Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάλιας Σεμετρζίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάλιας Σεμετρζίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Βάλιας Σεμερτζίδης: "Το έργο τέχνης κάνει πολιτική με τη μεγάλη της αλήθεια, όχι πολιτική των εκλογών..."

Με αφορμή τα εγκαίνια ( 25 Νοεμβρίου 2016) της μόνιμης έκθεσης με έργα του Βάλια Σεμερτζίδη στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, στον Πειραιά θυμήθηκα τις Σημειώσεις του πάνω στο έργο του για το χρονικό διάστημα 1937 -1963. Εκδόθηκαν από τον Γκοβόστη το Δεκέμβριο του 1976.

Βράχος στο Αιγάλεω, λάδι 1937

" Στο βιβλίο αυτό το κείμενο δεν είναι η αυτοβιογραφία μου. Πιθανόν θα έπρεπε να ήτανε. Έτσι θα βοηθούσα περισσότερο τον ενδιαφερόμενο να καταλάβει το έργο μου. Ένα δεύτερο βιβλίο που ελπίζω να γίνει σύντομα θα είναι και αυτοβιογραφία. Είναι πολλά ενδιαφέροντα που θα μπουν στο δεύτερο αυτό βιβλίο. Τώρα δίνονται σημειώσεις που κρατούσα - δουλεύοντας τα έργα μου, όπως και τώρα, για ό,τι γίνεται γύρω μου, σημειώσεις που να δίνουν τις στιγμές που γινόταν το έργο. Και πάλι θα βοηθήσω όσο γίνεται περισσότερο τον αναγνώστη να παρακολουθήσει την πορεία μιας προσπάθειας για κατάκτηση του άπιαστου αυτού χώρου που λέγεται Τέχνη. Ζωγραφική είχα πρωτοεκθέσει από το 1927, με μια ομάδα ερασιτεχνών στην Καλλιθέα. Εξέθεσα πιο υπεύθυνα το 1935 στη Διεθνή Θεσσαλονίκης. Έχω πολλές σημειώσεις που μιλάνε για όλη μου τη ζωγραφική προσπάθεια πριν το ' 37. Όμως σκέφτηκα πως θάπρεπε  ν' αρχίσω μ' ένα ντοκουμέντο. Κάτι που από μόνο του το περιστατικό έχει πειστικότητα και σαφήνεια. " Ο Βράχος στο Αιγάλεω", ήταν μια έκφραση που κλείνει μέσα της σκέψη, γνώση, δέος , αυστηρότητα και που όλα αυτά μαζί αποδείχνουν πόσο σπουδαίος δάσκαλος ήταν ο Παρθένης, που πολλές φορές στο κείμενο του βιβλίου αυτού θα τον αναφέρω. Ο Παρθένης αρνιόταν το ταλέντο. Μας έλεγε ότι η τέχνη είναι  η σκληρή ασταμάτητα δουλειά και μελέτη, κι' αυτό  βασικά διαμόρφωσε την όλη προσπάθειά μου μέχρι σήμερα. Το ότι έγινε δεκτό ένα έργο μου στο Παρίσι, σε μια εποχή που το Παρίσι ήταν το διεθνές κέντρο προβολής της τέχνης και το γεγονός ότι με το έργο ασχολήθηκαν 4 μεγάλα περιοδικά, για μένα τον καιρό εκείνο ήταν μια σπουδαία ώθηση, ήταν κάτι που στερέωσε την πίστη και αποφασιστικότητα να προσπαθώ κι ας ήταν οι δυσκολίες κυριολεκτικά αξεπέραστες.
Χορός " 1η του Μάη 1944", λαδοτέμπερα, 1944 - 1966

Ατέλειωτες σελίδες γεμίζουν οι σημειώσεις για το έργο και τη ζωή μου πριν από τον πόλεμο. Ήταν η πρώτη περίοδος των καλλιτεχνικών εξορμήσεων έτσι πήρα μέρος σ' έκθεση  των Ελεύθερων Καλλιτεχνών, των καλλιτεχνών Πειραιώς, σε Πανελλήνιες και σε Διεθνή Νέας Υόρκης. Όλα αυτά ήταν ώθηση για δουλειά, για δημιουργία, κι' ακόμα όλα αυτά με προετοίμαζαν για τη δύσκολη στιγμή του πολέμου, που δύο χρόνια πριν, τον περιμέναμε κάθε μέρα. Έτσι θα περάσω στις σημειώσεις της κατοχής.
Η περίοδος της κατοχής αποφασιστικά διαμόρφωσε το νόημα της δημιουργικής προσπάθειας της δικής μου και μιας σειράς καλλιτεχνών. Το νόημα αυτό είναι: ΓΥΡΙΣΜΟΣ στις ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ του ΛΑΟΥ ΜΑΣ. Άντληση μορφής από την πάλη του για λευτεριά, για δημοκρατία. Έντονα χαράχτηκαν μέσα στη δουλειά μου και τη ζωή μου τα περιστατικά που εξέφρασαν το μεγάλο λαό μας.
Έτσι μια και μέχρι σήμερα οι αγώνες είναι ίδιοι, μια και τίποτα, δεν άλλαξε φανερό γίνεται ότι ο στόχος της έκφρασης στην τέχνη δεν μπορεί παρά να είναι ίδιος.
Μορφή στους αγώνες του λαού, μορφή στον καθημερινό του μόχθο για όλες τις επιδιώξεις του, όχι πόλεμος, όχι απατή και πάνω απ' όλα ελευθερία σκέψης, πράξης , ζωής. Ο καλλιτέχνης με δέος ζει τη δύναμη του ανθρώπου και της φύσης, με δέος αντικρύζει τη ζωή και το θάνατο - δεν μπορεί παρά έτσι να γεννιέται το έργο τέχνης, κι' είναι αληθινό τότε μόνο, όταν έχει βαθιές ρίζες στη γης, στους ανθρώπους, στο κάθε τι που γίνεται στον δικό του τόπο. Αυτό δίνει διάρκεια στο έργο, αυτό δίνει ποιότητα, μορφή καινούργια. Το έργο τέχνης κάνει πολιτική με τη μεγάλη της αλήθεια, όχι πολιτική των εκλογών. Η πολιτική στην τέχνη είναι ανακάλυψη εκείνων των μορφών ζωής που καθορίζουν την πορεία προς τα μπρος, που μάχονται το ψέμα, που αγωνίζονται για ειρήνη. Έτσι με την αναφορά στα έργα κατοχής και στις σημειώσεις δείχνω πως πλησιάζω την πράξη της πραγμάτωσης ενός έργου με στόχο σαφή που οδηγεί στην ολοκλήρωση της έκφρασης. Το έργο τέχνης δίνει πρόσωπο στους αγώνες του ανθρώπου, δίνει πρόσωπο σε όσα μας περιτριγυρίζουν, δίνει μορφή στη δύναμη, στην ομορφιά, στην αλήθεια στην πίστη για ένα καλύτερο αύριο"
 Αυτά έγραφε σχετικά με τις σημειώσεις του στις 30 και 31 Ιουλίου 1976 στο Σκιάθι της Ρόδου

Λαϊκό Δικαστήριο στ' Άγραφα , λαδοτέμπερα

"Τρίτη 25 -12 -45

Στον τοίχο έχω καρφωμένο ένα χαρτί 3,30 Χ 2, 25 κι' εκεί πάνω προσπαθώ να χτίσω το έργο μου " Λαϊκό Δικαστήριο". Η σύνθεση είναι στο ύπαιθρο. Είχα κάνει μια λεπτομέρεια 100 Χ 225, στην αριστερή μεριά του έργου από την πρώτη σύνθεση, που ήταν σε κλειστό χώρο. Μα η σκέψη να κάνω αυτό το θέμα στο ύπαιθρο δεν με άφηνε. Έτσι ύστερα από πολλές σπουδές σε μικρό σχήμα και μια 150 Χ 180 πέρασα στο μεγάλο που δουλεύω τώρα. Αυτή η σύνθεση είναι ολότελα κάτι άλλο. Το γενικό σχήμα που είναι μέσα εκεί, οι άνθρωποι, είναι σχεδόν το ίδιο με την αρχική σύνθεση. Έχουν προστεθεί φιγούρες που καθορίζουν με περισσότερη σαφήνεια για το πού γίνεται η δίκη αυτή. Ο βράχος πίσω από την ομάδα καθορίζει το χώρο. Ο ουρανός με σύννεφα που τρέχουν, η βλάστηση πάνω στο βράχο, η λιτότητα σ' όλα υπογραμμίζουν τη δραματικότητα της στιγμής. Νιώθω επιτακτική ανάγκη να τους έχω εδώ μπροστά μου. Όσο πιο πολύ μεγαλώνει το έργο τόσο πιο πολύ θέλεις τη ζωντανή αφορμή κοντά σου. Κάνω μικρές σπουδές για τη " Διαδήλωση".
Λαϊκό Δικαστήριο , λινόλεουμ, 1944 - 1946

Την έχω δουλέψει σε διαστάσεις 70 Χ 1, 40. Τώρα κάνοντας μικρά ψάχνω για λύσεις διάφορες, προβλήματα που περιμένουν τη λύση τους. Η μετατροπή του θέματος σε σχήμα και χρώμα είναι μια αγωνία. Κρύο, ζεστό, γκρίζο, χρώμα, όλ' αυτά κι όταν βρουν τη βασική μορφή η λεπτομέρεια είναι υπόθεση δουλειάς. Κι' ανάλυσης. Καμιά γραμμή, καμιά κουκίδα, ΚΑΝΕΝΑ μεγάλο ή μικρό σχήμα δεν μπορεί να είναι μέσα στο έργο δίχως λόγο.
Κανένα χρώμα και κανένας τόνος δίχως να μιλάνε αυτά για το βαθύτερο νόημα του έργου. Ακόμα. Το χτίσιμο της πάστας του χρώματος, όλ' αυτά μαζί ενωμένα οδηγούν στο έργο Τέχνης.
Διαδήλωση, χαρακτικό σε μέταλλο, 1944 - 1956

Σήμερα είναι Χριστούγεννα. Είναι τα δεύτερα μετά την απελευθέρωση. Τα πρώτα πέρασαν στις μάχες λαού κι' εκείνων που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Τώρα, τα Χριστούγεννα περνάνε με γεμάτες τις φυλακές με αγωνιστές, με νέους αγώνες του λαού, για τη λευτεριά, με πείνα, με πληθωρισμό όμοιο με της κατοχής, με τρομοκρατία όμοια με της Κατοχής, με εχθρό ξένο, με νέα Κατοχή, Αγγλική τώρα. Προχθές Κυριακή μια νέα κοσμοθάλασσα γέμισε τους δρόμους της Αθήνας. Η κραυγή ήταν: Γενική Αμνηστία κι' Αναγνώριση της Αντίστασης. Το Παναθηναϊκό Στάδιο γεμάτο. Πήγα στο τέλος της συγκέντρωσης. Ήθελα να δω τους ΠΟΛΛΟΥΣ. Ήθελα να δω τα μάτια τους. Κι' είδα τα ίδια που περπάταγαν στους δρόμους με τους Ιταλούς και Γερμανούς αντικρίτους. Η ίδια αποφασιστικότητα η ίδια δύναμη γεμάτη αγανάκτηση.
Μελέτησα όσο μπορούσα πιο πολύ. Έτσι θα μπορούσα να συνεχίσω τα έργα μου. Γι' αυτό πήγα."


Β. Σεμερτζίδης, Γκοβόστης, Αθήνα 1976







Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Βάλιας Σεμερτζίδης, Δουλεύοντας τα έργα μου

«Το ελληνικό τοπίο δεν το είδε κανείς, όπως δεν είδε κανείς και τον άνθρωπο που ζει σε τούτη τη χώρα. Και δε βλέπω πουθενά σημάδια, να θέλει κανείς να τα μάθει αυτά τα δύο. Έτσι γεννήθηκε η αποθυμιά να ιστορήσω το τοπίο αυτό, κάθησα πάνω σ’ ένα βράχο και κοίταζα…»

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos


Το καλοκαίρι του 1944 ο Βάλιας Σεμερτζίδης ζούσε στα βουνά της Αργιθέας και μελετούσε τη ζωή των ανθρώπων και την ομορφιά του τόπου μέσα στον οποίο ζούσαν. Κοιτώντας μια χαράδρα στην Αργιθέα μάς αφηγείται τον τρόπο με τον οποίο προσπάθησε να προσεγγίσει και να αποδώσει με το πινέλο του το τοπίο συνδέοντας το με τον κοινωνικό ρόλο της τέχνης και τον αγώνα των ανθρώπων για ελευθερία και για  καλύτερη ζωή.
Το κείμενο  του με τίτλο  «Δουλεύοντας τα έργα μου» είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό «η λέξη» το Γενάρη του 1987, στο τεύχος 61.

Βάλιας Σεμερτζίδης, Δουλεύοντας τα έργα μου

Έχω στο εργαστήρι μου ένα σωρό αρχινιμένα έργα, όλα είναι στην εξέλιξή τους. Σαν τον άνθρωπο, σαν το κάθε ζωντανό που περνάει ένα σωρό στάδια εξέλιξης από τη σύλληψη ως τη γέννα και το μεγάλωμα. Από το σπόρο που πέφτει στη γη ως την ώρα που γίνεται ένα θεόρατο φυτό. Όμως θα ήθελα να μιλήσω για ένα απ’ αυτά. Για την ιστορία του από τότε που μπήκαν οι πρώτες πινελιές, οι πρώτες μπογιές ως τα τώρα. Κάθε έργο που έχω αρχινιμένο το δουλεύω σε πολλές παραλλαγές τον ίδιο καιρό. Ρωτιέμαι συχνά τι είναι αυτό που σπρώχνει σε τόση ταραχή; Άλλοτε από μεγάλο που δουλεύω το έργο μου, περνώ σε μικρό κι ύστερα σε πολύ μικρό κι ύστερα πάλι μεγάλο το αρχινάω ή το αντίθετο. Πότε σχεδιάζω πρώτα, καμιά φορά σχεδιάζω με επιμονή , μα τις περισσότερες φορές αρχίζω κατευθείαν χρώμα και σχεδιάζω με πινέλο. Αυτά είναι συνηθισμένα , σίγουρα πράγματα. Οι καλλιτέχνες έτσι θα κάνουν, γιατί αλλιώτικα δεν γίνεται κιόλας. Σαν δουλεύω δε σκέφτομαι, προσπαθώ μονάχα να κάνω εκείνο που σκέφτηκα  πριν και σαν σταματώ κυριεύομαι από αγωνία και δέρνομαι από λογιών – λογιών ανησυχίες και ρωτήματα και ξαναρχίζω αλλιώτικα κι όλο αλλιώτικα. Μα άλλο ήθελα να πω κι άλλο λέω. Το έργο που θέλω να πω την ιστορία του, είναι ένα τοπίο.

 (Βάλιας Σεμερτζίδης, Τοπίο στην Αργιθέα, περ. 1955, λαδοτέμπερα σε χαρτόνι, 112 x 75 εκ.) Ο πίνακας είναι από την Ψηφιακή Πλατφόρμα , Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (iset)

Μια χαράδρα της Αργιθέας. Είναι μια κουβέντα να πεις πώς ζωγραφίζεις ένα τοπίο – μπορεί δίχως πολλή σημασία. Όμως δεν είναι ολότελα έτσι. Ζούσα στα βουνά της Αργιθέας το 1944 το καλοκαίρι, μελετούσα τη ζωή των ανθρώπων και την ομορφιά του τόπου που ζούσαν αυτοί. Προσπάθησα να νιώσω όσο είναι δυνατόν πιο πολύ και τα δύο αυτά που ανάμεσά τους είναι αξεχώριστα στο κάτω – κάτω. Το τοπίο εδώ είχε μια ξέχωρη δικιά του ζωή – όπως και κάθε άλλο έχει ένα βαθύ δικό του προσωπικό χαρακτήρα, ιστορία και μέλλον. Είναι βράχια πανύψηλα, οι πέτρες σηκώνονται η μια δίπλα στην άλλη σαν φύλλα βιβλίου, κρέμονται σαν ξετυλιγμένα τόπια υφάσματος. Πανύψηλα γκρεμνά, στο βάθος τρέχουν νερά, πάνω πετάνε γυπαετοί και τα σύννεφα σκεπάζουν τις κορφές. Ένιωσα πως αυτό το κομμάτι της γης έχει ένα ολότελα δικό του εσωτερικό κόσμο, θρέφει δικά του φυτά αλλιώτικα απ’ τα άλλα. Οι πέτρες έχουν ένα αλλόκοτο φως, χρώμα, άλλες γαλάζιες άλλες κόκκινες, οι άνθρωποι που ζουν πάνω σ’ αυτές, που ανατράφηκαν απ’ αυτές, γίνηκαν το ίδιο ξέχωροι, μεγαλόπρεποι κι ωραίοι έχοντας για αναθρεφτή μια τέτοια φύση, δίχως να το νιώσουν γέμισε ο μέσα τους κόσμος από τη δικιά της αξιοσύνη, πίστη στον εαυτό τους, στη ζωή και τη λευτεριά. Κοιτάνε σαν αητοί, βλέπουν μακριά και δε φοβούνται.
Κοίταγα τα μαύρα σύννεφα που τρέχαν στις κορφές και κείνο που γινόταν μες στις χαράδρες και σκεπτόμουν τα πολλά που λέγονται για το ελληνικό τοπίο. Γαλάζιος ουρανός, καθαρή ατμόσφαιρα κι άλλα τέτοια σημαίνουν τάχα ελληνικό τοπίο, μονοπώλιο παγκόσμιο, στ’ αλήθεια είναι μια ανοησία παγκόσμιου μονοπωλίου. Το ελληνικό τοπίο δεν το είδε κανείς, όπως δεν είδε κανείς και τον άνθρωπο που ζει σε τούτη τη χώρα. Και δε βλέπω πουθενά σημάδια, να θέλει κανείς να τα μάθει αυτά τα δύο. Έτσι γεννήθηκε η αποθυμιά να ιστορήσω το τοπίο αυτό, κάθησα πάνω σ’ ένα βράχο και κοίταζα. Ήταν απόγευμα, ύστερα από δυό μήνες που περνούσα το μέρος αυτό, διάλεξα από όλες τις άλλες ώρες της ημέρας το απόγευμα και έκανα την αρχή. Μα και δω ένιωσα εξαρχής την ίδια αδυναμία που ένιωθα κάθε φορά που καταπιανόμουνα με κάτι τόσο σπουδαίο. Με τα εφόδια που διαθέτουμε – τα ζωγραφικά εννοώ φυσικά – εμείς οι σημερινοί ζωγράφοι είναι αδύνατο να ερμηνεύσεις κάτι τέτοιο. Τι ήταν εκείνο που έκαμνα; Καταγραφή μιας εντύπωσης με χρώματα και σήματα που για αποτέλεσμα είχε μια αρμονία χρωμάτων και σχημάτων που όμως καμιά σχέση δεν είχε μ’ αυτό που ένιωθα κοιτάζοντας τη φύση που με τριγύριζε με το βαθύ νόημά της. Είπα πως θάπρεπε να μείνω σε κείνο το βράχο ένα χρόνο δουλεύοντας για να στέκονταν, μπορεί, δυνατό, στο τέλος, ν’ αποσπάσω αυτό που ζητούσα.
Όμως ήρθαν γρήγορα οι μέρες που αφήσαμε εκείνα τα μέρη, πέρασαν δύο χρόνια. Δε σταμάτησα να δουλεύω πάνω στο θέμα αυτό. Έκανα κάπου είκοσι παραλλαγές μεγάλα σχέδια χρώμα, μικρά, πολύ μικρά, χρώμα άσπρο, χαρακτική στο τέλος. Η μια προσπάθεια διαδεχόταν την άλλη και δεν ήταν ποτέ εκείνο που έπρεπε να βρω. Πότε γινόταν ρομαντικό πότε απλώς παράξενο πότε απίθανο, συχνά επιβλητικό, μα ολοκληρωμένο έργο που να ιστοράει ένα ξέχωρο κομμάτι γης με δυνατό δικό του χαρακτήρα δεν κατάφερα να κάνω.

Σχέδιο του Β.Σ. (από το περιοδικό)
Στο μεταξύ τα ζωγραφικά μου εφόδια πλουτίζονταν κι αλλάζανε συνεχώς. Όλο και πιο πολύ καταλάβαινα τι θάπρεπε να κάνω και καμιά φορά πώς θάπρεπε να κάνω. Ο εμπρεσιονισμός απ’ τη μια και η όλη μετεμπρεσιονιστική ζωγραφική – από τον κυβισμό ως τον σουρεαλισμό – από την άλλη σκλαβώνουν το νου και τα χέρια και τη θέληση, νιώθεις την ανάγκη να λευτερωθείς. Νιώθεις πως αυτά έχουν μέσα τους κάτι το σάπιο και άρρωστο, νιώθεις πως με αυτά δε μπορείς να πας μακριά, είναι σαν δεκανίκια στα χέρια σου, σα βραχνάς, σαν αγιάτρευτη αρρώστια. Κάτω από τέτοια πίεση έχουμε ανατραφεί όλοι οι ζωγράφοι της εποχής μας, κούφια, επιπόλαιη, απατεωνίστικη τέχνη, σαν την τάξη που τη γέννησε. Εκείνο που χρειάζεται σήμερα είναι η βαθιά γνώση όλης της ως τώρα κατάχτησης της τέχνης στις πρωτοποριακές  εποχές και μαζί με τη γνώση αυτή η πίστη στον αληθινό προορισμό της τέχνης, στον κοινωνικό της ρόλο: έτσι εξοπλισμένος ν’ αρχίζεις να προσπαθείς  να ιστορήσεις την ιστορική στιγμή που ζεις , τη στιγμή που ζεις τέλος πάντων. Έτσι το αντικείμενο δεν είναι απλώς αφορμή για σύνθεση σχημάτων και χρωμάτων, μα είναι αναγκαίο πρώτο υλικό για το έργο τέχνης. Ο άνθρωπος δεν είναι αφορμή για σύνθεση που θάδινε απλώς ένα διαφορετικό αποτέλεσμα από αφορμή κανάτι ή μήλο. Είναι ο άνθρωπος που σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχει συνείδηση της δύναμής του, κάνει έναν αγώνα που με αυτόν αλλάζει την ως τα τώρα πορεία της ζωής του, χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να φτάσει σ’ αυτή τη μεγαλειώδη καμπή του. Μα μια και ο άνθρωπος ανατράφηκε πάνω σε τούτη τη γης, ανάμεσα σε δέντρα και πέτρες και τώρα αυτά του παραστέκουν στον αγώνα του για μια καλύτερη ζωή, πήραν κι αυτά – γης, πέτρες, δέντρα – μια ξεχωριστή σημασία. Η ζωή έχει ένα νόημα με το χτες, το σήμερα και το αύριο, για το αύριο γίνεται η σημερινή πάλη, σαν το καταλάβεις αυτό μονομιάς όλα γεμίζουν από τον ίδιο σκοπό και είναι για τον ίδιο σκοπό. Το ίδιο και το τοπίο. Τότε πρέπει να βρεις εκείνο το κομμάτι της γης που θα σε βοηθήσει να κάνεις τη σύνθεση έτσι ώστε να αποκαλυφθεί αυτό το νόημα. Στην τέχνη κοντά στο περιεχόμενο πρέπει να είναι και η μορφή, άλλη αγωνία αυτή μα σιγά – σιγά είδα πως γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει τίποτε εξεπίτηδες. Η μορφή θα βγει. Στην αρχή τα έργα μας δεν θα είναι αριστουργήματα, μα θα είναι αληθινά κι αυτό θα φέρει και το αριστούργημα, το ολοκλήρωμα. Δε θα πει πως δεν πρέπει να καταπιανόμαστε  με κάτι τέτοια πράγματα μια και δεν μπορούμε, δεν μπορούμε γιατί ίσα – ίσα δεν καταπιανόμαστε, γιατί κάνουμε κούφια και ψεύτικα πράγματα.
Σύνθεση, πορτραίτο, τοπίο, όλα να μιλούν για τη σημερινή στιγμή, για τη μεγάλη καμπή, για την τιτάνια πάλη, για την ομορφιά του ανθρώπου και του ωραίου του αγώνα.
Μπορεί στην τελευταία παραλλαγή να γνωρίσω την αλήθεια, θέλω κοιτάζοντας το τοπίο αυτό να γεμίζουμε από πίστη για τη λευτεριά, να γεμίζουμε από αποθυμιά να είμαστε άξιοι να ζούμε μια τέτοια ωραία γης.
                                                                                         Βάλιας Σεμερτζίδης