Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαρακτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαρακτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

" Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη"

 
Η Πορεία
"Ο εκτοπισμός και η φυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων είχαν ως στόχο να τους στερήσουν την ελευθερία και να ελέγξουν την επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο.
Οι φυλακισμένοι όμως έβρισκαν τρόπο να πληροφορούνται τα σημαντικά γεγονότα της εποχής. Αισθάνονταν μέλη ενός κινήματος, του οποίου η επιτυχία θα επηρέαζε τη χώρα τους, αλλά και τη δική τους τύχη και ζωή. Η είδηση λοιπόν της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη( 1915 - 1952) έφτασε και στους κρατούμενους του Άη Στράτη. Ο Γιάννης Ρίτσος, εκτοπισμένος επίσης στον Άη Στράτη εκείνη την εποχή, συνέθεσε προς τιμήν του το ποίημα Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, με αφορμή την πολύ γνωστή φωτογραφία του δικαζόμενου Μπελογιάννη να κρατά ένα γαρύφαλλο στο χέρι του.

"Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη"

Οι στίχοι αυτοί αποτέλεσαν την έμπνευση του Χρίστου Δαγκλή για τη φιλοτέχνηση του χαρακτικού του Η Πορεία.

 Νοηματικός και μορφολογικός άξονας της σύνθεσης είναι η γυμνή ανδρική μορφή, ρωμαλέα και νεανική, που κρατά στις πλάτες της το φέρετρο του Νίκου Μπελογιάννη. Σε κάποια από τα 13 προσχέδια του χαρακτικού η αλληγορική αυτή μορφή, που συμβολίζει τους λαούς, απεικονίζεται με το κεφάλι όρθιο, σε άλλες με σκυφτό, αλλά με τις γροθιές των χεριών πάντα σφιγμένες σε μια κίνηση δυναμικής αντίστασης. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος, ο καιρός ανάστατος, αντανακλά την ψυχολογία όσων θρηνούν για το χαμό του αγωνιστή της Αριστεράς. Άλλοτε οι μορφές αποδίδονται πιο φυσιοκρατικά, σε άλλες εκδοχές είναι εντελώς σχηματοποιημένες, ενώ σε μερικά σχέδια ένα γαρύφαλλο είναι τοποθετημένο πάνω στο φέρετρο  που βαραίνει τους ώμους των ανδρών.
Η τελική μορφή της σύνθεσης χαράκτηκε σε πλάγιο ξύλο το 1959, μετά την απελευθέρωση του Δαγκλή. Οι λαοί ενσαρκώνονται από τις ρωμαλέες, σχηματοποιημένες ανδρικές μορφές, που έχουν το κεφάλι σκυφτό, λόγω της πρόσκαιρης ήττας τους. Όμως τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές , μαρτυρώντας, ότι ο αγώνας τους δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Το φέρετρο, σαν ένα μεγάλο κομμάτι πέτρας, υψώνεται ως το συννεφιασμένο, άστατο ουρανό, μιαν ακόμη απόδειξη της θλίψης και του θρήνου για την εκτέλεση του Μπελογιάννη"

 Από το Λεύκωμα Χρίστος Δαγκλής, Χαρακτική - Ζωγραφική. Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων, 2018

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Αποχαιρετισμός στο Γιώργο Φαρσακίδη


Αποχαιρετούμε τον κομμουνιστή ζωγράφο, χαράκτη, λογοτέχνη και αγωνιστή Γιώργο Φαρσακίδη με το κείμενό του " Τ' άσπρα λουλούδια" από το βιβλίο του 
" Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι...", το αφιερωμένο
 " Στους φίλους και τα γειτονόπουλα του Ντεπώ, τους αξεδίψαστους της ζωής, που πέθαναν με το όραμα ενός κόσμου καλύτερου."
Ο Γιώργος Φαρσακίδης έφυγε σήμερα από τη ζωή γεμάτος όχι μόνο από χρόνια, αλλά από αγώνες και προσφορά στο κοινωνικό σύνολο και στην τέχνη.



Τ' ΑΣΠΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Καλοκαιριάτικος ζεστός ο καιρός. Ο ήλιος πάει να δύσει σ' έναν ασυνέφιαστο, ολοκόκκινο ουρανό.
Καλού κακού αλλάξαμε μάντρα, βγάλαμε σκοπιές και ξαπλώσαμε πλάι στον καπετάνιο.
- Έλα, καπετάνιε, πες μας σαν παλιότερος κάτι.
- Να μας πεις, να μας πεις. Από γέροντα πάντα κάτι μαθαίνεις, άρχισαν τα πειράγματα.
- Σκάσε, Στελλάρα, που θα μας πεις γέροντα το λεβέντη τον καπετάνιο μας. Βρε μπουνταλά, μάτια δεν είχες να δεις πώς τον κοίταγαν στο πανηγύρι οι κοπελιές;
- Γιατί ρε παιδιά, τριανταπέντε χρονών άνθρωπος είναι, πώς να τον πω;
- Έλα, ρε νιάναρο, αν σου βαστά να παλέψουμε, τ' απαντάει γελώντας ο καπετάνιος, να σου μάθω να σέβεσαι τέτοια γεράματα.
- Να μας πεις πώς κατεβήκατε στην Κασσάνδρα.
- Για τις εκκαθαριστικές του Χολομώντα ν' ακούσουμε, συνηγορούν οι περισσότεροι.
- Τότε που απ' τη φευγάλα είχαν ανάψει οι φτέρνες σας να χτυπάνε τους κώλους, δε κρατήθηκε πάλι ο Στελλάρας, το πειραχτήρι.
- Εντάξει, παιδιά, για τον Χολομώντα αφού θέλετε. Για να σας πω και κάτι που μας συγκλόνισε όλους και που λίγοι το ξέρουνε. Ανοιξιάτικα, το λοιπόν, άρχισαν τις εκκαθαρίσεις στο Χολομώντα οι Βούλγαροι. Κατέβασαν δέκα πέντε χιλιάδες στρατό και προεξοφλούσαν το τέλος μας. Σε λίγες μέρες στη Χαλκιδική, παινευόταν μεθυσμένος ο στρατηγός τους, δε θα μείνει ρουθούνι αντάρτικο. Χτύπησαν τα παλιά μας λημέρια κι άρχισαν να χτενίζουν σπιθαμή προς σπιθαμή τα βουνά. Εμείς το ρίξαμε στη φευγάλα, που λέει κι ο Στελλάρας και με δυό πορείες νυχτιάτικα πιάσαμε το Χολομώντα. Άρχισαν οι Βούλγαροι ν' ανεβαίνουν από Πολύγυρο κι Αρναία, όπου φύγει - φύγει εμείς, λουφάξαμε σε κάτι χαράδρες. Ξημέρωσε η μέρα και βλέπουμε μυρμηγκιά ο στρατός να μαυρίζει στις ράχες. Ε, είπαμε, ήρθε το τέλος, ρίξαμε μερικές τουφεκιές κι αντί για πίσω, βρήκαμε πέρασμα αφύλαχτο και χωθήκαμε στην εκκαθαρισθείσα περιοχή.
Την επομένη τ' απόγευμα μας πήραν χαμπάρι. Ανοίξαμε ντουφεκίδι, είχαμε ένα νεκρό κι άλλους δυο τραυματίες και...πού μας είδατε. Ραβνά, Ντουμπιά, Γεροπλάτανο. Πιάσαμε κάμπο, πιάσαμε θάλασσα, μέχρι και στ' Άγιον Όρος πέρασαν οι δικοί μας με βάρκα...
- Αμ πες μας καπετάνιο, πως σας χάρισαν οι καλόγεροι το Τιμιόξυλο  και γλιτώνατε!
- Εκεί να σ' είχα, Στελλάρα, πούχε κολλήσει τ' άντερο μας από την πείνα. Εκεί να σ' είχα να κελαηδάς κι όχι τώρα που καταβρόχθισες τον περίδρομο. Όσο για το πώς τη γλιτώναμε...Ας είναι καλά οι αντιφασίστες οι Βούλγαροι, που κάναν τα στραβά μάτια και ρίχναν στο βρόντο. Αν δεν ήταν αυτοί, δε θα καθόμουν τώρα να σας λέω ιστορίες.
- Εντάξει, καπετάνιο, συμπάθα με. Αλλά το' χω προσέξει, πως όταν σε τσιγκλάω λιγάκι, σπρεχάρεις πιο όμορφα.
- Που λέτε, την ένατη μέρα συνεχίζει χαμογελώντας ο καπετάνιος, μας είχαν στριμώξει στον Αρκουδόλακκο. Άγριο μέρος, το λέει και τ΄όνομα. Το καλό ήταν που πέσαμε σε μαντρί. Δικός μας, οργανωμένος ο τσέλιγκας. Έσφαξε κάτι τραγιά,ανάψαμε τις φωτιές και τα περάσαμε στη σούβλα να ψήνονται. Ε, ρε και να τρέχουν τα σάλια μας και να κόβουμε βόλτες γύρω γύρω σα λύκοι. Είχες και το Σερραίο, τον Κώτσο, να μας τσαμπουνά ότι σαν τα τινάξεις μ' αδειανό στομάχι κι είναι να πας στον παράδεισο, θα σου κλείσουν την πόρτα. Αν είναι έτσι, ρε Κώτσο, του λέμε, τότε ας ντερλικώσουμε. Τουλάχιστον να πάμε χορτάτοι!
- Από δω, μας λέει ο τσέλιγκας, έχουν περάσει οι Βούλγαροι. Ξέρουν πως ανάβω φωτιά να βράσω το γάλα, μονάχα που παραείναι το ντουμάνι μεγάλο και φοβάμαι μη μπούνε σε υποψίες.
- Κι εγώ το φοβάμαι, μας λέει ο Κίτσος, μη μας φέρει η τσίκνα απρόσκλητους μουσαφίρηδες. Άντε πάμε παιδιά να ρίξουμε μια ματιά, γιατί δε μας βλέπω καθόλου καλά σε τούτο το διαβολότοπο. Βγήκαμε εγώ κι άλλος ένας μαζί του, ελέγξαμε τις σκοπιές κι είπαμε να κοιτάξουμε κι απ' το ψήλωμα. Μόλις, το λοιπόν, ξεμυτίσαμε, πέσαμε σε περίπολο. Δυο φαντάροι με κατεβασμένα τα όπλα τους κι ένας αξιωματικός με κάτι άσπρα λουλούδια στο χέρι. Δε μας είχανε δει κι ήταν σαν να πηγαίναν σε γάμο. Τους ρίξαμε με τ' αυτόματο, κι ακούμε τον ένα να φωνάζει ελληνικά: Όχι, αδέρφια, μη μας σκοτώνετε, ήρθαμε να σώσουμε. Σταματήσαμε μα ήταν αργά. Ο αξιωματικός κι ο ένας φαντάρος ήταν νεκροί. Ο τρίτος που μίλησε, με θρυμματισμένο το γόνατο σύρθηκε κι είχε αγκαλιάσει το κορμί του νεκρού ανθυπολοχαγού. Μείναμε άφωνοι να τον κοιτάμε που σφάδαζε.
- Σκοτώσατε τους καλύτερους, έλεγε μέσα απ' τα αναφιλητά του. Ήταν αντιφασίστες, δικοί σας...
Δεν θέλαμε να πιστέψουμε το κακό που' χε γίνει. Ακόμα κι ο Κίτσος, που είναι πάντοτε ψύχραιμος, τα' χε χαμένα.
- Μας υποψιάζονταν, μας είχε βάλει στο μάτι ο φασίστας, ο ταγματάρχης, μας είπε ο φαντάρος. Βασίλη τον λέγανε. Άλλωστε, για να μας δοκιμάσει μας έστειλε και τους τρεις.
- Μα γιατί, βρε παιδί μου, δε βγάζατε ένα άσπρο μαντήλι, να καταλάβουμε;
- Θα το βγάζαμε, αλλά ξέραμε πως μας παρακολουθούν με τα κυάλια. Αντί για μαντήλι, ο υπολοχαγός μας είχε μαζέψει και κράταγε άσπρα λουλούδια.
Βούρκωσαν τα μάτια μου που τους έβλεπα έτσι θερισμένους σαν στάχια. Νέα παιδιά κι οι δυό τους, αμούστακα. Ο υπολοχαγός να κοιτάει τον ουρανό μ' ορθάνοιχτα μάτια και στα μισάνοιχτα δάκτυλα τ' απλωμένου χεριού του, πιτσιλισμένο με αίμα, το ματσάκι με τ' άσπρα λουλούδια. Έσκυψα, έτσι αυθόρμητα πάνω του, να' παιρνα ένα...
- Μη τα παίρνεις, με σταμάτησε ο Βασίλης. Θα τα βάλω μαζί του. Λέω πως ταιριάζουν άσπρα λουλούδια για το γάμο του με τη γη!...
Τον Βασίλη τον επιδέσαμε πρόχειρα.
- Θα' ρθεις μαζί μας; Τον ρώτησε ο Κίτσος.
- Όχι, μπρατίμια, αφήστε με εδώ. Σε λίγο θα ρθουν να με πάρουν. Μόνο βιαστείτε να φύγετε απ' το διάσελο που δεν έχει ενέδρα. Στα μαγέρικα που θα βρείτε στο πέρασμα είναι όλοι τους μιλημένοι.
Πραγματικά, περάσαμε τάγμα ολάκερο πλάι στις άμαξες. Κι οι φαντάροι τους, ξεμακρύναν επίτηδες, κάνοντας πως δεν μας είχανε δει.
Την επόμενη μέρα τα μάζεψαν. Έφυγε άπρακτος ο στρατός και τελειώσαν προς ώρας και τα δικά μας βάσανα.
Για λίγα λεπτά μείναμε όλοι αμίλητοι κι ύστερα:
- Καλά καπετάνιο, ήταν ανάγκη να ρίξετε;
- Δε μπορούσατε, δηλαδή, να τους πιάνατε ζωντανούς;
- Ο Βασίλης τι απόγινε, μάθατε;
- Και το κρέας; Τα τραγιά καπετάνιο, τ' αφήσατε;
- Ρωτάτε αν μπορούσαμε να μη ρίξουμε! Ίσως μπορούσε να ρισκάρει κανείς. Αλλά σκεφθείτε, οχτώ μερόνυχτα να σε κυνηγάει ο στρατός! Είμαστε σαν τ' αλαφιασμένα αγρίμια που αντικρύστηκαν με τους κυνηγούς. Κι είναι δύσκολο να μη ρίξεις πάνω στο ξάφνιασμα. Για τον Βασίλη δε ξέρω τι απόγινε. Όμως μάθαμε πως ο υπολοχαγός είχε σύνδεση με το τάγμα Ραφτούδη, όταν γίνονταν οι επιχειρήσεις στα Κρούσια κι είχε δώσει πληροφορίες πολύτιμες. Όσο για το κρέας, να σας πω. Μπας και δεν μπορέσει να κοιμηθεί με το να το σκέφτεται ο Στελλάρας. Τα τραγιά, όπως ήταν μισοψημένα τα πήραμε να τ' αποψήσουμε με την πρώτη ευκαιρία. Ε, δεν θα το πιστέψετε. Το ένα τραγί που ήταν ακάλυπτο, τσίμπα - τσίμπα το μισόφαγαν στο δρόμο.
Ο καπετάν Βαγγέλης σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε το ρολόι.
- Άντε παιδιά, λέω να ξαπλώσουμε, πέρασε η ώρα.

Γιώργος Φαρσακίδης, Ποτέ τους δεν έγιναν είκοσι..., Σκυτάλη, χ.χ. 2η έκδοση
Τα σχέδια είναι επίσης του Γιώργου Φαρσακίδη.

Και μια παλιότερη ανάρτηση για το Λεύκωμα του Γιώργου Φαρσακίδη , Μακρόνησος, εδώ

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Α.Τάσσος "Τα προβλήματα της ζωής, τα οποία τον συγκλονίζουν, μας συμπαρασύρουν σε διαμαρτυρίες για τη στέρηση της λευτεριάς, την καταπίεση, τον πόλεμο, την πείνα, τη μοναξιά και την εγκατάλειψη"

Ο Α. Τάσσος έφυγε από τη ζωή στις 13 Οκτωβρίου 1985. Το έργο που άφησε είναι τεράστιο από κάθε άποψη και επιπλέον γιατί " κατορθώνει να προσελκύσει με τις ξυλογραφίες του ακόμα και εκείνους που συνήθως δεν μπορούν να βρουν σημεία επικοινωνίας με τη χαρακτική και αντιμετωπίζουν αρνητικά τα δημιουργήματα της εικαστικής αυτής έκφρασης. Το θέμα του είναι πάντοτε κάτι περισσότερο από μια απλή καλλιτεχνική απόδοση της ορατής εικόνας ενός σχεδίου. Η λεπτομερειακή διαμόρφωση ακολουθεί  τη διανοητική επεξεργασία και αντιμετώπισή του. Κατά τη διάρκεια όμως της δημιουργικής διαδικασίας του, ο καλλιτέχνης ακολουθεί αυθόρμητα την έμπνευσή του χωρίς να επηρεάζεται άμεσα από περίπλοκες νοητικές διεργασίες. Τα χαρακτικά του διατηρούν για το λόγο αυτό τη χαρακτηριστική τους εκρηκτική δύναμη και διεισδυτική εκφραστικότητα. Η ανάλυση εξάλλου του πνευματικού και νοηματικού περιεχόμενου των θεμάτων του δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε μεμονωμένα έργα αλλά επεκτείνεται στα ολοκληρωμένα σύνολα ξυλογραφιών (π.χ. Άσμα Ασμάτων, Λυσιστράτη, Ελευθερία ή Θάνατος κ.α.). Η καθαρά μορφολογική σύλληψη, η ισορροπία της σύνθεσης και οι χρωματικές αντιθέσεις, συνήθως του άσπρου και του μαύρου, αξιοποιούνται μέσα σε καθεμιά από αυτές τις ομάδες με εντυπωσιακή δύναμη.
Ακριβώς όμως επειδή ο Α. Τάσσος δεν αποβλέπει αποκλειστικά στη διαμόρφωση αυτοτελών και αποκομμένων από τη βασική ιδέα εικόνων, καθένα έργο του προκαλεί πάντοτε την έντονη συγκίνηση της πραγματικής δημιουργίας. Τα χρόνια του Πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης χάρισαν στον καλλιτέχνη βαθιές, γεμάτες πόνο και απόγνωση ανθρώπινες εμπειρίες, από τις οποίες άντλησε για πολλά χρόνια εμπνεύσεις, όπως άλλωστε και όσοι καλλιτέχνες μπορούσαν να νιώσουν με την ίδιαν ένταση την ασφυξία που φέρνει η στέρηση της λευτεριάς, η έλλειψη της γαλήνης και η διατάραξη της ισορροπημένης πνευματικής προσπάθειας.
Τα έργα του τα εμπνευσμένα από την Κατοχή και τη δεκαετία του' 40 καθώς και εκείνα που έγιναν στο Πεταλίδι της Μεσσηνίας έχουν ως άξονά τους τον άνθρωπο. Τα προβλήματα της ζωής, τα οποία τον συγκλονίζουν, μας συμπαρασύρουν σε διαμαρτυρίες για τη στέρηση της λευτεριάς, την καταπίεση, τον πόλεμο, την πείνα, τη μοναξιά και την εγκατάλειψη.
Η αυτονομία της τέχνης και ο καίριος προβληματισμός για τη σχέση της με τη ζωή είναι μια πλούσια πηγή εσωτερικού πλουτισμού, και κάτι τέτοιο διαπιστώνει κανείς μελετώντας το έργο του Α.Τάσσου, που πραγματικά με μεγάλη χαρά, προσοχή και σεβασμό παρουσιάζουμε εδώ." Απόσπασμα κειμένου του Δημήτρη Παπαστάμου, ιστορικού Τέχνης από το Κατάλογο της Έκθεσης στο Ανατολικό Βερολίνο, 1985. 

Α. ΤΑΣΣΟΣ, ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ 1932 -1985, ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΜΕΛΙΣΣΑ", ΑΘΗΝΑ 1998 

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Βάλιας Σεμερτζίδης: "Το έργο τέχνης κάνει πολιτική με τη μεγάλη της αλήθεια, όχι πολιτική των εκλογών..."

Με αφορμή τα εγκαίνια ( 25 Νοεμβρίου 2016) της μόνιμης έκθεσης με έργα του Βάλια Σεμερτζίδη στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, στον Πειραιά θυμήθηκα τις Σημειώσεις του πάνω στο έργο του για το χρονικό διάστημα 1937 -1963. Εκδόθηκαν από τον Γκοβόστη το Δεκέμβριο του 1976.

Βράχος στο Αιγάλεω, λάδι 1937

" Στο βιβλίο αυτό το κείμενο δεν είναι η αυτοβιογραφία μου. Πιθανόν θα έπρεπε να ήτανε. Έτσι θα βοηθούσα περισσότερο τον ενδιαφερόμενο να καταλάβει το έργο μου. Ένα δεύτερο βιβλίο που ελπίζω να γίνει σύντομα θα είναι και αυτοβιογραφία. Είναι πολλά ενδιαφέροντα που θα μπουν στο δεύτερο αυτό βιβλίο. Τώρα δίνονται σημειώσεις που κρατούσα - δουλεύοντας τα έργα μου, όπως και τώρα, για ό,τι γίνεται γύρω μου, σημειώσεις που να δίνουν τις στιγμές που γινόταν το έργο. Και πάλι θα βοηθήσω όσο γίνεται περισσότερο τον αναγνώστη να παρακολουθήσει την πορεία μιας προσπάθειας για κατάκτηση του άπιαστου αυτού χώρου που λέγεται Τέχνη. Ζωγραφική είχα πρωτοεκθέσει από το 1927, με μια ομάδα ερασιτεχνών στην Καλλιθέα. Εξέθεσα πιο υπεύθυνα το 1935 στη Διεθνή Θεσσαλονίκης. Έχω πολλές σημειώσεις που μιλάνε για όλη μου τη ζωγραφική προσπάθεια πριν το ' 37. Όμως σκέφτηκα πως θάπρεπε  ν' αρχίσω μ' ένα ντοκουμέντο. Κάτι που από μόνο του το περιστατικό έχει πειστικότητα και σαφήνεια. " Ο Βράχος στο Αιγάλεω", ήταν μια έκφραση που κλείνει μέσα της σκέψη, γνώση, δέος , αυστηρότητα και που όλα αυτά μαζί αποδείχνουν πόσο σπουδαίος δάσκαλος ήταν ο Παρθένης, που πολλές φορές στο κείμενο του βιβλίου αυτού θα τον αναφέρω. Ο Παρθένης αρνιόταν το ταλέντο. Μας έλεγε ότι η τέχνη είναι  η σκληρή ασταμάτητα δουλειά και μελέτη, κι' αυτό  βασικά διαμόρφωσε την όλη προσπάθειά μου μέχρι σήμερα. Το ότι έγινε δεκτό ένα έργο μου στο Παρίσι, σε μια εποχή που το Παρίσι ήταν το διεθνές κέντρο προβολής της τέχνης και το γεγονός ότι με το έργο ασχολήθηκαν 4 μεγάλα περιοδικά, για μένα τον καιρό εκείνο ήταν μια σπουδαία ώθηση, ήταν κάτι που στερέωσε την πίστη και αποφασιστικότητα να προσπαθώ κι ας ήταν οι δυσκολίες κυριολεκτικά αξεπέραστες.
Χορός " 1η του Μάη 1944", λαδοτέμπερα, 1944 - 1966

Ατέλειωτες σελίδες γεμίζουν οι σημειώσεις για το έργο και τη ζωή μου πριν από τον πόλεμο. Ήταν η πρώτη περίοδος των καλλιτεχνικών εξορμήσεων έτσι πήρα μέρος σ' έκθεση  των Ελεύθερων Καλλιτεχνών, των καλλιτεχνών Πειραιώς, σε Πανελλήνιες και σε Διεθνή Νέας Υόρκης. Όλα αυτά ήταν ώθηση για δουλειά, για δημιουργία, κι' ακόμα όλα αυτά με προετοίμαζαν για τη δύσκολη στιγμή του πολέμου, που δύο χρόνια πριν, τον περιμέναμε κάθε μέρα. Έτσι θα περάσω στις σημειώσεις της κατοχής.
Η περίοδος της κατοχής αποφασιστικά διαμόρφωσε το νόημα της δημιουργικής προσπάθειας της δικής μου και μιας σειράς καλλιτεχνών. Το νόημα αυτό είναι: ΓΥΡΙΣΜΟΣ στις ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ του ΛΑΟΥ ΜΑΣ. Άντληση μορφής από την πάλη του για λευτεριά, για δημοκρατία. Έντονα χαράχτηκαν μέσα στη δουλειά μου και τη ζωή μου τα περιστατικά που εξέφρασαν το μεγάλο λαό μας.
Έτσι μια και μέχρι σήμερα οι αγώνες είναι ίδιοι, μια και τίποτα, δεν άλλαξε φανερό γίνεται ότι ο στόχος της έκφρασης στην τέχνη δεν μπορεί παρά να είναι ίδιος.
Μορφή στους αγώνες του λαού, μορφή στον καθημερινό του μόχθο για όλες τις επιδιώξεις του, όχι πόλεμος, όχι απατή και πάνω απ' όλα ελευθερία σκέψης, πράξης , ζωής. Ο καλλιτέχνης με δέος ζει τη δύναμη του ανθρώπου και της φύσης, με δέος αντικρύζει τη ζωή και το θάνατο - δεν μπορεί παρά έτσι να γεννιέται το έργο τέχνης, κι' είναι αληθινό τότε μόνο, όταν έχει βαθιές ρίζες στη γης, στους ανθρώπους, στο κάθε τι που γίνεται στον δικό του τόπο. Αυτό δίνει διάρκεια στο έργο, αυτό δίνει ποιότητα, μορφή καινούργια. Το έργο τέχνης κάνει πολιτική με τη μεγάλη της αλήθεια, όχι πολιτική των εκλογών. Η πολιτική στην τέχνη είναι ανακάλυψη εκείνων των μορφών ζωής που καθορίζουν την πορεία προς τα μπρος, που μάχονται το ψέμα, που αγωνίζονται για ειρήνη. Έτσι με την αναφορά στα έργα κατοχής και στις σημειώσεις δείχνω πως πλησιάζω την πράξη της πραγμάτωσης ενός έργου με στόχο σαφή που οδηγεί στην ολοκλήρωση της έκφρασης. Το έργο τέχνης δίνει πρόσωπο στους αγώνες του ανθρώπου, δίνει πρόσωπο σε όσα μας περιτριγυρίζουν, δίνει μορφή στη δύναμη, στην ομορφιά, στην αλήθεια στην πίστη για ένα καλύτερο αύριο"
 Αυτά έγραφε σχετικά με τις σημειώσεις του στις 30 και 31 Ιουλίου 1976 στο Σκιάθι της Ρόδου

Λαϊκό Δικαστήριο στ' Άγραφα , λαδοτέμπερα

"Τρίτη 25 -12 -45

Στον τοίχο έχω καρφωμένο ένα χαρτί 3,30 Χ 2, 25 κι' εκεί πάνω προσπαθώ να χτίσω το έργο μου " Λαϊκό Δικαστήριο". Η σύνθεση είναι στο ύπαιθρο. Είχα κάνει μια λεπτομέρεια 100 Χ 225, στην αριστερή μεριά του έργου από την πρώτη σύνθεση, που ήταν σε κλειστό χώρο. Μα η σκέψη να κάνω αυτό το θέμα στο ύπαιθρο δεν με άφηνε. Έτσι ύστερα από πολλές σπουδές σε μικρό σχήμα και μια 150 Χ 180 πέρασα στο μεγάλο που δουλεύω τώρα. Αυτή η σύνθεση είναι ολότελα κάτι άλλο. Το γενικό σχήμα που είναι μέσα εκεί, οι άνθρωποι, είναι σχεδόν το ίδιο με την αρχική σύνθεση. Έχουν προστεθεί φιγούρες που καθορίζουν με περισσότερη σαφήνεια για το πού γίνεται η δίκη αυτή. Ο βράχος πίσω από την ομάδα καθορίζει το χώρο. Ο ουρανός με σύννεφα που τρέχουν, η βλάστηση πάνω στο βράχο, η λιτότητα σ' όλα υπογραμμίζουν τη δραματικότητα της στιγμής. Νιώθω επιτακτική ανάγκη να τους έχω εδώ μπροστά μου. Όσο πιο πολύ μεγαλώνει το έργο τόσο πιο πολύ θέλεις τη ζωντανή αφορμή κοντά σου. Κάνω μικρές σπουδές για τη " Διαδήλωση".
Λαϊκό Δικαστήριο , λινόλεουμ, 1944 - 1946

Την έχω δουλέψει σε διαστάσεις 70 Χ 1, 40. Τώρα κάνοντας μικρά ψάχνω για λύσεις διάφορες, προβλήματα που περιμένουν τη λύση τους. Η μετατροπή του θέματος σε σχήμα και χρώμα είναι μια αγωνία. Κρύο, ζεστό, γκρίζο, χρώμα, όλ' αυτά κι όταν βρουν τη βασική μορφή η λεπτομέρεια είναι υπόθεση δουλειάς. Κι' ανάλυσης. Καμιά γραμμή, καμιά κουκίδα, ΚΑΝΕΝΑ μεγάλο ή μικρό σχήμα δεν μπορεί να είναι μέσα στο έργο δίχως λόγο.
Κανένα χρώμα και κανένας τόνος δίχως να μιλάνε αυτά για το βαθύτερο νόημα του έργου. Ακόμα. Το χτίσιμο της πάστας του χρώματος, όλ' αυτά μαζί ενωμένα οδηγούν στο έργο Τέχνης.
Διαδήλωση, χαρακτικό σε μέταλλο, 1944 - 1956

Σήμερα είναι Χριστούγεννα. Είναι τα δεύτερα μετά την απελευθέρωση. Τα πρώτα πέρασαν στις μάχες λαού κι' εκείνων που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Τώρα, τα Χριστούγεννα περνάνε με γεμάτες τις φυλακές με αγωνιστές, με νέους αγώνες του λαού, για τη λευτεριά, με πείνα, με πληθωρισμό όμοιο με της κατοχής, με τρομοκρατία όμοια με της Κατοχής, με εχθρό ξένο, με νέα Κατοχή, Αγγλική τώρα. Προχθές Κυριακή μια νέα κοσμοθάλασσα γέμισε τους δρόμους της Αθήνας. Η κραυγή ήταν: Γενική Αμνηστία κι' Αναγνώριση της Αντίστασης. Το Παναθηναϊκό Στάδιο γεμάτο. Πήγα στο τέλος της συγκέντρωσης. Ήθελα να δω τους ΠΟΛΛΟΥΣ. Ήθελα να δω τα μάτια τους. Κι' είδα τα ίδια που περπάταγαν στους δρόμους με τους Ιταλούς και Γερμανούς αντικρίτους. Η ίδια αποφασιστικότητα η ίδια δύναμη γεμάτη αγανάκτηση.
Μελέτησα όσο μπορούσα πιο πολύ. Έτσι θα μπορούσα να συνεχίσω τα έργα μου. Γι' αυτό πήγα."


Β. Σεμερτζίδης, Γκοβόστης, Αθήνα 1976







Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016

Α. Τάσσος

Το κείμενο που παρατίθεται είναι του μεγάλου εικαστικού καλλιτέχνη Σπύρου Βασιλείου,  γράφτηκε για να τιμήσει τον σπουδαίο χαράκτη Α.Τάσσο στο πλαίσιο της έκθεσης που είχε γίνει στην Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου στην Αθήνα το 1975 και συμπεριλαμβάνεται στον μικρό κατάλογο των έργων του Τάσσου.

Τα τιμητικά τούτα λόγια για τον Χαράκτη Α.Τάσσο θα ήθελα, όπως του αξίζει, να τα χαράξω με το καλέμι στο ξύλο. Ομότεχνός του για λίγο καιρό, από τις περιστάσεις, που είτανε τότε για όλους μας πολύ δύσκολες και μαύρες, έχω να πιάσω καλέμι από τα σκοτεινά χρόνια της κατοχής του τόπου μας κάτω από τις σκληρές και βάναυσες δυνάμεις του άξονος. Έτσι ας περιοριστώ να χαράξω λίγα λόγια στο χαρτί με την απλή και απέριττη γλώσσα του επιγράμματος.
Γνωριστήκαμε στα χρόνια, γύρω στα 30, που η χαρακτική περνούσε στα χέρια της δεύτερης γενιάς της αναγεννητικής της πορείας που άρχισε στην αρχή του αιώνα μας.
Πριν από την τάση αυτή η ξυλογραφία και η λιθογραφία είχαν υποβιβασθή, όλον τον 19ο αιώνα, στο ρόλο της αναπαραγωγής έργων τέχνης για ευρύτερη διάδοση και στο διακοσμητικό έργο της εικονογράφησης κειμένων. Η απασχόληση των χαρακτών σ' αυτή την εργασία είχε σαν αποτέλεσμα μια δεξιοτεχνική ανάπτυξη της χαρακτικής σε βαθμό τελειότητας χωρίς όμως καμμιά δημιουργική φιλοδοξία. Έπρεπε να φυσήξουν οι βίαιοι άνεμοι του τέλους του 19ου και των αρχών του αιώνα μας, στην τέχνη γενικά για να φρεσκαριστούν οι αντιλήψεις για την ανανεωτική δύναμη που μπορούσαν να έχουν το ξύλο, ο χαλκός, η πέτρα της λιθογραφίας. Το καλέμι και το κοπίδι πέρασε στα χέρια των ίδιων των δημιουργών που έσκυψαν μόνοι τους απάνω στη λιθογραφική πλάκα, στο σανίδι και στο χαλκό, ανίδεοι από τα τεχνικά μυστικά και αποδέσμευσαν την χαρακτική τέχνη από την επαγγελματική ρουτίνα δίνοντας στα έργα τους την πνοή της δημιουργίας. Από τους πρωταγωνιστές σ' αυτή την ανανεωτική προσπάθεια να γίνη η χαρακτική αυθύπαρκτη τέχνη στάθηκε και ο δικός μας Δημήτρης Γαλάνης.
Με την ανάληψη της έδρας της χαρακτικής από τον Γιάννη Κεφαλληνό στη Σχολή των Καλών Τεχνών και την απόμακρη ακτινοβολία του Γαλάνη η χαρακτική εφούντωσε μονομιάς και στον τόπο μας και τράβηξε μια πλειάδα νέων καλλιτεχνών στη δούλεψή της.
Είταν  πάνω στην ανοδική της πορεία η νεοελληνική χαρακτική όταν ήρθε ο πόλεμος και η κατοχή. Το καλέμι στα χέρια των νέων καλλιτεχνών που έμειναν αδούλωτοι στο πνεύμα και στην ψυχή γίνεται όπλο οξύ και αιχμηρό.

Τότε είτανε που ο Τάσσος εκθέτει σε μιαν έκθεση επιβιώσεως, ένα έργο με τον τίτλο " ο τρελλός με το κόκκινο γαρούφαλλο" και καλείται στην Ιταλική κομμαντατούρα να εξηγήση τι σημαίνει αυτός ο τρελλός με το γαρούφαλο στο στόμα. Αυτό και άλλα ανάλογα περιστατικά δίνουν το έναυσμα ν' αρχίση ο μυστικός πόλεμος ανάμεσα στις τυφλές δυνάμεις της κατοχής και στο σύνολο των Ελλήνων καλλιτεχνών που έγραψαν στο ξύλο και στη λιθογραφική πλάκα μερικές από τις ωραιότερες σελίδες της νεοελληνικής τέχνης που κάποτε θα πρέπει να πάρουν τη θέση τους στην ιστορία του τόπου μας.
Τις σελίδες αυτές τις έχει πλουτίσει σημαντικά με το αδρό του χάραγμα ο Α. Τάσσος και με την τωρινή του έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη επιβεβαιώνει την αυστηρή, σταθερή, δημιουργική προσήλωση του στην απέριττη δύναμη του άσπιλου άσπρου που χαρακώνει το μαύρο σκοτεινό ξύλο με αστραπές και ζωντανεύει μορφές και ιδέες με μιαν υποβλητική και πεντακάθαρη άρθρωση.
Και οι μορφές και οι ιδέες του Α.Τάσσου είτανε πάντα σταθερές. Του εστοίχισαν κατατρεγμούς και διώξεις αλλά ποτέ δεν τις απαρνήθηκε. Αλλά και ποτέ δεν επρόδωσε για χάρη των ιδεών του τη θρησκευτική του προσήλωση στην ποιότητα, στην γνησιότητα, στο μόχθο το δημιουργικό.
Τούτη η τεράστια ασπρόμαυρη τοιχογραφία που απλώνεται στους τοίχους της Εθνικής Πινακοθήκης με τις πονεμένες μανάδες, τα χέρια τα υψωμένα σε επίκληση και διαμαρτυρία, τους μάρτυρες και τα παλληκάρια, πότε τσακισμένα πότε όρθια να μιλούν για λευτεριά και δικαιοσύνη καθαγιάζει τους αγώνες ενός λαού με το ανέστερο φως της τέχνης.
Κρίμα που δεν θα δουν την έκθεση αυτή ο Κάλβος, ο Σολωμός, ο Μακρυγιάννης, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης. Τα λόγια τους θάρθουν συχνά στη μνήμη μας περιδιαβάζοντας εκεί


όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται
ζυγόν δουλείας ας έχωσι
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία

Σπύρος Βασιλείου

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Γυρισμός από τα χωράφια

Βάσω Κατράκη, Γυρισμός από τα χωράφια ( ξυλογραφία)
Γυρισμός από τα χωράφια. Τα ωραία μικρά χαρακτικά της Βάσως, μικρά στις διαστάσεις τους κι όμως τόσο μνημειακά στον χαρακτήρα.
Στενή λωρίδα δρόμου κάτω από δέντρα, μια μικρή ομάδα - άντρες, γυναίκες, παιδιά, ένα άλογο στο κάρο, ένας γάιδαρος παραπίσω, ένα σκυλί` όλα θέματα δικά μας, της αγροτικής μας κοινωνίας εν οδώ. Ο μόχθος και ο κάματος της σκληρής αγροτικής μέρας κάνουν τα κορμιά αυτά να γέρνουν, καθώς περπατούν, σαν δέντρα που τα λυγάει ο άνεμος κι άλλες δυνάμεις από μέσα τα υποβαστάζουν και κάπως τα ισορροπούν. Στο κέντρο, πίσω από το κάρο, πάνε δύο άντρες που φαίνεται να είναι οι πιο ώριμοι όλης της πορείας, οι πατεράδες και οι θείοι.
Εκεί, πάνω σ' αυτούς τους δύο μεσαίους στύλους, στηρίζεται η εικόνα. Και παρόλο που είναι κατάκοποι κρατούν ωστόσο όρθιους τους τοίχους της μικρής πορευόμενης οικουμένης.
Είναι αλήθεια συγκλονιστικές αυτές οι δύο μορφές. Κυρίως με την κλίση των κορμιών τους που φαίνονται σαν να παραπατούν υπό το βάρος που σηκώνουν. Δεν τα βάζουν όμως κάτω , προχωρούν πίσω από το κάρο ανάμεσα σ' αυτές τις δύο πιέσεις και τα κορμιά τους αποτελούν ακριβώς το ζωντανό σχήμα μιας επίμονης, σκληρής, ακριβοπληρωμένης ισορροπίας.
Τα τσαπιά στον ώμο, οι μακριές σαν άρμπουρα λαβές από τα γράβαλα και τα δικράνια. Ιδιαίτερα εντυπωσιακά είναι τα στριψίματα που κάνουν τα μέλη των κορμιών για να τα βγάλουν πέρα, το κεφάλι και ο τράχηλος - πεσμένος, λυγισμένος του ενός άντρα που φαίνεται και πιο μεγάλος, τσιτωμένος του άλλου - τα μπράτσα, οι γοφοί, όπου πέφτει το κύριο βάρος και τανύζονται να το βαστάξουν, τα μηριά, οι κνήμες. Όλα αυτά σαν να βιδώνονται πάνω στο κορμί για να το στεργιώσουν, μικροί κύβοι, πυραμίδες, κύλινδροι που γυρίζουν σ' ένα δικό τους άξονα με κίνδυνο να φύγουν και να διαλυθεί φύλλα - φτερά το κορμί. Αυτή είναι μια ορατή απειλή, αλλά ακόμα εξάρθρωση δεν υπάρχει, υπάρχει ξεθέωμα και ξεπάτωμα, οι άνθρωποι δεν είναι διαλυμένοι, είναι όμως αρκετά μπαταρισμένοι και, το χειρότερο, στραβογερασμένοι.
Να μια λέξη που μπορεί να μπει από κάτω σαν ένας πελώριος παρονομαστής, ατελείωτος, πέρα πέρα, παντού όπου υπήρξε, έζησε, μαρτύρησε - εκείνα τα χρόνια - Έλληνας αγρότης.
Στραβοφτειαγμένοι από φυσικού τους δεν ήταν, όχι, κάθε άλλο, εστράβωσαν όμως στην πορεία. Επαγγελματική, προαιώνια νόσος της αγροτικής φυλής: γρήγορα γρήγορα να στραβογέρνουν και στραβογερνούν.
***
Κάθε ηλιοβασίλεμα ατελείωτη πομπή μικρών ομάδων, όπως αυτές από το χαρακτικό της Βάσως. Το κάρο, το άλογο, ο γάιδαρος, η κατσίκα, βαριά από τη βοσκή στο χτήμα, χερόβολα χορτάρι, τα δεμάτια με τις κληματόβεργες, τα κούρβουλα για τη φωτιά. Αξίνες, κλαδευτήρια, ψυχαστήρες...Και οι ίδιοι εκείνοι στραβογερασμένοι άνθρωποι, όλοι γνωστοί, γείτονες, μερικά σπίτια πιο πάνω, συγγενείς, φίλοι, πατέρες, μάνες μεγαλύτερα αδέλφια φίλων μας και συμμαθητών μας.
Καθημερινό θέαμα  μπροστά στο σπίτι όλο το χρόνο.
....Όταν γύρισα στην Ελλάδα, χρειάστηκε να φέρω τη μητέρα μου στην Αθήνα για  μια μικρή χειρουργική επέμβαση. Της ήταν πια αδύνατο να καταλάβει τον κόσμο έξω από το σπίτι. Ούτε τον έβλεπε. Αυτό το ταξίδι δεν μπορούσε να το αντιληφθεί αλλιώς παρά σαν ένα γύρο μες στο σπίτι. Όταν αυτό που έβλεπε της θύμιζε κάτι που ήταν στο σπίτι, το πρόσεχε και το γνώριζε, όλα τα άλλα δεν τα έβλεπε, δεν σημείωνε καθόλου την παρουσία τους.
Ένα ποτήρι νερό στο τραπέζι. Ένα ποτηράκι νερό ήταν τώρα όλη κι όλη η νόηση και η σκέψη. Διαύγεια πλήρης, οι επαφές λειτουργούσαν περίφημα, όσο το ποτήρι ήταν στη θέση του. Όλα γύρω αναγνωρίζονταν, ήταν γνωστά, της μιλούσαν και τους μιλούσε όπως κάθε μέρα εδώ μέσα επί έναν περίπου αιώνα. Ένα σύννεφο όμως σηκωνόταν κι όλα θόλωναν όταν το ποτήρι το έπαιρνες αποδώ για να το πας πιο πέρα...
Στην επιστροφή πήραμε το τραίνο . Από το σπίτι που μέναμε στο αυτοκίνητο κι από το αυτοκίνητο στο βαγόνι πέρασε σαν να έμπαινε από μια κάμαρα σ' άλλη. Στο βαγόνι κάθησε δίπλα στο παράθυρο, έβγαλε το εργόχειρο από το καλαθάκι, έβαλε τα γυαλιά της.
Παράλληλα συζητούσαμε λέγοντας διάφορα.
Πίσω από το τζάμι έφευγε ο κόσμος, όλα κάπου πήγαιναν. Όσο ακόμα ήταν μέρα, αυτά δεν τα έβλεπε κι ας έριχνε ματιές πάνω από τα γυαλιά.
Δεν τα γνώριζε αυτά.
Όταν σκοτείνιασε, το φως του βαγονιού τα έφερε όλα ξυστά στο παράθυρο - να εδώ ένας τοίχος σπιτιού, να μια μάντρα κι οι φράχτες με τα καλάμια τους, τα γυμνά κλαριά, οι βέργες των φθινοπωρινών δέντρων. Όλα περνούσαν πίσω από το τζάμι και πήγαιναν πέρα.
- Γυρίζουν από τις σταφίδες, μου είπε ξαφνικά. Πάνε στα σπιτάκια τους...
Έτσι τις τελευταίες ώρες της διαδρομής τις κάναμε ξαναβλέποντας από το παράθυρο του βαγονιού τα ίδια που βλέπαμε νια ολόκληρη ζωή κάτω από το σπίτι κάθε ηλιοβασίλεμα.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000


Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

17 Νοέμβρη 1973

Τάσσος, 17 Νοέμβρη 1973

Γιε μου ποια μοίρα στο 'γραφε, ωιμέ
και ποια μου το' χε γράψει.
Τέτοιον καημό τέτοια φωτιά, καημέ
στα στήθια μου ν' ανάψει.

Γλυκέ μου εσύ δεν χάθηκες, ωιμέ,
μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου, στις φλέβες ολουνών
καημέ έμπα βαθιά και ζήσε
 Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Τής λευτεριάς ταμένος...

Τάσσος,  Αρχάγγελος στην πύλη του Πολυτεχνείου

Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά
Σωπαίνουν κι οι καμπάνες
Σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός
Μαζί με τούς νεκρούς του

Και πά στην πέτρα τής σιωπής
Τα νύχια του ακονίζει
Μονάχος κι αβοήθητος
Τής λευτεριάς ταμένος

Ποίηση Γιάννη Ρίτσου
Μελοποίηση Μίκη Θεοδωράκη
Ερμηνεία Γιώργος Νταλάρας

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Χαράγματα απελευθερωτικού αγώνα και ελπίδας




Βάλιας Σεμερτζίδης. Από τη σειρά «Παιδιά της πείνας» (1942)
Με τα δικά τους, ιδιαίτερα «όπλα», οι εικαστικοί δημιουργοί της χώρας μας αγωνίστηκαν μαζί με το λαό ενάντια στους κατακτητές. Εγραψαν τη δική τους σελίδα στον πόλεμο κατά του φασισμού, αλλά και στις ένδοξες μέρες της Εθνικής Αντίστασης.Τα χρόνια του πολέμου ενάντια στο φασισμό έδωσαν νέα ώθηση στη γελοιογραφία και στην εκτέλεση αφισών με θέμα τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Στην περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, ο Γιάννης Κεφαλληνός και οι μαθητές του φιλοτέχνησαν, δωρεάν, αφίσες για τον αγώνα ενάντια στους Ιταλούς. Κορυφαία στιγμή οι τέσσερις αφίσες που γέμισαν τους τοίχους της Αθήνας φιλοτεχνημένες από τους Α. Τάσσο, Κ. Γραμματόπουλο και Β. Κατράκη. Σ' αυτήν την περίοδο φιλοτεχνήθηκαν και μια σειρά γελοιογραφιών από τον Γιώργο Φαρσακίδη, οι οποίες σατίριζαν τους Γερμανούς του εργοστασίου όπου δούλευε ο καλλιτέχνης, στη Θεσσαλονίκη, και αργότερα σατίριζαν τα γεγονότα. Κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι και μερικές ήταν τυπωμένες σε πολύγραφο. Αλλες έγιναν ταμπλό και κρεμάστηκαν.
Η άνοδος του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την προβολή και ανάπτυξη του πολιτικού ρόλου της χαρακτικής. Ετσι, για πρώτη φορά η χαρακτική απέκτησε τόσο έντονα κοινωνική σημασία. Η μαζική χαρακτική έγινε ο σημαντικότερος τομέας της τέχνης και διαμόρφωσε ένα κίνημα με δικά του ιδεολογικά, λειτουργικά και αισθητικά γνωρίσματα. Κάτω από την επίδραση των γεγονότων της κοινωνικής ζωής, η ακαδημαϊκή κατεύθυνση, η οποία χαρακτήριζε τις προηγούμενες δεκαετίες, μετασχηματίστηκε.
Η προοδευτική, αγωνιστική χαρακτική, η οποία ξεκίνησε με δημοσιεύσεις στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» και σε άλλα προοδευτικά έντυπα, αυτή την περίοδο έγινε η κύρια κατεύθυνση. Γύρω της συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των καλλιτεχνών και δημιουργήθηκαν πολλά χαρακτικά έργα που έμμεσα ή άμεσα συνδέθηκαν με τον πολιτικό αγώνα. Παλιότεροι και νεότεροι δημιουργοί, ανώνυμοι και επώνυμοι, εξέφρασαν, με τα «όπλα» που διέθεταν, τη δυστυχία και τον πόνο, αλλά και την πίστη τους για ένα καλύτερο αύριο. Οι Γιάννης Κεφαλληνός, Γιώργος Φαρσακίδης, Σπύρος Βασιλείου, Δημήτρης Γιολδάσης, Κατερίνα Χαριάτη - Σισμάνη, Λουκία Μαγγιώρου, Γ. Βελισσαρίδης, Βάσω Κατράκη, Χρήστος Δαγκλής, Αλέξανδρος Κορογιαννάκης, Βάλιας Σεμερτζίδης, Α. Τάσσος και πολλοί ακόμα συνέθεσαν έναν ενιαίο τύπο προπαγανδιστικής τέχνης, σαφή, πειστικό και άμεσο ως προς το περιεχόμενό του. Ξεχωριστή θέση κατέχει η δημιουργία του Αντώνη Πρωτοπάτση. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σκιτσάρει για το «Ριζοσπάστη», τη «Μάχη» και την «Ελεύθερη Ελλάδα». Τα σχέδιά του αυτά αποτύπωσαν φιγούρες και γεγονότα σημαντικά όχι μόνο για την Αριστερά, αλλά για τη δραματική περίοδο αυτού του τόπου, που συνοδεύτηκε με τις εκτοπίσεις και την εξόντωση των αγωνιστών της Αντίστασης από το μετεμφυλιακό κράτος (και παρακράτος) της Δεξιάς.
Από το λεύκωμα του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ(Μάρτης του 1943)
Εκτός όμως από τα ζητήματα της επικαιρότητας, ιδιαίτερη ανάπτυξη είχαν τα θέματα που συνδέονταν με τη γενικότερη ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα του ελληνικού λαού. Η εθνική ιστορία και η εθνική κουλτούρα έγιναν η κύρια πηγή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η εξύμνηση του ηρωισμού των προηγούμενων χρόνων, οι άσβηστες πολιτισμικές αξίες της Ελλάδας, μετατράπηκαν σε πνευματικό στήριγμα του λαού. Ο αγώνας για εθνική ανεξαρτησία κατανοήθηκε ως λαϊκός αγώνας για ελευθερία και το εθνικό θέμα ως λαϊκό θέμα.Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια ιδιαίτερη σημασία κατέχει η δημιουργία του Σπ. Βασιλείου. Τα πρώτα του χαρακτικά, τα οποία αποτελούν την εικονογράφηση στο βιβλίο του Αγγελου Σικελιανού «Ακριτικά», μπορούν να θεωρηθούν ως η αρχή της προπαγάνδισης του αντιστασιακού αγώνα. Αφιερωμένο σε μια ιδέα, την ιδέα της ελευθερίας και ανεξαρτησίας, το έργο του χαράκτη και του ποιητή ενώνεται σε μια «ψυχή». Στις συνθέσεις αυτής της σειράς εύκολα ανακαλύπτει κανείς την επίδραση της αρχαίας ελληνικής και της βυζαντινής τέχνης. Στο βιβλίο του Σκίπη «Πίσω απ' τα τείχη», το οποίο εικονογράφησε ο Σπ. Βασιλείου λίγο αργότερα (1943), η αλληγορία γίνεται επίμονη και άμεση.
Μέσα σ' αυτό το πνεύμα κινούνται και οι δημιουργίες της Λουκίας Μαγγιώρου. Κοινή ιδέα των έργων της: Η συνέχεια των παραδόσεων του ελληνικού λαού για την ελευθερία. Στο χαρακτικό του 1945 «Χαίρε, ω χαίρε Λευτεριά» απεικονίζεται ο ήρωας πολεμιστής του 1821 και ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης. Χέρι χέρι βρίσκονται ενωμένοι στο νέο αγώνα. Η Λ. Μαγγιώρου μαζί με την Β. Κατράκη, τον Τάσσο και τον Γ. Βελισσαρίδη συμμετέχουν στο παράνομο άλμπουμ του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που εκδόθηκε το 1943. Στο λεύκωμα αυτό δημιουργεί δύο έργα, τα οποία συνοδεύουν στίχους δημοτικών τραγουδιών που υμνούν τη δύναμη και την ομορφιά των λαϊκών ηρώων. Ομως, η συνέχεια της παράδοσης δεν αποτελεί μόνον το θέμα των έργων της, αλλά καθορίζει και την επιλογή του τρόπου της καλλιτεχνικής έκφρασης. Η Λ. Μαγγιώρου απευθύνεται με λαϊκή τέχνη, επιχειρώντας να κάνει τα έργα της απλά και κατανοητά στον καθένα. Τόσο τα χαρακτικά του Σπ. Βασιλείου, όσο και εκείνα της Λ. Μαγγιώρου εμφανίστηκαν ως απάντηση στα γεγονότα της εποχής της Αντίστασης. Είναι διαποτισμένα από το δραματικό πάθος που χαρακτηρίζει την τέχνη εκείνων των χρόνων. Υπάρχει όμως και μια σημαντική στροφή προς τις παραδοσιακές λαϊκές μορφές, προς τα παραδοσιακά στοιχεία της καλλιτεχνικής έκφρασης.
«Το κουφάρι του αλόγου», 1942 (Το συμβολικό σχέδιο του Γιάννη Κεφαλληνού από την Κατοχή)
Σε διαφορετικό ύφος κινείται η δημιουργία του Α. Τάσσου. Με δάσκαλο τον Γ. Κεφαλληνό, ο Τάσσος μπήκε στην αντιστασιακή χαρακτική πορευόμενος από πριν το δρόμο της επαναστατικής τέχνης. Σε ηλικία 18 ετών παρουσιάζει έργα του στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» και λίγο αργότερα στο «Ριζοσπάστη». Η εκφραστικότητα, η δραματικότητα, οι τρόποι καλλιτεχνικής απόδοσης εναρμονίζονται με τη διεθνή επαναστατική τέχνη. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και μια δεύτερη αρχή, που συνδέεται με τις εθνικές-λυρικές παραδόσεις του δασκάλου του, του Κεφαλληνού. Μέσα σ' αυτές τις ήδη διαμορφωμένες θέσεις από τη δεκαετία του '30, ο καλλιτέχνης μπαίνει ενεργά στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές. Το χάραγμα στο ξύλο συνεχίζει να επικεντρώνει το ενδιαφέρον του, αφού την ξυλογραφία τη θεωρεί ο Τάσσος ως «την τέχνη του λαού».Μαθήτρια του Γ. Κεφαλληνού και η Β. Κατράκη, δημιουργεί τα πρώτα της έργα κάτω από την επίδραση του δασκάλου της. Είναι ειδυλλιακά-λυρικά τοπία, απλοί καθημερινοί άνθρωποι των παιδικών της χρόνων, που σαν ψυχικό σύμβολο χρωματίζουν τα έργα της και τα οδηγούν στο γνωστό κλίμα μιας βαθιάς δραματικής λυρικής αίσθησης ενός τόπου και ενός λαού. Γενικά, στο εργαστήρι του Κεφαλληνού έπνεε αέρας δημοκρατικής ελευθερίας και η συμβολή του εργαστηρίου του στάθηκε πατριωτική και στα χρόνια της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης. Εκεί, με την καθοδήγηση του Κεφαλληνού, τυπώθηκαν πολλά αντιστασιακά έργα του αγώνα. Οραματιστής και αγωνιστής ο Γ. Κεφαλληνός, φιλοτέχνησε δεκάδες έργα, πλημμυρισμένα από το βαθύ ανθρώπινο πόνο, από τον πύρινο ποταμό της Κατοχής. Μερικά, μάλιστα, από το μαρτυρολόγιο που τ' ονομάζει «Λιμό της Κατοχής» (1942), καταστράφηκαν από τους Γερμανούς. Τις ξυλογραφίες του που ήταν εμπνευσμένες από τους αγώνες για ελευθερία, τις παρουσίασε το 1948, στην «Πανελλήνια Καλλιτεχνική Εκθεση».
Εργο της Βάσως Κατράκη από το λεύκωμα του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ
Τα χρόνια της Αντίστασης έδωσαν νέα πνοή στη δημιουργία της Β. Κατράκη. Η εμφάνιση των Γερμανών, τα βασανιστήρια, οι πένθιμες νεκρικές πομπές, το λαϊκό δικαστήριο, γυναίκες και παιδιά, είναι μερικές από τις συνθέσεις αυτής της περιόδου. Με τραγικότητα και εκφραστικότητα η Β. Κατράκη δεν προσπαθεί να πετύχει την ακριβή απεικόνιση των μορφών. Γι' αυτήν ο άνθρωπος, η μητέρα, το παιδί, μετατρέπεται σε μια οικουμενική μορφή, που ενσαρκώνει όλο το βάθος της ανθρώπινης τραγικότητας και συμπόνιας.Τα χρόνια του πολέμου και το κίνημα της Αντίστασης έβαλαν τη σφραγίδα τους και στο έργο του Β. Σεμερτζίδη. Ο εθνικός ρομαντισμός και η διακοσμητικότητα, που χαρακτηρίζουν τη δουλιά του καλλιτέχνη στη δεκαετία του '30, δίνουν τη θέση τους στην άμεση αίσθηση της πραγματικότητας. «Τα παιδιά της πείνας» (ολόκληρη σειρά 1941- 1943), «1941», «Χειμώνας 1941», είναι μερικά από τα έργα αυτής της περιόδου. Τα περισσότερα είναι σειρές σχεδίων εκ του φυσικού. Βασικό για τον Β. Σεμερτζίδη είναι ένα έργο ντοκουμέντο, ένα ευρύ πανόραμα της ίδιας της ζωής, μια κραυγή ενάντια στον πόλεμο και στα δεινά του, ενάντια στο θάνατο και στην καταστροφή. Σ' αυτές τις σειρές ο καλλιτέχνης επανέρχεται για πολλά χρόνια. Μπορούμε να πούμε ότι ο Β. Σεμερτζίδης εγκαινίασε μια νέα ιδεολογική-καλλιτεχνική κίνηση. Μια κίνηση που στηρίχτηκε στην πείρα της Αντίστασης και αποτέλεσε την επαναστατική δημοκρατική κατεύθυνση στην ελληνική τέχνη των μεταπολεμικών χρόνων.
Η δικτατορία του Μεταξά βρίσκει τον Χρ. Δαγκλή σπουδαστή να συμμετέχει στην παράνομη δουλιά για την ανατροπή της. Ο δάσκαλός του, Γ. Κεφαλληνός, οργανώνει το εργαστήρι για τις παράνομες αφίσες. Μαζί του και ο Χρ. Δαγκλής. Με την κήρυξη του πολέμου, βρίσκεται στρατιώτης στην Κέρκυρα και φεύγει για τα Γιάννενα, όπου συμμετείχε στην τοπική οργάνωση του ΕΑΜ και στην έκδοση της εφημερίδας «Ο Αγωνιστής». Το 1942, ο Χρ. Δαγκλής φεύγει για την Αθήνα. Ολο αυτό το διάστημα, αποσπασμένος στην ΕΠΟΝ, εργάζεται παράνομα στα οργανωτικά και παράλληλα χαράσσει ένσημα και άλλο παράνομο υλικό. Το Μάη του 1944 συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στο «κελί των μελλοθανάτων» στο Γουδί. Ακολουθούν τέσσερις μήνες βαρβαρότητας και κτηνωδίας. Ο Δεκέμβρης του '44 τον βρίσκει στη διαφώτιση της ΚΕ του ΕΑΜ. Το Μάη του 1946 και πάλι συλλαμβάνεται για «αντεθνική δράση» και ακολουθούν (έως τα τέλη του '56), τα χρόνια της εξορίας. Στα σχέδιά του και στα χαρακτικά του μένει περισσότερο πιστός στην ανθρώπινη μορφή και στις σκηνές από τα βιώματα και τη ζωή των εξορίστων. Η καλλιτεχνική του δημιουργία έχει ως ερέθισμα και αφετηρία την οπτική πραγματικότητα.
Αφίσα του 1943
Στο στρατόπεδο του Αϊ Στράτη γνώρισε ο Γ. Φαρσακίδης τον Χρήστο Δαγκλή και από αυτόν έμαθε τα «μυστικά» της χαρακτικής τέχνης. Η χαρακτική του Γ. Φαρσακίδη απεικονίζει με λιτό και ωμό ρεαλιστικό ιδίωμα τα βιώματά του από τον αγώνα των Ελλήνων εναντίον του κατακτητή, αλλά και τις σκληρές συνθήκες της καθημερινότητας στην εξορία. Τα θέματα των έργων του αντλούνται από τη ζωή και την αντίστασή του στο βουνό, στην πόλη και στην εξορία.
Γ. Σικελιώτης, «Ο προδότης» (1943)


Η. ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ
Ριζοσπάστης,27 Οκτώβρη 2002

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Βάσω Κατράκη, η γυναίκα που λάμπρυνε την ελληνική χαρακτική



ΒΑΣΩ ΚΑΤΡΑΚΗ - 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ
Συμπορεύτηκε με το λαϊκό κίνημα
«Δε θέλω παρά να εκφράσω την αγάπη και τον ενθουσιασμό μου προς τη ζωή. Κάθε στιγμή που μου ανήκει δεν θα ήθελα να είναι παρά ένας χαιρετισμός προς αυτήν. Να εκφράσω την αγάπη μου προς τον άνθρωπο και τη δικιά του ζωή, με τις χαρές, τα βάσανα και το μόχθο της. Προσπαθώ να εκφραστώ με τον πιο σαφή τρόπο. Αυτό το κάνω γιατί έτσι νιώθω. Με ενδιαφέρει να 'ρθω σε όσο γίνεται πληρέστερη επικοινωνία με τους ανθρώπους, να μιλήσω με τη γλώσσα τους. Αυτό είναι η πιο μεγάλη καταξίωση ενός καλλιτέχνη. Δε διαλέγω ορισμένα θέματα, μα βιώματα. Και αυτά μπορεί να έρχονται είτε από τη χώρα που ζεις είτε απέξω, φτάνει να είναι ανθρώπινα».
Αυτή ήταν η Βάσω Κατράκη (1914 - 1988), η γυναίκα που λάμπρυνε την ελληνική χαρακτική, υπηρετώντας την με αφοσίωση και γνώση. Στο έργο της μεγάλης δημιουργού, που γνώρισε όχι μόνο πανελλήνια, αλλά και παγκόσμια αναγνώριση, κυριάρχησαν τα πρόσωπα της καθημερινής ζωής και τα ανθρωπιστικά μηνύματα, οι αξίες και τα ιδανικά της. Μαχητική παρουσία σε όλα τα μεγάλα γεγονότα και τους αγώνες του λαού μας, στην Αντίσταση, στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια, στη δικτατορία, η Βάσω Κατράκη συμπορεύτηκε όλη της τη ζωή με το λαϊκό κίνημα, με τόλμη και αποφασιστικότητα, με σεμνότητα, ήθος, αξιοπρέπεια.

  Στο άσπρο και μαύρο της ζωής

Πλούσια η θεματολογία της. Ο Πόλεμος, η Κατοχή, η Αντίσταση και ο Εμφύλιος. Η αγωνιστική συνείδηση, η ένταξη και η δράση της. Οι περιπέτειες, οι διώξεις και η εξορία... Η Αντιγόνη σκεπάζει το νεκρό αδελφό της, παρά την απαγόρευση του Κρέοντα. Οι «Μάνες Πλατυτέρες» σηματοδοτούν το ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι για περισσότερη ατομική και συλλογική ελευθερία. Σπουδαία και τα έργα της, που καταγγέλλουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της πολιτικής και ιδεολογικής βίας Νταχάου, Αουσβιτς, Μακρόνησο, Γυάρο, Αϊ - Στράτη κι άλλα παρόμοια της σημερινής πολιτικής και οικονομικής βίας. Σε κάθε χάραξή της βρίσκεται ένα πνευματικό πάθος απ' όπου πηγάζει και κάθε ανθρώπινο μήνυμά της. Η δημιουργία της συνιστά μια από τις πιο ολοκληρωμένες προτάσεις, καθώς στο έργο της πραγματεύεται με συνέχεια και συνέπεια τα μεγάλα, τα θεμελιώδη θέματα της ζωής που εικονογραφεί, από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Από τα πρώτα σπουδαστικά της έργα μέχρι τις μετέπειτα μνημειακές της προτάσεις, η πρόσληψη και η απόδοση της ανθρώπινης μορφής είναι η κυρίαρχη αισθητική - θεματική επιλογή της δουλειάς της, στην οποία η ενδελεχής μελέτη και ο διάλογος με την ελληνική τέχνη - από την προϊστορία μέχρι τις λαϊκές-παραδοσιακές εκφάνσεις της - παίζουν πρωταρχικό ρόλο. Ξεκινώντας από την ξυλογραφία, θα περάσει το 1955 στη χάραξη πάνω σε λίθο, μια τεχνική πρωτότυπη, στην οποία αναγνωρίζεται η «απόλυτη καλλιτεχνική δεξιοτεχνία» της χαράκτριας, συνδυασμένη με «οξυδερκή ελευθερία».



Οπως είναι γνωστό, με το που επιβλήθηκε η δικτατορία, οι χουντικοί συνέλαβαν την Β. Κατράκη και την έστειλαν στην εξορία. Το πρώτο που φρόντισε να πάρει μαζί της ήταν μπλοκ και μαρκαδόρους για να ζωγραφίζει. Μετατρέποντας το χώρο της εξορίας της σε εργαστήριο δημιουργίας, δούλεψε πολύ πάνω στα βότσαλα, τα οποία ζωγράφιζε και για τους συνεξόριστούς της. Η ίδια, μάλιστα, δεν τα θεωρούσε εικαστικό έργο, αλλά κυρίως μέσον επικοινωνίας, επαφής των εξόριστων με τον έξω κόσμο, με τις οικογένειές τους. Εννέα μήνες έμεινε εξόριστη στα Γιούρα η Β. Κατράκη, απ' όπου αναγκάστηκαν τελικά να την αφήσουν, μετά από διεθνείς πιέσεις.

Όνειρο ζωής
Η δημιουργία ενός μουσείου στη γενέτειρά της ήταν όνειρο ζωής και υπόσχεση. Στο μικρό, «ριζωμένο» στο μέσο της λιμνοθάλασσας, νησάκι του Αιτωλικού, βρίσκεται το «Μουσείο Βάσως Κατράκη - Εικαστικό Κέντρο Χαρακτικής». Μία μοναδική, φιλόξενη «γωνιά» της χαρακτικής δημιουργίας αγκαλιάζει τα δεκάδες «παιδιά» της Β. Κατράκη, πολύτιμη παρακαταθήκη για τις νεότερες γενιές.
«Η τέχνη δεν είναι παιχνίδι για αργόσχολους. Είναι αστραπή, είναι πόνος, είναι γέννα». Η φράση αυτή, από τις χειρόγραφες σημειώσεις της δημιουργού, υποδέχεται τους επισκέπτες στο χώρο του Μουσείου. Οι παρουσιαζόμενες δημιουργίες είναι χωρισμένες σύμφωνα με τις δύο καλλιτεχνικές περιόδους της: Της πρώτης 15ετίας, όταν βασικό υλικό ήταν το ξύλο, και της 35ετίας που ακολούθησε, με τα χαρακτικά στην πέτρα, τα οποία η χαράκτρια δουλεύει - όπως και οι γλύπτες - με σμίλη.
Χτισμένο πάνω σε έναν τεχνητά υπερυψωμένο μικρό λόφο, σε παραχωρημένη από το Δήμο Αιτωλικού έκταση 25 στρεμμάτων, αγναντεύει τη γαλήνια «νερένια πολιτεία», και τις ήρεμες, οριζόντιες γραμμές της λιμνοθάλασσας. Το κτίσμα είναι διώροφο. Οι εκθεσιακοί χώροι (δύο αίθουσες 400 τ.μ. η καθεμία) και η αίθουσα υποδοχής, που τις συνδέει, βρίσκονται στον όροφο, όπου φιλοξενούνται οι πέντε κύριες ενότητες δουλειάς της Β. Κατράκη. Τετρακόσια περίπου έργα, πολλά χαρακτικά ανάτυπα και μεγάλο μέρος από τις μήτρες (ξύλα και πέτρες), πάνω στα οποία χάραξε τα έργα της. Εκτίθενται, επίσης, μεγάλα και μικρά σε μέγεθος μαυρόασπρα και χρωματιστά σχέδια, καθώς και σχέδια προετοιμασίας για την παραγωγή του χαρακτικού ανατύπου. Τη συλλογή ενισχύουν τα αντικείμενα τέχνης, καλλιτεχνικές αφίσες και ζωγραφικά έργα. Ακόμη, φιλοξενούνται το εργαστήριο, η βιβλιοθήκη, τα αρχεία της και πολλές φωτογραφίες. Στο ισόγειο, οι τέσσερις αίθουσες, περίπου 400 τ.μ., προορίζονται για εργαστήρια χαρακτικής. Το μουσείο (ΝΠΔΔ, υπαγόμενο στο Δήμο Αιτωλικού) είναι ένας δυναμικός οργανισμός, που φιλοδοξεί να συμβάλει στην ανάπτυξη και εξέλιξη της χαρακτικής τέχνης στην Ελλάδα. Τα εργαστήρια χαρακτικής θα αποτελέσουν τόπο δοκιμών, πειραματισμών και δημιουργίας των χαρακτών, ενώ η ευρύτερη περιοχή του μουσείου είναι ένας θαυμάσιος τόπος έμπνευσης για τους καλλιτέχνες, αλλά και σημείο αναφοράς για τις γενικότερες εκδηλώσεις (εικαστικά συμπόσια, πολιτιστικές βραδιές, περιοδικές εκθέσεις κ.ά.), που προγραμματίζονται.

Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Βάσω Κατράκη, 100 χρόνια από τη γέννησή της.


Γεννημένη το 1914, σχεδόν τη στιγμή που ξεσπούσε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, η Βάσω Κατράκη έζησε τα σημαντικότερα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας και σφράγισε με το έργο της μια ολόκληρη εποχή. Απεικόνισε με συνέπεια τα μεγάλα και θεμελιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη χώρα μας μετά το Β' παγκόσμιο πόλεμο. Την Εθνική αντίσταση, τον εμφύλιο, τη χούντα και το φασισμό. Χάραξε στην πέτρα την τραγική μοίρα του λαού και τη μάχη για ελευθερία. Το 1936 εισήχθη στη Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με καθηγητές τον Κωνσταντίνο Παρθένη στη Ζωγραφική και το Γιάννη Κεφαλληνό στη Χαρακτική. Η κατοχή τη βρήκε φοιτήτρια. Μέσα από τον πυρετό εκείνης της εποχής διαμορφώθηκε και η τέχνη της, επηρεάστηκε το έργο της και η προσωπικότητά της. Πήρε μέρος στην Αντίσταση. Οι διαδηλώσεις, τα αδικοσκοτωμένα παλληκάρια, οι διώξεις, οι κατατρεγμένοι, τα σκελετωμένα από την πείνα παιδιά, τα βιώματα με τις θυσίες και τους θανάτους έγιναν διαμαρτυρία και αυτές οι εικόνες πέρασαν στο καλλιτεχνικό της έργο. Πρόσφερε υπηρεσίες στην πατρίδα χωρίς να υπολογίζει τους κινδύνους. «Κάναμε αντίσταση με τα πινέλα και τα καλέμια» έλεγε, «Η κατοχή με έκανε χαράκτρια». Τα πρώτα της χαρακτικά ήταν εύσημα, αφίσες, κάρτες, προκηρύξεις και ψηφοδέλτια για τις ανάγκες της αντίστασης. Την 21ηΑπρίλη του '67, πρώτη μέρα του πραξικοπήματος, τη συνέλαβαν και την εξόρισαν στα Γιούρα, το θρυλικό νησί με τη μακραίωνη ιστορία ως τόπος βασανιστηρίων και εξόντωσης. Η δύναμη όμως της τέχνης της, της έδωσε παρηγοριά και διέξοδο, ζωγραφίζοντας με μαρκαδόρο τα βότσαλα που έβρισκε στο ξερονήσι, μοιράζοντάς τα στους συγκρατούμενους της και άλλα αφιέρωνε και έστελνε στον άντρα της και τα παιδιά της. Δούλεψε μέσα στη χούντα και έκανε έκθεση στη γκαλερί «ώρα» του Ασαντούρ και της Χριστίνας Μπαχαριάν, φίλους και συναγωνιστές της.
Μαχήτρια με τόλμη και αποφασιστικότητα
Η Βάσω Κατράκη ήταν μαχήτρια στους κοινωνικούς αγώνες με τόλμη και αποφασιστικότητα. Μετέφερε στην πέτρα όλα τα θεμελιώδη θέματα, το ιδεώδες της ελευθερίας και της αξιοπρέπειάς μας. Σπαράγματα μνήμης, θρήνοι και ελεγεία γι' αυτούς που θυσιάστηκαν. Εργα κοινωνική μαρτυρία. Υπηρέτησε την Ελληνική Χαρακτική με αφοσίωση και γνώση. Ηθος και αξιοπρέπεια. Δικαίως ο τεχνοκριτικός και φίλος της Κώστας Σταυρόπουλος, τη χαρακτήρισε ως την «κορυφαία ερμηνεύτρια της ανθρώπινης τραγωδίας».
Η ίδια έλεγε: «Διερευνώντας τους παραδοσιακούς τρόπους χάραξης πάνω στα καθιερωμένα υλικά, όπως στο όρθιο και στο πλάγιο ξύλο, στο χαλκό κλπ., ένιωσα σιγά σιγά να εξαντλούνται οι εκφραστικοί τρόποι που ταίριαζαν στην ιδιοσυγκρασία μου. Στην περιπλάνηση των αναζητήσεών μου για το υλικό που θα εκπλήρωνε τις εκφραστικές μου ανάγκες, στάθηκα στον ψαμμίτη λίθο, που με την αδρή του επιφάνεια και την αδιερεύνητη περιοχή του, μου άνοιξε το δρόμο για τα μεγάλα σχήματα και στη βαθιά κι ελεύθερη χειρονομία. Η επαφή μου με την τραχιά αυτή κρητική πέτρα με οδήγησε και στην αναζήτηση καινούριων εργαλείων. Ο μαστρακάς και τα καλέμια των γλυπτών με βοήθησαν σ' αυτό. Με βαθιές εγκοπές, με σκληρά γδαρσίματα, με απότομα ή ελαφρά περάσματα από τα μαύρα στ' άσπρα κι αντίθετα, προσπάθησα να κατακτήσω την άγνωστη γλώσσα του καινούριου αυτού υλικού και να του αποσπάσω τα μυστικά, που θα βοηθούσαν στην έκφραση των αναγκών μου».
Από το άρθρο - αφιέρωμα της Σοφίας Αδαμίδου στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη
 ( 2-2-2014)


Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Ο χαράκτης Τάσσος

                          

Είκοσι χρόνια* συμπληρώθηκαν στις 13/10 από το «φευγιό» του αγαπημένου μας Τάσσου Αλεβίζου. Είκοσι χρόνια απουσίας του μεγάλου μας δημιουργού, του «χαράκτη του αγώνα», όπως τον χαρακτήρισαν, του καλλιτέχνη που λάμπρυνε την ελληνική τέχνη και τη ζωή του τόπου μας. Το διαχρονικό, οικουμενικό και βαθιά ανθρώπινο έργο του αποτέλεσε ύμνο στη Μητέρα, στη Γυναίκα, στην Αντίσταση, στην Ειρήνη. Κραυγή διαμαρτυρίας για τη χούντα, τον πόλεμο στο Βιετνάμ, τη διχοτόμηση της Κύπρου... Γνήσιος πατριώτης, ποτισμένος με τα ιδανικά του ΚΚΕ, αλλά και με την ελληνική παράδοση, ο Τάσσος Α. άφησε πίσω του τα εκατοντάδες «παιδιά» του: Ενα μεγαλειώδες εικαστικό έργο, ακριβό κειμήλιο για τους νεότερους, που οφείλουν να το διαφυλάξουν.Είκοσι χρόνια απουσίας του, με νωπές ακόμη τις μνήμες από τη μεγάλη αναδρομική του έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη το 1975. Μία έκθεση, που έκλεινε μέσα της την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Μία παρουσίαση - ελάχιστος φόρος τιμής στην προσφορά του Τάσσου Α. - που ελπίζουμε να επαναληφθεί. Ολος αυτός ο θησαυρός που παρουσιάστηκε τότε στην Πινακοθήκη και παραμένει σ' αυτήν πρέπει να έρθει ξανά σε επαφή με το φυσικό του αποδέκτη, τον ελληνικό λαό και τις νεότερες γενιές. Χρέος της πολιτείας η στήριξη της Εταιρείας Εικαστικών Τεχνών «Α. Τάσσος», αλλά και η ενίσχυση, ώστε να υλοποιηθεί η επιθυμία του και να βρει μία μόνιμη φιλόξενη στέγη η δημιουργία του, που συνδέεται με το αγαπημένο του Πεταλίδι.



Ο Α. Τάσσος γεννήθηκε στη Μεσσηνία. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και συνέχισε στο Παρίσι, στη Ρώμη και στη Φλωρεντία. Το 1930 γίνεται μέλος της ΟΚΝΕ. Ο αλβανικός πόλεμος βρίσκει το δάσκαλο του Τάσσου, τον Γ. Κεφαλληνό, και τους επίλεκτους μαθητές του, μπροστάρηδες στην ενίσχυση του πρώτου αντιφασιστικού αγώνα των Ελλήνων. «Τι έδωσες εσύ;», τιτλοφορείται μια από τις αφίσες του Α. Τάσσου για τη μάχη κατά του Μουσολίνι. Κι ακολουθούν τα χρόνια της Κατοχής και της ηρωικής Εθνικής Αντίστασης. Τα χρόνια 1940-1944 ο Τάσσος παίρνει μέρος ως στέλεχος της ΕΠΟΝ και του ΕΑΜ. Δουλεύει στην Επιτροπή Διαφώτισης της ΚΟΑ, με καθοδηγήτρια την Ηλέκτρα. Οι πιο επίλεκτοι μαθητές του Κεφαλληνού πρωτοστάτησαν με τα έργα τους στην προπαγάνδιση της ΕΑΜικής Αντίστασης. Λ. Μαγγιώρου, Β. Κατράκη, Φ. Ζαχαρίου, Μ. Μακρής, Σπ. Βασιλείου, Κ. Γραμματόπουλος, Α. Αστεριάδης, Χρ. Δαγκλής, Γ. Σικελιώτης, και άλλοι ζωγράφοι και χαράκτες, άνδρωσαν με τα έργα τους την επική μάχη της λευτεριάς.Ξεχωριστή και πολύτιμη ήταν η προσφορά του Τάσσου στον παράνομο Αντιστασιακό Τύπο. Οπως ο ίδιος ανέφερε, «δουλεύαμε πλάι στα παράνομα τυπογραφεία, φτιάχνοντας σε ξύλο και λινόλεουμ τις μήτρες για τις αφίσες και τα συνθήματα των αντιστασιακών οργανώσεων».
Το σημαντικότερο έντυπο του οργανωμένου αγώνα του ελληνικού λαού για τη λευτεριά του ήταν το λεύκωμα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που κυκλοφόρησε στις 25 του Μάρτη του 1943. Η επεξεργασία της έκδοσης έγινε στο ατελιέ του Μ. Μακρή, κοντά στην εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα, στο Παγκράτι. Στο λεύκωμα δημιούργησαν ξυλογραφίες οι: Βάσω Κατράκη, Λουκία Μαγγιώρου, Τάσσος Αλεβίζος και Γιώργος Βελισσαρίδης. Το επόμενο λεύκωμα κυκλοφόρησε το 1945, από την ομάδα των καλλιτεχνών και λογοτεχνών της Εθνικής Αντίστασης, με τίτλο «Για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά». Το κοσμούσαν ξυλογραφίες των: Γ. Βελισσαρίδη, Α. Τάσσου και Λ. Μαγγιώρου

 Xαρακτικό του Τάσσου, από το αντιστασιακό λεύκωμα του ΕΑΜ-ΕΠΟΝ (1943).
  Ακολουθεί την Πρωτομαγιά του 1945, επέτειο της εκτέλεσης το 1944 διακοσίων πατριωτών από τους κατακτητές, το λεύκωμα «Θυσιαστήριο της λευτεριάς», με ξυλογραφίες των: Αλ. Κορογιαννάκη, Γ. Βελισσαρίδη, Β. Κατράκη, Α. Τάσσου, Λ. Μαγγιώρου, Γ. Μανουσάκη. 


 ΤΑΣΣΟΥ "Εκτελέσεις την Πρωτομαγιά"
    Το 1944 το ΕΑΜ εικαστικών καλλιτεχνών αποφασίζει να συμμετάσχει στην πανελλήνια έκθεση η οποία τελούσε υπό το άγρυπνο μάτι των κατακτητών. Το αποτέλεσμα: Οι Γερμανοί σταμάτησαν την έκθεση σε λίγες μέρες και έκλεισαν για 40 μέρες στις φυλακές Αβέρωφ τον Τάσσο και τους: Κεφαλληνό, Κορογιαννάκη, Κανά.

    Παρά τις δυσκολίες και τις στερήσεις ο Τάσσος πρωτοστάτησε στην ανάπτυξη ενός μαζικού, προοδευτικού, πολιτιστικού κινήματος και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του στρατευμένος στην υπόθεση της πάλης για μια νέα κοινωνία, δίκαιη, δημοκρατική και σοσιαλιστική. Το έργο του, πρωτότυπο, ρωμαλέο και σύγχρονο, αποτυπώνει το σφυγμό, το πάθος, τις ελπίδες και τους αγώνες του λαού μας, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στην ελληνική και παγκόσμια χαρακτική. Η καλλιτεχνική του δύναμη και ελευθερία δεν μπορούσε παρά να εκφραστεί σε μεγάλες επιφάνειες. Επιφάνειες που παρά το μαυρόασπρο συνήθως χρώμα τους, το μέγεθος, τη δωρική επικότητα της φόρμας και του περιεχομένου τους, είναι ανάλαφρες και φωτεινές. Κρύβουν μία απίστευτη τρυφερότητα. Εχουν το μέτρο του ανθρώπου και του κόσμου.
 ΤΑΣΣΟΣ  Αγωνιστές, 1973
Παράλληλα με τη χαρακτική δημιουργία, ο Τάσσος υπηρέτησε με μεράκι την τέχνη του βιβλίου. Το σύνολο των βιβλίων που εικονογράφησε ξεπερνούν τα εξήντα, σ' ένα διάστημα 45 χρόνων. Πρόκειται για βιβλία στα οποία σχεδίασε εξ αρχής την εικονογράφηση και όχι για εκδόσεις στις οποίες ανατυπώθηκαν γνωστές ξυλογραφίες του. Αμέσως μετά τον πόλεμο, και συγκεκριμένα το 1945, ιδρύεται από το ΚΚΕ η εκδοτική εταιρεία «Τα Νέα Βιβλία» και ο Α. Τάσσος αναλαμβάνει καλλιτεχνικός υπεύθυνος. Στα τρία χρόνια λειτουργίας της, κυκλοφόρησαν βιβλία με κοινωνικό περιεχόμενο, ιστορικές μονογραφίες, μελέτες για σπουδαίους ποιητές, καθώς και παλαιότερες ή νέες ποιητικές συλλογές. Σ' αυτή την περίοδο συνεργάζεται με την Αυγή Σακαλή, την Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη, τον Βασίλη Ρώτα, τον Μενέλαο Λουντέμη και το στενό του φίλο Δημήτρη Φωτιάδη. Ειδικά για την έκδοση του «Μακρυγιάννη» σχεδίασε ένα υπέροχο εξώφυλλο με την αυστηρή, αλλά και ταυτόχρονα φιλική μορφή του αγωνιστή.


Ως καλλιτεχνικός σύμβουλος του τυπογραφείου Ασπιώτη - Ελκα από το 1948, γνώρισε τις νέες εξελίξεις στην τυπογραφία και ασχολήθηκε με την εικονογράφηση βιβλιοφιλικών εκδόσεων. Παράλληλα - και για δέκα χρόνια - συνεργάστηκε με τον τότε Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων. Ακόμη, προχώρησε σε προσωπικές εκδόσεις λευκωμάτων. Οι εκδόσεις αυτές ξεκινούν το 1953 με το λεύκωμα «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη».
Η στροφή του χαράκτη, που παρατηρείται στις αρχές της δεκαετίας του '60, είναι εμφανής στα «Ματωμένα χώματα» (1963), ενώ το 1965 οι ολοσέλιδες ξυλογραφίες του κοσμούν την έκδοση, σε συνεργασία με τον Γ. Σεφέρη, «Ασμα Ασμάτων». Εγχρωμες ξυλογραφίες και πολλά διακοσμητικά, όλα χαραγμένα σε όρθιο ξύλο, περιλαμβάνει η «Ανάβαση» του Ξενοφώντα (1969) και η δίτομη «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου» του Θουκυδίδη (1974). Η τελευταία προσωπική του έκδοση ήταν η «Λυσιστράτη» (1978), η οποία περιλαμβάνει 24 έγχρωμες ξυλογραφίες σε πλάγιο ξύλο που χρειάστηκαν 110 διαφορετικές πλάκες για τη χάραξη των χρωμάτων. Από την ενασχόλησή του με το βιβλίο, σημειώνουμε ακόμη τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου (επετειακή έκδοση του 1979).

 Α.Τάσσος, Χαρακτικό για το Άσμα ασμάτων

  Α. Τάσσος - Λεπτομέρεια Εμφυλίου Πολέμου (Επιτάφιος)

     Ενας ακόμη σημαντικός τομέας δημιουργίας για τον Α. Τάσσο υπήρξε το γραμματόσημο και είναι ο πρώτος που το περνάει στην πολυχρωμία. Ακόμη, δημιούργησε το κυπριακό γραμματόσημο από την πρώτη μέρα της ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ ασχολήθηκε και με την αγιογραφία. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Στάθμης», πρόεδρος της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης, ενώ τιμήθηκε με το βραβείο Χαρακτικής στην Πανελλήνια Εκθεση Κλασικών Τεχνών (1938), με το Κρατικό Μετάλλιο Χαρακτικής (1940), με το βραβείο Ακαδημίας Αθηνών για τις Εκδόσεις Αθηνών, με βραβείο στην Μπιενάλε Κρακοβίας, κ.ά.
Η. ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ
  *Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ριζοσπάστης στις 16 Οκτωβρίου 2005