαν τον κόσμο με τα δικά τους παιγνιδάκια.
Και μόλις ο ήλιος έπαιρνε να γύρη πίσω προς τη βρυσοχωρίτικη ράχη, άρχιζαν οι κοπέλες να συμμαζεύουν τα ζώα.
Καλοφαγωμένα εκείνα, χαλούσαν τον κόσμο στα χρεμετίσματα.
Είναι η ώρα που θάρχιζε ο γυρισμός.
Πρώτοι ξεκινούσαν οι ξενοχωρίτες πού βιάζονταν να φύγουν, κ' ύστερα άρχιζε το ξεκίνημα των χωριανών.
Με τη δύση του ηλίου συγκεντρώνονταν και πάλι στην πλατεία του χωρίου, κοντά στον πλάτανο.
Εκεί θ' άναβαν τα μεγάλα φανάρια του Μπαλάφα, κ' ένα κούτσουρο δάδινο,
αναμμένο πάνω στο μεγάλο φεγγίτη του Καρώνη, πετούσαν μακριά το φως για να συνεχιστή το γλέντι της ημέρας.
Επί πλέον ήταν και το αυγουστιάτικο φεγγάρι πού βοηθούσε, λούζοντας με το χλωμό του φως τα κεφάλια των παλικαριών και τα ρόδινα πρόσωπα των κοριτσιών, που δίχως αποσταμό, πιασμένα πάλι απ' τα χέρια, χόρευαν εκεί στο Μεσοχώρι του Ντομπρίνοβου.
Ο χορός θα κρατούσε ως πέρ' απ' τα μεσάνυχτα.
Και ήταν υποχρεωμένοι οι νέοι του χωρίου να ξέρουν όλα τα τραγούδια του χορού και του τραπεζίου. 
 
Έτσι συνεχίζονταν η παλιά καλή παράδοση του τόπου.
 
Το πανηγύρι αυτό της 6ης Αυγούστου τελούνταν με μεγαλοπρέπεια και ζωηρότητα μόνο τα παλιότερα χρόνια, επί τουρκοκρατίας.
Από της απελευθερώσεως της Ηπείρου 1912-1913 εγκαταλείφθηκε το ξωκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και σιγά - σιγά κατέρρευσε.
Από την απελευθέρωση, το πανηγύρι γίνεται κάθε χρόνο, την 20η Ιουλίου, μέρα εορτασμού του Προφήτη Ηλία.
Η θεία λειτουργία τελείται στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, στην τοποθεσία «Καστίνιου».
Ενθυμούμαι ότι κατά τη δεκαετία 1930-1940 το πανηγύρι αυτό το οργάνωνε ο μακαρίτης Αντώνης Καφέτσιος, γαλακτοπώλης, που ερχόταν στο χωριό κάθε καλοκαίρι από τη Λάρισα. Αυτός πλήρωνε τα βιολιά και παρέθετε τραπέζια με πλούσια φαγητά στο σπίτι του.
Εκεί προσκαλούσε ολόκληρο σχεδόν το χωριό να συμμετάσχει στο φαγοπότι, το μεσημέρι, και εν συνεχεία πήγαιναν για χορό στο Μεσοχώρι.


  • Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ν. Εξάρχου «Το Ντομπρίνοβο»
ΠΗΓΗ:  iliochori.eu

13 Μαΐ 2011

Τα φέγινα πουλιά

Θεόδωρος Μ. Γιαννακός       
ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ
Ο μικρός Σαρακατσιάνος …κρεμάει την κλίτσα και παίρνει τη στράτα  για το ονειρεμένο ταξίδι
Με τα «φέγινα πουλιά» ο Θ. Γιαννακός προσπαθεί να προσεγγίσει την παράδοση μέσα από το δρόμο της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας εμπνέεται από την προγονική του κληρονομιά και προσπαθεί να αναδείξει σημαντικά στοιχεία της. Η αύρα κάποιας παλιότερης εποχής (όχι και τόσο μακρινής) έρχεται να αγγίξει τη μνήμη  που όλο κι αρχίζει να  ξεθωριάζει. Το βιβλίο, στο μεγαλύτερο μέρος του, είναι γραμμένο (και όσο αυτό στάθηκε μπορετό) στη σαρακατσιάνικη λαλιά.        Η γλώσσα είναι από τα σημαντικότερα στοιχεία του ανθρώπινου πολιτισμού. Η γλώσσα είναι η ψυχή του ανθρώπου. Η γλώσσα των Σαρακατσιαναίων, καθάρεια ελληνική γλώσσα αιώνων, έχει πάψει να μιλιέται. Ένας ολόκληρος πλούτος από λέξεις, φράσεις, παροιμίες, γνωμικά, παραμύθια, μουραπάδες έχει περάσει στη λησμονιά. Η νεοελληνική μας γλώσσα, καλλιεργημένη γλώσσα,  έχει βάλει στο περι­θώ­ριο όλα τα τοπικά ιδιώματα. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι προηγούμενες μορφές γλώσσας, όπως τα ιδιώματα, πρέπει να τις παραδώσουμε στη λήθη.  Τα ιδιώματα και οι διάλεκτοι είναι οι πηγές της γλώσσας μας, κρύβουν μέσα τους θησαυρούς, και πρέπει να τις κρατάμε ζωντανές. Ένας τρόπος να    κρατήσουμε ζωντανές αυτές τις πηγές είναι και η λογοτεχνία. Τα «φέγινα πουλιά» αποτελούν μια τέτοια απόπειρα. Ένας άλλος σκοπός του παραπάνω βιβλίου είναι να παρουσιάσει μια ενιαία σαρακατσιάνικη παράδοση, συγκαιριάζοντας τα πολλά κοινά μας στοιχεία με τις ιδιαιτερότητές μας. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αποτελείται από βιώματα του ίδιου του συγγραφέα αλλά και άλλων Σαρακατσιαναίων, που μεταφέρονται βέβαια σε άλλον τόπο και άλλο χρόνο. Ένα μικρό μέρος από το βιβλίο, αυτό που είναι γραμμένο στη νεοελληνική, είναι φανταστικό.

Νια σιαρακατσιάν’κη στάνη στου Ζαγόρι 
Tου Μιτσ’κέλι, του ζάρκου κι του Ζαγόρι 

Στα μ’σά τ’ Αϊ-Δ’μ’τριoύ έρ’ξι νια γάνα[1] χιόνι στα ζαγουρίσια τα β’νά. Η λαλάς[2] η Κου­σταντής έπισι σι σ’λλουή· έπριπι να βιαστούν. Ιπριόπιρ’σι του χ’νόπουρου τ’ς είχαν λάβει τα χιόνια στα ψ’λώματα κ’ είιδαν κ’ ιάπαθαν να γλυτώσουν του βιο τ’ς.    Η Κουσταντή Ταργαζίκας, τρανός Σιαρακατσιάνους τσιέλιγκας, ξικαλουκαίριαζι μι τ’ στάν’ τ’ στου Μιτσ’κέλι, ψ’λά στου ζάρκου, μπρουστύτιρα πάηνι στα β’νά τ’ς Αστράκα[3]. Ίσια μι τρι(γι)άντα κουνάκια μέτραϊ η στάν’ τ’ μι πουλλά κουπάδια πρότα κι πουλλά κιφάλια άλουγα. Του Μιτσ’κέλι απ’ τ’ μίνια τ’ μιργιά*[4] έχει τα Γιάννινα, μι τα στινά σουκάκια. Η λίμνη τ’ς κυρα-Φρουσύνη, μι τα ζαρουμένα τ’ς κύματα, απαγκιάζει στα ρ’ζά απ’ του β’νί. Του ν’σάκι τ’ Αληπασιά, μι τ’ αρχουντ’κά τ’ μαναστήρια, στέκιτι ατάραου κατάνακρα τ’ς λίμνη.  Απ’ ’ν άλλη τ’ μιργιά του β’νί έχει του Ζαγόρι μι τα πουλλά αρχουντόσπ’τα, τα χαϊάτια, τ’ς πιργουλιές κι τα λουλούδια στ’ς πόρτις, τα πλατάνια στα μ’σουχώργια, τα γκαλντιρίμια, τα γκιουφύργια στα πουτάμια. Παράμουρφους τόπους, σ’ λιάου!  Στα ζαγουρίσια τα β’νά ξικαλουκαίριαζαν σιαρακατσιάν’κις στάνις κουντά διακόσια χρόνια. Σ’ν Αστράκα είχι ξικαλουκιριάσει, κάποιις χρουνιές, κ’ η Κατσιαντών’ς μι τ’ς κουπές τ’.  Κουντά απ’ του στιρνό τρανό πόλιμου, πουλλοί Σιαρακατσιαναίοι κατασιαίνουντι στου Ζαγόρι. Τσακάν’ ’γ κλίτσα κι ρ’ζώνουν. Του ρίζουμα ήταν δύσκουλου, όπους τα τρανά τα κλαργιά απ’[5] τα ξιρ’ζών’ς κι τα βάν’ς αλλού. Δύσκουλα ρ’ζώνουν. Τα κούτσ’κα, όθι κι να τα βάλ’ς, πιάνουν όφκουλα.  Ιδώ αντάμουσαν η κλίτσα κ’ η πένα· αμπόλι κι κλαρί. Δύσκουλου τ’ αμπόλιασμα. Πουλλές καρδιές μάτουσαν. Οι ντουπιανοί τ’ς είχαν τ’ς βλάχοι[6], όπους τ’ς έλιγαν, σαν τ’ αγκάθι απ’ αγκυλώνει του δάχ’λου, κι του δάχ’λου πουλιμάει ’ια να τ’ απιτάξει.  Μι του γκιρό, όμους, οι δυο ξιένοι, πόζ’γαν στα ίδια τόπια, έπαψαν τ’ς αμάχις κι τ’ς ουχτρουπάθειις. Αγροίκ’σαν πως ου άνθρουπους  χρειάζιτι κι ’μ πένα κι ’γ κλίτσα,’ια να πατάει γιρά στα πουδάργια τ’*.  Οι β’νίσιοι κι τιτραπέρατοι Σιαρακατσιαναίοι ιάδουκαν ζουή στου Ζαγόρι, απ’ ψ’χου­μάχαϊ, κι του κράτ’σαν ζουντανό πουλλά χρόνια.  Απ’ τ’ μιργιά τ’ Ζαγουριού τα ιλάτια φτάνουν μέχρι τ’ γυφτουκκλησιά. Τα ρ’ζά απ’ του β’νί είνι γιουμάτα μι δέντρα[7], μιράντσις, ξηρουπλατάνια κι φραξιές. Η κίσσαρ’ς, θιόρατου τσιουγκάνι μι νια σπ’λιά στα σπλάχνα τ’, στέκιτι ’λόρθους στου πλάι μι τα γιρουντουιάλατα κι απού κει καραουλίζει ούλου του Ζαγόρι.  Παραπανούλια απ’ του γκίσσαρη είνι ξέθρου[8]. Απού κει αρχ’νάει του ζάρκου. Του ζάρκου είνι γιουμάτου τούφις. Νάνις γιένουντι ψ’λά στ’ χιουνότρυπα κ’ ημιρουχόρταρα στ’ς γούρνις τ’. Τούρτις κι σπλώνια βρίσκ’ς ιδώ κι κει. Πού κι πού γλέπ’ς βρουμουκλάρια, μιραντζούλις, κουντουιάλατα κι κιδράκια.  Του καλουκαίρι, μουσκουβουλάει του ζάρκου απ’ του τσιάι, τ’ μέντα, ’ν αγριουρίγανη κι τα χαμουκιάρασα.  Του χ’νόπουρου, μι τ’ς πρώτις βρουχάδις, οι γούρνις τ’ γιουμίζουν κουκουμπέλις[9].  

(Επεξηγήσεις:  [1] Λίγο, ένα πασπάλι. [2] Θείος, μπάρμπας.  [3] Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται περισσότερο στους Σαρακατσιαναίους της Θεσσαλίας και της Βόρειας Ελλάδας (βλ. Χεγκ, σελ.229, 231). [4] Όσες λέξεις έχουν αστερίσκο τις παρουσιάζουμε όπως τις έχει καταγράψει ο Χεγκ. Κάνουμε την επισήμανση αυτή γιατί υπάρχει κάποια  αμφιβολία κατά πόσο πρέπει να ακούγεται ο φθόγγος -γ- μετά το φθόγγο -ρ-.  [5] Ή π’.      [6] Σαρακατσιαναίους.      [7] Βελανιδιές.      [8] Ξέφωτο.      [9] Είδος μανιταριού.)

Προσθήκη λεζάντας
 Στ’ αφρύδι τ’ ξέθρου στέκιτι ’λόρθους – στ’χειό ακέργιου* – η ιλατιάς. Η κουρ’φή τ’ τσακιότι απ’ τα ρούμπαλα. Του καλουκαίρι η Βουλής κ’ η Πρόκους[10], πιδιά τ’ Σίμου Ταργαζίκα, στάλ’ζαν τα ζ’γούργια* στα παχιά ήσκια τ’ ιλατιού. Στα σταυρώματα απ’ τα κλουνάργια τ’ είχαν φκειάσει δυο κριβάτις. Ικεί, στου ζύιασμα τ’ς μέρα[11], έπιαναν τ’ γκβέντα, κ’ η νους τ’ς αλάργιβι. Πάηνι σι μέργια* που – όπους τ’ς έλιι η δάσκαλους – η κόσμους έχει άλλα σ’λούπια, άλλη γκβέντα κι άλλα χούια.- Tι λες, Πρόκου, θα μας αξιώσει η Θιός να πάμι κι μεις κάπουτις σ’ αυτίνα τ’ αλαργ’νά τα μέργια;- Μπα, κάνας Σιαρακατσιάνους δεν έφκι πουτές απ’ τα μέργια τ’!- Κι τα γράμματα τότις τι διάτανου τα θέλουμι.- ’Ια να μη μας γιλάει η τσιέλιγκας στου ξ’λουγάριασμα.- Η δάσκαλους άλλα μας ουρμ’νεύει στου σκουλειό.- Η δάσκαλους δεν έχει ζ’γούργια κι στέρφα. Ιμείς ιάχουμι τ’ δ’λειά μας. Όπους τούβραμαν, έτσι θα του πάμι. Δε γλέπ’ς η Δρόσους, η Τακούλας κ’ η Κουσταντής, όντα ξισκόλ’σαν, πήγαν στα πρότα.- Τιλεύιτι[12] νια ζουή μι τα στέρφα κι τα ζ’γούργια;- Θα πάμι κι στα γαλάργια*. Ικεί σκόλαϊ η γκβέντα τ’ς, κι τα μάτια τ’ς σφάλ’ζαν. Φουσκουμπουνιασμένοι[13] σ’κώ­νουνταν, αργά, τ’ απόγιουμα. Kάποιις δρασκ’λιές παρέκει απ’ τουν ιλατιά είνι η ξιάρακας. Στου γκιρό τ’ ήταν κι αυτίνους ν’σιάνι[14]· τώρα ήταν κούσιαλου. Τα κλαργιά* κι τα κλουνάργια του ’χαν πέσει απού κιρό· μαναχά, δυο-τρία ’λατουκλώναρα κι κάνα δυο τούφις μιλός[15], απ’ του ’χαν απουμείνει, τόδουναν ψια[16] παρηγουριά. Έτσι ξιζάρκουτους[17] κι άσαρκους στέκουνταν μαραμένους η λιγόημιρους γιρουιάλατους. «Παλιά μου χρόνια κι κιροί, νιάτα μου πιρασμένα» σκέπτουνταν, κάτους έγλιπι τ’ αϊκάλλια τ’ ιλατιά. «Ικεί που είσι ήμουνα κι δω που είμι θά ’ρθεις» έλιι, αγναντεύουντα τουν ιλατιά· γιρουντουζήλιβι. Αγνάντια απ’ τουν ξιάρακα στέκιτι ζαρουμένη η αστραπουκαμένη ουξιά. Η αστραπόβουλους είχι κάψει του μ’σό τ’ς κουρμί, απ’ ’γ κουρφή μέχρι τ’ ρίζα. Τ’ς είχι πάρει τ’ μ’σή ανάσα, κ’ η φουκαριάρα πουλέμαϊ να ζήσει μ’ ιάνα πλιμόνι. Στου μπάτου απ’ του πλάι μι του χαλιά, είνι δυο μουναχουζώικα ξηρουπλατάνια. Ικεί στάλ’ζαν τα γαλαρουκόπαδα. Κάτ’ απ’ τα πλατάνια είνι η Αρκουδόβρυση· στα κανάλια τ’ς ξιδίψαγαν ούλα τα κουπάδια απ’ τ’ στάνη. Στου μπέτακα[18] που ’νι απ’ κάτ’ απ’ τ’ βρύση λημιριάζουν αϊτοί, κι γιατακιάζουν αγριόιδα. Ιάνα κουδ’λιαστό[19] μουνουπάτι χαϊδεύει του β’νί, διαβαίνουντα μέσα απ’ τα μαλλιαρά τ’ αστήθια. Κάθι ’βδουμάδα οι ζαγουρίσιις γ’ναίκις τ’ ανιβουκατέβιναν, ζαλ’κουμένις τ’ς πραμάτειις τ’ς, ’ια να πάν’ στα Γιάννινα. Στου ιάλα απ’ ’μ πόλη, ψ’λά στουν Αϊ-Ν’κόλα, τ’ς καρτέρ’γαν πώς κι πώς τα πιδιά, ’ια να πάρουν τα καλούδια απ’ τ’ς ήφιρναν.Ήταν, ακόμα, τουν παλιό κιρό, κ’ ιάνα απ’ τα μουνουπάτια τ’ς ξιν’τειά. Πουλλά πιδιά μίσιβαν στ’ Βλαχιά, σ’μ Πόλη, στου Μισίρι… Τα ξινιτ’μένα π’λιά τ’ Ζαγουριού πότ’ζαν μι του καυτό τ’ς δάκρυου του λισβό[20] τ’ χώμα. Κατάραχα στου ζάρκου είνι του τρύπιου λ’θάρι· χ’λιότρανη παλιουκιρίσια δικάρα, μπ’μένη βαθιά στ’ς σάρκις απ’ του β’νί, του ζ’ιάζει[21] στα δυο· ανιώνιου ριζ’μιό λ’θάρι. Του κουρμί τ’ είνι μακιλλειμένου απ’ τ’ς αστρουπιλέκις, απ’ πέφτουν στου καταράχι. Οι αλ’χήνις τ’ μοιάζουν μ’ αβδέλλις, απ’ τ’ς είνι κουλλ’μένις απάν’ στου μαρμαρένιου τ’ αστήθι. Του χ’μώνα η βουριάς διαβαίνει μέσα απ’ του, δίχους σουθ’κά, κουρμί τ’ λ’θαριού κι σιουράει σαν ξιχασμένους τζιουμπάνους, απ’ σαλαγάει βιαστ’κά του κουπάδ’ τ’.

 (Επεξηγήσεις: [10] Υποκοριστικό του ονόματος Προκόπης. [11] Μεσημέρι. [12] Υποφέρεται. [13] Πρησμένοι στο πρόσωπο από τον πολύ ύπνο. [14] Παλληκάρι. [15] Τούφα που φύεται παρασιτικά στον κορμό των ελατιών. [16] Λίγη. [17] Γυμνός. [18] Γκρεμό βαθύ κι απότομο. [19] Μαιανδρικό. [20] Φτωχό, άγονο. [21] Χωρίζει σε δυο περίπου ίσα μέρη.)

Πόσοι κι πόσοι τζιουμπαναραίοι δεν απάγκιασαν στ’ ρίζα τ’, κ’λλουριασμένοι μι ’γ κάπα, ξιν’χτώντα του κουπάδι! Πουλλά είνι τα τραγούδια απ’ άκ’σι απού στιρφάρ’δις. Πιτρίτις κι σιαΐνια κάθουνταν, μι τ’ς ώρις, απάν’ σ’ αυτίνου τ’ αλλόκουτου του λ’θάρι κ’ έλιγαν τα ντέρτια τ’ς κι τα παράπουνα τ’ς. Απουσταμένοι πιράτις ακούμπαγαν τ’ς πλάτις τ’ς απάν’ τ’ ’ια να ξιαπουστάσουν. Η ξαναμμένη ανάσα τ’ς ζέστινι του κουρμί τ’, κι του ίδρουτου τ’ς πότ’ζι τα ζντρίμιρα[22] κι τα πιντάνιβρα, απ’ γιένουνταν στ’ ρίζα κι στ’ς γράβις τ’. Παρέκεια απ’ του τρύπιου λ’θάρι είνι του ’κόν’σμα τ’ Αϊ-Βασίλη. Ικεί η κόσμους απ’ του β’νί άναβι του κιράκ’ τ’ κι γκβέντιαζι μι τουν άιου. Σαν σκαφίδι, απ’ τ’ απέταξαν απάν’ στ’ς ράχις, είνι η κάμπους κάτ’ απ’ τουν Αϊ-Βασίλη. Βαθιά χαρακιά στου κ’φάρι απ’ του β’νί είνι η λαγκαδιά απ’ δένει του γκόσμου τ’ μι του γκόσμου τ’ς χώρα.Του σύρραχου τιλιουμό δεν έχει. Η μίνια κουρ’φή είνι τρανύτιρη απ’ ’ν άλλη· του Μιρουτόπι, η Λαχανόκ’πους, η Πύργους, τα Στιρφόγρικα, οι Νάνις, η Τσιόγκας. Σ’ν άκρη απ’ του ζ’γό[23] η μύτ’κας απ’ του β’νί – μι τα δυο τ’ κιφάλια – βιγλίζει ’μ πόλη τ’ς κυρα-Φρουσύνη. Η Μπόλκου είναι μίνια απ’ τ’ς δυο κουρ’φάδις τ’. Πήρι τ’ όνουμα τ’ς – όπους λέει η μύθους – απ’ τ’ Γιανιώτ’σσα αρχόντ’σσα Μπόλκου. Σ’ ικειά τα τόπια βόσκαϊ τ’ς κουπές τ’ς η Καραλής. Κάθι βουλά πόβγιναν αλουγουσύρτις στα β’νά, η αμπιστ’μένους[24] έβγινι σ’γ κουρ’φή κι βάριγι τ’ φλουιάρα. Η Μπόλκου αγροίκαϊ κι έστιλι τ’ς κουρουφ’λάκοι στου β’νί. Οι κλέφτις αγροίκ’σαν τι γιένουνταν κι τ’ κουτσιούμπλιασαν του κούτσ’κου του δάχ’λου, ’ια να μην μπουρεί να βαρεί τ’ φλουιάρα. Η τζιούμπανους[25] όμους έκουψι ράγα απού μαστάρι πρατίνας, ’γ κόλλ’σι στου κουτσιουμπλιασμένου δάχ’λου κι λάλαϊ.Απ’ ’γ κουρ’φή τ’ς Μπόλκου γλέπ’ς ούλα τα β’νά. Ίσια μπρουστά η Τσιουκαρόσια, η Βαλιακάρδα κι, αχνά αχνά, η Έλυμπους. Στου δέξιου του χέρι του Πιριστέρι κ’ η Ουλύτσ’κα· στου ζέρβιου η Σμόλ’κας κ’ η Γράμους· απ’ ’μ πίσου τ’ μιριά τα β’νά τ’ς Αλβανία. Αυτίνους η τόπους είνι πνιμένους στα β’νά!

(Επεξηγήσεις:  [22] Κυκλάμινα. [23] Κορυφογραμμή. [24] Έμπιστος βοσκός. [25] Παράξενος ιδιωματισμός των Σαρ. της Βόρειας Ελλάδας.)

Ευχαριστώ θερμά τους: Γιώργο Καψάλη, Γιώργο Φυτιλή και Γρηγόρη Κυριακού για την πολύτιμη βοήθεια που μου προσέφεραν.Ευχαριστώ θερμά το Μιχάλη Λοκοβίτη, πρόεδρο του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Κιλκίς «Ο ΦΛΑ­ΜΠΟΥΡΑΣ», και το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου που στάθηκαν αρωγοί και στην προσπάθειά μου αυτή.Ευχαριστώ θερμά τους χορηγούς του βιβλίου κ.κ. Μπομπότα Βασίλειο, Γιαννούλη Παναγιώτη και Κυριάκου Ευάγγελο του Ιωάννη.
Θόδωρος Γιαννακός

Ο Θόδωρος Γιαννακός γεννήθηκε στον Ανθρακίτη Ιωαννίνων. Είναι εκπαιδευτικός και εργάζεται στο Κιλκίς. Το 1994 εξέδωσε το βιβλίο «Σαρακατσιάνικη λαλιά». Η «Σαρακατσιάνικη λαλιά» του 2009 είναι, σημαντικά εμπλουτισμένη, επανέκδοση του πρώτου βιβλί­ου.     
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ :     2341027453 - 6979316841






24 Απρ 2011

Η τελετή της Αγάπης . *


 Άλλο χαρακτηριστικό έθιμο του Πάσχα στο Ντομπρίνοβο είναι «το έθιμο της Αγάπης» πού γίνεται στη Δεύ­τερη Ανάσταση, το απόγευμα της Κυριακής. Στο τέλος της θρησκευτικής τελετής συνηθίζεται καθένας να χαιρετιέ­ται και να φιλιέται με τον παπά, και αμέσως να παίρνει πλάι εκεί σειρά, καρτερώντας όλους τούς άλλους συγχωρια­νούς του να περάσουν, να φιλήσουν και να φιληθούν σταυ­ρωτά στα μάγουλα με τούς συμπατριώτες τους και ν' αν­ταλλάξουν μαζί τους θερμές ευχές και αντευχές. Το ίδιο κάμνουν κ' οι γυναίκες ξεχωριστά στον γυναικωνίτη.
Το έθιμο αυτό γίνονταν αιτία να σκορπίσουν πολλά μικρά και μεγάλα σύννεφα, πού από μήνες είχαν μαζευτεί μόνιμα ανάμεσα σε διάφορα άτομα από μικροπαρεξηγήσεις στα κομματικά του χωριού. Το έθιμο, λοιπόν, της Αγάπης του Πάσχα ήταν μια θρησκευτική ευκαιρία για ν' αγαπή­σουν μεταξύ τους όλοι όσοι θα τύχει να έχουν ψυχρανθεί.
Οι μαλωμένοι έδιναν τά χέρια, ξεχνούσαν τις έχτρες της χρονιάς, κ' οι ψυχές «ξαναγκαλιάζονταν και συμπορεύ­ονταν σφιχτοδεμένες».
Το απόγευμα, μετά τη Δεύτερη Ανάσταση, γινόταν γενικός χορός με λαϊκά όργανα (κλαρίνα κ.λ.π.) στην κεν­τρική πλατεία του χωριού. Στο χορό αυτό έπαιρναν μέρος σχεδόν όλοι οι κάτοικοι. Οι μεγαλύτεροι στην ηλικία άντρες έσερναν πρώτοι το χορό κι ακολουθούσαν οι νεώτεροι. Οι γυναίκες, όσες ήσαν παντρεμένες και είχαν τούς άντρες τους στο χωριό, (ενώ εκείνες πού οι άντρες τους ήταν στα ξένα δεν έβγαιναν στο Μεσοχώρι), έπαιρναν σειρά σύμφωνα με τα χρόνια πού ήταν παντρεμένες, ασχέτως ηλικίας, και τα κορίτσια έπαιρναν σειρά σύμφωνα με τα χρόνια της ηλι­κίας τους. Εκεί ήταν εύκολο να εξακριβώσει κανείς την ηλικία κάθε κοριτσιού. Εάν ο αριθμός των χορευτών ήταν μεγάλος, τότε γίνονταν δύο χοροί, ένας των ανδρών και ένας των γυναικών.
Ήταν ένα θέαμα γραφικότατο μεγαλοπρεπές. Ό χορός συνεχίζονταν και τη νύχτα στ' αλώνια του Νίκου Θόδωρου, Γάτου κ.ά., απ' τα κορίτσια με τραγούδια, χωρίς όργανα.

* Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ν. Έξαρχου με τίτλο "Το Ντομπρίνοβο" και η φωτογραφία από τη σελίδα iliochori.eu

23 Απρ 2011

Το Πάσχα στο Ηλιοχώρι ! *


Κυριακή του Πάσχα

Η προετοιμασία για το Πάσχα άρχιζε από το Σάββα­το του Λαζάρου. Στην μνήμη του οι γυναίκες ζύμωναν ειδικά κουλουράκια πού τα ονόμαζαν «λαζαράκια» και τα μοίραζαν στα παιδιά, τα όποια γύριζαν στο χωριό τραγου­δώντας τον «Λάζαρο».
"Όλα τα σπίτια δέχονταν με μεγάλη ευχαρίστηση τα παιδιά, γιατί το είχαν σε καλό πάντα τις άγιες μέρες να πρωτομπαίνουν παιδιά στο σπίτι και τα κερνούσαν με χρή­ματα και τούς έδιναν κουλουράκια και καρύδια. Αμέσως μετά άρχιζαν τα παινέματα, ανάλογα με την οικογένεια του νοικοκύρη, πότε για το παλληκάρι, πότε για την κοπέλα, και πότε για την ίδια την κυρά του σπιτιού ή για τον άνδρα απ' τα ξένα.

Πάσχα

Κανένας περιορισμός δεν υπήρχε επί τουρκοκρατίας για την ώρα της Αναστάσεως του Χριστού. Συνήθως γί­νονταν κατά την 5ην πρωινή. Εάν ο καιρός επέτρεπε, η Ανάσταση γίνονταν στην πλατεία, κάτωθι του μεγάλου πλατάνου όπου στήνονταν ή εξέδρα. Οι άνδρες με τα όπλα χαιρέτιζαν το «Χριστός Ανέστη» και εν συνεχεία ολόκλη­ρο το χωριό ηχούσε από τούς πυροβολισμούς.
Όταν γυρίζουν στην εκκλησία, η πόρτα είναι κλειστή. Όχι όμως και κλειδωμένη· πίσω απ' την πόρτα ήταν ο γεροντότερος από τούς επιτρόπους και παρίστανε τον Άδη, τον ακόρεστο και τον ανελέητο Άδη! Απ' έξω ο παπάς παρίστανε το Χριστό. Ο ΄Αδης δεν ήθελε με κανένα τρό­πο να δεχθεί το νέο επισκέπτη του. Προαισθανόταν ότι με την Ανάσταση του θα αναστήσει και τούς άλλους, κ' έτσι θα χάσει αυτός την κραταιά «νίκη του». Γινόταν λοιπόν τις στιγμές εκείνες ένας τυπικός διάλογος με το «Άρατε πύλας». Ο παπάς λέει και το επαναλαμβάνει τρεις φορές: «Κύριος κραταιός και δυνατός. Άρατε πύλας, επάρθητε αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης.» Και ο ΄Αδης από μέσα τρεις φορές: «Τίς έστιν ούτος ό βασιλεύς της δόξης;» Και τέλος ο παπάς με δυνατή κλωτσιά άνοιγε βιαστι­κά την πόρτα και ορμούσε θριαμβευτής μέσα, λέγοντας με δυνατή φωνή:
«Ούτος έστιν ό βασιλεύς της Δόξης!»

Γενικό έθιμο είναι να φέρουν από την εκκλησία στο σπίτι τους το «άγιο φώς». Σ' όλο το διάστημα της μετα­φοράς του, σ' όλο το δρόμο ώσπου να φτάσουν στο σπίτι, φροντίζουν την λαμπάδα με πολλή στοργή και με αντίστοι­χη αγωνία μήπως και τούς σβήσει. Μπαίνοντας μέσα στο σπίτι, δεν λησμονούν με τη μουτζούρα πού βγάζει ο καπνός της αναστάσιμης λαμπάδας να φτιάξουν πάνω στ' ανώφλι της πόρτας του σπιτιού ένα σταυρό. Συνηθίζουν επίσης να ζυγώνουν την αναμμένη λαμπάδα στα ζώα του στάβλου και στα δένδρα του κήπου. Τα καρπερά δένδρα τα χαιρετούν με το χαιρετισμό: «Χριστός ανέστη, δένδρα μου!» Τ' άκαρπα, ζυγώνουν την λαμπάδα, τα φοβερίζουν ότι θα τα κάψουν ή να τα κόψουν, αν δεν κάμουν καρπό. Το ίδιο στα ζώα, ζυγώνουν κοντά την αναμμένη λαμπάδα και τα καίνε λίγο, τα «καψαλίζουν». Αυτό δίνει για το νέο χρόνο υγεία, ευτυχία, γούρι. Γούρι ακόμη θεωρούν, αν θα καψαλιστή κανείς κατά τύχη με το «άγιο φως» την ώρα της τελετής στην εκκλησία.

Μία ακόμη ιδιότυπη ντομπρινοβίτικη, καθαρά ελληνι­κή, κατηγορία πασχαλινών εθίμων ειν' αυτή με τα κουλού­ρια, τα τσουρέκια, τα κόκκινα αβγά και τις μεγάλες κουλού­ρες, αυτές πού έχουν κόκκινο αβγό πάνω στο κέντρο του σταυρού. Τα κόκκινα αβγά και τα κουλούρια είναι τα ιερότερα δώρα πού συνηθίζουν να χαρίζουν το Πάσχα ο ένας στον άλλο. Περικλείουν το συμβολικό νόημα της ευτυχίας, ακριβώς της ίδιας εκείνης πού την εκφράζουν οι λόγοι και οι ευχές, με τις όποιες συνοδεύουμε το χάρισμα τους.
Τέτοια δώρα, μαζί με την λαμπάδα του μικρού, χαρί­ζει και η νουνά ή ο νουνός στον αναδεξιμιό τους. Τέτοια δώρα με κόκκινα αβγά ανταλλάσσονται συμβολικά με τούς επισκέπτες των σπιτιών, φίλους και συγγενείς. Τέτοια βά­ζουν ακόμη και στους τάφους των νεκρών, τη Δευτέρα του Πάσχα, πλάι στον ξύλινο σταυρό τους. (Το αρνί πού θα σφαχτεί το Πάσχα, ξεχωρίζεται πριν ένα-δύο μήνες από την κάθε οικογένεια.)



*  Το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από το βιβλίο του  Ν. Έξαρχου με τίτλο "Το Ντομπρίνοβο" ενώ η φωτογραφία είναι από τη σελίδα iliochori.eu

21 Απρ 2011

Η Μεγάλη Πέμπτη και ο Επιτάφιος τα παλαιότερα χρόνια στο Ηλιοχώρι. *


Μεγάλη Πέμπτη

Την ήμερα αυτή όλα τα σπίτια έβαφαν αυγά και ζύ­μωναν και τα πασχαλινά κουλούρια από καλό σταρένιο αλεύρι. Η κουλούρα ήταν ένα μικρό ψωμί, πού στη μέση τού 'βαζαν ένα κόκκινο αβγό. Αυτά τα δίναν οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους την ήμερα του Πάσχα, κ' οι νουνές στα αναδεχτούρια τους, την ημέρα πού θα πήγαιναν στο σπίτι να πουν τα χρόνια τα πολλά και να φιλήσουν και το χέρι όλων των μεγαλυτέρων.
 
Ο Επιτάφιος

Από το πρωί, αμέσως μετά την Αποκαθήλωση, φέρ­νουν τον Επιτάφιο στη μέση της εκκλησίας και αποθέτουν μέσα εκεί το χρυσοκέντητο ύφασμα όπου παριστάνεται το σώμα του νεκρού Ιησού. Οι νέες και οι νέοι του χωρίου αρχίζουν τότε, μέσα στο κέντρο της εκκλησίας, το στόλι­σμα του Επιταφίου. Καθένας πού θα έλθει θα φέρει μπουκέτα τα τριαντάφυλλα και κάθε λογής μυριστικά. Γενικώς κυριαρχούν τα χρωματιστά λουλούδια, μικρά και μεγάλα, ιδίως άσπρα και κόκκινα. Όσην ώρα διαρκεί το στόλισμα, και ιδίως κατόπιν ως το βράδυ πού θ' αρχίσει ή Ακολου­θία, δεξιά κι αριστερά στα στασίδια των ψαλτάδων χοροί από νέους ψάλλουν στροφές από τη «Ζωή έν Τάφω» το «Άξιον έστι» και το «Αί γενεαί πάσαι». Όλη την ήμερα κόσμος πολύς έρχεται να προσκύνηση. Οι μανάδες φέρνουν τα μικρά παιδιά τους και τα οδηγούν να περάσουν μια ή τρεις φορές κάτω απ' τον Επιτάφιο, για να πάρουν έτσι κάτι πιο πολύ από τη χάρη του. Αργά το βράδυ, παλαιό­τερα μετά τα μεσάνυχτα, παπάς, ψάλτες και όλος ό κόσμος παίρνουν τον Επιτάφιο και κάνουν τη λιτανεία περιφέρον­τας τον γύρω απ' τό νεκροταφείο.   "Έβγαιναν από την πίσω πόρτα της εκκλησίας στην οικία Ράικου κι από ‘κει ακολουθούσαν το δρόμο από τα σπίτια Καφέτσιου, Πηλικούδα, Νίκου Θόδωρου και γύριζαν στο Μεσοχώρι. Απ' τις μεγάλες λαμπάδες πού κρατάει ό κόσμος, είσαι βέβαιος ότι πρόκειται για ευλαβική κηδεία. Στα παράθυρα και τα μπαλ­κόνια των σπιτιών, πού είναι ολόγυρα απ' την εκκλησιά, σειρά τ' αναμμένα κεριά και τα λιβανιστήρια.
Μπροστά στις αυλόπορτες, οι νοικοκυρές έχουν από νωρίς κάμει θράκα, και την ώρα πού θα περάσει ο Επιτά­φιος ρίχνουν χούφτες επάνω το μοσχολίβανο και μοσχοβο­λάει ο τόπος.
"Όταν γυρνούν πίσω στην εκκλησία, γίνεται για τούς μεγάλους ότι έγινε την ήμερα για τα μικρά παιδιά. Μπρο­στά, δηλαδή, στην πόρτα της εκκλησίας, όσοι κρατούν τον Επιτάφιο, μαζί με τον ιερέα, τον σηκώνουν ψηλά, και όλος ό κόσμος τότε περνάει από κάτω και μπαίνει μέσα.

* Το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ν. Έξαρχου με τίτλο "Το Ντομπρίνοβο" ενώ οι φωτογραφίες είναι από τη σελίδα iliochori.eu

2 Απρ 2011

«Απρίλης μοσχομύρης γελαστός και καλομοίρης» *

Έτσι λένε για τον Απρίλη. Τούτο το μήνα μοσχοβολάει η γη από τις φουντωμένες πρασινάδες και τα λουλούδια. Τούτο τον μήνα γεννούν τα πουλιά και κλωσούν τ’ αβγά τους. Μονάχα η πλουμιστή πετροπέρδικα,
«ως τ' Απριλίου τις δεκοκτώ μπορεί να ψοφήσει πά' στ' αβγό».
Γιατί δεν το ‘χει σε τίποτε ο Απρίλης, μέσα στις καλοκαιριές του ν’ αναποδιάσει, να κάνη κρύο, να φέρει και χιόνια ακόμα. Όποτε, με το δίκιο μας, θα του πούμε «να πρηστεί και να σκάση»!
Όμως, «ο Απρίλης κι αν χιονίσει-, καλοκαίρι θα μυρίσει», κι όλα μαζί, χορτάρια, λουλούδια, πουλιά και δέντρα «ανοίγουν».
Η Άνοιξη θρονιάζεται για καλά τον Απρίλη μήνα στη γη.
Παλαιότερα χρόνια στέλναν την πρωταπριλιά στους φίλους τους διάφορα ψεύτικα δώρα, όπως έκαναν οι αρχαίοι, τότε που ο Απρίλης, ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου.
Εδώ στα χωριά μας, στις απόμακρες από το κέντρο ελληνικές γωνιές, βλέπουμε πόσο οι άνθρωποι διατηρούν τα περισσότερα από τα παλιά έθιμα.
Δεν τ' απολησμονούν γιατί είναι βαθιά ριζωμένα μέσα στην ψυχή τους, είναι η ίδια η ζωή τους.
Αξίζει όμως να θυμηθούμε και τις κούνιες που συνήθιζαν να κάνουν στα δέντρα, έθιμο αρχαίο. Το κούνημα σ' αυτές τις «αιώρες» εξηγείται σαν καθαρμός ανοιξιάτικος, δηλαδή σαν απαλλαγή από τα κακά πού απειλούν τον άνθρωπο το καλοκαίρι. 
Η κούνια έπρεπε να γίνει στο χωριό, στο δέντρο που θα βλάστηση, όχι στο ξερό. Κουνιούνταν τ' αγόρια και τα κορίτσια του Ντομπρίνοβου ξεχωριστά στους μαχαλάδες τους, ενώ τραγουδούσαν τραγούδια της κούνιας:
«Κουνήσετε τις όμορφες κουνήσετε τις άσπρες, κουνήσετε τις κερασιές που 'ναι άνθους γεμάτες!»


Τέτοιον καιρό οι γυναίκες και τα κορίτσια του χωρίου πήγαιναν και τσάπιζαν τ’  αμπέλια, γιατί το αμπέλι θέλει πολύ φροντίδα, η γη θέλει κόπο πολύ και ιδρώτα.
Αν δεν το φροντίσουν το αμπέλι τώρα τον Απρίλη, δε θα δώσει καρπό.
Στην τοποθεσία «Ράια» σώζονταν μέχρι του έτους 1940 σε καλή κατάσταση το αμπέλι του Ιωάννου Καπούτσιου (Τσιρκέζου), ενώ τ’  άλλα αμπέλια είχαν καταστραφεί απ’  την εγκατάλειψη.
Την ήμερα του Αγίου Γεωργίου οι τσομπάνηδες και οι γελαδάρηδες κλείνουν τις συμφωνίες με τους χωριανούς, γιατί το κτηνοτροφικό έτος αρχίζει από την ήμερα του Άγιου Γεωργίου, μήνα Απρίλη, και τελειώνει την ήμερα του Αγίου Δημητρίου, μήνα Οκτώβρη.

* Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ν. Εξάρχου «Το Ντομπρίνοβο»
ΠΗΓΗ:  www.iliochori.eu

28 Μαρ 2011

Γεώργιος Αθάνας (1893-1987)


Ο Γεώργιος Αθάνας, φιλολογικό ψευδώνυμο του Γεωργίου Αθανασιάδη Νόβα, είναι ο γνωστός σε όλους μας  λογοτέχνης, ακαδημαϊκός και πολιτικός. Γεννήθηκε στη Ναύπακτο το 1893.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάσθηκε ως δικηγόρος. Τον Ιούλιο του 1965 διετέλεσε για λίγο Πρωθυπουργός και Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Στεφανόπουλου το 1966, πρόεδρος και αντιπρόεδρος της Βουλής, Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας πολλές περιόδους από το 1926 έως το 1964 και 5 φορές Υπουργός (Εσωτερικών, Παιδείας, Βιομηχανίας, Προεδρίας) και Ακαδημαϊκός από το 1955.
Αυτό όμως που δεν γνωρίζουμε οι περισσότεροι είναι ότι ο Γεώργιος Αθάνας έλκει την καταγωγή του από το Ζαγόρι. Συγκεκριμένα, ο προσπάππος του Παναγιώτης Νόβας καταγόταν από την Κάτω Βίτσα ενώ η προγιαγιά του Χρυσή Παν. Νόβα, η οποία ήταν συγγενής των Μεγάλων ευεργετών Ριζάρηδων, ήταν από το Μονοδέντρι. Τον καιρό που η ληστρική πλεονεξία του Αλή Πασά υποχρέωνε τους Ηπειρώτες να ξενητευθούν, ο Παναγιώτης Νόβας και ο αδερφός του Αλέξης εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία και ασχολήθηκαν με εμπορικές δραστηριότητες. Το 1829 εγκαταστάθηκαν στην Ναύπακτο. Εκεί αργότερα μετέβη και ο Γεώργιος Αθανασιάδης, καταγόμενος από τη Λεφτοκαρυά Ζαγορίου, ο οποίος παντρεύτηκε τη Βασιλική, μοναχοκόρη του Παναγιώτη Νόβα και μπήκε σώγαμπρος στο Νοβέϊκο. Γιός του υπήρξε ο Θεμιστοκλής, ο πατέρας του ποιητή Γ. Αθάνα.
Έργα του:
Ποιήματα
  • Πρωινό ξεκίνημα 1919
  • Αγάπη στον Έπαχτο 1922
  • Καιρός πολέμου 1924
  • Ειρμός 1929
  • Δροσεροί καημοί 1938
  • Τραγούδια των βουνών 1953
  • Ευδοκία 1955
  • Τίμια δώρα 1969
  • Αστέγνωτο δάκρυ 1971
  • Αίνος και Θρήνος 1972
  • Μονοκονδυλιές 1975
  • Τραγούδια των βουνών 1981
Νουβέλα
  • Το πράσινο καπέλο 1923
Διηγήματα
  • Δέκα έρωτες 1925
  • Απλοϊκές ψυχές 1929
  • Βαθιές ρίζες 1968
Σημείωση: Οι πληροφορίες είναι από κείμενο που βρήκα στη σελίδα www.vitsa.gr και το οποίο επιμελήθηκε ο Στάθης Π. Βασδέκης.

9 Μαρ 2011

Εκδήλωση στην Πρέβεζα για την παρουσίαση του βιβλίου "Γνωριμία....με το Ζαγόρι"


Το Σάββατο 12-3-2011 και ώρα 22.00΄, στην αίθουσα τέχνης Θεοφάνειος, στην πόλη της Πρέβεζας, θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου της Νεκταρίας Ζαγοριανάκου «Γνωριμία… με το Ζαγόρι» καθώς επίσης και του βιβλίου «Δωδώνη» των Γ. Παπαδόπουλου, Κ. Παππά, Γ. Λώλου.
Η βραδιά θα ξεκινήσει με τη χορωδία της Πρέβεζας και θα τη συντονίσει ο κος Ιωάννης Καπώνης, πρόεδρος της Αντικαρκινικής Εταιρείας.
Τα βιβλία θα παρουσιάσει ο λογοτέχνης κος Βλαχοπάνος.
Κλαρίνο θα παίξει ο μαθητής του κου Καψάλη, κος Γ. Νάσσης.

6 Μαρ 2011

Οι Απόκριες

Στην ποιητική συλλογή του Μενέλαου Στ. Κικόπουλου με τον τίτλο "Της πέτρας ανθοί" διάβασα ένα πολύ ωραίο ποίημα με τον τίτλο "Οι απόκριες".
 Ο ποιητής, μέσα από τους στίχους του, περιγράφει τα έθιμα της αποκριάς στο χωριό του, τον Ελαφότοπο Ζαγορίου,  έθιμα τα οποία ήταν λίγο πολύ ίδια σε όλα τα Ζαγοροχώρια. 
Ας διαβάσουμε λοιπόν το συγκεκριμένο ποίημα κι ας ζήσουμε κι εμείς νοερά τις απόκριες των παλαιότερων χρόνων στον Ελαφότοπο :  

Οι Απόκριες
«Άϊστε παιδιά για ξύλα
κοπέλες για μανούσια
γερόντοι για παλούκια
γριές για παλιοσκούτια».

Αποκριάς η Κυριακή στο ακριβό χωριό μας
ευωδιάζει η γάστρα μας εκεί στο μαγειριό μας,
ροδίζει η κρεατόπιτα, που 'πλασε η κυρά μας,
τα νόστιμα της τα φελιά στο γεύμα η χαρά μας.

Το δειλινό θενά ' βγούνε στις στράτες, τα σοκάκια
οι προσωπίδες πρόσχαρες, με γάνες για μουστάκια,
θα πάρουν σβάρνα το χωριό, θα μπουν σ' όλα τα σπίτια, 
ντυμένες παρδαλά σκουτιά, κορδέλες και σιρίτια.

Θα κεραστούν γλυκά, ποτά, θα πιουν, θα γλυκαθούνε,
θα τραγουδήσουν, θα χαρούν και θα μερακλωθούνε.
Το γλέντι τους και ο χορός στις σάλες, τους οντάδες
 ως πέρα απ' τα μεσάνυχτα αχούν στους μαχαλάδες.

Την Κυριακή της Τυρινής τυρόπιτα στο σφρα μας,
με τον καλό το λόγο μας, της νύχτας της η στια μας,
το χάψαρο με τα αυγά χαρά για τα παιδιά μας
κι αγάπης τα τραπέζια μας με τ' ακριβά φαγιά μας.


Στα δείπνα της αγάπης τους οι χωριανοί καλούσαν
τους συγγενείς, τους φίλους τους, τους γείτονες ακόμα
 κι ως έτρωγαν κι ως έπιναν τις έχθρες τους ξεχνούσαν
κι αγαπημένοι πρόσμεναν της Πασχαλιάς το γιόμα.

Στο μεσοχώρι απόμερα ανάβει η φωτιά μας,
που μάζεψαν τα ξύλα της οι νιοι και τα παιδιά μας' 
τριγύρω στην τρανή πυρά χορεύουν, τραγουδάνε
οι προσωπίδες και οι νιες κι οι νιοι που τουφεκάνε.

Της εορτής κορύφωμα οι ευτράπελες καντάδες,
οι τσουχτερές οι σάτιρες κι οι τολμηρές αφ' σκιές μας, 
που πίσω από τη μάσκα τους τολμούσαν μασκαράδες, 
να βγάλουνε στη φόρα μας, να τις χαρούν κυρές μας.

1 Φεβ 2011

Χειμωνιάτικη μέρα στο «παλαιό» Ζαγοροχώρι


  Το δειλινό φυσούσε δυνατός άνεμος! Το απογευματάκι ο αέρας καταλάγιασε κι ο καιρός μαλάκωσε. Ξαφνικά, από το γκρίζο ουρανό, άρχισαν να πέφτουν ψιλές - φιλές νιφάδες! Σε λίγο πύκνωσαν, δυνάμωσαν και γρήγορα - γρήγορα άρχισαν να κουκουλώνουν τη γη, μ έναν άσπρο - κάτασπρο, χνουδάτο, απαλό πέπλο!
Το Ζαγοροχώρι, ριζωμένο στην πλαγιά του βουνού, στην άκρη του δάσους, στέκεται βουβό κι άλαλο! Πριν φέξει οι νιφάδες αραίωσαν και σε λίγο το χιόνι σταμάτησε.
 Χαράματα! Το χωριό άρχισε ν’ αναδεύεται. Από τους πέτρινους, ψηλόκορμους καπνοδόχους υψώθηκαν κλωθογυρισμένοι, καμαρωτοί, γκριζόμαυροι καπνοί προς το συννεφιασμένο, μουντό ουρανό!
Το τζάκι του γερο - Νίκου, γιομάτο κούτσουρα και κουφαλόκορμους λαμποκοπάει κι οι φλόγες - πύρινες κυματιστές γλώσσες - ανεβαίνουν και χάνονται στο κούφωμα του τοίχου!
Δίπλα στη φωτιά, στο παραγώνι, κάθεται ο γέροντας και με τη μασιά συδαυλίζει τα πυρακτωμένα κούτσουρα, να κάνουν θράκα, γιο να ψήσει το πρωινό του παστρομά.
Δίπλα του η τσιότρα με το κοκκινέλι τον περιμένει! Στ’ αντίθετο παραγώνι, κάθεται η Νικόλαινα και γνέθει το μαλλί.
Να, κι ο χοντρόγατος ο τεμπέλης, πλησιάζει το τζάκι, ξεροτεντώνεται, κουλουριάζεται ανάμεσα στα δυο γερόντια, και το ρυθμικό ροχάλισμά του ακούγεται σ όλο το χειμωνιάτικο οντά.
Η λεβεντόκορμη, κοκκινομάγουλη νύφη τους κατεβαίνει στο κατώι να ταΐσει τα ζωντανά, ενώ ο γιος τους ο λεβέντης, με το φτυάρι στο χέρι παραμερίζει δεξιόζερβα το χιόνι κι ανοίγει δρόμο προς το μαγειρειό.
Στη καλύβα του Νικόλα του γελαδάρη, ο βοριάς, παρασέρνοντας ψιλό - ψιλό σπειρωτό χιόνι, όρμησε ακάθεκτα τη νύχτα, από τη ρημαγμένη στέγη, δρασκέλησε μ΄ ευκολία το κατώφλι της πόρτας, χώθηκε από το σπασμένο τζάμι, κι αφού πασπάλισε όλη τη χαμοκέλα μάργωσε τα παιδιά του, τη χαρά του! Ο Νικόλας σηκώθηκε στούπωσε το παράθυρο με το σπασμένο τζάμι, με μια ξεθωριασμένη βελέντζα και η γυναίκα του έριξε μια ολόκληρη αγκαλιά ξύλα στο τζάκι.
Έξω το χιόνι τα σκέπασε όλα: τις πλακοσκεπασμένες στέγες των σπιτιών, τα μαγειρειά, τις αχυρώνες, τα κοτέτσια, τους αγκαθωτούς φράχτες, τις ξυλοθημωνιές, την κουκούλα του καμπαναριού, ακόμα και τις κορυφές των πασσάλων στ΄ αλώνια!
Οι δρόμοι εξαφανίστηκαν, τα ρεματάκια ισοπεδώθηκαν.
Η καμπάνα του χωριού σήμερα δεν ακούστηκε να καλεί τους μαθητές στο σχολειό.
Όλη η πλάση κοιμάται ήσυχα κάτω από το κάτασπρο θερμό πέπλο του χειμώνα!
Μονάχα ο γερο - πλάτανος όρθιος και στητός, στη μέση του χωριού, αντιπαλεύει με πείσμα το μανιασμένο βορά και του ψιθυρίζει:
Βόριά! Άκουσε και σκέψου:

      Όσο κι αν μανιάζεις κι όσο κι αν μουγκρίζεις
      το γερο – πλάτανο μάθετο δεν τον γκρεμίζεις
      Φύγε! του κάκου τριγυρίζεις!
      Οι ρίζες μου είναι βαθιά-βαθιά μπηγμένες
       στη γη την πατρική
      Κι οι κλώνοι μου περήφανα
Αντιπαλεύουν τη δική σου ορμή.

Έφεξε! Τα πουλιά και τα ζώα αναταράχτηκαν.
Να, κάτω από τις αστρέχες, που το χώμα είναι στεγνό, στέκει στο ένα πόδι ο κόκορας, ζαρωμένος και με την ουρά κατεβασμένη. Γύρω του ένα σωρό μαζεύτηκαν οι κότες, κουβαριασμένες, σκεφτικές, κινούν και μισοκλείνουν τα μικρά τους μάτια.
Ο κότσυφας βγήκε τρομαγμένος από τους βάτους, χοροπήδησε δεξιόζερβα, μήπως βρει κάτι να τσιμπήσει, τίναξε τα φτερά του, σκάλισε, για λίγο, το χιόνι με την κόκκινη μυτίτσα του κι έτρεξε να χωθεί στη φωλίτσα του με το τσιτσίρισμά του:
Κάνει κρύο κάνει τσίφι
για το δόλιο το κοτσύφι!
Ο τρυποφράκτης βγήκε, καμαρωτός - καμαρωτός, από το αγκαθόβατο, κάθισε πάνω σε μια χιονισμένη βεργούλα, τέντωσε 

30 Ιαν 2011

Οι Κομπογιαννίτες και τα βότανα τους *

«Καλός γιατρός πουλώ ζωή, ποιος θέλει να πάρει, ποιος θα πάρει. Ήρθε ο γιατρός, ήρθε ο εξοχώτατος, ο μέγας χειρούργος».
Με αυτό το πάνδημο και πανηγυρικό καλωσόρισμα, μέσα σε χαλασμό από τυμπανοκρουσίες, ζουρνάδες και χλιμιντρίσματα, έμπαιναν στα χωριά οι Βικογιατροί, ή αλλιώς ματσουκάδες ή σακουλαραίοι ή -στην πιο διάσημη ονομασία τους- κομπογιαννίτες. Οι εμπειρικοί αυτοί «γιατροί» μαρτυρούνται για πρώτη φορά στην Ελλάδα γύρω στα 1670. Από τον θαυμασμό των πρώτων περιηγητών για τις ικανότητες τους οι κομπογιαννίτες και οι πρακτικές τους άρχισαν σταδιακά να περιέρχονται στη λαϊκή χλεύη. Όμως τα «μαγικά» τους βοτάνια επιβίωσαν στην ελληνική γη, χρησιμοποιούμενα άλλοτε ως παραϊατρικά σκευάσματα και καμιά φορά ακόμη και ως συστατικά της φαρμακευτικής βιομηχανίας. Τους Βικογιατρούς ή κομπογιαννίτες του Ζαγορίου εντοπίζει στις περιηγήσεις του ο Πουκεβίλ, στα τέλη του 18ου αιώνα. Τον εντυπωσιάζουν οι ικανότητες τους, καθώς και ο τρόπος που μπολιάζουν την τέχνη τους από γενιά σε γενιά: «Οι πατέρες μεταβιβάζουν στα παιδιά τους ή και σε μαθητές που προσκολλώνται σε αυτούς ως υπηρέτες, την πρακτική μερικών χειρουργικών εργασιών (...) με τέτοια επιτυχία και επιδεξιότητα, ώστε μπορούν να εκπλήξουν και τους πιο ικανούς χειρουργούς. Διακρίνονται προ πάντων στις περιεσφιγμένες κήλες ή στις κήλες που έγιναν ενοχλητικές εξαιτίας του βάρους των. Άλλοι ξέρουν να χειρουργούν τον καταρράκτη διά πιέσεως και οι πιο ικανοί χρησιμοποιούν λιθοτομία. Αναφέρω πράγματα που είδα. Οι αμαθείς χειρουργοί του Ζαγορίου δεν δημιουργούν περισσότερα θύματα από όσα πολλοί σημερινοί πτυχιούχοι επιστήμονες». Εξίσου τολμηρός, ο Γάλλος αρχαιολόγος Αλμπέρ Ντιμόν, αρκετά 

28 Ιαν 2011

Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου.

Σκουρογιάννης. Ο Ντομπρινοβίτης ήρωας του σπουδαίου μυθιστορήματος «Το διπλό βιβλίο», του Γιαννιώτη συγγραφέα Δημήτρη Χατζή. Ο μετανάστης Σκουρογιάννης που ζει με το όνειρο της επιστροφής στο χωριό μας. Ένας άνθρωπος που όπως χαρακτηριστικά λέει ο συγγραφέας είναι: «από τους ανθρώπους εκείνους που δεν το λιανίζουνε τ' όνειρο τους, το θέλουν ακέριο, σωστό, μια και καλή, το φκιάχνουνε μέσα τους, το στήνουνε, το δουλεύουν και ξέρουν, μπορούνε να την καρτερούνε την ώρα του»….
Μόνο που σαν φθάσει αυτή η ευλογημένη ώρα, ο Σκουρογιάννης θυμίζοντας ήρωες αρχαίων χρόνων «ζει» την εξέλιξη της ιστορίας του με τραγικό τρόπο. 
Από αυτό το βιβλίο του Δημήτρη Χατζή διαλέξαμε να μεταφέρουμε εδώ το έκτο κεφάλαιο του, με τίτλο «Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου», που η ιστορία κυρίως διαδραματίζεται στο χωριό μας:

«Ο Σκουρογιάννης  μας χαιρέτησε, μας αποχαιρέτησε προχτές. Γύρισε στην πατρίδα.

Κάπου-κάπου μέσα στη δική μου την ιστορία έχω πει και γι’ αυτόν δυο λόγια, ποιος ήταν. Από τους παλιούς μετανάστες, εκείνους της πρώτης μεγάλης φουρνιάς, έμεινε είκοσι χρόνια εδώ. Με το συμβόλαιο κ' έκοβε σύρματα—συρματόσκοινα στην ΑΕΓΚ. Ένας σιδερένιος μπάγκος με το μαχαίρι, στέκεσαι μπροστά—δε χρειάζονται μπράτσα, τέχνη, μυαλό, τίποτα δε χρειάζεται, να κόβεις μονάχα. Ώρες οχτώμιση κάθε μέρα, μισή ώρα διάλειμμα για το μεσημέρι—και σου τα μετρούν με τη νόρμα.— «Να τα βάλεις συνέχεια, φτάνουν πάνω από σαράντα φορές Στουτγκάρτη - Ντομπρίνοβο τα σύρματα πού 'κοψα»—είπε μια μέρα στο ελληνικό καφενείο.
Άλλο τίποτα δεν έκανε, δε χρειάστηκε να κάνει, δεν είχε να κάνει και δε μπορούσε να κάνει. Κοιμήθηκε χρόνια μαζί με τους άλλους σε κείνα τα κοινόβια, τα «χάιμ» πού λένε, κοιμήθηκε κάποιον καιρό και στο δωμάτιο το δικό μου, ξαναγύρισε στα «χάιμ», ξαναπήρε κάποτε κάποιο δωμάτιο με κάποιους άλλους—που θα πει πως κατοικιό δικό του δεν είχε—κάπως έτσι σα να ΄ταν περαστικός. Είκοσι χρόνια περαστικός. Έφαγε το μεσημέρι στις 

20 Ιαν 2011

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ (ή Ελεγείο και Αίνος)

Ένα κείμενο του Κώστα  Τριανταφυλλίδη

Εδώ και πολλά χρόνια - σωτήριον έτος 1989 - είχα την αγαθή τύχη να επισκεφθώ ένα από τα πιο ευαίσθητα και «σταυρωμένα» σημεία του ελληνικού χώρου. Τα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου λέγω. Και αποκαλώ τον τόπο «σταυρωμένο», και γιατί σταυρός ήταν πάντοτε η μοίρα του και γιατί διασταυρώνονται σ' αυτόν μερικά από τα εγγενέστερα και αυθεντικότερα στοιχεία του ελληνικού ύφους. Δεν είναι η ώρα να μιλήσουμε για την ιστορία του· ούτε για την τεράστια προσφορά του στην ελληνική Παιδεία. Αυτά άλλοτε, θα κάνουμε όμως λόγο για ένα πολύ απτό στοιχείο, που είναι η έκφραση του και η «δόξα» του: την πέτρα. Γιατί η πέτρα στο Ζαγόρι -και σε μερικά «μαστοροχώρια» της Ηπείρου- είναι μια ύλη με σπάνια εκφραστικότητα και με αιδήμονα ομορφιά. Δεν είναι απλώς το υλικό, είναι το «μυστικό» του τόπου. Μ' αυτήν ο μάστορας, αυτός ο μάγος, πέτυχε να εκβιάσει την αδρανή μάζα και να την κάνει εύπλαστη - να την κάνει «μουσική». Έτσι στα χέρια του το βαρύ και άμορφο υλικό έγινε το όργανο που «τα λέει όλα». Μπορεί να πει λόγους που δεν λέμε, να βγάλει ήχους ανάκουστους, να πάρει σχήματα, που έρχονται κατ' ευθείαν από το μύθο και το συλλογικό μας υποσυνείδητο. Εδώ η γωνία ενός αρχοντικού σκίζει με την κάθετη βούληση της το χώρο. Και δίνει ένα απλό, όσο και εύγλωττο, μάθημα αποφασιστικότητας – και ευθυγραμμίας. Εκεί μια ολόγλυφη κρήνη κλαίει ή μελωδεί (που για τη χαρμολύπη των χωριών μας είναι το ίδιο πράγμα) τη μοίρα του τόπου. Παραπέρα ένα λιθανάγλυφο, με την αδρή παρασημαντική των πλουμιδιών και των ποικιλμάτων του, ιστορεί τη διαιώνια ελληνική «περιπέτεια». Γιατί και η ιστορία μας -με τις χρονολογίες, τις μορφές και τα λογής θυμητικά- μου φαίνεται πως είναι πολύ εύγλωττα γραμμένη πάνω σ' αυτές τις πέτρες. Αλλά η πέτρα του Ζαγορίου έχει κι έναν άλλο χαρακτήρα, είναι όπως είναι. Καμιά προσπάθεια να αποκρύβει το υλικό ή να προσποιηθεί το έτερον. Κι αυτή η ταχτική, πέρα από την αισθητική της αξία, αποκαλύπτει και μιαν άλλη, υπαρκτική θα έλεγα, στάση: δείχνει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου στις δυνατότητες του υλικού κόσμου. Είναι μια κατάφαση και μια αποδοχή της κοσμιότητας και της ιερότητας (!) των πραγμάτων. Ο άνθρωπος απο-δέχεται (ή υπο-δέχεται) τον κόσμο, όπως είναι, κι αφού τον κοσμήσει με τα έργο των χεριών του, τον χαρίζει ως ωραίον κάλλει!

Πουθενά αλλού, όσο στο Ζαγόρι, δεν χάρηκα την αισθητική αξία της ξερολιθιάς. Και μου θύμισε τούτη η δομική της ειλικρίνειας μιαν υψηλή αισθητική χαρά που ζει κανείς σε κάποια πανηγύρια της πατρίδας μου της  Αιτωλίας. Εκεί, όταν ο χορός φτάσει πια στο μεθυστικό του αποκορύφωμα, μεμιάς σιγούν όλα τα όργανα κι ακούγεται, μονότονα και τελετουργικά, ο χτύπος του «ξεροντάουλου». Και δεν ξέρεις αν είναι κάτι το αποχαιρετιστικό ή κάτι το προσδοκώμενο -τόσο συμπλέκονται οι χρόνοι. Κι έχει τούτη η στυφή ποίηση μια μοναδική συναισθηματική δόνηση και αισθητική επιβολή.

Με την αυθεντικότητα του υλικού και την ειλικρίνεια των προθέσεων έχομε μιαν επιστροφή στα αρχέγονα μέτρα της υπάρξεως και, κατ' ακολουθία, την ικανοποίηση θεμελιωδών υπαρκτικών αιτημάτων. Γιατί το σπίτι του Ζαγορίου δεν έγινε με αφηρημένα ή αυθαίρετα μέτρα- έγινε με (και «για») το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Το σπίτι έγινε με το κορμί! Όταν ο μάστορας έπαιρνε τα μέτρα του σπιτιού, ήταν όλος αίσθηση ζεστή και εγρήγορση. Μετρούσε με το μάτι του, με τις παλάμες των χεριών του, με την ' αναπνοή του.

(θυμάμαι: «Σε γνωρίζω οπό την όψη,

                      που με βία μετράει τη γη»!]

Κι ήταν σαν να κάρφωνε στο σκελετό του σπιτιού τον ίδιο τον εαυτό του -ποιος ξέρει ποια σταυρωμένη αγάπη ανακαλώντας... Και το συνόδευε πότε με το πρωινό τραγούδι του, πότε με το εσπερινό νανούρισμα του (το κανάκιζε, μαθές) και κάποτε με το μοιρολόγι και με τα δάκρυα του. Γι' αυτό και το σπίτι ήταν τελικά «ανθρώπινο». Όπως οι ανώνυμοι μαΐστορες και πρωτομαΐστορες «εσταύρωναν» το χώρο της καθ' ημάς Ανατολής με τις σταυρόσχημες ορθόδοξες εκκλησίες, έτσι κι ο Ηπειρώτης μάστορας εσταύρωνε τον τόπο με την τέχνη του. Κι ήταν διπλός ο σταυρός: ευλογία (σταυρώνω-ευλογώ) και κατάθεση επώδυνων εμπειριών στο βωμό της μαστορικής του. Έτσι το σπίτι, τελικά, ήταν μια «δόξα»: ένας πόρος (πέρασμα ή ξε-πέρασμα) της «βάναυσης» ύλης στη μορφική της τελειότητα· τουτέστι ένα Πάσχα! Αλλά το σπίτι του Ζαγορίου μας χαρίζει και μιαν άλλη ακριβή εμπειρία, την εμπειρία της κοινότητος. Το σπίτι μας -και κάθε σπίτι όπου γης- δεν είναι της μοναξιάς· είναι της (επί-)κοινωνίας. Μπορεί να υψώθηκε για να προστατεύσει τον άνθρωπο από την επιβουλή των φυσικών στοιχείων και την αυθαιρεσία ή την αδιακρισία του πλήθους. Μπορεί ακόμα να έγινε για να περιφρουρεί και να πλαισιώνει την προσωπική ζωή. Όμως δεν είναι για να απομονώνει το άτομο στην εγωιστική του αυτάρκεια. Όπως ο μάστορας αποδέχεται και υπο-δέχεται την τραχύτητα του υλικού κόσμου, έτσι και ο οικοδεσπότης δέχεται την κοινωνία, και τον παρόντα ιστορικό της χρόνο και «τρώει μαζί της ψωμί».

Ο λαός μας, αυτός ο «ξένιος» από τα πανάρχαια χρόνια, ονόμασε την κατοικία του «σπίτι», παναπεί ξενώνα (σπίτι < hospitium = ξενώνας < hospes - ξένος). Ένας «ξενώνας» δεν μπορεί ποτέ να είναι ο ελεφάντινος πύργος, όπου το άτομο στεγάζει την αρι­στοκρατική του μακαριότητα. Είναι ένα πολύβουο και πολυδύναμο κέντρο, όπου ο πυρήνας εξακτινώνεται σε εντελέατερες και κοθολικότερες μορφές ατομικής και συλλογικής υπάρξεως. Και το σπίτι του Ζαγορίου -κατεξοχήν αυτό, με την παρατακτική ή την ομόκεντρη διάταξη άλλων κατοικιών στο ίδιο οικοδόμημα- δίνει την εικόνα ενός λειτουργικού κέντρου, όπου ο άνθρωπος απεγκλωβίζεται από το εγωιστικό άτομο και περνάει στο κοινωνικό πρόσωπο. Και με μια ποιητική ελευθερία θα λέγαμε, ότι το σπίτι φαντάζει με «Ωρολόγιον», όπου σημαίνουν, χρονικά και λειτουργικά, οι ώρες του ανθρώπινου «δράματος»: η Είσοδος - ο Δείπνος - η θυσία - η Έξοδος...

Καθώς έπαιρνα το δρόμο του γυρισμού, αναζητούσα και πάλι το μυστικό της Διάρκειας. Και το 'βρισκα στην Παράδοση του τόπου την πολύχυμη και στο ήθος του Ανθρώπου. Πραγματικά, άντρες στέρεοι και αληθινοί έπλασαν τούτα τα έργα που αναστενάζουν και ταυτόχρονα χαμογελούν. Άντρες τραχείς ίσως στην όψη -«δουλεμένοι», πες, από τη σμίλη της ζωής -αλλά και απαλοί και σεμνοί και συσταζούμενοι σαν γυναίκες. Και μου θύμιζαν τούτες οι ωράϊσμένες πέτρες αλλοτινούς καιρούς, όταν η ζωή μετριόταν ακόμα με ένα μέτρο γνησιότητας και τα πράγματα λέγονταν με το όνομα τους. Όταν το ναι ήταν ακόμα «ναι» και το όχι «όχι». Όταν η φιλία ήταν φιλία, ο πόνος ήταν πόνος και ο έρωτας έρωτας. (Γι' αυτό και το μάτι χαιρόταν τη σεμνή και γυμνή αλήθεια της ξερολιθιάς). Τούτες τις αρχές είχαν υψώσει σε κανόνα ζωής όλοι οι θρυλικοί χτίστες, ταλλιαδούροι και πελεκάνοι της Ηπείρου, που, καταπώς λέει και η παράδοση, «έπλασαν με το χέρια τους τον κόσμο όλο».

Σημειώσεις: Το κείμενο του Κώστα Τριανταφυλλίδη " Η ποίηση της πέτρας (ή ελεγείο και Αίνος"), αποτελεί δοκίμιο του συγγραφέα  που περιέχεται στη συλλογή με τον τίτλο "Ακροβασία". Κυκλοφόρησε το 1994 από τις εκδόσεις "Αρμός".

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ : www.epoxi.gr

14 Ιαν 2011

"Ο Ανθρακίτης Ζαγορίου και το Δημοτικό Τραγούδι".


Είναι γεγονός ότι η βιβλιογραφία που αφορά το Ζαγόρι γενικά αλλά και τα επιμέρους χωριά του, είναι αρκετά πλούσια. 
Σ’ αυτή συγκαταλέγεται και το εξαιρετικό βιβλίο της Πετρούλας Βαζιάκα, με τον τίτλο «Ο Ανθρακίτης Ζαγορίου και το Δημοτικό Τραγούδι», το οποίο προστέθηκε στη βιβλιοθήκη μου αυτές τις ημέρες.
Η Πετρούλα Βαζιάκα, εκπαιδευτικός, καταγόμενη από τον Ανθρακίτη του Ανατολικού  Ζαγορίου, στο πόνημά της αυτό κατέγραψε και αξιοποίησε υλικό που συγκέντρωσε κυρίως από τους χωριανούς της, για να προβάλει το πλατύ εύρος των δημοτικών τραγουδιών, των εθίμων και των εκδηλώσεων της περιοχής και τον ρόλο τους στη ζωή των κατοίκων. Σύμφωνα με την συγγραφέα, αυτό που την ώθησε στην πρώτη της αυτή συγγραφική δουλειά, ήταν αφενός μεν η σκέψη της ότι είναι καθήκον μας να διαφυλάξουμε όσα οι πρόγονοί μας βίωσαν και όσα αποτελούσαν γι’ αυτούς  τρόπο ζωής και αφετέρου η αγάπη της για τον τόπο καταγωγής της.
Το συγκεκριμένο βιβλίο περιλαμβάνει ένα εισαγωγικό μέρος, στο οποίο γίνεται ο προσδιορισμός του όρου «δημοτικό τραγούδι» και παραθέτονται στοιχεία σχετικά με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την ιστορική του εξέλιξη.
Το κύριο μέρος του χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος γίνεται αναφορά στο φυσικό περιβάλλον του Ανθρακίτη, στην ιστορία του, στις ασχολίες και την εκπαίδευση των κατοίκων του ανά τους αιώνες και στα αξιοθέατα του χωριού.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στο δημοτικό τραγούδι, στα πλαίσια της κοινωνίας του Ανθρακίτη, σε άμεση συνάρτηση με τα έθιμα, τις ασχολίες και τις κάθε είδους εκδηλώσεις.
Τα τραγούδια που παρουσιάζονται στο συγκεκριμένο πόνημα είναι γραμμένα έτσι όπως τα θυμήθηκαν και τα τραγούδησαν πολλοί από τους συγγενείς και τους χωριανούς της συγγραφέως (Ζαγορίσιοι και Σαρακατσάνοι) και κατά συνέπεια είναι γραμμένα μαζί και τα τσακίσματά τους. Η ηχογράφησή τους έγινε στο φυσικό χώρο των τραγουδιστών-πληροφορητών, δηλαδή στα σπίτια τους, γι’ αυτό και η όλη διαδικασία ήταν δύσκολη.
Τέλος το βιβλίο συμπεριλαμβάνει και φωτογραφικό υλικό που, όπως αναφέρει η ίδια η συγγραφέας,  της το διέθεσαν οι συγγενείς και οι χωριανοί της από προσωπικά τους αρχεία.
Τα λαογραφικά και πολιτισμικά στοιχεία αλλά και τα δημοτικά τραγούδια που διαλαμβάνονται στο συγκεκριμένο βιβλίο, δεν τα συναντάμε μόνο στον Ανθρακίτη αλλά εντάσσονται κατά κάποιο τρόπο στην ενιαία παράδοση της περιοχής του Ζαγορίου. Κατά συνέπεια πιστεύω ότι το βιβλίο αυτό, το οποίο συνοδεύεται από CD στο οποίο περιέχονται τα τραγούδια σε ψηφιακή μορφή (mp3) και διατίθεται από το βιβλιοπωλείο «Δωδώνη», θα πρέπει να κοσμεί τις βιβλιοθήκες όχι μόνο των «Καμνιωτών» αλλά και των Ζαγορίσιων γενικότερα. 
Προσωπικά αισθάνομαι ευτυχής που το έχω στα χέρια μου και κλείνοντας θα ήθελα να συγχαρώ την συγγραφέα για το αξιόλογο αυτό έργο της.