Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Τερζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Τερζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Σιωπή

Λένε πως η φιλοδοξία είναι πράμα ευγενικό, εγώ όμως γνώρισα κάτι ευγενικότερο: την περιφρόνηση κάθε φιλοδοξίας.
Ο φίλος μου δεν στάθηκε ποτέ του φιλόδοξος και ίσως αυτό να είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό του. Δεν είχε ούτε αυτή την τόσο κοινή φιλοδοξία να ιδεί τ' όνομά του τυπωμένο κάποτε.
Ωστόσο αυτό έγινε, κ' είτανε τότε που το διάβασα, εδώ και λίγα χρόνια, σ' έναν κατάλογο εξαφανισθέντων. Το ναυάγιο είχε γίνει στις ακτές του Ινδικού.
Ο φίλος μου έχει απομείνει για πάντα εκεί κάτω κι εγώ αρρωσταίνω συχνά. Ο ουρανός αλλάζει χρώματα, γίνεται κόκκινος. Πέφτω ανάσκελα και σφαλώ τα μάτια μου. Όταν τ' ανοίγω, βλέπω σκιές και φώτα που ανατέλλουν, βασιλεύουν, σ' έναν ουρανό πάνωθέ μου χαμηλό, στερέωμα από ασβέστη. Είδα  πολλές φορές την αντιφεγγιά του δρόμου στο ταβάνι, άκουσα τις φωνές του που γίνονται βαρυσήμαντες όταν σου έρχονται μέσα σε μια κάμαρα σφραγισμένη από την αγωνία.
Έρχονται τα σούρουπα. Ο ουρανός γίνεται ροδαλός, έπειτα κόκκινος. Η ανάσα των αρρώστων βαραίνει. Σαν κάποιος ν' άπλωσε τα δίχτυα από τα μεσούρανα και τώρα να τα τραβάει. Είναι η φυρονεριά των ψυχών.
Τότε, στο κομμάτι τ΄ουρανού που βλέπω από το κρεβάτι μου, περνάνε αράδα οι μορφές οι γνώριμες κ' αγαπημένες. Μια θάλασσα γεμάτη αντιφεγγιά φλογάτη, αποτραβιέται με ανασαμό πλατύ, γυμνώνοντας την αμμουδιά του γιαλού μας. Τα χαλίκια σιγοτρίζουν, γύρω στους βράχους παφλάζει το κύμα.
Κι εκεί, σ' ένα ξερολίθι γατζωμένον με το ένα χέρι, βλέπω το φίλο μου που είναι μέσα στο νερό ως το στήθος και μου χαμογελάει απλά. Γνέφει αόριστα, να πάω κοντά του. Κοιτάζω το στόμα του, καθώς η ανάσα μου όλο και βαραίνει. Όμως τα χείλη του είναι σφαλιστά, επίμονα. Πάνω στο κόκκινο χαμόγελο έχει πήξει η αράγιστη σφραγίδα της Σιωπής.( απόσπασμα από το διήγημα του Άγγελου Τερζάκη " Η Σιωπή ")

Άγγελος Τερζάκης, Του Έρωτα και του Θανάτου, διηγήματα. Βιβλιοπωλείον της " Εστίας", Αθήνα 1998, 4η έκδοση
 Γεννήθηκε  στο Ναύπλιο στις 16 Φεβρουαρίου 1907

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Τα ματωμένα χιόνια

...Ενώ στο μέτωπο της VIII Μεραρχίας δινόταν η μάχη του Καλπακιού και του Καλαμά, η Πίνδος γινόταν σκηνή απέραντη και σκυθρωπή ενός άλλου δράματος, με κρίσιμη σημασία.
Σύμπλεγμα πολυδαίδαλο, τραχύ, από στεγνό βράχο και δασωμένες ρεματιές, πριονωτές ράχες, κυματερά κορφοβούνια και βαθύσκιωτα ρουμάνια, πλαγιές πηγμένες στο έλατο, την οξυά, η Πίνδος έχει πρόσωπο λεβέντικο με πάνω του τη σφραγίδα του μυθικού και του αιώνιου.
Είναι ένα συγκρότημα από βουνά, που ριζώνει κατάσαρκα στον ελληνικό κορμό και κλαδώνεται από τα βορειοδυτικά στα νοτιοανατολικά, κάπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μάκρος. Χταπόδι τεράστιο, κουβάρι από μυώνες, πλοκάμια καβαλικευτά, μπερδεμένα, πλάθει τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής χερσονήσου. Για να κατέβεις βιαστής από τον βορρά, να χτυπήσεις τις πύλες της χώρας, πρέπει τον κόμπο τούτο να τον λύσεις. Δύσκολο πολύ. Κοιτάς τα καταράχια όπου κατρακυλάει το μαύρο έλατο, τις λαγκαδιές που βουίζουν μυστικά μέσα στην άχνα της απεραντοσύνης, και το μάτι σου θολώνει. Τα χωριά σωπαίνουν κουρνιασμένα στις βουνοπλαγιές, σαν όρνια. Ψηλά στα ουρανοθέμελα πυργώνονται απανωτά, άσωστες οι βουνοκορφές. Στις χαρακιές τους ασημίζει σαν κρεμασμένο τέλι η νεροσυρμή, γκρεμίζεται σε σκοτεινά φαράγγια. Σαν έρθει το πρώτο χιόνι, όλος αυτός ο γιγάντιος κόσμος παραχώνεται, γίνεται απέραντος άσπρος τάφος, όλο μυστήριο και σιωπή. Τότε, μήτε η αρκούδα, το αγριογούρουνο ή ο λύκος δεν ξεθαρρεύονται μακριά από τις μονιές τους. Μονάχα ο άνεμος θερίζει δρασκελώντας τα διάσελα, κυρίαρχος σαν Χάρος.
Για να παραβιάσουν την Πίνδο οι Ιταλοί, κι ας μην περίμεναν αποφασισμένη ελληνική αντίσταση, είχαν διαλέξει μια μονάδα τους από τις πιο επίλεκτες: τη Μεραρχία Τζούλια των Αλπίνων. Ήταν ενισχυμένη με ιππικό, Βερσαλλιέρους, σχηματισμούς μελανοχιτώνων κι Αλβανών. Με διοικητή της τον στρατηγό Μάριο Τζιρότι, η Τζούλια, επιστρατευμένη από καιρό, είχε μεταφερθεί στην Αλβανία τον Απρίλη του 1939.Είχε ασκηθεί στον ορεινό πόλεμος, ήταν απόλυτα κατατοπισμένη στη διαμόρφωση και στις συνθήκες του Μετώπου της Πίνδου, ανάλογα συγκροτημένη, λαμπρά εφοδιασμένη.
Η εισβολή της θα γινόταν με πέντε φάλαγγες, πέντε βέλη καλά ζυγιασμένα, έτσι που να χτυπήσουν κατάκαρδα την Ελλάδα: Τη Φάλαγγα Τολμέτσο στο αριστερό της μεραρχίας, στη σειρά ύστερα την Τζεμόνα, την Τσιβιντάλε, τη Βιτσέντσα και τέλος της Ακουίλα στο δεξί.. Ένα άλλο τμήμα της Τζούλια, μοιρασμένο σε τέσσερις ακόμα μικρές φάλαγγες, θα τόξευε στη βόρεια άκρη του τον ελληνικό υποτομέα, ανάμεσα στα υψώματα Κιάφα και Καταφύκι.
Αποστολή της Τζούλια ήτανε να εισχωρήσει ταχύτατα στα ορεινά περάσματα της Πίνδου, να κατέβει στο Μέτσοβο, να τσακίσει στα δύο τη ραχοκοκαλιά του Ελληνικού Μετώπου και ν' αποκόψει τις δυνάμεις της Ηπείρου από της Δυτικής Μακεδονίας.
Απέναντι στον επίφοβο αυτόν εχθρό, η ελληνική άμυνα είχε ν' αντιτάξει ένα σχηματισμό ισχνό: το Απόσπασμα Πίνδου. Διοικητής του ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης. Δύο χιλιάδες άντρες από εδώ, δεκαπέντε χιλιάδες από εκεί. Το Απόσπασμα Πίνδου είχε να καλύψει ένα μέτωπο από τριάντα πέντε χιλιόμετρα φάρδος σ' ευθεία γραμμή. Η άγρια ορεινή διαμόρφωση του εδάφους, αν ευνοούσε την ελληνική άμυνα, πολλαπλασίαζε όμως και το μάκρος του μετώπου που είχε να καλύψει.
Η αμυντική οργάνωση της περιοχής ήταν εντελώς πρόχειρη, καμωμένη βιαστικά μέσα στους τελευταίους μήνες, από τότε που ανέλαβε τη διοίκησή του ο Δαβάκης. Χωρίς πιστώσεις αρκετές στη διάθεσή του, αναγκάστηκε - καθώς στο μέτωπο της VIII ο Μαυρογιάννης - να ζητήσει την εθελοντική εργασία των χωρικών, για να γίνουν κάποια στοιχειώδη οχυρωματικά έργα. Αλλά κι ο οπλισμός, ο ιματισμός, τα πυρομαχικά του αποσπάσματος ήταν ελάχιστα. Διέθετε δύο εν όλω όλμους· τηλεφωνική γραμμή που να συνδέει τα τμήματα μεταξύ τους δεν υπήρχε άλλη από τη μία και μόνη πολιτική γραμμή από Εφταχώρι σε Κόνιτσα, με τις δευτερεύουσες μικροδιακλαδώσεις  της· οι περισσότεροι αξιωματικοί ήταν έφεδροι δίχως πείρα. Στο κατώφλι του χειμώνα, που εκεί απάνω είναι από την πρώτη στιγμή απάνθρωπος, με τέτοια δυσαναλογία σ' αριθμό, μέσα, με το βάρος της τεράστιας ευθύνης απέναντι στο σύνολο του μετώπου και στη χώρα, την ανεπιστράτευτη ακόμα, που περίμενε πίσω ακάλυπτη, ο αγώνας που είχε ν' αντιμετωπίσει το Απόσπασμα Πίνδου έπαιρνε τη μορφή αποστολής απελπισμένης.
Η 28η Οκτωβρίου ανέτειλε εκεί απάνω με καιρό κρύο, βροχερό. Στα δύο συντάγματα, 8ο και 9ο, που αποτελούσαν τη Μεραρχία Τζούλια, είχε δοθεί από τον στρατηγό Τζιρότι διαταγή που έλεγε:

" Η πρόθεσις μου είναι να επιτευχθή η προχώρησις μέχρι των θέσεων εις α ευρίσκονται οι εχθρικοί καταυλισμοί, χωρίς να δυνηθώσι τα εχθρικά στοιχεία, τα εγκατεστημένα δια την φρούρησιν των συνόρων, να σημάνωσι συναγερμόν. Όθεν επιβάλλεται όπως η πρώτη ενέργεια δια την δημιουργίαν των ρηγμάτων μελετηθή εκ των προτέρων και οργανωθή μέχρι των ελαχίστων λεπτομερειών.
Ιδιαιτέρως επιβάλλει να καθορισθώσι: Στοιχεία εντεταλμένα την εξουδετέρωσιν των σκοπών. Στοιχεία εντεταλμένα την αποκοπήν των τηλεφωνικών γραμμών.Στοιχεία εντεταλμένα την κατάληψιν των ελληνικών φυλακίων και την σύλληψιν των φρουρών των. Τα διάφορα στοιχεία δέον να εκλεγώσι μεταξύ των ικανωτέρων ανδρών δι' εκάστην αποστολήν. Εν συνόψει, η δράσις εις εκάστην των διεξόδων δέον να διεξαχθή δι' ολίγων δυνάμεων και μετά της μεγίστης ταχύτητος. Ουσιώδης συντελεστής ο αιφνιδιασμός".

Η εισβολή είχε αρχίσει, όπως και στο μέτωπο της VIII Μεραρχίας, προτού φέξει, πριν τελειώσει δηλαδή η διορία που όριζε το τελεσίγραφο. Αν, κατά μέσον όρο, οι ιταλικές φάλαγγες είχαν παραβιάσει τη μεθόριο στις πέντε η ώρα, σε κάποια φυλάκια της Πίνδου οι αιφνιδιασμοί εκδηλώθηκαν πολύ πριν.Το φυλάκιο 22 λόγου χάρη, πάνω από το Ασημοχώρι, χτυπήθηκε γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Οι ακρίτες αυτοί της ελληνικής γης, δεν είχαν προλάβει ακόμα να μάθουν πως αρχίζει πόλεμος, να καταλάβουν τι συμβαίνει. Σημειώνεται εδώ μια αντίφαση που και μόνη της χαρακτηρίζει το ήθος του αντιπάλου. Ενώ η ηγεσία του είχε διακηρύξει πως δεν περίμενε σοβαρή αντίσταση, ενώ μ' αυτήν ακριβώς την πεποίθηση είχε κατηχήσει τα στρατεύματά της, στην πράξη ακολουθούσε μια τακτική, που απέναντι σ' αντίπαλο ανύποπτο δείχνει ψυχολογία δολοφονική.
Άνοιξαν καταπάνω στα φυλάκια φωτιά με πολυβόλα και χειροβομβίδες. Οι φρουρές, ξαφνιασμένες, αμυνόμενες όπως όπως, άρχισαν να συμπτύσσονται προς τη γραμμή αντιστάσεως. Για να κλονίσουν το ηθικό των λιγοστών αυτών ανθρώπων, οι Ιταλοί τους φώναζαν ελληνικά πως τάχα στην Αθήνα έγινε επανάσταση, πως ο Μεταξάς έπεσε, πως η νέα κυβέρνηση συμμάχησε με τον άξονα και να παραδοθούν. Τα καλώδια των τηλεφώνων είχαν φροντίσει να τα κόψουν αποβραδίς κι έτσι οι επικεφαλής των ελληνικών τμημάτων δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τη διοίκησή τους. Ωστόσο, σε πολλά σημεία, η αντίσταση κατόρθωσε ν' αναχαιτίζει  τον εχθρό. Το φυλάκιο 25, στα δεξιά του Γράμμου, αμύνεται ως το μεσημέρι και ύστερα αποσύρεται να πάρει θέση στην κύρια γραμμή αντιστάσεως. Στ' αριστερά του κεντρικού υποτομέως, το εκεί ελληνικό  τμήμα αγωνίζεται στα υψώματα Καρδάρι και Στενό, ώσπου δίχως πυρομαχικά πια μπροστά στον κίνδυνο να κυκλωθεί, αναγκάζεται να συμπτυχθεί στην Πυρσόγιαννη. Στο κέντρο, όπου εκδηλώνεται η κύρια προσπάθεια των Ιταλών, τα ελληνικά τμήματα συμπτύσσονται προς τη Βούρμπιανη, ενώ άλλα υποχωρούν ανατολικότερα, ως το χωριό Θεοτόκος. Στα υψώματα Σταυρός και Κιάφα, ισχυρές ιταλικές δυνάμεις με πυροβολικό και όλμους πιέζουν τον εκεί ελληνικό λόχο, που αγωνίζεται ως τις δύο μετά το μεσημέρι, ύστερα υποχωρεί στην Αετομηλίτσα κι από εκεί στο ύψωμα Πέτρα Μούκα. Εδώ, η κάμψη ήταν επικίνδυνη. Στην Κιάφα όμως η εκεί διμοιρία δεν λυγίζει, μάχεται ως τη νύχτα, και τότε ανεβαίνει να πιάσει την κορυφή του υψώματος, 2.398 μέτρα. Στον αριστερό υποτομές, όπου οι Ιταλοί εκδηλώθηκαν μόλις στις πέντε τ' απόγευμα, οι δύο ελληνικοί λόχοι της Καστάνιανης και της Μόλιστας κρατάνε τις θέσεις τους ως τη νύχτα.

Στον κεντρικό υποτομέα, ωστόσο, η κατάσταση έπαιρνε μορφή πολύ σοβαρή. Η κατάληψη από τους Ιταλούς του Σταυρού τους άνοιγε τον δρόμο προς την Αετομηλίτσα και τη Λυκόρραχη, ενώ απειλούσε με αποκοπή, στ' αριστερά, τους λόχους της Βούρμπιανης και της Πυρσόγιαννης. Ο Δαβάκης αναγκάστηκε να διατάξει σύμπτυξη σε νέα γραμμή. Ο καιρός ήταν άσχημος πολύ. έπεφτε βροχή βαριά· στην κατασκότεινη μέσα νύχτα οι άντρες των ελληνικών τμημάτων, που είχανε πολεμήσει ολημερίς νηστικοί, βάδιζαν τώρα μουσκεμένοι, ξεθεωμένοι. Στο ποτάμι, τον Σαραντάπορο, το παγωμένο νερό τούς ανέβαινε ως τη μέση. Τα βαρυφορτωμένα με πολυβόλα και πυρομαχικά μουλάρια έχαναν πόδι στις κακοτοπιές, στο σκοτάδι, γλίστραγαν και γκρεμίζονταν κάτω σε βαθιές χαράδρες. Ο Δαβάκης, για να τονώσει το ηθικό των βασανισμένων τμημάτων του, σκέφτηκε να στείλει στους διοικητές τους, νύχτα στις εννιά η ώρα, μια διαταγή που έλεγε πως έρχονται τέσσερα τάγματα αύριο να τους ενισχύσουν κι αυτός θα κάνει αντεπίθεση με τις εφεδρείες. Ούτε τάγματα βρίσκονταν πουθενά ούτε εφεδρείες. Απεναντίας, τα μέσα διαβιβάσεων δεν λειτουργούσαν καλά, πληροφορίες σωστές για τα τμήματα που πολεμούσαν ο Δαβάκης δεν μπορούσε να έχει, με το τμήμα της Αετομηλίτσας κάθε επικοινωνία είχε κιόλας κοπεί, τα πυρομαχικά είχαν τελειώσει. Αναγκάστηκε ο Δαβάκης να μαζέψει όσα βρίσκονταν στους ημιονηγούς, στους μαγείρους και στους γραφείς και τα έστειλε στους λόχους της Πυρσόγιαννης και της Αετομηλίτσας. Ζήτησε κι από τους χωριάτες της Πίνδου να φέρουν τα ζώα τους, για να κουβαλάνε τρόφιμα και πολεμοφόδια στον στρατό.
Τα έφεραν. Ύστερα έπιασαν μόνοι τους, γέροι, γριές, κορίτσια, γυναίκες, παιδιά, να ζαλώνονται τα πολεμοφόδια, όπως σε λίγο θα ζαλωθούν και τους τραυματίες, να σκαρφαλώνουν άκρη άκρη σε γκρεμούς, κάτω από τη βροχή, μέσα στο σκοτάδι.Έτσι θα χαραχτούν στη μνήμη του έθνους, στο θρύλο, θα γίνουν όραμα συμβολικό, λιτανεία που πάει να καταθέσει το βαρύ τάξιμο στο θυσιαστήριο της λευτεριάς....(απόσπασμα)



Άγγελος Τερζάκης, Ελληνική εποποιΐα 1940-1941,Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, 4η έκδοση
Ο Άγγελος Τερζάκης από το 1940 και ως τη λήξη του πολέμου υπηρέτησε στο Αλβανικό Μέτωπο.
Έγραψε το βιβλίο αυτό είκοσι χρόνια μετά και σε αυτό εξιστορεί προσωπικές εμπειρίες και συναισθηματικές αντιδράσεις.

" Το βιβλίο αυτό εδώ προβάλλει αξιώσεις στην αυστηρότερη ιστορική αλήθεια όχι όμως και στην ιστορική πληρότητα. Δεν είναι σύνθεση επιστημονική. Γραμμένο εξάλλου από άνθρωπο που είχε την τύχη ν' αναπνεύσει τον τραγικό αέρα του μετώπου, αποκρούει με περιφρόνηση κάθε βέβηλη φαντασία, κάθε αδιάκριτη ανάμειξη του μυθιστορηματικού. Η εκστρατεία του 1940 - 41 είναι από μόνη της πολύ πλούσια σε περιεχόμενο για να χρειάζεται τη συμπλήρωση της σκηνοθεσίας.
Ωστόσο, αυτή η εκστρατεία, που όλη τη λένε " το Έπος", έχει τούτο το παράδοξο: πως είναι ένα έπος άγνωστο· Θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές, στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο ψυχολογικό και ιστορικό απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τα μετέπειτα γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων: Η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύπνημα ενός νέου κόσμου, του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθανε να κατακαλύψουν τη στιγμή της Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της ελληνικής Ιστορίας, ένα από τα πιο σημαντικά, κλείστηκε, σφραγίστηκε και τοποθετήθηκε στο αρχείο προτού μνημειωθεί.
Όχι πως δεν υπάρχουν ιστορίες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Υπάρχουν, και αξιόλογες. Αλλά εκείνο που λείπει είναι ένα βιβλίο δίχως αξιώσεις, προσιτό στον μέσο αναγνώστη, τον ανειδίκευτο στα στρατιωτικά, στα διπλωματικά, και που να διαβάζεται άνετα.
Δεν ξέρω αν μπόρεσα να το δώσω. Πρέπει να πω ότι θέλησα να προλάβω προτού αποχωρήσει από τη ζωή η γενιά των μαχητών και χαθεί έτσι ανεπανόρθωτα η άχνα των ανθρώπων που έκαμαν την Ιστορία. Γιατί την Ιστορία την συνθέτουν πάντοτε δύο στοιχεία, που ο χρόνος τ' αποχωρίζει: μια σειρά γεγονότα κι ένα άρωμα εποχής. Το πρώτο, τα γεγονότα, μπορείς να τ' αποκαταστήσεις κι ύστερα από αιώνες. Το δεύτερο όχι· χάνεται, πετάει μαζί με τη στιγμή. Ακόμα κι εκείνοι που το ένιωσαν - όπως και όσο νιώθει κανένας το παρόν - ακόμα κι αυτοί χάνουν την αίσθησή του όταν το πάρει ο άνεμος του Χρόνου.
Δεν ισχυρίζομαι πως μπόρεσα να αιχμαλωτίσω ή ν' ανακαλέσω το άρωμα της μεγάλης για την πατρίδα μας στιγμής που σημειώθηκε ξαφνικά στο φθινόπωρο του 1940. Έκαμα μόνον ό,τι μπορούσα για να μάθουν τα παιδιά των Ελλήνων, οι ερχόμενες γενιές, πως η ελευθερία είναι πάθος ιερό και πως γι' άλλη μια φορά, καταμεσής στον εικοστό αιώνα, έδωσε τη μάχη της σ' αυτό εδώ το χώμα, που μας έχει θρέψει." ( Άγγελος Τερζάκης)






Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Ταξίδι με τον Έσπερο

Τέτοια ώρα ακριβώς , μεσουρανεί γαλάζιος, βλεφαρίζοντας ο Βέγας.
Η νύχτα ήταν γεμάτη τριζόνια. Από το διαπλατωμένο παράθυρο, το παιδί, με κρατημένη ανάσα, τ' άκουγε μέσα στην εξοχή να σέρνουν τις τρίλλιες τους ασταμάτημα. Σαν και κελαϊδούσαν τ' αστέρια. Ανάσα δροσερή, από χορτάρι, ερχότανε σε κύματα απανωτά, μύρο της γης απονύχτερο. Ύστερα, ασύνειδα σχεδόν, ξεχώρισε το θρόισμα από δέντρα που πρέπει να ορθώνονταν αόρατα κ' ηρωικά μέσα στο μπλάβο σκοτάδι. Ανάσανε βαθειά. Με την πνοή , τη μαργωμένη από πάχνη κι' αστροφεγγιά, που κυκλοφόρησε στα πλεμόνια του, το παιδί δροσίστηκε, χαμογέλασε φιλικά στη νύχτα. Η μετάληψή της αλάφρωνε την καρδιά του.
Πάσχισε ανυπόμονο ν' ανακαλέσει από την αφάνεια το τοπίο που πρέπει να γραφόταν εκεί - κάτω. Δε μπόρεσε. Κάτω από την τετράπλατη αστροφεγγιά, η γη έδειχνε ακόμα πιο μαύρη, πένθιμη. Ούτε σπίθα φως πουθενά, όσο που φτάνει το μάτι` ούτε μια λαμπυρίδα να ξαγρυπνάει στο χορτάρι. Το πλοίο πορεύεται μ' όλα του τα φώτα σβηστά, καθώς σ' ώρα κρίσιμη, ώρα κινδύνου.
Τότε, γύρισε τα μάτια του ψηλά, στο στερέωμα, που είτανε πάντα πιο γνώριμο. Προσανατολίστηκε. Η πλευρά τούτη του σπιτιού έβλεπε βορειοδυτικά. Ξέκρινε τη Μεγάλη Άρκτο με τα εφτά της αστέρια, αριστερά και κάτω τον Αρκτούρο, ζωηρό σα σπίθα φυσημένη από μακρινό άνεμο.Ψηλά, κατάκορφα, έλαμπε υγρός, ζαφειρένιος, ο φιλικός του Βέγας. Ανάσανε μ' ανακούφιση, όπως όταν ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου σε γνώριμο περίγυρο. Ο ουρανός σ' ακολουθεί παντού, όπου κι αν πας.
Σα γύρισε μέσα, στη χλιαρή κάμαρα, ένιωσε τον εαυτό του κάπως συμφιλιωμένο με την καινούργια του μοίρα. Βρήκε πάνω στο τραπεζάκι, ψαχουλευτά, το κουτί με τα σπίρτα. Νευρικά, έτριψε ένα. Γαλάζια η φλόγα, ύστερα πορτοκαλιά, περπάτησε στο κενό να βρει το σπαρματσέτο. Οι τοίχοι, τρεκλίζοντας, αναδύθηκαν από την ανυπαρξία. Η τετράγωνη άσπρη κάμαρα, αφού πρώτα κυμάτισε, έπηξε γύρω.
Κοντά στο κηροπήγιο, ένα γράμμα περίμενε ανοιχτό. Τ' αγόρι στηρίχτηκε με τα δυο του χέρια στο σανιδένιο τραπεζάκι, έσκυψε πάνω στο επιστολόχαρτο. Είτανε γραμμένη μια του μόνον από τις μεσαίες σελίδες. Η πέννα είχε κυλήσει μουτζαλώνοντας την άλλη. Όμως το μπουκαλάκι του μελανιού είτανε ξεβουλωμένο. Κοινό καλαμάρι, από κείνα που μεταχειρίζονταν οι μαθητές, με τη χρωματιστή ετικέτα πάνω. Και το παιδί, κι' αυτό στη μαθητική ηλικία είταν.
Δεν έμοιαζε πάνω από δεκάξη χρονών. Η κίτρινη φλόγα του σπερματσέτου , λαστιχάρωντας σα γλώσσα ερπετού, το φώτιζε από χαμηλά, βαθουλώνοντας τα σταχτιά του μάτια, δυναμώνοντας τα σκληρά ζυγωματικά. Είχε δέρμα άσπρο και θαμπό, τα μαλακά του μαύρα μαλλιά σκύβανε πάνω στο μέτωπο, το τρικυμισμένο από ανήσυχες καμπύλες, μ' ένα στρουφιστό τσουλούφι που άγγιζε το φρύδι. Έτσι γουβιασμένο το παιδί, έδειχνε να έχει ώμους φαρδιούς, έναν κορμό τριγωνικό, νευρωμένο, πάνω από τη λιανή μέση. Τα χείλη του, δυο αιματοκόκκινες υγρές κορδέλλες δίχως σταθερό περίγραμμα, έκαναν το στόμα του σαν πληγή μισανοιγμένη.
Πήρε την πέννα δίχως να κοιτάζει, έκανε να τη βουτήξει στο καλαμάρι, η άκρη της τσίμπησε το φελλό. Την πέταξε πάλι, κι' απόμεινε όρθιο, να διαβάζει το αρχινισμένο γράμμα:

" Φ ί  λ ε,
Φτάσαμε εδώ , στο παλιό επαρχιώτικο κτήμα των γονιών μου, πριν από μισή ώρα. Κουραστικό ταξίδι, εκνευριστικό, μ' ένα αυτοκίνητο ξεχαρβαλωμένο, που τραμπαλίζει, αγκομαχάει και ξεφυσαίνει. Έξω, ο κάμπος, που δεν τον βλέπεις, κι' έτσι τον πλάθεις με τη φαντασία σου όπως σου βολεί. Κάπου - κάπου μονάχα μερικά αθάνατα, που ανοίγονται σα μούντζες με νύχια διαβολικά, μια φραγκοσυκιά αγκαθερή ή ο θηλυκός κορμός μιας λεύκας. Οράματα της Κόλασης, και φεύγουν. Ο προβολέας του αυτοκινήτου τα στοιχειώνει μια στιγμή, ύστερα τυλίγονται πάλι στο σκοτάδι, τα ξανάπιε η νύχτα. Δίπλα μου νανουρισμένη, μισοκοιμάται η θεία μου. Αποφεύγω να την κοιτάξω, γιατί νιώθω πως αν την ιδώ έτσι, με τα χείλη της πλαδαρά, κρεμασμένα από την μιάν άκρη, να στάζουν σάλιο, θα τη μισήσω.
Τέλος, προχωρημένη η νύχτα, φτάσαμε. Στο πέτρινο κατώφλι του σπιτιού, μας καρτερούσε η γριά δούλα - ξέρεις - αυτή που την είχανε οι γονιοί μου. Τώρα έχει παντρευτεί, άντρας της είναι ο σέμπρος. Μας έκανε του κόσμου τις χαρές. Δεν μ' αρέσουν αυτά, το ξέρεις. Ανέβηκα ολόισα στην κάμαρα που είχαν ετοιμάσει για δική μου, με την πρόφαση πως νυστάζω. Αυτό έκανε τη θεία μου ν' απορήσει. Έδειξε μια χαρά που μ' εξερέθισε ακόμα πιο πολύ, άρχισε να λέει πως η εξοχή φανερώνει κι' όλας τα καλά της, πρόλαβε να μ' ωφελήσει...Αν είναι δυνατό!...Είπα πες δε θα φάω για βράδυ και διπλοκλειδώθηκα. Τώρα,  εδώ , είναι πιο καλά!.
Πλάγιασα, αλλά - καθώς πάντα - δε με πήρε ο ύπνος. Σηκώνομαι λοιπόν και κάθομαι στ' ανοιχτό παράθυρο.
Τέτοιαν ώρα,  εκεί ψηλά, πάνω από τη σκέπη, μεσουρανεί ο Βέγας".

Εδώ το γράμμα σταματούσε.
Θα τις διάβασε τρεις, ή και τέσσερες φορές, τις αράδες τούτες, τις γραμμένες με τον άρρυθμο, αγκαθερό  του γραφικό χαρακτήρα. Χαμογέλασε διφορούμενα. Ύστερα, αφού έβαλε πρώτα μια τάξη στις μπερδεμένες του σκέψεις, κάθησε, ξεβούλωσε ήσυχα - ήσυχα το καλαμάρι, βούτηξε την πένα αποφασιστικά κι' άρχισε να γράφει:

" Νύχτα έξοχη, τοπίο σαν όνειρο. Το βλέπω από το παράθυρό μου, λες κ' είναι μέρα. Τέτοια είν' εδώ η αστροφεγγιά.
Πρώτα - πρώτα να φανταστείς μια τούφα δέντρα, ευκάλυπτοι θαρώ, εδώ δίπλα στο περιβόλι, που έτσι να τεντώσω το χέρι μου αγγίζω τις φυλλωσιές τους. Κάτω, ένα γαλάζιο και βαθυπράσινο μπέρδεμα από φυτά, αγριοτριανταφυλλιές, αγιοκλήματα, γκλισίνες. Μια γιασεμιά σκαρφαλώνει στον τοίχο κι' έρχεται στο περβάζι του παραθυριού. Πιο πέρα, όσο φτάνει το μάτι, κυματίζοντας, σγουρός ο κάμπος. Όλη τούτη η έκταση, σαν πελώριο πανέρι από κείνα που τα προσφέρουν στις διάσημες τραγουδίστριες, μοσκοβολάει. Έχει και τις φωνές της η νύχτα, τα τριζόνια που παλάβωσαν, κάποια σκυλιά που αλυχτάνε πέρα, τον γκιώνη, ερημικό, και τα νερά, που κυλάνε κελαϊδώντας κάτω από το χορτάρι".

Ένας ολάκερος λαός πλάσματα της νύχτας, προσκαλεσμένα από το φως καθώς το παιδί έγραφε, είχανε μπει απ' τ' ανοιχτό παράθυρο, στριφογύριζαν, φτεροκοπούσαν γύρω από τη φλόγα του σπερματσέτου. Πεταλούδες άχαρες, πλατυκέφαλες, έντομα στενόμακρα σα σκουλήκια, με πράσινες μεταξωτές φτερούγες κι' ανήσυχες κεραίες, μύγες τριγωνικές, με πένθιμα φτερά. Κουτουλάγανε τυφλά στο τραπέζι , με μουγκούς κρότους, πάνω στο μακρουλό , μαρμάρινο χέρι που κρατούσε την πέννα, τσιτσιρίζανε στην φωτιά, χοροπηδούσαν  σπασμωδικά σα μικροσκοπικά δαιμόνια. Η φαινομενική γαλήνη της νύχτας έκρυβε λοιπόν ένα πλήθος ζωές γεμάτες αγωνία.
Το παιδί έσκυψε πάλι στο χαρτί του.

" Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να κοιμηθώ απόψε, όμως είναι η πρώτη φορά που θάθελα να μην κοιμηθώ. Σε λυπάμαι που δεν είσαι εδώ, να χαρείς μια τέτοια νύχτα".

Στο σημείο τούτο, δίχως να νοιάζεται για τις αντιφάσεις που αραδιάζονταν στο γράμμα του, θέλησε να το κλείσει. Έκανε ν' αφήσει την πέννα, όμως μια σκέψη καινούργια σταμάτησε το χέρι του. Γύρισε το κεφάλι, κοίταξε τ' ανοιχτό παράθυρο που τώρα, με το φως, είχε γίνει ολότελα μαύρο. Σα να συμβουλεύτηκε μια στιγμή το σκοτάδι. Ύστερα έσκυψε στο γράμμα και πρόσθεσε:

" Προαισθάνομαι, όχι: είμαι βέβαιος, πως κάτι εξαιρετικό θα μου τύχει εδώ που ήρθα".

Έτσι είτανε πιο καλά! Ο φίλος θα ζήλευε λιγάκι. Υπόγραψε νευρικά, δίπλωσε το χαρτί, το έκλεισε στο φάκελλο. Ύστερα σηκώθηκε, φύσηξε το κερί και ξαπλώθηκε ανάσκελα στο κρεβάτι.(απόσπασμα)

Άγγελος Τερζάκης , Ταξίδι με τον Έσπερο, Βιβλιοπωλείον της " Εστίας", Αθήνα 1999, 12η έκδοση

" Το Ταξίδι με τον Έσπερο κατέχει ιδιάζουσα θέση στην πεζογραφική παραγωγή του Άγγελου Τερζάκη. Μυθιστόρημα της εφηβείας, συνδυάζει την τρυφερότητα με την αφηγηματική χάρη, το λυρισμό με τη λιτή και υπαινικτική γραφή - τα στοιχεία εκείνα που κατέταξαν τον Τερζάκη στους μεγάλους Έλληνες συγγραφείς του αιώνα μας" ( οπισθόφυλλο)

Ο Άγγελος Τερζάκης  "ταξίδεψε" στις 3 Αυγούστου 1979


Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Η βάρκα


  O φίλος μου αφηγήθηκε:
    Όταν γυρίζω τα μάτια στα παιδικά μου χρόνια, αναθυμούμαι πάντα μιαν ακρογιαλιά, μια κάποιαν ήρεμη , ερημικήν ακρογιαλιά, όπου το κύμα έρχεται γλυκά να σβύσει φλοισβίζοντας στην αγκαλιά του άμμου.
  
     Δεν ξέρω...Εκεί δεν είναι η πατρίδα μου κι΄εκεί δεν έζησα τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου. Όμως η ακρογιαλιά γεμίζει με τη μουσική της την ξέμακρη ολάκερα τα παιδικά μου χρόνια. Και τώρα πια, ώριμος άντρας, αγαπώ συχνά, καθώς όλοι οι επίδοξοι γέροι, ν΄αναθυμούμαι τα πρώτα νιάτα μου. Και πάλι, να, στο μνημονικό μου ανατέλλει η ακροαγιαλιά.

     Είναι μια απαλή, απέραντη καμπύλη αμμουδιάς που ελαφρά κολπώνει η θάλασσα. Γύρω, πέρα, ερημιά. Στη μέση, πάνω σε κάτι δοκάρια στρογγυλά και μαύρα, μια μεγάλη , παλιά βάρκα, νεκρή. Την έχουνε τραβήξει στη στεριά κι΄εκεί σάπισε. Μισογερμένη , αφίνει να χάσκει τόνα της πλευρό ανοικτό. Της λείβονται σανίδια, κι΄ο σκελετός, καθώς ζώου νεκρού, γαντζώνει στον αέρα λαίμαργα τα λιπόσαρκα παΐδια. Είναι κόκκινη η βάρκα, παράδοξα κόκκινη στην κοιλιά, και ψηλότερα, ένα γαϊτάνι, μαύρη. Όμως η λαβωμένη τούτη πλευρά, η αιματοστάλαχτη, λες κάποτε πως ανασαίνει...
     Η ερημιά. Κ΄η νεκρή βάρκα , μονάχη της...

     Ερχόμουν μικρό παιδί ακόμα, και περιδιάβαζα στο έρημο ακρογιάλι. Τα καλοκαίρια, πάντα, κάποια θεία μου άκληρη, που είχε σπίτι και κτήμα αγροτικό πιο πέρα, μ΄έπαιρνε κοντά της δυο- τρεις μήνες να κάνω εξοχή. Υπόφερα από κάτι θέρμες ασυνήθιστες, που τις συνόδευαν νύχτες αγωνίας, γεμάτες οράματα. Λοιπόν στους μοναχικούς μου περιπάτους έστριβα συχνά το μικρόν κάβο, που λες και τερμάτιζε την κατοικημένη πλάση, και προχωρούσα στην έρημη αμμουδιά. Στην αρχή, θυμούμαι, άκουγα με τρόμο τα βήματα μου να τρίζουνε μοναχικά. Αργότερα συνήθισα. Με τις ημέρες, τις βδομάδες, τους μήνες , μια τρυφερότητα παράδοξη ξύπνησε μέσα μου, μυστικά, για το απλησίαστο τοπείο. Λιανοτρέμουλη μια αγάπη άρχισε ν΄αναθρώσκει μέσα από τη θράκα της τρομάρας κι΄ευλόγησε με το διακριτικό μύρο της την ψυχή μου. Έφτασε αδιόρατα μια μέρα που άρχισα να νιώθω δική μου την έρημη ακρογιαλιά, κι΄ένα βαθύτερο νόημα συγγένειας, κάτι σαν ευαίσθητη στοργή, μ' έδεσε γλυκά μαζί της.

     Πήγαινα έτσι όχι μονάχα από συνήθεια να την ιδώ, μα και σαν από καθήκον και συμπόνοια.


     Δεν ξέρω πια πότε είταν ακριβώς που, κάποια μέρα, κοντοζυγώνοντας στη βάρκα μου, είδα κάποιον άλλο να τριγυρίζει στην απάτητη περιοχή της. Ζύγωσα δισταχτικός, με δυσαρεστημένην απορία. Είταν ένα μικρό κορίτσι, πάνω - κάτω στα δικά μου χρόνια. Θαρρετά, αψήφιστα, περιεργαζότανε με τα μάτια το ιερό κουφάρι. Το κορίτσι είτανε ξυπόλυτο.

      Θαρώ τώρα πως, την πρώτη εκείνη φορά, δεν της μίλησα. Αργότερα, ύστερα από μέρες, πιάσαμε κουβέντα. Είχε αρχίσει νάρχεται στ΄ακρογιάλι μου συχνά. Μιλήσαμε , φυσικά, για τη βάρκα. Και, με το θάρρος της άγνοιας, την αυθάδεια του αμύητου, μου πρότεινε κάτι αφάνταστο : Να την καβαλλικέψουμε!

     Όποιος υποστηρίξει πως πρέπει να υπερασπίστηκα για πολύν καιρό τα ιερά μου, θα πει ότι ελάχιστα γνωρίζει τον άνθρωπο. Δε λέω, λιποψύχησα την πρώτη στιγμή. Όμως εκείνη, δεν είχε φανταστεί καθόλου, φαίνεται, το δισταγμό μου. Ακούμπησε στον ώμο μου και δοκίμασε ν΄ανέβει. Είτανε ψηλά. Μου πρότεινε λοιπόν να πλέξω τα δάχτυλά μου για να πατήσει στις χούφτες μου. Το έκανα. Είναι πολύ γλυκό. φίλε μου, το ναρκωτικό της προδοσίας. Στηρίχτηκε στον ώμο μου, πάτησε στις χούφτες μου ανάλαφρα κι΄ανέβηκε.

     Κι' εγώ....Εγώ ήμουν συγκινημένος.

      Ερχόμασταν συχνά στην πεθαμένη βάρκα, κι΄ανεβασμένοι πάνω, σύμφωνα μ' ένα πρακτικό σύστημα που είχαμε βρει για να το κατορθώνουμε, παίζαμε του κόσμου τα παιγνίδια. Καλούσαμε με τη φαντασία γύρω μας τη θάλασσα να φουσκώσει, ν' αγριέψει, και τα κύματα να μας ανασηκώνουνε στα μεσούρανα , κύματα βουνά. Στη φαντασμαγορική τούτη θύελλα ήμουν εγώ ο καπετάνιος. Μ' αυθάδεια σκαρφαλωμένος στην πλώρη, τα σκέλια τεντωμένα κι΄ανοιχτά, διέταζα το μοναδικό μου ναύτη. Κι΄ο ναύτης εκτελούσε, υπάκουος. Εγώ έβρισκα πάντα και τα θέματα του παιχνιδιού. Το βάθος άλλωστε είτανε στερεότυπο: " Φουρτούνα"! Κολακευόμουν να βλέπω τον εαυτό μου ήρωα, και μάλιστα να νιώθω πως  τον βλέπουν .

      Μια φορά μονάχα είπε το θέμα του παιχνιδιού κι΄εκείνη. Το καλοκαίρι ζύγωνε στα τέλη του και τώρα συχνά μας πρόφταινε το βράδι. Κάποτε, το φεγγάρι - είταν αυγουστιάτικο; - μας ξεγέλασε με το ζωηρό του φως που λες και συνέχιζε το σούρουπο . καθόμασταν αποσταμένοι από την "τρικυμία" στην πρύμνη. Κ΄η φιλενάδα είπε σιγανά:


     - Τώρα είναι γαλήνη...γαλήνη..., τα κύματα μας σπρώχνουμε γλυκά. Έπεσε και το λιγοστό αεράκι...Ταξιδεύουμε...Δες λοιπόν τι ώμορφα που είναι!..

       Κάτω από το σεληνόφως  άπλωνε το χεράκι της. Είναι καταπληχτικό, φίλε μου, πως κάποτε μια χειρονομία απλή μας ξεσκεπάζει την ωμορφιά του κόσμου. Λες και τα μάτια μας δεν προσμέναν παρά τούτο μονάχα για ν' ανοίξουνε στο φως.

       Η φωνή της είταν κουρασμένη κι΄αργή. Δεν ξέρω γιατί άρχισα ξάφνου να φοβάμαι.

    - Πάμε, πάμε...μουρμούρισα και σηκώθηκα.

     Δεν μ΄άκουγε. Είταν αφαιρεμένη.

      Της τράβηξα το φουστάνι δειλά, να τη συνεφέρω.

     Γύρισε και με κοίταξε. Το μάτι της είτανε μεγάλο και σκοτεινό. Μου φάνηκε αγνώριστο, ολάκερη μου φάνηκε αγνώριστη, σα να γύριζε από μακρυνό ταξείδι. Κι' η χώρα που είχε ιδεί αντικαθρέφτιζε ακόμα στα μάτια της τα οράματά της, οράματα δαιμονικά.


     Τα καλοκαίρια , δεν ξέρω πια για πόσα ακριβώς χρόνια , σμίγαμε εκεί. Ο πατέρας της είτανε ψαράς. Κάθονταν λίγο πιο κάτω από το δικό μας σπίτι. Το πρωινό, από τον κάβο, τον βλέπαμε με τη βάρκα του, πέρα στ' ασημένιο πέλαγος ν΄απλώνει υπομονετικά τα δίχτυα. Και γελούσαμε τότε που φαινότανε στην απόσταση έτσι μικροσκοπικός.

     Μου είναι αδύνατο να θυμηθώ τώρα τι ακριβώς λέγαμε. Όμως είμασταν φλύαροι, αφάνταστα φλύαροι. Και πάντα σκαρφαλώναμε στην ασάλευτη μέσα βάρκα. Στη φαντασία μας την πλάθαμε καράβι τρανό, βαρύτιμο, γεμάτο χρυσαφικά, ξόμπλια και στολίδια. Βασιλιάδες μας κατευόδωναν και πριγκηπέσσες μας προσμέναν. Νικητές πάντα στη θαλασσοταραχή, αρμενίζαμε τα βράδια μες σε λιμάνια ονειρευτά, απάνεμα, και γύρω, στο χρυσό ηλιοβασίλεμα που σιγόσβυνε, μαντήλια καλοδεχτικά μας χαιρετούσαν. Τα μάτια μας κρατούσαν ακόμα αστραφτερές αντιφεγγιές θριάμβου...Κι΄άλλοτε πάλι μας έπαιρνε , απολησμένους, ο ύπνος πάνω εκεί.


    ...Ποιος δεν ταξίδεψε στη ζωή του μια φορά με μια τέτοια βάρκα;

      Όλ΄αυτά γίνηκαν όταν ήμουν πολύ μικρός, έξη ή εφτά χρονών. Γιατί αργότερα έπαψα να πηγαίνω στην εξοχή εκείνη. Το τελευταίο καλοκαίρι, θυμάμαι, είχα αρχίσει ν' αποχτώ συναίσθηση της πραγματικότητας. Τέλειωνα το Δημοτικό και θάμπαινα στο Ελληνικό σχολείο. Αυτό σημείωνε στη ζωή μου κάποιον ξεχωριστό σταθμό. Ήμουνα φοβερά περήφανος. Και κάποιο βράδι που άκουσα τον πατέρα μου να λέει σ' επισκέπτες σοβαρά πως, σα μεγάλωνα, θα μ' έκανε δικηγόρο, με συνεπήρε τέτοια χαρά κι' αλαζωνεία που δεν έβλεπα τη στιγμή να ξημερώσει η άλλη μέρα για να πάω να το πω στη συντρόφισσα των παιχνιδιών μου.

      Είτανε τ' άλλο βράδι, εκεί, στην έρημη ακρογιαλιά. Βράδιαζε κ΄είχαμε αποαστάσει. Πάλι είχε γαληνέψει η θαλασσοταραχή κι' επλέαμε ήρεμα στα νερά του ονείρου. Η φιλενάδα μου ήταν αμίλητη.

     - Μίλα, της λέω...γιατί δε μιλάς;
     - Δεν ξέρω, αποκρίθηκε.
  
     Έβγαινε το φεγγάρι.

      - Δώσε μου το χέρι σου, να τραγουδήσουμε.
      - Να, μουρμούρισε.

    Το έπιασα. Είτανε παγωμένο.

     - Τι έχεις; ρώτησε ανήσυχος.

    Ο φλοίσβος έσβυνε στην ακρογιαλιά. Στα νερά, θρυμματισμένο, παιγνίδιζε το φεγγάρι.

      - Θα γίνεις δικηγόρος, θα γίνεις μεγάλος, είπε μέσα της.

      Περηφανεύτηκα.

     - Ναι..θα γίνω μεγάλος!

     Δεν είπε τίποτα. Μα σε λίγο σηκώθηκε. Μου φάνηκε πως είταν ακόμα νωρίς για να φύγουμε. Μισοστράφηκε κατά μένα και δίχως να με κοιτάξει:

      - Ξέρεις, είπε, ...ο πατέρας μου είναι ψαράς.

    Δεν ήρθε άλλο βράδι στην ακρογιαλιά. Κι' εγώ έφυγα.

    Περνούνε τα χρόνια. Οι μέρες αναβοσβύνουνε στερεότυπα και ξετυλίγονται τα χρόνια. Πέρασα λύπες και χαρές, είμαι ένας σωστός άνθρωπος.

     Όχι, όχι, δεν ξαναπήγα στην ακρογιαλιά. Ξέρεις κανένα που νάχει ξαναπάει;

    ....Όμως , πες μου, ποιος δεν ταξίδεψε στη ζωή του μια φορά με μια τέτοια βάρκα;

Άγγελου Δ. Τερζάκη, Του Έρωτα και του Θανάτου, Διηγήματα, "Αετός" Α.Ε. Αθήνα 1942