Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Σικελιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Σικελιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Ιερά Οδός

Aπό τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π' ολοένα
βουλιάζει.
Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν' αρμέξει ζωή απ' τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ' έχει
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.

Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ' έμειν' η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
μιαν ησυχία βασίλεψε. K' η πέτρα
π' αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ' τους αιώνες. K' έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.

Mα να· στην ησυχία αυτή, απ' το γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ' αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ' είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ' τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με τό 'να
χέρι, με τ' άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. K' οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.
H μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά 'ταν
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία.
Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ' εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!

Aλλ' ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ' ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ' το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά.
K' εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ' το χρόνο, μακριά απ' το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ' εικόνες·
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ' την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ' ακόμα
δεν του πληρώθη απ' τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής.
Tι ετούτη ακόμα
ήταν κ' είναι στον Άδη.
Kαι σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ' εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
Mα ως, τέλος,
ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα.
K' η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,
κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;"
Kι ως προχωρούσα,
και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
κ' έμοιαζ' έλλε:
"Θά 'ρτει."

Άγγελος Σικελιανός, Λυρικός Βίος, τ. E΄, Ίκαρος 1968
( 15 Μαρτίου 1884 γεννήθηκε στη Λευκάδα ο ποιητής)

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Ο Γιώργος Σεφέρης για τον Άγγελο Σικελιανό

Ο θάνατος του ποιητή είναι η συντέλεια μιας γέννησης. Ο Άγγελος Σικελιανός έπεσε` το έργο του τώρα, έξω από τον ήσκιο του μεγάλου άντρα, υψώνεται ακέριο, κατορθωμένο μέσα στο απόλυτο φως,

Σα μυγδαλιά που είναι ντυμένη μόνο μ' άνθια,
δίχως φύλλο πουθενά,
θάμπος λευκό ως τα βάθη των φρενών,
ολάνθιστη σιωπή!

Καθώς αναμετρούμε το βαθύτατο λάκκο που άνοιξε, πέφτοντας ανάμεσά μας, ο Άγγελος Σικελιανός, αυτή την ολάνθιστη σιωπή μιας γέννησης συλλογίζομαι. Είναι δύσκολο να εξηγήση κανείς όταν βρίσκεται πολύ κοντά στη συγκίνηση. Κι όμως, καθώς προσπαθώ να συγκρατήσω όσο μπορώ πάνω στη γη μας την ανθρώπινη παρουσία του, συλλογίζομαι ακόμη πως ήταν εκείνος που έβαλε όλη την ορμή της ψυχής του για ν' αγκαλιάσει τη ζωή και το θάνατο μαζί. Δεν ξέρω αν υπάρχει μορφή που να ξυπνά μέσα μας τόσες εικόνες επιταφίων και αναστάσεων` ήμουν έτοιμος να πω πως το έργο του θα μπορούσε να πλαισιωθεί με την υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: με μιαν ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα.
Καθώς περνούν τα χρόνια και με τη βοήθεια των ποιητών μας αρχίζουμε και υποψιαζόμαστε πόσο βαθιά μπορούν και πάνε οι αντίλαλοι της παράδοσής μας, ξεκαθαρίζουμε σιγά σιγά ποια είναι τα πράγματα που μας ξεχωρίζουν μέσα στον κόσμο που ζούμε. Βλέπουμε κάποτε πως τα αισθήματά μας, όταν είναι πραγματικά, τα σύμβολα της λατρείας μας, όταν πρόκειται για πραγματική λατρεία, τα ορμέμφυτά μας, επειδή ταξίδεψαν τόσο πολύ μέσα στο χρόνο και στις γενεές, επειδή ριζοβόλησαν όχι μόνο ανάμεσά μας, αλλά και σημαντικά μακρύτερά μας, έχουν ένα αρμονικό πλούτο πολύ πλατύ κι έναν τόνο κάποτε εξαιρετικά ιδιόμορφο. Πόσο ιδιόμορφο, μπορεί να το λογαριάσει κανείς όταν συλλογιστεί τους μεγάλους ποιητές που είχαμε τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια. Αν τους φανταστεί κανείς αυτούς τους ανθρώπους σαν τα σημεία που προσδιορίζουν τον ορίζοντα μιας ιδέας, της ελληνικής ιδέας, αν προσπαθήσει να προσέξει πόσο ιδιότροπα διαφορετικοί και συνάμα πόσο σύμφωνοι είναι, ίσως και νιώσει το πλάτος και τη φυσιογνωμία του πνευματικού μας χώρου. Πάντα πιστός στον εαυτό του, θα λέγαμε, κι ωστόσο μυστικός και αντιφατικός σαν όλα τα πράγματα όπου σφύζει η ζωή.
Η παράδοσή μας είναι γεμάτη αντιθέσεις. Οι επιφανείς άντρες τις αρμονίζουν. Στην Ελλάδα και ο Διόνυσος είναι Εσταυρωμένος. Αλλά χρειάστηκε η δυνατή πίεση της φωνής του Σικελιανού για να σαρκωθεί σε μιαν ενότητα ο λόγος:

Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου...

Έτσι συλλογίζομαι και τη μορφή της Μητέρας του Θεού που είναι τόσο κοντά του` συλλογίζομαι όνειρα σαν το ακόλουθο που πρέπει να έχουν πάρει το χρώμα τους από το παιδικό εικονοστάσι:

...είδα τον πατέρα μου απλωμένο δίπλα μου,
   βγαίνοντας ξάφνου απάνωθέ του το σεντόνι,
   ολόγυμνος να πεταχτεί στα μάτια μου μπροστά,
   ωραιότερος,
   μεστότερος,
   με σάρκα ωσάν τριαντάφυλλο,
   όλο φως,
   και να μου πει:
   " Γιε μου, ελυτρώθηκα..."

Και προσπαθώ να κοιτάξω το θρησκευτικό αίσθημα του Σικελιανού να ξεκινά από τη λευκαδίτικη πατρογονική του χριστιανοσύνη , να προχωρεί και να θρέφεται με όλες τις ανάσες της ελληνικής γης, ν' απλώνεται και ν' αφομοιώνει μύθους που τους πιστεύαμε τελειωτικά πεθαμένους, να κινείται ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Άδη, που είναι το ίδιο, καθώς το θέλει ο Ηράκλειτος, και να ποθεί ολοένα μιαν ανάσταση, ένα ξαναγέννημα: την " Άνω Ελλάδα".
Στα χρόνια που ο Σικελιανός είναι ακόμη έφηβος, ολόκληρος ο πνευματικός  μας κόσμος κεντρίζεται από αυτόν τον πόθο:

Στο νου των νέων Ελλήνων,
όπου λούζεται στο νέο 
ρόδινο φως βαθιά,
παίζεται κάποια μίμηση
της πάλης του άνηβου Θεού,
του νέου Απόλλωνα,
όταν σκότωσε τον Πύθωνα...

Είναι η εποχή του Παλαμά, αλλ' ανάμεσα στις τόσες μορφές της εποχής εκείνης θα ήθελα ν' αναφέρω μόνο τον Περικλή Γιαννόπουλο, έτσι καθώς ο ίδιος ο Σικελιανός τον ιστορίζει. Του μοιάζει σαν αδερφός:

Κι η αγάπη του όμορφου κορμιού και του ήλιου,
της ρυθμισμένης δύναμης που δείχνει
την ομορφιά δίχως κανένα αγώνα,
με μόνον ένα σάλεμα, με μόνον
ένα ήσυχο χαμόγελο, με μόνον
ένα γοργό και ένα καθάριο γέλιο,
σαν κοράκου κραυγή μες στης αβύσσου
των αττικών ουράνιων τη γλαυκότη,
καθάρια κι ασυντρόφευτη αναζούσε
στο σάλεμα και στο χαμόγελό του,
ω Αττική, - και κανένας τα λεπτά σου
τα μύρα δεν ανάσανε με τόσον
αρχοντική την αίστηση, κανένας
τ' ανέλπιστά σου χρώματα δεν πήρε
να κλείσει πιο σφιχτά στα βλέφαρά του,
και το λιτό σου πνέμα να σαρκώσει
τριγύρα μας δεν ξέραμε κανένα
να μοιάζει πιο πολύ με την ελιά σου,
με το ξανθό τ' αστάχυ σου, κι ακόμα
με τα κιτρινισμένα μάρμαρά σου...

Αλλά ο Σικελιανός ήταν πολύ πιο ρωμαλέος δημιουργός. Αν είχε μέσα του κι αυτός τη λαχτάρα που έκαιγε τον Γιαννόπουλο και τον οδήγησε καβαλάρη στο θαλασσινό του τάφο, μπόρεσε ωστόσο, με τον Διόνυσο ακέριο μέσα στις φλέβες του, ν' αναστήσει μια ζωή παρούσα από τα πιο μακρυνά άδυτα της παράδοσής μας. Στη φωνή του ένας ολόκληρος κόσμος ξεχασμένος, ενταφιασμένος, εγείρεται, σαν δεύτερη παρουσία ριζωμένη σε μιαν ελληνική φύση που ανασαίνει με όλη τη δρόσο της πρώτης ματιάς, ριζωμένη στις αισθήσεις του ανθρώπου.
 Ο Σικελιανός είναι χωρίς διάσπαση, χωρίς διάθλαση. Και όπως δεν παραδέχεται να χωρίσει το θάνατο από την πιο θερμή στιγμή της ζωής, όπως δεν παραδέχεται να χωρίσει το σώμα του από το σώμα του τόπου του, έτσι αγωνίζεται να ενώσει τον κόσμο των θεών και τον κόσμο των ανθρώπων. Υπάρχει στον Σικελιανό ένας ιερός ελληνικός ενανθρωπισμός.

...και λέμε η γη να σμίξει με τ' αστέρια
   μπορεί, ως βαθύ χωράφι με χωράφι
   στάχυα να θρέψει κι ο ουρανός` πατέρα,
   τις ώρες που βαραίνει στην καρδιά μας
   της ζωής η πίκρα μ' όλο της το βάρος...

Όμως η πρόθεση μου δεν ήταν ν' ανιστορήσω την ποίηση του Σικελιανού. Ήθελα μόνο να κρατηθώ για λίγο ακόμη κοντά στο φίλο που εχάσαμε.
Τον συνάντησα αργά στην ζωή. Λέω πως το φταίξιμο πρέπει να ήταν δικό μου. Θαρρώ πως το πραγματικό συναπάντημά μας έγινε όταν πρωτοδιάβασα σε χειρόγραφο την " Ιερά Οδό".

Από τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος θαρρούσα στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει...

Θυμούμαι με μεγάλη ευγνωμοσύνη τη δροσερή συγκίνηση που μου είχε δώσει αυτός ο μεστός τόνος, κάπως τραυματισμένος στην ευρωστία του. Έπειτα, όσες φορές έτυχε να τον ιδώ στην ύπαιθρο, ή ν' ακούσω χωρικούς να μιλούν για το πέρασμά του, πάντα τον συλλογιζόμουνα, με το καλογερίστικο ραβδί του της Φανερωμένης, να ξεκινά από αυτόν τον δρόμο της Ψυχής, όπως τον λέει, που ήταν και ο τελευταίος δρόμος του Γιαννόπουλου. Μ' άρεσε να θαυμάζω αυτόν τον άρχοντα της λαλιάς μας μέσα στην ελληνική φύση, που την εζούσε με τόσην οικειότητα, που την άγγιζε βουνά, μάρμαρα, ακρογιάλια, όπως ένας βοσκός αγγίζει τα γνώριμα αντικείμενα της καλύβας του. Μ' άρεσε ο τρόπος που τον αγαπούσαν οι απλοί άνθρωποι του βουνού και του κάμπου που τον έλεγαν Κυρ Άγγελο. Με συγκινούσε αυτή η ζωή που είχε κατορθώσει ένα τόσο σπάνιο πράγμα, να είναι καθαρή από κάθε κακομοιριά και στα μικρά και στα μεγάλα.
Έτσι τον ένιωσα ακόμη τα τελευταία χρόνια, όσες φορές η τύχη μού έδωσε την άδεια να τον ιδώ στο μακρύ χαροπάλεμά του. Γιατί η μοίρα αυτού του ανθρώπου που είπε ξεκινώντας " η μόνη μέθοδο είν' ο θάνατος", θέλησε να ζήσει για ένα μακρύ διάστημα στο κεφαλόσκαλο του κάτω κόσμου. Το έζησε κι αυτό, όπως όλα, με την ίδια μεγαλόκαρδη ευφροσύνη, με τον ίδιο αέρα που ήξερε να διαλέξει και να χαρίσει ένα τριαντάφυλλο. Τον θυμούμαι ένα βράδυ στο σπίτι του ύστερ' από ένα μεγάλο χτύπημα που έμοιαζε να είναι το τελευταίο αυτού του λαβωμένου λιονταριού. " Είδα" μου είπε " το απόλυτο μαύρο. Ήταν ανέκφραστα ωραίο." Ξεκινούσα για ένα μακρύ ταξίδι` δεν ήξερα αν θα τον ξαναέβλεπα. Ένιωσα τα φτερά ενός μεγάλου αγγέλου να τρέμουν μέσα στο δωμάτιο. Ήταν σαν να μας άγγιξε η πνοή πραγμάτων που δεν είδαμε ποτέ μας κι όμως τ' αγαπούμε πάνω από κάθε άλλο στη ζωή - το ύφος μιας Ελλάδας που γυρεύουμε με τόσο πάθος και που τόσο λίγοι προσεγγίζουν.
Βγαίνοντας ψιθύρισα την τελευταία στροφή του "Μεγάλου Νόστου":

Γιατί το ξέρω` πιο βαθιά κι απ' το πηχτόν αστρόφως,
               κρυμμένος σαν αετός,
με περιμένει, εκεί που πια ο θείος αρχίζει ζόφος,
                 ο  π ρ ώ τ ο ς  μ ο υ  ε α υ τ ό ς....

Κοίταζα την ανάσταση των άστρων.



Γιώργου Σεφέρη , Εκλογή από τις "Δοκιμές" , εκδόσεις Γαλαξία, Αθήνα 1966

Ήταν 19 Ιούνη του 1951 όταν ο Κυρ Άγγελος πέρασε στο απόλυτο μαύρο, το ανέκφραστα ωραίο.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Ο Σικελιανός


     Ο Σικελιανός μέσα στα ελληνικά  γράμματα,παρουσιάζεται σαν ένα από τα μεγαλύτερα αναστήματα, και το έργο του θάναι για πάντα μια δύναμη και μια δόξα του πνευματικού μας πολιτισμού.
      Ο λόγος και η στάση του Σικελιανού τα τελευταία χρόνια της ζωής του επηρέαζαν σημαντικά και τη γενικώτερη κίνηση των ιδεών στον τόπο μας.
     Οι εθνικές δοκιμασίες τον είχαν θέσει στο πλευρό του λαού κ' η ρωμαλέα φωνή του εμψύχωνε τον αγώνα του κατά της φασιστικής επιδρομής.
    Η ποίηση, που έδωσε στη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης , εμπνεόταν από τα πάθη του λαού κ΄είχε εθνεγερτική πνοή. Ο Σικελιανός δεν είναι Εφτανήσιος μόνο γεωγραφικά, από τον τόπο της καταγωγής του, παρά κι' από το πνεύμα του.
    Η πνευματικότητα της ποίησης του Σικελιανού μας παρουσιάζεται σα μια νέα μορφή, που συνεχίζει τη μεγάλη ποίηση της Εφτανήσου.
    Επειδή η Εφτάνησο είχε ξεχωριστή ιστορική τύχη, γι' αυτό και το πνεύμα που μπάζει στην όλη ελληνική πνευματική ζωή το 19ο αιώνα έχει τα δικά του χαρακτηριστικά κι αποτελεί ξεχωριστή ενότητα.
    Μέσα σε αυτή την ενότητα παρατηρούμε, ωστόσο, πλούσιες ποικιλίες, που χαρακτηρίζονται από την ανώτερη αισθητική και διανοητική τους ποιότητα.
    Ο Σικελιανός, που γεννήθηκε στο ίδιο νησί με το Βαλαωρίτη, διατηρεί σε μεγάλο βαθμό μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά της εφτανησιακής ποίησης.
    Ενώ ο Βαλαωρίτης, ένας ρωμαλέος κι ορμητικός ποιητής, απορροφάται από τη γειτονιά της Ρούμελης, τον κυριαρχεί το ρουμελιώτικο πνεύμα και χάνει ολότελα τον εφτανησιακό χαρακτήρα του, ο Σικελιανός, αντίθετα, βλέπει με την ίδια διεισδυτική ματιά του Σολωμού τον εσωτερικό δυναμισμό της ζωής και συνδυάζει την πνευματικότητα με την αρρενωπή δύναμη και τους βαρυούς τόνους του ρουμελιώτικου τραγουδιού.
     Με  τα γνωρίσματα αυτά η ποίηση του Σικελιανού κι' ιδιαίτερα με κάποιες εικόνες που εκφράζουν καταστάσεις της ψυχής φέρνει στο νου εδώ κ' εκεί εκφράσεις του Σολωμού.
    Η ποίηση του Σικελιανού παρουσιάζεται σα μια νέα ποιητική σύνθεση, όπου οι εφτανησιακοί τόνοι ενώνονται σε μια αρμονική συμφωνία μ' όλη την ελληνική ποίηση, παλιά και νέα.
    Ο Σικελιανός, που παρουσιάζεται σαν ο τελευταίος μεγάλος Εφτανήσιος ποιητής κ' είναι ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές, ήταν κ' ένας από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους ποιητές του καιρού του.
    Όμως, αν θέλει κανείς να κατατάξει την ποίηση του Σικελιανού, σα μορφή και σαν περιεχόμενο, στα ενδιαφέροντά της, στα αισθήματά  και στο θυμικό της, θα τοποθετήσει το μεγαλύτερο μέρος της μέσα στον κύκλο της ποιητικής ατμόσφαιρας του 19ου αιώνα.
    Ο Σικελιανός προίκισε την ελληνική ποίηση με νέους τόνους και της έδωσε νέα λάμψη. Είναι ο περισσότερο λυρικός απ' όλους τους Έλληνες ποιητές.
    Προικισμένος με σπάνια αισθησιακή ευφορία αποκαλύπτει στα μάτια μας έναν κόσμο παρθένο, που κινιέται μέσα σ' έναν πανθεϊστικό αγαλλόμενο δυναμισμό. Καμιά θλίψη και καμιά συντριβή δεν αγγίζει αυτή την ποίηση μέσα στη γελαστή μακαριότητά της. 
    Είναι μια ποίηση άλυπη, στο μεγαλύτερο μέρος της. Στην αδιάκοπη εσωτερική ευφροσύνη του, απαντά η ευφροσύνη του εξωτερικού κόσμου. Στο ποιητικό του όραμα η ζωή παρουσιάζεται στην αέναη κίνησή της και σαν ένας οικουμενικός λυρικός διάλογος ανάμεσα στα όντα.
    Συχνά από τα βάθη της σκέψης του κι από την αίσθησή του της ζωής ξεπροβάλλει ένας μυστικόπαθος ζωισμός.
     Παλιά θρησκευτικά σύμβολα κ' έννοιες αναδύονται από τα βάθη της σκέψης του για να βοηθήσουν στην έκφραση αυτού του ζωισμού.
    Αυτό είναι το ουτοπικό μέρος της ποίησής του, που τον μετατοπίζει χρονικά στα παλιά και στα περασμένα.
    Μα ό,τι μας ενδιαφέρει στην ποίηση του Σικελιανού δεν είναι η φιλοσοφία, η μυστικοπάθεια και τα σύμβολα της, παρά οι ανάγλυφες εικόνες της ζωής, που μας δίνει μ' εξαιρετική πλαστική δύναμη[...]

   [...]  Ο Σικελιανός  έζησε πολλά χρόνια στους Δελφούς και μ' αυτούς συνδέεται ένα σημαντικό μέρος από την πνευματική δράση του. Στους Δελφούς ο Σικελιανός καταπιάστηκε να ξαναζωντανέψει τις γιορτές, που γίνονταν εκεί από τους Πανέλληνες πριν από χιλιάδες χρόνια.
        Με την οραματική ποιητική θέρμη του έκαμε να ξυπνήσουν μέσα στο ιερό αυτό τοπίο οι παλιοί αντίλαλοι, να ξανακουστούν οι φωνές από το αρχαίο πνεύμα.
        Ξανάφερε στη ζωή τους ιερούς χορούς κ' οι βράχοι αντιλάλησαν από τους σεβάσμιους τόνους της αρχαίας τραγωδίας.
      Στους Δελφούς ο Σικελιανός παρουσιάζεται σαν ένα Πανέλληνας, που θέλει να ενώσει όλη την πνευματική ελληνική ιστορία. Μα οι φιλοδοξίες του για τους Δελφούς δεν περιορίζονταν μόνο σ' αυτό το σκοπό. Ονειροπόλησε να κάμει πάλι τους Δελφούς το κέντρο του κόσμου και ν' αναδείξει πάλι τον τόπο σαν τον ομφαλό της γης, όπως τον θεωρούσαν κ' οι αρχαίοι.
     Είναι κι αυτό ένα από τα χαρακτηριστικά πνευματικά γνωρίσματα του Σικελιανού, μια από τις αδυναμίες του που τον έθεταν πολλές φορές έξω τόπου και χρόνου.
     H ενότητα του ελληνικού κόσμου τού παρουσιαζόταν αδιάσπαστη μέσα στην ιστορία. Και με το πέιραμα των Δελφών θέλησε ν' αναστήσει το ελληνικό πνεύμα στον καθολικό χαρακτήρα του και να ενώσει κάτω από τα ελληνικά πνευματικά εμβλήματα όλους τους λαούς του κόσμου.
     Το Σικελιανό πολλές φορές τον είχε κυριέψει η ουτοπική ιδέα, να στηρίξει την ανόρθωση του σύγχρονου ελληνισμού απάνω στο βάθρο των αρχαίων αξιών[...]

    [...] Στο Σικελιανό παρουσιάζεται μια βαθιά αλλαγή μέσα στα τραγικά χρόνια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.
        Μέσα στη μεγάλη εθνική αναστάτωση από τη φασιστική εισβολή και την κατοχή, μέσα στις δραματικές μέρες που ζει τότε ο ελληνικός λαός και μέσα στον επικό ξεσηκωμό του, η σκέψη του Σικελιανού κ' η αίσθηση του κόσμου αλλάζουν ριζικά μέσα του.
      Μα οι νέοι προσανατολισμοί προς σύγχρονες και πιο ζωτικές καταστάσεις παρουσιάζονται στην ποίηση του Σικελιανού από το μεσοπόλεμο ακόμα, πριν από τη δεύτερη πολεμική αναστάτωση της ανθρωπότητας.
     Κάμποσα χρόνια πρωτύτερα άρχισε να καταλαβαίνει πως άλλαξε ουσιαστικά ο αέρας που ως τότε ανάπνεε, πως η ποίησή του κρατούσε από έναν κόσμο που έσβηνε και πως νέα πάθη, νέες ιδέες και νέοι προσανατολισμοί κι ανακατατάξεις γίνονταν στις νέες γενιές, που  έμπαιναν στη ζωή.
    Ξαφνικά κατάλαβε πως είχε αργοπορήσει σε χώρους που άρχισαν να ερημώνονται γύρα του και πως είχε αρχίσει να γίνεται ολοένα και περισσότερο ξένος από τον περίγυρό του.
     Ήταν από τους πρώτους Έλληνες ποιητές και διανοούμενους, που είχαν συγκινηθεί από τη γιγάντια ρωσική επανάσταση κι από την καθολική σημασία της, μα μόνο τώρα, κοντά στα γεράματα του, άρχισε να νοιώθει την πραγματική της έννοια, την ανυπολόγιστη διαμορφωτική της δύναμη και τους βαθυούς και γρήγορους μετασχηματισμούς που έφερνε στον κόσμο και στις συνειδήσεις των λαών.
     Σ' αυτό συντέλεσαν και γενικοί ιστορικο - κοινωνικοί και ειδικοί ατομικοί λόγοι. Από το συμβολισμό της τραγωδίας του " Σίβυλλα" γίνεται φανερό πως ο φασισμός τον ανησυχούσε και τον εξόργιζε, από την άλλη μεριά είχε αρχίσει και γι' αυτόν μια ζωή δύσκολη, με οικονομικές στεναχώριες και με το αίσθημα της αβεβαιότητας σε μια εποχή που η υγεία του άρχισε να κλονίζεται σοβαρά.
     Ο Σικελιανός είχε ζήσει μεγάλο μέρος της ζωής του έξω από τα σημαντικά αστικά κέντρα, μέσα στο λαό της επαρχίας  και στους χωριάτες. Είχε εγκάρδιες σχέσεις με τους ανθρώπους της υπαίθρου κι όλοι οι ξωτάρηδες τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν.
    Αλλά έβλεπε αυτό το λαό περισσότερο σα μια πνευματική εικόνα της γνήσιας Ελλάδας, σα φορέα μιας πολυδύναμης παράδοσης, κάτοχο μιας χθόνιας σοφίας παλιών μύθων και θρύλων, θεματοφύλακα των ζωντανών εθνικών αξιών και του γλωσσικού πλούτου, τον πλησίαζε σαν ένα σχολείο με τα πιο ζωντανά και χρήσιμα στοιχεία για την πνευματική ζωή και για την ποίησή του και σα μια βιολογική δύναμη, που έκλεινε μέσα της τα περασμένα, τα τωρινά και τα μελλούμενα.
     Δεν τον έβλεπε στην καθημερινή πραγματικότητά του, στην εγκατάλειψή του, στο μόχθο και τη στέρησή του, στα βάσαν και τους πόνους του.
      Τον είχε εξιδανικέψει κι αποπνευματώσει.
      Ξαφνικά μπήκε στο νόημα της πραγματικής ζωής αυτού του λαού. Και σύμφωνα με το σύστημα της δικής του σκέψης, που γενίκευε τις παραστάσεις  του σε σύμβολα με περιληπτικά νοήματα, σχημάτισε μια νέα εικόνα του λαού.
      Ήταν ο λαός ο καταδυναστευόμενος, ο αλυσοδεμένος κάτω από πανάρχαιες δουλείες , ήταν ο λαός " ο πάσχων", " ο εσταυρωμένος",  " ο αιώνιος πόνος". Κι αυτό ήταν όλοι οι λαοί.
     Τότε άρχισε να αλλάζει προσανατολισμό η σκέψη του. Σαν πρώτο έργο του μ' αυτό το νόημα πρέπει να θεωρηθεί το συμβολικό ποίημα με τον τίτλο " Ιερά Οδός".
     Στο ποίημα αυτό, με τον Τσιγγάνο και τις δυο αρκούδες που σέρνει μαζί του, του αποκαλύπτεται
 " του  πόνου το μάκρος κ' η πίκρα της σκλαβιάς" των δουλωμένων ανθρώπων.
      Σε μια τυχαία συνάντησή μας αυτής της εποχής, μάς εξήγησε ο ίδιος τη νέα αντίληψή του και τη στροφή που πήρε ο νους του και που τον έφερνε πιο κοντά στις νέες πραγματικότητες.
      Η μεταστροφή αυτή με το νέο όραμα του κόσμου, του παρουσιάστηκε κατά το 1935, μα ήταν ακόμα συγχυσμένη και τα σύμβολα του αβέβαια κι αρκετά ασυνταίριαστα με τα πράγματα που ήθελε να εκφράσει.
    Μας εξήγησε τότε καθαρά πως έβλεπε τον άνθρωπο του λαού σε μια προαιώνια δουλειά, ήταν " το πανάρχαιο κακό", όπως την ονόμαζε, και παραδεχόταν πως αρχίζει τώρα για όλους τους λαούς μια εποχή απελευθερωτικών αγώνων.
     Ανησυχούσε πως άργησε πολύ να ιδεί αυτή την αλήθεια και καταλάβαινε πως η ποίησή του έπρεπε ν' αλλάξει πνεύμα και σύμβολα. Για το ποίημά του αυτό μιλούσε σα για ένα ορόσημο, ένα τέλος στα παλιά και μια αρχή στα καινούρια του σχέδια.
     Από τότε ακολούθησαν κι άλλα ποιήματα με το ίδιο νόημα , όπως το τραγούδι με τον τίτλο " Στ' Όσιου Λουκά το Μοναστήρι"[...]
   
      [...] Με το φασιστικό πόλεμο και στο διάστημα της κατοχής κ' ύστερα στην απελευθέρωση, γράφει μια σειρά μαχητικά και πατριωτικά ποιήματα, εμπνευσμένα από το πνεύμα της Αντίστασης, που φλόγιζε και ξεσήκωνε το λαό ενάντια στους ξένους δυνάστες του και τους συνεργάτες τους.
     
 Σελίδα από τη χειρόγραφη έκδοση των " Ακριτικών" του Άγγελου Σικελιανού
( Επιθεώρηση Τέχνης , Αφιέρωμα στην Αντίσταση, Μάρτιος - Απρίλιος 1962)
Το ποίημα " Στυγός Όρκος" απευθύνεται στους νεκρούς των πολέμων και των λαϊκών αγώνων, που έπεσαν " για τα προπλάσματα μιας νέας ζωής, που θάρθει μες το φως της θυσίας τους", όπως λέει ο ποιητής.
       Τη νύχτα και το θάνατο της κατοχής και μαζί το πνεύμα της εκδίκησης κατά του εχθρού θέλουν  ν' αποδώσουν και τα ποιήματα " Άγραφο" και Διόνυσος επί λίκνω", ενώ το ποίημα " Σόλωνος Απόλογος" εκφράζει το πνεύμα της αντίστασης κατά των κατακτητών κ' είναι προτροπή ξεσηκωμού για το ξελεφτέρωμα της πατρίδας.
      Θριαμβευτικό και γεμάτο αισοδοξία για το γρήγορο ξελέφτέρωμα της χώρας είναι και το ποίημα " Ανάσταση". Το ποίημα με τον τίτλο " Το Μήνυμά της " είναι προτροπή του ποιητή, που παρουσιάζεται σα θέληση της πατρίδας να σταματήσει η αμάχη ανάμεσα στους Έλληνες.
     Και τα ποιήματα " Ελευθερία του 1944" , " 25 Μαρτίου 1821 και 25 Μαρτίου 1946", " Ελεύθερα Δωδεκάνησα", " Η Αντίσταση", " Πανανθρώπινο εμβατήριο" εμπνέονται από το ίδιο πατριωτικό πνεύμα και το πνεύμα της αντίστασης του λαού κατά των εχθρών του.
       Ο Σικελιανός μπήκε από τους πρώτους στις οργανώσεις της εθνικής ανίστασης και πήρε ενεργό μέρος αμέσως από την αρχή.
     Στις αρχές του 1942 άρχισε να εκδίδει με μια ομάδα φίλων του λογίων το παράνομο φύλλο με τον τίτλο " Ελευθερία"[...]

      [...] Σα μια δοκιμασία κοντά στις άλλες ήρθε σ' αυτά τα μαύρα χρόνια κι ο θάνατος του μεγάλου μας ποιητή Κωστή Παλαμά. Το ποίημα που έγραψε για το θάνατό του ο Σικελιανός το απάγγειλε με τη βροντερή φωνή του απάνω από τον τάφο του.
         Ήταν ένας συγκλονιστικός παιάνας και μια επίκληση στις ιερές εθνικές δυνάμεις να παρασταθούν στον τάφο ενός μεγάλου τέκνου της Ελλάδας κ' ενός πνευματικού ήρωα, που ήταν τώρα για το δοκιμαζόμενο έθνος το σύμβολό του[...]
     [...] Όλη η ποίησή του στρέφεται τώρα προς τις εθνικές περιπέτειες και στον αγωνιζόμενο λαό.
           Κοντά στα ποιήματα της αντίστασης, που έγραψε αυτή την εποχή και που θα τα θυμούνται και σε κάθε περίσταση θα τα μνημονεύουν οι μελλούμενες γενιές, θα μείνει σαν κτήμα του λαού κ' η αισιόδοξη  και γι' αυτό πρωτότυπη στην ιδέα της τραγωδία του Σικελιανού " Ο Διγενής", όπου  πίσω από τη μεσαιωνική μάσκα του ήρωα νοιώθει κανείς την φλογερή παρουσία του λαού μέσα στους απελευθερωτικούς αγώνες[...]

    [...] Ο Σικελιανός στα τελευταία χρόνια της ζωής του μπαίνει αποφασιστικά στην ιστορική κίνηση που πάει ν' αλλάξει τον κόσμο.
         Τα έργα του της εποχής αυτής θα μείνουν μνημεία για την αναγεννητική δύναμη που κρύβεται στα βάθη ενός προικισμένου ποιητή, μια δύναμη που όσο κι αν αργήσει πάντα θα φανερωθεί στο τέλος.( αποσπάσματα από διάλεξη του Μάρκου Αυγέρη)


 


Μάρκου Αυγέρη, Σικελιανός( κριτική μελέτη), Θεμέλιο, Αθήνα 1966, 2η έκδοση


   
    

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Θαλερό

Νίκος Λύτρας 
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια ἀπάνωθεν
ἐκοίταγε ἡ σελήνη -
κι ἀκόμα ὁ ἥλιος πύρωνε τὰ θάμνα, βασιλεύοντας
μὲς σὲ διπλὴ γαλήνη·


Βαριὰ τὰ χόρτα, ἱδρώνανε στὴν ἀψηλὴν ἀπανεμιὰ
το θυμωμένο γάλα,
κι ἀπὸ τὰ κλήματα τὰ νιά, ποὺ τῆς πλαγιᾶς ἀνέβαιναν
μακριὰ-πλατιὰ τὴ σκάλα,


σουρίζανε οἱ ἀμπελουργοὶ φτερίζοντας, ἐσειόντανε
στον ὄχτο οἱ καλογιάννοι,
κι ἅπλων᾿ ἀπάνω στὸ φεγγάρι ἡ ζέστα ἀραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι...


Στὸ σύρμα, μὲς στὸ γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό ῾να ἀπὸ τ᾿ ἄλλο πίσω,
τὴν κρεμαστή τους τραχηλιὰ κουνώντας, τὸν ἀνήφορο
ξεκόβαν τὸ βουνίσο·


Σκυφτό, τὴ γῆς μυρίζοντας, καὶ τὸ λιγνὸ λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στοῦ δειλινοῦ τὴ σιγαλιὰ βράχο τὸ βράχο ἐπήδαγε
ζητώντας μου τὰ χνάρια·


Καὶ κάτου ἀπ᾿ τὴν κληματαριὰ τὴν ἄγουρη μ᾿ ἐπρόσμενε,
στο ξάγναντο τὸ σπίτι,
σωστὸ τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ὀμπρὸς τοῦ κρεμαστό,
το φῶς τοῦ Ἀποσπερίτη...


Ἐκεῖ κερήθρα μὄφερε, ψωμὶ σταρένιο, κρύο νερὸ
η ἀρχοντοθυγατέρα,
ὁποὖχε ἀπὸ τὴ δύναμη στὸν πετρωτό της τὸ λαιμὸ
χαράκι ὡς περιστέρα·


ποὺ ἡ ὄψη της, σὰν τῆς βραδιᾶς τὸ λάμπο, ἔδειχνε διάφωτη
τῆς παρθενιᾶς τὴ φλόγα,
κι ἀπ᾿ τὴ σφιχτή της ντυμασιὰ στὰ στήθια της τ᾿ ἀμάλαγα,
χώριζ᾿ ὁλόρτη ἡ ρώγα·


ποὺ ὀμπρὸς ἀπὸ τὸ μέτωπο σὲ δυὸ πλεξοῦδες τὰ μαλλιὰ
πλεμένα εἶχε σηκώσει,
σὰν τὰ σκοινιὰ τοῦ καραβιοῦ, ποὺ δὲ θὰ μπόρει᾿ ἡ φούχτα μου
νὰν τῆς τὰ χερακώση
.

Λαχανιασμένος στάθη ἐκεῖ κι ὁ σκύλος π᾿ ἀγανάχτησε
στα ὀρτὰ τὰ μονοπάτια,
κι ἀσάλευτος στὰ μπροστινά, μὲ κοίταγε, προσμένοντας
μιὰ σφήνα, μὲς στὰ μάτια·


Εκεῖ τ᾿ ἀηδόνια ὡς ἄκουγα, τριγύρα μου, καὶ τοὺς καρποὺς
γευόμουν ἀπ᾿ τὸ δίσκο,
εἶχα τὴ γέψη τοῦ σταριοῦ, τοῦ τραγουδιοῦ καὶ τοῦ μελιοῦ
βαθιά στὸν οὐρανίσκο...


Σὰ σὲ κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε ἡ ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
ποὺ ὅλο κρυφὰ πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ὡσὰν τσαμπιὰ
στὰ δέντρα ν᾿ ἀμολήση.


Κι ἔνιωθα κρούσταλλο τὴ γῆ στὰ πόδια μου ἀποκάτωθε
καὶ διάφανο τὸ χῶμα,
γιατὶ πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου ὑψωνόντανε
μ᾿ ἁδρό, γαλήνιο σῶμα.


Ἐκεῖ μοῦ ἀνοῖξαν τὸ παλιὸ κρασί, ποὺ πλέριο εὐώδισε
μὲς στὴν ἱδρένια στάμνα,
σὰν τὴ βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεῖ κατάψυχρη
νύχτια δροσιὰ τὰ θάμνα...


Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἐκεῖ ἡ καρδιά μου δέχτηκε
ν᾿ ἀναπαυτεῖ λιγάκι
πὰ σὲ σεντόνια εὐωδερὰ ἀπὸ βότανα, καὶ γαλανὰ
στὴ βάψη ἀπὸ λουλάκι...

Άγγελος Σικελιανός


Λίνου Πολίτη , Ποιητική Ανθολογία, βιβλίο έβδομο, Καβάφης , Σικελιανός και η ποίηση ως το 1930, Εκδόσεις Δωδώνη, 2η έκδοση αναθεωρημένη, Αθήνα 1977