Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσιος Σολωμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσιος Σολωμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Μνημονεύουμε Διονύσιο Σολωμό

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1798 στη Ζάκυνθο.
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι από τα κορυφαία έργα του Σολωμού και της νεοελληνικής ποίησης γενικότερα. 
Θέμα του είναι ο ηρωικός αγώνας των Μεσολογγιτών κατά τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου (1825-1826) ως την απεγνωσμένη έξοδο στις  10 Απριλίου 1826. Ο ποιητής ξεκινώντας από το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός ανάγεται στον αγώνα του ανθρώπου για την ηθική, την εσωτερική του ελευθερία. 
Ο Ιάκωβος  Πολυλάς μιλώντας ειδικά για τους Ελεύθερους Πολιορκημένους υποστηρίζει  ότι η ηθική ελευθερία είναι το  καταφύγιο της ανθρώπινης ψυχής που πολιορκείται από τη φυσική βία. Ο άνθρωπος που συνειδητοποιεί την αυτονομία του απέναντι στις φυσικές δυνάμεις οδηγείται στη δράση και από τη σύγκρουση αυτή γεννιούνται οι υψηλές πράξεις.
Ο ποιητής όμως ποτέ δεν ολοκλήρωσε το έργο το οποίο σώθηκε σε  «αποσπάσματα» συγκροτημένα σε τρία Σχεδιάσματα, που το καθένα τους αντιπροσωπεύει όχι μονάχα διαφορετικό στάδιο επεξεργασίας αλλά και διαφορετική ποιητική αντίληψη. 

Το απόσπασμα από το Β' Σχεδίασμα:

2
Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

 H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.
 H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.


3.

           Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.


4.

 Mόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Aράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Tότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Mετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

H μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.


―Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Mάρτυρες.

                                                 Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι



Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

" Ο Σολωμός είναι για τους στοχαστικούς μερακλήδες της γλώσσας μας και της ποίησης μας..."

Στο ιστορικό της πνευματικής μας ανάπτυξης ξεχωρίζουν κάποιες μορφές ριζωμένες στο ίδιο το ξεκίνημά μας, όπως ο Σολωμός που στέκεται εκεί πίσω σαν μια χρονολογία γεννήσεως, το πιο αυθαίρετο κι όμως τόσο καθοριστικό γεγονός της ζωής μας.
Σαν τη χρονιά που γεννηθήκαμε, από τον Σολωμό, όσο και ν' απομακρυνόμαστε, δεν μπορούμε ν' αποσπαστούμε. Αυτός ο ποιητής, άλλοτε απωθημένος κι αγνοημένος κι άλλοτε υπερυψωμένος, είναι σαν τη μοίρα μας. Τόσες δεκαετίες περιμένω να δω κι ακόμα δεν φαίνεται ούτε να πλησιάζει μια τέτοια στιγμή, ούτε καν να έχει κινήσει: πότε θα το αποφασίσουμε ο πιο μεγάλος δρόμος στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, σ' όλες τις Πάτρες, τα Χανιά και τα Ιωάννινα τα δικά μας, ο πιο δημοφιλής μας δρόμος να φέρει το όνομα του Σολωμού, αυτού του πιο κεντρικού, του πιο υγιούς νεοελληνικού ανθρώπου. Αυτό το όνομα είναι η καλύτερη εθνική μας εγγύηση. Κατά κανόνα οι ποιητές, όλοι οι άνθρωποι, ζυμώνονται με την εποχή, υπόκεινται στην ακμή της και στη φθορά της και μόνο ο Σολωμός σαν να μην εξαρτάται από τίποτα. Αυτός δεν είναι ένα ταξίδι, ένα κεφάλαιο μες στην ιστορία μας, αλλά αξία αποσταγματικά καταγραμμένη. Και το απόσταγμα, όταν το βγάζεις δεν έχει σημασία από τι το βγάζουμε, απελευθερώνει τελείως από το υλικό. Γι' αυτό σε στιγμές μιας ρηχής προσήλωσης στις επιφάνειες τόσο εύκολο ήταν να τον απομονώσουν και να τον αγνοήσουν. Όλοι μας άλλωστε, όσο ακόμα είμαστε παιδιά, νέοι, τον Σολωμό τον αναβάλλουμε γι' αργότερα. Όσο ακόμα δεν ωριμάσαμε, πρέπει να περιμένουμε μια άλλη στιγμή για να επικοινωνήσουμε μαζί του.
Ο στοχασμός του, οι ποιητικές του ιδέες θέλουν μια δική μας ετοιμασία.
Αλλά και η γλώσσα του - παρόλο που απευθύνεται σ' όλες μαζί τις ηλικίες και είναι ο διαχρονικότερος ποιητής μας.
Του Σολωμού όλα του επιτρέπονται. Όση κατάχρηση να κάνει της ποιητικής αδείας, η ποίησή του κερδίζει, όπως κι αν τα πει. Έχει μια ακατανίκητη προσωπική μαγεία και το μυστικό της είναι η ειλικρίνειά του και η αγνότητα του αισθήματος` το ίδιο ακριβώς που συμβαίνει με την ποίηση του λαού. Εμείς εδώ στον τόπο μας ξέρουμε καλύτερα από άλλους πόσο οι λέξεις που μόνος του φτιάχνει κανείς εκδικούνται, πόσο επικίνδυνο είναι να φέρνεις  καινούργιες λέξεις στη γλώσσα ή να παραμορφώνεις αυτές που υπάρχουν. Ο Σολωμός πραγματικά της γλώσσας μας τα κάλλη τα καταφρόνησε  μπροστά στην αληθινή ποιητική ομορφιά  της που καταξιώνει τους δικούς του τρόπους. Πολλές λέξεις του δεν έπιασαν, δεν εμπήκαν στη γλώσσα μας, όμως στο δικό του ποίημα διατηρούν τη μοναδικότητά τους, αξεχώριστη από την ουσιαστική τους λειτουργικότητα, ενώ στα χείλη άλλων ήταν εξοντωτικές για το ποιητικό αποτέλεσμα. Κανενός δικού μας ποιητή δεν ήταν τόσο αγνή και καθαρή ελληνική η φωνή όσο η δική του, χωρίς κούφιους ήχους, χωρίς κανενός είδους καμώματα, ανακριβολογίες, χωρίς τίποτα να περισσεύει από το απαραίτητο και κυρίως - από τα σπουδαιότερα χαρίσματά του - χωρίς βυζαντινο - ανατολίτικα και αρχαιοπρεπή αγλαΐσματα, αυτές οι ενδημικές καταιγίδες που τόσες συμφορές μας φέρνουν στη γλώσσα μας και στη σκέψη μας. Είναι η σοβαρότερη και αξιοπρεπέστερη ελληνική φωνή χάρη στην τίμια, καθαρή σχέση του με του ουσιαστικό. Επί τόπου μας πείθει πως κι όταν ταλαιπωρεί τις λέξεις, όταν τις αφήνει χωρίς κεφάλι ή χωρίς κατάληξη ( ' φθυς - να' κδικηθώ - τσώλεα - κειο , κειες - γλαυκότη - αθωότη), όταν μεταθέτει τερατωδώς τους τονισμούς ( ομορφία - ησυχιά) κάνει τίμια και υπεύθυνα τη δουλειά του, όπως ο χτίστης που σπάει το τούβλο στα δύο, στα τρία, όσο χρειάζεται, για να ευθυγραμμίσει τον τοίχο, να γωνιάσει ή να γλυκάνει τη γραμμή και δικαιώνονται όλα αυτά από το έργο, από το τέλος που τα στεφανώνει όλα, όπως και το ασυνήθσιτο, φτιαγμένο από τον καλλιτέχνη χρώμα όταν πέφτει στη θέση του. Τι άλλο είναι στα χέρια του καλλιτέχνη η λέξη παρά το δικό του χρώμα, η δική του πέτρα, υλικό για να κάνει τη δουλειά του. Αλλά καταφέραμε ακόμα κι έναν τόσο ελευθερωμένο ποιητή να τον κάνουμε παράδειγμα γλωσσικής τυπολατρείας.

Όταν κάποιος, για ν' αναδείξει τη δική του άποψη για τη γλώσσα, προσφεύγει στα παραδείγματα από τη λογοτεχνία, στη ζωή που κάνουν οι λέξεις μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο, είναι σαν να φέρνει στη δίκη ψευδομάρτυρες. Στη λογοτεχνία η λέξη και η φράση είναι τελείως αξεχώριστες από το συγκεκριμένο ποιητικό αποτέλεσμα, υπάρχουν μόνο προς χάριν του κι έξω από αυτό τίποτα δεν αποδείχνουν. Ο αληθινός ποιητής τις λέξεις δεν τις ξέρει - κάθε φορά τις ανακαλύπτει σαν να τις φτιάχνει επί τόπου, εκείνη τη στιγμή` τις φτιάχνει όπως τις θέλει, όπως του χρειάζονται.
Αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι δικοί μας δάσκαλοι της γραμματικής χρησιμοποιούν στο χώρο τους τη λογοτεχνική μαρτυρία, είναι μία ακόμα ένδειξη πόσο η λογοτεχνία μας δεν έχει επιβληθεί με τον ιδιαίτερο δικό της χαρακτήρα, πόσο συντηρητική στάθηκε κι η ίδια στην ποιητική ανάπλαση της γλώσσας. Τολμηρά πειράματα, αληθινές επαναστάσεις δεν μπόρεσε να κάνει και να επιβάλει. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου δηλώθηκαν και όρεξη και ικανότητα γλωσσοπλαστική, το ιδεώδες ήταν στραμμένο πίσω και κυριάρχησε και σ' αυτές τις προσπάθειες ο δασκαλισμός παρά η επανάσταση ` ο δασκαλισμός και ο κανόνας, από τον οποίο δεν ξέφυγαν και αληθινοί αιρετικοί, όπως ο Καβάφης κι ο Βάρναλης. Μπορεί να φανεί παράξενο: μιλώντας γι' αληθινές επαναστάσεις στη γλώσσα, από τους δικούς μας ποιητές σκέφτομαι μόνο τον Εμπειρίκο. Καθόλου τον σουρεαλισμό του που εδώ σ' εμάς υποχρεώθηκε  να κάνει ως επί το πλείστον  φιλολογία, σε μια τέλεια διαστρέβλωση της τρέλας του. Σκέφτομαι τον Εμπειρίκο μέσα από τη δική του αυτόχθονη τρέλα με τον φοβερό ποταμό λέξεων και ελληνικών γλωσσών που έχει μέσα του και τις λέξεις που χρησιμοποιεί τις κάνει απόλυτα φυσικές, όπως όλα είναι αληθινές κατεβασιές. Λέξεις παράξενες , οι πλέον απροσδόκητες κι εξεζητημένες που έχουν αντληθεί κι από το πιο παλιό μας παρελθόν, μπορούν πράγματι στον Εμπειρίκο - στα ποιήματά του, αυτό πρέπει να το τονίσω, όχι στην πεζογραφία του, εκεί είναι και μένει τεχνητός, συρόμενος από την ποίησή του - να λειτουργούν σαν καινούργιες και σαν απαραίτητες. Αυτές τις στιγμές τον Εμπερίκο, το μόνο από εκείνη την πλευρά που δεν έπαψα  να παρακολουθώ ακόμα και τις πιο ξαναμμένες μέρες της πολιτικής μας αδιαλλαξίας, τον αισθάνομαι να ζωντανεύει τέλεια μες στο απαράμιλλο ρωσικό τρελοκομείο των αρχών του αιώνα. Αυθόρμητα, στοιχειακά, παρακάμπτοντας τον ευρωπαϊκό σουρεαλισμό, εγγράφεται εκεί μέσα με την προδιάθεση μάλιστα που εμφανίζουν για μια τέτοια μεταπήδηση και τα ρωσικότατα φυσιογνωμικά του. Γενικά όμως στη λογοτεχνία μας ο δασκαλισμός και σε μια άλλη φάση η φιλολογία έκαναν και κάνουν θραύση. Κι ας είχαμε ένα παράδειγμα τόσο τολμηρό σαν τον Σολωμό που χάρις ακριβώς στο βαθύ του αίσθημα , αλλά και στην ελευθερία του απέναντι στη λέξη, εμάγευε ( τέτοια ήταν η ομορφιά τότε) τη γλώσσα, δίνοντας της ευλυγισία, γλυκύτητα, μοναδικής γνησιότητας ανθρωπιά, που τη ζούμε σαν κάτι το μοναδικό κι ανεπανάληπτο κάθε φορά, όταν τον ξαναδιαβάζουμε εμείς οι Έλληνες και όχι τόσο οι ελληνομαθείς ξένοι, όταν τη γλώσσα μας και την ποίησή μας, όσο και να είναι καταρτισμένοι, την ξέρουν και την πλησιάζουν μέσα από τους κανόνες κυρίως. Και αυτό είναι ένα παράδειγμα της βαθιάς, στοιχειακής ελληνικότητας του Σολωμού. Όπου στους στίχους του επισημαίνουμε παραβιάσεις του τυπικού ( και είναι η μια πάνω στην άλλη ), εκεί βρίσκουμε και τις ποιητικές του αρετές, την απαράμιλλη δική του πρωτοτυπία στη στη μουσική και στην έκφραση.
Ο Σολωμός είναι για τους στοχαστικούς μερακλήδες της γλώσσας μας και της ποίησης μας.Η γλυκιά μέρα ύστερ' από βαριές κακοκαιριές. Στις σπασμένες του λέξεις, όπως και στα κομματιαστά του ποιήματα, μας δόθηκαν τα πιο ωραία διαμάντια που δουλεύτηκαν στον ποιητικό μας τροχό. Και η λογοτεχνία όταν το καλοσκεφτούμε, δεν είναι παρά η προσωπική έκφραση, όταν καταξιώνεται ποιητικά, δηλαδή συγκινησιακά. Την πρωτοτυπία με τη σοβαρή της έννοια, που σημαίνει πρώτα απ' όλα το ανεπανάληπτο , όταν δεν πας γυρεύοντας , δεν την ψάχνεις αλλά τη βρίσκεις, όπως το είπε κι ο δαιμόνιος Ισπανός. Αλλά μας το είχε πει κι αυτό πολύ πριν ο Παλαμάς μ' ένα τετράστιχο που, είναι γεγονός, δεν του βγήκε ως το τέλος όμορφο όπως το άρχισε:


Πρωτοτυπία. Η μάγισα δεν είναι για τους κυνηγούς,
δεν πιάνεται σαν τα περδίκια, σαν και τους λαγούς.
Αγύρευτη, το διαλεχτό γυρεύει, σαν το πιάνει
στα βρόχια της και, τρώγοντας, του πάει τη δόξα
για στεφάνι.

Αλλά το περίεργο με τις δικές μου απομνημονεύσεις είναι που δείχνουν τον Σολωμό να πρωτοτυπεί με την ίδια επιτυχία κι όταν βγαίνει να κυνηγήσει λαγούς.
Έχω έναν απίστευτο στίχο του δεμένο στη μνήμη μαζί με το τετράστιχο του Παλαμά:


Μπροστά λαγέ στον κυνηγό, κατακαμπής καπνίζεις.

Πρέπει να έχεις δει με τα μάτια σου τη γκριζωπή τουλούπα του λαγού να καπνίζει μια συννεφιασμένη μέρα ή κάτω από τον καυτό ήλιο στο λιοπύρι μέσα στο χωράφι, στη μέση ενός δρόμου, στο πράσινο του λιβαδιού, για να εκτιμήσεις την εκφραστική σύλληψη του Σολωμού σ' αυτή την εικόνα.
Και ούτε ψάχνεις ούτε βρίσκεις. Απλά βλέπεις μ' ένα δικό σου τρόπο που σε κάτι ανοίγει και τα μάτια των άλλων.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Ὄμορφος κόσμος, ἠθικός, ἀγγελικὰ πλασμένος...

Sophie Gengembre Anderson The song of the lark

 Εἰς Φραγκίσκα Φράϊζερ
Μικρὸς προφήτης ἔρριξε σὲ κορασιὰ τὰ μάτια,
καὶ στοὺς κρυφούς του λογισμοὺς χαρὰ γιομάτους εἶπε:
«Κι ἂν γιὰ τὰ μάτια σου Καλή, κι ἂν γιὰ τὴν κεφαλή σου,
κρίνους ὁ λίθος ἔβγανε, χρυσὸ στεφάνι ὁ ἥλιος,
δῶρο δὲν ἔχουνε γιὰ Σὲ καὶ γιὰ τὸ μέσα πλοῦτος.
Ὄμορφος κόσμος, ἠθικός, ἀγγελικὰ πλασμένος.

Διονύσιος Σολωμός

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

κι ὀμπρός μου ἰδοὺ ποὺ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη...

Paul Bond Oceana
Ἀκόμη έβάστουνε ἡ βροντή...
Κι ἡ θάλασσα, ποὺ σκίρτησε σὰν τὸ χοχλὸ ποὺ βράζει,
ἡσύχασε καὶ ἔγινε ὅλο ἡσυχία καὶ πάστρα,
σὰν περιβόλι εὐώδησε κι ἐδέχτηκε ὅλα τ᾿ ἄστρα·
κάτι κρυφὸ μυστήριο ἐστένεψε τὴ φύση
κάθε ὀμορφιὰ νὰ στολιστεῖ καὶ τὸ θυμὸ ν᾿ ἀφήσει.
Δὲν εἶν᾿ πνοὴ στὸν οὐρανό, στὴ θάλασσα, φυσώντας
οὔτε ὅσο κάνει στὸν ἀνθὸ ἡ μέλισσα περνώντας,
ὅμως κοντὰ στὴν κορασιά, ποὺ μ᾿ ἔσφιξε κι ἐχάρη,
ἐσειόνταν τ᾿ ὁλοστρόγγυλο καὶ λαγαρὸ φεγγάρι·
καὶ ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι ποὺ ἐκεῖθε βγαίνει,
κι ὀμπρός μου ἰδοὺ ποὺ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ἔτρεμε τὸ δροσάτο φῶς στὴ θεϊκιὰ θωριά της,
στὰ μάτια της τὰ ὁλόμαυρα καὶ στὰ χρυσὰ μαλλιά της.
                                        XXI.
Ἐκοίταξε τ᾿ ἀστέρια, κι ἐκεῖνα ἀναγαλλιάσαν,
καὶ τὴν ἀχτινοβόλησαν καὶ δὲν τὴν ἐσκεπάσαν·
κι ἀπὸ τὸ πέλαο, ποὺ πατεῖ χωρὶς νὰ τὸ σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ἀνάερα τ᾿ ἀνάστημα σηκώνει,
κι ἀνεῖ τσ᾿ ἀγκάλες μ᾿ ἔρωτα καὶ μὲ ταπεινοσύνη,
κι ἔδειξε πάσαν ὀμορφιὰ καὶ πάσαν καλοσύνη.
Τότε ἀπὸ φῶς μεσημερνὸ ἡ νύχτα πλημμυρίζει,
κι ἡ χτίσις ἔγινε ναὸς ποὺ ὁλοῦθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ᾿ ἐμὲ ποὺ βρίσκομουν ὀμπρός της μὲς στὰ ρεῖθρα,
καταπὼς στέκει στὸ Βοριὰ ἡ πετροκαλαμήθρα,
ὄχι στὴν κόρη, ἀλλὰ σ᾿ ἐμὲ τὴν κεφαλὴ της κλίνει·
τὴν κοίταζα ὁ βαριόμοιρος, μ᾿ ἐκοίταζε κι ἐκείνη.
Ἔλεγα πὼς τὴν εἶχα ἰδεῖ πολὺν καιρὸν ὀπίσω,
κὰν σὲ ναὸ ζωγραφιστὴ μὲ θαυμασμὸ περίσσο,
κάνε τὴν εἶχε ἐρωτικὰ ποιήσει ὁ λογισμός μου,
κὰν τ᾿ ὄνειρο, ὅταν μ᾿ ἔθρεφε τὸ γάλα τῆς μητρός μου·
ἤτανε μνήμη παλαιή, γλυκειὰ κι ἀστοχισμένη,
ποὺ ὀμπρός μου τώρα μ᾿ ὅλη της τὴ δύναμη προβαίνει.
[Σὰν τὸ νερὸ ποὺ τὸ θωρεῖ τὸ μάτι ν᾿ ἀναβρύζει
ξάφνου ὀχ τὰ βάθη τοῦ βουνοῦ, κι ὁ ἥλιος τὸ στολίζει.]
Βρύση ἔγινε τὸ μάτι μου κι ὀμπρὸς του δὲν ἐθώρα,
κι ἔχασα αὐτὸ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο γιὰ πολληώρα,
γιατί ἄκουσα τὰ μάτια της μέσα στὰ σωθικά μου·
ἔτρεμαν καὶ δὲ μ᾿ ἄφηναν νὰ βγάλω τὴ μιλιά μου.
(απόσπασμα)



Διονύσιος Σολωμός , Κρητικός

Γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1798

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Ἄκου ἕν᾿ ὄνειρο, ψυχή μου...

Ἄκου ἕν᾿ ὄνειρο, ψυχή μου,
Καὶ τῆς ὀμορφιᾶς θεά·
Μοῦ ἐφαινότουν ὅπως ἤμουν
Μετ᾿ ἐσένα μία νυχτιά.
῾Σ ἕνα ὡραῖο περιβολάκι
Περπατούσαμε μαζί,
Ὅλα ἐλάμπανε τ᾿ ἀστέρια,
Καὶ τὰ κύτταζες ἐσύ.
Ἐγὼ τσὤλεα· πέστε, ἀστέρια,
Εἶν᾿ κανέν᾿ ἀπὸ τ᾿ ἐσᾶς,
Ποῦ νὰ λάμπη ἀπὸ κεῖ ἀπάνου
Σὰν τὰ μάτια τῆς κυρᾶς;
Πέστε ἂν εἴδετε ποτέ σας
῾Σ ἄλλη, τέτοια ὡραῖα μαλλιά,
Τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι,
Τέτοια ἀγγελικὴ θωριά;
Τέτοιο σῶμα ὡραῖον ὅπ᾿ ὅποιος
Τὸ κυττάζει εὐθὺς ρωτᾶ·
Ἂν εἶν᾿ ἄγγελος ἐκεῖνος,
πῶς δὲν ἔχει καὶ φτερά;
Κάθε φίλημα, ψυχή μου,
Ὅπου μὤδινες γλυκά,
Ἐξεφύτρωνε ἄλλο ρόδο
Ἀπὸ τὴν τριανταφυλλιά.
Ὅλη νύχτα ἐξεφυτρώσαν,
Ὡς ὁποῦ λάμψεν ἡ αὐγή,
Ποὺ μᾶς ηὖρε καὶ τοὺς δυό μας
Μὲ τὴν ὄψη μας χλωμή.
Τοῦτο εἶν᾿ τ᾿ ὄνειρο, ψυχὴ μου·
Τώρα στέκεται εἰς ἐσέ,
Νὰ τὸ κάμης ν᾿ ἀληθέψῃη,
Καὶ νὰ θυμηθεῖς γιὰ μέ.

 Στίχοι: Διονύσιος Σολωμός (1826)
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Ψαριανός

Το ποίημα από εδώ