Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μιχαηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μιχαηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Χωριάτη της Φουέντε Οβεχούνα εκεί στην Καστίλια που η ελπίδα σου πέθανε εκεί στην Καστίλια με νέα δεσμά τη φτώχεια σου αλυσοδένουνε...

Άκου τι λέει ο αγέρας
Στα χωράφια της Φουέντε Οβεχούνα
Είναι οι βασιλιάδες της Καστίλιας
Τι ψιθυρίζουνε οι έρημοι δρόμοι του χωριού
Ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα
Και εκείνη η ανατριχίλα
Στα φύλλα της πορτοκαλιάς
Άκου τι λέει
Είναι βασιλιάδες

Χωριάτη της Φουέντε Οβεχούνα
Εκεί στην Καστίλια
Που η ελπίδα σου πέθανε
Εκεί στην Καστίλια
Με νέα δεσμά
Τη φτώχια σου αλυσοδένουνε

Χωριάτη της Φουέντε Οβεχούνα
Χωριάτη της Φουέντε Οβεχούνα
Σκυφτός πάνω στη γη σου θε να μείνεις
Γιατί και τούτοι βασιλιάδες είναι
Οι νέοι βασιλιάδες της Καστίλιας.

 Στίχοι: Γιώργος Μιχαηλίδης
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ως μυθιστορηματική μορφή

  Ο Γιώργος Μιχαηλίδης ζωντανεύει  τη μορφή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στο β' τόμο της τριλογίας  του  " Της επανάστασης της μοναξιάς και της λαγνείας "


   " Τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη τον ήξερα από τα εφηβικά μου χρόνια. Μου τον είχε γνωρίσει ο Πάρης, ο οποίος τον είχε επισκεφθεί ήδη αρκετές φορές μόνος του στο πατρικό διώροφο σπίτι του στα Εξάρχεια, γωνία Κουντουριώτου και Οικονόμου. Εκείνη την πρώτη μου επίσκεψη ακολούθησαν λίγες ακόμη, αλλά με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου δεν ξαναπήγα. Τα Εξάρχεια τότε - αναφέρομαι  στα 1938 - ήταν μια μικρή, ζεστή αθηναϊκή γειτονιά από κομψές νεοκλασικές οικίες, κήπους και χωματόδρομους, με ακακίες που ανηφόριζαν ως το λόφο του Στρέφη. Το σπίτι του ποιητή ξεχώριζε από τα άλλα γύρω με τον όγκο, το μεγάλο άδειο αέτωμα, την κατήφεια και τη σιωπή που αισθανόσουν να έχει εγκατασταθεί μονίμως πίσω από τα κλειστά παράθυρα. Τα σημάδια της εγκατάλειψης φαίνονταν καθαρά στις σπασμένες γρίλιες, στους ραγισμένους και πεσμένους σοβάδες, στον ρημαγμένο κήπο.
    Ο Πάρης, ενώ δεν εκτιμούσε ιδιαιτέρως τον Λαπαθιώτη σαν ποιητή, θαύμαζε την προσωπικότητά του και περισσότερο την τεράστια και σπάνια βιβλιοθήκη του. Δε γνωρίζω πώς και από ποιον είχε πληροφορηθεί ότι ο Λαπαθιώτης,  πιεσμένος από μεγάλη ένδεια, πουλούσε τα βιβλία του και με αυτούς τους πόρους ζούσε. Ένας από τους αγοραστές ήταν και ο θείος μου, αποκομίζοντας έτσι μερικά πράγματι σπάνια βιβλία. Ο Λαπαθιώτης τον δεχόταν πάντα νύχτα, μέσα σε έναν πηχτό, χαλκόχρωμο φωτισμό από λάμπες πετρελαίου, με τη σάλα του ισογείου γεμάτη φίλους του ποιητή, και η αγοραπωλησία γινόταν με τη γλώσσα της παντομίμας και των κρυφών νοημάτων. Κανείς από τους παριστάμενους δεν έπρεπε να καταλάβει πως ο Πάρης ήταν αγοραστής ή πως ο ποιητής πουλούσε τα αγαπημένα του βιβλία. Όλοι ωστόσο ήσαν ενήμεροι , όλοι γνώριζαν τί γύρευε εκεί ο ξένος, τον οποίο ο Λαπαθιώτης είχε συστήσει σαν εγκάρδιο φίλο του. Έμοιαζε όμως απαραίτητη  αυτή η θεατρική προσποίηση, αλάφρωνε φαίνεται, τη σκληρότητα της ανάγκης.
    Ο Πάρης, με μια μικρή λάμπα στο χέρι, παίζοντας το ρόλο του φανατικού βιβλιόφιλου, περιδιάβαζε εμπρός στις βιβλιοθήκες που εκτείνονταν σε όλα τα δωμάτια. Όταν συναντούσε το βιβλίο που τον ενδιέφερε, και ήσαν πολλά, επέστρεφε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η συντροφιά του ποιητή κρατώντας το στο χέρι. Κάνοντας πως το ξεφυλλίζει, έδειχνε με τρόπο στον Λαπαθιώτη τίτλο και συγγραφέα. Εάν ήταν από τα πολύ αγαπημένα του, ο ποιητής, με μιαν αδιόρατη αρνητική κίνηση του κεφαλιού , έλεγε στον αγοραστή όχι, αυτό δεν μπορώ να το στερηθώ. Τότε ο Πάρης το έβαζε πάλι στη θέση του και συνέχιζε την αναζήτηση. Όποιο βιβλίο ο ποιητής δεχόταν να στερηθεί, πάλι με ένα αδιόρατο, καταφατικό αυτή τη φορά κίνημα, ο Πάρης το τοποθετούσε σε ένα μικρό τραπέζι πλάι στην είσοδο. Όταν ερχόταν η ώρα, γύρω στα μεσάνυχτα, για τις θρυλικές εξόδους και τις νυχτερινές περιπλανήσεις του Λαπαθιώτη στο Ζάππειο, στο Μεταξουργείο, στο Θησείο, στο Μενίδι, η συντροφιά φρόντιζε να βγει βιαστικά στην αυλή για να μείνουν μόνοι ο ξένος και ο ποιητής και να αρχίσει η συναλλαγή. Ο Λαπαθιώτης δεν ήξερε την τιμή των βιβλίων του, απεχθανόταν τα παζάρια, και ο Πάρης όμως δεν καταδέχτηκε ποτέ να εκμεταλλευθεί αυτή την περηφάνεια. Του έδινε όσα θα ζητούσε ο Χαρίτιμος, ο γνωστός παλαιοβιβλιοπώλης της Αθήνας, με τον οποίο συνεργαζόταν συχνά και του προμήθευε σπάνιες εκδόσεις. Ο Λαπαθιώτης είχε πολύ εκτιμήσει αυτή τη γενναιοδωρία του θείου μου, γιατί τον έπαιρνε ο ίδιος στο τηλέφωνο:
    " Έχομε καιρό να σας δούμε, κύριε Μαδονή! Δε σκοπεύετε να μας έλθετε ξανά;"
    " Πότε μπορώ να σας επισκεφθώ;"
    " Μα και σήμερα, εάν ευκολύνεσθε".

    Ύστερα από  ένα τέτοιο τηλεφώνημα με πήρε μαζί του ο Πάρης. Η κυρία είσοδος ήταν από τον κήπο, στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η δίφυλλη μεταλλική αυλόπορτα ανοιχτή  και μια λάμπα ακουμπισμένη στο φιλιατρό του πηγαδιού φώτιζε την εγκατάλειψη, το χορταριασμένο πλακόστρωτο και το ρήμαγμα του κήπου, ενώ την ίδια στιγμή αυτό το φως, λες από κεχριμπάρι ή χαλκό, είχε κάτι επίσημο και χυδαίο μαζί, σαν να ξενυχτούσαν κάποιο νεκρό, ή να καλούσε τον περαστικό σε ύποπτες συναλλαγές και στην κραιπάλη οχείας. Μια μαρμάρινη σκάλα ανέβαζε στον επάνω όροφο γεμάτη σκουπίδια. Στο ισόγειο, μέσα από τις γρίλιες, φαινόταν ένα αμυδρό πορτοκαλί φως. Όλο το άλλο αχανές σπίτι σκοτεινό, σιωπηλό, κλειστό σαν σφραγισμένο. Η γειτονιά ήσυχη, με λίγες μακρινές φωνές και κάποιο, μακρινό κι αυτό, πέρασμα αυτοκινήτου. Το μοναχικό φως στην αυλή, που έριχνε μεγάλες βαριές σκιές στους τοίχους, το βουβό και κατασκότεινο σπίτι, με γέμισαν με ένα αίσθημα ανησυχίας και απειλής.
    Μας άνοιξε ένας ψηλός, γεροδεμένος νέος, με δυσάρεστη,χωριάτικη φυσιογνωμία και πυκνά μαύρα μαλλιά που ξεκινούσαν από τη μέση του μετώπου του. Σιωπηλός μάς έκανε τόπο να περάσουμε. Ο Λαπαθι'ωτης καθόταν σε μια φθαρμένη μπερζέρα στο χρώμα της βρόμικης άμμου, ενώ μια λευκή καμέλια φέγγιζε στο πέτο του, πελιδνά άμεμπτος μέσα στο φθαρμένο κοστούμι του, θλιβερά σεβαστός, αθεράπευτα μόνος. Όλα ήσαν γραμμένα επάνω του, όλη του η ζωή, λες και κάποια απόκρυφη, αόρατη δερματοστιξία τα είχε καταγράψει με τα ιερογλυφικά της, και εκεί μπορούσες να διαβάσεις τη σημασία τους και το μόνο συγκλονιστικό ποίημα που μπόρεσε να γράψει: τον εαυτό του. Και μαζί ήταν σαν ήσκιος` κάτι που κάποτε το καταύγαζε ένα αδιάκριτο και αλαζονικό φως, τώρα ένα άλλο φως, αδιάκριτο κι αυτό, αλλά ταυτόχρονα ανελέητο, σκληρό και επίμονο, έδειχνε τον ήσκιο του θλιβερό και ωχρό.
    Από την είσοδό μας κιόλας σε έναν στενό διάδρομο, ένιωσα μια βαριά, ταγκή μυρωδιά κλεισούρας και σκόνης, λες και ένα άπλυτο για καιρό σώμα κυκλοφορούσε μέσα στο μισοσκόταδο. Η συντροφιά ήταν συγκεντρωμένη σε ένα δωμάτιο - αρκετά μικρό και χαμηλοτάβανο για την εποχή εκείνη, - γεμάτο ογκώδη, καταθλιπτικά έπιπλα, βαριές πυκνοϋφασμένες κουρτίνες και βιβλιοθήκες που κάλυπταν τους τοίχους έως την οροφή. Ένα παχύ στρώμα σκόνης σκέπαζε τα πάντα σαν πένθιμο σουδάριο.
    Στα πρόσωπα της συντροφιάς, γύρω στα δέκα και όλοι άντρες, διέκρινες έντονες χρωματικές αντιθέσεις. Στους περισσότερους έβλεπες μιαν αρρωστημένη, φωσφορίζουσα χλομάδα, ενώ στους υπόλοιπους υπήρχε εκείνη η μελαχρινή, βάρβαρη σχεδόν υγεία του χωριάτη. Ήσαν οι περίφημοι Μενιδιάτες μανάβηδες - ή μάλλον οι γιοί τους - , που ακολουθούσαν τον Λαπαθιώτη παντού σαν πιστοί μολοσσοί. Σε έναν μικρό καναπε ήταν ριγμένος, σχεδόν αναίσθητος, ο ποιητής Μήτσος Παπανικολάου, ένα αποστεωμένο φάντασμα. Τα μάτια του ολάνοιχτα, γυάλινα, άδεια. Η ηρωίνη τον ταξίδευε στο κενό. Όταν εμφανιστήκαμε στην είσοδο του δωματίου, ο Λαπαθιώτης, αιφνιδιασμένος από την παρουσία και το κάλλος μου, έμεινε για λίγο σιωπηλός, ύστερα ορθώθηκε νωχελικά, με το δεξί του χέρι ακουμπισμένο στο αναλόγιο που ήταν πλάι του και όπου έγραφε όρθιος τα ποιήματά του, όπως ο Βικτόρ Ουγκό, και αναφώνησε θεατρικά:
    " Καλέ, αυτός είναι ωραίος μέχρι τρόμου!"
     Ύστερα έσπευσε να μας υποδεχθεί. Έγιναν οι συστάσεις. Μέσα σ' εκείνο το ανήσυχο, παλλόμενο μισοσκόταδο, το γεμάτο φασματικές σκιές, ένιωθα τα μάτια όλων στραμμένα επάνω μου. Ο Πάρης μάς άφησε για να επιδοθεί στην άγρα βιβλίων, ο Λαπαθιώτης περνώντας το χέρι του στο μπράτσο μου με ξενάγησε στο άντρο του. Μού έδειξε το πιάνο του, ένα Zimmerman Λειψίας, την κασέλα όπου φυλούσε ποιήματα, σκέψεις, διηγήματα, σχέδια δραμάτων και μυθιστορήματα, ημερολόγια ταξιδίων και ερώτων, φωτογραφίες.
    " Δεν πρόκειται να το ανοίξω ποτέ πια αυτό το φέρετρο. Κάποιοι νεκροί ας κοιμηθούν για πάντα. Είναι καλύτερα ", μου ψιθύρισε πολύ κοντά στο αυτί, σαν να μου εκμυστηρευόταν ένα μυστικό που έπρεπε να μείνει μεταξυ μας.
    Ύστερα γέλασε δυνατά - ακόμη και το "δυνατά" ήταν γεμάτο σιωπή μέσα σ' εκείνο το ερειπωμένο ιερό της τρίμορφης Εκάτης - και είπε:
     " Μα γιατί είσθε τόσον ωραίος! Δεν επιτρέπεται! Είσθε ωραιότερος απ' ό,τι ήμουν εγώ στην ηλικίας σας", και πρόσθεσε στα γαλλικά την ανελέητη διαπίστωση του Προυστ στον Ξανακερδισμένο χρόνο
" Ο χρόνος, ο άχρωμος και ακατάληπτος χρόνος, έχει πάρει σάρκα και οστά στο πρόσωπό σας, έχει πλάσει ένα αριστούργημα, ενώ παράλληλα σ' εμένα - αλίμονο - έχει κάνει απλώς τη δουλειά του".
    Αιφνιδίως μελαγχόλησε, και το μονίμως υγρό και αόριστο βλέμμα του, από την επήρεια της μορφίνης, γέμισε σκιές. Άλλαζε συνεχώς εκφράσεις και διαθέσεις, όπως ένα επαρχιακός τραγωδός όταν ερμηνεύει ευριπίδειο δράμα. Οι ρητορικές χειρονομίες του, η καθαρή και σχεδόν ποσταρισμένη φωνή του, το μακιγιαρισμένο π΄ροσωπό του, το στριντμπεργκικό σκηνικό γύρω του, λες και ήταν παρμένο από τη Σονάτα των φαντασμάτων, όλα ανάδιναν κάτι θεατρικό, ψεύτικο, και ταυτοχρόνως κάτι που έμοιαζε με ανυποχώρητη, συντριπτική αρρώστια, όλη την απερίγραπτη, γεμάτη αρχοντιά, επιβλητική αξιοπρέπεια κάποιου μεγάλου μαρτυρίου[...]
    Έβλεπα μπροστά στα μάτια μου ένα θρίαμβο να καταρρέει, ένα λατρευτικό τέμενος χορταριασμένο κι ερειπωμένο, το καμαρίνι ενός γερασμένου θεατρίνου, με τις αναμνήσεις και τις επευφημίες  να σαπίζουν μέσα στη σκόνη και τη σιωπή. Στα υγρά μάτια του ποιητή φώναζε μια σπαρακτική απορία: Πώς συνέβη αυτό; Πώς ξεγελάστηκα; Η αφθαρσία ήταν στο χέρι μου, και η αθανασία το ίδιο. Ποιος με παγίδευσε; Κάπου πρέπει να υπάρχει το φάρμακο, οι μαγικοί αριθμοί και οι ζωικές ουσίες, οι Χαλδαίοι και οι Βαβυλώνιοι γόητες, για να σταματήσουν την κλεψύδρα.
    Ο Λαπαθιώτης αστειευόταν συνεχώς, χλεύαζε τους νεότερους ποιητές με τα " ακατανόητα παραληρήματά τους" - ακούστηκαν τα ονόματα Σεφέρη, Εμπειρίκου, Εγγονόπουλου -, ακκιζόταν και χαριεντιζόταν, δίνοντας μια παράσταση αλλοπρόσαλλη, γελοία και γκροτέσκα, μπροστά σ' ένα ακροατήριο από χωριάτες και μέθυσους, αλλά ο πόνος ήταν εκεί, τρομερός, σαν κοντάρι τον είχε διαπεράσει και φαινόταν επάνω στο χιλιοτριμμένο σώμα του, στην καρδιά και στο μυαλό του, επάνω στο χιλιοτριμμένο ρούχο του(απόσπασμα)



Γιώργος Μιχαηλίδης, Της επανάστασης, της μοναξιάς και της λαγνείας. Ο Λαβύρινθος(ΙΙ), Καστανιώτης 2002, 10η έκδοση

    
 



Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Το Πέρασμα της Νιάλας




[...] Είχε χάσει το τραίνο, πέρασε τη νύχτα στο σταθμό.
       Στην Καρδίτσα έφτασε βραδάκι της άλλης μέρας. Του είχαν πει πως θα τον παραλάβαινε κάποιος από την τοπική οργάνωση. Κανείς δεν τον πλησίασε. Για την περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά, είχε μάθει απ' έξω τις διευθύνσεις δυο σπιτιών. Φορτώθηκε τα πράγματα και βγήκε. Ο σταθμός ήταν οχυρωμένος σαν φρούριο, με φυλάκια, μάντρες από γεώσακους, συρματοπλέγματα, βαριά και ελαφρά πυροβόλα, φορτηγά στη σειρά. Ακούγονταν φωνές, από κάποιο ραδιόφωνο ερχόταν μια αόριστη μελωδία, ένας αξιωματικός " γαμούσε τη μάνα" κάποιου φαντάρου. Βαριά σύννεφιά, το κρύο δυνατό. Νύχτωνε γρήγορα. Χωματόδρομοι γύρω γεμάτοι λάσπες και λακκούβες με νερά. Πλησίασε θαρρετά έναν ανθυπολοχαγό:
     "Πού είναι η πλατεία;"
     "Από πού έρχεσαι;"
     "Από την Αθήνα".
     "Τι γίνεται κει κάτω;"
      "Χτες κηδέψαμε το βασιλιά"
     "Προχώρα ευθεία και θα τη βρεις", του έδειξε εκείνος τον απέναντι δρόμο, δίχως να σχολιάσει το γεγονός που άκουσε.

      Προχώρησε σύρριζα στους πέτρινους ή πλινθόχτιστους τοίχους, εκεί που ήταν πιο στεγνοί οι δρόμοι. Πουθενά ανηφοροκατήφοροι, η μικρή πόλη ήταν χτισμένη σε κάμπο. Μακριά έσβηναν οι όγκοι κάποιων βουνών. Αραιά φανάρια στις κολόνες έριχναν ένα θολό πορτοκαλί φως, υπογραμμίζοντας τη θλίψη που έσταζε σαν υγρασία παντού. Αραιοκατοικημένες γειτονιές με χερσοχώραφα ανάμεσά τους , αλάνες, χαμηλά σπίτια και σιωπή. Άκουσε βήματα πίσω του. Κοίταξε. Η σκοτεινή φιγούρα ενός άντρα τον πλησίαζε γρήγορα.
      " Ο πατέρας Συμεών είναι καλά;" άκουσε τη λαχανισμένη φωνή του αγνώστου.
Ήταν το σύνθημα.
     " Σου στέλνει τις ευλογίες του", απάντησε.

     Προχώρησαν σιωπηλοί. Βγήκαν σε μια μεγάλη πλατεία. Δεν υπήρχε όμως η συνηθισμένη ατμόσφαιρα ανοιξιάτικης Κυριακής σε μια επαρχιακή πόλη, με τον κόσμο να γεμίζει τα ζαχαροπλαστεία, τα καφενεία και τις ταβέρνες, να βολτάρει οικογενειακώς. Μέσα στα μισοφώτιστα μαγαζιά έβλεπες μόνο αξιωματικούς, φαντάρους και λίγους πολίτες. Φορτηγά στις γωνιές των δρόμων και ο σκοτεινός όγκος ενός τανκ στη μέση της πλατείας, ταιριαστό μνημείο πεσόντων. Πέρασαν βιαστικά κάτω από τις καμάρες ενός μεγάλου κτηρίου και μπήκαν πάλι σε έρημους χωματόδρομους. Το σπίτι που στάθηκαν ήταν μονώροφο, πέτρινο. Τους υποδέχτηκε μια μικροκαμωμένη γυναίκα  γύρω στα πενήντα. Στην ίδια ηλικία και ο άντρας. Τον έβαλαν να κοιμηθεί στο κρεβάτι τους. Αρνήθηκε. Του έστρωσαν στο πάτωμα στο μικρό καθιστικό τους.
     " Αύριο χαράματα θα φύγουμε για Βραγγιανά", του είπε ο άντρας.
      " Προς τη μεριά του Παλαμά;"
      " Όχι , αντίθετα".
      " Υπάρχει στα Βραγγιανά ή γύρω κάποιο μοναστήρι;'
      " Δεν ξέρω".
       " Φρόντισε να μάθεις".
     Αυτά ήταν τα μόνα λόγια που αντάλλαξαν. Ο Οδυσσέας έκαψε την επιστολή του ηγουμένου. Ήταν επικίνδυνη τώρα. Δεν κοιμήθηκε. Ολόκληρος ο εαυτός του έφευγε και περιπλανιόταν σε άγνωστα βουνά, συναντούσε την Αριάδνη σε δάση, σε καταυλισμούς, σκυμμένη πάνω από τραυματίες, ή μόνη, καθισμένη σε πάγκο κάτω από πλατάνι.

     Με το πρώτο φέγγος, ο Καρδιτσιώτης τον φόρτωσε σε ένα γαϊδούρι και, τραβώντας το από το καπίστρι, βγήκαν από την πόλη. Δεν ακολούθησε τη δημοσιά ή καρόδρομους, μπήκε σε μονοπάτια και γιδόστρατες, μέσα από δάση και ρεματιές. Στο βάθος γράφονταν, γαλάζιο τείχος, οι βουνοκορφές των Αγράφων. Στα Βραγγιανά έφτασαν νύχτα. Στο χωριό είχε στρατοπεδεύσει ένα τάγμα του Δημοκρατικού Στρατού - άντρες εξοντωμένοι από τις ατέλειωτες πορείες και την πείνα, ντυμένοι οι περισσότεροι με μισοκουρελιασμένα ρούχα, γουρνοτσάρουχα, ελάχιστοι με πλήρεις στρατιωτικές στολές, πολλοί άοπλοι. Το τάγμα ακολουθούσαν εκατοντάδες πολίτες , οικογένειες ανταρτών ή φυγάδες που είχαν  ξεριζωθεί από τα χωριά τους για να μη συλληφθούν, γυναικόπαιδα όλοι τους και γέροι. Τουρτούριζαν μέσα στο κρύο του ορεινού χωριού, καθισμένοι κολλητά σε μάντρες, ή γύρω σε κορμούς δέντρων για να κόβουν οι φυλλωσιές τη βροχή - πρόσωπα βουλιαγμένα από την κατάθλιψη της κούρασης, σώματα βαριά, παραδομένα.

     Πώς θα νικήσουμε το στρατό που είδα στην Καρδίτσα με τέτοια μπουλούκια; της είπε. Εκτός αν φτάνει η πίστη στις ιδέες μας. Δεν ξέρω...Κάποτε κι αυτό αρκεί. Έτσι πολεμήσαμε τους Ιταλούς στην Αλβανία, έτσι διώξαμε τους Γερμανούς.
     Την ίδια νύχτα γίνηκε σύσκεψη σ' ένα σπίτι των Βραγγιανών, με τη διοίκηση του τάγματος, λογαχούς και διμοιρίτες, το γραμματέα και μέλη της κομματικής επιτροπής Καρδίτσας και ένα μέλος του κομματικού γραφείου Θεσσαλίας. Ο διοικητής του τάγματος εξήγησε την κατάσταση. Τον έλεγαν Σοφιανό.
     " Οι άντρες είναι κατάκοποι. Περπατάμε τρία μερόνυχτα χωρίς σταματημό. Πρέπει να μείνουμε εδώ λίγες μέρες ώσπου να φτάσουνε και οι βραδυπορούντες, να πάρουμε πληροφορίες από Καρβασαρά και Κορύτσα, να βρούμε τρόφιμα και να ξεκουράσουμε τους άντρες μας. Ο εχθρός όμως πλησιάζει. Μια ταξιαρχία έρχεται από Καρπενήσι προς Άγραφα, άλλη θα ξεκινήσει από Καρδίτσα για δω και τρίτη από Άρτα προς Αργιθέα. Μας κλείνουν. Προτείνω να περάσουμε από τη Νιάλα. Θα φτάσουμε στη Σιάικα, στο Καροπλέσι κι από κει στη Βουλγάρα. Εκεί είναι το Γενικό Αρχηγείο και το Αρχηγείο Αγράφων".
    " Το πέρασμα της Νιάλας είναι ανοιχτό;" ρώτησε κάποιος.
    " Προς το παρόν ναι` σε λίγες μέρες δεν ξέρω".
    " Με τους πολίτες τι θα κάνουμε; Πού θα' ναι στη φάλαγγα;"
    " Θα τους βάλουμε στη μέση` έτσι θα μπορούμε να τους προστατεύουμε...Λοιπόν, σύντροφοι, αυτό το σχέδιο προτείνω. Δεν είναι ιδανικό, αλλά δεν βλέπω καλύτερο".
     
      Το ψήφισαν όλοι. Τις επόμενες ημέρες ολοένα και έρχονταν πολίτες, οικογένειες ολόκληρες, λίγοι αντάρτες. Βραδιάζοντας Μεγάλο Σάββατο, με τις καμπάνες να χτυπούν πένθιμα περιμένοντας την Ανάσταση, όλο εκείνο το πλήθος ξεδιπλώθηκε σαν ποτάμι μαύρο νερό ανηφορίζοντας για τη Νιάλα. Διάσελα ανάμεσα σε πανύψηλες οξιές, ρεματιές απίστευτης ομορφιάς, με την παγωμένη σκιά τους να σου κόβει την ανάσα, πέτρινα κονάκια εγκαταλειμμένα και βουνοκορφές τρομερές, ολόγυμνες, που άνοιγαν ξαφνικά σε βάραθρα, ιλιγγιώδεις γκρεμούς, με την ομίχλη να τα σκεπάζει, να κρύβει τα θεμέλιά τους. Βαριά συννεφιά είχε κατέβει πάνω από τα κεφάλια τους, την κουβάριαζε ο δυνατός άνεμος. Κοράκια πετούσαν χαμηλά κρώζοντας σαν τρομαγμένα. Ύστερα όλα βούλιαξαν μέσα στο σκοτάδι. Άρχισε να πέφτει πυκνό χιόνι, ο αέρας το έσπρωχνε πάνω τους, τους τύφλωνε.
     " Προχωράτε, προχωράτε!"
     Κάθε τόσο η φωνή του διοικητή ανέβαινε σαν ουρλιαχτό, για να νικήσει τα ξεφωνητά του ανέμου. Ακούγονταν βόγγοι από γύρω, παιδιά έκλαιγαν, μανάδες έχωναν τα βρέφη στον κόρφο τους, σκεπάζοντάς τα με ό,τι ρούχο είχαν, κάθε τόσο κάποιος σκόνταφτε, ακουγόταν μια στριγγλιά που έσβηνε μέσα στο σκοτάδι.
      "Μην περπατάτε στις άκρες!...Έπεσε κανένας;...Προχωράτε κολλητά στο βράχο..."

      Οι διμοιρίτες προσπαθούσαν να κρατήσουν συγκεντρωμένους τους άντρες τους, τα τσαρούχια γλιστρούσαν πάνω στις κρυσταλλιαμένες κοτρώνες, κάποιοι τα πέταξαν και προχωρούσαν με τις κάλτσες, βάδιζαν όλοι σκυφτοί, με το κεφάλι μπροστά, να ανοίξουν πέρασμα μέσα από την πηχτή, έξαλλη νύχτα, να μην τους παρασύρει ο άνεμος που αγρίευε ολοένα καθώς σκαρφάλωναν. Σεντόνια χιόνι περνούσαν πλαταγίζοντας από μπροστά τους, τους τύλιγαν, ένα ατέλειωτο δάρσιμο, γδάρσιμο στα πρόσωπα τους από τις νιφάδες, η ανάσα κομμένη. Άνοιγαν το στόμα και μπούκωνε αμέσως χιόνι. Πολλοί άρχισαν να μένουν πίσω, έπεφταν στα γόνατα, προσπαθούσαν να περπατήσουν μπουσουλώντας. Αστραφτερές, φασματικές λουρίδες μαστίγωναν το σκοτάδι σαν άσπρα φίδια.
     " Πού είναι ο 3ος λόχος;"
     " Τον καθυστερούν οι πολίτες...Πέσαν πολλοί!"
     " Προχωράτε, προχωράτε!...Πρέπει να φτάσουμε πριν να τελειώσει η νύχτα..."

    Ο Οδυσσέας σκόνταψε πάνω σ' έναν άντρα μισοθαμμένο κάτω από το χιόνι. Τον σήκωσε` έδειχνε γέρος.
    " Αντέχω!" του φώναξε εκείνος. " Ερχόμουν εδώ κάθε χρόνο  με τα γίδια μου...Αντέχω!..."
   Πήγαν για λίγο μαζί , μετά τον έχασε. Κάποιοι άντρες από τον 2ο λόχο άρχισαν να τραγουδάνε για να δώσουν κουράγιο:


Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα
το δίκιο και τη λευτεριά!...

     Το τραγούδι το πήραν και άλλοι, άρχισε να κατεβαίνει προς το μέρος του.

     " Πάψτε, ρε!" ούρλιαξε ο διοικητής. " Δεν ξέρουμε πόσο κοντά είμαστε, μπορεί να μας ακούσουν"
      Το τραγούδι σταμάτησε, χύμηξε πιο τρομακτικό το ουρλιαχτό του ανέμου.
     " Πού είναι ο Αθηναίος;...Είδε κανείς τον Αθηναίο;" ακούστηκε σαν στριγγλιά η φωνή του διοικητή.
      "Εδώ!..." ξεφώνισε και ο Οδυσσέας, αλλά μάταια, γιατί ο διοικητής ούρλιαξε πάλι σε λίγο:
      " Πού είναι ο Αθηναίος;..."
      " Εδώ!" άδειασε τα πνευμόνια του.
      Δεν πήρε απάντηση. Ο αέρας φούσκωνε τις χλαίνες, τα παλτά, ξήλωνε τα κουμπιά από την πίεση, τα έκανε πανιά που τράβαγαν πίσω τους άντρες, έσερναν τις γυναίκες, τις αναποδογύριζαν, το χιόνι κολλούσε στα πρόσωπα, πάγωνε, γινόταν κρούστα. Μια γυναίκα στρίγγλισε μπροστά του:
       " Το παιδί μου!"
      Τη βρήκε με τα χέρια που έψαξαν το σκοτάδι, της πήρε το παιδί - δυο τριών χρόνων ήταν-, του έτριψε τα χέρια, του χουχούλισε το πρόσωπο.
      " Γδύσου!" της φώναξε. "Άνοιξε το στήθος σου!...Βαλ' το πάνω σου να πάρει τη ζέστη σου".
      Πανικόβλητη εκείνη υπάκουσε. Κολλητά στα βράχια, για να κόβει κάπως ο αέρας, βάζοντας ο ίδιος φράχτη το σώμα του, λευτέρωσε το στέρνο της κι ακούμπησε εκεί το παιδί. Τη βοήθησε να τυλιχτεί πάλι με τα ρούχα, έδεσε γυναίκα και παιδί με το κασκόλ του.
      " Να' ρχεσαι πίσω μου", της φώναξε. " Κόβει λίγο ο αέρας".
      Κάθε  τόσο γύριζε να δει αν τον ακολουθεί.
     " Τ' ακούω που κλαίει!" του φώναξε κάποια στιγμή.
     " Μη χάσεις το βήμα σου` να΄ρχεσαι πάντα πίσω μου"
     " Πώς σε λένε;"
     " Οδυσσέα".
     " Εμένα Βάσω".
     Κίνησαν πάλι.
     " Κουράγιο , παιδιά!....Φτάνουμε στο πέρασμα!..."

    Το Πέρασμα, ο τρομερός αυχένας της Νιάλας! Ούτε δέντρο ούτε θάμνος, ένα γυμνό κρανίο μόνο, με μια γρανιτένια ρωγμή στη μέση σαν τσεκουριά. Ξαφνικά, ακούστηκε ένα μακρόσυρτο, τρομακτικό βουητό, που ανέβηκε από τα έγκατα της γης, μαζί με κοσμογονικούς κεραυνούς, και ο άνεμος φρένιασε ρίχνοντας επάνω τους θάλασσες χιόνι. Άσπρες σκιές, φαντάσματα κατάλευκα σάλευαν μέσα σ' εκείνο το γρανιτένιο μονοπάτι. Σαν να είχαν πέσει στην καρδιά ενός παγόβουνου που έσπαγε, θριβόταν, τους έθαβε όλο και πιο βαθιά. Τα ρούχα τους κοκκάλωσαν στα πρόσωπα, έγιναν ξύλινα, μια μάσκα από πάγο κόλλησε στα πρόσωπά τους, άνοιγαν τρύπες στα μάτια και στο στόμα τους για να ανασάνουν, η αντάρα και ο ορυμαγδός τράνταζαν τη Νιάλα, λες και ράισαν τα θεμέλιά της και ξερνούσε δαίμονες και τιτάνες, ενώ ένα απόκοσμο φως φουρτούνιαζε γύρω τους, κάνοντας ακόμη πιο βαθύ το σκοτάδι που τους τύλιγε. Κουρέλια από στριγγλιές ανθρώπων, ουρλιαχτά, γράμματα από ονόματα έφταναν στ' αυτιά του:
     "...ίαααα..."
     " ...άσηηηη..."
     " ...έααα... "
     " ...ωωωω..."
   
   Άρπαξε τη γυναίκα και κόλλησαν στους βράχους. Ξεφώνισε στ' αυτί της :
     " Ακούμπησε στην πλάτη μου...Μη σταματάς ούτε βήμα ....να περπατάς συνέχεια..."
   Γερτός σαν θηρίο, με τα χέρια να σφίγγει επάνω του γυναίκα και παιδί, έσπαγε το σκοτάδι και το τείχος της θύελλας. Κάθε τόσο σκόνταφτε σε μικρούς όγκους από χιόνι - άνθρωποι κοκκαλωμένοι. Η παγωνιά είχε φτάσει στην καρδιά τους και την είχε σπάσει. Ένιωθε το κρύο να τον ποτίζει όπως το νερό το σφουγγάρι` ολοένα ζύγωνε τη ρίζα της ζωής του να της πάρει την ανάσα.
   " Μη σταματάς!...Προχώρα, προχώρα!"
   Ο ίδιος ούρλιαζε, εκείνη; Τι γίνεται η γυναίκα πίσω του; Δεν ένιωθε το βάρος της. Δεν είχε χέρια, δεν είχε πρόσωπο, κάποιου άλλου τα πόδια ανηφόριζαν το γρανιτένιο μονοπάτι πλάι στις χαράδρες. Κάποιος κατέβαινε προς το μέρος τους ουρλιάζοντας. Τι φώναζε; Έφτασε κοντά τους.
    " Πιαστείτε απ' τα χέρια!...Βοηθάτε ο ένας τον άλλο!..."

    Ποιος είναι μπροστά του; Προσπάθησε να τον φτάσει. Ένα παράξενο ζώο σάλευε και σερνόταν λίγα μέτρα πιο πάνω. Ένας πολυβολητής. Το μάντεψε από το άσπρο δοκάρι που κουβαλούσε στον αριστερό του ώμο. Προσπάθησε να τον αρπάξει από τη χλαίνη. Σαν να έπιασε μέταλλο, τα δάχτυλα του γλίστρησαν. Βρήκε μια κοκκαλωμένη πτυχή, την άδραξε, έσπασε τον πάγο και δίπλωσε στη χούφτα του το ύφασμα. Τον πολυβολητή τον έσερνε από το δεξί χέρι κάποιο φάντασμα. Τραγούδι ήταν αυτό που άκουγε ή το παραμιλητό του ανέμου; Όχι, κάποιοι μπροστά τραγουδούσαν:


Ε...ρός...ΑΣ...άδα...
κιό...και...ριά...

     Μια άγρια μέθη χύθηκε στις φλέβες του, σαν κρασί  έφτασε εκεί που η παγωνιά είχε βγάλει νύχια και δόντια έτοιμη να του ξεριζώσει την καρδιά. Άφησε τη χλαίνη του πολυβολητή κι άρχισε να χτυπάει με τα πόδια το βουνό.

      " Όχι, μωρή πουτάνα Νιάλα, δε θα μας σταματήσεις!" ούρλιαξε σαν δαιμονισμένος.

     Εκείνη τη στιγμή κάτι τον τράβηξε προς τα πίσω, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε. Η γυναίκα είχε κοκκαλώσει. Ρίχτηκε απάνω της, έγδαρε την κρούστα πάγου από το πρόσωπο και τα χέρια της , την έτριψε άγρια με χούφτες χιόνι, τη χαστούκισε με όλη του τη δύναμη.
      " Σήκω!...Ξύπνα!...Σήκω!"
   Έβαλε το αυτί του στο στήθος της άκουσε το παιδί να τσιρίζει. Την έστησε στα πόδια της , ο άνεμος τους πέταξε πάνω στα βράχια. Μια πέτρινη αιχμή του έσκισε το κεφάλι ψηλά στο μέτωπο. Όσο αίμα πρόλαβε να βγεί πάγωσε στη στιγμή. Λες και το τράνταγμα συνέφερε τη γυναίκα, όταν τη σήκωσε πάλι όρθια, εκείνη αρπάχτηκες από πάνω του σαν ναυαγός.
      " Το παιδί! " ξεφώνισε.
      " Δεν τ' ακούς που κλαίει;" ούρλιαξε στ' αυτί της. " Τραγούδα!...Κρατήσου απάνω μου!..."
  Έσφιξε πιο γερά το κασκόλ, συνέχισε πάλι προς την κορυφή σέρνοντάς την. Μια σκιά που σάλευε μπροστά τους ξάφνου σταμάτησε. Ώσπου να φτάσει κοντά, ο άνεμος την έριξε ανάσκελα. Ένας άντρας. Η θύελλα, σαν μανιακός νεκροθάφτης, σώριαζε πάνω του στοίβες χιόνι. Το δεξί του χέρι όρθιο προς τον ουρανό. Προσπάθησε να τον σηκώσει, ένα κομμάτι μάρμαρο. Κάθε τόσο συναντούσε αλλόκοτα πλάσματα, άλλα γονατισμένα, άλλα πεσμένα μπρούμυτα, άλλα σκυφτά, η κάννη ενός όπλου να σημαδεύει το σκοτάδι, κρύσταλλα σαν μαχαίρια προς τη φορά του ανέμου, μπηγμένα στο πρόσωπο μιας κοπέλας.
      " Από δω...Από δω..." κάποιες φωνές προσπαθούσαν να τους οδηγήσουν.
      " Φτάνουμε!...Από δω..."
      " Άλλο ένα βήμα, άλλο ένα βήμα!" φώναζε στον εαυτό του. " Προχώρα! Ένα βήμα ακόμα!"

     Μέσα στη χιονοθύελλα, σ' εκείνη τη φουρτούνα από χιόνι, αστραπές και σκοτάδι, είδε σκιές να φωνάζουν, να χειρονομούν έξαλλα. Πίσω τους άρχιζε το κατέβασμα, η σωτηρία. Κάποιοι τον τράβαγαν, άλλοι πήραν τη γυναίκα, σωριάστηκε κάτω από ένα βράχο.
      " Μείνανε πολλοί πίσω...Θα παγώσουν!..." φώναζε κάποιος. " Κουράγιο, σύντροφοι, πρέπει να τους φέρουμε!"
     Σηκώθηκε και ξαναρίχτηκε μέσα στην αντάρα. Τραβώντας από τα χέρια, από τις μασχάλες, κουβαλώντας τους στην πλάτη, ανέβασαν όσους σάλευαν ακόμη. Πέσαν στον κατήφορο. Η καταιγίδα έμεινε πίσω, λες και τη γεννούσε το Πέρασμα της Νιάλας, κατοικούσε μόνο εκεί.
      " Μη σταματάτε, παιδιά...Ο εχθρός είναι κοντά...Προχωράτε!..."
     Τρεκλίζοντας, πετώντας από πάνω τους χιόνι και πάγους, σπάζοντας τα κρύσταλλα, στηρίζοντας τους πιο αδύναμους, σηκώνοντας γυναίκες και παιδιά στα χέρια, εξουθενωμένοι, κατέβαιναν. Το σκοτάδι τώρα ήταν βαθύ αλλά ήσυχο, ο αέρας καθαρός, τον έπιναν σαν νερό από βουνήσια πηγή με ολάνοιχτο στόμα και το στήθος τους έβρισκε πάλι τις ανάσες του.

     Η τραγωδία στο Πέρασμα της Νιάλας στις 12 Απριλίου 1947, Μεγάλο Σάββατο, κόστισε τη ζωή σε εκατόν πενήντα ανθρώπους, παιδιά, γυναίκες, γέρους, αντάρτες, που οι περισσότεροι πάγωσαν, άλλοι χάθηκαν στα βάραθρα. Έντεκα άντρες από τα υπολείμματα του 3ου λόχου πλανήθηκαν μέσα στην καταιγίδα, ώσπου μπήκαν στο στρατόπεδο του Κυβερνητικού Στρατού. Χώθηκαν σε μια σκηνή, οι φαντάροι τους καλοδέχτηκαν, τους έδωσαν κονιάκ, λίγες σταφίδες, ένα κομμάτι σοκολάτα. Το πρωί, η φρουρά που έκανε έλεγχο στις σκηνές τούς συνέλαβε και στις 9 Μαΐου τους εκτέλεσαν στη Λαμία.

Από τη μυθιστορηματική τριλογία του Γιώργου Μιχαηλίδη , Της Επανάστασης, της Μοναξιάς και της Λαγνείας, Ο Λαβύρινθος, τ.2, Καστανιώτης , 10η έκδοση ( έτος πρώτης έκδοσης 2002)

Η φωτογραφία  από το φιλικό ιστολόγιο
 Ευρυτάνας Ιχνηλάτης στο οποίο  έχει δημοσιευθεί σχετική ανάρτηση για το Πέρασμα της Νιάλας .