Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Ατζακάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Ατζακάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

"... Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, σαν τον αντρειωμένο εκείνον, πέντε νύχτες πάλεψε με τον Χάρο στα δικά του μαρμαρένια αλώνια..."

...Έβγαινε ο Μάης, πήγε 22, μεσοβδόμαδα, ημέρα Τετάρτη, από νωρίς το απόγευμα έβρεχε πάλι. Από τη "Σπουδάζουσα" τους είχαν ειδοποιήσει την προηγούμενη πως το βράδυ θα μιλούσε ο βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης. Η φωτογραφία του πάνω στον τύμβο των Μαραθωνομάχων, με τα χέρια ανοιχτά σαν φτερούγες αετού να απλώνουν πανώ με το σήμα της ειρήνης, είχε κάνει το γύρο του κόσμου και έβγαλε για λίγο τον Νικήτα από τον βαθύ λήθαργό του.
Και μετά ήρθαν μέρες που η μικρή ιστορία του, το άχαρο μονοπάτι της ζωής του θα έβγαινε στους ματωμένους δρόμους της Ιστορίας - η προδομένη αγάπη του, ακόμη και οι σπουδές του δεν θα είχαν πια σημασία γι' αυτόν. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, σαν τον αντρειωμένο εκείνον, πέντε νύχτες πάλεψε με τον Χάρο στα δικά του μαρμαρένια αλώνια. Ένα βουβό πλήθος, σαν τελετουργικός χορός, τον παράστεκε και τον φρουρούσε. Τη δεύτερη μέρα, απόβραδο, ήρθε ο Γιάννης Ρίτσος. Πέρασε τότε για λίγο η Σόνια` είχε την καλοσύνη μάλιστα, εξαντλώντας όλη την παλιά τρυφερότητα, να συμβουλέψει τον Νικήτα να προσέχει, ο τόπος, είπε, γύρω από το Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ ήταν γεμάτος από χαφιέδες και ασφαλίτες. Μαζί της έσερνε κι έναν άχαρο ψηλό με χοντρά γυαλιά που την κρατούσε σφιχτά από το χέρι μην τυχόν και τη χάσει. Την τρίτη μέρα ο Μίκης Θεοδωράκης μίλησε στα Προπύλαια για το τέρας του φασισμού που άπλωνε πάλι τα μαύρα πλοκάμια του. Στο αντικρινό πεζοδρόμιο μια θρασύδειλη ομάδα από ΕΚΟΦίτες, που ήταν και στην αντισυγκέντρωση τη νύχτα του φονικού, είχε μαζευτεί και τον χλεύαζε. " Τα μπουζούκια στα μπουζούκια" φώναζαν ρυθμικά. Στη φωτογραφία, όπου οι φοιτητές τον έχουν σηκώσει στους ώμους τους και κατεβαίνουν την Πανεπιστημίου, ο Νικήτας είναι στην πρώτη γραμμάη με μερικούς άλλους από τη " Σπουδάζουσα" της ΕΔΑ. 
Μεσάνυχτα της Κυριακής, βαριά λαβωμένος, ο περήφανος αετός έσβησε. Η συγκέντρωση της ΦΕΑΠΘ είχε απαγορευτεί. Από νωρίς οι χωροφύλακες, φορώντας κράνη, είχαν απλωθεί στην πλατεία του Χημείου και μαι διμοιρία τους είχε κλείσει την Πανεπιστημίου στο Σιντριβάνι. Την ώρα που περνούσε ο νεκρός, οι φοιτητές έσπασαν το μπλόκο κι έφτασαν στην Καμάρα. Έτρεχαν στο δεξί πεζοδρόμιο κραυγάζοντας " Ο Λαμπράκης ζει", πίσω από τη νεκροφόρα που σε μιαν έρημη Εγνατία έτρεχε δαιμονισμένα για το Σταθμό. Στο Βαρδάρι τους περίμεναν άλλοι χωροφύλακες. 'Επεσαν μανιασμένοι επάνω τους, τους σκόρπισαν, τους στρίμωξαν στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τους κυνήγησαν ως την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Ο Νικήτας, μαζί με μερικούς ακόμη, πέρασε μέσα από κάποιο σπίτι, που τους άνοιξαν, και βρέθηκε ψηλά, δίπλα στα βυζαντινά τείχη.
Γύρισε ξέπνοος και τσακισμένος και βρήκε τον Κώστα με τη Θεσσαλονίκη στα χέρια του. " Ωραία, δε φτάνει που φιγουράρεις εδώ στην πρώτη σελίδα, τρέχεις τώρα να σε τραβήξουν και νέες πόζες. Καλά, εσύ δεν ξέρεις πως απ' αυτούς που σας φωτογράφιζαν σήμερα στο Συντριβάνι και στο Βαρδάρι οι μισοί είναι από το " Σπουδαστικό" της Ασφάλειας; Σας έχουν σταμπάρει όλους, και να δεις που θα σας τυλίξουν τώρα σε μια κόλλα χαρτί για συμμετοχή σε παράνομη διαδήλωση και διατάραξη της κοινωνικής γαλήνης".
" Ας με τυλίξουν, δε με νοιάζει" έκοψε την κουβέντα ο Νικήτας...( απόσπασμα)


Γιάννης Ατζακάς, Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη. Διηγήματα. Άγρα, 2015

 Συλλογή οκτώ διηγημάτων όπου " οι ήρωες γνωρίζουν στην αρχή λίγη αναγνώριση, μια πρόσκαιρη ανάδειξη, μιαν ελάχιστη, όσο το φως μιας αστραπής, έκλαμψη ευτυχίας` κι ύστερα, άλλοι από τις τροπές της Ιστορίας, άλλοι από τις μετεμφυλιακές διώξεις και τα κολαστήρια της χούντας, κάποιοι από ανεκπλήρωτους και προδομένους έρωτες, μερικοί από κακοτυχία, αρρώστιες και θάνατο, όλοι τους κατακρημνίζονται, καταβυθίζονται στο σκοτάδι...
Στις οκτώ αυτές ιστορίες μια μακριά "κόκκινη κλωστή" κόβεται και δένεται ξανά: βγαίνει από τις τέφρες της Μεγάλης Καταστροφής, περνά από το Μεσοπόλεμο, χάνεται στις σκοτεινές διαδρομές του Εμφυλίου και της Δικτατορίας και φτάνει ως την ύστερτ Μεταπολίτευση, όταν οι πρώτοι τριγμοί της επερχόμενης κατάρρευσης είχαν αρχίσει κιόλας να ακούγονται - από όσους, βέβαια, είχαν αυτιά για να τους ακούσουν" ( από το οπισθόφυλλο)

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Φως της Φονιάς



« Έχεις διαβάσει σίγουρα το Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα του Μενέλαου Λουντέμη. Πιστεύω πως μπορείς και συ μια μέρα να μιλήσεις για τη μοίρα των φτωχών ανθρώπων, για τα βάσανα της γρια – Βενετιάς, για την τύχη του πατέρα σου, για τα σκληρά χρόνια σου στις παιδοπόλεις. Μπορείς να γράψεις για τα καλοκαίρια στο χωριό κι εδώ στη Φονιά, γι’ αυτόν τον πρώτο σου έρωτα. Πριν από λίγο, καθώς έβλεπα τ’ αστέρια στον ουρανό, σκεφτόμουν πως κάθε άνθρωπος έχει το δικό του άστρο, έχει το δικό του πεπρωμένο, και είναι τυχερός όποιος μπορέσει και το εκπληρώσει».

Αυτά τα λόγια θυμάται ο Γιάννης Αρχοντής στο τέλος του μυθιστορήματος  Φως της Φονιάς που έρχεται να συμπληρώσει τη διλογία  Διπλωμένα φτερά και Θολός Βυθός και να αποτελέσουν όλα μαζί μια τριλογία στην οποία ο συγγραφέας Γιαννής Ατζακάς πραγματεύεται με ξεχωριστή μαεστρία, τρυφερότητα και ευαισθησία τα παραπάνω θέματα.
 Στα Διπλωμένα φτερά πρωταγωνιστεί η γρια – Βενετιά , η γιαγιά που τον μεγάλωσε και την φώναζε μάνα γιατί μάνα δεν γνώρισε , οι εικόνες και οι μνήμες του χωριού  και στο Θολό Βυθό ο ενήλικας άνδρας συνομιλεί με το παιδί που ήταν κάποτε και ανασύρει πικρές αναμνήσεις από τα χρόνια των παιδοπόλεων σε ένα σπαρακτικό διάλογο με τη μνήμη.

Στο Φως της Φονιάς συνδυάζονται οι αναμνήσεις και το παρόν του έφηβου πλέον Γιάννη που μετά από οκτώ χρόνια, τον Ιούλιο του 1957, επιστρέφει στη γενέθλια γη δίπλα στη γιαγιά του για να συνεχίσει τις γυμνασιακές σπουδές του. Πρωταγωνιστής και στα τρία έργα ο Γιάννης Αρχοντής, το παιδί του αντάρτη που μεγάλωσε στις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης και για κάποιους είχε γίνει το παιδί της βασίλισσας, και συμπρωταγωνίστρια η γιαγιά– Βενετιά που δίνει όλο της το είναι για να σπουδάσει τον ορφανό εγγονό της.Παράλληλα και δίπλα σε αυτά τα δύο πρόσωπα κινούνται και πολλά άλλα που το καθένα παίζει το δικό του ρόλο στη διαμόρφωση του Γιάννη. Ανάμεσά τους ξεχωριστή θέση κατέχει η Έλλη, ο πρώτος αλλά ανεκπλήρωτος έρωτας του Γιάννη.


Σε όλο το έργο η μορφή του πατέρα - αντάρτη του ΔΣΕ  επανέρχεται πότε θολή, πότε αμφισβητούμενη και πότε αινιγματική. Φήμες και ερωτηματικά τον παιδεύουν αλλά στο τέλος ο πατέρας αποκαθίσταται μέσα του  μετά την αποκάλυψη ότι είναι ζωντανός και το γράμμα που λαβαίνει από αυτόν αλλά κυρίως όταν ακούει το φίλο του να λέει:

 " Πρέπει να είσαι περήφανος που είσαι γιος αντάρτη, είναι κάτι που αληθινά ζηλεύω σε σένα..." 


Εμμέσως σε όλο το έργο θίγονται το δράμα των οικογενειών που τα παιδιά τους βρέθηκαν αντάρτες στο Δημοκρατικό Στρατό, οι διώξεις που υπέστησαν οι συγγενείς, οι διακρίσεις λόγω κοινωνικών φρονημάτων αλλά και η συνεχής αγωνία και ο καϋμός γιατί δεν ήξεραν αν ζουν ή σκοτώθηκαν οι δικοί τους άνθρωποι. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αναφέρεται και στην πολιτική προσφυγιά καθώς  ο πατέρας του  ζει τελικά στη Βουλγαρία με τον  πόθο της επιστροφής στην πατρίδα.


Δίνονται στιγμές από την ιστορία της αριστεράς στο νησί μέσα από τις μικρές αναφορές στις ζωές των χωρικών, των απλών ανθρώπων και την σημαντική παρουσία της ΕΔΑ με όλες τις επιπτώσεις που μπορούσε να έχει αυτό το γεγονός στη ζωή των αριστερών. 


Ένας έρωτας αγνός, αθώος βασανίζει για καιρό τον Γιάννη. Κάποια στιγμή αποκαλύπτεται αλλά δεν ολοκληρώνεται . Η κλειστή κοινωνία του χωριού, το πνεύμα του εμφυλίου και οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους αριστερούς και τους δεξιούς, η μοίρα των κοριτσιών δεν επιτρέπουν την ολοκλήρωσή του. 


Τα χρόνια στο Γυμνάσιο στην Καβάλα είναι σκληρά και πέτρινα. Ένα παιδί πάλι μόνο σε ξένη πόλη με ξένους ανθρώπους, αφιλόξενους και συμφεροντολόγους. Συνθήκες που βοηθούν στην ωρίμανση  του Γιάννη και δυναμώνουν το πείσμα του για μάθηση .

Η επίδραση του φιλολόγου  του, οι επισκέψεις και η μελέτη στη βιβλιοθήκη, η βιβλιοθηκάριος, τα ονόματα σημαντικών συγγραφέων που παρατίθενται, η αγάπη για τα βιβλία είναι παράγοντες που του άνοιξαν τον δρόμο για να τραβήξει μπροστά ξεπερνώντας τα οικονομικά και υλικά εμπόδια που ορθώνονταν απέναντι του.


Σε αυτή την  πορεία  θα υπάρξουν και άνθρωποι φιλικοί που θα τον βοηθήσουν ηθικά να σταθεί στα πόδια του. Οι φιλίες του θα τον ανδρώσουν και θα τον προβληματίσουν πολιτικά και ιδεολογικά, θα ξαναγίνει ο γιος του αντάρτη αποτινάζοντας , όχι χωρίς κόπο, όσα η συστηματική κατήχηση στα ιδρύματα της Φρειδερίκης του  είχε καλλιεργήσει στη ψυχή και στη συνείδησή του.

" Τα λόγια του Τάσου για τον πατέρα τον είχαν ταράξει. Έχοντας για χρόνια διαποτιστεί βαθιά από όσα είχε ακούσει στις παιδοπόλεις και διδαχτεί στα σχολεία, είχε σχεδόν καταφέρει στο τέλος να τον συγχωρήσει για την εγκατάλειψή του` ποτέ του όμως δεν είχε σκεφτεί πως θα μπορούσε , πως θα έπρεπε να είναι ακόμη και περήφανος για κείνον - ο Τάσος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που του το είπε, και αυτό θα το θυμόταν για πάντα. " 

Όλα αυτά τα γεγονότα διαδραματίζονται στο μεγαλύτερο μέρος τους μέσα σε ένα πανέμορφο θασίτικο τοπίο όπου το πράσινο των πεύκων, το ασημένιο των ελιών δένουν με το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας και τα καφετιά απόκρημνα βράχια.  Κι ανάμεσά τους ο Κάβος της Φονιάς όπου ο Γιάννης σιγά σιγά επαναεισάγεται στον τόπο του, μαθαίνει τους ανθρώπους, ζει μαζί τους και αρχίζει να γνωρίζει τον εαυτό του.
Όμορφες περιγραφές γεμάτες δύναμη, χρώματα και ήχους.

" Τράβηξε χαμηλά, για να φτάσει στην άκρη του κάβου. Πέρασε μερικά καλύβια, γαντζωμένα στην κόψη του γκρεμού. Ο βράχος γυμνός, κομμένος με το μαχαίρι, με λίγα θάμνα που ξεφύτρωναν στις ρωγμές του. Στην άκρη, μια βαθιά σπηλιά έσκαβε τα σπλάχνα του. Μετά η κόκκινη ξέρα χαμήλωνε κι έσβηνε, με το ρύγχος της να χώνεται στο νερό.
Πολλά χρόνια αργότερα, όχι τώρα την πρώτη φορά, ο Γιάννης θα αναρωτιόταν αν από το αίμα μιας αληθινής κουρσάρικης σφαγής ή από το άλικι χρώμα της πέτρας ήταν που πήρε το όνομα "της Φονιάς ο κάβος". 

Από την άλλη η Καβάλα της δεκαετίας του 1950 σε ασπρόμαυρο φόντο με τη διαφορετική ζωή της, τις δυσκολίες της , την καθημερινότητά της παίζει και αυτή το ρόλο της στη διαμόρφωση του Γιάννη. 

" Η Καβάλα, ένα βιαστικό πέρασμα ως τότε γι' αυτόν, πότε στους δρόμους της φυγής και πότε του γυρισμού, έμελλε τώρα να γίνει σταθμός στη νέα ζωή του, η μοιραία πόλη της αναζήτησης, της προσδοκίας, της μαθητείας"

Οι τόποι είναι οι άνθρωποί τους. Ο Γιάννης Ατζακάς ζωντανεύει αυτούς τους ανθρώπους όχι απλά τοποθετώντας τους στο φυσικό τους χώρο αλλά χρησιμοποιώντας διαλόγους  στη θασίτικη διάλεκτο, σκηνές της καθημερινής αγροτικής ζωής με τις διάφορες ασχολίες των ανθρώπων στα χωράφια, στη θάλασσα, στα σπίτια. Τα μαγαζιά, τα αλισβερίσια, ο γραμματέας, οι χωροφύλακες, οι γυναίκες, τα κορίτσια, οι γιορτές και τα πανηγύρια, οι μουσικές και τα τραγούδια. Όλα αυτά συνθέτουν μια ρεαλιστική εικόνα της κοινωνίας των χωριών της Θάσου λίγα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου. 

" Δεν ήταν μόνο που ξαναγύρισε στο παιδικό του λίκνο, κοντά στη γιαγιά - μάνα` ξαναβρήκε και τους αγαπημένους τόπους, τη λησμονημένη λαλιά του. Αυτός ήταν σαν το εξόριστο εκείνο πριγκιπόπουλο που επέστρεψε  στο μικρό του βασίλειο και, βρίσκοντας εκεί τη γενιά του ξεριζωμένη, τον πατέρα χαμένο σε ξεχασμένους πολέμους, ήρθε να πάρει τη θέση του"

 Εκείνο όμως που βρίσκω ξεχωριστό κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο του Γιάννη Ατζακά είναι ο σπαρακτικός τρόπος με τον οποίο κατορθώνει να μεταγγίζει τα συναισθήματά του και να με κάνει να νιώθω όπως  ο βασικός του ήρωας ο Γιάννης Αρχοντής. Η σκληρότητα της ζωής του, η ορφάνεια , το μεγάλωμα σε ξένα χέρια, οι παιδοπόλεις δεν αγρίεψαν την ψυχή του. Σε όλες του τις κινήσεις διακρίνεται η αθωότητα η παιδική, η αγνότητα  και η ευγένεια. Το σώμα του και η ψυχή του λαβώνονται από τη σαϊτιά ενός έρωτα ανομολόγητου στην αρχή και ανεκπλήρωτου στη συνέχεια. Η μοναξιά , το αίσθημα της φυλακής, ο πόνος του νέου αποχωρισμού  είναι ισχυρά συναισθήματα την πρώτη μέρα στην Καβάλα, στο άξενο σπίτι που θα κατοικούσε μαζί με μια άγνωστη σκληρή γυναίκα.

" Ένας κόμπος του έσφιγγε το λαιμό και δεν κατέβαινε η μπουκιά...
Όταν μετά από λίγο έσβησε το φως, ο Γιάννης τράβηξε ως επάνω το σεντόνι του, γύρισε προς τη μεριά του τοίχου, και τότε το βουβό παράπονο, που όλη μέρα στάλαζε μέσα του, σαν κύμα τινάχτηκε και πλημμύρισε τα μάτια του. Έκλαψε στα σκοτεινά, όπως τότε, την πρώτη νύχτα του στην παιδόπολη, εδώ στην ίδια αυτή πόλη, πριν από οκτώ ακριβώς χρόνια. Έκλαψε με καυτά, πνιχτά δάκρυα, κανείς να μην ακούσει , κανείς να μη μαντέψει".

Διάχυτη και η νοσταλγία για το νησί , το σπίτι του , τη γιαγιά του, την Έλλη. 
Καταλυτικά τα συναισθήματα που του δημιουργεί η φιλία του με τον Τάσο καθώς νιώθει ότι μέσα στο σκοτάδι αρχίζει να χαράζεται μια φωτεινή γραμμή και να βγαίνει η ζωή του από τη σκιά. 

" ο Θεός ορφανά κάνει, άμοιρα δεν κάνει" του έλεγε συνέχεια η γιαγιά - Βενετιά και ο Γιάννης Αρχοντής  κατόρθωσε να εκπληρώσει την επιθυμία της γιαγιάς του να σπουδάσει ξεπερνώντας όσα εμπόδια υψώνονταν μπροστά του.

Ο Γιάννης Ατζακάς ολοκληρώνοντας αυτή τη μυθιστορηματική τριλογία με το έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο έδωσε υπόσταση και στο " κρυφό του όνειρο":με τη μαγική δύναμη της γραφής  " να επαναφέρει το χρόνο , να αναπαριστά τους στοιχειωμένους τόπους, να ζωντανεύει τα πρόσωπα, να καταλαγιάζει τα πάθη, να απαλύνει τον πόνο..."

Ο στίχος του Σολωμού από τον Πόρφυρα " προλογίζει " το βιβλίο:

" Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του"

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 2013 και είναι αφιερωμένο στη μνήμη  Χρίστου Τσολάκη, Γιώργου και Νίκου Χουρμουζιάδη, στο Θύμιο και τον Γιώργο.




Γιάννης Ατζακάς , Φως της Φονιάς, Άγρα 2014 , α' ανατύπωση

 




Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Για τον Γιάννη Ατζακά

Πριν λίγο καιρό είχα αναρτήσει μια μικρή παρουσίαση των βιβλίων του Γιάννη Ατζακά. Κάνοντας μια βόλτα σήμερα σε διάφορα αφιερώματα , ξανακοίταξα τη συγκεκριμένη και βρέθηκα μπροστά σε μία μεγάλη έκπληξη. Υπάρχει ένα σχόλιο του Γιάννη Ατζακά μέσω προώθησης του/της blogger ΚΥΡΙΑΚΗ.  Οφείλω, έστω και καθυστερημένα, να ευχαριστήσω το συγγραφέα που ασχολήθηκε με το κείμενό μου. Το θεωρώ τιμή μου.
Το σχόλιο είναι το παρακάτω:


"Σας προωθώ τα παρακάτω λόγια εκ μέρους του κ. Γιάννη Ατζακά:

Σοφία, γεια σου
 μόνον αν γνώριζες τις αγωνίες και την αβεβαιότητα που συνοδεύουν έναν συγγραφέα -και σε ολόκληρο το στάδιο της συγγραφής κι όταν αργότερα τα βιβλία του πάρουν το δρόμο τους-, θα μπορούσες να καταλάβεις πόση συγκίνηση και χαρά μου χάρισαν τα καλά λόγια σου. Καμιά φορά σκέφτομαι πως συνεχίζουμε να γράφουμε χάρη στην επάρκεια, την ευαισθησία και τη γενναιοδωρία των άγνωστων αναγνωστών μας.
> Σου εύχομαι χαρούμενες γιορτές, Γιάννης Ατζακάς
8 Δεκεμβρίου 2011 10:35 μ.μ."

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Γιάννης Ατζακάς..ο κάθε άνθρωπος πιστεύω πως έχει το δικό του αστέρι, αρκεί να μπορέσει να το διακρίνει μέσα από τα δικά του σκοτάδια

Έχω πει και άλλες φορές ότι δεν μου αρέσει να γράφω για τα βιβλία που διαβάζω με την έννοια ότι δεν μου αρέσει η ανάλυση και η κριτική. Διαβάζω γιατί μου αρέσει και ό,τι μου αρέσει απλά το προτείνω και στους άλλους χωρίς πολλά λόγια. Άλλωστε η ανάγνωση, η μελέτη ενός βιβλίου είναι υποκειμενική υπόθεση . Νιώθω όμως την ανάγκη ορισμένες φορές να κάνω πιο γνωστά ορισμένα βιβλία γιατί απλά με έχουν συγκλονίσει, με έχουν συγκινήσει βαθιά, με έχουν προβληματίσει , με έχουν ταρακουνήσει, με βάζουν να ψάξω , να βρω πληροφορίες για το θέμα με το οποίο ασχολούνται.Πολλές φορές δεν κατορθώνω να είμαι αποστασιοποιημένη , μπαίνω μέσα στο βιβλίο, συμπάσχω.
Πριν δύο χρόνια , το 2009, διάβασα στην Ελευθεροτυπία  τη συνέντευξη του , άγνωστου σε μένα,  συγγραφέα  Γιάννη Ατζακά


στην οποία μιλούσε στο Γιώργο Βιδάλη για το  νέο του βιβλίο που είχε σχέση με τις παιδοπόλεις. Ο τίτλος του "Θολός βυθός" από τις εκδόσεις Άγρα.


Το βιβλίο είναι αφιερωμένο " Στα παιδιά του εμφυλίου, πικρό καρπό από τα στάχυα που θέρισε το " δίκοπο δρεπάνι" . Η προμετωπίδα από τα " Ελεγεία της Οξώπορτας" του Οδυσσέα Ελύτη
" Ώσπου κάποτε , ο βυθός μ' όλο του το πλαγκτόν κατάφωτο
Θ' αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι άλλα ως τότε
ανεκμηστήρευτα
Σαν μέσ' από τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν"
Ο αφηγητής κινείται από το παρόν προς το παρελθόν και παρουσιάζει τα συνταρακτικά γεγονότα της παιδικής του ηλικίας μέσα από τη φωνή του παιδιού που  μιλά συνεχώς στον ενήλικα πια άνδρα . Δύο όψεις του ίδιου ανθρώπου σε ένα βαθιά σπαρακτικό διάλογο με τη μνήμη . Και εκείνο βέβαια που αναδεικνύει την αφήγηση και την κάνει οδυνηρή ως προς το συναίσθημα που δημιουργεί είναι η γραφή. 
Διάσπαρτες στο βιβλίο φωτογραφίες από τις παιδοπόλεις του Δημήτρη Χαρισιάδη.
Καλό είναι όμως πριν διαβάσει  κάποιος το" Θολό βυθό" να αναζητήσει το πρώτο του βιβλίο
" Διπλωμένα φτερά" με το οποίο αποτελεί διλογία.


Εγώ το διάβασα εκ των υστέρων , διότι δεν το ήξερα πριν. Αυτοβιογραφικό με κυρίαρχες  εικόνες και μνήμες από το χωριό σε εποχές δύσκολες . Ο αφηγητής εστιάζει στη μορφή της γιαγιάς του , που από βρέφος τη φώναζε μάνα, γιατί μάνα δεν γνώρισε.
Ο Γιάννης Ατζακάς έγινε από τους αγαπημένους μου νέους συγγραφείς . Το τελευταίο του βιβλίο κυκλοφόρησε το 2010 και είναι το " Κάτω από τις οπλές".


Στρατιωτική θητεία στα χρόνια της χούντας στο στρατόπεδο του Κολινδρού στο Τάγμα Ανεπιθυμήτων και συγκεκριμένα των Ημιονηγών. Ριγμένοι εκεί νέοι αριστερού παρελθόντος και ιδεολογίας που προσπαθούν να κρατηθούν όρθιοι στις δοκιμασίες που υποβάλλονται.
Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στους Πολύκαρπο Πολυκάρπου και Χρίστο Ζαφείρη μα πρώτα  πρώτα δηλώνει " μνήμη Παναγιώτη Κονδύλη"

*Γιάννης Ατζακάς, Κάτω από τις οπλές, νουβέλα, εκδόσεις Αγρα((Τα βιβλία αυτοσυστήνονται / Ελευθεροτυπία)


 Πολλά χρόνια μετά την τελευταία συνάντησή τους -Οκτώβρης του '74 πρέπει να ήταν, σ' ένα ταβερνάκι της Ευαγγελίστριας στη Θεσσαλονίκη- ο απόμαχος πια ηθοποιός Χάρης Φωτίου ανασύρει τα καταχωνιασμένα στρατιωτικά ημερολόγια που του εμπιστεύτηκε τότε ο «εν όπλοις και εν οπλαίς κτηνών» σύντροφός του Αλκης Πολίτης, λίγο πριν εγκαταλείψει για πάντα τη «μητριά πατρίδα» του.
Με όσα η δική του μνήμη διέσωσε και η σχεδόν κρυπτική γραφή τού φανέρωσε, αναπαριστά εκείνον το χειμώνα του '68 στο κολαστήριο του Κολινδρού, τις παγερές μέρες και νύχτες της «μεγάλης νύχτας» των συνταγματαρχών. Εκπληρώνει, έτσι, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση (είναι πια χειμώνας του 2008), την υπόσχεση που κάποτε είχε δώσει.
Η ιστορία αρχίζει λίγο μετά το βασιλικό αντιπραξικόπημα της 13ης Δεκεμβρίου 1967, όταν ο Αλκης φτάνει με δυσμενή μετάταξη στο πειθαρχικό 2ο Τάγμα Ορεινών Μεταφορών Κολινδρού. Η κοινή πολιτική καταγωγή, η τραγική μοίρα των γονιών τους, η δημοκρατική δράση τους στις αρχές της δεκαετίας του '60, συνδέουν γρήγορα τον ηθοποιό του Θεάτρου Τέχνης και τον απόφοιτο της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης με μια βαθιά πνευματική φιλία.
Ο Χάρης, έχοντας εξαρχής την ειδικότητα του ημιονηγού -του ανεφοδιαστού, όπως τότε τους είχαν μετονομάσει, του μουλαρά, όπως τους ήξερε ο κόσμος όλος-, αναλαμβάνει να κατατοπίσει τον πρώην τυφεκιοφόρο του πεζικού στις βαριές εργασίες του στάβλου, απαγγέλοντας παράλληλα εδάφια από το «Μνημόνιον του ανεφοδιαστού»: Τον ημίονο τον μεταχειριζόμεθα με υπομονή και καλοσύνη. Τον ανταμείβομε κάθε φορά που υπακούει, με θωπείες. Με βάρβαρα μέσα, όπως οι ραβδισμοί και οι φωνασκίες, επιτυγχάνομε το αντίθετον αποτέλεσμα: ο ημίονός μας γίνεται δύστροπος.
Η μοχθηρία όμως του μανιακού μόνιμου επιλοχία Βούρκουλα να τους ορίζει κάθε νύχτα «γερμανικό» νούμερο στις δύο διπλανές σκοπιές, του στάβλου και της χαράδρας, τους επιτρέπει τουλάχιστον να έχουν ατελείωτες συζητήσεις για το θέατρο, τη λογοτεχνία και την πολιτική. Ετσι, η νυχτερινή θέα της Θεσσαλονίκης απέναντι από το σκοτεινό τους στρατόπεδο οδηγεί τον Αλκη σε μιαν αντίστροφη παρώδηση του «Αγγελιάσματος» του Βασίλη Βασιλικού, όταν εξομολογείται στον φίλο του τον έρωτά του για τη μικρή Ερση: ...Μόνο που εμείς εδώ είμαστε οι απόβλητοι του Συστήματος, οι εξορισμένοι από τον λαμπερό γαλαξία τους. Οι εχθροί του Φωτός είμαστε εμείς, οι τρισκατάρατοι άγγελοι του Σκότους. Αυτό το παγωμένο αστέρι όπου μας έχουν ρίξει, δεν είναι παρά ένα τελικό πεδίο δοκιμής και δοκιμασιών.
Αργότερα, κάποιες άλλες νύχτες, καθώς ο φοβερός εκείνος χειμώνας έφτανε στο τέλος του και πλησίαζε η πρώτη μαύρη επέτειος του πραξικοπήματος, ο Αλκης αρχίζει να μιλά και για τις μέρες του στο επίλεκτο 565 Τάγμα Πεζικού στον Λαγκαδά: τα μισαλλόδοξα κηρύγματα και τον άγριο κατατρεγμό των «χαρακτηρισμένων» φαντάρων· την είσοδο της μονάδας του το χάραμα της 21ης Απριλίου 1967 στη Θεσσαλονίκη και τον στρατωνισμό της στον Παλαιό Σιδηροδρομικό Σταθμό· τη συμμετοχή της στις επινίκιες καρναβαλικές γιορτές της χούντας στο Καυταντζόγλειο στάδιο της πόλης.
Ομως τα χειρότερα στο 2ο Τ.Ο.Μ. δεν είχαν ακόμη συντελεστεί. Η άρνηση του Αλκη να αποκηρύξει τις «αντεθνικές» ιδέες του και να δηλώσει δημόσια πίστη στο στρατιωτικό καθεστώς εξοργίζει τον διοικητή του 2ου Γραφείου, Φατζέα, που θέτει σε σταδιακή εφαρμογή ένα σχέδιο ψυχολογικής βίας και φυσικής του εξόντωσης.
Κάποτε, στις αρχές της άνοιξης, ο Αλκης μετατίθεται στο Διδυμότειχο, απ' όπου, αφού υπηρέτησε και τις μέρες της φυλακής του, απολύεται με διαγωγή «κακή» στις 13 Αυγούστου του '68, την ημέρα που ο Αλέξανδρος Παναγούλης θα εκτελούσε τον «πανάθλιο τύραννο».
Η χρονογραφική αφήγηση του Χάρη Φωτίου συμπληρώνεται από μια σύντομη αναδρομή στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης, καθώς και από μερικές αναφορές στην πρώτη Μεταπολίτευση, ενώ τα πάθη του φίλου του σκόπιμα αποδίδονται με θεατρικό λόγο. Στη δική του διήγηση «εγκιβωτίζονται» και οι δύο αναστροφικές αφηγήσεις του Αλκη για τα βάσανα του έρωτα και την πολιτική του δίωξη.
Τα αποσπάσματα που παρεμβάλλονται από το κρυφό ημερολόγιο του Αλκη διασώζουν, πότε σε λυρική και πότε σε συμβολική και υπαινικτική γραφή, το αυθεντικό κλίμα εκείνης της αποτρόπαιας εποχής. Η εναλλαγή αυτή των αφηγηματικών τρόπων σχετίζεται μόνο με τους χαρακτήρες και τα ενδιαφέροντα των κύριων προσώπων της ιστορίας και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μια «μεταμοντέρνα» σύλληψη.
Αν επιδίωξα συνειδητά κάτι, αυτό ήταν το άρωμα ενός αδικημένου έρωτα να επικαλύπτει τη βαριά φασιστική αποφορά εκείνων των ημερών, ενώ, από βαθύτερα ακόμη, να αναδύεται η αίσθηση των χαμένων θυσιών και των ματαιωμένων ονείρων.
Γιάννης Ατζακάς