Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 'Ηπειρώτες Λογοτέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 'Ηπειρώτες Λογοτέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Επεισόδια από τη διάλειψη του χρόνου


Αυτός ο άνθρωπος καταπλακώθηκε από τα βουνά. Στις πλάτες το Μιτσικέλι η Πίνδος η Μουργκάνα κι αυτός τρέχει τρέχει...Κ' είν' εκεί πάνω μια φωτιά που έχει φουντώσει από την εποχή των Γερμανών και της εθνοφρουράς του Γράμμου. Τρίζει το ελάτι στάζει το ρετσίνι κ' έχει παλαβώσει ο κυνηγός και το σκυλί του. Και μόνον ο νεκρός αντάρτης που μαρμάρωσε δεν κινδυνεύει.

Ένας αντάρτης περπατά στους δρόμους. Πέρασε διαγώνια την Ανεξαρτησίας κι απ΄την πύλη τ' Αρχιμαντρειού βρέθηκε να κοιτά την πόλη απ' τα υπερώα της Αγια - Τριάδας. Κ' η πόλη χύθηκε στους δρόμους να τον δει και δεν τον έβλεπε. Ψηλός κι αέτιος πετούσε απάνω απ' την ευθεία των ματιών. Ή διαλυμένος μες στο φως κόβοντας σαν λεπίδι την ανάσα των περαστικών αυτός κ' η γενειάδα του. Κ' ήταν στιγμές που σκύβαμε κεφάλι και κορμί να μη μάς πάρει η μπάλα. Έτσι ελικοδρομούσε αθέατος πιο χαμηλά και πιο ψηλά απ' τα όνειρα. Κ' ύστερα πάλι απ' τους σταυρούς της Περιβλέπτου κατηφόριζε αρχαγγελικός και μ' αλυσίδες αφανέρωτες απ' τη σπηλιά του Σκυλόσοφου γλίστρησε στη λίμνη για τ' αντικρυνά βουνά. Κ' εκεί ποια βάρκα τον περίμενε ποιας άγονης γραμμής το μονοπάτι πήρε κι αναλήφθηκε. Η ανάληψή του το πρωί συγκλόνισε και δίχασε την πόλη. Κι ο "  Παρατηρητής του Μέλλοντος" την άλλη μέρα έγραφε: Δίσκος ιπτάμενος διέσχισε τους ουρανούς της πόλης μας. Πέρασε διαγώνια και τα λοιπά και τα λοιπά...Να ξεχαστεί να φιμωθεί να γίνει παραμύθι για τους εξωγήινους το φάντασμα του προγραμμένου.

Ποτέ σαν να μην απελευθερώθηκε αυτή η πόλη. Κι αυτός ο δρόμος τι μυστηριώδης τι διπρόσωπος. Από τη μια μεριά τα εμπορικά μακρόστενα. Μέσα μορφές της δυναστείας και κυρίες μπαινοβγαίνοντας με κρινολίνα. Κ' έξω καρότσες του παλιού καιρού σταματημένες πριν απ' την κατάρρευση. Μορφές του απομεσήμερου έτοιμες για ανάληψη. Μα απέναντι βασανισμένα σώματα σε σιωπηλή ταλάντευση. Χρώμα γαλβανισμένου δίσκου και τροχού που στρέφει κατακόκκινος κι αόρατα σφυριά σ' όλες τις πόρτες. Κορμιά γυμνά των χαλκουργών σκυμμένα απάνω από την πίσσα. Κι ο γιος του Πελλερέν μ' ένα ζικ - ζακ πέρασε ανάμεσα και χάθηκε. Πίσω του ράγισε η εποχή και στ' άνοιγμα του δρόμου φάνηκε η πομπή. Και κορυφαία της πομπής η άναρχη τρεμάμενη μορφή της Ευτυχίας Πρίντζου.

Γιάννης Δάλλας , από τη συλλογή Το τίμημα, Κείμενα, Αθήνα 1981.


Το διάβασα στην επιλογή κειμένων  Μια πόλη  στη λογοτεχνία , Γιάννενα, σε επιμέλεια Χριστόφορου Μηλιώνη, που εξέδωσε το Μεταίχμιο το 2002.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Καληνύχτα Μαργαρίτα


Του Γεράσιμου Σταύρου από το διήγημα "Μαργαρίτα Περδικάρη" του Δημήτρη Χατζή
 Παίζουν με τη σειρά που εμφανίζονται Ντίνα Κώνστα, Πέτρος Ζαρκάδης, Βάσος Ανδρονίδης, Έρση Μαλικένζου, Εύα Μουστάκα, Τάσος Κωστής, Έλλη Φωτίου, Χρήστος Κελαντώνης, Αθηνά Μιχαλακοπούλου, Πάνος Αναστασόπουλος, Στέφανος Ληναίος, Σταύρος Ξενίδης, Χριστίνα Στόγια Μουσική Σπήλιος Μεντής
Σκηνοθεσία Στέφανος Ληναίος 
Από την εκπομπή "Το θέατρο της Δευτέρας"
Το διήγημα Μαργαρίτα Περδικάρη μπορείτε να διαβάσετε εδώ

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

" Και τούτος διαολισμένος τόπος είναι!" συλλογίστηκε.


[...] Κατηφόρισε να διασχίσει τον κάμπο της Δωδώνης, να κάνει μια ερώτηση εδώ , να πάρει την κρυάδα, κι από κει να φύγει πάλι όλο δυτικά, να φτάσει στο χάνι Τζεμαλή Αγά, κι ύστερα από ώρες να γυρίσει πάλι στα Τσαμοχώρια. Άκουγε από κει βουητό και το άκουγε  με τον ασύρματο της μέλισσας, μίλια μακριά. Όλα εδώ του φαινόνταν περίεργα και κάπως τον φοβίζαν. Πρώτη φορά είδε ανάποδη  πόλη και μαντριά τσιμεντόχτιστα σαν οχυρά. Μα κι όταν έφτασε στη μέση του κάμπου, στάθηκε πάλι με απορία μπροστά σε κάτι ογκώδη περίεργα κτίσματα. Σίγουρα ήταν παλιά, μα δεν καταλάβαινε αν είναι μισοχαλασμένα ή μισοαρχινισμένα. Έβλεπε ένα πλακόστρωτο αλώνι κι απάνω απ' αυτό άπλωναν σαν κύματα αμέτρητα σειρές σκαλοπάτια, που όμως δεν έβγαζαν σε κανένα κάστρο ή παλάτι! Δεν μπορούσε να καταλάβει. Σκέφτηκε μήπως κι εδώ οι μαστόροι δούλεψαν με ανάποδη τεχνική κι άρχισαν το παλάτι από τις σκάλες! Μπορεί όμως να ήταν αλώνι όπου οι παλιοί αλωνίζαν τα σιτάρια του κάμπου και σε τούτα τα σκαλοπάτια λιάζαν τα χερόβολα. Δεν άργησε όμως ν' ακούει την ανάσα του βαθιά και μακρόσυρτη, σαν να παλεύει με γυναίκα, και τ' αλαφροπάτητα βήματά του ν' αντιλαλούν. Το βρήκε παιχνίδι στην αρχή κι έτριβε ξερόφυλλα στα δάχτυλα για ν' ακούει θόρυβο σαν να σωριάζεται βαλανιδιά. Άνοιξε και το στόμα να τραγουδήσει και τότε του φάνηκε ότι θα τον άκουσαν απ' την Παραμυθιά! Βγήκε ανήσυχος έξω στις χωραφιές. " Και τούτος διαολισμένος τόπος είναι!" συλλογίστηκε. "Εκτός κι αν στ' αλώνι στεκόταν κανένας καλός και τραγουδούσε και οι παλαιοί μαζεύονταν στα σκαλοπάτια απ' όλα τα χωριά και τον άκουγαν. Μα στ' αλήθεια θα κάναν τόση δουλειά και θα χτίζαν τόσο καλοπελεκημένο λιθάρι για χοροστάσια;" Το' βγαλε κι αυτό απ' το νου του.

    " Πού ρωτάνε;" απευθύνθηκε σ' έναν ξυπόλυτο και ξαπλωμένο κι εκείνος, χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια , του' δειξε με το άπλυτο πόδι προς μια βαλανιδιά.
Πήγε προς τα εκεί πατώντας ένα μονοπατάκι στρωμένο με τσακίσματα από μυκηναϊκά αγγεία. Αυτά που αγόραζαν οι αρχαίοι Βλάχοι απ' τα λιμάνια του Ιονίου κι όταν ανεβαίναν στην Πίνδο να ξεκαλοκαιριάσουν, τα χαρίζαν στο Θεό. Τον ρωτούσαν και απαντούσε, τους ρωτούσε και απαντούσαν. Παράμερα έβλεπε μολύβδινες πλάκες με χαραγμένα γράμματα. Ενώ σίμωνε προς το δέντρο, άκουγε απ' αυτό ψιθυρισμούς, χωρίς όμως να βλέπει εκεί κανένα να ρωτήσει.
" Υπάρχει εδώ κανένας;" φώναξε παραξενεμένος.
Μόνο το δέντρο θορυβήθηκε, σχεδόν σείστηκε, σαν να ήταν  η φωνή του πετριά που ρίχτηκε απάνω του και φτερουγίσαν χιλιάδες φωλιασμένα πουλιά. Άκουγε φτερακισμούς, όμως κανένα πτηνό δεν ξεφωλιάστηκε. Παρατηρούσε με έκσταση το δέντρο κι αυτά που αρχικά νόμιζε άρρωστα καφεκόκκινα φύλλα ή φύλλα γηραλέου δέντρου είχαν απάνω νεύρα ζωντανά! Λοιπόν ήταν αναρίθμητες γλώσσες που συγκρατιόνταν από μίσχους, όπως στου Αχέροντα τα δέντρα κρατιόνταν οι φωτογραφίες! Κάτι πήγε να πει κι αυτό πάλι αναταράχτηκε. Πλαταγίζαν οι γλώσσες διαμορφώνοντας ανθρώπινες λέξεις και ήχους. Μέσα στον καταρράχτη του ήχου έπιανε ανακατωμένα ελληνικά, αρβανίτικα, βλάχικα, τούρκικα. Κι άλλη γλώσσα σαν ν' ακουγόταν απ' τα ψηλά κλωνάρια, που αυτός όμως δεν την είχε ξανακούσει. Του μοιάζαν κάπως με αρβανίτικα, αλλά δεν ήταν. Άκουγε: "γαρ", "Ζευς εστί",
 " ανιπτόποδες", " Πελασγικέ" κι άλλα ακατανόητα. Τέτοιο αλαλούμ μονάχα στο καφενείο του Τριαντάφυλλου στην Παραμυθιά, μπορούσε κανείς ν' ακούσει!. Όταν ο θόρυβος καταλάγιασε, αποφάσισε να ρωτήσει τον καημό του.
" Γυρεύω ένα στραβοπόδη χορευτή. Έχει πολλές προσωπίδες και μία του μου μοιάζει. Πού θα τον τσακώσω;"
Μόλις τελείωσε, αντήχησε σωστό χαλάζι απάνω σε ξερόφυλλα. Γλώσσες διεγερμένες, φιδίσιες, τινάζαν ήχους, αργοκίνητες, αγελαδινές, έπλαθαν λέξεις, περιστερίσιες, γουργούριζαν! Πριν λιώσει όλο αυτό το χαλάζι και γίνει νερό και χαθεί, προσπαθούσε να συγκρατήσει κανένα σπυρί, μα ό,τι κάπως συγκρατούσε τ' αυτί του ήταν πρωτάκουστες , άσχετες λέξεις: " Εφύρα", Απολλωνία"," Θυάμιδες",
 " Ελλοί", " Επίδαμνος". Όταν το δέντρο ησύχασε, δεν του απόμεινε τίποτε στο κεφάλι.
" Τσεκούρι που σου χρειάζεται!" φοβέριξε και γύρισε.
Ζήτησε το λόγο από τον ξαπλωμένο:
" Γιατί μ' έστειλες στο στοιχειό; Εγώ το ρωτούσα ανθρωπινά κι αυτό μου τσαμπούναγε..."γαργάρ"! "
"Αφού κι εσύ στοιχειό είσαι!"
" Κι εσύ πώς το ξέρεις, αφού δεν άνοιξες μάτια να με δεις;"
"Και τι μ' αυτό; Τα σκουλήκια, που' ναι τυφλά, έχασαν ποτέ το δρόμο; Αυτοί όμως που έχουν μάτια βλέπουν πολλούς δρόμους και παίρνουν τον λαθεμένο!"
"Καλά, κι εσύ πώς με γνωρίζεις;"
" Γι' αυτό είμαι ξαπλωμένος με το ποδάρι στο χώμα!  Νιώθω τρανταγμούς. Μόλις ζύγωνες, είπα: Τώρα σιμώνει ακόμα ένα τέρας, πο' χει βάρος για δυο κορμιά και το βαστά μόνο σε δυο ποδάρια!"
"Αν έτσι μάντεψες, θέλεις κι εσύ τσεκούρι όπως το δέντρο σας. Εξαπατάτε τους πονεμένους πο' ρχονται απ' άκρη τόπου να ρωτήσουν! "
" Δε φταίει τίποτα ο Θεός! Κάτι τέτοιοι σαν και εσένα τον μπερδέψατε και απαντάει άλλα αντ' άλλων! Εσείς ρωτάτε για το μέλλον κι αυτός απαντά για το παρελθόν".
"Σε τι φταίξαμε το λοιπόν; Μαντείο έχει, αυτή είναι η δουλειά του! Όταν παίρνει τα χρυσά κύπελλα και τα κανάτια, είναι καλά;"
" Είναι προσβολή για το Θεό να του ζητάτε εξ αρχής το ασήμαντο, το εύκολο. Να σας δείξει δηλαδή μια ώρα αρχύτερα αυτά που έτσι κι αλλιώς έρχονται και θα τα δείτε! Ο Θεός πρέπει πρώτα να φανερώσει ό,τι συναντήσατε και δεν το αντιληφθήκατε ή είδατε μόνο την αστραψιά του, όπως του ψαριού που υψώνεται πάνω απ' τα νερά, αλλά με το πρώτο σκίρτημα ξαγκιστρώνεται και χάνεται".
" Και τι θα με ωφελήσουν εμένα όλα αυτά;"
" Θα μάθεις έτσι να ρωτάς ή να σωπαίνεις".
" Άνοιξε τώρα τα μάτια σου να ιδείς ότι η ζυγαριά σου λαθεύει! Ένα κορμί κρατώ σαν όλους!"
" Αυτό το λες γιατί νιώθεις ελαφρύς! Η αγάπη δημιουργεί άνωση στα κορμιά, τα ελαφραίνει. Έτσι οι μανάδες σηκώνουν αγόγγυστα τα παιδιά, οι γυναίκες τους άντρες, και νομίζουν ότι τις βαραίνει πούπουλο, ενώ, αν δεν τους θέλουν, νιώθουν να τις πλακώνει βράχος, έτσι κι εσύ! Είναι κορμί σου και το θέλεις, ακόμα κι αν το μισείς. Αν όμως κάποια στιγμή σού πεθάνει, τότε θα με θυμηθείς. Θα καταλάβεις τι βάρος έχουν οι νεκροί!"
" Αυτά τα λες με τα σωστά σου ή θες να με ζουρλάνεις;"
" Όσοι φορτώνονται πληγωμένους τότε νιώθουν ότι τελειώσαν, όταν ξαφνικά τους κόβονται τα γόνατα απ' το βάρος".
" Λιγάκι ακόμα αν κάτσω στον τόπο σας, θα λαλήσω κι εγώ!"
Έτσι είπε κι απομακρύνθηκε βιαστικός προς τη δημοσιά. 



Βασίλης Γκουρογιάννης, Το ασημόχορτο ανθίζει, Καστανιώτης, 1996, 3η έκδοση

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Γιώργου Κοτζιούλα, Θέατρο στα βουνά*(2)



Το πρώτο βήμα

Είμαστε στο 1944, έβγα χειμώνα, στα ριζά των Τζουμέρκων. Η έδρα του κλιμακίου ΕΛΑΣ Ηπείρου - Δυτ. Στερεάς βρίσκεται στο Βουργαρέλι. Το Βουργαρέλι ήταν άλλοτε απ' τα καλύτερα χωριά, το πιο πολιτισμένο της περιοχής[...] το ελατόφυτο μεγαλοχώρι, το θαυμάσιο για παραθερισμό, μεταβλήθηκε σε πένθιμα χαλάσματα κι αποκαΐδια. Λίγα σπίτια μένουν ορθά[...]

Ήταν μια χειμωνιά διαβολεμένη. Αν κ' έμπαινε η άνοιξη πια, η βροχή και το χιόνι δεν εννοούσαν να κόψουν. Το νερόχιονο έμπαινε ως τα κόκκαλα, οι δρόμοι του χωριού ήταν παγωμένοι. Η γρίππη έδινε κ' έπαιρνε μες στους αντάρτες. Δεν είχαν ούτε ζάχαρη να κάμουν ένα ζεστό. Έβραζαν τσάι του βουνού με χαρουπόμελο, άμα βρίσκαν.

Εκείνες τις μέρες, έπειτ' απ' τη συμφωνία της Πλάκας, διαλύθηκε το Κλιμάκιο κ' έφυγε ο Άρης με τη συντροφιά του. Άφησαν εκεί την ΥΙΙΙ Μεραρχία με το στρατηγό Αυγερόπουλο, που είχε λάβει μέρος και στις χειμερινές  επιχειρήσεις. Θάμενε για ενίσχυση στα σύνορα του Αράχθου κ' ένα σύνταγμα θεσσαλικό. Απ' τη Θεσσαλία είχαν στείλει και τον καινούργιο καπετάνιο της Μεραρχίας τον Κόζιακα. Ήταν πανύψηλος, με ρούσα γένια, θεαματικός.

Πλησιάζε η 25 Μαρτίου κι οι αντάρτες ετοιμάζονταν για την εθνική εορτή. Θα γίνονταν επίσημη δοξολογία στην καμμένη εκκλησία, τον πανηγυρικό θα εκφωνούσε ο υπασπιστής της Μεραρχίας. Το απόγεμα θ' ακολουθούσε παράσταση με το "Να ζει το Μεσολόγγι" του Ρώτα. Το ετοίμαζαν οι νέοι του χωριού. Θα λάβαιναν και κοπέλλες, που ήταν αρκετά ξεβγαλμένες εκεί. Ξανάχαν παίξει, μού φαίνεται.

Λίγες μέρες πριν απ' του Ευαγγελισμού οι αντάρτες μού ζήτησαν κ' εμένα κάτι.
- Θ' απαγγείλω ένα ποίημα, τους είπα.
Τό ξέραν, αλλά δεν αρκούσε. Αυτοί θέλαν κάτι άλλο, που να βαστάει πιο πολύ.
- Έχουμε και το δράμα, τούς λέω.
Αυτού ζητούσαν να καταλήξουν κι αυτοί. Μού ζητούσαν να γράψω κ' εγώ ένα ανάλογο. Εκείνο ήταν παλιό, για το Εικοσιένα. Το δικό μου θα μιλούσε για τα σημερινά. Όσο θέλαν ας κράταγαν και τα δυο, αυτοί δε βαριόνταν να τα παρακολουθήσουν.

Ήταν τόση η δίψα τους , τέτοια η απαίτησή τους, ώστε έπρεπε να υποχωρήσω. Και άρχισα να σκέφτομαι πώς να τα βγάλω πέρα, εγώ που ως τότε δεν είχα καταπιαστεί με το θέατρο, που δε θάχα δει ούτε είκοσι παραστάσεις σ' όλη τη ζωή μου. Αλλά κ' οι σύντροφοί μου είχαν δίκιο. Ποιος άλλος θα τους έγραφε αν όχι εγώ;

Κάθισα λοιπόν μ' εκείνον τον διαβολόκαιρο στην άκρη απ' τη γωνιά και συμπώντας τα ξύλα που έβγαζαν καπνό, σκάρωσα στα γρήγορα ένα θεατρικό διάλογο με τρία τέσσερα πρόσωπα, χωρίς δράση σχεδόν. Τού έβαλα και τίτλο: " Το καινούργιο Εικοσιένα".

Το διάβασα σε καναδυο και τούς άρεσε. Ανάλαβαν κιόλας να το παίξουν. Ακόμα έβγαλαν με καρμπόν και τρία τέσσερα αντίγραφα. Το ένα ήθελα να το πάρει μαζί του ο καπετάν Ερμής, του Ανεξαρτήτου συντάγματος, που βιαζόταν να φύγει την προπαραμονή της γιορτής.
Όταν έγινε η παράσταση , πάλι με χιόνι, με άθλιον καιρό, σ' ένα ακατοίκητο σπίτι σαν αχερώνα, σα χάνι, έπειτ' απ΄ το καθεαυτού έργο παίχτηκε και το δικό μου. Νόμιζα πως οι θεατές, στριμωγμένοι σε κάτι παλιοσάνιδα, άλλοι καθιστοί, άλλοι όρθιοι, ανάμεσα σε τσιγάρα και λάμπες που κάπνιζαν, νόμιζα πως δε θάχαν υπομονή να καθίσουν άλλο μέσα κει. Κανένας όμως δεν έλεγε να φύγει κ΄έμειναν όλοι ως το τέλος. Η πρόχειρη εκείνη  σκηνή μου τούς είχε κινήσει την προσοχή, με τη γλώσσα, το τοπικό χρώμα, κ' εγώ δεν ξέρω με τι.

Απάνω σ' αυτό ακούω μια φωνή, πολλές φωνές:
- Το συγγραφέα!...   Το συγγραφέα!...

Ποιος δαίμονας τούς είχε σφυρίξει αυτήν τη λέξη στ' αυτί; Πού ήξεραν αυτοί οι ορεσίβιοι από πρεμιέρες θεάτρων ! Μού φαινόταν άπρεπο, μα την αλήθεια, να γίνεται λόγος για κάτι που εγώ το είχα γράψει παίζοντας, σχεδόν για να τους ξεφορτωθώ. Κ' είναι ζήτημα αν είχαν γίνει δυο ή τρεις πρόβες.

Ωστόσο οι φωνές όλο μεγάλωναν. Ακούγονταν κι από δίπλα μου πια, όπου με βλέπαν. Τι να κάμω, ανέβηκα στη σκηνή! Κι' από κάτω βροντούσαν τα παλαμάκια, φώναζαν, σφύριζαν, (όχι βέβαια για ν' αποδοκιμάσουν), αξιωματικοί, καπεταναίοι, αντάρτες. Έπειτα  ήθελαν και λόγο.

Είχα συγκινηθεί πολύ απ' την υποδοχή τους, τόσο που αμφιβάλλω αν θα με συγκινήσει άλλη μου επιτυχία. Έβλεπα πως εργαζόμουν στη λογοτεχνία τόσα χρόνια χωρίς κάποια, έστω και ηθική ανταμοιβή. Το μόνο που κέρδιζε κανείς ήταν τα διφορούμενα των καλοθελητών. Και τώρα βρισκόσουν μπροστά σε μια γενική αναγνώριση, σε μια ατμόσφαιρα που πάλλονταν από ζωή. Έτσι αμοίβει το θέατρο τους εκλεχτούς του, άμεσα και ζωντανά. Ήταν να ντρέπομαι αλήθεια που υποτίμησα τόσο πολύ την αντίληψη του κοινού, που έδωσα τόσο λίγη σημασία στο γράψιμό μου. Θα έπρεπε να τούς αποζημιώσω το ταχύτερο με καλύτερη εργασία.

Αυτά περίπου τούς είπα, τέτοια υπόσχεση τούς έδωσα πάνω απ' τη σκηνή.

Και όλοι εκείνο το βράδι έμειναν ικανοποιημένοι.
Η «Λαϊκή Σκηνή» του θιάσου της VIII Μεραρχίας του ΕΛΑΣ σε περιοδεία στο Αγρίνιο (1945)
Την άλλη μέρα με κάλεσε ο νέος καπετάνιος μας στα γραφεία της Μεραρχίας. Μού ζήτησε πληροφορίες  για να μάθει ποιος είμαι. Ήταν φοιτητής της νομικής, αλλά δεν παρακολουθούσε  τα γράμματα. Δουλειά του είχε να μαζεύει αντάρτες και να πολεμάει.
- Άκουσε, μού λέει ο Κόζακας. Εγώ δεν ξέρω πολλά λόγια. Απ' αυτό που είδα φαίνεται  πως κάτι έχεις μέσα σου. Εμείς τους τίμιους τεχνίτες, εκείνους που βοηθάν το λαό, ξέρουμε να τους εχτιμάμε. Δούλεψε λοιπόν, γράψε κι άλλα, εδώ είμαστ' εμείς.

Με παρακινούσε κι αυτός να συνεχίσω.

Αλλά πιο επίμονος ήταν ένας άλλος, περαστικός από κει, φιλοξενούμενος μας. Τον έβλεπα για πρώτη φορά, λεγόταν Δημήτρης Καλλιτέχνης. Το δεύτερο ήταν ψευδώνυμο του, αργότερα έμαθα το πραγματικό του. Αυτός μ' έναν άλλο, το Γιάννη Νισύριο, περιόδευαν τα τμήματά μας και τα χωριά παίρνοντας αράδα φωτογραφίες με κάτι ειδικές μηχανές.  Ανήκαν στο κινηματογραφικό συνεργείο του Γενικού Στρατηγείου. Είχαν συγκεντρώσει αμέτρητο υλικό, από τα έμψυχα και άψυχα του αγώνα, μα δεν ξέρω αν διασώθηκαν  από τόσες καταστροφές. Τέτοιες αυθεντικές μαρτυρίες θάταν διδάγματα και για τις μέλλουσες γενιές.

Ο Δημήτρης λοιπόν, που κοντά στην άλλη του εργασία έπαιρνε και ωραία σκίτσα των αγωνιστών, κυνηγώντας από δω κι από κει γιατί δεν ευκαιρούσαν, όταν χωριζόμασταν μού είπε:
- Από σένα απαιτώ να μην αφήσεις το θέατρο. Δεν ξέρω τί άλλα κάνεις, αλλά έχουμε ανάγκη από θέατρο. Είδες πόσο τούς άρεσε, πόσο σε χειροκρότησαν προχτές;

Με την ευκαιρία μού αποκάλυψε πως  εκείνο το ανέβασμά μου στη σκηνή το είχε προκαλέσει ο ίδιος. Υπολόγιζε στην εντύπωση που θα μούκανε και κοίταζε, λέει, να με γλυκάνει. Ήξερε κι αυτός από τέτοια, ήξερε πόσο κολακεύονται οι καλλιτέχνες. Ήθελε να με δέσει, να μού κάμει συμβόλαιο με το κοινό. Γι' αυτό είχε δώσει ο ίδιος το σύνθημα για τα χειροκροτήματα.

Έφυγε με τη βεβαίωση πως δε θα σταματούσε τη δουλειά μου.

Πραγματικά μες στον Απρίλη έγραψα δυο τρία μονόπραχτα, πιο επιμελημένα πια, με θέματα απ' τον αγώνα. Ένα απ' αυτά, " Ο υπεύθυνος", που είχε και στοιχεία κωμωδίας το έπαιξε η ίδια ομάδα ερασιτεχνών στο  Βουργαρέλι. Παίχτηκε την ημέρα τ' Αηγιωργιού, ενώ εγώ έλειπα σε περιοδεία, με το γιατρό της Μεραρχίας. Έμαθα όμως αργότερα πως είχε κι αυτό επιτυχία. Όλοι απ' το χωριό γέλασαν με την καρδιά τους. Ο λόγος ήταν πως το θέμα το είχα πάρει από κει, με ήρωες γνωστά πρόσωπα, με υπαινιγμούς που εύκολα τούς νιώθαν.

- Τί να τού κάμω που δεν είναι εδώ! φοβέριζε κατόπι στ' αστεία η κυρά Θυμία, η γερόντισσα πού κοιμόμουν στο σπίτι της. Τού άναβα τη φωτιά και πυρωνόταν κι αυτός συνομπόλιαζε τόνα και τ' άλλο. Ακόμα και τον Ιταλό που έχω στο κατώι, κι αυτόν τόν έβαλε μέσα. Κ' εκείνος ο αχαΐρευτος ο Γιώργο Μιχαλάκης που με το μαντήλι στο κεφάλι και με τα γυαλιά στα μάτια σκούπαγε τάχα απάνω στα σανίδια κι όλο μελέταε τη φωτιά και σωμό δεν είχε! Κ' οι άλλοι γέλαγαν από γύρω κ' εγώ δεν είχα τόπο να σταθώ. Αχ, δεν θα ματάρθει ποτέ στην πόρτα μου, θα του δείξω εγώ! ψευτομάλωνε η αξέχαστη κυρά Θυμία.

Κατά βάθος όμως ήταν ευχαριστημένη κι αυτή κι όλοι οι χωριανοί. Όταν ξαναπέρασα από κει μού ζητούσαν θέατρο πάλι.

Πρέπει όμως να σημειωθεί και κάτι άλλο. Το μισό της επιτυχίας οφειλόταν στους ηθοποιούς, σε δυο τρεις απ' αυτούς. Κι αν είχε σταθεί εκείνο το πρώτο κομμάτι , χρωστούσα την επιτυχία του σ'ένα απ' τα πρόσωπα του διαλόγου, τον αμίμητο Δημήτρη Γούλα, χωριάτη 50 περίπου χρονώ. Μόλις άνοιγε εκείνος το στόμα του, ξεραίνονταν όλοι στα γέλια. Τόσο έμφυτη, αβίαστη τού  ήταν η ηθοποιΐα. Ήταν εξασκημένος όμως κι από παλιότερες παραστάσεις , στο Ρωτόκριτο και άλλα.

Έβλεπα τώρα με τα μάτια μου πως στο θέατρο το ένα σκέλος είναι ο συγγραφέας, το άλλο ο ηθοποιός. Και για να καλοπιάσω το μουστακάτο Δήμο Γούλα, που είχε αδυναμία στις λιχουδιές, τον κρυφοφίλεψα, κάμποσες χούφτες σύκα και σταφίδα απ' τη φτωχή μας επιμελητεία.



* Αυτός είν' ο τίτλος των αφηγήσεων του για τη "Λαϊκή Σκηνή" θέατρο που έφτιαξε ο ίδιος κατά την περίοδο της κατοχής στην Ήπειρο και έδινε παραστάσεις ως τη Δυτική Στερεά Ελλάδα  και τα νησιά του Ιονίου. Τα έργα που έπαιζε η "Λαϊκή Σκηνή" της ΥΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ γράφτηκαν από το Γιώργο Κοτζιούλα και είναι αρκετά.

Η αφήγηση είναι δημοσιευμένη στην Επιθεώρηση Τέχνης του Μαρτίου - Απριλίου 1962 ,στο  τεύχος 87-88, που είναι αφιερωμένο στην Αντίσταση.



Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Χρήστος Χρηστοβασίλης, Το Κάστρο της Νεράιδας

  
Το Κάστρο της Νεράιδας
(Παλιά ιστορία σε καινούργιο παραμύθι)



 Μια φορά κι έναν καιρό, τον παλιόν καιρό, ζούσαν μέσα στες θάλασσες, στες λίμνες και στα ποτάμια κάτι πανώριες κορασιές χωρίς νάχουν μάννα και πατέρα ή κι' αδέρφια που δεν γέραζαν ποτέ, όσα χρόνια κι' αν περνούσαν από τα πάνω τους, κι' αυτές οι κορασιές λέγονταν Νεράιδες.
    Σ' εκείνα τα μακρυνά χρόνια, που ζούσαν οι Νεράιδες στα διάφορα στεκούμενα νερά, ζούσαν κι άλλες πανώριες κορασιές, μέσα στ' απάτητα λόγγα, στα λαγκάδια και γύρα στες κρουσταλλένιες και καθαρογάργαρες βρύσες και στες νεροσυρμές, οι Ξωτικές, κι αυτές χωρίς μάννα και πατέρα κι αδέρφια, που δεν γνώριζαν ποτέ τα γεράματα κι είχαν απάνω-κάτω τα ίδια ιδιώματα με τες Νεράιδες.
    Καμμιά φορά Νεράιδες  και Ξωτικές, που θεωριώνταν συναμεταξύ τους ως πρωτοξαδέρφες, ανταμόνονταν, όπως τες έφερναν οι άνεμοι: ή στη θάλασσα και στες λίμνες, αν ο άνεμος είταν βουνίσιος, ή στους λόγγους αν ο άνεμος είταν θαλασσινός. Τότε γένονταν μεγάλο πανηγύρι και μεγάλη χαροκοπιά[....]
    Τον καιρό εκείνο, που είχαν τα ποτάμια, οι λίμνες κι οι θάλασσες Νεράιδες, και τα λόγγα, οι λαγκαδιές, οι νεροσυρμές κι οι βρύσες Ξωτικιές, υπήρχαν κι εδώ στη λίμνη μας τέτοιες Νεράιδες και στα λόγγα μας, στα λαγκάδια μας, στες νεροσυρμές μας και στες βρύσες μας τέτοιες Ξωτικές....
    Τον καιρό εκείνο, που υπήρχαν οι Νεράιδες κι οι Ξωτικιές στα νερά και στα λόγγα, δεν είταν ακόμα χτισμένα τα Γιάννινά μας αυτού, που βρίσκονται σήμερα. Δεν υπήρχε καθόλου πολιτεία με τέτοιο όνομα. Υπήρχε όμως μια παλιά πολιτεία, κάτω από το Κάστρο των Ελλήνων, που λέγεται σήμερα Καστρίτσα και τώχε γκρεμίσει η Μονοβύζα πριν από πολλά - πολλά χρόνια. Αυτή η πολιτεία λέγονταν Εροιβιά. Την ώριζε ένα πανέμορφο βασιλόπουλο, μ' όλον τον τόπο: βουνά και κάμπους, που βρίσκονταν ολόγυρα. Αυτό το βασιλόπουλο, ενώ είχε όλα τα καλά του και τ' αγαθά του ως βασιλειάς, στέρνες γεμάτες φλωριά, αμέτρητα κοπάδια γιδιπρόβατα, χιλιάδες αλογοφοράδια, μουλάρια και βώδια, δεν γνώριζε καλή μέρα. Τώτρωγε μέρα-νύχτα η πίκρα την καρδιά. Δεν γελούσε, δεν τραγουδούσε, δεν χαίρονταν τα νειάτα του και δεν παντρεύονταν, γιατί δεν μπορούσε να βρη γυναίκα της αρεσιάς του, τη γυναίκα, πώβλεπε κάθε νύχτα στον ύπνο του. Περβάτησε Ανατολές και Δύσες γυρεύοντας την , αλλά δεν την απαντούσε πουθενά, όπου κι αν πήγαινε όπου κι αν γύριζε.[ ..]
     Ένας παλιός δούλος του παλατιού του, εκατοχρονιάρης, βλέποντας το βασιλόπουλο να μαραίνεται μέρα με την ημέρα, τον πόνεσε η καρδιά του και τον ρώτησε:
[.....]- Γιατί δεν γελάς και δεν χαίρεσαι, μον στέκεις πάντα μελαγχολικός και μαραίνεσαι;. Πες μου τον καϋμό  σου, γιατ' είμαι εκατό χρονών γέροντας κι έχουν ιδεί πολλά τα μάτια μου στη ζωή μου και ξέρω πολλά πράγματα...Ίσως μπορέσω να σου δώκω καμμιάν ορμήνεια....
        - Αγαπώ μια πανέμορφη κορασιά, πλειό ώμορφη κι απ' τον αυγερινό, και τον αποσπερίτη, πλειό ώμορφη κι απ' τη χρυσαυγή...Μια κορασιά, που την βλέπω κάθε νύχτα στον ύπνο μου, κι έχω γυρίσει όλον τον κόσμο, Ανατολή και Δύση, και δεν μπόρεσα, ούτε μπορώ να την βρω!... Τι τα θέλω, λοιπόν, τα καλά , πώχω; Τι την θέλω τη ζωή, αφού δεν μπορώ να βρω και ν' αποχτήσω εκείνη, που κάνη την καρδιά μου να ματόνη; Καλύτερα να πεθάνω , μια για πάντα, παρά να πεθαίνω κάθε μέρα και να ζω έτσι που ζω, πεθαμένος κι άθαφτος!
      Τότε του απάντησε ο γέρος:
          - Αφού δεν σου αρέσει καμμιά γυναίκα στον Κόσμο, τότε να προσπαθήσης και να μπορέσης να πάρης καμμιά Νεράιδα για γυναίκα σου. Δύσκολο πράγμα αυτό, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να βρης και να πάρης την γυναίκα που εινορεύεσαι. Για να το κατορθώσεις αυτό, πρέπει να πας μια νύχτα, πριν τα μεσάνυχτα σε μιαν ακρολιμνιά της Λίμνης μας, πριν βγουν οι Νεράιδες να στήσουν το χορό τους και να κρυφτής σ' έναν καλαμιώνα, έτσι που να μην μπορεί να σε ιδή μάτι και να περιμένης εκεί ως που να βγούν, κατά τη συνήθειά τους από την Λίμνη, να ρίχνουν τους πέπλους τους απάνω στα καλάμια και ν' αρχίζουν να χορεύουν, και τες ακούσης να τραγουδούν, να πεταχτής απ' την κρυψώνα σου, σαν γεράκι γλήγορος και ν' αρπάξης έναν πέπλο, όποιο κι αν είναι, από τ' απλωμένα στα καλάμια και να φύγης προς το παλάτι σου[...]Φτάνοντας στο παλάτι να πετάξης αμέσως τον πέπλο στη φωτιά να γένη στάχτη...Τότες η Νεράιδα εκείνη θα γένη γυναίκα σου!
        Ακούοντας αυτά τα λόγια το βασιλόπουλο, πήγε την ίδια νύχτα σε μια ακρολιμνιά[...] την ώρα που βγήκαν οι Νεράιδες από τη Λίμνη[...] κι άπλωσαν τους πέπλους[...] αυτό πετάχτηκε[...]άρπαξε έναν πέπλο[...] και δρόμο , σαν αλάφι, για το παλάτι του.
       Βλέποντας αυτό η Νεράιδα[...]έτρεξε σαν τρελλή, από κοντά του, παρακαλώντας και κλαίγοντας, να της τον δώκη, αλλά πού της τώδινε αυτός, και τη στιγμή , που μπήκε στην αυλή του παλατιού του, αυτός μπροστά κι εκείνη πίσω, βρήκε τους ζυμωτάδες να ζυμώνουν ψωμί και τους φούρνους αναμμένους κι έρριξε τον πέπλο της Νεράιδας σ' έναν από τους αναμμένους φούρνους, κι έγεινε στάχτη.
      Τότε η Νεράιδα έπαψε τες παρακάλιες και τα κλάματα, έπεσε στα γόνατα του, κι ώμωσε ότι γένονταν γυναίκα του. Το βασιλόπουλο την κύτταξε τότε κατάματα την Νεράιδα στο πρόσωπό της, την γνώρισε ότι είταν εκείνη, πώβλεπε τόσον καιρό στα είνορά του, και, μαγεμένος από την άρρητη ωμορφιά της, διαλάλησε την άλλη μέρα σ' όλο το Βασίλειο του, ότι βρήκε την γυναίκα, που γύρευε, κάλεσε στον γάμο όλη την αρχοντολογιά άντρες , γυναίκες και παιδιά, κι έγεινε ο γάμος κι χαρά που βάσταξαν βδομάδες....
     [...] Γενόμενη βασίλισσα η Νεράιδα , βαφτίστηκε Χριστιανή Ορθόδοξη κι ωνομάστηκε Γιάννω[...]
      Η Νεραϊδοβασίλισσα Γιάννω, είταν, κατά το φαινόμενον μόνον ευτυχισμένη κι ευχαριστημένη με τη νέαν κατάσταση της ζωής της[...]
    [...] Μια μέρα την έπιασε ο Βασιλειάς ν' αγναντεύη την Λίμνη, να κλαίγη και να μοιρολογάη και να τρέχουν τα δάκρυα της , σαν βρύσες, απάνω στα κάτασπρα μάγουλά της.
        - Δεν μ' αγαπάς, Βασίλισσα γυναίκα μου, της είπε. Δεν μ' αγαπάς...
        - Σ' αγαπώ, άντρα μου Βασιλειά, του απάντησε εκείνη, σ' αγαπάω και σε λατρεύω, αλλά με τρώει κι ο πόνος των τριάντα εννιά αδελφάδων μου, που τες ξεχωρίστηκα και τες έχασα έτσι έξαφνα κι αναπάντεχα...
      - Αλλ' αφο'υ κάηκε ο πέπλος σου και δεν μπορείς να ζήσης πλειό μαζή τους , μέσα στα νερά της Λίμνης, όπως ζούσες έναν καιρό, γιατί κλαις στα χαμένα;
       - Αλήθεια λές, άντρα μου Βασιλειά, θα μπορούσα όμως να παρηγορηθώ λίγο , αν μώχτιζες ένα παλάτι απάνω σ' εκείνον τον μεγάλο βράχο, που βρίσκεται ψηλά από την λίμνη κι αντίκρυ στο Νησί. Έτσι θα μπορούσα να βλέπω και ν'ακούω τες αδελφές μου τα μεσάνυχτα με το φεγγάρι, ή με την αστροφεγγιά και τα μεσημέρια το καλοκαίρι, κα΄τω από το ηλιοστάλαμμα.
       - Μετά χαράς σου, Βασίλισσα γυναίκα μου! Θα γένη το θέλημά σου...
      Της απάντησε ο βασιλειάς κι αμέσως διαλάλησε σ'όλα τα μαστοροχώρια και μαζεύτηκαν στην Εροιβιά χίλιοι μαστόροι και σε τριά χρόνια έχτισαν το Κάστρο της Νεραϊδοβασίλισσας Γιάννως, που σώζεται ως τα σήμερα, και στην άκρη του Κάστρου, ψηλά από τη Λίμνη, όπου είναι σήμερα το Τζιαμί του Ασλάν -Πασιά, της έχτισαν κι ένα πανώριο παλάτι με γυάλινον εξώστη, για να κάθεται αυτή μέσα, με σαράντα δούλες, ν' αγναντεύη τες τριάντα εννιά αδελφές της τες ώρες που βγαίνουν, νύχταή μέρα , από το νερό....
      Από τ' όνομα λοιπόν, της νεραϊδοβασίλισσας Γιάννως, ωνομάστηκε το Κάστρο " Κάστρο της Νεράιδας" κι η πολιτεία που χτίστηκε αργότερα , Γιάννινα[...]( απόσπασμα)

Η ιστορία αυτή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην επιθ. Ελλοπία , Ιωάννινα, Δεκ. 1930, ετ. Α΄αρ 5, σελ 113-115. Αναδημοσιεύτηκε στη συλλογή διηγημάτων : Χρήστος Χρηστοβασίλης, Γιαννιώτικα Διηγήματα ,εκδόσεις Ροές- Οι Ηπειρώτες, Αθήνα 2007.


Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Αντί πανηγυρικού...

Με τις εθνικές επετείους ποτέ δεν τα πήγα καλά, γιατί δεν μου αρέσουν οι παρελάσεις, οι πομπώδεις εθνικοπατριωτικοί λόγοι,οι επίσημοι , οι δοξολογίες , οι καταθέσεις στεφάνων, τα γεύματα στη Λέσχη Αξιωματικών, η νόθευση της ιστορίας και πάνω απ' όλα η άγνοια της ιστορίας και γιατί ποτέ δεν κατάλαβα την ευχή "χρόνια πολλά" και το  επίσημο ντύσιμο, κοστούμια, γραβάτες,βραχιόλια, γουναρικά  και άλλα τινά επί τη εθνική επετείω.
Αύριο γιορτάζεται η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τους Τούρκους. Επιλέγω  ένα διαφορετικό κείμενο από αυτό που θα μπορούσε να είναι ο πανηγυρικός της ημέρας.



Χριστόφορος Μηλιώνης( και πάλι. )

Τα δικά μου Γιάννενα(απόσπασμα)

"Περίεργο όμως: από τα μαθητικά μου χρόνια στα Γιάννενα, δε θυμάμαι τις γιορτές για την 28η Οκτωβρίου, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά για την επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης. Ίσως επειδή δεν είχαν περάσει ούτε δέκα χρόνια από τα γεγονότα του πολέμου στην Αλβανία και δεν είχαν προλάβει ακόμη να γίνουν μύθος, ενώ είχαν περάσει κιόλας σαράντα από την απελευθέρωση της από τους Τούρκους το 1913.
    Θυμάμαι λοιπόν τις παρελάσεις στην πλατεία, στις 21 Φεβρουαρίου, όλο ερωτισμό, με την άνοιξη να στέλνει τις πρώτες φουσκοδεντριές στις φλαμουριές του Κουραμπά και στα πλατάνια του Μόλου, και τις μαθήτριες, με τις μαύρες ποδιές, να φλυαρούν ξαναμμένες. Λόγοι στη γιορτή του Σχολείου, που κανείς μας δεν τους άκουγε, και τραγούδια, που τα συνόδευε ο συμμαθητής μας, ο Στέφανος Σταμάτης, με το βιολί:
Τα πήραμε τα Γιάννενα, μάτια πολλά το λένε
οπού γελούν και κλαίνε
Είχα προσέξει πάντως ότι το μόνο που κάπως με συγκινούσε, κι εμένα και τους άλλους μαθητές, ήταν η αναφορά στο Μπιζάνι, που βρισκόταν πολύ κοντά στην πόλη, και τα υψώματά του τ΄αγναντεύαμε από τον Βελισσάριο. Αλλά ποτέ δεν μας πήγαιναν εκδρομή πέρα από την Κιάφα, επειδή παραέξω έβραζε τότε ο Εμφύλιος. Όσο για τον Βελισσάριο, το λόφο στην είσοδο των Ιωαννίνων, όπου  πηγαίναμε για βόλτα ή για διάβασμα στο γρασίδι, με τη λιακάδα, κι αυτός κάτι μας έλεγε, αλλά μας μπέρδευε η συνωνυμία με τον βυζαντινό στρατηγό του Ιουστινιανού, με τον οποίο βέβαια δεν είχε καμιά σχέση. Λίγοι από μας ξέρανε ότι ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Έλληνα αξιωματικού του 1912-13, του Βελισσαρίου, που παρέκαμψε την αντίσταση του Μπιζανιού και της Μανωλιάσσας, προχώρησε αριστερά στο διάσελο του Αγίου Νικολάου, το βρήκε αφύλακτο κι έφτασε με το σώμα του στην άκρη των Ιωαννίνων. Ο Εσσάτ-πασάς, ο Τούρκος Φρούραρχος, αιφνιδιάστηκε και παρέδωσε την πόλη. Κι ο Βελισσάριος, που είχε ενεργήσει αστόχαστα και χωρίς διαταγή, γλίτωσε το στρατοδικείο. Αλλά φαίνεται πως τα μεγάλα κατορθώματα μόνο οι αστόχαστοι τα πετυχαίνουν...
   Μαθητική εκδρομή στο Μπιζάνι πήγαμε μονάχα το 1950, όταν είχε τελειώσει ο Εμφύλιος κι εγώ τελείωνα τη Ζωσιμαία. Πήγαμε και στο Εμίν Αγά, όπου, καθώς είπε στο λόγο που μας έβγαλε ο Γυμνασιάρχης, είχε το Στρατηγείο του ο Στρατηλάτης, δηλαδή ο τότε διάδοχος Κωνσταντίνος, που λίγο αργότερα ανακηρύχτηκε βασιλεύς των Ελλήνων ως Κωνσταντίνος ο ΙΒ΄, μέσα στα Γιάννενα, στο σπίτι του Λάππα, όταν στη Θεσσαλονίκη δολοφονήθηκε ο Γεώργιος.
     Αυτόν, τον Κωνσταντίνο, τον ήξερα πιο πολύ από μια κορνιζαρισμένη ελαιογραφία του γιαννιώτη ζωγράφου Κενάν Μεσαρέ που ήταν εκτεθειμένη μονίμως στην προθήκη του Φωτογραφείου Βασιλείου Κουτσαβέλη, κάτω από το ξενοδοχείο Ακροπόλ. Δεν ξέρω αν βρισκόταν εκεί για να θυμίζει το γεγονός της απελευθέρωσης ή να διακηρύττει τον φιλοβασιλισμό, άρα και την εθνικοφροσύνη, του καταστηματάρχη, και τον πατριωτισμό του ζωγράφου με το παράξενο όνομα.
      Όλα αυτά ήταν περιζήτητα διαπιστευτήρια εκείνα τα χρόνια.
  Αλλά η πιο ζωντανή παρουσία που μας συνέδεε με το Μπιζάνι και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ήταν ο Καπετάνιος. Κανείς δεν ήξερε το όνομα του ούτε την οικογένειά του - αν είχε. Παλιός μπιζανομάχος, όπως έλεγαν, φορούσε, χειμώνα καλοκαίρι, την ίδια πάντα θερινή στολή του 1912, με γαλόνια δεκανέα, με γκέτες και γαλλικό στρατιωτικό πηλήκιο, με μια πέτσινη λουρίδα λοξά στο στήθος, πάνω από το χιτώνιο. Μικρόσωμος και αδύνατος, μισή μερίδα, με γενάκι και μεγάλα άσπρα μουστάκια. Χαιρετούσε στρατιωτικά στο δρόμο τους αξιωματικούς - και υπήρχαν πολλοί τότε στα Γιάννενα, εξ αιτίας του πολέμου και της 8ης Μεραρχίας. Άλλοι του το ανταπέδιδαν και οι πιο πολλοί κάνανε πως δεν το είχαν αντιληφθεί. Εμφανής ήταν η παρουσία του στη βραδινή υποστολή της σημαίας της Μεραρχίας, στην Κεντρική Πλατεία, όπου φρόντιζε να είναι πάντα παρών, έπαιρνε θέση αντίκρυ της σε στάση προσοχής, όπως εξάλλου όλοι οι περιπατητές και οι θαμώνες των γύρω καφενείων και ζαχαροπλαστείων ( του Αβέρωφ, του Παρθενώνα και της Μεγάλης Βρετανίας), και χαιρετούσε με τον παλιό τρόπο, φέρνοντας την παλάμη οριζόντια στο πλάι του πηληκίου.
      Μ' αυτόν τον τρόπο τον χαιρετούσαμε κι εμείς, όταν τον συναντούσαμε στο δρόμο. Φορούσαμε πηλήκιο και μας ανταπέδιδε τον χαιρετισμό. Μερικοί όμως του πετούσαν κοροϊδευτικά το στίχο από το τραγούδι που ήταν τότε της μόδας: " Καπετάνιε καπετάνιε, χαμογέλα!". Κι εκείνος, σοβαρός, πάντα, αλλά καθόλου θυμωμένος, απαντούσε μεγαλοπρεπώς: " Της μάνας σας!...". Κι όταν αυτό διαδόθηκε, η προσφώνηση μας αντικατέστησε τον στρατιωτικό χαιρετισμό. Τόσο που είχαμε πια την εντύπωση πως το τραγούδι " Καπετάνιε, χαμογέλα" είχε γραφτεί για κείνον ή γενικά, για τους Μπιζανομάχους. Και πως η απάντησή του ήταν και απάντησή τους.
      Πότε τελείωσαν όλα αυτά, κι αν τελείωσαν, δεν ξέρω. Για μένα πάντως τίποτε δεν τελείωνει. Και κάθε φορά που πηγαίνω στα Γιάννενα, με οποιαδήποτε αφορμή, όπως τώρα, κάνω βόλτες στον Κουραμπά, στην Πλατεία, στο Μόλο, συναντώ παλιούς φίλους και συμμαθητές που έχουν χαθεί, και το βράδυ, όταν χτυπάει η σάλπιγγα και γίνεται υποστολή της σημαίας, ψάχνω μπροστά στη Μεραρχία να ιδώ τον Καπετάνιο."
( Χριστόφορος Μηλιώνης, Τα πικρά γλυκά, ιστορίες, Μεταίχμιο, 2008)



Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Η Αποκριά

" Εκείνος ο χειμώνας ήταν ο πιο δύσκολος.
     Πάντα είναι δύσκολος ο χειμώνας στα Γιάννενα, με τις παγωνιές που κατεβαίνουν απ' την Πίνδο, τους βοριάδες να σαρώνουν στις στέγες τις άδειες φωλιές των πελαργών, τη βροχή να χτυπάει μέρα νύχτα στο διπλανό λούκι, όλο το ίδιο τέμπο μήνες ολάκερους, κι έναν ουρανό τόσο χαμηλό και σκουντούφλη που λες και δεν πρόκειται να δεις ξανά το πρόσωπο του ήλιου. Γι' αυτό λέω πως όσοι εξηγούν αλληγορικά το παλιό δίστιχο
     σ' ούλο τον κόσμο ξαστεριά σ' ούλο τον κόσμο ήλιος
      και στα καημένα Γιάννενα μαύρη βροχή κι αντάρα

τάχα πως θέλει να πει για τη σκλαβιά - παρόλο που δεν έλειψε κι αυτή ποτέ - φαίνεται πως δεν την ξέρουν καλά αυτή την πόλη.
     Όμως εκείνο το χειμώνα πραγματικά αγκομαχήσαμε. Στις επαρχίες έβραζε ο εμφύλιος κι είχαν κουβαληθεί μέσα λεφούσια οι ανταρτόπληκτοι, από Πωγώνι και Κόνιτσα μέχρι Ζαγοροχώρια, Τσαμουριά και Λάκα-Σούλι.
    Φτάσαμε κι εμείς με μια στρατιωτική φάλαγγα, χωριάτες και φαντάροι στοιβαγμένοι στην καρότσα του τζαίημς....
...Όταν φτάσαμε στα Γιάννενα, κόντευαν πια μεσάνυχτα κι έβρεχε για τα καλά.
    Πήραμε τα χάνια με τη σειρά, διαλέγοντας πεζοδρόμια στεγασμένα , αλλά συχνά πάνω στη βιασύνη μας πέφταμε στα λούκια και τρώγαμε μαζεμένο όλο το νερό που είχαμε γλιτώσει. Δεν βρίσκαμε πουθενά να μείνουμε...Στεγαστήκαμε τελικά σ' ένα δωμάτιο του κυρ Γιάννη του Πλιάτσικα, που βγήκε πως ήταν νεκροθάφτης στην Περίβλεφτη. Το ασυνήθιστο επάγγελμα του δεν μας άρεσε βέβαια, ήταν σα να κοιμόμαστε δίπλα-δίπλα με το χάρο, αλλά δεν ήταν καιρός για πολυτέλειες....Τον συνηθίσαμε κι εμείς - κι αυτόν και τη δουλειά του.
....βολευτήκαμε σ' εκείνο το κουτούκι και το προσωρινό - όπως λογαριάζαμε στην αρχή - έγινε μόνιμο....Τέλος πάντων σπρώχτηκε ο χειμώνας κι ας ήταν κι ο πιο δύσκολος.
    Κατά τις αποκριές καλοσύνεψε ο καιρός. Έκανε βέβαια κρύο ακόμα, συχνά το γύριζε στην παγωνιά, αλλά κόψανε εκείνες οι ατέλειωτες βροχές κι οι άνθρωποι άρχισαν να ξεχύνονται τα βράδια στην πλατεία και να σουλατσάρουν πάνω κάτω με αληθινή μανία. Κι οι φαντάροι να παίρνουν το κατόπι τις ανταρτόπληκτες που περπατούσαν πολλές μαζί πιασμένες αλαμπράτσο, ή να χαζεύουν μπροστά στους κινηματογράφους τις φωτογραφίες της Ντιάνα Ντάρμπιν και της Μαρίας Μοντέζ και ν' ακούν απ' το μεγάφωνο τα τραγούδια της Στέλλας Γκρέκα:
          το μικρό το βαλσάκι
          που στο ρολόι αντηχεί
Στις δέκα περνούσε η "Θοδώρα", τρεις σαλπιχτές που σαλπίζανε το ανακλητικό, κι οι φαντάροι παρέες -παρέες ξεκόβανε απ' τις ταβέρνες, τον " Κήπο του Αλλάχ", τα " Πέντε Φ." και του " Αλέξη", και τραβούσαν για τους στρατώνες του Ακραίου και του Κάστρου τραγουδώντας αγκαλιασμένοι ρεμπέτικα, με το μπερέ περασμένον στην επωμίδα, όλο πρόκληση για τους στρατονόμους:
κάποια μέρα μες στη στράτα
ξαπλωμένον θα με βρουν
Κι ο κόσμος σκόρπιζε απ' την πλατεία.
   Το βράδι της αποκριάς έγινε σωστό ξεφάντωμα. 
Στα πεζοδρόμια της πλατείας είχαν στηθεί πάγκοι με χάρτινα καπέλα, σερμπντίνες και χαρτπόλεμο, κι οι νεαροί δεν είχαν αφήσει ούτε μια κοπέλα που να μη τη στολίσουν με τις μικρές πολύχρωμες πεταλουδίτσες, ακόμα και κάτι σταφιδιασμένες ανταρτόπληκτες από το παρα-Σούλι που φορούσαν τις μαύρες φορεσιές της επαρχίας τους. Κοντά τα μεσάνυχτα οι σουλατσαδόροι παίρνανε κατάκοποι το δρόμο για τα σπίτια. Τότε βγήκαν απ' τις κοντινές ταβέρνες δυο - τρεις συντροφιές, αγόρια και κορίτσια, με χάρτινα καπέλα και ψεύτικες αποκριάτικες μύτες, και τραγουδώντας παράφωνα άρχισαν να χορεύουν σάμπα στη μέση της πλατείας.Μαζεύτηκε κόσμος  γύρω τους και στην αρχή δισταχτικά, ύστερα όλο και περισσότεροι, σχημάτιζαν ζευγάρια και μπαίνανε στο χορό. Το κέφι φούντωσε όταν ξεφύτρωσαν δύο κορνετίστες που συντονίσανε το ρυθμό κι έτσι μέσα σε λίγη ώρα όλη η κάτω πλατεία είχε γίνει μια μεγάλη πίστα χορού. Οι πιο πολλοί βέβαια ήταν ανίδεοι, ιδιαίτερα απ' το χορό της σάμπας που τότε είχε αρχίσει να γίνεται της μόδας, προσπαθούσαν όμως να μιμηθούν με άγαρμπες κινήσεις εκείνους που φαίνονταν πως κάτι ήξεραν.
      Άξαφνα έγινε μεγάλη ταραχή.Πολλοί παρατούσαν το χορό και τρέχανε προς το Φρουραρχείο, ρωτούσαν αυτούς που είχαν φτάσει και σηκώνονταν στις μύτες των ποδιών. Οι κορνετίστες σταμάτησαν κι ο χορός διαλύθηκε. Το πλήθος που μαζεύτηκε έκανε δρόμο να περάσει μια αποκριάτικη συνοδεία, δυο φαντάροι καβάλα σ'ένα ξεσαμάρωτο γαϊδούρι, που λύγιζε τη μέση και τρέκλιζε από το βάρος.Κρατούσαν από ένα μπουκάλι και τραγουδούσαν βραχνά, τύφλα στο μεθύσι, τινάζοντας κωμικά τα πόδια τους που σβαρνίζονταν.Πίσω τους ένα τσούρμο δαιμονισμένα παιδιά τσιγκλούσαν με ξύλα το γάιδαρο και ξεφώνιζαν. Η πομπή σταμάτησε  μπροστά στο Φρουραρχείο κι οι δυο καβαλάρηδες χτυπούσαν το ζώο να περάσει την πύλη....
Στο μπαλκόνι του Φρουραρχείου πρόβαλε ο Φρούραρχος με αξιωματικούς του επιτελείου κι ένας αξιωματικός κατέβηκε τρεχάτος την εξωτερική σκάλα.....Οι δυο μεθυσμένοι ακολουθώντας τον αξιωματικό ανέβηκαν στη σκάλα και πριν μπουν σταμάτησαν μια στιγμή και χαιρέτησαν θριαμβευτικά το πλήθος που χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε. Κι άξαφνα ο ένας απ' τους δύο έχωσε το χέρι στο σακίδιο που είχε κρεμασμένο στην πλάτη και σήκωσε ψηλά ένα ανθρώπινο κεφάλι κρατώντας το απ' τα μακριά μαλλιά του. Οι άνθρωποι κάτω παγώσανε κι η βουή κόπηκε με το μαχαίρι. ...
Στόμα το στόμα μαθεύτηκε πως οι δυο μεθυσμένοι , φαντάρος και δεκανέας, ήταν ενέδρα την περασμένη νύχτα. Πήγε μια ομάδα αντάρτες να βάλουν νάρκες στο δρόμο και χτυπήθηκαν. Οι άλλοι πρόλαβαν και χάθηκαν στο σκοτάδι. Απόμεινε ο αρχηγός τους ξαπλωμένος στον όχτο και φώναζε πως παραδίνεται και να πάνε να τον πάρουν, γιατί είναι χτυπημένος. Ο δεκανέας είπε να σταματήσουν, πήρε το φαντάρο κι ένας από δω άλλος από κει ζυγώσανε εκεί που ακούγανε τη φωνή. Μια ριπή από αυτόματο χύθηκε πάνω απ' τα κεφάλια τους. Μόλις που πρόλαβαν να πέσουν χάμου κι ο δεκανέας τίναξε τη χειροβομβίδα. " Το ρουφιάνο , είπε, παραλίγο, να μας φάει". Του πήρε το κεφάλι να το φέρει ο ίδιος στο Φρουραρχείο και μπαίνοντας το πρωί στην πόλη μαζί με το σύντροφό του στρώθηκαν στην πρώτη ταβέρνα ως το βράδι. Βάλανε και τα όργανα και χορεύανε. Ύστερα βρήκαν το γάιδαρο και στοιχημάτιζαν να μπουν καβάλα στο Φρουραρχείο, ξέροντας πως οι στρατονόμοι θα' καναν στραβά μάτια , γιατί καθώς αυτοί ήταν βολεμένοι στην ασφάλεια της πόλης , δεν τολμούσαν να τα βάλουν με αυτούς που έρχονταν απ' έξω και παίζανε το κεφάλι τους κάθε λεφτό. Αυτά λέγανε στην πλατεία και σκορπίζανε. Και μερικοί δεν έλεγαν τίποτε, μόνο γυρίζανε με το κεφάλι σκυμμένο.

Την ίδια νύχτα , κοντά να φέξει, ακούσαμε που χτυπούσαν δυνατά την εξώπορτα του νοικοκύρη μας. ...'Τώρα, τώρα" φώναζε ο κυρ Γιάννης....."Το Φρουραρχείο " είπε όταν γύρισε. " Με ζητούν να πάω". Κι η φωνή έτρεμε. Πάλι ακούστηκαν ψιθυρίσματα , αυτή τη φορά με αναφυλλητά, κι ύστερα έκλεισε η πόρτα κι έγινε ησυχία.....Όταν όμως ξημέρωσε , δε φάνηκε κανένας, μήτε στο πλυσταριό  μήτε στην κουζίνα. Το σπίτι ήταν σιωπηλό όλη μέραα, τόσο που υποθέσαμε πως οι νοικοκυραίοι μας λείπανε, πως ίσως είχαν πάει σε τίποτε συγγενείς για την Καθαρή Δευτέρα. Μόνο κατά το βράδι ακούστηκε απ' το γωνιακό δωμάτιο, κάτι σαν κλάμα σιγανό, σαν πνιχτό παράπονο....
Την Τρίτη το μεσημέρι έπεσα πάνω σε μια γειτόνισσα που είχε σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της και προσπαθούσε να ιδεί μέσα από το παράθυρο του δρόμου. Τη ρώτησα ποιον ζητούσε." Δεν πήρατε είδηση εσείς;" με ρώτησε ψιθυριστά. " Ή κάνεις πώς δεν ξέρεις;" Της είπα πως δεν ξέραμε τίποτε. Ήρθε τότε πιο κοντά : " Χτες τα χαράματα καλέσανε το γέρο να γνωρίσει το κεφάλι του γιου του που ήταν αντάρτης, καπετάνιος, και σκοτώθηκε την παραμονή της αποκριάς. Του το δώσανε να το θάψει και κανείς μη μάθει τίποτε..." Κι έκλεισε την κουβέντα της μονολογώντας: " Τι τά' θελαν τα πολιτικά, φτωχοί άνθρωποι..."
Την άλλη μέρα οι νοικοκυραίοι μας ξαναφάνηκαν στις συνηθισμένες δουλειές τους....Αυτή τη φορά δεν ανοίξανε το στόμα τους μήτε για ν' απαντήσουν στην καλημέρα μας. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα κι εμείς κάναμε πως δεν καταλάβαμε....
( Χριστόφορος Μηλιώνης, Ακροκεραύνια, Κέδρος, 1976, τρίτη έκδοση ,αποσπάσματα)

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Χρίστος Χριστοβασίλης , Ανίκητη ελπίδα

                Ἀνήμερα τὰ Φῶτα, τὸ δειλινὸ τῆς παραμονῆς τοῦ Ἅϊ - Γιαννιοῦ,
ἡ Μήτραινα, ὅπως ὅλες τὶς παραμονὲς τοῦ Ἅϊ - Γιαννιοῦ, ἔσφαξε μιὰ
παχειὰ καὶ μεγάλη κότα, ἀπὸ τὶς δέκα - δώδεκα κοτοῦλες ποὺ εἶχε, τὴ
ζεμάτισε, τὴ μάδησε καὶ τὴν ἔβαλε νὰ βράσῃ. Συγύρισε τὸ σπιτοκάλυβό
της, ἔστρωσε στὴ γωνιὰ τὰ νυφιάτικά της μάλλινα στρωσίδια, ἔδεσε τὴ
σκύλα καὶ περίμενε, ὅπως ὅλες τὶς παραμονές, νἄρθῃ ὁ ξενιτεμμένος της
ὁ Γιάννης, ξημερώνοντας τ’ Ἅϊ - Γιαννιοῦ.
Αὐτὴ ἡ ἱστορία ἐξακολουθοῦσε χρόνια τώρα. Ἦταν ἀκόμα νέα ἡ
Μήτραινα, ὅταν, χήρα, ξεκίνησε τὸ μονάκριβό της, ὁ Γιάννης, γιὰ τὴν
ἔρμη ξενιτειά. Δὲν εἶχε ἀκόμα ἄσπρη τρίχα στὰ κατάμαυρα μαλλιά της,
ὅταν τὸν φίλησε γιὰ ὕστερη φορὰ καὶ τὸν εἶδε ψηλὰ ἀπὸ τὴ ραχούλα μὲ
δακρυόπνιχτα μάτια νὰ χάνεται στὸ μάκρος τοῦ δρόμου καὶ νὰ γίνεται
ἄφαντος.
Χρόνια καὶ χρὸνια ἀπὸ τότε ἡ δόλια Μήτραινα περνοῦσε τὴ ζωή
της μονάχη στὸ σπιτοκάλυβό της, ἔχοντας γιὰ μόνη συντροφιὰ τοὺς
τέσσερους τοίχους, τὸ εἰκόνισμα, τὴ γωνιά, μιὰ γίδα, μιὰ γάτα καὶ
καμμιὰ δεκαριὰ κοτοῦλες μ’ ἕναν ὄμορφο πετεινό, ποὺ τῆς χρησίμευε
κάθε πρωΐ, σὰν ρολόγι, νὰ τὴν ξυπνᾷ, γιὰ ν’ ἀνὰβῃ τὴ φωτιὰ της καὶ ν’
ἀρχινᾷ τὸ ἐργόχειρό της: Ρόκα ἢ πλέξιμο ἢ μπάλωμα ἢ γιὰ νὰ πηγαίνῃ
στὸ λόγγο νὰ κουβαλᾷ ξύλα.
Τὰ νιόπαιδα τοῦ χωριοῦ πήγαιναν κι ἔρχονταν στὴν ξενινειά, ποιὸ
σὲ τρία, ποιὸ σὲ τέσσερα καὶ ποιὸ σὲ πέντε χρόνια, τὸ βαρύ, βαρύ˙ ἀλλὰ ὁ
Γιάννης τῆς Μήτραινας οὔτε φαινόταν, οὔτε ἀκουγόταν πουθενά! Ὅλος
ὁ κόσμος τὸν θεωροῦσε χαμένο καὶ ὁ προεστὸς τοῦ χωριοῦ τὸν ξέγραψε
ἀπὸ τὸ δεφτέρι του, γιὰ νὰ μὴν πληρώνῃ ἡ κακομοίρα ἡ Μήτραινα τοὺς
φόρους του. Καὶ ὅμως ἡ Μήτραινα ἔσκισε τὰ ροῦχά της, ἅμα ἔμαθε
ὅτι τῆς ξέγραψε ὁ προεστὸς τὸ παιδί της καὶ πῆγε στὸ σπίτι του νὰ
παραπονεθῇ:
- Ἀκοῦς ἐκεῖ, ἔλεγε, βγαίνοντας ἀπὸ τοῦ προεστοῦ, νὰ μοῦ σβήσῃ τὸ
παιδί μου! Τί τὸν μέλει αὐτόν, σὰν πληρώνω ἐγώ;
Εἶχε πάντα τὴν καρδιά της γεμάτη ἐλπίδα καὶ τῆς φαινόταν, ὅτι τὸ
παιδί της εἶναι γερὸ καὶ καλά, ὅτι κέρδιζε χρήματα μὲ τὸ σωρό, κι ὅτι
βρίσκεται στὸ δρόμο νἄρχεται. Ζοῦσε ἡ καημένη μὲ τὸ ἐργατικό, πότε
στ’ ἀμπέλια καὶ πότε στὰ χωράφια χωριανῶν της, κι ἐνῷ ὅλος ὁ κόσμος
τὴν συμπονοῦσε, αὐτὴ δέ τὄβανε κάτω, ἀλλὰ ἀπολογιόταν μὲ θυμό:
- Μὴ σᾶς πέρασε ἡ ἰδέα, ὅτι χάθηκε τὸ παιδί μου καὶ δὲ θὰ μοῦ ἔρθῃ;
αὐτὸ ζῇ καὶ βασιλεύει, δόξα σοι ὁ Θεός! ῎Ετσι μοῦ τὸ λέει ἡ ἐλπίδα, ποὺ
ἔχω μέσα στὴν καρδιά μου!
Κάθε δειλινό, χειμῶνα - καλοκαίρι, ὅταν ἔτρεμε ὁ ἥλιος νὰ βασιλέψῃ,
ἄφηνε τὴν ἐργασία της καὶ γνέθοντες πήγαινε ψηλὰ στὴ ραχούλα, στ’
ἀγνάντια τοῦ χωριοῦ, κι ἐκεῖ καθόταν κι ἀγνάντευε τὸ δρόμο, ὡς μιὰ ὥρα
μακριὰ - ὅσο ἔκοβε τὸ μάτι της - καὶ μὲ ἀνίκητη ἐλπίδα ἀκολουθοῦσε
τοὺς διαβάτες, ποὺ ἔρχονταν, καὶ μονολογοῦσε:
- Νά! αὐτὸς εἶναι! Αὐτὁς ὁ καβαλάρης! Κοίτα, πῶς τρέχει τὸ μουλάρι
του! Καλῶς ὥρισες, παιδί μου!
Καὶ ξεφώνιζε, κι ἄνοιγε τὴν ἀγκαλιά της μ’ ἄφατη χαρά, καὶ
ροβολοῦσε δυὸ - τρία βήματα, ἀλλὰ ὁ καβαλάρης ἐκεῖνος δὲν ἦταν ὁ
Γιάννης τῆς Μήτραινας, οὔτε κἂν χωριανός της, γιατί, ἅμα πλησίαζε
πρὸς τὸ χωριό, ἔπαιρνε τὸν ἄλλον τὸ δρόμο, τραβῶντας γιὰ ξένο χωριό. Κι
ἡ Μήτραινα χαρωπή - χαρωπή, ἔπαιρνε κοντὰ μὲ τὸ βλέμμα της ἄλλον
καβαλάρη διαβάτη γιὰ τὸ Γιάννη της, ὅσο ποὺ κι αὐτὸς ἔπαιρνε ἄλλο
δρόμο. Καὶ δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴ ραχούλα, παρὰ ὅταν ἄρχιζε νὰ χύνεται τὸ
σκοτάδι ἐπάνω στὴ γῆ. Τότε, γύριζε στὸ σπιτοκάλυβό της γελαστὴ καὶ
χαρωπή, ὅπως πάντα, μὲ τὴν καρδιά της γεμάτη ἐλπίδα, κουνώντας τὸ
κεφάλι της καὶ λέγοντας:
- Ποιὸς ξέρει τὸ μοναχό μου, ποῦ νὰ νυχτώθηκε! Δὲν τὸν ἄφησε ἡ
κούρασι τοῦ δρόμου νὰ φτάσῃ ἀπόψε! Κι αὔριο ἡμέρα τοῦ Θεοῦ ξημερώνει!
Αὔριο ἔρχεται.
Αὐτὴ ἡ δουλειὰ ἐξακολούθησε χρόνια καὶ χρόνια. Ἡ ἐλπίδα φώλιαζε
βαθιὰ στὰ φυλλοκάρδια τῆς Μήτραινας. Καὶ τίποτε δὲ μποροῦσε νὰ τὴν
διώξῃ ἀπὸ κεῖ μέσα. Ὅταν δούλευε μὲ τὴν ἐργατιά, αὐτὴ ἔσερνε πάντα
τὸ τραγούδι καὶ τραγουδοῦσε ὅλο τραγούδια γιὰ τὸν ξενιτεμμένο τὸ γυιὸ
της, ποὺ πάντα ἐρχὸταν καὶ ποτὲ δὲ φαινόταν!
Ὅλος ὁ κόσμος, ἄντρες καὶ γυναῖκες, τὴν ψυχοπονοῦσαν τὴν καημένη
τὴ Μήτραινα κι ἔλεγαν μέσα τους:
- Ὁ Θεὸς νὰ τῆς αὐξαίνῃ τὴν ἐλπίδα τῆς ὀρφανῆς!
῎Ετσι περνοῦσαν τὰ χρόνια καὶ ἡ Μήτραινα ἐξακολουθοῦσε νὰ
ἐλπίζῃ, κι ὅλο νὰ ἐλπίζῃ. Κάθε βράδυ περίμενε τὸ Γιάννη της καὶ κάθε
βράδυ ξενυχτοῦσε ἔρημη καὶ μοναχὴ στὸ σπιτοκάλυβό της, χωρὶς ν’
ἀδημονῇ, χωρὶς ν’ ἀπελπίζεται.
Εἶχε χάσει τὸ λογαρτασμὸ πόσα χρόνια εἶχε ὁ Γιάννης της στὰ ξένα.
Δὲ θυμόταν πόσα χρόνια τῆς βάραιναν τὴ ράχι, κι ἀπὸ τὴν ἠμέρα, ποὺ
ξεκίνησε τὸ μονάκριβό της, εἶχε σκεπάσει τὸν καθρέφτη της, ποὺ εἶχε
κρεμασμένο δεξιὰ στὴν πόρτα της, καὶ ἀπὸ τότε δὲν εἶχε δεῖ τὸ πρόσωπό
της! Τὰ μαλλιά της εἶχαν ἀσπρίσει ὅλα,τὸ πρόσωπό της εἶχε ζαρώσει, ἡ
ράχι της εἶχε κυρτώσει κι αὐτὴ δὲν τὸ γνώριζε!
Ἂν κάθε δειλινὸ ἔβγαινε στ’ ἀγνάντια ἡ Μήτραινα, γιὰ νὰ ἰδῇ τὸ
παιδί της νἄρχεται, ὅμως οὔτε φαῒ ἑτοίμαζε, οὔτε ἔστρωνε, οὔτε τὴ
σκύλα ἔδενε, γιὰ νὰ μὴν ἀλυχτᾷ τοὺς χωριανούς. Μόνο τὴν παραμονὴ
τοῦ Ἅϊ - Γιαννιοῦ ἔκανε αὐτὴ τὴ δουλειά.
Τὸ εἶχε κομποδεμένο ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅτι θὰ ἐρχόταν ὁ Γιάννης
της χωρὶς ἄλλο, ξημερώνοντας ἡ γιορτή του. Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὴν παραμονή,
χωρὶς νὰ βγῇ καθόλου στ’ ἀγνάντια, ἔσφαζε τὴν παχύτερή της κότα, τὴ
ζεματοῦσε, τὴ μαδοῦσε καὶ τὴν ἔβανε νὰ βράσῃ, σκούπιζε τὸ σπίτι καλὰ
- καλά, ἔστρωνε καθαρά, κι ἔδενε τὴ σκύλα, γιὰ νἄναι ὅλα ἕτοιμα τὸ
πρωῒ καὶ νὰ μὴν ἔχῃ ἄλλη δουλειά, παρὰ νὰ πάῃ μόνο στὴν ἐκκλησιά
κι οὐδ’ ἄλλο, κι οὐδ’ ἄλλο.
Τόσοι Ἅϊ - Γιάννηδες πέρασαν καρτέρει καὶ καρτέρει, ποὺ μποροῦσαν
νὰ κάμουν ἀκέριο μῆνα, κι ὁ Γιάννης τῆς Μήτραινας δὲ φαινόταν! Τί νὰ
εἶχε γίνει ὁ Γιάννης! Χωρὶς ἄλλο θὰ ἔλειωσαν τὰ κόκκαλά του κάτω
ἀπὸ τὸ μαῦρο μνῆμα χωρὶς κερί, χωρὶς λιβάνι, χωρὶς τρισάγιο, χωρὶς
λουλούδια, χωρὶς δάκρυα!
Ἀλλὰ ποῦ περνοῦσαν αὐτὰ ἀπὸ τὸ νοῦ τῆς Μήτραινας!
Ὅταν ἔβρασε καλὰ ἡ κότα, εἶχε βασιλέψει ὁ ἥλἰος. Τότε ἡ Μήτραινα
τὴν ἔβγαλε ἀπὸ τὴ φωτιά, τὴν ἀπόθεσε ψηλὰ, κι ὕστερα ἔκαμε τὸ
σταυρό της ἐμπρὸς στὸ εἰκόνισμα, παρακαλῶντας τὴν Παναγία καὶ τὸν
Ἅϊ - Γιάννη νὰ τῆς φέρουν τὸ παιδί της γερὸ καὶ καλὰ ἀπὸ τὰ ξένα.
Χάλασε καὶ σκέπασε τὴ φωτιά, ἔσβησε τὸ λυχνάρι καὶ πλάγιασε νὰ
κοιμηθῇ γιατὶ ἦταν περασμένη ἡ ὥρα.
Τὰ πρόσφορα τὰ εἶχε ἕτοιμα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ Σταυροῦ. Τὸ βαθὺ
πρωΐ, νύχτα ἀκόμη, πρὶν λαλήσουν οἱ πετεινοί, ἅμα ἄκουσε τὸ σήμαντρο˙
τῆς ἐκκλησίας, σηκώθηκε, νίφτηκε, ἄναψε τὸ καντήλι στὸ εἰκόνισμα,
ἔκανε τὸ σταυρό της κι ἄναψε τὴ φωτιά. Ἔφτιασε τρία τέσσερα κεριά,
γέμισε τὸ ροΐ της λάδι, πῆρε τὸ πρόσφορό της καὶ κίνησε γιὰ τὴν
ἐκκλησία.
Ξεκινῶντας ἔκλεισε πίσω της τὴν πόρτα μόνο μὲ τὸ μάνταλο, γιὰ νὰ
μπορέσῃ νὰ μπῇ μέσα μονάχο του τὸ ξενιτεμμένο της παιδί. Ἦταν τόσο
βέβαιη, ὅτι θὰ ἐρχόταν χωρὶς ἄλλο ὁ Γιάννης της ἐκεῖνο τὸ πρωΐ! Στὴν ἐκκλησία κάθισε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς λειτουργίας ὢς τὸ τέλος
καί, ὅπως συνήθιζε πάντα, πῆγε στὴν πύλη τοῦ ἱεροῦ πρώτη - πρώτη,
γιὰ νὰ πάρῃ ἀντίδωρο πρωτύτερα ἀπ’ ὅλο τὸ ἄλλο χωριὸ καὶ νὰ πάῃ
γρήγορα στὸ σπίτι της, νὰ δεχτῇ τὸ παιδί της, ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὴν
ξενιτειά.
Ἔτσι ἔκανε πάντα, κί ὁ παπᾶς, ποὺ ἤξερε αὐτὴ τὴν ἀδυναμία της,
τῆς ἔδινε ἀντίδωρο πρῶτα ἀπ’ ὅλους˙ κι αὐτὴ παίρνοντας τ’ ἀντίδωρο
βγῆκε τρεχάτη ἀπὸ τὴν ἐκκλησία κρατῶντας στὸ χέρι τὸ ἀδειανὸ ροῒ
καὶ τράβηξε ἴσια γιὰ τὸ σπιτοκάλυβό της.
Δὲν εἶχε φέξει καλά, ὅταν γύριζε, κι ἡ συννεφιὰ ἡ βαρειά, ποὺ κρεμόταν
στὸν αἰθέρα,ἔκανε τὸν οὐρανὸ μαῦρο καὶ φοβερό. Ὁ ἄνεμος φυσοῦσε δυνατὰ
κι ἡ Μήτραινα ἔτρεχε γρήγορα πατῶντας ὅπως τύχαινε μέσα
στὶς λάσπες, γιὰ νὰ φτάσῃ τὸ γρηγορώτερο στὸ σπιτοκάλυβό της καὶ νὰ
σφίξῃ στὴν ἀγκαλιά της τὸ παιδί της.
Μπαίνοντας στὴν αὐλὴ κοίταξε ὁλόγυρα, γιὰ νὰ ἰδῇ ἂν εἶναι κανένα
μουλάρι, καὶ μὴ βλέποντας τίποτε ἀπόθεσε κάπου τὸ ροΐ της, βγῆκε στὸ
δρόμο καὶ τράβηξε ἴσια κατὰ τ’ ἀγνάντια. Καὶ ἅμα ἔφτασε στὴ μεριά,
ποὺ εἶχε χωριστῆ μὲ τὸ Γιάννη της, φώναξε μὲ μεγάλη φωνή:
- Γιάννη η η η! Γιάννη, οὔουου!
- ῾Ορίστεεε! ἀπολογήθηκε μιὰ φωνὴ ἀπὸ μακριά.
- Χτύπα γρήγορα, παιδάκι μου, γιατὶ σ’ ἔφαγε τὸ κρύο. Τοῦ
ἀπολογήθηκε ἡ Μήτραινα.
Σὲ λίγο τὸ ποδοβολητὸ τοῦ μουλαριοῦ ἀκουγόταν ξαστερώτερα, ἀλλὰ
ἡ Μήτραινα δὲν τὸ κουνοῦσε ἀπὸ ἐκείνη τὴ μεριά.
Τὸν περίμενε ἐκεῖ τὸ Γιάννη της, ὣς ποὺ ἦρθε.
- Παιδάκι μου! Ψυχούλα μου!
- Μαννούλα μου! Ποιός σοῦ πῆρε τὰ συχαρίκια καὶ βγῆκες τέτοια
ὥρα ἐδῶ, νὰ μὲ καρτερῇς;
- ῾Η ἐλπίδα μου, ψυχούλα μου! ῾Η ἀνίκητη ἐλπίδα μου, ποὺ φώλιαζε
μέσα ἐδῶ, στὴν καρδιά μου βαθιά!
῾Ο Γιάννης κατέβηκε ἀπὸ τὸ μουλάρι, ἡ Μήτραινα ἄνοιξε τὴν
ἀγκαλιὰ καὶ μάννα καὶ παιδὶ ἔγιναν ἕνα ἀπὸ τὸ σφιχταγκάλιασμα.
᾽Εκεῖ, στὴν ἴδια τὴν μεριά, ποὺ ἀγκαλιάστηκαν καὶ φιλήθηκαν μάννα
καὶ παιδὶ τὸ πικρὸ ἀγκάλιασμα καὶ φίλημα τοῦ χωρισμοῦ, ἐδῶ καὶ τόσα
χρόνια, ἐκεῖ, στὴν ἴδια τὴ μεριὰ πάλι μάννα καὶ παιδὶ ξαναφιλιόνταν καὶ
ξαναγκαλιάζονταν τὸ χαρμόσυνο φίλημα κι ἀγκάλιασμα τοῦ ἐρχομοῦ.
Κι ἔτσι ἀγκαλιασμένοι ἔφτασαν στὸ σπιτοκάλυβο. Μιὰ βαρειὰ τουφεκιὰ ἔπεσε στὸν αὐλόγυρο τῆς Μήτραινας, ποὺ βρόντησε ὅλο τὸ χωριό.
Ἡ χαρὰ τῆς Μήτραινας οὔτε γράφεται οὔτε μολογιέται!
Πρώτη φορά, ἀφότου ξενιτεύτηκε ὁ Γιάννης, θρονιαζόταν ἡ χαρὰ στὸ
ταπεινὸ σπιτοκάλυβο τῆς Μήτραινας.
«Διηγήματα τῆς ξενιτειᾶς»                Χρῖστος Χριστοβασίλης
(Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄Γυμνασίου , Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων, Εν Αθήναις 1957)

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Η Ακαδημία Αθηνών βραβεύει τον Μιχάλη Γκανά

Με αφορμή τη βράβευση του ηπειρώτη ποιητή Μιχάλη Γκανά από την Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο του έργου του , ένα ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στο 9ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και στο 1ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας και  τιμήθηκε με το δεύτερο βραβείο και το Βραβείο Καλύτερης Φωτογραφίας.

"Με λίγο φώς στους ώμους" Μιχάλης Γκανάς from Αντίφωνο (antifono.gr) on Vimeo

Σχετικό αφιέρωμα είχα κάνει παλιότερα