Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Παπαχρήστος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Παπαχρήστος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Ραντεβού με τον Κρυστάλλη, που με έκανε άνθρωπο

 Στις 22 Απριλίου 1894 πέθανε στην Άρτα ο Κώστας Κρυστάλλης. Το 2018 κυκλοφόρησε από τις Ηπειρωτικές Εκδόσεις Πέτρα το αφιέρωμα για τα 150 χρόνια από τη γέννηση του με τίτλο "Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή" , το οποίο επιμελήθηκε ο Ευάγγελος Αυδίκος.
Από αυτή την έκδοση , της οποίας τα κείμενα είναι εξαιρετικά ένα προς ένα, επέλεξα αυτό του Δημήτρη Παπαχρήστου, συγγραφέα, αρθρογράφου, ραδιοφωνικού παραγωγού, γνωστού μας  από τις συγκλονιστικές  εκφωνήσεις του στο ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα " Πύρρος" τ.17. Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2003. 


Ραντεβού με τον Κρυστάλλη, που με έκανε άνθρωπο
Επιτέλους, θα συναντούσα τον Κώστα Κρυστάλλη. Από μικρό παιδί περίμενα τούτη τη στιγμή. Τότε που η Ήπειρος φάνταζε στα παιδικά μου μάτια στην άκρη του χάρτη Άπειρος χώρα, κακοτράχαλη, μακρινή και ξένη. Φτωχειά πατρίδα, παρατημένη και ξεχασμένη.
Είχα βρεθεί κοντά στα μέρη του. Ο Άραχθος ποταμός κυλούσε μέσα στα μάτια μου. Το Γεφύρι της Πλάκας όρθιο και τοξωτό είχε γλιτώσει από το χρόνο κι από την καταπόντιση ενός νέου φράγματος. Στεκόμουν στην κορυφή του, βέλος ανθρώπινο να εκτοξευτώ στα Τζουμέρκα, ν' αγγίξω τις ψηλές κορφές, να φτάσω στους καταρράκτες, να σταθώ στα Άγναντα, όπου ο Γιάννης πήγαινε με τα πόδια, δυο ώρες δρόμο, σχολείο.
Τον παρακάλεσα να πάμε στους Μελισσουργούς, να πλησιάσουμε κοντά στον τόπο του ραντεβού μου, για το οποίο δεν είχα πει τίποτα, μια και ο Δημήτρης βαριότανε τις μετακινήσεις. Προτιμούσε ένα καλό μαγαζί, κουβεντούλα και τσίπουρο.
Ηπειρώτες και οι δυο, επέστρεφαν ένοχα στην ιδιαίτερη πατρίδα τους κι όλο για τη ζωή τους μιλούσαν, πριν ρίξουν πέτρα πίσω, και για την άγρια εποχή του '50 - '60. Έκαναν πως γνώριζαν την Ήπειρο απ' άκρη σ' άκρη κι όταν τους είπα να με πάνε στους Καλαρρύτες, αποκαλύφθηκε πως δεν είχαν πάει ποτέ τους.
Ήδη είχαμε πάρει το δρόμο, διασχίζοντας τον Καλαρρύτικο ποταμό κι ανεβαίνοντας στα βουνά σταματήσαμε στο θαύμα του ανθρώπου και της φύσης, στο Μοναστήρι της Κηπίνας. Ήπιαμε νερό από το φυσικό κρουνό που έβγαινε από το βράχο, σκαρφαλώσαμε στη φωλιά των καλογέρων, που έστεκε σκαλισμένη και εγκαταλειμμένη μέσα στο βράχο να θυμίζει το πέρασμά τους από εκεί.
Περήφανοι οι φίλοι μου για τον τόπο τους που τον γνώριζαν με έναν Ευβοιώτη από την Ιστιαία, που ισχυριζότανε πως είχε κάνει τσοπάνης με τον Κώστα Κρυστάλλη κι είχαν ανταλλάξει ποιήματα και τους καημούς τους μικρά παιδιά, τότε που ήθελαν να πετάξουν σαν τον σταυραητό τι θα τους έτρωγε ο κάμπος...
Γελούσαν με τις παλαβομάρες μου, αλλά φτάσαμε εύχαρεις στους Καλαρρύτες, όπου η ερημιά τσάκισε τη χαρά μας από την ομορφιά των σπιτιών του. Ευτυχώς υπήρχε ανοιχτό ένα μαγαζί, γιατί κάποιος παράτησε τον κάμπο της Αττικής, μπήκε στα φτερά του αετού κι αποφάσισε να ζήσει χειμώνα - καλοκαίρι εδώ πάνω στην ερημιά και στην αγκαλιά της σκληρής, αλλά και πανέμορφης, της Ηπειρώτικης μάνας γης.
Είπαμε πολλά, ήπιαμε και χαρήκαμε. Κι ήταν απόγευμα όταν τους είπα πως θα πεταχτώ απέναντι στο Συρράκο, στον μυθικό τόπο των σχολικών μου χρόνων, να συναντήσω τον Κρυστάλλη, γιατί το ραντεβού ήταν κλεισμένο από τότε που πρωτογνωριστήκαμε. Κάμφθηκαν οι αντιρρήσεις τους. Με είδαν αποφασισμένο να πάω με τα πόδια κι είχαν φτάσει στην άκρη του χωριού, ένα ποτάμι μάς χώριζε.
Όταν φτάσαμε στο Συρράκο, έπαιρνε να βραδιάζει. Ήταν παραμονή των απόκρεω, ο χειμώνας αντιστεκόταν ακόμα στην άνοιξη. Δεν υπήρχε ψυχή. Ούτε σκυλιά δεν γάβγιζαν. Πήγαμε κατευθείαν στο πέτρινο σπίτι του Κρυστάλλη, που το έχουν κάνει βιβλιοθήκη. Με περίμενε έξω στην αυλή. Στεκόταν όρθιος, σαν άγαλμα. Μιλήσαμε αρκετή ώρα για τα βάσανα της ζωής, για τη μικρή Ουρανία και τη σύντομη ζωή του, αισθάνθηκα το πικραμένο του γέλιο. Χάρηκε για τη συνάντησή μας, μέχρι που χειροκρότησε μαζί με τους συμπατριώτες του, το Γιάννη και το Δημήτρη, πριν τελειώσω το ποίημα του:

...Από ημερόδεντρον, αητέ, θέλω να τρώω βελάνια,
Θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι,
Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
Θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
Θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβά να βλέπω.
Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
Ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.
Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
Και τυρραννιέμαι, και πονώ, και σβυέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,
Και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζύ σου
Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!

Ναι, ναι έτσι είναι, συμφωνήσαμε. Η ελευθερία και η ανθρωπιά είναι πάνω απ' όλα. Ο πόνος όμως γεννάει την αγάπη. Μόνο όσοι πονάνε σήμερα είναι άνθρωποι. Πονάω, άρα υπάρχω, φώναξα. Δεν γίνεται να ζούμε με τον θάνατο και να πεθαίνουμε με τη ζωή που δεν προλαβαίνουμε να χαρούμε.
Έγνεψε καταφατικά, αισθάνθηκα τον καημό του... Καθώς μας ξεπροβόδιζε, γύρισα να τον δω για τελευταία φορά κι είχε κλειστεί στο άγαλμά του...


Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ανεξόφλητη επιταγή το αίμα τους...

...Στο Πολυτεχνείο, οι ελεύθεροι πολιορκημένοι. Το τανκς με τους εκτυφλωτικούς προβολείς να σκορπίζει την παγωνιά. Οι σφαίρες που ήταν αληθινές. Οι σκοτωμένοι, οι τραυματίες. Το αίμα και το ανάθεμα. Ο Γιώργος ξαναμμένος, με το μαντίλι σφιχτά δεμένο στο κεφάλι του, να συγκρατεί τις μπούκλες των μαλλιών του. Να παίρνει εκείνη τη στιγμή μαζί του για πάντα. Έχουμε ανάγκη από αίμα. Να κάνουμε έκκληση στον Ερυθρό Σταυρό. Να κατέβει ο κόσμος στους δρόμους. Και το ξημέρωμα αργούσε να φανεί. Θεοσκότεινα τα παράθυρα κι οι πόρτες στις πολυκατοικίες κλειστές.

  " Πώς είναι δυνατόν να κοιμάστε..."

    Ο ραδιοφωνικός σταθμός να κραυγάζει ακόμα στ΄αφτιά μου.

    Πίσω από την πύλη οι φοιτητές. Πάνω στην κολόνα ο Κυριάκος, με το λευκό πουκάμισο, "να διαπραγματευτούμε". Ο Κώστας απέξω από τα κάγκελα, όρθιος, λίγο πριν συλληφθεί. Ένα ένα ανάβουν τα παράθυρα, δειλά το φως να διώξει το σκοτάδι, ένα γύρο στις πολυκατοικίες, πυγολαμπίδες κι άστρα στα μάτια μου.

   Το τανκς να έρχεται καταπάνω μας και στον πυργίσκο του αξιωματικός πίσω απ' τον προβολέα με το περίστροφο προτεταμένο.

    Η Μερσεντές. Τη σπρώχνουμε να γίνει οδόφραγμα. Ο Στέλιος, η Ιωάννα εκεί, μαζί με τους "προβοκάτορες", ένα σώμα, μια ψυχή και μια στραβή...Δεν υπερίσχυσε η γραμμή. Ο Κυριάκος να πέφτει απ' την κολόνα. Το τανκς να γκρεμίζει την πόρτα, η Πέπη κάτω απ' τα κάγκελα, κι εμείς να σπρώχνουμε τη Μερσεντές. Το τανκς να περνάει από πάνω της και να μην παραμερίζουμε, να ζούμε την υπέρβαση, ο φόβος είναι η πρόκληση, ο εχθρός που δοξάζει τον άνθρωπο και κάνει τα πράγματα να λάμπουν, νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, με προτεταμένα στήθια.

   " Κάτω η χούντα", " Έξω οι Αμερικάνοι", " Μαρκεζίνη Μασκαρά", " Απόψε θα γίνει Ταϊλάνδη", " Κάτω το κράτος κι η εξουσία".

    Κι όταν όλα φάνηκε πως τελείωσαν, " ο αγώνας συνεχίζεται", βροντοφωνάξαμε.

    Την άλλη μέρα, τα απομεινάρια της εξέγερσης διαλύονται και μέσα στις φωτιές, όρθιοι και καταγής στο πεζοδρόμιο, στη μέση του δρόμου, δυο νέες κοπέλες, η Ελένη κι η Μαρία, κι ένα αγόρι να το τραβούν απ' τα μαλλιά οι μπάτσοι.

    Μέσα από τα δακρυγόνα να περνάει ένα φορείο, να πετάει πάνω από τα κάγκελα, να λιποθυμάς, να σβήνεις και να ανασταίνεσαι...για να συνεχίσεις.

  Ξεχυθήκαμε στους δρόμους και πάλι. Κουρέλια ακόμα, η φωνή μας δεν μπόρεσε τίποτα να πει.

  Οι δολοφόνοι πλένουν τα χέρια τους στους νεροχύτες. Σκουπίζονται απ' τα σχισμένα πουκάμισα. Κατουράνε το αίμα μας με χοντρές μάνικες, για να ξεπλυθούνε τα πεζοδρόμια, να πάει ο κόσμος ήσυχα στη δουλειά του το πρωί. Μην αγριέψει το μάτι του. Μη θυμηθεί το μεσημέρι το σκοτωμένο πρωινό και ανταργιέψει.

   Το είδα στα μάτια του κοριτσιού που κράτησε την εικόνα, πίσω από τις γρίλιες στην Τοσίτσα και έγινε σε μια στιγμή γυναίκα, να βγει στο δρόμο ενάντια στον τρόμο....τρελαμένη από το παράδοξο της συναπαντοχής και πως τα φέρνει για να δεις..." Θα' ρθω μαζί σου", είπε...

   Τα υπόλοιπα είναι για το τραγούδι. Μένει μονάχα να θυμόμαστε ξανά και ξανά, στα μνημόσυνα και στις επετείους, πως το κρατούμενο δεν είναι ένα. Μαζεύτηκαν πολλά, θα χάσουμε το λογαριασμό. Και είναι που μάς χρωστάνε. Ανεξόφλητη επιταγή το αίμα μας, πάλι με το ποδήλατο να κάνω βόλτες γύρω από τους σταθμούς της μνήμης και να περνάει το τρένο στις οκτώ, ταξίδι για την Κατερίνη, Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει..

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Παπαχρήστου, Ο ήλιος του Μουσείου, Νέα Σύνορα - Α.Α Λιβάνη, 1994 . Βρίσκεται στο ανθολόγιο που επιμελήθηκε ο Ηλίας Γκρης, Το μελάνι φωνάζει, η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία, Μεταίχμιο, 2003

Η αφίσα" Εδώ Πολυτεχνείο, 16 XI 1973" του Γιώργου Βακιρτζή