Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μαργαρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μαργαρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Ενάντια σε φρούρια και τείχη. 1821

 
Ανάμεσα στα τόσα πολλά βιβλία που εκδόθηκαν για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 ξεχωριστή θέση κατέχει το νέο βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη " Ενάντια σε φρούρια και τείχη. 1821. Μια μικρή εισαγωγή για την Ελληνική Επανάσταση"
Στηριγμένο σε αυθεντικές πηγές και αντιπροσωπευτική βιβλιογραφία ο Γιώργος Μαργαρίτης παρουσιάζει τα πρόσωπα, τα γεγονότα, την εποχή από μια διαφορετική οπτική γωνία, όχι και τόσο συνηθισμένη.  Είναι σαν να ανοίγει μια πόρτα και να μας καλεί να δούμε έναν άλλο κόσμο, ρεαλιστικό , ίσως και αντιηρωικό, αλλά βαθιά ανθρώπινο. Έναν κόσμο όμως ταξικό . Δεν έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε για την θέση των φτωχών ραγιάδων, αλλά και των φτωχών Οθωμανών και το πώς είδαν όλα αυτά που συνέβαιναν αιώνες δίπλα τους. Πώς τα είχαν προσλάβει , πώς αντιδρούσαν, πώς συμμετείχαν; Ποια η σχέση Οθωμανών και Ελλήνων; Και για ποιους Έλληνες μιλάμε κάθε φορά που αναφερόμαστε σε ό,τι υπήρξε πριν , κατά τη διάρκεια και μετά την Επανάσταση. Τι ήταν πραγματικά η Φιλική Εταιρεία, πώς επέδρασε το μήνυμα του Διαφωτισμού, τι ακριβώς συνέβη με την Επανάσταση, τόσο στην προετοιμασία της όσο και στο ξέσπασμά της και στα όσα ακολούθησαν;
Γράφει ο ιστορικός στον πρόλογο:
" Όλα αυτά που γνωρίζουμε προέρχονται συνήθως από τον ακαδημαϊκό χώρο και προορίζονται γι' αυτόν. Δημιουργούν μια κατάσταση " εσωτερικής" επικοινωνίας, η οποία μερικές φορές γίνεται στη βάση κώδικα, με αποτέλεσμα να είναι απροσπέλαστη στον πολύ κόσμο, να διαβάζεται δύσκολα. Δεν είναι αυτό το σοβαρότερο μειονέκτημα του διαβήματος. Καθώς επικεντρώνεται στο επιμέρους και δεσμεύεται από το είδος της πληροφορίας, της πηγής από την οποία προήλθε το υλικό που την τροφοδοτεί, αδυνατεί να συσχετίσει και να εντάξει, να δημιουργήσει αφήγηση, πολύ δε περισσότερο ερμηνευτικό σχήμα. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται το παράδοξο. Όσο συσσωρεύονται γνώσεις και πληροφορίες για μια ιστορική περίοδο και ένα ιστορικό γεγονός - της διάστασης μάλιστα της Ελληνικής Επανάστασης -, τόσο περιορίζονται  οι αφηγήσεις, οι ιστορικές συνθέσεις, καθώς και η ανάπτυξη ερμηνευτικών σχημάτων. Τόσο αποξενώνεται το γεγονός  από τον πολύ κόσμο, απ' όλους εκείνους που ζουν στη σκιά - μακρινή ίσως αλλά και τόσο παρούσα - του θεμελιακού , για το κράτος μέσα στο οποίο ζούμε, την Ελλάδα γεγονότος. Δεν είναι μια κατάσταση που θα περιγράφαμε ως δημοκρατική - στον τομέα της γνώσης και δι' αυτού της πολιτικής..."

Για το βιβλίο αυτό μπορείτε να διαβάσετε την πολύ καλή παρουσίαση του Γιώργου Σιακαντάρη στη σελίδα Book Press

Γιώργος Μαργαρίτης, Ενάντια σε φρούρια και τείχη. 1821. Μια μικρή εισαγωγή για την Ελληνική Επανάσταση, Διόπτρα, Αθήνα 2021,  πρώτη ανατύπωση,6η χιλιάδα

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η κληρονομιά της Αλβανίας



Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν ο πρώτος σταθμός της θύελλας και το πρώτο εργαστήριο της μετάλλαξης του έθνους και της κοινωνίας. Ήταν ένας πόλεμος του εικοστού αιώνα, από εκείνους που καμιά πτυχή της κοινωνίας δεν αφήνουν αλώβητη. Γενική επιστράτευση ανθρώπων, οικονομίας, θεσμών και μηχανισμών. Και διάχυτη έντονη συλλογική εμπειρία. Ένα σχολείο καινοτομιών που από μόνο του ανέτρεπε τις προπολεμικές παγιωμένες καταστάσεις και συνήθειες. Μια ανατρεπτική διαδικασία. Και από αυτή την εμπειρία ξεκινά ουσιαστικά η ιστορία μας.
Οι αλλαγές που ο πόλεμος προκάλεσε άρχιζαν από την κορυφή. Η τότε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία βρέθηκε στη θέση του συντονιστή μιας γιγαντιαίας προσπάθειας που αφορούσε το σύνολο των πόρων και των δυνάμεων του έθνους. Οι βιομηχανικές μονάδες της χώρας, από τα υφάσματα ως τα μηχανουργεία και από τις μονάδες τροφίμων ως τα είδη εμαγιέ, στρατεύθηκαν για την παραγωγή των ειδών που ο πόλεμος απαιτούσε. Ακόμα και το πιο απλό είδος, τα πέταλα των αλόγων για παράδειγμα, ήταν κρίσιμο στους καιρούς εκείνους και η επάρκειά του, η παραγωγή του απαιτούσε μια κεντρική πρόβλεψη έναν ακριβή σχεδιασμό, μια προσεκτική κατανομή των πρώτων υλών και των καθηκόντων. Η ιδέα του συγκεντρωτικού κράτους και της κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας είχε τονιστεί ιδιαίτερα στην περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, που ήθελε τον εαυτό του πιστό αντίγραφο των κορπορατιστικών - φασιστικών καθεστώτων. Ο πόλεμος υλοποίησε αυτές τις προσδοκίες με τρόπο φυσικά απρόσμενο και ξένο προς τις καθεστωτικές προθέσεις. Εκείνο όμως που η κοινωνία διδάχθηκε μέσα στις συγκυρίες αυτές ήταν ο συντονισμός και η πειθαρχία σε σχέδια και αποφάσεις που οδηγούσαν από κάπου ψηλά την ενιαία, συλλογική προσπάθεια.
Αυτός ο συντονισμός ξεπερνούσε συχνά τις δυνατότητες και του πιο συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού. Στην ύπαιθρο, για παράδειγμα, όπου η επίταξη περισσότερων από 200.000 κτηνών και η επιστράτευση των ανδρών έκανε προβληματική τη συνέχιση των αγροτικών παραγωγικών δραστηριοτήτων. Πολλές κοινότητες χρειάστηκε να ανακαλύψουν νέους τρόπους συνεργασίας ανάμεσα στα εναπομείναντα μέλη τους, νέους τρόπους αλληλοϋποστήριξης και καταμερισμού των εργασιών.Η ομαδική εργασία έγινε συχνά κανόνας και η επικοινωνία των ανθρώπων πήρε διαστάσεις που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί  λίγους μήνες πριν. Και επιπλέον πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός των δραστήριων μελών της κοινωνίας και διασπάρθηκαν οι αρμοδιότητες και οι επιδεξιότητες. Οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι γυναίκες μοιράστηκαν τις εργασίες που οι επιστρατευμένοι άνδρες άφησαν πίσω τους. Η εμπειρία αυτή μετέβαλε τους αγροτικούς μικρόκοσμους. Εισήγαγε μεγαλύτερα ποσοστά του πληθυσμού στην παραγωγική διαδικασία αλλά και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Μπορούμε να μιλήσουμε για ενοποίηση των τοπικών αυτών κοινωνιών αλλά και για εκδημοκρατισμό τους. Για διεύρυνση δηλαδή του κάτω τμήματος της τοπικής ιεραρχίας και τη συμμετοχή περιθωριακών ως τότε ομάδων στα κοινά.
Στις πόλεις ακόμα, μέσα από την πρωτόγνωρη αυστηρή πειθάρχηση σε κανόνες πολέμου κοινούς σε όλους τους ανθρώπους, η αίσθηση συμμετοχής σε μια κοινή περιπέτεια, σε κοινούς κινδύνους, σ' έναν αναγκαίο συντονισμό έμαθε τους ανθρώπους να λειτουργούν σαν ομάδες, πέρα από οποιονδήποτε κρατικό καταναγκασμό. Η ώρα της συσκότισης ήταν απ' όλους σεβαστή, ειδικά όταν στον ουρανό ακουγόταν το απειλητικό βουητό των αεροπλάνων. Ο ήχος της σειρήνας ή της καμπάνας έφερνε μαζί του μηνύματα προφανή, που αφορούσαν το σύνολο των ανθρώπων. Η οργάνωση των ατομικών κινήσεων και επιλογών με άξονα γενικότερα ΄δεδομένα έγινε ισχυρή κοινή αντίληψη.
Η διάρθρωση του στρατού συγκροτούσε έναν επιπλέον χώρο ανάδειξης του συλλογικού. Η επιστράτευση γινόταν σε τοπική, γεωγραφική βάση και οι μονάδες που έφθαναν στο μέτωπο ήταν συγκροτημένες συνήθως από ανθρώπους που κατάγονταν από την ίδια περιοχή. Σε πολλές περιπτώσεις, στα συντάγματα ή στα τάγματα, γνωρίζονταν οι φαντάροι αναμεταξύ τους από τον καιρό της ειρήνης κιόλας. Αποτελούσαν ένα τμήμα, ένα απόσπασμα της τοπικής κοινωνίας και η εμβάπτισή τους στη σκληρή, συλλογική πολεμική περιπέτεια έφτιαχνε δεσμούς που είχαν άμεσο αντίκτυπο στις κοινότητες που άφησαν πίσω τους. Στο μέτωπο και στα μετόπισθεν η ελληνική κοινωνίας περνούσε μέσα από διεργασίες ενοποίησης.
Κοινοί κίνδυνοι, κοινή αντιμετώπιση τους, σπάσιμο του καθημερινού, των ασχολιών του καιρού της ειρήνης, έξοδος σε δραστηριότητες καινοφανείς, εμπειρίες στην επιβίωση, στον πόλεμο, στα όπλα. Ένα πολύμορφο εργαστήριο θα τολμούσαμε να πούμε, προπαρασκευαστικό για την πολυκύμαντη συνέχεια. Όλες αυτές οι εμπειρίες μάθαιναν στους ανθρώπους να υποδέχονται το καινούργιο, την αλλαγή, να την εφευρίσκουν όταν αυτό κρινόταν αναγκαίο. Πόσοι προπολεμικοί δεσμοί, ιεραρχίες, ανάγκες, προτεραιότητες δεν έσπασαν μέσα σ' αυτό το ολοένα και πιο επικίνδυνο περιβάλλον. Πολύμορφοι φόβοι, ανησυχίες, ενθουσιασμοί και ελπίδες συνέπαιρναν τους ανθρώπους δίνοντας διαστάσεις  ξένες ως τότε στη ζωή τους. Από τους έξι αυτούς πολεμικούς μήνες της Αλβανίας άρχισε να κτίζεται η διαθεσιμότητα των πολλών για συμμετοχή στο ιστορικό γίγνεσθαι. Στον γύρω τους κόσμο σε τελευταία ανάλυση, που, όμως, ήταν τόσο ενοποιητικά και ριζοσπαστικά ισχυρός. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε, θα λέγαμε, χωρίς δισταγμό, ότι το πιο σημαντικό μάθημα αυτού του σχολείου των εμπειριών θα ονομαστεί ο θάνατος, το τέλος του καθημερινού, του προβλέψιμου, του επαναλαμβανόμενου στην κλίμακα της ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτό και η μνήμη των παλαιών κυριαρχείται τόσο έντονα από αυτές τις εμπειρίες.
Στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας βάθαιναν αυτές οι διεργασίες. Ο χώρος είχε τον πρώτο λόγο εδώ. Οι λεκάνες, οι στενές κοιλάδες που σχηματίζονται ανάμεσα στους θεόρατους ορεινούς όγκους αποτελούσαν μικρογραφίες κόσμων ολόκληρων και η ανθρώπινη δραστηριότητα και παρουσία τις γέμιζε έντονα, συχνά ασφυκτικά. Ταυτόχρονα, οι κλίσεις του εδάφους έκαναν την κίνηση σύνθετη, γεμάτη μαιάνδρους και πισωγυρίσματα, και μάκραιναν τις αποστάσεις, κάνοντας την αίσθηση της απώλειας και της απομόνωσης ισχυρή. Οι γύρω ορίζοντες στενοί, κυριαρχούσαν από ψηλά στους χώρους και το μάτι μεγέθυνε τις προσιτές εμπειρίες , τα όσα συνέβαιναν στην οθόνη της απέναντι πλαγιάς. Τίποτα πιο πέρα. Οι λόχοι των 150 -200 ανθρώπων και των ανάλογων και απαραίτητων ζώων μπορούσαν στις συνθήκες αυτές να λειτουργήσουν όπως σε άλλες συνθήκες θα λειτουργούσαν συντάγματα, να απλωθούν σε κάθε πτυχή και γωνιά του ορατού περίγυρου και να γεμίσουν τον στενό μικρόκοσμο του κάθε περάσματος, κάθε κοιλάδας, κάθε χωριού. Εκεί που ολόκληρος στρατός πολεμούσε, τα δικαιώματα του στενού ανθρώπινου κύκλου, στα όρια της παρέας, της συντροφιάς, της παλιάς συμμορίας, αναδεικνύονταν με τον πιο ισχυρό τρόπο. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος εκεί δεν έγινε ποτέ μια απρόσωπη, αποξενωτική δραστηριότητα.
Τις 
Τις μικρές αυτές ενότητες τις χώριζαν εκτεταμένοι ορεινοί όγκοι όπου δέσποζαν με το ύψος τους αναρίθμητες κορυφές. Για να τις διασχίσει κανείς στον καιρό της ειρήνης έπρεπε να ακολουθήσει τις στενωπούς, τον ρου των ποταμών ή να αναρριχηθεί στα μεταξύ τους διάσελα, σε εντυπωσιακό κι αυτά υψόμετρο. Στον καιρό του πολέμου δεν έφθανε αυτό. Η κίνηση γινόταν αδύνατη χωρίς τον έλεγχο των κορυφών, των πιο ψηλών σημείων. Ελάχιστοι αντίπαλοι, σκαρφαλωμένοι σ' αυτές με κάποιο αυτόματο όπλο, μπορούσαν  να ακινητοποιήσουν πολλαπλάσιους εχθρούς στις κάτω διαβάσεις. Αυτά τα υψόμετρα, αυτές οι κορυφές ήταν στον αλβανικό πόλεμο το μήλον της Έριδος ανάμεσα στους αντιπάλους. Οι αναμεταξύ τους μικρόκοσμοι, τα χωριά, τα περιβόλια τους, οι κοιλάδες και τα διάσελα ήταν τα μικρά, αλλά και τόσο αποφασιστικά έπαθλα της αναμέτρησης αυτής.
Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες το "πολλοί" ή το "λίγοι" δεν είχε παρά σχετική σημασία. Οι μικρόκοσμοι των βουνών μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι όταν ο μεγάλος αριθμός κυριαρχούσε σ' αυτούς. Ο εφοδιασμός δεν μπορούσε να ακολουθήσει αποτελεσματικά μέσα από τις δύσκολες υποχρεωτικές διαδρομές του, ενώ η υπερβολική πυκνότητα των στρατευμάτων αύξανε δυσανάλογα τις απώλειες στις εκτεθειμένες κοιλάδες ή στις στενές κορυφές. Η χρυσή τομή επιβλήθηκε από τα πράγματα. Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν πόλεμος των μικρών μονάδων, των διμοιριών, των λόχων, σπανιότερα των ταγμάτων. Το πυροβολικό σκαρφάλωνε  σε ουλαμούς των δύο πυροβόλων, πολύ σπάνια μια πυροβολαρχία  βρισκόταν συγκεντρωμένη. Σε ελάχιστες περιπτώσεις στις συνθήκες αυτές έγιναν μάχες από εκείνες που τα εγχειρίδια των στρατιωτικών προβλέπουν. Με πυρά φραγμού, με κυλιόμενη βολή που να οδηγεί τις εφόδους των συνταγμάτων. Η χειροβομβίδα και η λόγχη έδιναν τις λύσεις. Και φυσικά οι στρατιώτες μάθαιναν τον πόλεμο στη μικρή διάσταση, την περίπου προσωπική αναμέτρηση.
Μια από τις πλέον κρίσιμες αναμετρήσεις του πολέμου, η αντεπίθεση που οδήγησε στην ανακατάληψη της Γκραμπάλας και στο σταμάτημα της ιταλικής προέλασης  προς τα Ιωάννινα, ήταν υπόθεση ενός ενισχυμένου λόχου με μία διμοιρία πολυβόλων για υποστήριξη. Υπόθεση 250 ως 300 ανθρώπων δηλαδή. Στην άλλη μεριά των οροσειρών, στην περιοχή της Φούρκας, η πεισματική σύγκρουση της κορυφής Τσούκας ήταν υπόθεση δύο λόχων, ενός ελληνικού και ενός ιταλικού. Πολλούς μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1941, όταν οι δυνάμεις των αντιπάλων στο αλβανικό μέτωπο έφθαναν πλέον τους εκατοντάδες χιλιάδες πολεμιστές, η έκβαση των συγκρούσεων παρέμενε ακόμα υπόθεση μικρών σχηματισμών. Στην εαρινή επίθεση των Ιταλών, στον πιο κρίσιμο τομέα, στα υψώματα 731 και 717, η έκβαση των είκοσι περίπου επιθέσεων και αντεπιθέσεων  κρίθηκε από αναμετρήσεις λόχων και ουλαμών, χωρίς ποτέ η συνολική δύναμη των εμπλεκομένων να υπερβαίνει τα δύο τάγματα την ημέρα. Σ' αυτόν τον πόλεμο ο πολλαπλασιασμός των μαχόμενων σήμαινε τον πολλαπλασιασμό των μικρών αναμετρήσεων, ακριβώς όπως η μορφολογία της περιοχής κατακερμάτιζε το χώρο σε πλήθος μικρές ενότητες. Σ' αυτές, το κάθε τάγμα, λόχος ή διμοιρία μπορούσαν να δώσουν τη δική τους αυτόνομη μάχη.
Για τη δύσκολη περίοδο που θα ακολουθούσε αυτή η εξάμηνη εμπειρία είχε τη δική της αξία. Από τη μια ήταν η πεποίθηση των ανθρώπων που την έζησαν ότι μπορούσαν να κινηθούν ανεξάρτητοι και αυτόνομοι και στις πλέον αντίξοοες συνθήκες. Να επιλύσουν, αυτοί και ο μικρός κύκλος των γνωστών τους, και πιο δύσκολα και περίπλοκα προβλήματα. Δεν έγιναν περισσότερο θαρραλέοι ή ανδρείοι, επειδή οι λέξεις αυτές ελάχιστα ως τίποτα σημαίνουν. Έμαθαν όμως να παίρνουν πρωτοβουλίες, να μετέχουν σε όσα άμεσα τους αφορούν, να αυτοσχεδιάζουν, να ενεργούν. Να κρίνουν, με άλλα λόγια. Ο μικρός τους πόλεμος, πέρα από πλούσιες αναμνήσεις, τους άφησε και ιδιόμορφα εφόδια για τη συνέχεια.


Από το βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη Από την ήττα στην εξέγερση. Ελλάδα: Άνοιξη 1941 - Φθινόπωρο 1942. Εκδόσεις ο Πολίτης, Αθήνα 1993

Επειδή το βιβλίο αυτό είναι εξαντλημένο και δυσεύρετο , ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται να μάθει σχετικά με αυτήν την περίοδο μπορεί να διαβάσει το άλλο  βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη, Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων… Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.

 Η σχέση ανάμεσα στα δύο βιβλία είναι ότι ο Γιώργος Μαργαρίτης δούλεψε σχεδόν από την αρχή το παλιό βιβλίο και δημιούργησε ένα νέο, με πολλές αλλαγές.
«Σε αυτή, τη νέα του μορφή, ίσως ετούτο το πόνημα μπορεί να εκληφθεί ως εισαγωγή σε μια ιστορία της Αντίστασης, ή μάλλον σε μια ιστορία της Ελλάδας στα δραματικά χρόνια της κατοχής και του πολέμου. Οι ιδέες που αναπτύσσονται σε αυτό, μπορεί να συμβάλουν στη διατύπωση ερμηνευτικών σχημάτων για τις εξελίξεις και τα γεγονότα της περιόδου. Για το λόγο αυτό, άλλαξε και ο τίτλος στο εξώφυλλο» αναφέρει ο συγγραφέας στο σημείωμα που προτάσσει και έχει τον τίτλο «Για τον Άγγελο». Πρόκειται για τον Άγγελο Ελεφάντη, εκδότη του περιοδικού Ο Πολίτης, με παραίνεση του οποίου δημιουργήθηκε το πρώτο βιβλίο. Το νέο αυτό βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.

Ο πίνακας του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων…

Γράφει η ofisofi // atexnos

Πριν λίγα χρόνια ψάχνοντας να βρω το δυσεύρετο πια βιβλίο «Από την ήττα στην εξέγερση» του Γιώργου Μαργαρίτη, που εκδόθηκε το 1993 από το περιοδικό Ο Πολίτης, ανακάλυψα το  βιβλίο του «Προαγγελία θυελλωδών ανέμων. Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής».  Η σχέση ανάμεσα στα δύο βιβλία είναι ότι ο Γιώργος Μαργαρίτης δούλεψε σχεδόν από την αρχή το παλιό βιβλίο και δημιούργησε ένα νέο, με πολλές αλλαγές.

«Σε αυτή, τη νέα του μορφή, ίσως ετούτο το πόνημα μπορεί να εκληφθεί ως εισαγωγή σε μια ιστορία της Αντίστασης, ή μάλλον σε μια ιστορία της Ελλάδας στα δραματικά χρόνια της κατοχής και του πολέμου. Οι ιδέες που αναπτύσσονται σε αυτό, μπορεί να συμβάλουν στη διατύπωση ερμηνευτικών σχημάτων για τις εξελίξεις και τα γεγονότα της περιόδου. Για το λόγο αυτό, άλλαξε και ο τίτλος στο εξώφυλλο» αναφέρει ο συγγραφέας στο σημείωμα που προτάσσει και έχει τον τίτλο «Για τον Άγγελο». Πρόκειται για τον Άγγελο Ελεφάντη, εκδότη του περιοδικού Ο Πολίτης, με παραίνεση του οποίου δημιουργήθηκε το πρώτο βιβλίο. Το νέο αυτό βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.

Ο Γιώργος Μαργαρίτης μελετά την ιστορική περίοδο 1940 – 1943 μέσα από τα γεγονότα  εκείνα που έμελλε να γίνουν σταθμοί στη διαδικασία μεταμόρφωσης της ελληνικής κοινωνίας. Η αρχή τοποθετείται στις 28 Οκτωβρίου 1940 και φτάνει στα 1943  όταν  τα Τάγματα Ασφαλείας στράφηκαν εναντίον των αναπήρων πολέμου και των νοσοκομείων. Τότε ήταν που το ΕΑΜ μέσα από τους αγώνες διεκδίκησης των αναπήρων ήρθε στην πρώτη γραμμή, αναδείχθηκε και απογειώθηκε.

«Η Ελλάδα έζησε, στα χρόνια που ακολούθησαν, τη δική της εκδοχή του μεγάλου «αιώνα των κομμουνιστών».

Με το χαμόγελο στα χείλη μπήκαν οι Έλληνες στον πόλεμο και ο ιστορικός μας εισάγει στο κλίμα της ημέρας εκείνης, της 28ης Οκτωβρίου 1940 προσπαθώντας να ερμηνεύσει αυτό το χαμόγελο.

«Εκείνη τη μέρα οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από εφέδρους. Αυτοί, οι κλάσεις του 1929 και πέρα ξεχύθηκαν στις πόλεις ψάχνοντας να βρουν τις ανακοινώσεις της επιστράτευσης στα αστυνομικά τμήματα. Μετά, αφού μάθαιναν τον προορισμό τους και το χρονικό περιθώριο που είχαν για να παρουσιαστούν, έτρεχαν προς τους σταθμούς των τραίνων, πολιορκούσαν τους συρμούς που έφευγαν αδιάκοπα, ασφυκτικά γεμάτοι από το ανθρώπινο φορτίο τους, προς τη Λάρισα ή προς την Πάτρα. Ήταν παράξενο πράγμα οι έφεδροι. Πολίτες ακόμα, εργάτες, μαστόροι, τεχνίτες, λογιστές, δάσκαλοι, σερβιτόροι, βαστάζοι, δημόσιοι υπάλληλοι, καλλιτέχνες, ό,τι, τέλος πάντων, μια κοινωνία του εικοστού αιώνα, αποδίδει στους ανθρώπους ως παραγωγική και κοινωνική ιδιότητα. Ήταν όμως ταυτόχρονα και πολεμιστές. Κινούνταν στο μεταίχμιο του πολέμου και της ειρήνης, ζούσαν ανάμεσα στις μέρες της ειρήνης, που γρήγορα ξεθώριαζαν, και σ’ εκείνες του πολέμου, που έρχονταν να τις διαδεχθούν. Ήταν κανονικοί άνθρωποι και εν δυνάμει σκληροί πολεμιστές. Δεν είχαν σκοτώσει ποτέ στη ζωή τους, στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν τους είχε περάσει ποτέ από τον νου ο θάνατος του άλλου από το δικό τους χέρι. Έφευγαν όμως βιαστικά από τον κόσμο που ως τότε γνώριζαν, για να προλάβουν έναν άλλον, στον οποίο η κύρια φροντίδα τους θα ήταν να σκοτώσουν – αντάμα και η πιθανότητα να σκοτωθούν.

Αυτούς συνήθως, τους αυριανούς πολεμιστές που, ως πολίτες ακόμη, έδιναν το γοργό ρυθμό του πολέμου στους δρόμους της Αθήνας, αιφνιδίαζαν οι φωτογράφοι. Σε αυτούς ανακάλυπταν αποτυπωμένο το χαμόγελο. Στο κάτω κάτω, επρόκειτο για τους αληθινούς ήρωες της ημέρας (…) Τη μέρα αυτή, οι τύχες της χώρας εναποτέθηκαν ολοκληρωτικά στα χέρια των πολιτών της. Ήταν η πιο απόλυτη εκδοχή της δημοκρατίας. (…)

Είναι επίφοβοι για τους εχθρούς τους οι άνθρωποι που, ανατρέποντας τα ανθρώπινα μέτρα, φεύγουν για το μέτωπο και για το θάνατο με το χαμόγελο στα χείλη.»

Αρχίζει με τη φασιστική Ιταλία, τις φιλοδοξίες της πριν και κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επιτέθηκε στην Ελλάδα. Η είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο, η ιταλική εισβολή, η ελληνική αντεπίθεση, το μέτωπο της Αλβανίας  περιγράφονται αναλυτικά με τις νίκες και τα προβλήματα του πολέμου.

«Τα στρατηγικά και τακτικά προβλήματα του πολέμου, η αδυναμία του ελληνικού στρατού να «τελειώσει» τον πόλεμο στην πιο ευνοϊκή γι’ αυτόν συγκυρία, ελάχιστα απασχόλησαν  τότε την κοινωνία των μετόπισθεν. Για τον πολύ κόσμο, ο στρατός νικούσε όπου κι αν συναντούσε τον εχθρό, η προέλαση, αφού απελευθέρωσε τα ελληνικά εδάφη, οδηγούσε πλέον βαθιά στο αλβανικό έδαφος. Οι απώλειες ήσαν ακόμα περιορισμένες, οι κακουχίες μικρές σε σχέση με όσα θα έφερνε ο χειμώνας, και η ομοθυμία αδιατάρακτη. Στα μετόπισθεν, ιδιαίτερα στην Αθήνα που δεν γνώρισε μάλιστα σε αυτή τη φάση τις αεροπορικές επιδρομές του εχθρού, που είχαν ήδη «ενοχλήσει» την Θεσσαλονίκη, την Λάρισα, την Πάτρα ή τα Γιάννενα, επικρατούσε ενθουσιασμός, μια γιορταστική σχεδόν ατμόσφαιρα , που προξενούσε ισχυρή εντύπωση στους ξένους ανταποκριτές, συνηθισμένους στις μουντές εικόνες ετούτου του πολέμου. Η ειρωνεία προς τον ιταλικό φασισμό, τον Μουσολίνι και τους στρατηγούς του, έδινε κι έπαιρνε, προκαλώντας καθεστωτικές ανησυχίες στους κύκλους της 4ης Αυγούστου. Ήταν δύσκολο εκείνες τις ημέρες  να προσδιοριστούν τα όρια της λαϊκής μέθης και ο τρόπος με τον οποίο η τελευταία θα μεταγραφόταν στην κοινωνία και την πολιτική.»

Καθυστερήσεις και αποτυχίες οδηγούν τις πολεμικές επιχειρήσεις σε τέλμα και μαζί με την είδηση του θανάτου του Ιωάννη Μεταξά αλλάζουν την πορεία του πολέμου. Η τελευταία φάση του πολέμου στην Αλβανία έρχεται με την εαρινή επίθεση του ιταλικού στρατού. Μπροστά στην ιταλική αδυναμία οι Γερμανοί ήδη έχουν αποφασίσει την επέμβαση τους στην Ελλάδα και η εισβολή δεν αργεί να γίνει πραγματικότητα οδηγώντας σε ολοκληρωτική αλλαγή των συνθηκών. Και ενώ οι Γερμανοί προελαύνουν ο ελληνικός στρατός της Αλβανίας παραμένει ακόμα στις θέσεις του μέχρι τον Απρίλιο.

Ο πόλεμος αλλάζει μορφή και η τελευταία πράξη παίζεται στην Κρήτη.

«Η τελευταία  “επίσημη συμμετοχή” της Ελλάδας στον πόλεμο έκρυβε τις δικές της εκπλήξεις και ιδιαιτερότητες. Για την ακρίβεια, στη μάχη της Κρήτης συναντούμε καταστάσεις καινούργιες για την ως τότε εξέλιξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και κατά κάποιο τρόπο προφητικές για τις μορφές που ο πόλεμος αυτός θα έπαιρνε στο μέλλον: για τη μαζική συμμετοχή «αμάχων» στις μάχες μιλούμε και για τα γερμανικά μέτρα «αντιποίνων», με τα οποία αντιμετωπίστηκε η καινοφανής αυτή λαϊκή αντίσταση.»

Από την  εξιστόρηση των γεγονότων, τον πόλεμο, επιστρέφει στην «προϊστορία» και αναφέρεται στην εποχή του μεσοπολέμου στην Ελλάδα , στη μεταξική περίοδο και στη δημιουργία ενός άτυπου  διπολικού συστήματος όπου στον έναν πόλο ήταν η δικτατορία και στον άλλο οι κομμουνιστές και στις προσπάθειες του καθεστώτος να επιβληθεί  ιδεολογικά και πολιτικά με κάθε μέσο και κάθε τρόπο . Εκτός από τις διώξεις, τις φυλακίσεις, τις εξορίες , τις δηλώσεις και το χαφιεδισμό και την γενικευμένη αντικομμουνιστική υστερία και σταυροφορία, μια κεντρικά διαρθρωμένη οικονομία  με ισχυρό κρατικό παρεμβατισμό ήρθε να ολοκληρώσει έναν παντοδύναμο και πολυπλόκαμο κρατικό μηχανισμό. Το καθεστώς επένδυσε στη συλλογικότητα, στην ομαδική εργασία, στην αλληλοϋποστήριξη και στην υποταγή σε ένα ενιαίο σχέδιο χωρίς να υπολογίζει τις μελλοντικές πολιτικές συνέπειες της εφαρμογής του.

Και η αφήγηση ξαναπιάνει το νήμα από τον πόλεμο της Αλβανίας και τις ανατροπές που έφερε.

«Ο πόλεμος της Αλβανίας ήταν ο πρώτος σταθμός της θύελλας και το πρώτο εργαστήριο της μετάλλαξης του έθνους και της κοινωνίας. Ήταν ένα πόλεμος του εικοστού αιώνα, από εκείνους που δεν αφήνουν αλώβητη καμία πλευρά της κοινωνίας. Σήμανε γενική επιστράτευση ανθρώπων, οικονομίας, θεσμών και μηχανισμών. Οδηγούσε σε μια διάχυτη και έντονη συλλογική εμπειρία. Ήταν ένα σχολείο καινοτομιών, που από μόνο του ανέτρεπε τις προπολεμικές παγιωμένες καταστάσεις και συνήθεις – όλα όσα μπορεί να σημαίνει μια ανατρεπτική διαδικασία. Από αυτή την ουσιαστική ανατροπή ξεκινά η ιστορία μας»

Ακολουθεί μια διεξοδική ανάλυση των αλλαγών που προκάλεσε ο πόλεμος  στην κορυφή της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, στο μέτωπο του πολέμου, στην πολεμική εμπειρία και στην πολιτική ωρίμανση που αυτή οδήγησε, στις συνέπειες των νικών, στις αντιθέσεις που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στις στρατιωτικές επιτυχίες και στο γενικό αδιέξοδο του πολέμου. Αυτές με τη σειρά τους οδηγούσαν σε βαθιές πολιτικές και ιδεολογικές διεργασίες στον ελληνικό στρατό της Αλβανίας που τον έκαναν να βλέπει διαφορετικά τα γεγονότα και να προετοιμάζει το έδαφος για ό,τι θα ακολουθούσε στα επόμενα δύσκολα χρόνια.

«Από τα ερείπια του “παλαιού καθεστώτος” μια νέα πολιτική δύναμη θα ερχόταν στους επόμενους μήνες να καλύψει το πολιτικό κενό. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ο τρόπος, το επιχείρημα με το οποίο το ίδιο το ΕΑΜ, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, περιέγραψε στα κείμενα του την πρώιμη ιστορία του, το ξεκίνημά του. Μια αρχή που προσδιορίστηκε ακριβώς στο τέλος του πολέμου και στην κατάληψη της χώρας από τον Άξονα.  “Υποδουλωθήκαμε στον ξένο κατακτητή” γράφτηκε στο πρώτο διάγγελμα του ΕΑΜ, “όχι γιατί μας έλειψε το θάρρος και ο ηρωισμός μα γιατί προδόθηκε ο αγώνας μας…Γιατί ο λαός μας καταληστεύθηκε αντί να προετοιμαστεί για την εθνική άμυνα, γιατί γαλουχήθηκαν στις γραμμές μιας καταστάσεως η διαφθορά και η προδοσία, γιατί οι Τσολάκογλοι και Σία, αυτοί που αποσύνθεσαν το μέτωπο και κτύπησαν πισώπλατα τον φαντάρο, τον τσολιά, τον Κύπριο και Δωδεκανήσιο εθελοντή, τον ήρωα της Κρήτης, παίζαν ηγετικό ρόλο τότε…”.»

Ο ιστορικός εξετάζει την Ελληνική Πολιτεία μετά την αναχώρηση του βασιλιά για το εξωτερικό μαζί με τα κυβερνητικά στελέχη και τους κρατικούς αξιωματούχους και τη συμπλήρωση του κυβερνητικού κενού που δημιουργήθηκε στην κατακτημένη χώρα. Παρουσιάζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες ο Τσολάκογλου επιλέχθηκε ως  ο πρώτος κατοχικός  πρωθυπουργός και στη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού σκηνικού και της διακυβέρνησης της χώρας ουσιαστικά από τις δυνάμεις του Άξονα.

Συνεχίζει με τα προβλήματα της διακυβέρνησης και τα στενά όρια μέσα στα οποία κινιόταν, στις οικονομικές και πολιτικές διαμάχες στην εσωτερική λειτουργία της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης και στην ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ιωάννη Ράλλη.

Πολύ ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία που δίνει για την ποικιλόμορφη λεηλασία της χώρας από τα  στρατευμάτα κατοχής στην πρώτη φάση της κατοχικής περιόδου με τα ειδικά χαρτονομίσματα, τις απαλλοτριώσεις της βιομηχανικής και γεωργικής παραγωγής, τις επιτάξεις, τις δαπάνες κατοχής, την αναγκαστική προσαρμογή του δημοσιονομικού συστήματος της χώρας και την οργάνωση του εξωτερικού εμπορίου προς όφελος των κατακτητών.

«Η Ελληνική Πολιτεία καλούνταν λοιπόν να πορευθεί μέσα σ’ ένα άκρως ολισθηρό τοπίο. Το σεντόνι ήταν μικρό και αυτοί που το διεκδικούσαν το τραβούσαν επίμονα, ο καθένας προς τη δική του πλευρά. Για τα επτά εκατομμύρια των ανθρώπων, επί των κεφαλών των οποίων θα λειτουργούσαν όλα αυτά, ξεκινούσε η περίοδος των παθών.»

Η ιστορία του ελληνικού λαού και οι τρόποι που ανταπεξήλθε στις νέες συνθήκες απασχολούν τον συγγραφέα. Η κατάσταση της Ελλάδας μετά το τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων αναλύεται με συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία οδήγησαν  στο οριστικό τέλος οποιασδήποτε προπολεμικής λειτουργίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται η αγροτική παραγωγή του 1941, αν μπορούσε να καλύψει τις επισιτιστικές ανάγκες της κατακτημένης χώρας, πώς δημιουργήθηκε η κρίση του επισιτισμού και πώς η πολιτική εξουσία αντιμετώπισε τις ελλείψεις τροφίμων και την πείνα.

«Οι λύσεις που χρειάζονταν σε τέτοιες συνθήκες ήταν λύσεις ριζοσπαστικές: λύσεις που θα ανέτρεπαν το σκηνικό που είχε διαμορφωθεί στην πολιτική, την κοινωνία, τον τρόπο σκέψης και τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Μαζί με τα κανάλια διακίνησης των αγαθών και τους κανόνες των συναλλαγών, άλλαζαν ανεπαίσθητα ίσως στην αρχή αλλά ουσιαστικά και αμετάκλητα, οι κλίμακες αξιών, οι ιεραρχήσεις και οι ισορροπίες του κοινωνικού ιστού. Για την κατοχική κυβέρνηση, η προσήλωση στις «επίσημες» πολιτικές δεν ήταν απλά και μόνο έλλειψη ευφυΐας και διορατικότητας. Ήταν μια απελπισμένη προσπάθεια να κρατηθούν οι παραδοσιακές ισορροπίες, σε έναν κόσμο που έσπρωχνε προς της ανατροπή. Τυχόν υποταγή της στο νέο που γεννιόταν θα σήμαινε ένα είδος παραίτησης, μια μορφή πολιτικής αυτοκτονίας. Θα ισοδυναμούσε με διακηρυγμένη άρνηση του δικαιώματός της να νέμεται την εξουσία, να βρίσκεται στο κέντρο όλων των δραστηριοτήτων της χώρας, να τη διαχειρίζεται συγκεντρωτικά, να συντονίζει τις προσπάθειες όλων, να προσανατολίζει, να οδηγεί, να κυβερνά…Πρόκειται για ένα είδος παραίτησης, που ένα διορισμένο καθεστώς, έκτακτης ανάγκης, απλά δεν μπορεί να επιλέξει.»

Σημαντικό κεφάλαιο αυτής της εξέλιξης είναι οι σχέσεις ανάμεσα στις πόλεις και στην επαρχία, οι οποίες στην πρώτη φάση της κατοχής προσδιορίστηκαν από μετακινήσεις και ανταλλαγές ανθρώπων.

Υπογραμμίζεται ιδιαίτερα ο ρόλος της Αθήνας που «όσο προχωρούσε ο πόλεμος, μεταβαλλόταν σε κέντρο υποδοχής των ποικιλόμορφων πολεμικών προσφύγων», αλλά και στην αντιστροφή των μετακινήσεων προς αυτήν όταν άρχισαν να παρουσιάζονται ελλείψεις σε πολλά καταναλωτικά είδη πρώτης ανάγκης και η πείνα έκανε την τραγική εμφάνισή της. Ο ιστορικός δεν μένει μόνο στην αναφορά των θανάτων από πείνα αλλά προσπαθεί να κάνει και μία ποιοτική προσέγγιση τους. Επιπλέον αφιερώνει ένα σημαντικό μέρος στην ανάπτυξη των μηχανισμών επιβίωσης που δημιουργήθηκαν στην κατεχόμενη πρωτεύουσα για να αντιμετωπίσουν το τεράστιο αυτό πρόβλημα, των θανάτων από πείνα.

«Η Αθήνα είχε οπωσδήποτε αλλάξει, όχι μόνο στην όψη της καθημερινής της ζωής, λειτουργίας και δραστηριότητας, αλλά και στη συμπεριφορά  των ανθρώπων της: ειδικά στην αντίληψή τους για την «ευνομία» και την «τάξη». Η λογική της «νομιμότητας» δεν έπαυε να δέχεται αλλεπάλληλα πλήγματα από τις εξελίξεις και οπωσδήποτε  ελάχιστα πράγματα αντιπροσώπευε μπροστά στους νέους μηχανισμούς που οι καταστάσεις αναδείκνυαν και επέβαλλαν. Η παραβατική συμπεριφορά ήταν προϋπόθεση επιβίωσης, μπροστά στο ολοκληρωτικό ναυάγιο των κρατικών μηχανισμών και των κυβερνητικών πολιτικών. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες, μετά την εγκατάσταση της κατοχικής πραγματικότητας, η πρωτεύουσα, όπως και ολόκληρη η ελληνική κοινωνία, ήταν ένα μόρφωμα ρευστό, όπου τα πάντα προσαρμόζονταν σε όσα επέβαλλε η ανάγκη. Η επιβίωση ήταν ο βασικός νόμος, ο οποίος σε πολλά σημεία κάθε άλλο παρά αντίστοιχος  ήταν με το επίσημο θεσμικό πλαίσιο και την άοκνη στο νομοθετικό  έργο της κατοχική κυβέρνηση.»

Εκτός από τις διάφορες νέες μορφές εμπορίου που αναπτύχθηκαν και οργανώθηκαν ο ιστορικός παρουσιάζει την ίδρυση και λειτουργία  των καταναλωτικών συνεταιρισμών και τις συνέπειες της εξάπλωσής τους και με τη μορφή μαχητικών διεκδικήσεων αναδεικνύοντας την πολιτική τους σημασία στις μελλοντικές εξελίξεις.

Και ενώ αυτά συνέβαιναν στην πρωτεύουσα, οι οικονομικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν στην επαρχία με τη μορφή κυρίως οικονομικών ανταλλαγών έπαιξαν το δικό τους πολύ σημαντικό ρόλο στα γεγονότα που ακολούθησαν.

Μια σημαντική παράμετρος των νέων συνθηκών στην οικονομία υπήρξε και η δημιουργία μιας «υπόγειας» αγοράς, στη δράση της οποίας προστέθηκαν διάφορα εγκληματικά στοιχεία που δυσκόλεψαν και έθεσαν σε επιπλέον κινδύνους τις ζωές των ανθρώπων (ζωοκλέφτες, ληστές , απαγωγείς, μαυραγορίτες κ.α).

Οι συνθήκες αρχίζουν να μεταβάλλονται από την άνοιξη του 1942 καθώς εμφανίστηκαν νέα δεδομένα και οι ισορροπίες άρχισαν να ανατρέπονται.  Εκτός από την κρίση της μαύρης αγοράς, την αναβάθμιση της ξένης βοήθειας, τις νέες δυνατότητες και τάσεις επιβολής του κρατικού μηχανισμού, ερευνάται και το επίπεδο της αγροτικής παραγωγής στα 1942 και πώς μέσω αυτής δρομολογήθηκαν οι εξελίξεις για να γεννηθεί η οργανωμένη αντίσταση και το αντάρτικο.

«Η ένοπλη Αντίσταση και η εκπορευόμενη από την ισχύ της επικράτεια της Ελεύθερης Ελλάδας προέκυψαν ακριβώς τη στιγμή όπου οι πιέσεις στην αγροτική οικονομία έτειναν να γίνουν αφόρητες. Τη μεγάλη εξέγερση περίπου κανείς δεν την περίμενε όταν συνέβη. Τους μήνες του χειμώνα 1942 -1943, οι αντάρτικοι σχηματισμοί, ακόμα λίγες εκατοντάδες ένοπλοι – όχι περισσότεροι από χίλιοι στο σύνολο -, πειραματίζονταν ακόμα και αναζητούσαν βασανιστικά και διαμόρφωναν στρατηγικές, τακτικές και δομές οργανωτικές που να αντιστοιχούν στις νέες καταστάσεις. Τον Φεβρουάριο του 1943, στην πλέον αραιά κατεχόμενη από τις στρατιωτικές δυνάμεις των κατακτητών ζώνη, από τα βόρεια ορεινά της Θεσσαλίας και σε ολόκληρη τη δυτική Μακεδονία, κατά μήκος του Αλιάκμονα, μία εξέγερση με απρόβλεπτη ισχύ θύελλας συνεπήρε τα πάντα.»

Ο επίλογος του βιβλίου  γράφεται με (και για)  το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Ο Γιώργος Μαργαρίτης δικαιολογεί την επιλογή του να μιλήσει για το ΚΚΕ στο τέλος της αφήγησης και όχι στην αρχή διότι  όλα όσα εξέτασε στις προηγούμενες σελίδες σχετίζονται, οδηγούνε σε αυτό.

Το ΚΚΕ στα 1940, η στρατηγική του απελευθερωτικού μετώπου, η ίδρυση του ΕΑΜ είναι τα θέματα που εξετάζει και αναπτύσσει διαφοροποιούμενος από άλλες ανάλογες μελέτες. Η διαφοροποίησή του βρίσκεται στο γεγονός ότι η θεώρηση των άλλων ξεχνά όλα όσα το κόμμα αυτό μετέφερε πίσω του και  αντιμετωπίζουν «οργανικά» τη σχέση του ΚΚΕ με τις εξελίξεις της περιόδου εκείνης.

«…Η θεώρηση που ξεκινά και επιμένει στην « υποκειμενική» κομμουνιστική εμπλοκή στα γεγονότα, ξεχνά όλα όσα το κόμμα αυτό μετέφερε πίσω του. Την ειδική του σχέση με την ιστορία, την κοινωνία και την πολιτική της περιόδου. Ξεχνά τη μεγάλη ιστορική συγκυρία: τον αιώνα των κομουνιστών.

Εάν αυτό το μεγάλο ξεχαστεί, τότε το διάβημα της ερμηνευτικής προσέγγισης των γεγονότων, της πρώτης ειδικά περιόδου της κατοχής, γίνεται εμφανώς ακατανόητο. Πώς θα ήταν δυνατό ο εξαρθρωμένος, ισχνός στο ξεκίνημα, οργανωτικός μηχανισμός του ΚΚΕ να συναρθρώσει σε ένα πλατύ κίνημα όλη την ελληνική κοινωνία; Πώς θα ήταν δυνατό μερικές δεκάδες στελεχών να προσπεράσουν ισχυρά δομημένους μηχανισμούς (για παράδειγμα εκείνου του σώματος των αξιωματικών στρατού) και να βάλουν τη δική τους σφραγίδα στις δομές της Αντίστασης; Η απάντηση βρίσκεται ακριβώς στο μεγάλο πλαίσιο. Οι κομμουνιστές στα 1940 δεν ήταν απλά και μόνο οι οργανωτικές τους δυνατότητες. Ακόμα και όταν οι τελευταίες υπέφεραν – και αυτό ήταν κάτι περισσότερο από αληθινό στα τέλη της μεταξικής περιόδου – οι κοινωνικές και πολιτικές λειτουργίες παρέμεναν ενεργές. Βρίσκονταν στο προσκήνιο της επικαιρότητας, απ’ όποια πλευρά και αν την αντιμετώπιζε κανείς. Στον αιώνα των κομμουνιστών, αυτοί παρουσιάζονταν ισχυροί, ακόμα και εκεί όπου οι μηχανισμοί τους άγγιζαν την απόλυτη έκλειψη.»

Ένα πολύτιμο βιβλίο για τη γνώση που μεταδίδει, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τους προβληματισμούς που προκαλεί, σε μια εποχή που τείνει να αποχαρακτηρίσει, να αποχρωματίσει, να λησμονήσει το κίνημα της Αντίστασης και το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.

«Για αυτό το τελευταίο, πολύ λίγα πράγματα θα βρείτε στα σημερινά σχολικά βιβλία της ιστορίας. Για πολλούς και διάφορους λόγους, αυτό το πρωτοφανές και τεράστιο κίνημα δεν έγινε  καθεστώς, δεν νίκησε στην αναμέτρηση με τους εχθρούς του. Δια πυρός και σιδήρου, με πόλεμο ως τα 1949, με τον ποικιλότροπο διωγμό ως τα 1974, εξοβελίστηκε από την κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Σήμερα κοντεύει να ξεχαστεί και από τους πολιτικούς` οι μόνοι που επιμένουν στην καταλυτική σημασία του, ανήκουν στον ίδιο πολιτικό χώρο που μπόρεσε στα δύσκολα χρόνια να «διαβάσει» τη συγκυρία και να συμπορευθεί με τη λαϊκή έξαρση, ενσωματώνοντας τη δική του οργανωτική “τεχνογνωσία” σε αυτό: για τους κομμουνιστές γίνεται λόγος. Για τους ακαδημαϊκούς δασκάλους ας μην πούμε τίποτα` όπως συνήθως συμβαίνει, οι περισσότεροι δείχνουν πρόθυμοι να “προσαρμοστούν”, με τον τρόπο που οι εκάστοτε ισχυροί επιθυμούν και υπαγορεύουν.

Και όμως το ΕΑΜ υπήρξε και οι κομμουνιστές αποτέλεσαν βασική παράμετρο της ιστορίας του εικοστού αιώνα σε ολόκληρο τον κόσμο – και στην Ελλάδα φυσικά. Το να μιλήσει δε κανείς γι’ αυτό, αποτελεί προϋπόθεση για να μελετήσει την ιστορία…»


Γιώργος Μαργαρίτης, Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων… Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Μικρασιατική Καταστροφή και Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Ο Αύγουστος του 1922  σημαδεύτηκε από τη Μικρασιατική καταστροφή, ιστορικό γεγονός τεράστιας και καταλυτικής σημασίας για τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της νεότερης Ελλάδας. Ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης υποστηρίζει, στο απόσπασμα που ακολουθεί,  την άποψη ότι η νεότερη Ελλάδα, ουσιαστικά, επανιδρύθηκε, όλα φτιάχτηκαν από την αρχή. Μέσα από πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές διεργασίες δημιουργήθηκαν εκείνες οι προϋποθέσεις και οι συνθήκες που οδήγησαν στις δραματικές εξελίξεις των επόμενων  χρόνων. Θεωρεί πολύ σημαντικά τα  χρόνια που μεσολάβησαν από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι το ξέσπασμα του Πολέμου του 1940 και ό,τι ακολούθησε, δηλαδή  Κατοχή, Αντίσταση  και Εμφύλιο  διότι  εκεί βρίσκονται όλα όσα οδήγησαν σε αυτόν.
«Ο Εμφύλιος πάντως γεννήθηκε και εξελίχθηκε στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της δικής μας κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης. Στο πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής θα αναζητήσουμε λοιπόν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του, τις συγκυρίες μέσα στις οποίες προκλήθηκε και τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτόν. Η διαύγεια στην κατανόηση της τότε εικόνας και των λειτουργιών της χώρας μόνο ως αναγκαία προϋπόθεση μπορεί να εκληφθεί στη απόπειρα κατανόησης των συνθηκών του Εμφυλίου. Το βασικό σημείο νομίζω που πρέπει να μας απασχολήσει είναι η «νεότητα» της χώρας.

Πραγματικά, αν η κατάσταση της Ευρώπης μπορεί να χαρακτηριστεί ρευστή και υπό διαμόρφωση, για την Ελλάδα μπορούμε άφοβα να μιλήσουμε για χώρα «υπό κατασκευή». Ίσως εκπλήξει η θέση αυτή, που έρχεται σε αντίθεση με τις περί μακρόχρονης ιστορίας παραδόσεις  ή έστω με την αντίληψη που θέλει την εξέλιξη του ελληνικού κράτους γραμμική και προοδευτική από το 1821 και δώθε. Στην αρχή, όμως, του αιώνα και ιδιαίτερα στη δεκαετία 1912 – 1922 η ιστορία των Ελλήνων και η αντίστοιχη του ελληνικού κράτους υπέστησαν τόσες αλλαγές ώστε είναι νόμιμο να μιλήσουμε για νέα αφετηρία. Η χώρα που προέκυψε πολύ λίγο έμοιαζε με αυτή την οποία διαδέχθηκε.

Δεν ήταν μόνο η αλλαγή της γεωγραφικής έκτασης και του ειδικού βάρους της χώρας στην περιοχή της. Δεν ήταν μόνο η σημαντική δημογραφική αλλαγή, ο πολλαπλασιασμός των υπηκόων του νέου κράτους. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά υπερέβαλαν αυτές τις τεχνικές διαπιστώσεις . Μερικά, θεμελιώδη για την ιστορική πορεία των Νεοελλήνων, στοιχεία ανατράπηκαν ολοκληρωτικά την περίοδο αυτή. Παραδείγματος χάρη, η πριν από το 1912 Ελλάδα περιελάμβανε , εκτός από τους εντός των συνόρων πολίτες της, έναν δεύτερο, πραγματικό και φαντασιακό ταυτόχρονα, «εθνικό» χώρο. Εκείνο των εκτός των συνόρων Ελλήνων που προόδευαν, σχεδόν σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο: στην Αλεξάνδρεια, τη Βηρυτό, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Οδησσό, τον Δούναβη… Η μετά το 1922 χώρα δεν είχε τέτοιου είδους ενδοχώρα ενώ, αντίθετα, έπρεπε να αφομοιώσει και να ενοποιήσει πολιτισμικές ή και εθνικές κοινότητες που πολύ απείχαν από την τυπική εικόνα του Παλαιοελλαδίτη: πρόσφυγες από τον Πόντο, την Καππαδοκία, τη Ρωσία, τον Καύκασο, την Ιωνία, αλλά και μειονότητες: Σλαβομακεδόνες, Σεφαρδίτες Εβραίους, μουσουλμάνους κ.λ.π. Όσον αφορά δε τον κοινωνικό χώρο, εκεί πλέον η αναταραχή που προκάλεσε η άφιξη των προσφύγων ξανάρχιζε, σε πολλούς χώρους, το παιχνίδι της κοινωνικής σύνθεσης σχεδόν από την αρχή. Με άλλα λόγια, η οικονομική, κοινωνική, πολιτική, ιδεολογική λειτουργία της χώρας ξεκινούσε πάλι από νέες βάσεις, μέσα σε απόλυτη ρευστότητα. Γι’ αυτό νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για επανίδρυση της νεότερης Ελλάδας και να συμπεριλαμβάνουμε αυτή την κατάσταση στις αναλύσεις μας.

Από εκείνη την εποχή, το 1922 ή καλύτερα το 1925, έτος κατά το οποίο ολοκληρώθηκε η ανταλλαγή των πληθυσμών και η εγκατάσταση των προσφύγων στο νέο τους περιβάλλον, πέρασαν μόλις 15 χρόνια ως το 1940 και τις νέες περιπέτειες που η δεκαετία της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου επιφύλασσε. Ήταν ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα σε σχέση με το έργο που έπρεπε να συντελεστεί. Η χώρα έπρεπε να μάθει να ζει στις νέες συνθήκες, όπου το εθνικό ταυτιζόταν με τα γεωγραφικά και πολιτικά σύνορα και όπου ο πλούτος ή η φτώχεια των Ελλήνων δεν εξαρτιόταν πλέον από δραστηριότητες στα μήκη και τα πλάτη της Ανατολικής Μεσογείου αλλά από τα όσα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν στα στενά όρια του κράτους τους. Οι Έλληνες έπρεπε να μάθουν να συζούν μεταξύ τους, ακόμη κι αν η προέλευσή τους ήταν διαφορετική, οι δεξιότητες άλλες, οι διάλεκτοι διαφορετικές και η κοινωνική διαμόρφωση και προέλευση ξένη προς τη νέα τους θέση. Με άλλα λόγια, η χώρα έπρεπε να αναπτυχθεί ως γεωγραφικό και δημογραφικό σύνολο και οι έλληνες έπρεπε να ομογενοποιηθούν, να γίνουν ενιαία κοινωνία.

Στα δεκαπέντε χρόνια που χώρισαν την ολοκλήρωση της Μικρασιατικής Καταστροφής από τον Πόλεμο του ’40 και την αφετηρία της νέας περιόδου ανατροπών, η ζωή των ανθρώπων στην Ελλάδα πέρασε από πολλές διαφορετικές εμπειρίες. Πρώτα απ’ όλα, τα χρόνια αυτά υπήρξαν , για την πλειοψηφία των Ελλήνων, χρόνια στερήσεων, φτώχειας και μόχθου. Ήταν, όμως και χρόνια σχεδόν αναγκαστικής προόδου. Ασφαλιστικές δικλίδες δεν υπήρχαν. Η μετανάστευση προς τις κοντινές στην Ελλάδα περιοχές είχε πολύ περιοριστεί στις νέες συνθήκες  ενώ το μεγάλο καταφύγιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν κλείσει τις πόρτες τους το 1924. Όλα έπρεπε να γίνουν μέσα στο στενό ελληνικό χώρο. Πολλά πράγματα δε από εκείνα τα βασικά που κρίνουν την επιβίωση έπρεπε να χτιστούν. Σε πολλές περιοχές, σε πολλές δραστηριότητες τα πράγματα έπρεπε να φτιαχθούν από την αρχή. Αυτό ίσχυε για τις πόλεις: οι τελευταίες, για ν’ αρχίσουμε, έπρεπε να χτιστούν. Στην αρχή της νέας περιόδου, γύρω από τα αστικά κέντρα δημιουργήθηκαν ατελείωτες παραγκουπόλεις, χτισμένες με ό, τι δήποτε υλικό βρισκόταν πρόσφορο στον γύρω χώρο, χωρίς υποδομές, χωρίς σχέδια, χωρίς πρόνοια για τις στοιχειώδεις ανάγκες των ανθρώπων. Η εφευρετικότητα και τα χρήματα της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων έδωσαν το απαραίτητο στήριγμα, το κύριο, όμως, έργο αυτής της ανοικοδόμησης των εξωτερικών δακτυλίων περίπου όλων των ελληνικών πόλεων – της Παλαιάς ή της Νέας Ελλάδας – το ανέλαβε ο μόχθος των ενδιαφερόμενων ανθρώπων. Πολύ γρήγορα οι περιοχές αυτές της μιζέριας άλλαξαν μορφή και οι κάτοικοί τους, αφού εξασφάλισαν τις βασικές για την επιβίωσή τους προϋποθέσεις, άρχισαν να διεκδικούν την ένταξή τους στον κοινωνικό ιστό κατά τρόπο που να επιτρέπει την κοινωνική ανέλιξη και την ελπίδα. Η αρχική τους μιζέρια δεν ήταν τόσο κοινωνικά εκρηκτική όσο ήταν η προσπάθειά τους για ένταξη στη δυναμική της κοινωνίας. Γεννήθηκαν ανταγωνισμοί, πάθη, συγκρούσεις και προβλήματα, την πολιτική αντανάκλαση των οποίων εξέφρασε η ταραγμένη πολιτική ζωή της χώρας ιδιαίτερα από το 1932 και μετά. Ο κοινωνικός χώρος, ιδιαίτερα στις παρυφές της χειρωνακτικής εργασίας, στο σύνορο που χωρίζει τα κατώτερα στρώματα από τον μικροαστικό κόσμο, έγινε έντονα διαπερατός, ρευστός και διεκδικήσιμος.

Στην ύπαιθρο οι μεταβολές ήταν ακόμη πιο σαρωτικές. Σε πολλές περιπτώσεις χρειάστηκε να φτιαχτεί από την αρχή το ίδιο τοπίο ώστε να γίνει βιώσιμο και φιλόξενο για τους ανθρώπους που στάλθηκαν εκεί. Σε τούτα τα δεκαπέντε χρόνια, σε μικρή ή σε μεγάλη κλίμακα , άλλαξε ο μορφολογικός χάρτης της Ελλάδας. Λίμνες αποξηράνθηκαν και έγιναν χωράφια, κοίτες ποταμών δαμάστηκαν και διευθετήθηκαν, κτίστηκαν χωριά, εκχερσώθηκαν δάση, εξοικονομήθηκε έδαφος για δουλέψουν και να ζήσουν οι νέοι και οι παλαιοί κάτοικοι της υπαίθρου. Όλ’ αυτά έγιναν με πόνο και με μόχθο. Η ελονοσία είχε τη μερίδα του λέοντος στα θύματα και η καταπολέμησή της αποτέλεσε ένα είδος πολέμου, μια αγροτική πανστρατιά, συγκρίσιμη ως προς τα θύματα με περιόδους στις οποίες κυριαρχούσε η μεταξύ των ανθρώπων βία.

Η γη διανεμήθηκε, οι άνθρωποι έμαθαν να συνεργάζονται, να ζουν μαζί, να συντονίζουν τις ενέργειες και τις εργασίες τους, αλλά και να ανταγωνίζονται στη διεκδίκηση κάποιας καλύτερης μοίρας, να εχθρεύονται, χωριό προς χωριό ή μαχαλάς προς μαχαλά. Η εργασία απέδιδε, ο τόπος μεταμορφωνόταν και μέσα στα δεκαπέντε αυτά χρόνια σκληρού μόχθου είχε δημιουργηθεί πλεόνασμα και υποσχέσεις πλούτου διεκδικήσιμες από εκείνους που ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί έχτισαν αυτή τη νέα πραγματικότητα. Για τη δεκαετία του 1940 και ειδικά για τον Εμφύλιο αυτά τα δεκαπέντε χρόνια αγροτικής ιστορίας έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η πλήρης αγροτική μεταρρύθμιση , η κατάτμηση της εκμεταλλεύσιμης γης σε μικρούς κλήρους, έκθετους στις πιέσεις της αγοράς, προκάλεσε ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα. Το κράτος ανέπτυξε  μηχανισμούς προστασίας, προσπαθώντας να περιορίσει τις πρόσθετες μετακινήσεις πληθυσμών προς τις πόλεις ενώ, από την δεκαετία του ’30, με το ξέσπασμα της κρίσης, την επικράτηση των αρχών της κλειστής οικονομίας και τον περιορισμό του εμπορίου, πρόσθετες λειτουργίες συγκεντρώθηκαν στον αγροτικό κόσμο.

Η κρατική παρέμβαση και οι παρενέργειές της ήταν ο άξονας αυτών των λειτουργιών. Η γεωργική παραγωγή έπρεπε να προσανατολιστεί κεντρικά προς την επίτευξη της αυτάρκειας στα αναγκαία για τη διατροφή του πληθυσμού της χώρας είδη, ενώ, ταυτόχρονα, ο ίδιος παραγωγικός τομέας έπρεπε να αποδίδει  τα εξαγώγιμα εκείνα προϊόντα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει η χώρα στο σύστημα του δια των  συμψηφισμών εμπορίου. Τα καπνά και η σταφίδα έγιναν αντικείμενο κρατικής φροντίδας και παρέμβασης ακριβώς όπως και τα σιτηρά, για ανάλογους αν και ανόμοιους λόγους. Η ανάπτυξη και η διαχείριση της αγροτικής παραγωγής μεταβλήθηκαν σε σύνθετες υποθέσεις, που η εξυπηρέτησή τους απαιτούσε μηχανισμούς και υποδομές άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένους με το ζήτημα. Το πλέγμα των συνεταιρισμών, της Αγροτικής Τράπεζας, των κρατικών υπηρεσιών, των οργανισμών παρέμβασης και συγκέντρωσης της σοδειάς μπορεί να υπολογιστεί  στους άμεσα συνδεδεμένους οργανισμούς και λειτουργίες. Γύρω από αυτό διαρθρωνόταν ένας ολόκληρος κόσμος που από μόνος του δημιουργούσε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στις μικρές πόλεις της υπαίθρου: δικηγόροι, λογιστές, έμποροι, διαχειριστές, κρατικοί και τραπεζικοί υπάλληλοι, συνεταιριστές έφτιαχναν ένα ισχυρό πλέγμα που κυριαρχούσε στη ζωή των επαρχιακών κέντρων και αποτελούσε ένα είδος οικονομικής και πνευματικής ελίτ.

Κοντά και παράλληλα με αυτή την κοινωνική ομάδα, οι έμμεσες επιπτώσεις της προσοχής που δινόταν στις αγροτικές δραστηριότητες έκτιζαν με τη σειρά τους και αυτές έναν συγγενή και συνδεδεμένο με τον πρώτο κοινωνικό χώρο. Η εκπαίδευση, λόγου χάρη, στην οποία πολλά επενδύθηκαν στη μικρή αυτή περίοδο για να αντιμετωπιστούν οικονομικές και πολιτικές ανάγκες. Οι πρώτες συνοψίζονταν στην ανάγκη τροφοδοσίας των μηχανισμών που προπεριγράψαμε με επαρκώς μορφωμένα στελέχη. Οι δεύτερες σχετίζονταν με την πολιτισμική και μορφωτική ενοποίηση του νεοδημιουργημένου, μετά την εδαφική εξάπλωση και τις μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών, ελληνικού λαού. Αυτός ο αναπτυξιακός και ενοποιητικός δεσμός, έντονα πρακτικός, αποτελεσματικός και προσαρμοσμένος στην πραγματικότητα και στις ανάγκες, έγινε η ψυχή αυτών των τοπικών ελίτ, που κυριάρχησαν στις επαρχιακές μικροκοινωνίες του Μεσοπολέμου.

Αυτές ακριβώς οι τοπικές επαρχιακές αλλά και μικροαστικές ελίτ φαίνεται να βρίσκονται στη βάση των κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών που ακολούθησαν. Ο ρόλος τους στην ανασυγκρότηση και στη νέα αφετηρία του ελληνικού κράτους ήταν τόσο σημαντικός ώστε, στο τοπικό επίπεδο αρχικά και στο εθνικό στη συνέχεια, βρέθηκαν στη βάση του αιτήματος για επαναπροσδιορισμό της κρατικής εξουσίας και του ρόλου της, την αλλαγή δηλαδή του ταξικού προσανατολισμού της. Πρόκειται για τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης δυναμικής, φιλόδοξης και ανατρεπτικής κοινωνικής ομάδας.

Ο Πόλεμος της Αλβανίας και οι πρώτοι κατοχικοί μήνες έφεραν τις κοινωνικές αυτές ομάδες στο προσκήνιο της εθνικής ιστορίας. Οι έφεδροι αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί που ουσιαστικά οδήγησαν – και φάνηκαν στους πολλούς ότι οδήγησαν, αυτό είναι το πιο σημαντικό – τον στρατό της Αλβανίας στις μεγάλες του επιτυχίες ανήκαν ακριβώς σε αυτόν τον κοινωνικό χώρο. Οι τοπικοί παράγοντες που οργάνωσαν την τοπική, αγροτική ή αστική, κοινωνία για την αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων των πρώτων κατοχικών μηνών, που πέτυχαν δηλαδή την ανάπλαση των μηχανισμών επιβίωσης τους οποίους ο επίσημος κρατικός μηχανισμός μέσα στο συνολικό του ναυάγιο και την ανυποληψία του ήταν ανίκανος να εξασφαλίσει, ανήκαν επίσης στον ίδιο κοινωνικό χώρο. Οι νέοι ρόλοι, που οι συγκυρίες του 1940 – 1941 τους προσέδωσαν, μετέτρεψαν αυτές τις τοπικής εμβέλειας κοινωνικές ελίτ σε διάδοχο πολιτική κατάσταση σε εθνική κλίμακα ή τουλάχιστον τις κατέστησαν την πλέον αξιόπιστη κοινωνική και πολιτική δύναμη της χώρας μετά τη διαδοχική κατάρρευση και απαξίωση όλων των υπόλοιπων σχημάτων. Η πολιτική έκφραση αυτών των κοινωνικών ομάδων αθροίστηκε και αρθρώθηκε μέσα από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, το ΕΑΜ.

Η παρουσία αυτών των τοπικών ελίτ που οι συγκυρίες ανέδειξαν σε βασική πολιτική και κοινωνική δύναμη στη διάρκεια της Κατοχής δεν ήταν αρκετή από μόνη της για τη μεταβολή του πολιτικού σκηνικού. Ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και ομάδες έπρεπε να ταχθούν με το μέρος αυτών των νέων δυνάμεων. Η ύπαιθρος έδινε πλούσιο υλικό σε αυτό τον τομέα. Οι ορεινές ή ημιορεινές περιοχές ιδιαίτερα – αυτές δηλαδή που θα στήριζαν τον ένοπλο αγώνα και τις στρατιωτικές δυνάμεις της Αντίστασης – βρίσκονταν σε κατάσταση αναβρασμού και ρευστότητας. Η άφιξη των προσφύγων και η συνεπακόλουθη πλήρης αγροτική μεταρρύθμιση περιόρισαν τόσο τον οικονομικό χώρο των ορεινών χωριών όσο και τις ασφαλιστικές τους δικλίδες. Η ζήτηση εργατικών χεριών στα πλούσια πεδινά και στις πόλεις περιορίστηκε σημαντικά λόγω της προσφοράς εργατικού δυναμικού και λόγω της μικρής έκτασης των «αναδασμένων» γεωργικών κλήρων. Η εποχιακή μετανάστευση έπαψε να είναι σταθερή συμπληρωματική πηγή εισοδήματος σε μια περίοδο που οι δυνατότητες εξόδου στο εξωτερικό, κοντινό ή μακρινό, μηδενίστηκαν επίσης. Στη διάρκεια της Κατοχής η ένοπλη αντίσταση και η δημιουργία της Ελεύθερης Ελλάδας έδωσε διεξόδους στον κόσμο των ορεινών χωριών που έβλεπε τη θέση του να απειλείται. Η νέα εξουσία είχε επίκεντρο της τις ορεινές περιοχές και συχνά εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και τις προσδοκίες τους. Η αφαίρεση μέρους της αγροτικής παραγωγής των πλούσιων πεδιάδων και ο προσανατολισμός τους προς τα ορεινά με όρους επωφελείς στα τελευταία ήταν μία από αυτές τις παραμέτρους. Η διαδικασία δεν ήταν ιδιαίτερα επώδυνη για τον παραγωγικό χώρο των πεδιάδων ο οποίος, σε αντάλλαγμα, αποκτούσε ένα πολιτικό και στρατιωτικό στήριγμα στην αντίθεσή του προς τις αρχές κατοχής και το δικό τους σύστημα διαχείρισης  της αγροτικής παραγωγής: δηλαδή την υποχρεωτική συγκέντρωση του προϊόντος με αντίτιμο ελάχιστα χρήσιμο χρήμα – σε συνθήκες όπου η αγορά ελάχιστα λειτουργούσε – σε μια προσπάθεια προσανατολισμού των αγροτικών προϊόντων προς τις αγορές των πόλεων με τη διαμεσολάβηση των κατοχικών αρχών.

Η Ελεύθερη Ελλάδα ήταν το προϊόν αυτής της συνάντησης των επαρχιακών ελίτ με τον αγροτικό χώρο των ορεινών κατ’ αρχάς, των πολύ παραγωγικών στη συνέχεια, με παρονομαστή τη δημιουργία ενός οικονομικού συστήματος που θα άφηνε απ’ έξω τις μεγάλες πόλεις και, ως εκ τούτου, τις κατοχικές αρχές και εξουσίες.

Όταν οι Γερμανοί ανέλαβαν αποκλειστικά τη διαχείριση των υποθέσεων της χώρας, μετά την ιταλική συνθηκολόγηση του Σεπτέμβρη του 1943, το κίνημα της Αντίστασης βρισκόταν στην ακμή του. ο ΕΛΑΣ είχε αποκτήσει σημαντικό ποσοστό των όπλων και των στρατιωτικών ειδών των ιταλικών στρατευμάτων κατοχής της χώρας, η έκταση της Ελεύθερης Ελλάδας είχε διευρυνθεί με την εξαφάνιση των ιταλικών φρουρών και το κύρος της Αντίστασης βρισκόταν στο απόγειό του , καθώς είχε ενσωματωθεί σε αυτό η δυναμική του νικητή. Στο εσωτερικό, η εύκολη διάλυση το καλοκαίρι του 1943 όλων των ανταγωνιστικών του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ οργανώσεων, που στηρίχθηκαν στο σώμα των αξιωματικών και που δημιουργήθηκαν βιαστικά εν όψει μιας πιθανολογούμενης επέμβασης των Συμμάχων στην Ελλάδα, άφησε ουσιαστικά μόνο στρατιωτικό – και πολιτικό στις τότε συνθήκες – αντίπαλό του ΕΛΑΣ τον ΕΔΕΣ και τις ισχνές δυνάμεις της ΕΚΚΑ -5/42. Αντίπαλοι περιορισμένης εμβέλειας απέναντι στον θριαμβεύοντα, στις αρχές του φθινοπώρου του 1943, στρατό του ΕΛΑΣ.

Οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν πολύ γρήγορα τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε γι’ αυτούς η αναγκαστική διαίρεση της χώρας σε ζώνες κατοχής και ζώνες κυριαρχίας των ανταρτών. Διέγνωσαν επίσης τις δυνατότητες που τους πρόσφερε η ελληνική κοινωνία στην αντιμετώπιση του κινδύνου. Διαμόρφωσαν λοιπόν και άρχισαν χωρίς καθυστέρηση να εφαρμόζουν μια επιθετική τακτική με πολλούς στόχους , που συνέκλιναν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Στο καθαρά στρατιωτικό επίπεδο η αιχμή του δόρατος των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων που πραγματοποίησαν ήταν οι βαθιές διεισδύσεις αξιόμαχων μονάδων στις περιοχές όπου κυριαρχούσε η Αντίσταση και η πρόκληση εκεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερων καταστροφών στις οικονομικές υποδομές. Για την ακρίβεια, οι μόνες αισθητές καταστροφές που μπορούσαν να γίνουν στην αγροτική ορεινή Ελλάδα ήταν η καταστροφή των αγροτικών εγκαταστάσεων και εργαλείων, η πυρπόληση χωριών, που εκτός από τη καταστροφή των αποθεμάτων τροφίμων και των μέσων παραγωγής, αποσκοπούσε στην αποδιάρθρωση των ορεινών κοινωνιών και στον εξαναγκασμό των κατοίκων τους να καταφύγουν, ως πρόσφυγες , στα μεγάλα οικιστικά κέντρα, και στα υπό τον έλεγχο των αρχών πεδινά. Οι εκστρατείες των Γερμανών, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες του 1943 -1944, απέδωσαν σημαντικά αποτελέσματα. Η καταστροφή 1.700 χωριών και οικισμών της ορεινής Ελλάδας προκάλεσε έντονα προβλήματα στο κίνημα της ένοπλης αντίστασης, στον ΕΛΑΣ, καθήλωσε αριθμητικά τις δυνάμεις του και προσανατόλισε αναγκαστικά την τακτική του προς την επίλυση του επισιτιστικού, επιμελητειακού του προβλήματος.

Αυτό το τελευταίο υπήρξε ίσως η κυριότερη πηγή εμφύλιων συρράξεων τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής. Πραγματικά, το δεύτερο σκέλος της γερμανικής τακτικής απέβλεπε στη θωράκιση των πεδινών με την οργάνωση – σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη και με την κοινωνική στήριξη όλων των αντιτιθέμενων στο ΕΑΜ κοινωνικών ομάδων – ένοπλων σωμάτων ασφαλείας, στα οποία θα ενσωματώνονταν και πολυάριθμοι αξιωματικοί του παλαιού ελληνικού στρατού. Τα Τάγματα Ασφαλείας, όπως αυτοί οι σχηματισμοί ονομάστηκαν , είχαν απρόσμενη επιτυχία σε πολλές περιοχές της χώρας. Πολιτικοί ή πολιτιστικοί παράγοντες έκριναν την επιτυχία ή την αποτυχία τους στις διάφορες περιοχές της χώρας, μπορούμε όμως βάσιμα να υποθέσουμε ότι ο βασικός παρονομαστής της επιτυχίας τους ήταν η αυξανόμενη εχθρότητα με την οποία αντιμετώπιζαν οι πλουσιότερες αγροτικά παραγωγικές ζώνες της χώρας – λόγω των οικονομικών στην ουσία τους πιέσεων που εξασκούσε πάνω τους – την Ελεύθερη Ελλάδα και τη σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένη ορεινή κοινωνία της. Μια κοινωνία που, το 1944, είχε εμφανές πρόβλημα να θρέψει τον εαυτό της και να στηρίξει ταυτόχρονα τον στρατιωτικό και πολιτικό μηχανισμό της Ελεύθερης Ελλάδας.

Τα Τάγματα Ασφαλείας έφθασαν στη μέγιστη αριθμητική τους ανάπτυξη το καλοκαίρι του 1944, παρά τις πολιτικές πιέσεις που ασκούνταν εναντίον τους καθώς πλησίαζε η απελευθέρωση. Οι δυνάμεις τους έφθασαν τους χίλιους αξιωματικούς και τους 25.000 με 30.000 άνδρες, στους οποίους θα πρέπει να προστεθούν οι μη ενταγμένοι σε οργανικούς σχηματισμούς εξοπλισμένοι χωρικοί, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα. Οι προαναφερθέντες αριθμοί ήταν συγκρίσιμοι με την ενεργό δύναμη του ΕΛΑΣ εκείνη την εποχή. Η ερμηνεία αυτής της κινητοποίησης μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να στηριχθεί μόνο στις εξελίξεις αυτού που ιστοριογράφοι της Αντίστασης – και οι τότε πηγές της – περιγράφουν ως «μάχη της σοδειάς», το καλοκαίρι του 1944. Στην προσπάθεια δηλαδή του ΕΛΑΣ και των αντιστασιακών οργανώσεων να εξασφαλίσουν στις παραγωγικές πεδιάδες τα αναγκαία για την επιβίωση του ΕΛΑΣ και της Ελεύθερης Ελλάδας αγαθά, αλλά και να δημιουργήσουν τα αποθέματα εκείνα που θα τους έδιναν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν την εξουσία στην Απελευθέρωση.



Η διαίρεση της Ελλάδας σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα στην τελευταία φάση της Κατοχής ενισχύθηκε και από ένα άλλο μέτρο των αρχών κατοχής. Είναι γνωστό ότι από το φθινόπωρο του 1942 η χώρα ή μάλλον ορισμένες περιοχές της, Αθήνα και Πειραιάς κυρίως, βάσιζαν τον επισιτισμό και τον εφοδιασμό τους με είδη πρώτης ανάγκης στο προϊόν της μεταξύ των εμπολέμων συμφωνίας για εφοδιασμό της Ελλάδας από συμμαχικές πηγές. Η από το εξωτερικό βοήθεια με τη μεσολάβηση του Ερυθρού Σταυρού, τη συνδρομή της Σουηδίας και την οικονομική κάλυψη των Ηνωμένων Πολιτειών έλυσε το επισιτιστικό αδιέξοδο των αστικών κέντρων και μαζί έλυσε τα χέρια της κυβέρνησης της Αθήνας, απαλλάσσοντάς την από το μεγαλύτερο βάρος της και δίνοντάς της  τα μέσα και την άνεση να ασκήσει πολιτική. Η ανθρωπιστική αυτή βοήθεια προοδευτικά διογκώθηκε σε μέγεθος – από 15.000 τόνους το μήνα άγγιξε τους 40.000 τόνους στις παραμονές της απελευθέρωσης – και ενίσχυσε βαθμιαία τις πολιτικές της λειτουργίες και παρενέργειες.

Μία από τις λίγες παρεμβάσεις που οι Γερμανοί στρατιωτικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι έκαναν, σε συνεργασία με την κυβέρνηση της Αθήνας  αλλά και τη συμφωνία του Ερυθρού Σταυρού, στο ζήτημα της διανομής της βοήθειας, ήταν ότι τα προερχόμενα από αυτή εφόδια δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να πέσουν στα χέρια των ανταρτών. Κατά συνέπεια, η διανομή αυτών των αγαθών σταματούσε εκεί όπου άρχιζε η δραστηριότητα του αντάρτικου  και η κυριαρχία ή παρουσία των αντιστασιακών οργανώσεων. Δημιουργήθηκε έτσι μια ουσιαστική, από την πλευρά των ισορροπιών , διαίρεση της χώρας. Από τη μια πλευρά η Ελλάδα που επωφελείτο από τη διεθνή φροντίδα και συνδρομή και από την άλλη μια άλλη Ελλάδα, ελεύθερη μεν, που έπρεπε όμως να ζει με τις δικές της δυνάμεις και τους περιορισμένους πόρους της επικράτειάς της. Με λίγα λόγια, φτιάχνονταν σύνορα εκεί που λίγο αργότερα θα προέκυπταν τα μέτωπα του εμφυλίου.

Αυτού του είδους η διαίρεση της χώρας, εκπορευόμενη από οικονομικές εξελίξεις που με τη σειρά τους προκαλούσαν κοινωνικές στρατεύσεις, ήταν κατά τη γνώμη μας πολύ πιο ουσιαστική στο ζήτημα της δημιουργίας προϋποθέσεων εμφυλίου απ’ ό,τι ήταν οι διαμάχες μεταξύ των οργανώσεων της Αντίστασης. Η σύγκρουση του ΕΛΑΣ με την ΕΚΚΑ ή με τον ΕΔΕΣ δεν είχε από μόνη της την απαιτούμενη εκείνη δυναμική, το κοινωνικό βάθος αν προτιμάτε, για να προκαλέσει βαθιές εμφύλιες ρήξεις. Αρκετές αποδείξεις για τη διαπίστωση αυτή δίνει, νομίζουμε, η ευκολία με την οποία ο ΕΛΑΣ διευθέτησε το θέμα αυτών των οργανώσεων μόλις του δόθηκε η ευκαιρία. Δεν συνέβαινε το ίδιο με την άλλη διαίρεση της Ελλάδας. Το κράτος της Αθήνας, στηριγμένο στη βοήθεια από το εξωτερικό και σε άμεση σύνδεση με τις διεθνείς ισορροπίες και εξελίξεις, περιλάμβανε γεωγραφικά τις πόλεις και τις βασικές πλουτοπαραγωγικές περιοχές της χώρας. Στηριζόταν επίσης στις κοινωνικές ομάδες που δημιουργήθηκαν ή αναπτύχθηκαν μέσα στο πλαίσιο αυτό, αλλά και στις παραδοσιακές, για τις οποίες η άνοδος των κομμουνιστών στην εξουσία αντιπροσώπευε τη μέγιστη απειλή.

Μπροστά σε αυτό τον ισχυρό χώρο, η Ελεύθερη Ελλάδα της Αντίστασης ήταν ουσιαστικά αποκομμένη από τον διεθνή παράγοντα, κυριαρχούσε γεωγραφικά στις λιγότερο παραγωγικές ζώνες της χώρας, ενώ μεγάλο τμήμα των κοινωνικών στρωμάτων που ενεργά ή δυνάμει τη στήριζαν, μικροαστικά και εργατικά στρώματα, βρίσκονταν στις πόλεις, κάτω από την πολιτική και οικονομική εξουσία του αντιπάλου. Η ηθική , ιδεολογική, πολιτική και κοινωνική της ακτινοβολία ήταν δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το πραγματικό υλικό της υπόστρωμα. Για το λόγο αυτόν και ο εναντίον της αγώνας του στρατοπέδου των ισχυρών κράτησε τόσο πολύ και πήρε τη μορφή εμφύλιου πολέμου.»(σελ.52-62)



Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, Τόμος 1Α  Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Πλημμυρίδα και Άμπωτη

Γράφει η ofisofi // atexnos

Στις 9 Μαΐου συμπληρώνονται 70 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών. Απαραίτητη προϋπόθεση για να έχουμε ολοκληρωμένη γνώση και ισχυρή επιχειρηματολογία μακριά από στείρα  συνθηματολογία και σκόρπιες γνώσεις είναι η μελέτη των γεγονότων σε σχέση με την εποχή και τις συνθήκες μέσα στις οποίες διαδραματίστηκαν αυτά.

Είναι γεγονός ότι η σχέση μας με την ιστορία δεν είναι και η καλύτερη. Οι ιστορικές μας γνώσεις είναι περιορισμένες, ελλιπείς και αποσπασματικές. Δεν έχουμε σαφή εικόνα των ιστορικών εποχών ούτε και των συνθηκών μέσα στις οποίες έδρασαν πρόσωπα και έγιναν γεγονότα. Αν προσθέσουμε τους μύθους και τα ιδεολογήματα που ρίζωσαν μέσα μας από τη σκόπιμα στρεβλή ιστορική αφήγηση των σχολικών μας χρόνων  και τον προπαγανδιστικό βομβαρδισμό από τα ΜΜΕ, τότε η κατάσταση φαντάζει φοβερή και ξεπερνάει τα όρια του ιστορικού αναλφαβητισμού. Αν αυτά ισχύουν για την ιστορία της Ελλάδας τότε τι να πούμε για την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια ιστορία; Οι γνώσεις μας είναι από πολύ φτωχές έως ανύπαρκτες. Αυτό όμως δεν εμποδίζει μεγάλη ομάδα πληθυσμού να φανατίζεται, να εκφράζει άποψη, να ισοπεδώνει, να εξισώνει, να παπαγαλίζει ό,τι του σερβίρεται χωρίς να μπαίνει  στον κόπο να ερευνήσει αυτό το οποίο υποστηρίζει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο την τελευταία εικοσαετία και κυρίως μετά τις ανατροπές στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού γίνεται μια προσπάθεια να ξαναγραφτεί η ιστορία, να εξισωθούν ο φασισμός, ο ναζισμός και ο σοσιαλισμός, κομμουνισμός, να προβάλλεται όλο και περισσότερο η Ευρώπη μέσα από το σχήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως τη μόνη λύση στα υποτιθέμενα  δύο άκρα.

Ποια είναι όμως αυτή η Ευρώπη, πόσο τη γνωρίζουμε,  ποια είναι η ιστορία της και η συμβολή της στον χθεσινό, σημερινό και αυριανό κόσμο;

Αυτή την παρουσίαση αναλαμβάνει να κάνει ο Γιώργος Μαργαρίτης μέσα από τις σελίδες του νέου βιβλίου του. Η ιστορική του αφήγηση αναφέρεται στον ευρωπαϊκό 20ο  αιώνα και ο τίτλος του Πλημμυρίδα και Άμπωτη, προσδιορίζει την ακμή και την παρακμή της ευρωπαϊκής δύναμης και του καπιταλισμού.

Στο προοίμιο του βιβλίου ο ιστορικός επισημαίνει την αξία και τη συμβολή της παιδείας και της ιστορικής παιδείας ειδικότερα στην προσπάθεια των λαών να αλλάξουν τον  παλιό κόσμο και να φτιάξουν έναν νέο. Η ιστορική παιδεία «μας επιτρέπει να σκεφτούμε όσα σήμερα μας συμβαίνουν. Να προσδιορίσουμε τη θέση μας, να προσανατολίσουμε τις προσπάθειές μας και να αποφύγουμε το ημίφως της άγνοιας και της συσκότισης που αποτελούν ισχυρά όπλα εκείνων που θυσιάζουν τους πολλούς στο βωμό των συμφερόντων των λίγων.»

Η δύναμη με την  οποία κινήθηκαν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις συμπίπτει με το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο μέσα σε λίγα χρόνια από τη διαμόρφωσή του μετέτρεψε την  ευλογία  σε κατάρα γιατί «τις οδήγησε πρώτα στην κυριαρχία του κόσμου ολόκληρου και μετά, αμέσως μετά, σε ατελείωτους μεταξύ τους ανταγωνισμούς, συγκρούσεις, πολέμους. Οι λαοί της Ευρώπης πέρασαν από την ψευδαίσθηση του «ευλογημένου της ιστορίας» στην κατάσταση του μόνιμα «καταραμένου»: εκατομμύρια πέθαναν σε πολέμους, άλλοι εξαθλιώθηκαν, άλλοι εκμαυλίστηκαν μέσα στο ναζισμό, τον αποικισμό και την ανθρωποφαγία. Η Ευρώπη μάτωσε τον εαυτό της και τον κόσμο ολόκληρο, σε βαθμό που ποτέ δεν είχε δει ξανά η ιστορία των ανθρώπων.»

Σε μια συναρπαστική ιστορική περιήγηση παρουσιάζεται  η πορεία της Ευρώπης από τον ύστερο μεσαίωνα μέχρι τη γέννηση και διαμόρφωση του καπιταλισμού και τις συνέπειες του σε ολόκληρο τον πλανήτη. Στη συνέχεια  προσδιορίζεται το νέο περιεχόμενο που απέδωσαν οι Ευρωπαίοι στον πόλεμο, εντελώς διαφορετικό από εκείνο των άλλων λαών.

«Οι Ευρωπαίοι κατακτητές έρχονταν για να μείνουν και για να αλλάξουν τον κόσμο που μόλις κατέκτησαν» 

Νέος τρόπος παραγωγής, νέες οικονομικές σχέσεις, νέα μορφή ιδιοκτησίας που στηριζόταν στο χρήμα που με τη σειρά του δημιουργούσε πλούτο και αυτός κεφάλαιο. Μια νέα τάξη έκανε την εμφάνισή της, αυτή που κατείχε το χρήμα, τον πλούτο, το κεφάλαιο. Η αστική τάξη.

«Ο καπιταλισμός γεννήθηκε στην Ευρώπη. Μετά από αυτόν η ιστορία, η εξάπλωσή της, η σχέση της με τον κόσμο ήταν βαθιά συνυφασμένη με τις προόδους του καπιταλιστικού συστήματος. Οι Ευρωπαίοι υπήρξαν οι εφευρέτες του καπιταλισμού και οι απόστολοί του. Δια πυρός και σιδήρου συνήθως τον μετέφεραν ως τις άκρες της γης. Και δι’ αυτού, μαζί με αυτόν, κατέκτησαν και ενοποίησαν τον κόσμο.»

Η εξιστόρηση ουσιαστικά αρχίζει από το 1873, χρονιά που την  χαρακτήρισε η οικονομική κρίση  και φθάνει μέχρι το 1942 (α’ τόμος). Ο καπιταλισμός βρίσκεται σε άνοδο μέσα από τη βιομηχανική παραγωγή. Οι καπιταλιστές όμως δεν είναι ικανοποιημένοι και αναζητούν νέες μεθόδους εκμετάλλευσης της εργασίας, νέες πλουτοπαραγωγικές πηγές, νέες αγορές. Η αναζήτηση αυτή συνδυάζεται με επεκτατική διάθεση. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είναι οι μόνες ικανές να πραγματοποιήσουν αυτό το βήμα. Από αυτό το σημείο αρχίζει η πλημμυρίδα, η άνοδος, η ακμή, η δύναμη του καπιταλισμού στην Ευρώπη.

Από τότε μέχρι το 1942 αλλάζει ριζικά ο γεωπολιτικός χάρτης του κόσμου.
Ο αναγνώστης παρακολουθεί όλη τη διαδρομή της ευρωπαϊκής εξάπλωσης με τον αποικισμό και τη μετανάστευση και τις σαρωτικές αλλαγές που συντελέστηκαν σε όλο τον κόσμο, από τη μια άκρη του πλανήτη στην άλλη.

Μέσα από αυτές τις εξελίξεις και τους ενδοευρωπαϊκούς ανταγωνισμούς για την κατάκτηση όλο και περισσότερων περιοχών θα ανακαλύψει τα αίτια που οδήγησαν πρώτα την Ευρώπη και μετά τον υπόλοιπο κόσμο σε δυο πολέμους που όμοιους της δεν είχε ξαναζήσει η ανθρωπότητα καθώς διεξάγονται με τελείως διαφορετικούς τρόπους, μέσα και φιλοσοφία που εκβαρβαρίζουν τον άνθρωπο και στοχεύουν στην με κάθε τρόπο ταπείνωση και υποταγή του.

Στις σελίδες του βιβλίου παρουσιάζονται  με αναλυτικό τρόπο όλες οι αλλαγές στους συσχετισμούς δυνάμεων, στην είσοδο εξωευρωπαϊκών χωρών στο παιγνίδι των ανταγωνισμών και της μοιρασιάς του κόσμου. Ο συγγραφέας  επιπλέον αναδεικνύει τη γέννηση νέων ιδεών,  τη δημιουργία νέων κρατών, την εμφάνιση των εθνικισμών, των μειονοτήτων και των αλυτρωτικών κινημάτων, τις κοινωνικές συγκρούσεις, τις συνθήκες και τα αίτια  που προκάλεσαν την Οχτωβριανή Επανάσταση, τον αντίκτυπο της στην Ευρώπη, τις λυσσαλέες επιθέσεις εναντίον της, τα προβλήματα  και την αλλαγή της ροής της ιστορίας του κόσμου έκτοτε.

Οικονομικές κρίσεις, ανταγωνισμοί αλλά και ψευδαισθήσεις που καλλιεργήθηκαν  στους ανθρώπους για καλύτερη ζωή, κοινωνική άνοδο και καταξίωση που δεν προλάβαιναν να εξελιχθούν και κατέρρεαν  υπό το βάρος των νέων οικονομικών αδιεξόδων των  καπιταλιστικών κρίσεων. Ανάμεσα στην αστική και εργατική τάξη γεννήθηκαν   νέα στρώματα, τα μεσοαστικά με καταλυτικό ρόλο στις επερχόμενες εξελίξεις στην Ευρώπη των αρχών του 20ου αι.

Οι πιο σημαντικές σηματοδοτούνται από την εμφάνιση και επικράτηση του φασισμού και του ναζισμού. Μελετώντας την εποχή μπορεί να κατανοήσει ο αναγνώστης πώς εμφανίστηκαν και εξελίχτηκαν αυτές οι ιδεολογίες, τη συγγενική τους σχέση με τον καπιταλισμό και πώς οδήγησαν  την Ευρώπη σε έναν δεύτερο καταστροφικό πόλεμο με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά. Θα διαπιστώσει το ρόλο των οικονομικών και πολιτικών ελίτ που στήριξαν το φασισμό και το ναζισμό και τη στάση των δυτικών δυνάμεων. 

Επιπλέον θα βρει απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με τη στάση της Σοβιετικής Ένωσης και την πολιτική που ακολούθησε εκείνα τα χρόνια, όπως επίσης θα διαπιστώσει ότι από την επικράτηση της σοσιαλιστικής επανάστασης και την ίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης ο στόχος των καπιταλιστικών χωρών ήταν η ανατροπή του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια γίνεται προσπάθεια από τον συγγραφέα να εξηγηθεί το αντιφασιστικό κίνημα, η στάση της Διεθνούς, ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας και των κομμουνιστικών κομμάτων,  η συμπεριφορά των μεγάλων δυτικών δυνάμεων αλλά και των λαών τους και κυρίως στον αδιάφορο τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν την άνοδο των Ναζί στην εξουσία.

Αναλύονται επίσης οι συνθήκες με τις οποίες τελείωναν οι πόλεμοι στην Ευρώπη και οι όροι που επιβάλλονταν στους ηττημένους με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, τις συνέπειες της στη Γερμανία, αλλά και τις αντιδράσεις της χώρας αυτής που υπήρξε η μεγάλη ηττημένη του πρώτου μεγάλου πολέμου.

Παρατίθενται αναλυτικά και τα στρατιωτικά γεγονότα και οι διπλωματικοί ελιγμοί και μπορεί κανείς να διακρίνει τη στάση των ευρωπαϊκών λαών στην προέλαση των ναζί και τη στάση των σοβιετικών για να καταλάβει ποιοι πραγματικά αγωνίστηκαν ανυποχώρητα για την αντιφασιστική νίκη.

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράλληλη αναφορά όλων των τεχνολογικών αλλαγών που η εφαρμογή τους σε όλα τα πεδία – κοινωνικά, πολιτικά, στρατιωτικά –  άλλαξε την μορφή του κόσμου. Καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας εποχής και στην ανάπτυξη της παραγωγής και της οικονομίας έπαιξε η τεχνολογική επανάσταση με πρωτόγνωρες εφευρέσεις και τολμηρές εφαρμογές που ενοποίησαν τον κόσμο και έφεραν πιο κοντά τις ηπείρους μεταξύ τους.

Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ο καπιταλισμός , ο οποίος «εμπεριέχει όμως ανταγωνισμούς και εσωτερικές αντιθέσεις. Το σύστημα  που οδήγησε την Ευρώπη  στην κυριαρχία του κόσμου, το ίδιο τη διέσπασε, την οδήγησε σε πολέμους απίστευτης έκτασης και έντασης στο εσωτερικό της και στον κόσμο ολόκληρο. Μέσα σε λίγες δεκαετίες τη μετέτρεψε από κέντρο της ιστορίας σε «μαύρη τρύπα» της ανθρωπότητας. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο καπιταλισμός είναι ένας εξαιρετικά δραστήριος τρόπος παραγωγής: εξαιρετικά δημιουργικός, σαρωτικός του παλαιού, στον καιρό της ανόδου του, ασύλληπτα καταστροφικός στον καιρό της πτώσης του.
Αυτή είναι η μεγάλη ιστορία μιας ηπείρου που συνταυτίστηκε μαζί του».

Εξαιρετικό βιβλίο όχι μόνο για το θέμα με το οποίο ασχολείται αλλά και για τον ζωντανό, χαρισματικό και  γοητευτικό τρόπο με τον οποίο  ο Γιώργος Μαργαρίτης κατορθώνει να γράφει την ιστορία.

Γιώργος Μαργαρίτης, Πλημμυρίδα και Άμπωτη. Ο ευρωπαϊκός 20ος αιώνας. Μέρος πρώτο: Από τον αποικισμό στη ναζιστική Νέα Ευρώπη ( 1873 -1942), Βιβλιόραμα , Αθήνα 2014.