Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28η Οκτωβρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28η Οκτωβρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Ο πόλεμος του 40

Ο γιατρός Πέτρος Αποστολίδης από την Καλουτά Ζαγορίου, γνωστός και ως ο πρώτος "κόκκινος" Δήμαρχος των Ιωαννίνων το 1944, θυμάται μερικές στιγμές από την κήρυξη του πολέμου και την υπηρεσία του στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων στο Κάστρο.
Το Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων στο Κάστρο 
 1940
Δεν πέρασε πολύς καιρός και νέα επιστράτευση. Εγώ πάλι ανθυπίατρος στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο στο Φρούριο.
Εκείνο που σου' κανε εντύπωση ήταν η ψυχολογία του κόσμου. Ούτε φόβος, ούτε η αγωνία του 39 με την επιστράτευση. Ήταν σαν όλοι να σκέφτονταν, "παλιάνθρωποι Ιταλοί, μας κάνατε και περάσαμε πέρυσι μαύρο Πάσχα, φέτος πάλι τα ίδια. Πόλεμο θέλετε; θα τον έχετε, ας γίνει επιτέλους ό,τι έχει να γίνει". Ήταν περίεργη η αποφασιστικότητα, το θάρρος και η αισιοδοξία του κόσμου. Σαν να' ξεραν, σαν να προφήτευαν την ήττα των Ιταλών.
Τη νύχτα της 27ης προς την 28η Οκτώβρη, ήμουν εφημερεύων και διανυκτέρευα στο Νοσοκομείο. Γύρω στα μεσάνυχτα ακούω θόρυβο μοτοσικλέτας και ο υπασπιστής του Φρουραρχείου Ράμφος με δυό τρεις άντρες του Φρουραρχείου, μου φέρνουν ένα μισοζαλισμένο από χασίς στρατιώτη. Τον είχαν κλείσει στο πειθαρχείο, αλλά ο Ράμφος παριστάνοντας τον νταή τον αγρίεψε κι εκείνος για να γλυτώσει το ξύλο χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο. Φοβήθηκαν και τον έφεραν στο Νοσοκομείο.
Οι νοσοκόμοι μου ήταν όλοι σχεδόν βοηθητικοί και θα ζητούσα να μείνουν οι άντρες της φρουράς, αλλά παρατήρησα ότι ο άνθρωπος μάλλον ήθελε να ησυχάσει. Του φόρεσα πιτζάμες και τα ρούχα του πήγαν στην αποθήκη. Κατά τις δύο με ξυπνάει ο νοσοκόμος μου: " Κύριε ανθυπίατρε, εκείνος που' φεραν τη νύχτα έφυγε με τα βρακιά του από το θάλαμο, έφτασε στην πύλη". Ο σκοπός της πύλης κατάφερε και τον σταμάτησε με την απειλή του όπλου του, που ήταν βέβαια άδειο - δεν τους έδιναν ούτε φυσίγγιο πριν φτάσουν στο μέτωπο. Κατέβηκα κι εγώ. Τους ήξερα καλά αυτούς τους τύπους από το Νοσοκομείο Συγγρού. Βάζω το χέρι μου στον ώμο του.
- Βρε συνάδελφε, εδώ πάμε για πόλεμο και συ θέλεις να σκοτωθούμε μεταξύ μας;
- Θέλω να πάω να εξηγηθώ μ' αυτούς τους κερατάδες του Φρουραρχείου.
- Δίκιο έχεις, αλλά μέρα ξημερώνει.
Τον κατάφερα τελικά και γύρισε στο κρεβάτι του.
Ξύπνησα μόλις είχε χαράξει κι έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Ακούω πάλι μοτοσικλέτα και βγαίνω στο πλατύσκαλο. Στο μισοσκόταδο διακρίνω τον Πρίντζο.
- Σεις, κύριε Διευθυντά, τέτοια ώρα!
- Γρήγορα, ξύπνα το λοχία της υπηρεσίας, να συγκεντρώσει το προσωπικό. Οι Ιταλοί μάς κήρυξαν τον πόλεμο.
Αφουγκράζομαι...Στην ησυχία της νύχτας, άκουγες πολύ βαθιά προς Δολιανά - Καλπάκι βολές πυροβολικού.
Το φως της μέρας σιγά σιγά δυνάμωνε, ξύπνησε το προσωπικό και οι νοσοκόμοι πήγαν στους θαλάμους τους και ετοίμαζαν τους αρρώστους. Θάλαμοι, διάδρομοι κι οι σκηνές ακόμα που είχαμε στήσει, ήταν όλα γεμάτα, καθώς γινόταν εκκαθάριση ανάπηρων, χρόνια πασχόντων, βοηθητικών,... είχαμε χρόνια ειρηνικής ζωής. Δεν έλειπαν φυσικά και οι προσποιούμενοι τον άρρωστο.

Ο Πρίντζος πέρασε απ' όλους τους θαλάμους και τις σκηνές και τους μίλησε.
- Ακούστε, παιδιά. Όλοι εσείς που βρίσκεστε εδώ, δεν είστε σοβαρά άρρωστοι. Για να ξεκαθαριστεί ποιοι είναι ικανοί, και ποιοι ανίκανοι θα χρειαστούν αρκετές μέρες. Οι Ιταλοί όμως μας κήρυξαν πόλεμο και η κυβέρνηση πήρε την απόφαση να τους χτυπήσουμε. Το μέτωπο χρειάζεται ντουφέκια. Εγώ δεν μπορώ να σας βγάλω χωρίς να κρίνουν οι επιτροπές. Γι' αυτό σας λέω, όσοι καταλαβαίνετε ότι μπορείτε να κρατήσετε ντουφέκι, ζητήστε μόνοι σας εξιτήριο για τη μονάδα σας. Το αφήνω στον πατριωτισμό σας.
Και τότε έγινε το απρόσμενο. Οι περισσότεροι ζήτησαν εξιτήριο και από χίλιους με χίλιους πεντακόσιους  έμειναν εξακόσιοι με εφτακόσιοι.
Τρίβαμε τα μάτια μας, δεν αναγνωρίζαμε το λαό μας, που μέχρι τώρα δεν είχαμε αφήσει ελάττωμα που να μην του φορτώσουμε.
Αλλά και η αντίδραση του πληθυσμού της πόλης και των χωριών ήταν πρωτοφανέρωτη. Πού είχε πάει η σύγχυση, η αγωνία και ο φόβος του 39; Τώρα σαν να σκέφτονταν όλοι: " Δε θα σκύψουμε το κεφάλι, πολεμήσουμε". Όχι μόνο αυτό, αλλά επικρατούσε και μια περίεργη αισιοδοξία. Πού στηρίζονταν; Πουθενά. Μια διαίσθηση.
Στις δέκα το πρωί με καλεί ο Πρίντζος στο γραφείο του.
- Θέλεις να πάει η οικογένειά σου στην Αθήνα;
" Γιατί το λέει; σκέφτομαι. Σίγουρα αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα Γιάννενα και να μετακινήσουν τις οικογένειες, για να είναι οι αξιωματικοί απερίσπαστοι". 
- Ναι, αλλά πώς θα πάει στην Αθήνα;
- Με αυτοκίνητα της Μεραρχίας μέχρι την Άρτα.
- Κι από κει και πέρα;
- Ε, κάποιον φίλο θα' χεις στην Άρτα και θα φροντίσει να προωθηθούν παρακάτω.
- Α, έτσι αποκλείεται, κ. Διευθυντά. Να στείλω γυναίκες και μικρό παιδί μονάχους τους στο άγνωστο, να γυρίζουν στους δρόμους, αυτό δε γίνεται. Καλύτερα να μείνουν εδώ που βρίσκονται κι ας γίνει ό,τι γίνει.
- Καλά, έχεις την ευθύνη.

Έμαθα τι έγινε αργότερα στην κεντρική πλατεία. Είχαν συγκεντρωθεί με τα μπαγάζια τους οικογένειες αξιωματικών περιμένοντας τα στρατιωτικά αυτοκίνητα. Το πήραν μυρωδιά οι γυναίκες από τις συνοικίες της Λούτσας και της Καλούτσιανης, μαζεύτηκαν γύρω κι άρχισαν τις αποδοκιμασίες: " Ώστε, η αφεντιά σας, φεύγετε...κι εμάς πού μας αφήνετε; Ντροπή σας". Το "μεγαλεπήβολο" σχέδιο του " μεγάλου δημιουργού του Όχι" και του άλλου " μεγάλου Στρατάρχη", ήταν να εγκαταλειφθούν τα Γιάννενα και το μέτωπο να μεταφερθεί στο Μακρυνόρος, δηλαδή, μερικές ντουφεκιές για την τιμή των όπλων κι αυτό θα ήταν όλο το όχι.
Ο λαός μας όμως εννοούσε πραγματική αντίσταση· κράτησαν το μέτωπο μη υπακούοντας στις διαταγές ο Διοικητής της Μεραρχίας Ηπείρου Κατσιμήτρος κι ο Αρχηγός του Πυροβολικού Μαυρογένης.
Από την άλλη μέρα κιόλας μας έρχονταν ευχάριστα νέα. Όχι μόνο δεν έσπασε το μέτωπο - μια μικρή σύγχυση διαταγών στο μέτωπο των Φιλιατών αποκατάσταθηκε αμέσως - αλλά οι Ιταλιάνοι το' βαλαν στα πόδια, τους θέρισε το βαρύ πυροβολικό του Μαυρογένη και η εύστοχη βολή του ορειβατικού πυροβολικού, ιδίως της πυροβολαρχίας Κωστάκη, τόσο που νόμισαν πως ήταν ειδικό πυροβόλο " τύπου Κωστάκη"

Σε τρεις τέσσερις μέρες μας έρχονται στο Νοσοκομείο οι πρώτοι αιχμάλωτοι Ιταλοί τραυματίες της Μεραρχίας Τζούλια από τον τομέα της Πίνδου, τρία παλικάρια ως εκεί πάνω με τραύματα στις κνήμες.
Ήμουν εφημερεύων τη μέρα εκείνη και τους παράλαβα. Δεν είχα χωριστό θάλαμο να τους βάλω και τους έβαλα μαζί με τους δικούς μου. Φοβήθηκα μη βρεθεί κανένας ανόητος από τους νοσηλευόμενους και τους φερθεί άσχημα κι έδωσα αυστηρές διαταγές στους νοσοκόμους να προσέχουν μη συμβεί το παραμικρό. Άδικοι οι φόβοι μου. Ξελάσκαρε η δουλειά μου και πήγα κατά τα μεσάνυχτα να τους δω· βρίσκω γύρω τους κύκλο φαντάρους μας. Βάζω τις φωνές: " Τι γίνεται εδώ;" " Δεν τους πειράζουμε, γιατρέ, κουβεντιάζουμε". Και πραγματικά, άλλος τους είχε προσφέρει καραμέλες, άλλος κουλουράκι, άλλος τσιγάρα.
Παιγνίδια της μοίρας! Πάλι να είμαι γιατρός αιχμαλώτων, ξένων αυτή τη φορά. Ήμουν υπεύθυνος για την αποφθειρίαση στο στρατόπεδο και οι αιχμάλωτοι περνούσαν πρώτα από τον κλίβανο.
Μου φέρνουν την πρώτη φουρνιά, τους έστελνε η Όγδοη Μεραρχία της Ηπείρου. Όλοι με τη στολή τους, χιτώνιο, κιλότα, μανδύα, άρβυλα και με την κουβερτούλα τους μερικοί, με όλα τα μικροπράγματά τους, ρολόγια στα χέρια, στιλό στη τσέπη και παράσημα στο στήθος.
Χωρίς να το θέλω πέρασε από μπροστά μου η εικόνα των Ελλήνων αιχμαλώτων του Ουσιάκ, Αφιόν, Ελβανλάρ, με τα τσουβάλια τους για ρούχα, με τα γυμνά τους πόδια πάνω στον πάγο και την κακομοιριά τους.
Ενθουσιάστηκα  και μου ' ρχόταν να φωνάξω δυνατά: " Μπράβο σου Ρωμιέ,...είσαι άνθρωπος, άντεξες".
Με πλησιάζει ένας Ιταλός και μου ζητάει μια ασπιρίνη, έχει, λέει, κεφαλόπονο. Του δίνω. Σε λίγο δεύτερος, κι αυτός με με πονοκέφαλο. Σε λίγο και τρίτος. Τι έπαθαν αναρωτιέμαι. Βλέπω πιο πέρα το στρατιώτη μου να γελάει.
- Τι γελάς; του κάνω αυστηρά.
- Εσείς δεν ξέρετε, γι' αυτό παραξενεύεστε, κ. ανθυπίατρε. Αυτοί είναι μεθυσμένοι, γι' αυτό έχουν πονοκέφαλο.
Να τι είχε συμβεί. Οι χωροφύλακες, που τους έφεραν από το μέτωπο, σε κάποιο χωριό έκαναν στάση, κατέβασαν τους Ιταλούς να ξεμουδιάσουν κι αυτοί και τους κέρασαν στο μαγαζί από ένα ουζάκι. Άρχισαν τα κεράσματα, " γεια σου και γεια μου", κι όταν έφτασαν στα Γιάννενα ήταν μισομεθυσμένοι Ιταλοί και χωροφύλακες.
Την όμορφη αυτή ατμόσφαιρα της ανθρωπιάς ήρθε να χαλάσει μια άλλη μέρα κάποιος ανθυπολοχαγός. Τον είδα να περιφέρεται γύρω στον κλίβανο και στους αιχμαλώτους και νόμισα ότι κοίταζε από περιέργεια. Είχα δουλειά κι έφυγα για το Νοσοκομείο. Όταν γύρισα βλέπω έναν Ιταλό να κλαίει.
- Τι έγινε; λέω.
- Ο ανθυπολοχαγός τού πήρε το ρολόι του, μου λέει στενοχωρημένος ο φρουρός.
Έτρεξα να τον προλάβω, αλλά είχε φύγει, ήθελα να τον πάω ίσια στον Στρατηγό...

Με την πρώτη φουρνιά αρρώστων και τραυματιών από το μέτωπο φάνηκαν οι τεράστιες ελλείψεις και προπαντός η ανικανότητα των ανθρώπων που είχαν μπει να διοικήσουν.
Οι μάχες λυσσομανούσαν στο μέτωπο, και το Στρατιωτικό Νοσοκομείο Γιαννίνων, που θα δεχόταν όλους τους τραυματίες και τους αρρώστους, είχε μόνο πέντε γιατρούς, ενώ το αναρρωτήριο της Λάρισας, δεκάδες χιλιόμετρα πίσω, υπηρετούσαν εκατόν είκοσι γιατροί,  με μηδαμινό αριθμό νοσηλευόμενων. Τα ρουσφέτια βλέπεις!
Ο Πρίντζος, και νέα υπηρεσία να του φόρτωναν, δεν έλεγε όχι, αδιαφορώντας αν μπορεί να εκτελεστεί. Σε λίγες μέρες όμως στείλαν τον Αρχίατρο Μαρκάκη να οργανώνουν Β' Νοσοκομείο. Τούτος ήξερε να διοικεί, έβαλε τις φωνές στο Υπουργείο και σε λίγες μέρες άρχισαν να στέλνουν γιατρούς και κάπως διορθώθηκαν τα πράγματα.
Τ' αυτοκίνητα με τραυματίες από το μέτωπο έρχονταν με το σούρουπο για ν' αποφεύγουν τ' αεροπλάνα. Ήμουν εφημερεύων και μου γέμισαν εκείνο το βράδυ οι σκηνές από αρρώστους, πολλούς με ψηλό πυρετό, ελονοσία. Με το φοβερό συνωστισμό και την έλλειψη προσωπικού ούτε σκέψη για ένεση κινίνης, τους έδινα από ένα γραμμάριο - πέντε κουφέτα. Αλλά πού να βρεις κύπελλα να δώσεις στον καθένα για να καταπιεί τα χάπια του, δεν είχαμε.
Το μεγάλο δράμα όμως ήταν με την ψώρα, ήταν πολλοί και δεν είχαμε κρεβάτια στο Νοσοκομείο. Κλιβανίζαμε λοιπόν τις κουβέρτες και τα εξωτερικά τους ρούχα, έκαναν το λουτρό τους, τους επαλείφαμε με την ειδική αλοιφή και πήγαιναν να κοιμηθούν στο θάλαμό τους. Αλοιφές και λουτρό ζεστό και κλιβανισμούς ρούχων απαραίτητα δυό μέρες συνέχεια, έπρεπε φυσικά να αλλάξουν και εσώρουχα. Πού να τα βρούμε; Η " σοφή μας επιμελητεία" δεν ήξερε σε ποια αποθήκη είχε τα σώβρακα! Τι να κάνω; Κατ' ανάγκην φορούσαν τα ίδια, υγρά καθώς έβγαιναν από τον κλίβανο μαζί με τις κουβέρτες τους.
Συγκέντρωνα κάθε φορά όσους είχαν ψώρα και τους εξηγούσα πώς θα κάνουν το μπάνιο τους, την επάλειψη κ.λ.π. " Μόνο, παιδιά, που δεν έχουμε να σας δώσουμε καθαρά εσώρουχα, θα φορέσετε τα ίδια όταν θα βγουν από τον κλίβανο. Σε λίγες μέρες θα΄χουμε κι απ' αυτά".
Ένα βράδυ, κάποιος νεαρός φαντάρος με ρωτάει.
- Δηλαδή τα ίδια εσώρουχα λερωμένα και υγρά από τον κλίβανο θα φορέσουμε, γιατρέ;
- Θα τ' αερίσετε λίγο, τι να γίνει;
- Αυτό είναι μαρτύριο, γιατρέ μου, δε μας μένει παρά να λιποτακτήσουμε κι εμείς.
- Στάσου, φίλε, τον πόλεμο αυτό αν τον έκανε ο Μεταξάς, θα μπορούσαμε να του πούμε: " Πόλεμος ήθελες, κύριε, έπρεπε να είχες την ετοιμασία σου όλη. Όμως τον πόλεμο μάς τον επέβαλαν οι Ιταλοί κι εμείς με τα φτωχά μας μέσα τούς απαντήσαμε: " Όχι, δε θα περάσετε" και τους πολεμάμε όπως μπορούμε". Τώρα αν το θεωρείς τιμή σου να λιποτακτήσεις, γιατί δεν έχουμε καθαρό βρακί να σου δώσουμε, μπορείς να το κάνεις.
Άρχισαν να τον βρίζουν και να τον αποπαίρνουν οι άλλοι φαντάροι.
- Όχι, παιδιά, ακούσατε τι είπα, όμως κι ο νέος έχει δίκιο, εξέφρασε την αγανάκτησή του. Μήπως νομίζετε ότι κι εγώ σαν γιατρός σας δεν αγανακτώ; Είναι μια προσωρινή έλλειψη. Κι είμαι βέβαιος ότι ο συνάδελφός σας ποτέ δε σκέφτηκε όπως μίλησε.
Ήμουν υπεύθυνος για την αποφθειρίαση και κάθε βράδυ περνούσα από το γραφείο του Γενικού Αρχίατρου Γκινάκα να τον ενημερώσω. Του διηγήθηκα λοιπόν το περιστατικό.
- Μπράβο, μου λέει, μίλησες πολύ καλά στο στρατιώτη.
- Ναι, κ. Γενικέ, αλλά είναι ανάγκη να βρεθούν εσώρουχα το γρηγότερο, δεν είναι δυνατό να ψέλνω κάθε μέρα το ίδιο τροπάρι (αποσπάσματα)


Πέτρος Αποστολίδης, Όσα Θυμάμαι, 1900 -1969, Β΄Η συνέχεια, Κέδρος , Αθήνα 1983


Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Το έπος του 1940 στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη




« Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει , να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε με στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδιοι τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία – μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε  δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το’ χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως….» [1]


Η 28η Οκτωβρίου 1940 υπήρξε ένα γεγονός καθοριστικό για την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Ο ίδιος κατατάχθηκε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄ Σώματος Στρατού. Λίγους μήνες αργότερα , στις 13 Φεβρουαρίου 1941,τον μετέθεσαν στην πρώτη γραμμή .

« Η Αλβανία για τη σωματική μου υπόσταση ήταν μια περιπέτεια αβάσταχτη. Για την ψυχική μου όμως ιστορία είναι μια βαθιά τομή. Λίγοι ξέρουν ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω, ηρωοποιώντας έναν από αυτούς με το « Άσμα» που έγραψα. Από το άλλο μέρος ο πόλεμος έγινε η αιτία να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας. Ομαδικός πλέον και όχι προσωπικός. Κατάλαβα τι σημαίνει να μάχεσαι ενταγμένος σε μια ομάδα που έχει ορισμένα ιδανικά και μάχεσαι και συ γι’ αυτό» [2]

« Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν...

***
Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
Ο Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Κάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο – κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μέσ’ στον ήλιο
Κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράτος κύλησε από την αριστερή μέρια…

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Μα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη oχιά
Μόλις σταμάτησε για λίγο μέσ’ στα δόντια ο θάνατος –
Κι ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλωμά του νύχια!

***
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
Μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
Μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Μοιάζει μπαξές που του ‘ φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Κι η απορία μαρμάρωσε…

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Ακούν με προσοχή`
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή…

***

Έτσι καθώς τινάζεται μέσ’ στη βροχή το δέντρο
Και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Κι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Και τα δυό μάτια πάνε να δακρύσουν –
Γιατί, ρωτάει ο αιτός, πού’ ναι το παλληκάρι;
Κι όλα τ’ αιτόπουλ’ απορούν πού’ ναι το παλληκάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού’ ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να’ ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ‘ ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι οι σύντροφοι απορούν πού να’ ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Κοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

***

Ήταν γενναίο παιδί `
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
( Φτάσανε τόσο εύκολα μέσ’ στο μυαλό 
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά – δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
- Φωτιά στην άνομη φωτιά! –
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια 
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!

***

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος…

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Τόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μέσ’ στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…
Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζονται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούν
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε: το Πάσχα τ’ ουρανού!

***

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μέσ’ στη ζωή

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει 
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής

Λένε για το ζεστό κι αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!» [3]

Στις 26 Φεβρουαρίου 1941 ο Οδυσσέας Ελύτης προσβλήθηκε από κοιλιακό τύφο και μεταφέρθηκε σε πολύ άσχημη κατάσταση στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. « Ο Ελύτης είναι ένας διασωθείς της ασθένειας του πολέμου και της ασθένειας λόγω πολέμου…» [4]

Καταθέτει ο ποιητής σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Πανσπουδαστική» τον Οκτώβριο του 1962 γι’ αυτήν την περιπέτεια που σημάδεψε το κατοπινό του έργο και τον ώθησε να δει διαφορετικά τη σχέση ανάμεσα στην ποίηση , τον ποιητή και την κοινωνία.

« Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο, κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στα πρόσωπα των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο ελληνισμός ν’ αναδώσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου. Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε όπου βρίσκαμε , ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στον μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστειας έφτασε στο κατακόρυφο. Μόλις αρχίσανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο – μην σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν απάνω μου – και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Έτσι πέρασα όλες τις τρομερές μέρες της Γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος σ’ έναν έρημο θάλαμο, και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία. Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως όπως σ’ ένα φορείο, που το χώσανε σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πολυβολήθηκε οκτώ φορές από τα « στούκας». Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατο να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά, στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ’ ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ’ έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα κ’ έμεινα τρεις μέρες. Αλλά τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία για τους άλλους. Σημασία έχει ότι « έζησα το θαύμα» και σώθηκα από ένα θαύμα…» [5]

αλλά και τι τον συγκίνησε στο Έπος του Σαράντα

«Πώς να σας το πω: ήταν ό,τι διάβαζα στην πράξη, και μ' ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τύχει και δακρύσω, αυτά που με ανία και δυσφορία διάβαζα ώς τότε στα βιβλία και για την ιστορία της χώρας μου. Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξ αιτίας του, στη Μικρασία, και που τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Ετσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο που ο εχθρός ήταν διαφορετικός. Ο εχθρός ήτανε η Τυραννία, ήτανε η μορφή του Άδικου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέγερση εναντίον της Μοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορφη αφροσύνη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. Μέσα μου έγινε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Οι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε με καθαρή ουσία. Με τη βοήθεια της ουσίας αυτής βρήκα το θάρρος να ξαναπροφέρω λόγια που ώς τότε φοβόμουνα επειδή τα συναντούσα μόνο στα χείλη των κούφιων πολιτικών και των πατριδοκαπήλων.» [6]

Το Μέτωπο του 1940 στην Αλβανία, αλλά και οι κατοπινές εξελίξεις με την Κατοχή, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο ενέπνευσαν τον Οδυσσέα Ελύτη να συνθέσει τα πολύ γνωστά μας έργα « Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολογαχό της Αλβανίας»  και  « Το Άξιον Εστί». Εμπνεύστηκε όμως  ακόμα και έγραψε την «Αλβανιάδα», την « Καλωσύνη στις Λυκοποριές» και τη «Βαρβαρία».

Η « Αλβανιάδα», έργο ημιτελές. Το πρώτο μέρος  δόθηκε για δημοσίευση από τον ποιητή στην « Πανσπουδαστική» συγχρόνως με τη συνέντευξη που παραχώρησε. 

«… δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Μεταδόθηκε όμως τον Οκτώβριο του 1956 από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, με απαγγελία Θάνου Κωτσόπουλου και Μήτσου Λυγίζου, ραδιοσκηνοθεσία Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Δεν είχε, απ’ όσο ξέρω, καμιάν απήχηση, μολονότι η ραδιοφωνική παρουσίαση βοηθούσε στην ανάδειξη της ιδιότυπης τεχνικής του. Ίσως να έφταιγα εγώ, ίσως το θέμα. Γεγονός είναι ότι μου έλειψε από κει και πέρα η διάθεση να συνεχίσω ένα έργο με τόσο μεγάλες διαστάσεις. Καλά ή κακά δεν είμαι από τους ποιητές που μπορούν να γράφουν ερήμην του κοινού. Μου χρειάζεται ο « αντίκτυπος». Κάτι περισσότερο: μου χρειάζεται αυτό που λέμε « αόρατη παραγγελία»,η συναίσθηση ότι μια ομάδα ανθρώπων , έστω και μικρή, περιμένει κάτι από μένα. Προχώρησα αρκετά στο δεύτερο μέρος, κ’ ύστερα, ξαφνικά, σταμάτησα. Με τράβηξε το «Άξιον Εστί» που είχε αρχίσει να ωριμάζει μέσα μου και που έμελλε να ηχήσει αλλοιώς. Ωστόσο, μια που αυτό το πρώτο μέρος εξακολουθεί, προσωπικά, να με ικανοποιεί απολύτως κ' έχει εξάλλου πάρει κατά κάποιο τρόπο το βάφτισμα της δημοσιότητας, ευχαρίστως σας το παραχωρώ.» [7]

Ένα μικρό απόσπασμα:

« Ένας άγγελος μ’ αμπέχωνο ανοιχτό
Αγουροξυπνημένος γύριζε τ’ αντίσκηνα
Μοιράζοντας «λάμπες θυέλλης».
Η όργητα δάγκωνε τα σίδερα
Στα ρολόγια μέσα τ’ αργοκίνητα
Σφυροκόποι ατσάλωναν ανόμοιες ώρες…» [8]


Η « Καλωσύνη στις Λυκοποριές» , συνθετικό ποίημα, το οποίο ο Ελύτης έγραψε μέσα στη ναζιστική Κατοχή , το 1943. Η λογοκρισία το έκοψε. Το ποίημα δεν συμπεριλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό τόμο των Ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη που εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 2002. Όμως το 1975 ο ποιητής συνεργάστηκε με τον χαράκτη Δημήτρη Παπαγεωργίου, στην Ισπανία, ο οποίος το φιλοτέχνησε με χαρακτικά . Το ποίημα κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση.[9]

« Η Καλωσύνη εδώ που βρέθηκε μες στις λυκοποριές
Πρέπει νάχει μπαρούτι στο σελλάχι της
Και να δαγκάνει κάμες.

***
Ακούγεται από την περπατηξιά σου η δόξα
Όπως ακούγεται απ’ το βρόντημα του μπρούντζου ο ήλιος
Μελαψό παλληκάρι
Που ακουμπάς επάνω στην Ελλάδα
Με το κουράγιο που ακουμπάει στη μπόρα το έλατο
Και σου παν οι αιώνες όπως της πάει της αντρειάς
Το λουλούδι στα δόντια και το μπαμ 
Της πιστολιάς

Πέρασαν μες στη μνήμη σου μνήμες ανέμων
Η φωνή σου σκοτείνιασε σαν δρυμός
Είδες κάτω απ’ τα πόδια σου να ξεκοιλιάζουνται άλογα
Δάση να τρων φωτιές ανθρώπους άνθρωπο

Είδες μια πέτρα τρυπημένη από κραυγή θανάτου
Να σηκώνει τη σκιά της τέρας
Μια γυναίκα με ράμφος και φτερά
Να σπαράζει δείχνοντας ψηλά
Το φεγγάρι στο στόμα της φοβέρας

Τίποτα συ! Μες στην καρδιά του χρόνου
Ζώνεσαι γύρω σου το διάστημα
Μέσα στη χώρα που ονειρεύομαι
Λες, η ματιά του αρνιού σκοτώνει τα τσακάλια,
Μέσα στη χώρα τώρα που ονειρεύεσαι
Μελαψό παλληκάρι

Λέω: Η ελπίδα τόφτασε το μπόι της κορασιάς
Είν’ έτοιμη η καρδιά του αντρός να μαχαιρώσει ατσάλι

Κύττα: σελλώνει ο άνεμος τα όνειρα
Σπίθες πετούν τα πέταλα στο πυρρό νέφος
Η μέρα όπου και νάναι με λούλουδα μηλιάς
Θα βγει να σεργιανίσει πάλι στο αρχιπέλαγος!

***
Τριώνι της θαλλασινής νυχτιάς` Αλετροπόδι
Που σα νεύεις με χρυσούς σταυρούς
Τα πεισματάρικα παιδιά της χίμαιρας`
Και συ εκστατικό μου Ελίκι
Στην ασημένια ζώνη της ματιάς μου
Απόψε
Αγρυπνήσετε
Κι όταν φυσήξει απ’ τα βουνά της ερημιάς η γιαμπολη
Σταλάζοντας πικρά στην υπνωμένη γης
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου

Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Σε βάτους που έφτυσαν φωτιά και τώρα κρυώνουν
Σε δέντρα που ματώσαν, σ’ ερημοκκλησιές που ράισαν
Σ’ αγκάθια που φαρμακώσαν ένα φεγγάρι
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου
Στις σπαραγμένες σάρκες του γκρεμού
Στα ρίγη που κρυστάλλωσαν τις αγωνίες του λόγγου
Για μια στερνή φορά
Φωνάζω
Ακουρμαστείτε τη φωνή του λύκου

Άστρα, ο χρησμός σας δε θα πάει χαμένος

Παιδιά, ο χαμός, ο χαλασμός, η πείνα
Κι η ανάγκη τρεμοσβυούν στο ψυχορράγημα
Ορθώσετε τ’ αρματωμένα χέρια
Ξετελέψετε
Θάλασσα, χίμαιρα, έκσταση
Ετοιμάσετε τη χώρα σας
Του χάρου τη φωνή δε θα την ανεχτούμε

Η μέρα είναι κοντά που θα ψοφήσει ο λύκος
Που η απονιά θα φάει τις σάρκες της
Που θα βουτήξει σε μια δόξα μύρου το βουνό
Και που η ψυχή θ’ ανάψει από τις μυστικές φλογίτσες σας
Όπως και πριν Τριώδι, Αλετροπόδι, Ελίκι!» [10]


Η « Βαρβαρία» δεν ολοκληρώθηκε


Το 1977 το Εθνικό Θέατρο συμμετέχοντας στον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου 1940 παρουσίασε μια παράσταση με « ήθος σύγχρονης  τραγωδίας με το ύφος αρχαίας τραγωδίας» [11], η οποία στηρίχτηκε σε αποσπάσματα από διάφορα ποιήματα που εμπνεύστηκε ο Οδυσσέας Ελύτης κυρίως από τον πόλεμο της Αλβανίας. Η επιλογή των αποσπασμάτων έγινε από τους « Προσανατολισμούς», « Το Άξιον Εστί», « Αλβανιάδα» και « Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».

« Μέσα από το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» και το «Άξιον Εστί» ξετυλίγεται όλο το μέγα θάμα, το ελληνικό κι ανθρώπινο μαζί, της « Αλβανιάδας». Και μνήμη ζωντανή απλώνεται σε μια παναρμόνια τοιχογραφία, πραγματική και υπερούσια μαζί. Τα πεζά κείμενα ιστορούν την αληθινή περιπέτεια του πολέμου. Και η ποιητική έξαρση εικονίζει την υπερπραγματιστική εξακόντιση της ψυχής του μαχητή ποιητή. Κανένας ψευτοηρωισμός  δεν χωρεί εδώ. Το μέγεθος του αληθινού ηρωισμού αναδύεται από το μέγεθος της θυσίας. Και το θάμα βλασταίνει από τις βαθιές ριζωμένες στην Ελληνίδα φύση ρίζες του ανθρώπου, που εξυψώνεται ως την ισοθέωση της ελευθερίας με την αξία και τος κάλλος της» [12]

Εδώ το ηχητικό της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου και εδώ οι συντελεστές της παράστασης
Πηγές:
[1] Απόσπασμα από το Ανάγνωσμα Πρώτο . Οδυσσέα Ελύτη, Το Άξιον Εστί, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1977, 9η έκδοση
[2] Από το άρθρο του Χρήστου Σιάφκου, Το φως, η αρχή και το τέλος. Δημοσιευμένο στην έκδοση της Ελευθεροτυπίας Οδυσσέας Ελύτης ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη  αθανάτων».
[3] Αποσπάσματα από το έργο: Οδυσσέα Ελύτη, Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1981, 6η έκδοση
[4, 8 ] Από το άρθρο του Βασίλη Κ. Καλαμαρά, Η διαρκής λυρική επαναμάγευση. Δημοσιευμένο στην έκδοση της Ελευθεροτυπίας Οδυσσέας Ελύτης ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη  αθανάτων».
[5, 6,7 ] Από το άρθρο του Δημήτρη Γκιώνη «Έζησα το θαύμα της Αλβανίας». Ο Οδυσσέας Ελύτης, η ημιτελής «Αλβανιάδα» και η συμμετοχή του στον αγώνα. Δημοσιευμένο στην «Ελευθεροτυπία» το Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011.
[9] Οι πληροφορίες για το έργο Η καλωσύνη στις Λυκοποριές από εδώ
[10]  Τα αποσπάσματα από το έργο Η καλωσύνη στις Λυκοποριές εδώ
[11, 12] Από την κριτική του Μπάμπη Κλάρα στην εφημερίδα « Η Βραδυνή» δημοσιευμένο στις 30/10/1977. Αρχείο Εθνικού Θεάτρου.



Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Τα ματωμένα χιόνια

...Ενώ στο μέτωπο της VIII Μεραρχίας δινόταν η μάχη του Καλπακιού και του Καλαμά, η Πίνδος γινόταν σκηνή απέραντη και σκυθρωπή ενός άλλου δράματος, με κρίσιμη σημασία.
Σύμπλεγμα πολυδαίδαλο, τραχύ, από στεγνό βράχο και δασωμένες ρεματιές, πριονωτές ράχες, κυματερά κορφοβούνια και βαθύσκιωτα ρουμάνια, πλαγιές πηγμένες στο έλατο, την οξυά, η Πίνδος έχει πρόσωπο λεβέντικο με πάνω του τη σφραγίδα του μυθικού και του αιώνιου.
Είναι ένα συγκρότημα από βουνά, που ριζώνει κατάσαρκα στον ελληνικό κορμό και κλαδώνεται από τα βορειοδυτικά στα νοτιοανατολικά, κάπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μάκρος. Χταπόδι τεράστιο, κουβάρι από μυώνες, πλοκάμια καβαλικευτά, μπερδεμένα, πλάθει τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής χερσονήσου. Για να κατέβεις βιαστής από τον βορρά, να χτυπήσεις τις πύλες της χώρας, πρέπει τον κόμπο τούτο να τον λύσεις. Δύσκολο πολύ. Κοιτάς τα καταράχια όπου κατρακυλάει το μαύρο έλατο, τις λαγκαδιές που βουίζουν μυστικά μέσα στην άχνα της απεραντοσύνης, και το μάτι σου θολώνει. Τα χωριά σωπαίνουν κουρνιασμένα στις βουνοπλαγιές, σαν όρνια. Ψηλά στα ουρανοθέμελα πυργώνονται απανωτά, άσωστες οι βουνοκορφές. Στις χαρακιές τους ασημίζει σαν κρεμασμένο τέλι η νεροσυρμή, γκρεμίζεται σε σκοτεινά φαράγγια. Σαν έρθει το πρώτο χιόνι, όλος αυτός ο γιγάντιος κόσμος παραχώνεται, γίνεται απέραντος άσπρος τάφος, όλο μυστήριο και σιωπή. Τότε, μήτε η αρκούδα, το αγριογούρουνο ή ο λύκος δεν ξεθαρρεύονται μακριά από τις μονιές τους. Μονάχα ο άνεμος θερίζει δρασκελώντας τα διάσελα, κυρίαρχος σαν Χάρος.
Για να παραβιάσουν την Πίνδο οι Ιταλοί, κι ας μην περίμεναν αποφασισμένη ελληνική αντίσταση, είχαν διαλέξει μια μονάδα τους από τις πιο επίλεκτες: τη Μεραρχία Τζούλια των Αλπίνων. Ήταν ενισχυμένη με ιππικό, Βερσαλλιέρους, σχηματισμούς μελανοχιτώνων κι Αλβανών. Με διοικητή της τον στρατηγό Μάριο Τζιρότι, η Τζούλια, επιστρατευμένη από καιρό, είχε μεταφερθεί στην Αλβανία τον Απρίλη του 1939.Είχε ασκηθεί στον ορεινό πόλεμος, ήταν απόλυτα κατατοπισμένη στη διαμόρφωση και στις συνθήκες του Μετώπου της Πίνδου, ανάλογα συγκροτημένη, λαμπρά εφοδιασμένη.
Η εισβολή της θα γινόταν με πέντε φάλαγγες, πέντε βέλη καλά ζυγιασμένα, έτσι που να χτυπήσουν κατάκαρδα την Ελλάδα: Τη Φάλαγγα Τολμέτσο στο αριστερό της μεραρχίας, στη σειρά ύστερα την Τζεμόνα, την Τσιβιντάλε, τη Βιτσέντσα και τέλος της Ακουίλα στο δεξί.. Ένα άλλο τμήμα της Τζούλια, μοιρασμένο σε τέσσερις ακόμα μικρές φάλαγγες, θα τόξευε στη βόρεια άκρη του τον ελληνικό υποτομέα, ανάμεσα στα υψώματα Κιάφα και Καταφύκι.
Αποστολή της Τζούλια ήτανε να εισχωρήσει ταχύτατα στα ορεινά περάσματα της Πίνδου, να κατέβει στο Μέτσοβο, να τσακίσει στα δύο τη ραχοκοκαλιά του Ελληνικού Μετώπου και ν' αποκόψει τις δυνάμεις της Ηπείρου από της Δυτικής Μακεδονίας.
Απέναντι στον επίφοβο αυτόν εχθρό, η ελληνική άμυνα είχε ν' αντιτάξει ένα σχηματισμό ισχνό: το Απόσπασμα Πίνδου. Διοικητής του ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης. Δύο χιλιάδες άντρες από εδώ, δεκαπέντε χιλιάδες από εκεί. Το Απόσπασμα Πίνδου είχε να καλύψει ένα μέτωπο από τριάντα πέντε χιλιόμετρα φάρδος σ' ευθεία γραμμή. Η άγρια ορεινή διαμόρφωση του εδάφους, αν ευνοούσε την ελληνική άμυνα, πολλαπλασίαζε όμως και το μάκρος του μετώπου που είχε να καλύψει.
Η αμυντική οργάνωση της περιοχής ήταν εντελώς πρόχειρη, καμωμένη βιαστικά μέσα στους τελευταίους μήνες, από τότε που ανέλαβε τη διοίκησή του ο Δαβάκης. Χωρίς πιστώσεις αρκετές στη διάθεσή του, αναγκάστηκε - καθώς στο μέτωπο της VIII ο Μαυρογιάννης - να ζητήσει την εθελοντική εργασία των χωρικών, για να γίνουν κάποια στοιχειώδη οχυρωματικά έργα. Αλλά κι ο οπλισμός, ο ιματισμός, τα πυρομαχικά του αποσπάσματος ήταν ελάχιστα. Διέθετε δύο εν όλω όλμους· τηλεφωνική γραμμή που να συνδέει τα τμήματα μεταξύ τους δεν υπήρχε άλλη από τη μία και μόνη πολιτική γραμμή από Εφταχώρι σε Κόνιτσα, με τις δευτερεύουσες μικροδιακλαδώσεις  της· οι περισσότεροι αξιωματικοί ήταν έφεδροι δίχως πείρα. Στο κατώφλι του χειμώνα, που εκεί απάνω είναι από την πρώτη στιγμή απάνθρωπος, με τέτοια δυσαναλογία σ' αριθμό, μέσα, με το βάρος της τεράστιας ευθύνης απέναντι στο σύνολο του μετώπου και στη χώρα, την ανεπιστράτευτη ακόμα, που περίμενε πίσω ακάλυπτη, ο αγώνας που είχε ν' αντιμετωπίσει το Απόσπασμα Πίνδου έπαιρνε τη μορφή αποστολής απελπισμένης.
Η 28η Οκτωβρίου ανέτειλε εκεί απάνω με καιρό κρύο, βροχερό. Στα δύο συντάγματα, 8ο και 9ο, που αποτελούσαν τη Μεραρχία Τζούλια, είχε δοθεί από τον στρατηγό Τζιρότι διαταγή που έλεγε:

" Η πρόθεσις μου είναι να επιτευχθή η προχώρησις μέχρι των θέσεων εις α ευρίσκονται οι εχθρικοί καταυλισμοί, χωρίς να δυνηθώσι τα εχθρικά στοιχεία, τα εγκατεστημένα δια την φρούρησιν των συνόρων, να σημάνωσι συναγερμόν. Όθεν επιβάλλεται όπως η πρώτη ενέργεια δια την δημιουργίαν των ρηγμάτων μελετηθή εκ των προτέρων και οργανωθή μέχρι των ελαχίστων λεπτομερειών.
Ιδιαιτέρως επιβάλλει να καθορισθώσι: Στοιχεία εντεταλμένα την εξουδετέρωσιν των σκοπών. Στοιχεία εντεταλμένα την αποκοπήν των τηλεφωνικών γραμμών.Στοιχεία εντεταλμένα την κατάληψιν των ελληνικών φυλακίων και την σύλληψιν των φρουρών των. Τα διάφορα στοιχεία δέον να εκλεγώσι μεταξύ των ικανωτέρων ανδρών δι' εκάστην αποστολήν. Εν συνόψει, η δράσις εις εκάστην των διεξόδων δέον να διεξαχθή δι' ολίγων δυνάμεων και μετά της μεγίστης ταχύτητος. Ουσιώδης συντελεστής ο αιφνιδιασμός".

Η εισβολή είχε αρχίσει, όπως και στο μέτωπο της VIII Μεραρχίας, προτού φέξει, πριν τελειώσει δηλαδή η διορία που όριζε το τελεσίγραφο. Αν, κατά μέσον όρο, οι ιταλικές φάλαγγες είχαν παραβιάσει τη μεθόριο στις πέντε η ώρα, σε κάποια φυλάκια της Πίνδου οι αιφνιδιασμοί εκδηλώθηκαν πολύ πριν.Το φυλάκιο 22 λόγου χάρη, πάνω από το Ασημοχώρι, χτυπήθηκε γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Οι ακρίτες αυτοί της ελληνικής γης, δεν είχαν προλάβει ακόμα να μάθουν πως αρχίζει πόλεμος, να καταλάβουν τι συμβαίνει. Σημειώνεται εδώ μια αντίφαση που και μόνη της χαρακτηρίζει το ήθος του αντιπάλου. Ενώ η ηγεσία του είχε διακηρύξει πως δεν περίμενε σοβαρή αντίσταση, ενώ μ' αυτήν ακριβώς την πεποίθηση είχε κατηχήσει τα στρατεύματά της, στην πράξη ακολουθούσε μια τακτική, που απέναντι σ' αντίπαλο ανύποπτο δείχνει ψυχολογία δολοφονική.
Άνοιξαν καταπάνω στα φυλάκια φωτιά με πολυβόλα και χειροβομβίδες. Οι φρουρές, ξαφνιασμένες, αμυνόμενες όπως όπως, άρχισαν να συμπτύσσονται προς τη γραμμή αντιστάσεως. Για να κλονίσουν το ηθικό των λιγοστών αυτών ανθρώπων, οι Ιταλοί τους φώναζαν ελληνικά πως τάχα στην Αθήνα έγινε επανάσταση, πως ο Μεταξάς έπεσε, πως η νέα κυβέρνηση συμμάχησε με τον άξονα και να παραδοθούν. Τα καλώδια των τηλεφώνων είχαν φροντίσει να τα κόψουν αποβραδίς κι έτσι οι επικεφαλής των ελληνικών τμημάτων δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τη διοίκησή τους. Ωστόσο, σε πολλά σημεία, η αντίσταση κατόρθωσε ν' αναχαιτίζει  τον εχθρό. Το φυλάκιο 25, στα δεξιά του Γράμμου, αμύνεται ως το μεσημέρι και ύστερα αποσύρεται να πάρει θέση στην κύρια γραμμή αντιστάσεως. Στ' αριστερά του κεντρικού υποτομέως, το εκεί ελληνικό  τμήμα αγωνίζεται στα υψώματα Καρδάρι και Στενό, ώσπου δίχως πυρομαχικά πια μπροστά στον κίνδυνο να κυκλωθεί, αναγκάζεται να συμπτυχθεί στην Πυρσόγιαννη. Στο κέντρο, όπου εκδηλώνεται η κύρια προσπάθεια των Ιταλών, τα ελληνικά τμήματα συμπτύσσονται προς τη Βούρμπιανη, ενώ άλλα υποχωρούν ανατολικότερα, ως το χωριό Θεοτόκος. Στα υψώματα Σταυρός και Κιάφα, ισχυρές ιταλικές δυνάμεις με πυροβολικό και όλμους πιέζουν τον εκεί ελληνικό λόχο, που αγωνίζεται ως τις δύο μετά το μεσημέρι, ύστερα υποχωρεί στην Αετομηλίτσα κι από εκεί στο ύψωμα Πέτρα Μούκα. Εδώ, η κάμψη ήταν επικίνδυνη. Στην Κιάφα όμως η εκεί διμοιρία δεν λυγίζει, μάχεται ως τη νύχτα, και τότε ανεβαίνει να πιάσει την κορυφή του υψώματος, 2.398 μέτρα. Στον αριστερό υποτομές, όπου οι Ιταλοί εκδηλώθηκαν μόλις στις πέντε τ' απόγευμα, οι δύο ελληνικοί λόχοι της Καστάνιανης και της Μόλιστας κρατάνε τις θέσεις τους ως τη νύχτα.

Στον κεντρικό υποτομέα, ωστόσο, η κατάσταση έπαιρνε μορφή πολύ σοβαρή. Η κατάληψη από τους Ιταλούς του Σταυρού τους άνοιγε τον δρόμο προς την Αετομηλίτσα και τη Λυκόρραχη, ενώ απειλούσε με αποκοπή, στ' αριστερά, τους λόχους της Βούρμπιανης και της Πυρσόγιαννης. Ο Δαβάκης αναγκάστηκε να διατάξει σύμπτυξη σε νέα γραμμή. Ο καιρός ήταν άσχημος πολύ. έπεφτε βροχή βαριά· στην κατασκότεινη μέσα νύχτα οι άντρες των ελληνικών τμημάτων, που είχανε πολεμήσει ολημερίς νηστικοί, βάδιζαν τώρα μουσκεμένοι, ξεθεωμένοι. Στο ποτάμι, τον Σαραντάπορο, το παγωμένο νερό τούς ανέβαινε ως τη μέση. Τα βαρυφορτωμένα με πολυβόλα και πυρομαχικά μουλάρια έχαναν πόδι στις κακοτοπιές, στο σκοτάδι, γλίστραγαν και γκρεμίζονταν κάτω σε βαθιές χαράδρες. Ο Δαβάκης, για να τονώσει το ηθικό των βασανισμένων τμημάτων του, σκέφτηκε να στείλει στους διοικητές τους, νύχτα στις εννιά η ώρα, μια διαταγή που έλεγε πως έρχονται τέσσερα τάγματα αύριο να τους ενισχύσουν κι αυτός θα κάνει αντεπίθεση με τις εφεδρείες. Ούτε τάγματα βρίσκονταν πουθενά ούτε εφεδρείες. Απεναντίας, τα μέσα διαβιβάσεων δεν λειτουργούσαν καλά, πληροφορίες σωστές για τα τμήματα που πολεμούσαν ο Δαβάκης δεν μπορούσε να έχει, με το τμήμα της Αετομηλίτσας κάθε επικοινωνία είχε κιόλας κοπεί, τα πυρομαχικά είχαν τελειώσει. Αναγκάστηκε ο Δαβάκης να μαζέψει όσα βρίσκονταν στους ημιονηγούς, στους μαγείρους και στους γραφείς και τα έστειλε στους λόχους της Πυρσόγιαννης και της Αετομηλίτσας. Ζήτησε κι από τους χωριάτες της Πίνδου να φέρουν τα ζώα τους, για να κουβαλάνε τρόφιμα και πολεμοφόδια στον στρατό.
Τα έφεραν. Ύστερα έπιασαν μόνοι τους, γέροι, γριές, κορίτσια, γυναίκες, παιδιά, να ζαλώνονται τα πολεμοφόδια, όπως σε λίγο θα ζαλωθούν και τους τραυματίες, να σκαρφαλώνουν άκρη άκρη σε γκρεμούς, κάτω από τη βροχή, μέσα στο σκοτάδι.Έτσι θα χαραχτούν στη μνήμη του έθνους, στο θρύλο, θα γίνουν όραμα συμβολικό, λιτανεία που πάει να καταθέσει το βαρύ τάξιμο στο θυσιαστήριο της λευτεριάς....(απόσπασμα)



Άγγελος Τερζάκης, Ελληνική εποποιΐα 1940-1941,Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, 4η έκδοση
Ο Άγγελος Τερζάκης από το 1940 και ως τη λήξη του πολέμου υπηρέτησε στο Αλβανικό Μέτωπο.
Έγραψε το βιβλίο αυτό είκοσι χρόνια μετά και σε αυτό εξιστορεί προσωπικές εμπειρίες και συναισθηματικές αντιδράσεις.

" Το βιβλίο αυτό εδώ προβάλλει αξιώσεις στην αυστηρότερη ιστορική αλήθεια όχι όμως και στην ιστορική πληρότητα. Δεν είναι σύνθεση επιστημονική. Γραμμένο εξάλλου από άνθρωπο που είχε την τύχη ν' αναπνεύσει τον τραγικό αέρα του μετώπου, αποκρούει με περιφρόνηση κάθε βέβηλη φαντασία, κάθε αδιάκριτη ανάμειξη του μυθιστορηματικού. Η εκστρατεία του 1940 - 41 είναι από μόνη της πολύ πλούσια σε περιεχόμενο για να χρειάζεται τη συμπλήρωση της σκηνοθεσίας.
Ωστόσο, αυτή η εκστρατεία, που όλη τη λένε " το Έπος", έχει τούτο το παράδοξο: πως είναι ένα έπος άγνωστο· Θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές, στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο ψυχολογικό και ιστορικό απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τα μετέπειτα γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων: Η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύπνημα ενός νέου κόσμου, του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθανε να κατακαλύψουν τη στιγμή της Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της ελληνικής Ιστορίας, ένα από τα πιο σημαντικά, κλείστηκε, σφραγίστηκε και τοποθετήθηκε στο αρχείο προτού μνημειωθεί.
Όχι πως δεν υπάρχουν ιστορίες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Υπάρχουν, και αξιόλογες. Αλλά εκείνο που λείπει είναι ένα βιβλίο δίχως αξιώσεις, προσιτό στον μέσο αναγνώστη, τον ανειδίκευτο στα στρατιωτικά, στα διπλωματικά, και που να διαβάζεται άνετα.
Δεν ξέρω αν μπόρεσα να το δώσω. Πρέπει να πω ότι θέλησα να προλάβω προτού αποχωρήσει από τη ζωή η γενιά των μαχητών και χαθεί έτσι ανεπανόρθωτα η άχνα των ανθρώπων που έκαμαν την Ιστορία. Γιατί την Ιστορία την συνθέτουν πάντοτε δύο στοιχεία, που ο χρόνος τ' αποχωρίζει: μια σειρά γεγονότα κι ένα άρωμα εποχής. Το πρώτο, τα γεγονότα, μπορείς να τ' αποκαταστήσεις κι ύστερα από αιώνες. Το δεύτερο όχι· χάνεται, πετάει μαζί με τη στιγμή. Ακόμα κι εκείνοι που το ένιωσαν - όπως και όσο νιώθει κανένας το παρόν - ακόμα κι αυτοί χάνουν την αίσθησή του όταν το πάρει ο άνεμος του Χρόνου.
Δεν ισχυρίζομαι πως μπόρεσα να αιχμαλωτίσω ή ν' ανακαλέσω το άρωμα της μεγάλης για την πατρίδα μας στιγμής που σημειώθηκε ξαφνικά στο φθινόπωρο του 1940. Έκαμα μόνον ό,τι μπορούσα για να μάθουν τα παιδιά των Ελλήνων, οι ερχόμενες γενιές, πως η ελευθερία είναι πάθος ιερό και πως γι' άλλη μια φορά, καταμεσής στον εικοστό αιώνα, έδωσε τη μάχη της σ' αυτό εδώ το χώμα, που μας έχει θρέψει." ( Άγγελος Τερζάκης)






Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η κληρονομιά της Αλβανίας



Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν ο πρώτος σταθμός της θύελλας και το πρώτο εργαστήριο της μετάλλαξης του έθνους και της κοινωνίας. Ήταν ένας πόλεμος του εικοστού αιώνα, από εκείνους που καμιά πτυχή της κοινωνίας δεν αφήνουν αλώβητη. Γενική επιστράτευση ανθρώπων, οικονομίας, θεσμών και μηχανισμών. Και διάχυτη έντονη συλλογική εμπειρία. Ένα σχολείο καινοτομιών που από μόνο του ανέτρεπε τις προπολεμικές παγιωμένες καταστάσεις και συνήθειες. Μια ανατρεπτική διαδικασία. Και από αυτή την εμπειρία ξεκινά ουσιαστικά η ιστορία μας.
Οι αλλαγές που ο πόλεμος προκάλεσε άρχιζαν από την κορυφή. Η τότε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία βρέθηκε στη θέση του συντονιστή μιας γιγαντιαίας προσπάθειας που αφορούσε το σύνολο των πόρων και των δυνάμεων του έθνους. Οι βιομηχανικές μονάδες της χώρας, από τα υφάσματα ως τα μηχανουργεία και από τις μονάδες τροφίμων ως τα είδη εμαγιέ, στρατεύθηκαν για την παραγωγή των ειδών που ο πόλεμος απαιτούσε. Ακόμα και το πιο απλό είδος, τα πέταλα των αλόγων για παράδειγμα, ήταν κρίσιμο στους καιρούς εκείνους και η επάρκειά του, η παραγωγή του απαιτούσε μια κεντρική πρόβλεψη έναν ακριβή σχεδιασμό, μια προσεκτική κατανομή των πρώτων υλών και των καθηκόντων. Η ιδέα του συγκεντρωτικού κράτους και της κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας είχε τονιστεί ιδιαίτερα στην περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, που ήθελε τον εαυτό του πιστό αντίγραφο των κορπορατιστικών - φασιστικών καθεστώτων. Ο πόλεμος υλοποίησε αυτές τις προσδοκίες με τρόπο φυσικά απρόσμενο και ξένο προς τις καθεστωτικές προθέσεις. Εκείνο όμως που η κοινωνία διδάχθηκε μέσα στις συγκυρίες αυτές ήταν ο συντονισμός και η πειθαρχία σε σχέδια και αποφάσεις που οδηγούσαν από κάπου ψηλά την ενιαία, συλλογική προσπάθεια.
Αυτός ο συντονισμός ξεπερνούσε συχνά τις δυνατότητες και του πιο συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού. Στην ύπαιθρο, για παράδειγμα, όπου η επίταξη περισσότερων από 200.000 κτηνών και η επιστράτευση των ανδρών έκανε προβληματική τη συνέχιση των αγροτικών παραγωγικών δραστηριοτήτων. Πολλές κοινότητες χρειάστηκε να ανακαλύψουν νέους τρόπους συνεργασίας ανάμεσα στα εναπομείναντα μέλη τους, νέους τρόπους αλληλοϋποστήριξης και καταμερισμού των εργασιών.Η ομαδική εργασία έγινε συχνά κανόνας και η επικοινωνία των ανθρώπων πήρε διαστάσεις που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί  λίγους μήνες πριν. Και επιπλέον πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός των δραστήριων μελών της κοινωνίας και διασπάρθηκαν οι αρμοδιότητες και οι επιδεξιότητες. Οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι γυναίκες μοιράστηκαν τις εργασίες που οι επιστρατευμένοι άνδρες άφησαν πίσω τους. Η εμπειρία αυτή μετέβαλε τους αγροτικούς μικρόκοσμους. Εισήγαγε μεγαλύτερα ποσοστά του πληθυσμού στην παραγωγική διαδικασία αλλά και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Μπορούμε να μιλήσουμε για ενοποίηση των τοπικών αυτών κοινωνιών αλλά και για εκδημοκρατισμό τους. Για διεύρυνση δηλαδή του κάτω τμήματος της τοπικής ιεραρχίας και τη συμμετοχή περιθωριακών ως τότε ομάδων στα κοινά.
Στις πόλεις ακόμα, μέσα από την πρωτόγνωρη αυστηρή πειθάρχηση σε κανόνες πολέμου κοινούς σε όλους τους ανθρώπους, η αίσθηση συμμετοχής σε μια κοινή περιπέτεια, σε κοινούς κινδύνους, σ' έναν αναγκαίο συντονισμό έμαθε τους ανθρώπους να λειτουργούν σαν ομάδες, πέρα από οποιονδήποτε κρατικό καταναγκασμό. Η ώρα της συσκότισης ήταν απ' όλους σεβαστή, ειδικά όταν στον ουρανό ακουγόταν το απειλητικό βουητό των αεροπλάνων. Ο ήχος της σειρήνας ή της καμπάνας έφερνε μαζί του μηνύματα προφανή, που αφορούσαν το σύνολο των ανθρώπων. Η οργάνωση των ατομικών κινήσεων και επιλογών με άξονα γενικότερα ΄δεδομένα έγινε ισχυρή κοινή αντίληψη.
Η διάρθρωση του στρατού συγκροτούσε έναν επιπλέον χώρο ανάδειξης του συλλογικού. Η επιστράτευση γινόταν σε τοπική, γεωγραφική βάση και οι μονάδες που έφθαναν στο μέτωπο ήταν συγκροτημένες συνήθως από ανθρώπους που κατάγονταν από την ίδια περιοχή. Σε πολλές περιπτώσεις, στα συντάγματα ή στα τάγματα, γνωρίζονταν οι φαντάροι αναμεταξύ τους από τον καιρό της ειρήνης κιόλας. Αποτελούσαν ένα τμήμα, ένα απόσπασμα της τοπικής κοινωνίας και η εμβάπτισή τους στη σκληρή, συλλογική πολεμική περιπέτεια έφτιαχνε δεσμούς που είχαν άμεσο αντίκτυπο στις κοινότητες που άφησαν πίσω τους. Στο μέτωπο και στα μετόπισθεν η ελληνική κοινωνίας περνούσε μέσα από διεργασίες ενοποίησης.
Κοινοί κίνδυνοι, κοινή αντιμετώπιση τους, σπάσιμο του καθημερινού, των ασχολιών του καιρού της ειρήνης, έξοδος σε δραστηριότητες καινοφανείς, εμπειρίες στην επιβίωση, στον πόλεμο, στα όπλα. Ένα πολύμορφο εργαστήριο θα τολμούσαμε να πούμε, προπαρασκευαστικό για την πολυκύμαντη συνέχεια. Όλες αυτές οι εμπειρίες μάθαιναν στους ανθρώπους να υποδέχονται το καινούργιο, την αλλαγή, να την εφευρίσκουν όταν αυτό κρινόταν αναγκαίο. Πόσοι προπολεμικοί δεσμοί, ιεραρχίες, ανάγκες, προτεραιότητες δεν έσπασαν μέσα σ' αυτό το ολοένα και πιο επικίνδυνο περιβάλλον. Πολύμορφοι φόβοι, ανησυχίες, ενθουσιασμοί και ελπίδες συνέπαιρναν τους ανθρώπους δίνοντας διαστάσεις  ξένες ως τότε στη ζωή τους. Από τους έξι αυτούς πολεμικούς μήνες της Αλβανίας άρχισε να κτίζεται η διαθεσιμότητα των πολλών για συμμετοχή στο ιστορικό γίγνεσθαι. Στον γύρω τους κόσμο σε τελευταία ανάλυση, που, όμως, ήταν τόσο ενοποιητικά και ριζοσπαστικά ισχυρός. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε, θα λέγαμε, χωρίς δισταγμό, ότι το πιο σημαντικό μάθημα αυτού του σχολείου των εμπειριών θα ονομαστεί ο θάνατος, το τέλος του καθημερινού, του προβλέψιμου, του επαναλαμβανόμενου στην κλίμακα της ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό και η μνήμη των παλαιών κυριαρχείται τόσο έντονα από αυτές τις εμπειρίες.
Στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας βάθαιναν αυτές οι διεργασίες. Ο χώρος είχε τον πρώτο λόγο εδώ. Οι λεκάνες, οι στενές κοιλάδες που σχηματίζονται ανάμεσα στους θεόρατους ορεινούς όγκους αποτελούσαν μικρογραφίες κόσμων ολόκληρων και η ανθρώπινη δραστηριότητα και παρουσία τις γέμιζε έντονα, συχνά ασφυκτικά. Ταυτόχρονα, οι κλίσεις του εδάφους έκαναν την κίνηση σύνθετη, γεμάτη μαιάνδρους και πισωγυρίσματα, και μάκραιναν τις αποστάσεις, κάνοντας την αίσθηση της απώλειας και της απομόνωσης ισχυρή. Οι γύρω ορίζοντες στενοί, κυριαρχούσαν από ψηλά στους χώρους και το μάτι μεγέθυνε τις προσιτές εμπειρίες , τα όσα συνέβαιναν στην οθόνη της απέναντι πλαγιάς. Τίποτα πιο πέρα. Οι λόχοι των 150 -200 ανθρώπων και των ανάλογων και απαραίτητων ζώων μπορούσαν στις συνθήκες αυτές να λειτουργήσουν όπως σε άλλες συνθήκες θα λειτουργούσαν συντάγματα, να απλωθούν σε κάθε πτυχή και γωνιά του ορατού περίγυρου και να γεμίσουν τον στενό μικρόκοσμο του κάθε περάσματος, κάθε κοιλάδας, κάθε χωριού. Εκεί που ολόκληρος στρατός πολεμούσε, τα δικαιώματα του στενού ανθρώπινου κύκλου, στα όρια της παρέας, της συντροφιάς, της παλιάς συμμορίας, αναδεικνύονταν με τον πιο ισχυρό τρόπο. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος εκεί δεν έγινε ποτέ μια απρόσωπη, αποξενωτική δραστηριότητα.
Τις 
Τις μικρές αυτές ενότητες τις χώριζαν εκτεταμένοι ορεινοί όγκοι όπου δέσποζαν με το ύψος τους αναρίθμητες κορυφές. Για να τις διασχίσει κανείς στον καιρό της ειρήνης έπρεπε να ακολουθήσει τις στενωπούς, τον ρου των ποταμών ή να αναρριχηθεί στα μεταξύ τους διάσελα, σε εντυπωσιακό κι αυτά υψόμετρο. Στον καιρό του πολέμου δεν έφθανε αυτό. Η κίνηση γινόταν αδύνατη χωρίς τον έλεγχο των κορυφών, των πιο ψηλών σημείων. Ελάχιστοι αντίπαλοι, σκαρφαλωμένοι σ' αυτές με κάποιο αυτόματο όπλο, μπορούσαν  να ακινητοποιήσουν πολλαπλάσιους εχθρούς στις κάτω διαβάσεις. Αυτά τα υψόμετρα, αυτές οι κορυφές ήταν στον αλβανικό πόλεμο το μήλον της Έριδος ανάμεσα στους αντιπάλους. Οι αναμεταξύ τους μικρόκοσμοι, τα χωριά, τα περιβόλια τους, οι κοιλάδες και τα διάσελα ήταν τα μικρά, αλλά και τόσο αποφασιστικά έπαθλα της αναμέτρησης αυτής.
Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες το "πολλοί" ή το "λίγοι" δεν είχε παρά σχετική σημασία. Οι μικρόκοσμοι των βουνών μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι όταν ο μεγάλος αριθμός κυριαρχούσε σ' αυτούς. Ο εφοδιασμός δεν μπορούσε να ακολουθήσει αποτελεσματικά μέσα από τις δύσκολες υποχρεωτικές διαδρομές του, ενώ η υπερβολική πυκνότητα των στρατευμάτων αύξανε δυσανάλογα τις απώλειες στις εκτεθειμένες κοιλάδες ή στις στενές κορυφές. Η χρυσή τομή επιβλήθηκε από τα πράγματα. Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν πόλεμος των μικρών μονάδων, των διμοιριών, των λόχων, σπανιότερα των ταγμάτων. Το πυροβολικό σκαρφάλωνε  σε ουλαμούς των δύο πυροβόλων, πολύ σπάνια μια πυροβολαρχία  βρισκόταν συγκεντρωμένη. Σε ελάχιστες περιπτώσεις στις συνθήκες αυτές έγιναν μάχες από εκείνες που τα εγχειρίδια των στρατιωτικών προβλέπουν. Με πυρά φραγμού, με κυλιόμενη βολή που να οδηγεί τις εφόδους των συνταγμάτων. Η χειροβομβίδα και η λόγχη έδιναν τις λύσεις. Και φυσικά οι στρατιώτες μάθαιναν τον πόλεμο στη μικρή διάσταση, την περίπου προσωπική αναμέτρηση.
Μια από τις πλέον κρίσιμες αναμετρήσεις του πολέμου, η αντεπίθεση που οδήγησε στην ανακατάληψη της Γκραμπάλας και στο σταμάτημα της ιταλικής προέλασης  προς τα Ιωάννινα, ήταν υπόθεση ενός ενισχυμένου λόχου με μία διμοιρία πολυβόλων για υποστήριξη. Υπόθεση 250 ως 300 ανθρώπων δηλαδή. Στην άλλη μεριά των οροσειρών, στην περιοχή της Φούρκας, η πεισματική σύγκρουση της κορυφής Τσούκας ήταν υπόθεση δύο λόχων, ενός ελληνικού και ενός ιταλικού. Πολλούς μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1941, όταν οι δυνάμεις των αντιπάλων στο αλβανικό μέτωπο έφθαναν πλέον τους εκατοντάδες χιλιάδες πολεμιστές, η έκβαση των συγκρούσεων παρέμενε ακόμα υπόθεση μικρών σχηματισμών. Στην εαρινή επίθεση των Ιταλών, στον πιο κρίσιμο τομέα, στα υψώματα 731 και 717, η έκβαση των είκοσι περίπου επιθέσεων και αντεπιθέσεων  κρίθηκε από αναμετρήσεις λόχων και ουλαμών, χωρίς ποτέ η συνολική δύναμη των εμπλεκομένων να υπερβαίνει τα δύο τάγματα την ημέρα. Σ' αυτόν τον πόλεμο ο πολλαπλασιασμός των μαχόμενων σήμαινε τον πολλαπλασιασμό των μικρών αναμετρήσεων, ακριβώς όπως η μορφολογία της περιοχής κατακερμάτιζε το χώρο σε πλήθος μικρές ενότητες. Σ' αυτές, το κάθε τάγμα, λόχος ή διμοιρία μπορούσαν να δώσουν τη δική τους αυτόνομη μάχη.
Για τη δύσκολη περίοδο που θα ακολουθούσε αυτή η εξάμηνη εμπειρία είχε τη δική της αξία. Από τη μια ήταν η πεποίθηση των ανθρώπων που την έζησαν ότι μπορούσαν να κινηθούν ανεξάρτητοι και αυτόνομοι και στις πλέον αντίξοοες συνθήκες. Να επιλύσουν, αυτοί και ο μικρός κύκλος των γνωστών τους, και πιο δύσκολα και περίπλοκα προβλήματα. Δεν έγιναν περισσότερο θαρραλέοι ή ανδρείοι, επειδή οι λέξεις αυτές ελάχιστα ως τίποτα σημαίνουν. Έμαθαν όμως να παίρνουν πρωτοβουλίες, να μετέχουν σε όσα άμεσα τους αφορούν, να αυτοσχεδιάζουν, να ενεργούν. Να κρίνουν, με άλλα λόγια. Ο μικρός τους πόλεμος, πέρα από πλούσιες αναμνήσεις, τους άφησε και ιδιόμορφα εφόδια για τη συνέχεια.


Από το βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη Από την ήττα στην εξέγερση. Ελλάδα: Άνοιξη 1941 - Φθινόπωρο 1942. Εκδόσεις ο Πολίτης, Αθήνα 1993

Επειδή το βιβλίο αυτό είναι εξαντλημένο και δυσεύρετο , ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται να μάθει σχετικά με αυτήν την περίοδο μπορεί να διαβάσει το άλλο  βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη, Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων… Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.

 Η σχέση ανάμεσα στα δύο βιβλία είναι ότι ο Γιώργος Μαργαρίτης δούλεψε σχεδόν από την αρχή το παλιό βιβλίο και δημιούργησε ένα νέο, με πολλές αλλαγές.
«Σε αυτή, τη νέα του μορφή, ίσως ετούτο το πόνημα μπορεί να εκληφθεί ως εισαγωγή σε μια ιστορία της Αντίστασης, ή μάλλον σε μια ιστορία της Ελλάδας στα δραματικά χρόνια της κατοχής και του πολέμου. Οι ιδέες που αναπτύσσονται σε αυτό, μπορεί να συμβάλουν στη διατύπωση ερμηνευτικών σχημάτων για τις εξελίξεις και τα γεγονότα της περιόδου. Για το λόγο αυτό, άλλαξε και ο τίτλος στο εξώφυλλο» αναφέρει ο συγγραφέας στο σημείωμα που προτάσσει και έχει τον τίτλο «Για τον Άγγελο». Πρόκειται για τον Άγγελο Ελεφάντη, εκδότη του περιοδικού Ο Πολίτης, με παραίνεση του οποίου δημιουργήθηκε το πρώτο βιβλίο. Το νέο αυτό βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.

Ο πίνακας του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Πόλεμος, παιδί μου. Πόλεμος!


Επιμέλεια: ofisofi  // atexnos

Η κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940 μέσα από τα μάτια ενός παιδιού στο απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Βασίλη Λιόγκαρη, Συνοικισμός Χαροκόπου.

Κάτι  παράξενοι ήχοι, πρωτοφανέρωτοι. Διαπεραστικοί κι απόκοσμοι, άγριοι και συγκλονιστικοί διασπάθιζαν την ατμόσφαιρα απ’ άκρη σ’ άκρη, ηλεκτρίζοντάς την και προκαλώντας ρίγη τρόμου, αβεβαιότητας και ανασφάλειας…

Πριν από το χάραμα, μέσα στον ύπνο το βαθύ και τ’ όνειρο το γλυκό το τελευταίο.

Ήταν αλλιώτικο το ξύπνημα κείνο το πρωί, δίχως τραγούδι και φιλί γλυκό από τη μάνα, δίχως καντήλι στο κόνισμα της Παναγιάς, δίχως την αχτίνα του ήλιου να ξεγλιστρά από τη χαραμάδα στο σκέπασμα του ντιβανιού.

Ήταν αλλιώτικο το ξύπνημα κείνο το πρωί, δίχως στη φουφού το τσαγερό, δίχως τη γαλήνη της νιογέννητης μέρας. Με τα κρεβάτια ξέστρωτα και πεταγμένα καταγής τα προσκεφάλια. Άδεια να σου παγώνει η καρδιά. Οι πόρτες ανοιχτές κι ασφάλιστες και κείνος ο τρομαχτικός ήχος της σειρήνας να περνά μέσα απ’ την ψυχή και να σε καρφώνει. Φώναξα τη μάνα κι απάντηση δεν πήρα, κι ύστερα, ακόμα πιο δυνατά κι απάντηση δεν πήρα. Κανείς μέσα στο σπίτι.

Η Αλεξάνδρα μόνο, κουλουριασμένη στα πόδια μου, να κοιμάται του καλού καιρού.

Ένιωσα ένα αίσθημα περίεργο κι έναν κόμπο να δένει στο λαιμό μου. Βγήκα ξυπόλητος με το βρακί στο δρόμο. Οι καμπάνες απ’ τη «Βαγγελίστρα» δυνατές και γρήγορες, συμπλήρωναν τον παράξενο ήχο την ώρα που’ παιρνε να σβήσει και να ξαναδυναμώνει πάλι σε μια στιγμή.

Μαύρη συννεφιά. Ετοιμόρροπη η στέγη τ’ ουρανού να βρέξει. Στην πλατεία μπουλούκια – μπουλούκια οι άνθρωποι να κουβεντιάζουν. Χειρονομίες αδέξιες και βρισιές και τρόμος κι ανησυχία και μουλωχτά καμώματα απελπισίας. Κοιτάζω να βρω τη μάνα ή κάποιον απ’ τους δικούς μου. Τρέχω στην πορτάρα. Εκεί είναι μαζεμένος όλος σχεδόν ο συνοικισμός. Ξεκρίνω τη μάνα που δεν έχει προλάβει να δέσει σε κότσο τα μαλλιά κι η πλεξίδα να κρέμεται στη μέση. Της αρπώ το χέρι και χώνομαι στη φούστα της. Μπορώ από ’κει να παρακολουθώ χωρίς να πολυτρομάζω. Φωνάζουν όλοι δυνατά, που να μην ξεχωρίζεις. Οι γυναίκες σφιγμένες σταυρωτά τις παλάμες στο λαιμό κι άλλες με χέρια ανοιχτά στην Παναγιά να βάλει το χέρι της για το κακό.

«Εγώ το ’λεγα, δε θα τ’ αποφεύγαμε», έκανε τσεβδά ο Αντωνάκης. «Θα τους πάρουμε φαλάγγι!» φώναξε ο άλλος. «Θα τους φάμε.»

– Τι είναι, μωρέ μάνα, της λέω. Τι γίνεται;

Δε μου ’δωκε απάντηση, μόνο έσφιξε το χέρι της γύρω στο λαιμό μου.

Είδα και τους Γιακουμελαίους πιο κάτω και το Μανώλη τον Αναγνώστου μαζί με τον Κώστα τον Κατουρλά να τραγουδάνε τον Εθνικό Ύμνο και να βάζουνε επ’ ώμου τα ξύλινα όπλα τους.

– Τι είναι, μωρέ μάνα, της ξαναλέω με πείσμα έτοιμος να κλάψω.

Σκύβει χαμηλά και μου λέει με πίκρα:

– Πόλεμος, παιδί μου. Πόλεμος!

Δεν ένιωσα ακόμα την τραγικότητα αυτής της μυθιστορηματικής λέξης. Της λέξης της σφεντόνας και της πετριάς, της λέξης του τενεκεδένιου τανκς με τους ψεύτικους σπινθήρες και το σιδερένιο στρατιωτάκι εφ’ όπλου λόγχη και πρηνηδόν.

Αμέσως αναθάρρησα. «Χαρά στο πράμα», είπα. «Θα πολεμήσουμε. Έλληνες είμαστε και θα νικήσουμε. Οι Έλληνες πάντα νικάνε!»

Ο πατέρας κι οι μεγάλοι μαζεύτηκαν στης κυρα – Παρθένας ν’ ακούσουν το «ανακοινωθέν». Ήταν το μοναδικό σπίτι στο συνοικισμό που είχε ραδιόφωνο. Ο κυρ – Τάσος ήταν ταξιτζής και τα οικονομούσε. Καμιά φορά, θυμάμαι, στις καλές του μας φόρτωνε όλους τους πιτσιρικάδες, μας έκανε μια βόλτα γύρω απ’ το συνοικισμό και μας ξεφόρτωνε στην πιάτσα. Γωνία Θησέως και Χαροκόπου προς το ποτάμι. Εμείς ξεφαντώναμε απ’ τη χαρά μας και λυσσάγαμε μεσ’ στ’ αμάξι. Δεν ήταν και μικρό πράμα να κάνεις μια βόλτα με ταξί.

Το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια: «Περνάει ο στρατός της Ελλάδος φρουρός», και «Αεροπόρος θα γινώ, στη γη να μην πατήσω». Ύστερα ακούστηκε το σήμα: «Τσοπανάκος ήμουνα, προβατάκια φύλαγα.»

Έλεγε λόγια σπουδαία που δεν μπορούσα να καταλάβω.

Οι μεγάλοι, με ύφος σοβαρό, κουνούσανε το κεφάλι μελαγχολικά και μουρμουρίζανε. Άκουσα μόνο τον πατέρα να λέει: «Ασιχτίρ, τους παλιορουφιάνους.»

Έτρεξα αμέσως να συγκεντρώσω την παλιοπαρέα μου: το Γιάννη της Ροδής, τον Αλέκο της Μορφίας, τον Άγγελο, τον Τάκη, να ετοιμάσουμε τα όπλα, να κινήσουμε στον πόλεμο. Ήρθε μαζί μας και η Παρή για νοσοκόμα. Η  Σουλάραγκα, η Κική η Κεφαλού κι η Στέλλα, η Πιπιλού. Φτιαγμένος στρατός με ξύλινα ντουφέκια και σπάθα πλαγιαστή μέσ’ στο ζουνάρι, χάρτινο δίκωχο από εφημερίδα. Σημαία ελληνική και ποδάρια ξυπόλητα. Εχθροί μας τα παιδιά της πάνω γειτονιάς. Ο Στέφανος, ο Μανώλης, ο Αράπης κι άλλοι. Πρώτο ευχάριστο: Σχολείο δεν είχε. Διάβασμα δεν είχε. Όλος ο καιρός δικός μας. Ο δρόμος με τα γκρεμισμένα σπίτια ήταν στη διάθεσή μας. Είχε χαλάσματα ένα σωρό, βουναλάκια από χωματερές κι έναν ευκάλυπτο τεράστιο να χτίσουμε στα ριζά το στρατηγείο μας.

Με ξέκοψε η μάνα από το παιχνίδι να πάμε να δούμε για ψωμί. Άκουσε τις αντιρρήσεις μου, μα δε γινότανε αλλιώς. Η Ευγενία πρόσφερε πάντα τις υπηρεσίες της στην κυρα Έλλη και η Φιλίτσα στο κουρείο. Σε μένα έπεσε ο κλήρος.

Στο φούρνο του Καψάλη στη Θησέως γινότανε της κακομοίρας. Κόσμος πολύς να προσπαθεί ν’ ανεβάσει τα κατεβασμένα ρολά, να μπει μέσα ν’ αρπάξει το ψωμί. Φασαρία, κακό, βρισίδι και σπρωξιά. Η Καψάλαινα, πάνω απ’ το μπαλκόνι, με το σκύλο αγκαλιά να φωνάζει και να «οδύρεται» πως δεν είναι κατάσταση αυτή. «Κάνουμε σαν κάφροι, το ψωμί τελείωσε.»

Λυσσομανούσε το πλήθος απέξω κι όλο μεγάλωνε.

«Προλάβατε κιόλας και κρύψατε τ’ αλεύρια», φώναζε ο κόσμος.

Κι άλλοι: «Θα μπούμε μέσα…Θα τα σπάσουμε.»

Ήρθε η αστυνομία να καλμάρει τα πράματα. Έβαλε τον κόσμο στην ουρά να μοιραστεί το λίγο ψωμί που είχε απομείνει.

Έτσι, από κείνη τη στιγμή γνωρίσαμε το καινούργιο φρούτο που θα γίνει βίωμά μας και θα μας ακολουθεί σ’ ολάκερη τη διάρκεια του πολέμου: την ουρά.

Τα ίδια και στα μπακάλικα της Χαροκόπου. Στο «Ερμείον» και στου «Καρατζόπουλου». Να χαλάει ο κόσμος, πανζουρλισμός και να’ ναι κερδισμένοι οι πιο καπάτσοι κι οι πιο νταήδες.

Δε στρώθηκε το τραπέζι κείνη τη μέρα, απ’ το σούσουρο και την αναμπουμπούλα. Τις νοικοκυράδες δεν τις έβλεπε το σπίτι, απ’ το μέσα – έξω, τη φούρια και τα χιλιάδες ερωτήματα.

Πηγαινέλα στο συνοικισμό και του Χαροκόπου από άντρες που τραβούσαν για το μέτωπο. Οι γυναίκες από κοντά, κι οι μανάδες κι οι αδελφές και τα κουτσούβελα από κοντά. Αγκαλιές, φιλιά και αποχαιρετισμοί. Κλάματα, συμβουλές και υποσχέσεις.

Την έστησε και η Μερόπη, νιόνυφη ακόμα, στο πεζούλι του κήπου με το μαντίλι στο χέρι να περάσει ο Μίχος με το τραμ, για το στερνό αντίο. Φιλώντας την της φώναξε: «Να ’χεις το νου σου στο τραμ με τα δυο βαγόνια.» Περνούσανε κατάμεστα, ολούθε φασαρία. Σκαρφαλωμένοι στις πόρτες, στα πρεβάζια, στους προφυλαχτήρες. Τραγούδια και φωνές και το λεύτερο χέρι ψηλά να χαιρετάει.

Φάνηκε το τραμ με τα διπλά βαγόνια. Κρατιέται ο Μίχος σκαρφαλωμένος απ’ τα πλάγια. Με το’ να χέρι πιάνει το πρεβάζι του παραθύρου και τ’ άλλο να σηκώνει το δίκωχο. Ξοπίσω η Μερόπη μπας και προλάβει, με κλάματα στα μάτια και το μαντίλι ν’ ανεμίζει. Προλαβαίνει να του φωνάξει: «Καλό γυρισμό και με τη νίκη.»


Σουρούπωσε στο συνοικισμό. Ήρθε η νύχτα ακόμα πιο γρήγορα. Θεοσκότεινα. Μήτε ένα φως να την εμποδίσει να καταπιεί λαίμαργα δρόμους και δέντρα κι υψώματα. Μήτε ένα φως να τη γλυκάνει! Έκανα σκαστά μια τσάρκα στη Χαροκόπου. Ησυχία και σκοτεινιά. Εκεί που άλλοτε έσφιζε από ζωή. Ο δρόμος με τα χιλιάδες φώτα των μαγαζιών. Τη φωτεινή κόκκινη ρεκλάμα του «Κρυστάλ». Τα φώτα απ’ τις κολόνες του δήμου. Ο δρόμος της κίνησης. Ο δρόμος της βόλτας και του σεργιανιού. Τώρα νέκρα και παγωνιά. Να μη φαίνεται ψυχή, να μην κινείται φύλλο. Ένιωσα την καρδιά μου να ματώνει. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως πρέπει να συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό. Έτρεξα στο σπίτι φοβισμένος. Οι σειρήνες ακόμα ταλανίζουνε τ’ αυτιά μου και το γκελάρισμα απ’ την καμπάνα να μη λέει να καλμάρει. Από τότε θα’ ταν η συντροφιά μας. Θα ζούσαμε μ’ αυτά. Θα μεγαλώναμε μ’ αυτά. Μέσ’ στ’ άγρια μεσάνυχτα, μεσ’ στο λιοπύρι, μέσ’ στην καταχνιά, μέσ’ στη θαμπούρα του πρωινού. Μέσα στο χειμώνα και μέσα στην καλοκαιριά, μέσ’ στη βροχή και τον άνεμο, το κρύο και τη ζέστη. Ο τρομερός εκείνος ήχος της σειρήνας θα ξεστράτιζε μαζί μας, θα πλάγιαζε μαζί μας, θα πάγωνε μαζί μας, θα πείναγε μαζί μας. Θα φίλιωνε μαζί μας. Μεσάνυχτα πια. Στριμωχτήκαμε στο καναπεδάκι της κουζίνας  κι απ’ το στενό κι απ’ το στενό το παραθύρι π’ αγνάντευε στην Οικοκυρική Σχολή κοιτούσαμε κατά τον Πειραιά. Φεγγοβολούσε ο τόπος. Το πατιρντί απ’ το βομβαρδισμό μόλις κι έφτανε στ’ αυτιά μας. Τεράστιοι προβολείς παιχνίδιζαν στον ουρανό στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν το εχθρικό αεροπλάνο.

Άσπρα συννεφάκια απ’ τα αντιαεροπορικά που σκάγανε στον ουρανό. Καιγόταν το λιμάνι του Πειραιά, καιγόταν κι η ψυχή μας. Πού κουράγιο για ύπνο εκείνη τη βραδιά. Το κερί σβηστό. Στα παράθυρα σκούρες κουρτίνες για να μην ξετρυπώσει και χαθεί στη σκοτεινιά κομμάτι απ’ τη φλόγα. Αργότερα ντύσαμε τα τζάμια με κόλλες μπλε κι η μέρα χάθηκε για πάντα.

Νιώθαμε όλοι πολύ κοντά ο ένας στον άλλο. Ήρθαν κι οι γειτόνισσες που μέναν μόνες να νιώσουνε σιγουριά.

Λόγια πολλά θυμήθηκαν και λέγανε από τα περασμένα και κάθε στιγμή το βλέμμα στο ρολόγι και στον αγώνα του να καταπιεί τη νύχτα. Την πρώτη εκείνη νύχτα του πολέμου στις 28 του Οκτώβρη 1940.

Βασίλης Λιόγκαρης, Συνοικισμός Χαροκόπου, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998,  2η έκδοση