Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Γκουρογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Γκουρογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Η ξενάγηση



Λίγα μέτρα πέρα από μένα βλέπω τον κύριο Θανάση, υπεύθυνο του τουριστικού γραφείου, να συζητάει συνωμοτικά με τον Κώστα, τον οδηγό του λεωφορείου, να με κοιτάζει λοξά, επίμονα και δύσπιστα. Ύστερα έρχεται κατευθείαν επάνω μου, με χτυπάει στις πλάτες και μου χαμογελά δήθεν με επαγγελματική εμπιστοσύνη. " Για σήμερα έχουμε την ανάγκη σου ".
Πράγματι, για μία, δύο μέρες θα αντικαταστήσω τον ξεναγό του γραφείου. Ο κύριος Θανάσης συνεχίζει : " Θα λες αυτά που ξέρει λίγο - πολύ όλος ο κόσμος, τα άλλα βάστηξέ τα για τον εαυτό σου, Έλληνες ξεναγείς, συνεννοηθήκαμε;". Είναι φανερό ότι δεν μου έχει ούτε εμπιστοσύνη ούτε σεβασμό για τις βιβλιοθήκες που έχω φάει, γι' αυτόν και για τον κόσμο είναι ένα και το αυτό, σαν να είμαι σαράκι που τρώει κι αυτό βιβλιοθήκες χωρίς να γίνεται σοφότερο, αλλά και να γίνεται ποιος χρειάζεται τη σοφία του; Ας είναι. Όμως τον καθησυχάζω. " Κύριε Θανάση, θα το δείτε, αυτήν τη φορά θα τους κάνω όλους να κλάψουν". Ο κύριος Θανάσης δεν εμπιστεύεται την υπόσχεσή μου, γι' αυτό φωνάζει δυνατά στον οδηγό του λεωφορείου να το ακούσω εγώ: " Κώστα, αν λέει ό,τι του γουστάρει, κλείσ' του το μικρόφωνο και συνέχισε εσύ".
Αυτό δεν είναι μόνον απειλή είναι και μισή αλήθεια εφόσον οι οδηγοί των τουριστικών λεωφορείων, έστω κι αν πήραν το απολυτήριο του Δημοτικού με 5, με τα χρόνια γίνονται καθηγητές της Ιστορίας και  της Αρχαιολογίας από τόσα που ακούνε καθημερινά στις ξεναγήσεις. Σε κάθε περίπτωση ο οδηγός σίγουρα είναι σε θέση να αντιληφθεί αν εγώ κινούμαι στη σωστή γραμμή. Ας είναι. Πρώτος μπαίνει στο λεωφορείο ο οδηγός, ύστερα εγώ, κλείνουν γλυκά οι υδραυλικές πόρτες προς τα μέσα , σαν στόματα κλεισμένα με ρουφηχτά φιλιά. Λοιπόν η ξενάγηση θ' αρχίσει μ' ένα  παραλίμνιο τουρ και μετά θα κινηθούμε στα αξιοθέατα  προάστια της πόλης. Περνάμε δίπλα από τα κάστρα και τα τζαμιά. Τους λέω συνοπτικά τη θηριώδη ιστορία του Αλή Πασά, αυτού του τύραννου του Γένους, τους εξηγώ ότι στα χαλάσματα που φαίνονται δίπλα από το δεύτερο τζαμί ήταν τα χαρέμια και εκεί μέσα μαρτύρησαν τόσες και τόσες Ελληνοπούλες με πρώτη την κυρά - Βασιλική που την άρπαξε ο τύραννος  δώδεκα χρονώ κοριτσάκι, τη βίαζε κατ' επανάληψη επί πολλά χρόνια αλλά αυτή με την τόση εμορφιά της το ημέρωσε το θηρίο και την αγάπησε! Μάλιστα της επέτρεψε να θρησκεύεται στο χαρέμι χριστιανικά. Τους λέω τότε να κοιτάξουν αριστερά προς τη λίμνη και τους δείχνω το σημείο " Δώδεκα" όπου ο Αλή Πασάς έπνιξε τις κυρές και τις αρχόντισσες της πόλης, με πρώτη την κυρά - Φροσύνη! Τις έβαλαν οι δήμιοι μέσα σε τσουβάλια και από μία βάρκα τις έριχναν στα νερά και τις έπνιξαν σαν γάτες. Λέγοντας αυτά τρέμει σαν συγκινημένη η φωνή μου και φαίνεται μεταδίδεται το τρέμουλο στο λεωφορείο γιατί ακούω πίσω μου πνιχτά γεροντίστηκα αναφιλητά ανακατεμένα με ξερόβηχες από παλιά κρυώματα.
Τώρα έρχεται η σειρά να τους πω για τα τζαμιά, να κάτι σούβλες μεγάλα ! όπου παλουκώθηκε το έθνος επί πεντακόσια χρόνια.Τους εξηγώ  ότι τα Γιάννενα απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους στα 1913 και τότε η πόλη είχε δεκαοχτώ τζαμιά, είτε την Προύσα έβλεπες είτε τα Γιάννενα, ένα και το αυτό. Πρόλαβαν οι Γιαννιώτες τον πρώτο καιρό και γκρέμισαν τα δεκάξι αλλά ετούτα τα δύο δυστυχώς γλίτωσαν για να μας θυμίζουν τη μακραίωνη σκλαβιά.
Διασχίζουμε την οδό Ανεξαρτησίας με τα πολλά μαγαζιά των Εβραίων που άλλαξαν χέρια. Τους λέω:" Η πόλη είχε 4000 Εβραίους μέχρι την Κατοχή αλλά εμείς οι Γιαννιώτες τους ξεχάσαμε τελείως σαν να ήταν 4000 μύγε ςπου ψόφησαν στα χιόνια της Γερμανίας. Όμως τις λίρες..." Σ' αυτό απάνω τσακώνω τον οδηγό να με κοιτάζει πολύ αυστηρά και αμέσως συνέρχομαι. Τραβάμε γραμμή για το Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων. Εδώ όλοι μένουν άναυδοι από την τέλεια κηροπλαστική απεικόνιση  εθνικών ηρώων και ιστορικών γεγονότων. Και είναι αλήθεια  ότι περιδιαβαίνοντας κάποιος αγράμματος επί μισή ώρα τις υπόγειες στοές του μουσείου, μαθαίνει στο άψε σβήσε την ελληνική ιστορία χωρίς βιβλία και φροντιστήρια.
Βγαίνοντας από το μουσείο τους δείχνω ανατολικά ψηλά στη βουνοκορφή τα οχυρά του Μπιζανίου όπου στα 1913 έγιναν οι φοβερές μάχες για την απελευθέρωση της πόλης και οι Τούρκοι έφευγαν σα λαγοί από την ορμή του στρατού μας. Πηγαίνοντας ανατολικά προς Τζουμέρκα, φτάνουμε στο χωριό Ελληνικό, όπου βρίσκεται το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Θόδωρου Παπαγιάννη, ένα μουσείο που αξίζει το όνομά του.
Το πρόγραμμα προβλέπει επίσκεψη στη Δωδώνη και κατόπιν φαγητό στο εστιατόριο " Μαντείο". Στη διαδρομή προς Δωδώνητσακώνω με την άκρη του ματιού μου τον οδηγό να με κοιτάζει ευχαριστημένος. Ας είναι. Φθάνουμε επιτέλους στη Δωδώνη. Τους λέω αρκετά πράγματα για το αρχαίο θέατρο και το μαντείο. Βλέπουμε τα ερείπια των ειδωλολατρικών ναών και του μαντείου. Τους εξηγώ ότι στα αρχαία χρόνια ήταν εδώ φυτρωμένη μια μεγάλη βελανιδιά και έδινε χρησμούς από το θρόισμα των φύλλων. Εκεί με την ευκαιρία τους μιλώ για τους ψευδοχρησμούς των ειδωλολατρών ιερέων και τις διάφορες απάτες που μηχανεύονταν  για να εξαπατήσουν τους αρχαίους αφελείς και να τους παίρνουν το χρυσάφι αλλά ακόμα και τα τεντζερέδια. Πάνω σ' αυτά διαισθάνομαι ότι οι θεούσες του λεωφορείου ευχαριστήθηκαν γιατί ακούω μουρμουρητά σαν εξορκισμούς.
Εδώ τελειώνει η ξενάγηση, κανένας δεν έχει απορίες, είμαστε όλοι ευχαριστημένοι και πηγαίνουμε κοπάδι προς το εστιατόριο "Μαντείο", χωρίς όμως να μαντέψω τι θα μου συμβεί εκεί. Λοιπόν εμείς οι Ηπειρώτες έχουμε κακό χούι. Αν βρούμε καλό τσίπουρο του γαμούμε τη μάνα! μετά συγχωρήσεως, γι' αυτό κι εγώ αμέσως το παραγγέλνω σε νεροπότηρο.
Από δω όμως αρχίζει το κακό. Πριν αποσώσουν οι άλλοι το φαγητό εγώ ανεβαίνω σε μια καρέκλα για να με βλέπουν όλοι. Είμαι αυτοκαταστροφικός, το ξέρω, γι' αυτό δεν έχω καταθέσεις όπως όλοι οι Γιαννιώτες. Λοιπόν αρχίζω να κελαηδάω, και τι λέω; Ακούστε τι λέω στους ανθρώπους που έδωσαν τα λεφτά τους για το ταξίδι με την ξενάγηση μέσα. Κι αρχίζω που λέτε την ανάποδη ξενάγηση και μεταξύ άλλων τους λέω:" Βρε κωθώνια, από το πρωί σας παραμυθιάζω και δεν παίρνετε χαμπάρι! Μακάρι και κάποιοι άλλοι έλληνες να βοηθούσαν την Επανάσταση του '21 όπως τη βοήθησε ο Αλή Πασάς έστω άθελά του και να αφήσουν τα γράμματα στα Γιάννενα να ανθήσουν όπως τον καιρό του...Τις ντροπές της κυρά - Φροσύνης τις μάθατε όλοι από το σίριαλ, όμως με άλλες δεκάξι μουσουλμάνες πόρνε ςτις έπνιξαν. Ποιες κυρές κι αρχοντοπούλες; Όσο δε για την άλλη κυρά, την κυρα - Βασιλική, την περήφανη Ελληνοπούλα, την κακοποιημένη, την κρυπτοχριστιανή, ακούστε τα: υπήρξε πρώτης τάξεως μουσουλμάνα που έζησε ύστερα από τον θάνατο του Αλή Πασά στην ελεύθερη Ελλάδα κοντά στο Μεσολόγγι, με το όνομα τοτ Αλή στο στόμα!. Ξεπεσμένη, γελαδάρισσα, αλκοολική, με το φερετζέ της και τις βράκες της. Επισκέφθηκε κάποτε τον Καποδίστρια και αυτός την ξαπόστειλε γιατί του εμφανίστηκε ντυμένη τουρκάλα φορώντας φερετζέ. Πουλούσε η έρημη για λίγα γρόσια στους τότε άπληστους κάτι χάρτες που τάχα έδειχναν τον κρυμμένο θησαυρό του Αλή Πασά! Κάποιοι από αυτούς τους χάρτες κυκλοφορούν ακόμα στις μέρες μας.
Τώρα για τα τζαμιά. Αλήθεια πώς θα ήταν τα Γιάννενα χωρίς τα τζαμιά; Υπάρχουν ομορφότερα κοσμήματα στην πόλη από τα τζαμιά που έχτισαν οι εχθροί μας; Όσο γαι το Μπιζάνι που το βλέπουμε απέναντι, να ξέρετε καθόλου δεν έφευγαν οι Τούρκοι σαν λαγοί. Ο στρατηγός Παρασκευόπουλος που ανέβηκε πρώτος στα οχυρά, έγραψε στη γυναίκα του: " Θαύμασα τα παλικάρια, τους Τούρκους πυροβολητές που επί τόσον καιρό βρίσκονταν ακάλυπτοι στο σφοδρό μας πυρ και τώρα κείτονταν νεκροί δίπλα στα τσακισμένο κανόνια τους"...Και εδώ βρε...βρε...κωθώνια που καθόμαστε δεν ήταν τόπος ειδωλολατρικής απάτης, εδώ ήταν τόπος λατρείας της προαιώνιας, της παγκόσμιας θρησκείας, της Μητέρας Γης. Οι πρώτοι αγριοχριστιανοί κατέστρεψαν τα ιερά, έκοψαν την προφορική βελανιδιά και μάλιστα έσκαψαν και έβγαλαν τις ρίζες να μην ξαναφυτρώσει. Ετούτα τα χώματα όπου σέρνετε τα ποδάρια σας τα πάτησε ο Αινείας, ο Οδυσσέας, ο Ιάσονας και τόσοι άλλοι!"
 Πάνω σε αυτά μου επιτίθενται οι γριές με σκουξιές και με παγωμένα νερά και αυτόματα συνέρχομαι! Συνειδητοποιώ αμέσως τι μαλακία έχω κάνει και τρέχω προς τον μελαχρινό οδηγό που έχει ασπρίσει από το κακό του. Τον παρακαλώ να μην πει τίποτε  στον κύριο Θανάση γιατί αυτός θα μου κόψει το μεροκάματο. " Μεροκάματο!" μου κάνει. " Τ' αρχίδια του θα σου δώσει!" 
Εμένα που έφαγα βιβλιοθήκες με ταπεινώνει ο σοφέρης. Όμως κρατώ μια πισινή μήπως με συγχωρέσει το αφεντικό όπως την άλλη φορά. Εξάλλου ποιος είναι σε θέση να ξεχωρίσει ποια από τις δύο ξεναγήσεις που έκανα είναι η σωστή;
                                                                               Βασίλης Γκουρογιάννης. 
Δημοσιευμένο στο ένθετο Μικρές Πατρίδες - Είκοσι συγγραφείς μάς αποκαλύπτουν τα μυστικά του τόπου τους,  της εφημερίδας Τα Νέα  (χωρίς χρονολογία)
 

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

" Και τούτος διαολισμένος τόπος είναι!" συλλογίστηκε.


[...] Κατηφόρισε να διασχίσει τον κάμπο της Δωδώνης, να κάνει μια ερώτηση εδώ , να πάρει την κρυάδα, κι από κει να φύγει πάλι όλο δυτικά, να φτάσει στο χάνι Τζεμαλή Αγά, κι ύστερα από ώρες να γυρίσει πάλι στα Τσαμοχώρια. Άκουγε από κει βουητό και το άκουγε  με τον ασύρματο της μέλισσας, μίλια μακριά. Όλα εδώ του φαινόνταν περίεργα και κάπως τον φοβίζαν. Πρώτη φορά είδε ανάποδη  πόλη και μαντριά τσιμεντόχτιστα σαν οχυρά. Μα κι όταν έφτασε στη μέση του κάμπου, στάθηκε πάλι με απορία μπροστά σε κάτι ογκώδη περίεργα κτίσματα. Σίγουρα ήταν παλιά, μα δεν καταλάβαινε αν είναι μισοχαλασμένα ή μισοαρχινισμένα. Έβλεπε ένα πλακόστρωτο αλώνι κι απάνω απ' αυτό άπλωναν σαν κύματα αμέτρητα σειρές σκαλοπάτια, που όμως δεν έβγαζαν σε κανένα κάστρο ή παλάτι! Δεν μπορούσε να καταλάβει. Σκέφτηκε μήπως κι εδώ οι μαστόροι δούλεψαν με ανάποδη τεχνική κι άρχισαν το παλάτι από τις σκάλες! Μπορεί όμως να ήταν αλώνι όπου οι παλιοί αλωνίζαν τα σιτάρια του κάμπου και σε τούτα τα σκαλοπάτια λιάζαν τα χερόβολα. Δεν άργησε όμως ν' ακούει την ανάσα του βαθιά και μακρόσυρτη, σαν να παλεύει με γυναίκα, και τ' αλαφροπάτητα βήματά του ν' αντιλαλούν. Το βρήκε παιχνίδι στην αρχή κι έτριβε ξερόφυλλα στα δάχτυλα για ν' ακούει θόρυβο σαν να σωριάζεται βαλανιδιά. Άνοιξε και το στόμα να τραγουδήσει και τότε του φάνηκε ότι θα τον άκουσαν απ' την Παραμυθιά! Βγήκε ανήσυχος έξω στις χωραφιές. " Και τούτος διαολισμένος τόπος είναι!" συλλογίστηκε. "Εκτός κι αν στ' αλώνι στεκόταν κανένας καλός και τραγουδούσε και οι παλαιοί μαζεύονταν στα σκαλοπάτια απ' όλα τα χωριά και τον άκουγαν. Μα στ' αλήθεια θα κάναν τόση δουλειά και θα χτίζαν τόσο καλοπελεκημένο λιθάρι για χοροστάσια;" Το' βγαλε κι αυτό απ' το νου του.

    " Πού ρωτάνε;" απευθύνθηκε σ' έναν ξυπόλυτο και ξαπλωμένο κι εκείνος, χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια , του' δειξε με το άπλυτο πόδι προς μια βαλανιδιά.
Πήγε προς τα εκεί πατώντας ένα μονοπατάκι στρωμένο με τσακίσματα από μυκηναϊκά αγγεία. Αυτά που αγόραζαν οι αρχαίοι Βλάχοι απ' τα λιμάνια του Ιονίου κι όταν ανεβαίναν στην Πίνδο να ξεκαλοκαιριάσουν, τα χαρίζαν στο Θεό. Τον ρωτούσαν και απαντούσε, τους ρωτούσε και απαντούσαν. Παράμερα έβλεπε μολύβδινες πλάκες με χαραγμένα γράμματα. Ενώ σίμωνε προς το δέντρο, άκουγε απ' αυτό ψιθυρισμούς, χωρίς όμως να βλέπει εκεί κανένα να ρωτήσει.
" Υπάρχει εδώ κανένας;" φώναξε παραξενεμένος.
Μόνο το δέντρο θορυβήθηκε, σχεδόν σείστηκε, σαν να ήταν  η φωνή του πετριά που ρίχτηκε απάνω του και φτερουγίσαν χιλιάδες φωλιασμένα πουλιά. Άκουγε φτερακισμούς, όμως κανένα πτηνό δεν ξεφωλιάστηκε. Παρατηρούσε με έκσταση το δέντρο κι αυτά που αρχικά νόμιζε άρρωστα καφεκόκκινα φύλλα ή φύλλα γηραλέου δέντρου είχαν απάνω νεύρα ζωντανά! Λοιπόν ήταν αναρίθμητες γλώσσες που συγκρατιόνταν από μίσχους, όπως στου Αχέροντα τα δέντρα κρατιόνταν οι φωτογραφίες! Κάτι πήγε να πει κι αυτό πάλι αναταράχτηκε. Πλαταγίζαν οι γλώσσες διαμορφώνοντας ανθρώπινες λέξεις και ήχους. Μέσα στον καταρράχτη του ήχου έπιανε ανακατωμένα ελληνικά, αρβανίτικα, βλάχικα, τούρκικα. Κι άλλη γλώσσα σαν ν' ακουγόταν απ' τα ψηλά κλωνάρια, που αυτός όμως δεν την είχε ξανακούσει. Του μοιάζαν κάπως με αρβανίτικα, αλλά δεν ήταν. Άκουγε: "γαρ", "Ζευς εστί",
 " ανιπτόποδες", " Πελασγικέ" κι άλλα ακατανόητα. Τέτοιο αλαλούμ μονάχα στο καφενείο του Τριαντάφυλλου στην Παραμυθιά, μπορούσε κανείς ν' ακούσει!. Όταν ο θόρυβος καταλάγιασε, αποφάσισε να ρωτήσει τον καημό του.
" Γυρεύω ένα στραβοπόδη χορευτή. Έχει πολλές προσωπίδες και μία του μου μοιάζει. Πού θα τον τσακώσω;"
Μόλις τελείωσε, αντήχησε σωστό χαλάζι απάνω σε ξερόφυλλα. Γλώσσες διεγερμένες, φιδίσιες, τινάζαν ήχους, αργοκίνητες, αγελαδινές, έπλαθαν λέξεις, περιστερίσιες, γουργούριζαν! Πριν λιώσει όλο αυτό το χαλάζι και γίνει νερό και χαθεί, προσπαθούσε να συγκρατήσει κανένα σπυρί, μα ό,τι κάπως συγκρατούσε τ' αυτί του ήταν πρωτάκουστες , άσχετες λέξεις: " Εφύρα", Απολλωνία"," Θυάμιδες",
 " Ελλοί", " Επίδαμνος". Όταν το δέντρο ησύχασε, δεν του απόμεινε τίποτε στο κεφάλι.
" Τσεκούρι που σου χρειάζεται!" φοβέριξε και γύρισε.
Ζήτησε το λόγο από τον ξαπλωμένο:
" Γιατί μ' έστειλες στο στοιχειό; Εγώ το ρωτούσα ανθρωπινά κι αυτό μου τσαμπούναγε..."γαργάρ"! "
"Αφού κι εσύ στοιχειό είσαι!"
" Κι εσύ πώς το ξέρεις, αφού δεν άνοιξες μάτια να με δεις;"
"Και τι μ' αυτό; Τα σκουλήκια, που' ναι τυφλά, έχασαν ποτέ το δρόμο; Αυτοί όμως που έχουν μάτια βλέπουν πολλούς δρόμους και παίρνουν τον λαθεμένο!"
"Καλά, κι εσύ πώς με γνωρίζεις;"
" Γι' αυτό είμαι ξαπλωμένος με το ποδάρι στο χώμα!  Νιώθω τρανταγμούς. Μόλις ζύγωνες, είπα: Τώρα σιμώνει ακόμα ένα τέρας, πο' χει βάρος για δυο κορμιά και το βαστά μόνο σε δυο ποδάρια!"
"Αν έτσι μάντεψες, θέλεις κι εσύ τσεκούρι όπως το δέντρο σας. Εξαπατάτε τους πονεμένους πο' ρχονται απ' άκρη τόπου να ρωτήσουν! "
" Δε φταίει τίποτα ο Θεός! Κάτι τέτοιοι σαν και εσένα τον μπερδέψατε και απαντάει άλλα αντ' άλλων! Εσείς ρωτάτε για το μέλλον κι αυτός απαντά για το παρελθόν".
"Σε τι φταίξαμε το λοιπόν; Μαντείο έχει, αυτή είναι η δουλειά του! Όταν παίρνει τα χρυσά κύπελλα και τα κανάτια, είναι καλά;"
" Είναι προσβολή για το Θεό να του ζητάτε εξ αρχής το ασήμαντο, το εύκολο. Να σας δείξει δηλαδή μια ώρα αρχύτερα αυτά που έτσι κι αλλιώς έρχονται και θα τα δείτε! Ο Θεός πρέπει πρώτα να φανερώσει ό,τι συναντήσατε και δεν το αντιληφθήκατε ή είδατε μόνο την αστραψιά του, όπως του ψαριού που υψώνεται πάνω απ' τα νερά, αλλά με το πρώτο σκίρτημα ξαγκιστρώνεται και χάνεται".
" Και τι θα με ωφελήσουν εμένα όλα αυτά;"
" Θα μάθεις έτσι να ρωτάς ή να σωπαίνεις".
" Άνοιξε τώρα τα μάτια σου να ιδείς ότι η ζυγαριά σου λαθεύει! Ένα κορμί κρατώ σαν όλους!"
" Αυτό το λες γιατί νιώθεις ελαφρύς! Η αγάπη δημιουργεί άνωση στα κορμιά, τα ελαφραίνει. Έτσι οι μανάδες σηκώνουν αγόγγυστα τα παιδιά, οι γυναίκες τους άντρες, και νομίζουν ότι τις βαραίνει πούπουλο, ενώ, αν δεν τους θέλουν, νιώθουν να τις πλακώνει βράχος, έτσι κι εσύ! Είναι κορμί σου και το θέλεις, ακόμα κι αν το μισείς. Αν όμως κάποια στιγμή σού πεθάνει, τότε θα με θυμηθείς. Θα καταλάβεις τι βάρος έχουν οι νεκροί!"
" Αυτά τα λες με τα σωστά σου ή θες να με ζουρλάνεις;"
" Όσοι φορτώνονται πληγωμένους τότε νιώθουν ότι τελειώσαν, όταν ξαφνικά τους κόβονται τα γόνατα απ' το βάρος".
" Λιγάκι ακόμα αν κάτσω στον τόπο σας, θα λαλήσω κι εγώ!"
Έτσι είπε κι απομακρύνθηκε βιαστικός προς τη δημοσιά. 



Βασίλης Γκουρογιάννης, Το ασημόχορτο ανθίζει, Καστανιώτης, 1996, 3η έκδοση

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή


 [...]Βρίσκονταν όλοι τους γύρω από την επιτύμβια μαρμάρινη πλάκα με τα χαραγμένα ονόματα των είκοσι εννέα αντρών της ελλαδικής Α' Μοίρας Καταδρομών. Προηγούνταν εκείνα των τεσσάρων αξιωματικών της Αεροπορίας, χειριστών του μεταγωγικού αεροσκάφους Νοράτλας, που καταρρίφθηκε από τους Κυπρίους σ' αυτό ακριβώς το σημείο, λίγο προτού προσγειωθεί στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας, και ενταφιάστηκε μαζί με τα κοψίδια των καταδρομέων που μετέφερε, για να πληροφορηθούν το συμβάν οι Τούρκοι.
       Λοιπόν , στους "άτυχους πεσόντες" η αφιέρωση του στεφανιού, σαν να επρόκειτο για κατάθεση στεφάνου στους τροχαίους νεκρούς των εθνικών οδών. Ποιος εξάλλου θα γίνει εκτιμητής θανάτου και θα γράψει στην ταινία κάτι κοινώς αποδεκτό, π.χ. " ηρωικός νεκρός", "άτυχος νεκρός" ή ενδεχομένως " τυχερός νεκρός", κάτι τέλος πάντων για το οποίο να συμφωνεί μαζί του και ο ίδιος ο νεκρός; Κάτω απ' αυτό το χώμα βρίσκονται, αν βρίσκονται, κάποια οστά νέων ανθρώπων, οστά παιδιών που αντιστοιχίζονται σε ονόματα γραμμένα στις ταφόπλακες και που η μέθοδος του DNA τα ανατρέπει πολύ συχνά.
      Πόσο χρόνο θα παρέμενε εκεί το στεφάνι; πιθανότατα θα μαραθεί χωρίς κάποιο αρμόδιο μάτι να αναγνώσει και να αξιολογήσει τη λέξη " άτυχος". Αλλά κι αν , παρ' ελπίδα, το αντιληφθεί προτού κάποιο σχολείο ή σύλλογος καταθέσει το δικό του στεφάνι καλύπτοντάς το, ο φορέας που απέτισε φόρο τιμής, δηλαδή μια οργάνωση μαχητών Ελλαδιτών, θα εξουδετερώσει κάθε υπόνοια προσβολής της μνήμης των νεκρών. Οι συμπολεμιστές είναι οι αρμοδιότεροι να εκφραστούν για τους νεκρούς συντρόφους τους. Δική τους η επιλογή της φράσης, δική τους και η ευθύνη. Εξάλλου από καθαρή τύχη δεν είναι οι αποκάτω επάνω και οι επάνω μέσα στο χώμα[...] (απόσπασμα)


Βασίλης Γκουρογιάννης, Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή, Μεταίχμιο, 2009, α΄έκδοση.
Ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα για τον αγνοημένο πόλεμο της Κύπρου το 1974 αλλά και για κάθε πόλεμο
( οπισθόφυλλο)

Από τη συνέντευξη του Βασίλη Γκουρογιάννη στο Β. Καλαμαρά(Ελευθεροτυπία, 25 /7/ 2009)

" Βασικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, που λύνει και δένει τη δράση αλλά δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά του, είναι γνωστός ποινικολόγος των τηλεπαραθύρων, ο οποίος προεδρεύει σε σύλλογο βετεράνων μαχητών της Κύπρου. Δευτεραγωνιστής, αλλά όχι ήσσονος σημασίας, είναι ο νέος ιστορικός Μάριος Λιάκος, ο οποίος έχει προσκληθεί να συμμετάσχει σε συνέδριο στη Λευκωσία, με θέμα την εισβολή του '74. Μεγάλο μέρος του μυθοπλαστικού υλικού βασίζεται σε μαρτυρίες βετεράνων Ελλήνων και Τούρκων, που ήταν αυτόπτες μάρτυρες στα γεγονότα αυτά.
Το μυθιστόρημά σας παίρνει την αφορμή από το βιβλίο Ιστορίας της έκτης Δημοτικού της Μαρίας Ρεπούση και θησαυρίζει το διάλογο που προκάλεσε μεταξύ Ελλήνων και ξένων ιστορικών, όπως π.χ. του Μαζάουερ και του Λιάκου. Σε ποιο βαθμό η επικαιρότητα και η ειδησεογραφία επηρέασαν τη συγγραφή σας;


«Τα πραγματολογικά στοιχεία υποτάσσονται στο αισθητικό αποτέλεσμα. Δεν πρέπει κανένας να τα πάρει κατά λέξη και να τα προσλάβει ως θέση του συγγραφέα. Εν τέλει οι διαφορετικοί τρόποι, με τους οποίους αντιμετωπίζουν οι ιστορικοί τα διάφορα πρόσωπα του μυθιστορήματος, δείχνουν και τη σύγχυση που επικρατεί στη νεοελληνική κοινωνία για το ποια εκδοχή της Ιστορίας είναι ορθή και τι ακριβώς περιμένουμε από αυτήν. Περιμένουμε να βρούμε την "αλήθεια" ή να την εκβιάσουμε για να μας δικαιώσει;».


Υπήρξαν αρνητικές αντιδράσεις για το βιβλίο σας;


«Υπήρξε μία ακροδεξιά εβδομαδιαία εφημερίδα, η οποία αντέδρασε με λυσσαλέους και δυσώδεις τίτλους και χαρακτηρισμούς, κυριολεκτικά με υλακές. Αλλά από τα γραφόμενά τους προκύπτει ότι οι συντάκτες και οι πληροφοριοδότες τους δεν διάβασαν το βιβλίο ή αν το διάβασαν, δεν το κατανόησαν. Διότι ο εγκέφαλός τους είναι προσανατολισμένος προς το κραυγαλέο εθνικό σύνθημα και δεν συμβιβάζεται με την εκδοχή ότι ο ελληνικός στρατός μπορεί να είναι κάτι λιγότερο από Λεωνίδες, Κολοκοτρώνηδες και Δαβάκηδες. Ενώ οι έχοντες την αίσθηση της ανθρώπινης φύσης και της κοινής λογικής, αντιλαμβάνονται ότι σε κάθε πόλεμο υπάρχουν οι θαρραλέοι και οι δειλοί, οι αληθινοί πατριώτες και οι πατριδοκάπηλοι κι ότι ο πόνος επεκτείνεται και στα δύο στρατόπεδα, όπως ακριβώς αναφέρονται στο βιβλίο μου. Ετσι, λοιπόν, αγνοώ τέτοιου είδους φασιστικές αντιδράσεις και μένω στη γνώμη ανθρώπων που με ειλικρίνεια μου περιέγραψαν τις μαρτυρίες τους από τον πόλεμο της Κύπρου, τα συναισθήματά τους, τις ψυχικές και σωματικές τους πληγές και τις αντιδράσεις ευγνωμοσύνης για το βιβλίο μου.


Εν τέλει, αντιλαμβάνομαι ότι μετά την κυκλοφορία του βιβλίου μου, η κυρίαρχη αίσθηση είναι ότι το έργο μου είναι εθνικό υπό την έννοια του Σολωμού: επειδή είναι αληθινό είναι και εθνικό. Σας διαβεβαιώ ότι το έγραψα με το χέρι στην καρδιά, χωρίς σκοπιμότητες, χωρίς φιλοδοξίες, αλλά με μοναδική πρόθεση ο ανθρώπινος πόνος να μεταμορφωθεί σε αισθητικό αποτέλεσμα».


Ποια στάση κράτησαν οι άμεσα εμπλεκόμενοι, δηλαδή οι βετεράνοι πολεμιστές στην Κύπρο;


«Το βιβλίο αυτό γράφτηκε με αγάπη και πόνο γι' αυτούς. Αισθάνομαι ότι είμαι ένας από αυτούς, αν και δεν ήμουν κοντά τους, και επιθυμώ η τραγωδία τους να γίνει επιτέλους γνωστή. Μέχρι στιγμής, έχω δεχθεί τηλεφωνήματα από βετεράνους, που θεωρούν ότι το βιβλίο εκφράζει την πραγματικότητα και την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Εκείνοι που σιωπούν, ελπίζω να αισθάνονται ότι το βιβλίο τούς αγκαλιάζει κι ας σχηματίσουν όποια εντύπωση γι' αυτό, εάν και εφόσον το διαβάσουν».


Συμφωνείτε μ' αυτό που κατά κόρον γράφτηκε, ότι το μυθιστόρημά σας είναι μία αναφορά σ' ένα δικό μας «Βιετνάμ»;


«Είναι Βιετνάμ ως προς τις συνέπειες των Ελλαδιτών, που έλαβαν μέρος στο πεδίο της μάχης, μακριά από τον κυρίως χώρο της Ελλάδας. Από την άλλη μεριά δεν είναι Βιετνάμ, γιατί πολέμησαν σε χώρο του Ελληνισμού, όπως είναι το έδαφος της Κύπρου, υπερασπιζόμενοι τον Ελληνισμό, δυστυχώς κάτω από αντιφατικές, παρανοϊκές και αλλοπρόσαλλες διαταγές τής τότε ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας της χούντας».



Ποιος τελικά ήταν ο εχθρός: οι Τούρκοι εισβολείς ή το καθεστώς του Μακαρίου;


«Τον Ιούλιο του 1974 υπήρχαν στην Κύπρο δύο χιλιάδες Ελλαδίτες αξιωματικοί και στρατιώτες, πολλοί από τους οποίους στελέχωναν την Κυπριακή Εθνοφρουρά. Είναι αναμφισβήτητο ότι η προπαγάνδα που γινόταν στους απλούς στρατιώτες στις μονάδες της Εθνοφρουράς, αλλά και της ΕΛΔΥΚ, κατέτεινε να θεωρείται εχθρός ο Μακάριος και τα περί αυτόν ένοπλα σώματα (εφεδρικό σώμα, αστυνομία, αλλά και καπετανάτα, δηλαδή ιδιωτικός στρατός προσκείμενος σ' αυτόν) αλλά αγνοούσαν τελείως την πιθανότητα να κινδυνέψει η Κύπρος από εξωτερική εισβολή της Τουρκίας.



Γι' αυτό ακριβώς η τουρκική εισβολή ακόμη και σε πολλούς ανώτατους αξιωματικούς φάνηκε σαν απίστευτο γεγονός. Αρνούνταν να το συνειδητοποιήσουν ακόμη κι όταν οι Τούρκοι έστησαν το προγεφύρωμα στην Κερύνεια. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν σποραδικά και ασυντόνιστα να βάλλουν πυρά δύο ώρες μετά την ανενόχλητη αποβίβαση των πρώτων Τούρκων στρατιωτών στο κυπριακό έδαφος».


Στο βιβλίο σας ανατρέπεται η κυρίαρχη άποψη ότι η χούντα του Ιωαννίδη ενήργησε προδοτικά για την Κύπρο;


«Μακάρι ο Ιωαννίδης και οι περί αυτόν να ήταν ικανοί πνευματικώς να διαπράξουν προδοσία. Πιστεύω ότι η προδοσία θα είχε πολύ μικρότερες συνέπειες από την ανοησία που επέδειξαν, και λέω ανοησία λίαν επιεικώς, ενώ η πραγματική λέξη που την αποδίδει είναι "μαλακία"».


Το μυθιστόρημά σας έχει ένα υπαρξιακό στίγμα, πέρα από εθνικά σύνορα και πατριωτικά συνθήματα;


«Το πραγματολογικό υλικό μπορώ να το θεωρήσω σαν έναν διάδρομο απογείωσης, από τον οποίο το μυθιστόρημα απογειώνεται. Κι όταν πάρει το ύψος του, εκεί ακριβώς δείχνει να είναι ένα μυθιστόρημα για την περιπέτεια του ανθρώπου, για κάθε πόλεμο και για κάθε Κύπρο».


Αντιμετωπίζετε με κριτικό μάτι τη σημερινή στάση μιας μερίδας των Κυπρίων, που προτιμούν να ξεχάσουν την εισβολή υπέρ μιας σύγχρονης υπερτίμησης του πλούτου;


«Είναι γεγονός ότι την Κύπρο την πονούν όλο και λιγότεροι Ελλαδίτες, όλο και λιγότεροι Κύπριοι».


Τριάντα πέντε χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο. Σε ποιο βαθμό είμαστε ακόμη όμηροι παρεξηγήσεων και παρανοήσεων αναφορικά με το κυπριακό πρόβλημα;


«Η προσέγγιση και συνειδητοποίησή μας του κυπριακού ζητήματος ή προβλήματος είναι το βάδην επί ταινιοδρόμου γυμναστηρίου. Παρά τα όποια και τα όσα φαινομενικά βήματα γίνονται, παραμένουμε στο ίδιο σημείο. Εξακολουθούν να υπάρχουν οι ίδιες προλήψεις, η ίδια μονομέρεια αντιμετώπισης των πραγμάτων και δεν διαφαίνεται το θάρρος εκείνο που απαιτείται από λαό και ηγέτες να δώσουν τη λιγότερο οδυνηρή, αλλά την αναπόφευκτα οδυνηρή λύση».


Καλώς ή κακώς δεν ψήφισε ο κυπριακός λαός το Σχέδιο Ανάν;


«Πάντως η Ελλάδα, κατά το μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, επιθυμούσε να ψηφιστεί το Σχέδιο Ανάν, για να δοθεί ένα τέλος, πιστεύοντας στη δυναμική των Ελληνοκυπρίων που γρήγορα θα υπερκάλυπταν τα δυσμενή και επώδυνα σημεία του σχεδίου. Από την άλλη πλευρά, οι Κύπριοι, που έχουν δοκιμάσει παρόμοια συστήματα επίλυσης του Κυπριακού, παραδείγματος χάρη της Ζυρίχης και του Λονδίνου, κατανοούν ότι και η περιπλοκή του Σχεδίου Ανάν με τις άπειρες διατάξεις, ασάφειες και σκοπιμότητες θα οδηγούσε και πάλι σε μία νέα ενδοκοινοτική σύγκρουση. Ετσι, λοιπόν, αυτή τη στιγμή ισχύει το κατά το δυνατόν, μακριά και αγαπημένοι».




Και ένα πολύ μικρό απόσπασμα από την πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση του βιβλίου στο HOMA EDUCANDUS  από την καλή μου φίλη , τη Δανάη.


"Κι εδώ θα ξεχωρίσω το κεφάλαιο 12. Σελίδες 221 - 223. Φαινομενικά άσχετες με τα υπόλοιπα που έχεις διαβάσει ως εκεί. Και όμως εκεί κρύβεται το κλειδί της ανάγνωσης ολόκληρου του βιβλίου. Από κει μάλιστα και μετά θες δε θες μπαίνεις στην ιστορία και γίνεσαι ένα με όσα διαβάζεις. Ακόμη κι εσύ που μέχρι σήμερα δεν ήξερες τίποτε για την Κύπρο. Ο Γκουρογιάννης έχει καταφέρει πια να σε αδειάσει και σένα με το "οικοδομικό του καρότσι" μέσα στην κολυμπήθρα... 


Και τι κολυμπήθρα! 


"... είναι μια παλαίστρα με σκατά. Όσες αρωματικές δάφνες κι αν στρώσεις αποπάνω, η σκατίλα δε φεύγει. Την έχεις για πάντα στα ρουθούνια." (σελ. 270 )


Αντέχεις τη σκατίλα; Τότε να τολμήσεις να διαβάσεις το βιβλίο. Αλλιώς άστο... Στο λέω για να μην παρασυρθείς από το κόκκινο. Η ουσία είναι στο πράσινο. Στο σκατουλί... Στην αηδία για τις μαλακίες που έγιναν στην Κύπρο. Κι όχι στους θανάτους και τους τραυματισμούς. 


Είναι αυτό το φοβερό που βίωσαν εκεί κάτω οι Ελδυκάριοι. Οι Ελλαδίτες δηλαδή φαντάροι που μετείχαν στην ΕΛΔΥΚ, την Ελληνική Δύναμη Κύπρου. Κι έγινε το μυαλό τους παγοκολόνα. Και βαθύτατα ψυχαναλυτικά ο Γκουρογιάννης σημειώνει:


"Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι η ψύξη του μυαλού. Είναι η απόψυξη, που κρατάει χρόνια." (σελ. 264 )


Ουσιαστικά το βιβλίο παίζει τούτο το ρόλο. Της αναγκαστικής απόψυξης. Ο συγγραφέας τολμά να βάλει το χέρι του στον καταψύκτη που κλείσαμε εκείνες τις μέρες του καλοκαιριού του 74 και να τις ανασύρει βίαια κάτω από τον καυτό ήλιο της αλήθειας. " 

[Ο Βασίλης Γκουρογιάννης  γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Γρανίτσα Ιωαννίνων. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης. Από το 1977 εργάζεται ως δικηγόρος στην Αθήνα.Το 1985, από τις εκδόσεις το Δέντρο, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Από φωτογραφία βουνού. Το 1987, από τις Εκδόσεις Δωδώνη, κυκλοφόρησε η ποιητική σύνθεση Σχόλια σε ποίηση. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφόρησαν το 1990 τα αφηγήματα Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων, το 1992 το μυθιστόρημα Το ασημόχορτο ανθίζει, το 1995 η ποιητική σύνθεση Μήδεια, μια αιρετική εκδοχή του γνωστού μύθου, και το 1999 το μυθιστόρημα Ο θίασος των Αθηναίων. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Βέβηλη πτήση το 2003, η συλλογή διηγημάτων Από την άλλη γωνία το 2005 και το μυθιστόρημα Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή το 2009.]