Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Κρυστάλλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Κρυστάλλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Ραντεβού με τον Κρυστάλλη, που με έκανε άνθρωπο

 Στις 22 Απριλίου 1894 πέθανε στην Άρτα ο Κώστας Κρυστάλλης. Το 2018 κυκλοφόρησε από τις Ηπειρωτικές Εκδόσεις Πέτρα το αφιέρωμα για τα 150 χρόνια από τη γέννηση του με τίτλο "Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή" , το οποίο επιμελήθηκε ο Ευάγγελος Αυδίκος.
Από αυτή την έκδοση , της οποίας τα κείμενα είναι εξαιρετικά ένα προς ένα, επέλεξα αυτό του Δημήτρη Παπαχρήστου, συγγραφέα, αρθρογράφου, ραδιοφωνικού παραγωγού, γνωστού μας  από τις συγκλονιστικές  εκφωνήσεις του στο ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα " Πύρρος" τ.17. Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2003. 


Ραντεβού με τον Κρυστάλλη, που με έκανε άνθρωπο
Επιτέλους, θα συναντούσα τον Κώστα Κρυστάλλη. Από μικρό παιδί περίμενα τούτη τη στιγμή. Τότε που η Ήπειρος φάνταζε στα παιδικά μου μάτια στην άκρη του χάρτη Άπειρος χώρα, κακοτράχαλη, μακρινή και ξένη. Φτωχειά πατρίδα, παρατημένη και ξεχασμένη.
Είχα βρεθεί κοντά στα μέρη του. Ο Άραχθος ποταμός κυλούσε μέσα στα μάτια μου. Το Γεφύρι της Πλάκας όρθιο και τοξωτό είχε γλιτώσει από το χρόνο κι από την καταπόντιση ενός νέου φράγματος. Στεκόμουν στην κορυφή του, βέλος ανθρώπινο να εκτοξευτώ στα Τζουμέρκα, ν' αγγίξω τις ψηλές κορφές, να φτάσω στους καταρράκτες, να σταθώ στα Άγναντα, όπου ο Γιάννης πήγαινε με τα πόδια, δυο ώρες δρόμο, σχολείο.
Τον παρακάλεσα να πάμε στους Μελισσουργούς, να πλησιάσουμε κοντά στον τόπο του ραντεβού μου, για το οποίο δεν είχα πει τίποτα, μια και ο Δημήτρης βαριότανε τις μετακινήσεις. Προτιμούσε ένα καλό μαγαζί, κουβεντούλα και τσίπουρο.
Ηπειρώτες και οι δυο, επέστρεφαν ένοχα στην ιδιαίτερη πατρίδα τους κι όλο για τη ζωή τους μιλούσαν, πριν ρίξουν πέτρα πίσω, και για την άγρια εποχή του '50 - '60. Έκαναν πως γνώριζαν την Ήπειρο απ' άκρη σ' άκρη κι όταν τους είπα να με πάνε στους Καλαρρύτες, αποκαλύφθηκε πως δεν είχαν πάει ποτέ τους.
Ήδη είχαμε πάρει το δρόμο, διασχίζοντας τον Καλαρρύτικο ποταμό κι ανεβαίνοντας στα βουνά σταματήσαμε στο θαύμα του ανθρώπου και της φύσης, στο Μοναστήρι της Κηπίνας. Ήπιαμε νερό από το φυσικό κρουνό που έβγαινε από το βράχο, σκαρφαλώσαμε στη φωλιά των καλογέρων, που έστεκε σκαλισμένη και εγκαταλειμμένη μέσα στο βράχο να θυμίζει το πέρασμά τους από εκεί.
Περήφανοι οι φίλοι μου για τον τόπο τους που τον γνώριζαν με έναν Ευβοιώτη από την Ιστιαία, που ισχυριζότανε πως είχε κάνει τσοπάνης με τον Κώστα Κρυστάλλη κι είχαν ανταλλάξει ποιήματα και τους καημούς τους μικρά παιδιά, τότε που ήθελαν να πετάξουν σαν τον σταυραητό τι θα τους έτρωγε ο κάμπος...
Γελούσαν με τις παλαβομάρες μου, αλλά φτάσαμε εύχαρεις στους Καλαρρύτες, όπου η ερημιά τσάκισε τη χαρά μας από την ομορφιά των σπιτιών του. Ευτυχώς υπήρχε ανοιχτό ένα μαγαζί, γιατί κάποιος παράτησε τον κάμπο της Αττικής, μπήκε στα φτερά του αετού κι αποφάσισε να ζήσει χειμώνα - καλοκαίρι εδώ πάνω στην ερημιά και στην αγκαλιά της σκληρής, αλλά και πανέμορφης, της Ηπειρώτικης μάνας γης.
Είπαμε πολλά, ήπιαμε και χαρήκαμε. Κι ήταν απόγευμα όταν τους είπα πως θα πεταχτώ απέναντι στο Συρράκο, στον μυθικό τόπο των σχολικών μου χρόνων, να συναντήσω τον Κρυστάλλη, γιατί το ραντεβού ήταν κλεισμένο από τότε που πρωτογνωριστήκαμε. Κάμφθηκαν οι αντιρρήσεις τους. Με είδαν αποφασισμένο να πάω με τα πόδια κι είχαν φτάσει στην άκρη του χωριού, ένα ποτάμι μάς χώριζε.
Όταν φτάσαμε στο Συρράκο, έπαιρνε να βραδιάζει. Ήταν παραμονή των απόκρεω, ο χειμώνας αντιστεκόταν ακόμα στην άνοιξη. Δεν υπήρχε ψυχή. Ούτε σκυλιά δεν γάβγιζαν. Πήγαμε κατευθείαν στο πέτρινο σπίτι του Κρυστάλλη, που το έχουν κάνει βιβλιοθήκη. Με περίμενε έξω στην αυλή. Στεκόταν όρθιος, σαν άγαλμα. Μιλήσαμε αρκετή ώρα για τα βάσανα της ζωής, για τη μικρή Ουρανία και τη σύντομη ζωή του, αισθάνθηκα το πικραμένο του γέλιο. Χάρηκε για τη συνάντησή μας, μέχρι που χειροκρότησε μαζί με τους συμπατριώτες του, το Γιάννη και το Δημήτρη, πριν τελειώσω το ποίημα του:

...Από ημερόδεντρον, αητέ, θέλω να τρώω βελάνια,
Θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι,
Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
Θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
Θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβά να βλέπω.
Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
Ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.
Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
Και τυρραννιέμαι, και πονώ, και σβυέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,
Και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζύ σου
Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!

Ναι, ναι έτσι είναι, συμφωνήσαμε. Η ελευθερία και η ανθρωπιά είναι πάνω απ' όλα. Ο πόνος όμως γεννάει την αγάπη. Μόνο όσοι πονάνε σήμερα είναι άνθρωποι. Πονάω, άρα υπάρχω, φώναξα. Δεν γίνεται να ζούμε με τον θάνατο και να πεθαίνουμε με τη ζωή που δεν προλαβαίνουμε να χαρούμε.
Έγνεψε καταφατικά, αισθάνθηκα τον καημό του... Καθώς μας ξεπροβόδιζε, γύρισα να τον δω για τελευταία φορά κι είχε κλειστεί στο άγαλμά του...


Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Κώστα Κρυστάλλη, Πάσχα στον Πίνδο

Όλο το χειμώνα ο Πίνδος μένει βουβός, ήσυχος δεν ακούγεται καθόλου. Νομίζει κανείς, πως κοιμάται κάτω απ’ το παχύ κάτασπρο πάπλωμα των χιονιών, βυθισμένος σ’ έναν ύπνο ολοκλήρων μηνών.
Οι κάτοικοι των χωριών, που οι μισοί απ’ αυτούς είναι τσοπάνηδες, κατεβαίνουν τότε μαζί με τις οικογένειές τους στα χειμαδιά. Απ’ όσους μένουν εκεί, οι άντρες, επειδή δεν έχουν καμιά δουλειά πάνω στις άγονες κορυφές του, ξενητεύονται σε χώρες μακρινές, για να εξοικονομήσουν τα αναγκαία της ζωής.
Μένουν λοιπόν εκεί μερικοί γέροντες, απόστρατοι της βιοτικής πάλης, που ταράσσουν με τις πολύλογες συζητήσεις των τη μονότονη ερημιά των μεσοχωριών και τη σιγαλιά των χαγιατιών της κάθε εκκλησιάς, καθώς και αρκετές γυναίκες και κοπέλλες.
Αυτές κάθονται κλεισμένες μέσ' στα σπίτια τους, γνέθουν τα μάλλινα υφάσματα τους, λένε τη νύχτα παραμύθια γύρω απ’ τη φωτιά και στον ύπνο τους ονειρεύονται το γυρισμό των καλών των.
Ώσπου έρχεται η άνοιξη… Ώσπου πλησιάζει το Πάσχα, η χαριτωμένη Λαμπρή…
Τότε παύουν οι μπόρες κ' οι κακοκαιριές. Ο ουρανός αλαφρώνεται απ’ τα πυκνά σύγνεφα και το πλάτος του ανοίγεται καθαρό, καταγάλανο. Ο ήλιος ανατέλλει στον ορίζοντα θερμός και ζωογόνος. Λυώνουν τα χιόνια στα χαμηλώματα του Πίνδου, και τα νερά σχηματίζουν μεγάλα, θολά κι ορμητικά ρέματα.
Στα σπλάχνα της γης ξυπνά το μικρό χόρτο και φουντώνει το λουλουδάκι από τα ζεστά του ήλιου φιλιά. Μόνον οι κορυφές λαμποκοπούν ακόμα κατάλευκες και παγωμένες.
Τότε αρχίζει να ξυπνά κι ο Πίνδος. Η καρδιά του πυρώνεται και ξεπαγών' η φωνή του. Οι γέροντες των χωριών του κατεβαίνουν συχνότερα στα μεσοχώρια και στα χαγιάτια των εκκλησιών, τα πρόσωπά τους παίρνουν φαιδρή όψη κ' οι συζητήσεις των ζωηρότερο ύφος.
Οι γυναίκες κ' οι κοπέλλες  οι ερωτιάρικες δεν κλείνουν πια ορμητικά τα παράθυρα και τις πόρτες των σπιτιών. Παρατούν κάπου – κάπου το μελαγχολικό αργαλειό και πιάνουν τ’ ανοιχτά λιακωτά, με τη ρόκα στη μασχάλη και με το τραγούδι στα χείλη τους, το τραγούδι της ελπίδας, του γυρισμού των ξενητεμένων τους.
Κι ' αυτοί, αφού γεμίσουν τα λερωμένα τους  πορτοφόλια τους με παράδες, αφήνουν πια την ξενητιά και ξεκινάνε για την πατρίδα τους, για το σπίτι τους, για τον Πίνδο.
– Μέρες Λαμπριάτικες… θα γυρίσω τώρα στον τόπο μου, λέει χαρούμενο κάθε ξενητεμένο παιδί του Πίνδου.
Κι ένα τραγούδι του Πίνδου λέει κι αυτό:

- Διώξε με μάνα μ' διώξε με με ξύλα, με λιθάρια
κι εγώ γυρνώ στα πέλαγα στα μακρινά τα ξένα,
θα κάμης χρόνους να με δης, μήνες να με παντέχης.
Κι ως έρθη η μέρα της Λαμπρής να πας στην εκκλησιά σου,
θα ιδής τους νιούς, θα ιδής τις νιές, θα ιδής τα παλληκάρια,
θα ιδής τον τόπο μ' αδειανό και το στασίδι μ' έρμο,
θα βγης όξω στα τρίστρατα, όξω στα σταυροδρόμια
και θα μαλλιάση η γλώσσα σου ρωτώντας για τ' εμένα:
-Διαβάτες που διαβαίνετε, στρατιώτες που περνάτε,
μην είδατε το γιόκα μου, το μοναχό το γιο μου;...

Η μητέρα του μοναχογιού αυτού του τραγουδιού τον έδιωξε και τον καταράστηκε, όταν γύρισε τη Λαμπρή απ' την ξενητιά και της γύρεψε την ευχή της, λέγοντάς της πως εκεί πέρα μια κόρη όμορφη, μάγισσας παιδί, που μάγευε τον ουρανό με τ' άστρα και του πελάγου τα καράβια, μάγεψε κι αυτόν και την παντρεύτηκε. Η μητέρα του τότε σήκωσε τη ρόκα της να τον χτυπήση στο κεφάλι και του φώναξε έξαλλη:
- Όξω, σκυλί, απ' το σπίτι μου κι από το πατρικό μου...
Κι ο νέος ξενητεύτηκε πάλι για χρόνια...

Το Μεγαλοβδόμαδο οι ξενητεμένοι βρίσκονται όλοι στο δρόμο και φτάνουν στις πατρίδες τους, ως το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής. Είναι συνήθεια να πάνε όλοι στην εκκλησιά του χωριού τους εκείνη τη νύχτα και να ακολουθήσουν το γύρισμα του ᾽Επιταφίου.
Πόση συγκίνηση, πόση χαρά, πόση ποίηση έχει ο γυρισμός αυτών των ξενητεμένων. Κ' οι καμπάνες που στολίζουν, από τρεις κι από πέντε μαζί, τα ψηλά καμπαναριά των εκκλησιών του Πίνδου, αναστατώνουν αυτές τις ημέρες με τους ήχους των όλη την έκταση των βουνών και τα βάθη των αγρίων εκείνων φαραγγιών. Νομίζει κανείς, πως αλαλάζουν κι αυτά απ’ τη χαρά τους για τον ερχομό των ξενητεμένων.
Πιο χαρωπές όμως αντηχούν οι καμπάνες στον όρθρο της Κυριακής του Πάσχα, στην πρώτη Ανάσταση. Και σημαίνουν, σημαίνουν αδιάκοπα τότε, σα να θέλουν να ξυπνήσουν και τους νεκρούς απ’ τα μνήματά τους, για να γιορτάσουν στην εκκλησιά την μεγάλη Ανάσταση.
Είναι σα να κράζουν του γέρου Πίνδου να σηκωθή πια από τον βαρύ ύπνο του, να ξετιναχθή, να ιδή τον ερχομό της γλυκειάς άνοιξης, ν’ ακούση το γλυκό κελάδημα των πουλιών του Απρίλη, σαν να σαλπίζουν πολεμικό εγερτήριο στον κοιμισμένο, στο σκλαβωμένο λαό της Ηπείρου.
Με μιάς τα παράθυρα των σπιτιών φωτίζονται όλα, οι πόρτες ανοίγουνε ως πέρα και βγαίνουν απ’ αυτές οι χωρικοί, άνδρες και γυναίκες και παιδιά, όλοι καλοντυμένοι και στολισμένοι με τα δώρα που τους έφεραν από τις μακρινές χώρες των  οι ξενητεμένοι τους και τρέχουν με τις λαμπάδες των τις λευκές στην εκκλησιά.
Η εκκλησιά πλημμυρίζει από φώτα στο «δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός», που λέει ο παπάς, βγαίνοντας λαμπροφορεμένος στην Ωραία Πύλη με αναμμένα τα τρικέρια κι αντηχεί από ψιθυρισμούς χαρωπούς με την εκφώνηση του Χ ρ ι σ τ ό ς   Α ν έ σ τ η. Άλλες κωδωνοκρουσίες δυνατές επακολουθούν τότε κι άλλοι αντίλαλοι μακρινοί.
Κι όταν βγαίνουν απολείτουργα απ’ την εκκλησιά, τους χαιρετίζει με χαμόγελα το ροδόλευκο γλυκοχάραμα που βάφει με την πορφύρα του τις άκρες τ’ ουρανού και των κορυφών τα χιόνια και μυρώνει με θεϊκά αρώματα τα χλοερά χαλιά των χαμηλωμάτων και τον αιθέρα και διαλύει τα σκοτάδια των βαθιών φαραγγιών.
Να κι ο ήλιος που ανατέλλει σε λίγο, ο λαμπρός, ο ζεστός, ο γλυκός, ο πρόσχαρος ήλιος της Λαμπρής, που φιλεί με τόσην αγάπη, με τόσον πόνο τους κατοίκους του Πίνδου και προ πάντων τους ξενητεμένους σαν να τους σφίγγη στην αγκαλιά του πατρικά, σαν να τους λέη να λησμονήσουν την κακοπέραση της ξενητιάς, σαν να τους υπόσχεται για πολλούς μήνες να μη τους αναγκάση ν’ αφήσουν τον τόπο τους, την οικογένειά τους...
Χαϊδεύει ο Λαμπριάτικος ήλιος τον χιονισμένο Πίνδο, τον χαϊδεύει και του ορκίζεται πως θα συγκεντρώσει όλες τις φλόγες και θα αναλύση γρήγορα τα παχιά χιόνια του, θα τον ξεφορτώση απ’ τους βαριούς πάγους, θα τον στολίση πάλι με ίσκιους, με λουλούδια, με πουλιά και θα φέρει πλάι στην αγκαλιά του κάτω απ’ τα χειμαδιά τα πρόβατα με τα λαμπρά τους κουδούνια, τους βοσκούς με τις γλυκιές των φλογέρες, τις βλαχοπούλες με τα γλυκά τους τραγούδια και τους κλέφτες του τους παλιούς με τ’ ασημένια τους άρματα.
Και χαμογελάει τώρα ο Πίνδος και λησμονάει το μακρύ χειμωνιάτικο ύπνο του και ξαναπαίρνει ζωή και δύναμη.
Τ’ απομεσήμερο της Κυριακής γίνεται στις εκκλησιές η δεύτερη Ανάσταση, η λεγόμενη Αγάπη. Χορτασμένοι εκεί όλοι απ’ το πασχαλινό τραπέζι, μεθυσμένοι απ’ τη χαρά και την ευτυχία και ζεσταμένοι από τις αχτίδες του ευεργετικού ήλιου, ξεχύνουν γύρω τους το τραγούδι της ζωής.
Αλλάζουν τώρα το φιλί της Αγάπης, πάνω στο χορό που στήνουν οι μαυρομάτες στα χοροστάσια, στις πλατιές αυλές και στα χορταρόστρωτα σιάδια των χωριών.
Στους χορούς αυτούς πιάνεται κ' η αγάπη των νέων. Ξυπνάει πια κ' η καρδιά πούναι ζεστή. Το δείχνουν τα πύρινα βλέμματα, το φανερώνει και το τρυφερό τραγούδι που χορεύουν:

Εμπάτε τσούπρες, στο χορό να μάθετε τραγούδια,
να ιδήτε και να μάθετε πώς πιάνεται η αγάπη.
Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει
κι από τα χείλη στην καρδιά.

Αυτό είναι το Πάσχα στον Πίνδο. Είναι το πρώτο ξύπνημα ύστερ’ από τον βαρύ, βαρύτατο χειμωνιάτικο ύπνο. Είναι η πρώτη Ανάσταση της ζωής ύστερ’ από μια μεγάλη νάρκη κι ένα βαθύ μαρασμό. Και γι’ αυτό γιορτάζεται τόσο χαριτωμένα, τόσο πρωτότυπα.

                                                                                             
Άπαντα Κρυστάλλη, εισαγωγή - κατάταξη -σχόλια Κ. Πορφύρη, εκδόσεις Αυλός χ.χ.

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Οδός Οφθαλμιατρείου ( ένα μυθιστόρημα για τον Κώστα Κρυστάλλη)


Το 2018 συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από τη γέννηση του Κώστα Κρυστάλλη και δόθηκε η αφορμή για αφιερώματα που οδήγησαν με τη σειρά τους σε μια σύγχρονη θεώρηση της προσωπικότητας και του έργου του. 
Η αλήθεια είναι πως ο Κώστας Κρυστάλλης και το έργο του δεν είναι και τόσο γνωστά εκτός από πολύ λίγα ποιήματά του. Θα έλεγε κανείς ότι είναι υποτιμημένος, αλλά μήπως είναι ο μοναδικός; Παλιότερα υπήρχε δείγμα της δουλειάς του στα σχολικά βιβλία, αλλά νομίζω ότι έχει αφαιρεθεί από τα σημερινά.
Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας το μυθιστόρημα του Ευάγγελου Αυδίκου Οδός Οφθαλμιατρείου. 
Οδός Οφθαλμιατρείου είναι ο δρόμος στον οποίο βρισκόταν το τυπογραφείο που δούλεψε ο Κώστας Κρυστάλλης όταν κυνηγημένος από τους Τούρκους έφτασε στην Αθήνα. 
Η ιστορία αρχίζει κάπου στην Αμερική όταν ο Κρυστ Σούλτις, νεαρός απόγονος Ηπειρωτών μεταναστών, τεχνοκράτης , με μεγάλη καριέρα και πολλά λεφτά, συναντιέται με τα ποιήματα του Κρυστάλλη και αρχίζει  σιγά σιγά να αλλάζει ο τρόπος που μέχρι τότε έβλεπε τα πράγματα και τους ανθρώπους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό και τις σχέσεις του.
Η επιστροφή του στην Ελλάδα σηματοδοτεί ένα ταξίδι στη μνήμη, ένα προσκύνημα στο γενέθλιο τόπο των προγόνων του αλλά του ανοίγει και ένα δρόμο προς την αυτογνωσία.
Ο Κρυστ / Χρήστος αναζητεί τα ίχνη του Κρυστάλλη στους τόπους που γεννήθηκε, έζησε, δούλεψε και πέθανε. Οι ενσωματωμένοι στίχοι του ποιητή και τα στοιχεία από τα πεζογραφήματά του πλέκουν την ιστορία της ζωής του. Ο ήρωας όμως συνομιλεί και με άλλους ποιητές και συγγραφείς των οποίων τα ονόματα αλλού αναφέρονται και αλλού υπονοούνται. Το παρελθόν μπλέκεται με το παρόν , οι εποχές εναλλάσσονται και ο Κρυστάλλης παίρνει τη θέση του στον παρόντα χρόνο. 
Ο Κρυστ νιώθει συνεχώς δίπλα του τον ποιητή σαν σκιά, σαν ήχο , σαν φάντασμα, σαν ύπαρξη ζωντανή μπροστά του να εξομολογείται στιγμές από τη ζωή του. Βλέπουμε έναν Κρυστάλλη κυνηγημένο για τις ιδέες από την τουρκοκρατούμενη πατρίδα του, πεινασμένο στην απελευθερωμένη Αθήνα, διψασμένο για ζωή και μόρφωση να έρχεται αντιμέτωπος με την αναλγησία και την αδιαφορία των ομογενών του στην πρωτεύουσα. Αναδεικνύεται επίσης ο ερωτικός Κρυστάλλης μέσα από τη σκέψη, το όνειρο και τη συνομιλία της Φωτεινής, της φίλης του Κρυστ.
Ο συγγραφέας με λογοτεχνικά ευρήματα όπως επιστολές και όνειρα προωθεί την ιστορία και αποκαλύπτει βιογραφικές πληροφορίες για τον Κρυστάλλη και μέσα από αυτές τις επαφές και τη διαρκή αναζήτηση ο ήρωας του μυθιστορήματος ωριμάζει πνευματικά.
Ο αναγνώστης ίσως διαπιστώσει σε ορισμένα σημεία έναν υπερβολικό λυρισμό, αλλά συγχρόνως θα νιώσει συγκίνηση με την τρυφερότητα και την ευαισθησία που ο συγγραφέας προσεγγίζει τον λογοτέχνη Κρυστάλλη και κυρίως τον άνθρωπο Κρυστάλλη. Η γραφή συνεπαίρνει και σε αυτό βοηθάει η ωραία γλώσσα και οι πλούσιες περιγραφές τόπων και τοπίων. Οι σελίδες αποπνέουν άρωμα ποίησης και ο Κρυστάλλης παρουσιάζεται μπροστά μας ζωντανός και σύγχρονος να δανείζεται την ύπαρξη του ήρωα για να μιλήσει για τα ανομολόγητα.
Φτάνοντας στο τέλος του μυθιστορήματος γεννιέται η επιθυμία να πάρουμε στα χέρια μας τα ποιήματα και τα πεζογραφήματα του Κώστα Κρυστάλλη  να τα διαβάσουμε ξανά από την αρχή και να του δώσουμε τη θέση που του αξίζει στη νεοελληνική λογοτεχνία . Το έργο του νερό που ξεδιψάει την ψυχή σε μια άνυδρη εποχή. 

Ευάγγελος Αυδίκος Οδός Οφθαλμιατρείου, Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2019.