Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Δουατζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Δουατζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

«Έχουμε χρέος να τιμήσουμε τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Τάσου Λειβαδίτη το 2022»

 


 του Γιώργου Δουατζή

Συμπληρώνονται, το 2022, εκατό χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου μας ποιητή Τάσου Λειβαδίτη (1922-1988). Θεώρησα χρέος μου να καλέσω αρμόδιους, υπουργό και υφυπουργό Πολιτισμού, να τιμήσουν τη μνήμη του ορίζοντας το 2022 «Έτος Τάσου Λειβαδίτη». Την πρόταση για σειρά εκδηλώσεων μέσα στο 2022 στη μνήμη του αγαπημένου ποιητή –που συντρόφεψε πολλές γενιές και θα διαβάζεται από πολλές ακόμα– έκανα στην Εταιρεία Συγγραφέων και στον Δήμο Αθηναίων, του οποίου δημότης ήταν ο Λειβαδίτης.
Για την ιστορία, θέλω να αναφέρω ότι ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στο Μεταξουργείο, στην οδό Λεωνίδου 74, και έζησε μέχρι τον θάνατό του στην οδό Αχαρνών 35. Το έτος 2000, ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων απαλλοτρίωσε τον περιβάλλοντα χώρο και το πατρικό σπίτι του ποιητή, προκειμένου να χτιστεί το 156ο Δημοτικό Σχολείο.
Με πολλές προσπάθειες καταφέραμε να μην κατεδαφιστεί το οίκημα, να διασωθεί το σπίτι και με το ΦΕΚ 484/05-11-2007 του Υπουργείου Πολιτισμού χαρακτηρίστηκαν «ως μνημεία τα κτίσματα επί της οδού Λεωνίδου με αριθμούς 70 & 74 καθώς και ο μαντρότοιχος στον αριθμό 72. Τα συγκεκριμένα κτίσματα είναι χαρακτηριστικά δείγματα κτισμάτων μικρής κλίμακας των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, ανήκουν σε μια από τις παλαιότερες γειτονιές της Αθήνας και η διατήρησή τους θα συμβάλλει στη διαφύλαξη της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας της περιοχής από πολεοδομική, ιστορική και αρχιτεκτονική άποψη». Tο σπίτι του Λειβαδίτη, έκτοτε, ανήκει στον ΟΣΚ.
Τον Απρίλιο του 2008 συγκροτήθηκε επιτροπή, η οποία πραγματοποίησε αυτοψία στον χώρο και έκρινε απαραίτητη την άμεση λήψη μέτρων ασφαλείας, για την προστασία των διερχομένων και οχημάτων, γιατί τα κτίσματα παρουσιάζουν πλέον στοιχεία επικινδυνότητας λόγω παλαιότητας.

Επίσης, ήταν πολλές οι χρονοβόρες και... ψυχοφθόρες ενέργειες για τη διάσωση του πατρικού του σπιτιού και του αρχείου του. Νομίζω πως τώρα έφτασε η σειρά των νεότερων να πάρουν τη σκυτάλη...

Με δεδομένο αυτό το ιστορικό, είχα ζητήσει (χωρίς αποτέλεσμα) από τον Μάιο του 2002 με γράμμα μου στον τότε δήμαρχο Δημ. Αβραμόπουλο:
1. Την ονομασία δρόμου ή της υπό κατασκευή πλατείας στην οδό Λεωνίδου στο Μεταξουργείο, όπου κατασκεύαζε ο ΟΣΚ σχολικό κτίριο, σε Τάσου Λειβαδίτη.
2. Τη δημιουργία Μουσείου Λειβαδίτη, στον χώρο του πατρικού του ποιητή, όπου ανεγείρεται σχολικό κτίριο και θα μπορούσε μία αίθουσα να περιλαμβάνει τα προσωπικά του αντικείμενα, φωτογραφίες, χειρόγραφα, βιβλία κ.ά. με την ευθύνη του Πολιτιστικού Οργανισμού του Δήμου.
3. Την τοποθέτηση προτομής –υπάρχει το εκμαγείο του ποιητή κατασκευασμένο από τον γλύπτη Μιχάλη Κάσση– σε σημείο της πόλης.
Δυστυχώς, έκτοτε δεν έγινε καμία ενέργεια, γι’ αυτό και επανήλθα με μήνυμά μου προς τον σημερινό δήμαρχο Αθηναίων κ. Μπακογιάννη με την ελπίδα μιας ανταπόκρισης.
Ελπίζω, η πρωτοβουλία μου για να τιμηθεί όπως του αξίζει ο Τάσος Λειβαδίτης να έχει συνέχεια. Με τις μικρές μου δυνάμεις, έκανα όσα μπορούσα. Στο ενεργητικό μου υπάρχουν διοργανώσεις συνεδρίου, εκδηλώσεων σε πολλούς δήμους, δημοσιεύματα, τηλεοπτική και πολλές ραδιοφωνικές εκπομπές (Αθήνα 9.84, ΕΡΑ2, Γ’ Πρόγραμμα), έκδοση τριών βιβλίων (Κέδρος, Στίξις) για τον αγαπημένο φίλο και ποιητή. Επίσης, ήταν πολλές οι χρονοβόρες και... ψυχοφθόρες ενέργειες για τη διάσωση του πατρικού του σπιτιού και του αρχείου του. Νομίζω πως τώρα έφτασε η σειρά των νεότερων να πάρουν τη σκυτάλη...

Αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό Diastixo

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΑΠΡΟΣΜΕΝΟΥ ΙΟΥ - ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

Δεν είμαι ορατός, παρά μόνον με μικροσκόπιο. Η έλευσή μου σας έφερε συλλογικά το αίσθημα της απειλής, του φόβου, τη σκέψη του θανάτου. Η απειλή κι ο φόβος για την υγεία, τη ζωή, για τον τρόπο ζωής και την οικονομία σας, απλώθηκαν αστραπιαία και χειραγωγούν στο έπακρο δισεκατομμύρια κατοίκων του πλανήτη. Σας έκανα να δείτε με άλλη ματιά τη ζωή, τα αιτούμενα, τις σχέσεις, τις επιδιώξεις, τα ένστικτα που με δυσκολία χειραγωγείτε.

  Εγώ, ένας αόρατος ιός, κατάργησα τα σύνορα χαρίζοντας κοινό πόνο και φόβο. Εξαιτίας μου εκλαμβάνετε την ελευθερία ως δεύτερη επιλογή. Αρκεί να συνεχίσετε να ζείτε, ανεξαρτήτως όρων ζωής. Καλοδεχτήκατε τις εντολές των εξουσιών που σας διαφεντεύουν, αφού αυτές τώρα ξέρουν...

  Μετέτρεψα ολόκληρο τον πλανήτη σε μια φυλακή με κελιά τα σπίτια σας. Σας έκανα να νιώθετε ευτυχείς που σας απάλλαξα της ευθύνης, της επιλογής, των αποφάσεων, μιας και εκτελείτε μόνον αυτό που υπαγορεύουν οι ειδικοί.

  Η απειλή μου έχει την ίδια δύναμη για πλούσιους και φτωχούς, σας έκανε να νιώσετε όλοι ίσοι. Δυνάμωσα στο έπακρο την τυχαιότητα, το άγνωστο, την αβεβαιότητα, την ανάγκη σας για επικοινωνία. Είμαι αιτία αναίρεσης αποφάσεων, ιεραρχιών, προγραμματισμών, επαφών, ταξιδιών, στόχων ζωής, ως και της πρόσληψης της έννοιας του χρόνου. Σας εξουσιάζω.

  Τώρα καταλαβαίνετε την αξία της ανθρώπινης ζωής. Σας ανάγκασα να την βάλετε πάνω από μικροσυμφέροντα, φτηνές συναλλαγές. Γκρεμίζω σταδιακά το οικοδόμημα που φτιάξατε με οικονομίες της αγοράς, αθέμιτους ανταγωνισμούς, χρηματιστήρια, ολιγοπώλια.

  Τώρα αντιλαμβάνεστε ότι η γνώση, η ανθρώπινη δίψα για έρευνα, ανακαλύψεις, έχει μοναδική αξία. Οι κάτοχοι της γνώσης πάντα είχαν τη δύναμη. Η ανησυχία τους να βρουν το νέο αξιοποιούσε την ευφυία και τις ικανότητές τους. Όλοι προστρέχετε στους φορείς της γνώσης. Αυτοί έχουν τη δύναμη να βρουν φάρμακα, εμβόλια, να σας απαλλάξουν από την απειλή, την αρρώστια, το θάνατο, από μένα.

  Τώρα, όσο ποτέ, εισπράττετε τη δύναμη της ελπίδας, του ισχυρού αντίδοτου στον φόβο που σας έχει κατακλύσει. Ελπίζετε στην ανακάλυψη ενός θεραπευτικού φαρμάκου, ενός εσαεί προστατευτικού από μένα εμβολίου. Ελπίζετε το οδυνηρό πέρασμά μου από τον πλανήτη να είναι όσο γίνεται βραχύ. Ελπίζετε να μη σας λείψουν χρήματα, τρόφιμα, καύσιμα, νερό. Ελπίζετε να σωθείτε. Αλλά δεν καταλάβατε τη μεγάλη αλλαγή που ήδη έφερα στην υπόλοιπη ζωή σας.

  Τώρα αναδείχτηκε το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής και η μικρότητά της.

  Μεγαλείο, μέσα από την αλληλεγγύη, τη συμπαράσταση, τον πάγκοινο αγώνα, την πολύτιμη μοιρασιά, τις σωτήριες πληροφορίες. Μέσα από τη μεταστροφή γνώμης και αναγνώριση ανθρώπων που αλόγιστα υποτιμούσατε -ως και λοιδορούσατε- ως χθες, όπως γιατρών, νοσηλευτών, δημοσιογράφων, τεχνικών, αστυνομικών, στρατιωτικών και πολλών άλλων.

  Μικρότητα, με τον βάρβαρο διαγκωνισμό να αδειάζετε τα ράφια των υπεραγορών, αγνοώντας τις ανάγκες των άλλων. Με την αλόγιστη αγορά αντισηπτικών, μασκών και άλλων πολύτιμων αγαθών. Διόγκωση του υπερφίαλου εγώ σας με εγκληματική την αδιαφορία, αν η πλεονεξία σας είναι αιτία δραματικών ελλείψεων για τους άλλους..

  Στο περίκλειστο των σπιτιών-κελιών σας δοκιμάζονται σχέσεις, αλήθειες, αντοχές. Έγκλειστοι αναμετρούνται με όσα έκρυβαν, αναγκάζονται να σκεφτούν όσα αγνοούσαν, όσα θεωρούσαν αυτονόητα. Αναρωτιέμαι: Πόσοι από σας θα αγαπηθείτε ξανά; Πόσοι θα πλησιάσετε πραγματικά ο ένας τον άλλον; Πόσοι θα σφαγιαστείτε μεταξύ σας; Πόσοι θα ανακαλύψετε πόσο ξένοι είστε; Πόσοι θα νιώσετε την πλασματική σας συνύπαρξη, υποδουλωμένοι σε συμβάσεις και στερεότυπα; Πόσοι σκεφτήκατε συνανθρώπους σας που ζουν μόνοι, που έχουν ψυχολογικά προβλήματα, είναι άρρωστοι, ηλικιωμένοι;

  Στον φόβο της εξάπλωσής μου ζείτε για πρώτη φορά το απίστευτο: Είστε όλοι ύποπτοι για όλους τους άλλους και όλοι οι άλλοι είναι ύποπτοι για σας. Σε λίγο θα φοβάστε ως και τον εαυτό σας. Ήδη δεν αγγίζετε το πρόσωπό σας, το ίδιο το κορμί σας. Από φόβο. Από καχυποψία.

  Το πλέον πιθανό είναι, ότι τελικά θα με εξοντώσετε. Όμως σας βεβαιώ ότι μετά το πέρασμά μου, ο κόσμος σας δεν θα είναι ο ίδιος. Απλώς μένω με τη διερώτηση: Θα έχετε γίνει άγρια θηρία ή καλύτεροι άνθρωποι; Να παραμείνετε αυτό που είστε, το αποκλείω.

Αναδημοσίευση από Culture Book

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

«Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Εις μνήμην»


του Γιώργου Δουατζή
Το μεγαλύτερό μου όνειρο είναι να μην απελπίζομαι. Γράφουμε με την ελπίδα ότι έστω και ένα τέταρτο της ώρας αφού πεθάνουμε κάτι θα έχει μείνει. Λίγο είναι αυτό;
(Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ)

Δεν γνώρισα παρά μόνον δύο ιερουργούς της Ποίησης τόσο ταπεινούς, τόσο μεγάθυμους, όσο ο Τάσος Λειβαδίτης και η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Ο χαμός της, οδυνηρή απώλεια για τα Ελληνικά Γράμματα. Πολλοί τη χαρακτήρισαν ως τη μεγαλύτερη γυναικεία ποιητική φωνή του καιρού μας, και ίσως όχι αδίκως.
Θυμάμαι τη γλυκύτητά της, το αβίαστο χαμόγελο, την πονηρή λοξή παιδική ματιά, την εμβρίθεια της σκέψης της, το μικρό άβολο γραφείο της, τη λιτότητα της ζωής της, τα ξαφνικά τηλεφωνήματα για να μου μιλήσει για κάθε βιβλίο που της έστελνα. Αλλά κυρίως, θυμάμαι τη μεγαθυμία προς κάθε ομότεχνό της και κυρίως προς τους νέους ποιητές. Αγαπούσε τους ανθρώπους, δεν είχε ίχνος συμπλέγματος λόγω της αναπηρίας που τη συνόδευε σε όλη τη ζωή της.

Όταν η μνήμη άρχισε να της παίζει άσχημο παιχνίδι, δεν δίσταζε να με ρωτήσει: Ποιος είσαι; Της απαντούσα: Τα κόκκινα παπούτσια. Ήταν ποίημά μου που αγαπούσε. Και τότε, αμέσως: Δουατζή μου, Δουατζή μου, τι κάνεις; Μου ζητούσε να τη συνοδεύσω ως το Φίλιον να φάει το γλυκό της με βουλιμία μικρού παιδιού.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το τηλεφώνημά της όταν έλαβε το βιβλίο μου Τα Κάτοπτρα. Ήταν κοντά μεσάνυχτα κι άκουσα τη φωνή της: Σου έχω ένα μικρό δώρο και να έρθεις αύριο να το πάρεις. Την άλλη μέρα είχα στα χέρια μου ένα μικρό μπλοκάκι, όπου είχε αντιγράψει τις παραγράφους που διάλεξε από τα Κάτοπτρα. Συγκινημένος, της πρότεινα να γράψει τον αντίλογό της σε αυτά που είχε επιλέξει. Κι έτσι, γεννήθηκε το κοινό μας βιβλίο, Αντικατοπτρισμοί – Διάλογος δύο ποιητών. Αυτόν τον διάλογο παρουσιάσαμε μαζί πέρσι τον Φεβρουάριο στο Θέατρο Αλεξάνδρεια, με συνοδεία την υπέροχη μουσική του Γιώργου Βαρσαμάκη.

Ας αντιπαρέλθω όμως τις –πολλές– προσωπικές αναμνήσεις και να παραθέσω μικρή επιλογή των λόγων της, από συνέντευξη που της είχα πάρει πριν από περίπου δέκα χρόνια.

– Δεν ξέρω τι θα πει ματαιοδοξία. Δεν θυμάμαι ποτέ να έγραψα κάτι για να τυπωθεί. Κι έπειτα, ήμουνα τυχερή με επιτυχίες από την πρώτη εμφάνιση στα δεκαεφτά μου χρόνια. Οπότε δεν υπήρχε λιβάδι για να φυτρώσει η ματαιοδοξία.

– Τώρα τελευταία με ενοχλεί αφόρητα η φιλοδοξία, η λύσσα για προβολή των νέων. Εγώ ήξερα ότι όταν γράφεις ποίηση, δεν περιμένεις τίποτα.

– Ποίηση... Η ζωή μου είναι. Άλλοι έχουν τη θρησκεία, άλλοι τα παιδιά τους, εγώ την ποίηση.

– Δεν θυμάμαι ποτέ στη ζωή μου να μην έγραφα. Είχα την τύχη να έχω πολύ μορφωμένους γονείς και νονό τον Καζαντζάκη, με του οποίου την ενθάρρυνση δημοσίευσα το πρώτο μου ποίημα στο περιοδικό Καινούργια εποχή, σε ηλικία δεκαεφτά ετών.
Εγώ ήξερα ότι όταν γράφεις ποίηση, δεν περιμένεις τίποτα.

– Την ώρα της γραφής έχω μια αόριστη θεματική κατάσταση μες στο μυαλό μου, πιάνω το μολύβι και ξαφνικά η μία λέξη βγάζει μία άλλη λέξη και η επόμενη βγάζει άλλη με ένα άλλο νόημα και στο τέλος βγαίνει το ποίημα. Είναι μια έκπληξη αυτό που βγαίνει. Έτσι γράφω.

– Ήμουνα πάρα πολύ τυχερή. Παρότι πλήρωσα το τίμημα της ζωής με το που μπήκα, με εισιτήριο την αρρώστια μου. Το ότι έζησα ήταν σκέτο θαύμα. Έκανα εγχείρηση στο πόδι όταν ήμουν επτάμισι ετών και διασώθηκα. Έζησα με μια αναπηρία, η οποία όμως δεν με εμπόδισε να χορέψω, να κολυμπήσω, να χαρώ τη ζωή.

– Ο έρωτας είναι το παν. Και... ένα από τα δύσκολα πράγματα της ηλικίας είναι αυτό. Ότι ζω χρόνια τώρα χωρίς τον έρωτα. Δεν καταλαβαίνω πώς αναπνέω, πώς δουλεύω χωρίς αυτόν.

– Η μοναξιά δεν με πειράζει. Δουλεύω, διαβάζω, κάνω πράγματα που με ενδιαφέρουν. Με πειράζει λιγότερο να μένω μόνη σπίτι, παρά να βρίσκομαι με ανθρώπους για να μην είμαι μόνη και έτσι να νιώθω περισσότερη μοναξιά.

– Τα γηρατειά δεν καταπίνονται εύκολα. Όσο καλές και να είναι οι συνθήκες ζωής σου, πλησιάζεις στο τέλος. Ό,τι κάνουμε, ό,τι σκεφτόμαστε βρίσκεται κάτω από τη σκιά του μέλλοντος. Λέμε θα γράψω, θα κάνω, θα φτιάξω. Η ιδέα του μέλλοντος σε εμπνέει, σε σπρώχνει μπροστά. Η ηλικία μειώνει την ιδέα του μέλλοντος.

– Δύο πράγματα δεν μπορείς να κοιτάξεις κατάματα. Τον ήλιο και το θάνατο.

– Με απωθεί η ψευτιά, η ραδιουργία. Με θέλγει η καλοσύνη, το χιούμορ και η εξυπνάδα.

– Ο χρόνος είναι το μόνο πράγμα στο οποίο είμαι τσιγκούνα. Δεν θέλω όσο μεγαλώνω να τρώνε το χρόνο μου, που είναι πολύτιμος.

– Πλούτος είναι να αισθάνεσαι ότι έχεις ζωή μέσα σου και ότι θέλεις να τη μεταδώσεις. Δόσιμο και δημιουργία είναι ταυτόσημες έννοιες.

– Εκδίδω βιβλία από φυσικότητα. Είσαι έγκυος, στους εννέα μήνες γεννάς. Έτσι είναι και το βιβλίο.

– Ο ποιητής πρέπει να έχει αξίες ζωής. Αν δεν έχει, θα βγει κακό το ποίημα.
Χειρόγραφο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, από το βιβλίο Αντικατοπτρισμοί – Διάλογος δύο ποιητών (Στίξις, 2017).

Αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

" Ήταν 30 Οκτωβρίου του 1988, η μέρα που ο Λειβαδίτης έκανε το άλμα στην αθανασία..."

Κι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα και απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και στα εργαλεία του λαού.

Πέρασαν κιόλας είκοσι πέντε χρόνια(σημ.ιστολογίου: το κείμενο γράφτηκε το 2013). Και τα βιβλία του, στέρεα και απλά, κατέχουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια μας. Πέρασε κιόλας ένα τέταρτο του αιώνα. Από τότε που βγήκε συντριμμένος από τη θλίψη ο χειρουργός του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου της Αθήνας για να πει ότι ο αγαπημένος μας Τάσος Λειβαδίτης πέρασε το τελευταίο κατώφλι, μετά εξήντα έξι χρόνια ζωής. Θυμάμαι, έπεσε παγερή σιγή, σκορπίσαμε στον προαύλειο χώρο, ακουμπήσαμε σε ένα πεύκο ο καθένας και αφήσαμε  τα δάκρυα της μεγάλης απώλειας να κυλήσουν. Ένας μεγάλος ποιητής έφευγε οριστικά και " οι λίγοι έγιναν λιγότεροι ". Έπεσε η αυλαία εξήντα έξι χρόνων μεστής, δημιουργικής, γεμάτης, πολυτάραχης ζωής.
Η ζωή του ήταν πλούσια σε αλλαγές, συχνά βίαιες. Μια ζωή ποικιλότροπα σκληρή, για έναν άκρως ευαίσθητο ιερουργό της Ποίησης. Απόηχος από Μικρασιατική Καταστροφή και πρόσφυγες, δικτατορία Μεταξά, ένταξη στη Αριστερά, Κατοχή, Εμφύλιο, μετεμφυλιοπολεμικό κλίμα, διώξεις, δικτατορία του 1967, διάσπαση του ΚΚΕ, Πολυτεχνείο, Μεταπολίτευση. Στοιχεία μιας ιστορικής διαδρομής της οποίας τα κυρίαρχα γεγονότα έζησε ο Λειβαδίτης εκ των έσω. Αυτή η ζωή ήταν η μαγιά των έργων του. Η πρώτη ύλη για τη μορφοποίηση των υπέροχων στίχων του.
Είναι αυτονόητη η επιρροή αυτών των σημαντικών στιγμών της πρόσφατης ιστορίας μας, στιγμών τις οποίες ο Λειβαδίτης  βίωσε σε βάθος και τις αποτύπωνε με κείνη την τόσο εκφραστική ματιά του. Τυχερός - άτυχος, που γνώρισε τα μύρια όσα με ένταση πρωτοφανή. Ένα υπέροχο ψηφιδωτό με ψηφίδες χαρά, λύπη, ελπίδα, απογοήτευση, αγώνα, ήττα, συλλογικότητα, απόλυτη μόνωση, διωγμούς, εξορίες, φυλακίσεις, βύθιση σε σκοτεινούς κόσμους θλίψης , απόγνωση, προπηλακισμούς, λοιδορίες, επιβραβεύσεις, έρωτες, αναγνώριση και πολλή αγάπη. Αυτής της ζωής καρποί ήταν οι στίχοι που μας χάρισε, οι στίχοι που τραγουδήθηκαν, αγαπήθηκαν, έγιναν επιτυχίες.
Ήταν 30 Οκτωβρίου του 1988, η μέρα που ο Λειβαδίτης έκανε το άλμα στην αθανασία. Φθινοπωρινή μέρα, έκανε κρύο, ψιλόβρεχε σποραδικά και στον τελευταίο αποχαιρετισμό στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας ήταν απρόσμενα πολλοί. Δεν θα ξεχάσω εκείνες τις στιγμές που βαδίζαμε προς τον τάφο αλληλοστηριζόμενοι, με τον Γιάννη Ρίτσο και τη γυναίκα του Λειβαδίτη, Μαρία. Αυτή, απόλυτα σιωπηλή, βυθισμένη σε βουβό κλάμα. Ο Ρίτσος , " ο μεγάλος αδελφός, ο σοφός ο Γιάννης ", συντριμμένος από τον πόνο, επαναλάμβανε συνεχώς την ίδια φράση μέσα από τους λυγμούς του:
" Τάσο, όμορφε άγγελε. Ως και νεκρός ένας άγγελος είσαι ".
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι είχε προβλέψει στους στίχους του πως θα πεθάνει φθινόπωρο:

Όμως εδώ τελείωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς.
Και τα φαντάσματα της ζωής μου
θα με αναζητούν τώρα τρέχοντας μες στη νύχτα
και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν.
Έτσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο.

Γιαυτό σας λέω ας κοιτάξουμε τη ζωή μας
με λίγη περισσότερη συμπόνια
μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική.

Ο Λειβαδίτης τίμησε με τη στιχουργική του τη μουσική παραγωγή του τόπου. Ποτέ δεν έκανε σύγκριση ποίησης και στιχουργικής. Εκτιμούσε το ίδιο τα έργα και των δύο αυτών δραστηριοτήτων του. Θεωρούσε σημαντική τη διάχυση των στίχων του στον πολύ κόσμο μέσα από τα τραγούδια που έγραψαν σημαντικοί συνθέτες. Και χαιρόταν όταν οι στίχοι του γίνονταν λαϊκά τραγούδια κι έφταναν στις γειτονιές τραγουδισμένα απ' τους απλούς ανθρώπους, όπως η " Δραπετσώνα ", το " Βρέχει στη φτωχογειτονιά " και άλλα.
Για τη " Δραπετσώνα " έχω μια μικρή ιστορία να μεταφέρω, όπως μου την αφηγήθηκε σε μια εκπομπή το 1983 ο Μίκης Θεοδωράκης.
Στην πρώτη οκταετία της πρωθυπουργίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή, πριν τη δικτατορία, δημιουργήθηκε μεγάλη αναταραχή όταν αποφασίστηκε να γκρεμιστούν τα πλινθόχτιστα σπίτια στη Δραπετσώνα, υποβαθμισμένη τότε περιοχή της Αττικής, όπου κατοικούσαν κυρίως πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922. Αμέσως οργανώθηκε από την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ) συγκέντρωση διαμαρτυρίας με συναυλία του Μίκη, βουλευτή τότε, αν θυμάμαι καλά, της ΕΔΑ. Ο Θεοδωράκης κατά την επιστροφή του από τη Δραπετσώνα προς το σπίτι του είχε ήδη συνθέσει τη μουσική ενός τραγουδιού στο μυαλό του. Στάθηκε σε ένα περίπτερο και τηλεφώνησε στον Λειβαδίτη λέγοντάς του ότι πρέπει να γράψει αμέσως στίχους που θα έδεναν με τη μουσική που μόλις είχε "γράψει" , ώστε το νέο τραγούδι να παιχτεί στη συναυλία της επόμενης στη Δραπετσώνα. Στην απορία του Λειβαδίτη, πώς θα ακούσει τη μουσική για να γράψει, ο Θεοδωράκης του απάντησε με συλλαβές τα-τα, τα- τα, τα-τα ώστε να αντιληφθεί ο Λειβαδίτης τις συλλαβές της κάθε πρότασης.
Τη νύχτα έγραψε ο Λειβαδίτης τους στίχους του τραγουδιού " Δραπετσώνα " και την επομένη τραγουδήθηκε από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση στη συναυλία που έγινε στα προσφυγικά. Έτσι γεννήθηκε ένα από τα ομορφότερα λαϊκά τραγούδια. Ο Λειβαδίτης μού επιβεβαίωσε αυτή την όμορφη ιστορία, γελώντας σεμνά όπως πάντα. Ιστορία που δείχνει, μεταξύ άλλων, την απίστευτη ικανότητα, την άνεση που είχε ο μεγάλος μας ποιητής στο χειρισμό του λόγου και ιδιαίτερα στη στιχουργική. Ο ίδιος αγαπούσε επίσης πολύ και Τα Λυρικά που τραγούδησε ο ίδιος ο Μίκης. Έργο που περιλαμβάνει μελοποίηση υπέροχων ποιημάτων του.
Σε περιοδείες στην επαρχία, όπου έκανε συναυλίες ο Μίκης Θεοδωράκης πριν τη δικτατορία του 1967, όταν τα πολιτικά πάθη ήταν έντονα, ο Λειβαδίτης τον συνόδευε και απάγγελλε ποίηματά του. Συχνά δεξιοί παρακρατικοί ορμούσαν στα θέατρα και κατέστρεφαν τα πάντα, διέκοπταν την εκδήλωση και χτυπούσαν αδιάκριτα. Αρκετές φορές κινδύνεψε η ακεραιότητά του και η ίδια η ζωή των συντελεστών των εκδηλώσεων και του ίδιου του Λειβαδίτη από τις πέτρες και τους λοστούς των αγριεμένων παρακρατικών.
Σιωπούσε φλύαρα, έγραφε συνεχώς, δεν ανταγωνιζόταν, δεν συγκρουόταν. Υπηρετούσε την πραγματική Ποίηση, αυτήν της υψηλής αισθητικής και του στοχαστικού βάθους. Δεν καλλιεργούσε δημόσιες σχέσεις , δεν τον αφορούσε η όποια συναλλαγή με στόχο τη δημοσιότητα. Δύσκολα θα βρει ο μελετητής της Ποίησης του Λειβαδίτη άλλον ποιητή με αυτό το φιλοσοφικό εύρος, το οποίο διατυπωνόταν με απλές καθημερινές λέξεις. Υπηρέτησε με αδιατάρακτη συνέπεια μια ζωή αφιερωμένη στον άνθρωπο, στην αγάπη, στα όνειρα που οικοδομούν την ελπίδα για ένα καλύτερο κόσμο με οδηγό διαχρονικές αξίες. Έδινε απλόχερα σε όλους γνώση, πείρα, αγάπη. Ως και τους διώκτες και βασανιστές  του δεν μίσησε. Το 1950 , εξόριστος στη Μακρόνησο, απευθυνόμενος στον ανθρωποφύλακα σκοπό του στρατοπέδου έγραψε:

Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θάθελα να το λαβώσεις.

Ο Λειβαδίτης ήταν ταπεινός με όλη τη μεγαλοσύνη της έννοιας αυτής, από φιλοσοφικά επιλεγμένη θέση. Ένιωθε μια σε βάθος ελευθερία. Οι πικρίες του δεν είχαν να κάνουν με μικροψυχίες, αλλά με την επίγνωση του τραγικού της ανθρώπινης μοίρας. Είχε φύγει από καιρό από τον μικρόκοσμό μας. Είχε κατακτήσει την ελευθερία που δίνει η επίτευξη του στόχου " να μη θέλεις να αποδείξεις τίποτα στον εαυτό σου, ούτε σε κανέναν άλλο ". Και αυτή η άρνηση της επιβεβαίωσης της ύπαρξης αποτελεί την πιο βαθιά κατάφαση ταπεινοσύνης. Όπως και η συνεχής φροντίδα τού να αφουγκράζεται τον διπλανό:

...γιαυτό και μέσα σε κάθε ζωή
υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ
απ' τον εαυτό της
- η ζωή των άλλων.

[...] Η Ποίηση του στο σύνολό της ήταν επί της ουσίας πολιτική. Η ίδια η ζωή του συνιστούσε πολιτική στάση. Στήριξε με συνέπεια την αγάπη στον άνθρωπο, την ελευθερία στην έκφραση , τον σεβασμό στις αξίες της ζωής, κάνοντας καθημερινή πρακτική την ποιητικότητα.

Γιατί δεν είναι άλλος δρόμος, άλλο χέρι, άλλο όνομα, άλλη σημαία, άλλη καρδιά, άλλο άστρο , άλλη δικαιοσύνη - απ' τη ζωή.

Ο Τάσος Λειβαδίτης ρουφούσε τη ζωή, τον έρωτα, τα πάθη, τη χαρά, τη λύπη, με ένταση, κάθε φορά σαν να ήταν η τελευταία. Αυτοσαρκαζόταν συχνά, και ως βαθύς γνώστης της τραγικότητας της ύπαρξης μας διέθετε πηγαίο, ανεξάντλητο χιούμορ. Ήταν, άλλωστε, βαθιά ερωτικός ποιητής:

Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου.

Οι εραστές δεν βλέπουν, μόνο αγγίζονται,
μα οι ρώγες των δακτύλων τους είναι τα ίδια πελώρια
τα πάντα έκπληκτα μάτια του Θεού.

Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω
στο γυαλί της λάμπας.
" Πώς γίνεται " , ρώταγες. Μα είναι τόσο απλό.
Αφού μ' αγαπούσες.

Τόσοι άνθρωποι βρέθηκαν επανειλημμένα συγκεντρωμένοι για να ακούσουν δυο λόγια για τον μεγάλο μας ποιητή. Και πάντα στις συγκεντρώσεις αυτές σκεφτόμουν τη μοίρα του δημιουργού, που μόνος, καταμόναχος δουλεύει τις νύχτες. Ένας μοναχικός διάκονος της Ποίησης. έχω την εικόνα του στο γραφείο του σκυμμένος να γράφει με σταθερό χέρι και παλλόμενη ψυχή, να ιστορεί τα πάθη, τις αγάπες, τις ελπίδες μας. Πού να το φανταζόσουν,Τάσο, ότι το έργο σου, γέννημα απόλυτα μοναχικών στιγμών, θα κινητοποιούσε, θα άγγιζε τόσον κόσμο. Ότι βρισκόμαστε σήμερα τόσοι και έτσι, μιλώντας με περισσή αγάπη και σεβασμό για το γέννημα των στιγμών - αιώνων σου.

...κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά
θ' ακούτε το τραγούδι κι όταν λείπω.

           Γιώργος Δουατζής ( Τάσος Λειβαδίτης : εικοσιπέντε χρόνια μετά)

Από το βιβλίο Τάσος Λειβαδίτης, Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι. Μελοποιημένοι  στίχοι, επιμέλεια Σπύρος Αραβανής, Θανάσης Συλιβός, Μετρονόμος 2013