Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

"Το μόνον της ζωής της ταξίδιον"

Μυταράς Δημήτρης, Γυναίκα VΙ. Στέγη Φιλότεχνων Φλώρινας. Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

 Τα πεθαμένα σου ! βρυχήθηκε ο Μπαρμπαλιάς ο ταβερνιάρης, ενώ ετοιμαζότανε πρωί - πρωί να περάση το κατώφλι φορώντας τα καλά του και κρατώντας  περασμένο στο μπράτσο του το καλάθι με τα "διάφορα".
Η κυρά Φιλιώ μαζεύτηκε ένα κουβάρι στη γωνιά, από το φόβο. Τον ήξερε τον άντρα της τι βλάστημος είτανε και πόσο δεν ήξερε τι έκανε απάνω στο θυμό του.
- Κεχαγιά θα σε βάλω στις δουλειές μου; ξαναβρυχήθηκε.
Κι' αρπάζοντας τα πιάτα απ' τον μπάγκο άρχισε να τα βροντάη χάμου και κατόπι με τον μπαλντά του κρέατος να βαράη και να γκρεμίζη την τούβλινη κουζίνα!

***

Η κακομοίρα η κυρά Φιλιώ! Πρώτη φορά τόλμησε να παραπονεθή. Κυριακή μέρα των Βαγιώνε. Και τώρα δεν άνοιγε η γης να την καταπιή!
Από νιάναρο μεγάλωσε και γέρασε στα ξένα χέρια. Όλος της ο κόσμος είτανε ο νεροχύτης. Δε θυμότανε καν από πού ήρθε! Σαράντα χρόνια στον ίδιο νεροχύτη! Ο σκύλος του σπιτιού γύριζε έξω λυτός ολημερίς κι' ολονυχτίς κι' αυτή δεμένη μέσα, στο νεροχύτη! Το πολύ - πολύ και γρήγορα - γρήγορα "ταξίδευε" ως το φούρνο και το μανάβη μαντηλοδεμένη χωρίς να κυττάζη. Το μόνο αίσθημα, που γνώρισε ήταν ο φόβος! Καρδιοχτυπούσε και στον ξύπνιο και στον ύπνο της μην κάνη κανένα λάθος και της πούνε κανένα λόγο τ' αφεντικά της.
Αυτή ανάθρεψε τα παιδιά τους. Και τα παιδιά των παιδιών τους. Και μήτε ονειρεύτηκε ποτές πως θα μπορούσε κι' αυτή να παντρευτή και να γεννοβολήση. Τουλάχιστον να φύγη από κείνον το νεροχύτη!
Άσκημη από γεννητάτα, κουτόμουτρη και κουτή, όσο πιο γέραζε, τόσο και πιο ασκήμιζε και κόνταινε κι' αποκουτιαινότανε.

***

Κι' όμως, βρέθηκε άνθρωπος να τη γυρέψη και να την παντρευτή. Ο Μπαρμπαλιάς, ο γείτονας. Ο ταβερνιάρης. Άσκημος σαν κι' αυτήνε, γέρος. Και χηριός μ' αγγόνια. Όχι πως λιμπίστηκε την ομορφιά και τα νειάτα της. Λιμπίστηκε τη νοικοκυρωσύνη της. Και την πήρε κι' αυτός για το νεροχύτη. Του χρειαζότανε μια μαγείρισσα. Κι' αντί να πάρη μαγείρισσα να την πληρώνη, παντρεύτηκε την κυρά Φιλιώ και δεν την πλήρωνε.
Και δεν είχε μονάχα αυτό το κέρδος. Η κυρά Φιλιώ είτανε χρυσοχέρα, η ευλογία του Θεού. Μαγείρευε τόσο νόστιμα και καθαρά που σε λίγο η κουζίνα του Μπαρμπαλιά φημίστηκε στα τέσσερα σημεία της Αθήνας. Οι δουλειές πηγαίνανε περίφημα. Κι' όσο μεγαλώνανε οι δουλειές, τόσο η κυρά Φιλιώ δούλευε περισσότερο. Κι' αυτή τη φορά μήτε τον ήλιο δεν έβλεπε. Διαρκώς χωμένη μέσα στα δυο ντουβάρια της κουζίνας, δίχως παράθυρα, δεν ήξερε αν είτανε ζωντανή ή θαμμένη.

***

Ο Μπαρμπαλιάς την αγαπούσε με τον τρόπο του. Και την περιποιότανε, όσο μπορούσε.
Αλλά εξακολουθούσε και να ζη με τον τρόπο του. Κάθε Κυριακή και γιορτή, έκλεινε το μαγαζί, έβαζε τα καλά του, έπαιρνε και το καλάθι με τα "διάφορα" και πήγαινε σε καμμιά γειτονική εξοχή με την παρέα του. Η παρέα του είτανε όλοι τους άνθρωποι της δουλειάς. Άλλος τσαγκάρης, άλλος ασπριτζής, άλλος χτίστης, άλλος ξυλουργός - αλλ' όλοι τους διαλεγμένοι τραγουδιαστάδες με τις κιθάρες τους. Όπου πηγαίνανε, αφίνανε εποχή. Αλλ' ο Μπαρμπαλιάς, όπως κι' οι ρέστοι, δεν παίρνανε μαζύ τους και τις γυναίκες τους.
Έτσ' η κυρά Φιλιώ περνούσε τις Κυριακάδες και τις γιορτές μοναχή της. Και δεν κοτούσε να παραπονεθή. Τον έτρεμε τον Μπαρμπαλιά, γιατί ' τανε θυμώδης και βλάστημος - και στο θυμό του απάνω δεν ήξερε τι έκανε! Έτσι γλύτωσε από το φόβο των αφεντικών της κι' έπεσε στον τρόμο του άντρα της. Αλλ' αυτή τη φορά, χρονιάρα μέρα, δεν κρατήθηκε και τόλμησε να του πη ( δεν κατάπινε τη γλώσσα της καλύτερα!) την ώρα που ξεπόρτιζε:
- Κι' εγώ ψυχή δεν έχω; Σκλάβα είμαι; Ποτές μου έβαλα παπούτσι. Όλο με τις παντόφλες γυρίζω εδώ μέσα!
Ε, αυτό είτανε! Ο Μπαρμπαλιάς εμάνιασε και τα' κανε όλα γης Μαδιάμ.
- Να! Τώρα είσαι λεύτερη! Ευχαριστήθηκες;

***

Η κυρά Φιλιώ μαζεύτηκε στη γωνιά - ένα τόσο δα κουβάρι ανθρώπου! Κι' άρχισε το κλάμμα. Κλάμμα μουγγό και βαθύ και θανατερό. Προσπαθούσε να πνίξη το κλάμμα της για να μην ερεθίση περισσότερο το μανιασμένο της τον άντρα - και την χτυπήση κι' αυτήν.
Ο Μπαρμπαλιάς, παρ' όλ' αυτά, είτανε χρυσή καρδιά, όπως το λέγανε όλοι. Πόνεσε, μετάνοιωσε, συγκινήθηκε. Κι' αφού μπήκε βγήκε δυο τρεις φορές, κάθισε κοντά της κι' άρχισε κι' αυτός να κλαίη!
- Έλα, μην κάνεις έτσι!...
Τότες η κυρά Φιλιώ μπόρεσε να κλάψη λεύτερα...
- Δεν πειράζη, του λέει. Πήγαινε...
- Όχι! Δε θα πάω πουθενά. Σήκω και φέρε μου τον ασβέστη και τα τούβλα. Θα ξαναχτίσω την κουζίνα. Και πιάτα θα σου ξαναγοράσω περισσότερα. Θα σε παίρνω μαζύ μου. Οι δυο μας!Μεθαύριο, το Πάσχα, θα πάμε μαζύ για τρεις μέρες στη Χαλκίδα. Με την ωτομετρίσα! Α! Δεν ξέρεις τι γρήγορα τρέχει. Βουνά, κάμποι, δάση και θάλασσες - όλα τρέχουνε λουλουδισμένα, πράσινα, γαλάζια...Θα φάμε κυδώνια, γοφάρια της ώρας - και θα σε σεργιανίζω στα χωριά και στις εξοχές...Σήκω τώρα...
Όσο να πάη μέσα η Φιλιώ να φέρη τα τούβλα και τον ασβέστη, ο Μπαρμπαλιάς πετάχτηκε στο παρακάτω ζαχαροπλαστείο και της έφερε σοκολάτες και σκαλτσούνια.
- Για σένα, καλή μου, που σ' αγαπάω! Πάρε και συχώρα με!
Και δεν έλεγε ψέματα ο Μπαρμπαλιάς. Γιατί, όταν κάποτες αρρώστησε η κυρά Φιλιώ από το στομάχι της και μαρτυρούσε από τους πόνους, χωρίς να ξέρη τι έχει, ο Μπαρμπαλιάς έλεγε δακρυσμένος στους φίλους του πελάτες:
- Καλύτερα να πέθαινα εγώ παρά να υποφέρη αυτή.

***

Κείνη την ημέρα έμεινε μαζί της, ξαναχτίσανε τη φωληά τους σαν τα πουλιά, που ζευγαρώνουν. Και την άλλη μέρα νωρίς - νωρίς πήγε και της έφερε καινούργια πιάτα, καινούργιο φουστάνι, καινούργιο φακιόλι και καινούργια παπούτσια.
- Να ετοιμαστής καλά για το Πάσχα.
Η κυρά Φιλιώ, ήταν η πρώτη χαρά που γνώρισε στη ζωή της. Και καρδιοχτυπούσε και πάλι - αλλά από την ευτυχία! Πότε θα έρθη το Πάσχα! Αυτό το ταξίδι θα είτανε το πρώτο της ζωής της! Θα έβλεπε τον κόσμο κι' αυτή!
Το ραδιόφωνο μεσοβδόμαδα γρύλλιξε!
- Οι Γερμανοί σπάσανε το μέτωπο και κατεβαίνουν! Οι συγκοινωνίες κοπήκανε! Έλληνες θάρρος!

***

Το ταξίδι αυτό δεν έγινε. Έγινε όμως το άλλο - το αγύριστο. Και τα καινούργια φορέματα και τα παπούτσια τα φόρεσε στην κάσσα. Γιατί λίγους μήνες αργότερα πέθανε από την αρρώστεια της. Αλλ' ο Μπαρμπαλιάς βάσταξε το λόγο του. Ταξίδεψε κι αυτός μαζύ της. Πέθανε από την πείνα.

Κώστας Βάρναλης
ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΑΣΧΑ. Πασχαλινά αφηγήματα. Εισαγωγή, Νάσος Βαγενάς, Επιλογή κειμένων Φίλιππος Πυκνής, Νάρκισσος, Αθήνα 2016

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Σκλάβοι Πολιορκημένοι


Οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι όπως κι Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική και το πρώτο σχεδίασμα της Αληθινής απολογίας του Σωκράτη, γραφτήκανε στη Γαλλία, ύστερ’ απ’ το πρώτο παγκόσμιο μακελειό. Ο θάνατος κι η καταστροφή είχαν ξυπνήσει τις συνειδήσεις των λαών και σκορπίσει στους τέσσερις ανέμους τα ψέφτικα συνθήματα των ιμπεριαλιστών. Οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι είναι στην ουσία τους έργο αντιπολεμικό και αντιιδεαλιστικό.(Σημείωση του ποιητή)

Το 1974 κυκλοφόρησε από την Lyra ο δίσκος «Σκλάβοι πολιορκημένοι» σε μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη και ποίηση του Κώστα Βάρναλη, με ερμηνευτές την Μαρία Δημητριάδη και τον Δημήτρη Ψαριανό. Τα ποιήματα προέρχονταν από την ομώνυμη ποιητική συλλογή, εκτός από το «Η μάνα του Χριστού» το οποίο ανήκει στη συλλογή «Το φως που καίει». Αυτός ήταν ο πρώτος και ένας από τους ελάχιστους ολοκληρωμένους δίσκους με μελοποιημένα ποιήματα του Βάρναλη. ( ogdoo)


Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε σαν σήμερα το 1884.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Ήταν το Φως που καίει...

...Εκείνα τα παιδιά, με τα οποία μοιραστήκαμε τα πρώτα βιβλία, είχαν την τύχη της βιβλιοθήκης μου: κάηκαν, προτού προλάβουν να σχηματιστούν. Άλλους τους έχασα έπειτα τελείως κι έμειναν ό,τι ήταν: παιδιά. Και δεν υπάρχει τώρα παρά η απέραντη νεκροπομπή που κουβαλούμε μέσα μας όσοι επιζήσαμε. Και ίσως κάποια ίχνη που άφησαν με το χέρι τους, όπως τα δυο μου αδέλφια τις υπογραφές τους στον παλιό τόμο της Καινής Διαθήκης, στην τελευταία σελίδα - κε το θεό δόξα έγραψε το μικρό αδέρφι δίπλα στη λέξη "τέλος" του βιβλίου.
Μια μέρα, γυρίζοντας από το γυμνάσιο, περάσαμε με τον Αργύρη από το σπίτι του. Με άφησε να περιμένω κάτω στη σκάλα, αφού έκλεισε προσεχτικά την εξώπορτα. Σε λίγο τον είδα να κατεβαίνει μ' ένα βιβλίο.
Ήταν ένα πανέξυπνο παιδί. Κατάλαβα από το πονηρό του χαμόγελο ότι το εξώφυλλο δεν είχε σχέση με το βιβλίο μέσα. Έκαμα να το ανοίξω, δεν με άφησε - "στο σπίτι" και μου το πέρασε κάτω από το παλτό.

Ήταν το Φως που καίει. Έτσι φτάναμε και σ'αυτά.

Ο Γδικιωμός που χύνεται μαζί φωτιά και μπόρα,
ο καταλύτης Καθαρμός, της Πλερωμής η ώρα,
είμαστ' εμείς που κόψαμε τα που μας δένανε σκοινιά
και την καρδιά ατσαλώσαμε με τη δικιά σου, Οχτρέ, απονιά.

Όλα ήταν εδώ μέσα. Όλος ο δικός μας προγραμματισμός.
Έπειτα ο Αργύρης, όταν στην Αθήνα συνεχίζονταν οι μάχες, μ' έναν τηλεβόα φώναζε στην πλατεία του Άη Θανάση:
-Γδικιωμόοο...
Στον εμφύλιο, μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού, τον σκότωσαν λίγο πιο πάνω από το σπίτι του, εκεί γύρω στην ίδια πλατεία, στην ίδια σκηνή...
Είχαν κάποιο λόγο να τ' απαγορεύουν και να τα καίνε αυτά τα βιβλία, δεν εγνώριζαν όμως πως όσο τα βιβλία τα κυνηγάς, όσο τα καις, τόσο με τη δοκιμασία της φωτιάς ο λόγος τους αληθινά καίει.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η Γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

Σκλάβοι Πολιορκημένοι

Σκλάβοι πολιορκημένοι:ποίηση του Κώστα Βάρναλη μελοποιημένη από τον Νίκο Μαμαγκάκη και ερμηνευτές την Μαρία Δημητριάδη και το Δημήτρη Ψαριανό
Δίσκος του 1974 


Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Η τιμωρία του ανόμου

Francisco Goya, Ο εσταυρωμένος Χριστός (1780). Μουσείο Prado, Μαδρίτη

" Και μετά ανόμων ελογίσθη"
Απάνου στο λόφο του Γολγοθά κρέμεται το σώμα του Ιησού ακίνητο και κίτρινο σαν κεχριμπάρι. Στην κορφή του σταβρού του υπάρχει μια ταμπέλα κοροϊδεφτική:
" Β α σ ι λ ι άς   τ ω ν  Ι ο υ δ α ί ω ν"
Η αγωνία του θανάτου έχει μείνει απάνω στ' αγκυλωμένα σκέλια του και στο ρουφημένο πρόσωπό του. Τα μάτια και το στόμα του είναι ανοιχτά` θαρρείς, σε κοιτάζει κατάματα και θα ξεφωνίσει.
Αν και δε βασίλεψε ακόμα ο ήλιος, κάνει πολύ σκοτάδι.
Κάτου στρατός και λαός - άντρες, γυναίκες, παιδιά, - τρώνε, πίνουνε, βλαστημούνε, χορέβουνε ή κάθονται σταβροπόδι γύρω από φωτιές και ζεσταίνονται. Φαίνονται σα να μην έχουνε χορτάσει πολύ το μίσος τους κι ακόμα τους λείπεται πολύ κακό να κάνουν. Οι αρχηγοί τους ερεθίζουν αδιάκοπα.
Χάμου στο χορτάρι κυλιούνται ξεροκόματα, φλούδες, κουκούτσια και τσόφλια, καθώς και σπασμένα ποτήρια. Κάπου - κάπου αστράφτει και βροντά.
Πέρα στο λιβάδι μια γελάδα, ξαπλωμένη δίπλα απάνω στην κοιλιά της, αναχαράζει βυθισμένη στην αθωότητά της τόσο βαθιά, όσο η Φύση κι όσο η Λήθη.
Ενώ ο λαός, μεθυσμένος και βλάστημος, χορέβει γύρο από το Σταβρό, η Ψυχή και το Σώμα του Κρεμασμένου αρχίζουνε να μιλούνε χωρίς ούτε ναν τους ακούει κανείς ούτε ν' ακούγονται κι αναμεταξύ τους.


Η ΨΥΧΗ

Πόσον ωραία σε στόλισεν η φαντασιά, Οικουμένη,
μα τίποτα δε μένει!
Είτανε πλάσμα ποιητικό, που τώρα χει ξανθίσει
στον ξύπνο του θανάτου μου, - κι όνειρο σε μεθύσι.

Τώρα το μάτι λαγαρό κι αμπόδισμα κανένα.
Μπροστά μου τα μελλούμενα, πίσω τα περασμένα.
Καθώς κοιτάζω από ψηλά, - τρομάρα που με σφάζει! -
το να με τ' άλλο μοιάζει.

Κάνω να βγάλω μια φωνή: " Σταθήτε, αρματωμένοι,
στη Γης τη ματωμένη!
Του θανάτου αδερφοποιτοί, ποιος δαίμονας σας σφίγγει
για σκοτωμό;" - μα και πνοή μου λείπει και λαρύγγι.

Κρυμένοι στο ταμπούρι σας κι ολόρθοι στο γιουρούσι
κανένας δε ρωτά " γιατί;" κι αν ρωτά, ποιος ν' ακούσει!
Παλέβω να μη σας κοιτώ, μα φως είμαι γεμάτη
κι ολάκερ' είμαι Μάτι.

Ω! πώς ουρλιάζετε στριγγά, τυφλοσυρμένα χάμου,
τσακάλια, στ' όνομά μου!
Πού να κρυφτώ να μη γκρικώ! Μα εγώ, Ακοή του Κόσμου,
τους βόγγους των αμέτρητω σφαιρώ χιλιάζω εντός μου.

......................................................................................................

Λάλημα των κορυδαλών απ' τα γαλάζια βύθη
και μες τα θάμνα τρέμολο των αηδονιών στα στήθη...
Πόσες χιλιάδες άνοιξες μπροστά μου κι άλλες τόσες
αγνές, ουράνιες γλώσσες!

Αλί μου, αδέρφια των πουλιών, απέραντος ο Χρόνος
κι απέραντος ο Πόνος!
κ' εμένα η καλοσύνη μου φαντάστη, - πλάνα ιδέα! -
να σουνα, Πόνε κι Άνοιξη, στερνός και τελεφταία.

Όπου ριζώσει ο λόγος μου δε θα βγει εκεί χορτάρι.
Των σκλάβων θα γενεί θελιά, των δυνατών σκουτάρι.
Με ψέφτικη παρηγοριά τα νιάτα θα μαράνω,
σωτήρας των τυράννω.

Σκλάβο κι αφέντην έσμιξα στον αψηλόν αθέρα
αδέρφια ενού Πατέρα,
μάιδε Πατέρας πουθενά μάιδε και κάλλιοι τόποι.
Διπλά και τρίδιπλα ορφανοί και γελασμένοι, ανθρώποι!

Την Κρίση θα πρεπεν εδώ στον κόσμο τον απάνω
και σας τους ίδιους, σκλάβοι οκνοί, κριτάδες να χε βάνω!
Όσο τα λόγια μου η Ζωή κ' η Πράξη δεν τ' αλλάξει,
του Πόνου θα σαστε άξοι.

Ω! να μπορούσα ξαφνικά τον κόσμο να γυρνούσα,
που τον καταφρονούσα!
Μπροστάρης σας, Κοπάδι, εγώ, απ' του Πόνου το θαλάμι
να σας τραβήξω στη χαρά, μαχαίρι στην παλάμη...

Τη Γης κι αν τράνταξε σεισμός κι αστροπελέκι σκάει
στα θυμωμένα χάη, -
δεν είμαι Πνέμ' αθάνατο μες του σεισμού το χάσμα:
κ' η μόνη σας παρηγοριά της φαντασιάς σας πλάσμα!


ΤΟ ΚΟΡΜΙ Κ' Η ΨΥΧΗ

ΤΟ ΚΟΡΜΙ
Ως επλάστηκα, γυρίζω
στην Πηγή μου, ογρός πηλός.
Πάντα σ' ένα θάμπος γκρίζο
δεν κατάλαβα ποτές μου,
γιατί ζούσα τις ζωές μου.

Πλήθος ήχοι κουδουνούσαν 
στα βαθιά μου τα μελίγγια,
πλήθος πόνοι τρυπανούσαν
κάθε μέλος αχαμνό μου
και ζαλάδες έξω νόμου.

Κάποτ' είμουνα γερό,
κάθε φλέβα μου κι αηδόνι
κι όλον είχα τον καιρό
να χαρώ και για να σύρω
το χορό μπροστά και γύρο.

Στης αμυγδαλιάς τα χιόνια,
στις λιακάδες του Φλεβάρη,
στου Μαρτιού τα χελιδόνια
και στ' Αυγούστου το φεγγάρι
είχες μου, καρδιά, σπαρτάρει.

Να μη σ' άκουγα, ψυχή,
και να μη σ' αγρίκαα, πνέμα!
Μες τον ήλιο, στη βροχή
να σε χαιρόμουν, ω ψέμα,
ζήση ακύμαντη, ρηχή.

Με τ' αστέρι της αβγής
για τ' αμπέλι να κινούσα,
νους και κόκκαλα στη γης
να τανε δεμένα κάτου
ως την ώρα του θανάτου.

Δίχως όνειρα βαθή
ύπνο να χα πάσα νύχτα
κ' η ψυχή στον ξύπν' ορθή
ως την άλλη νύχτ' ακόμα
να κοιμάται μες το σώμα.

( Στην Ψυχή)

Με παράπονο κοιτούσα
ήσκιο σου να με τραβάς
και στο χώμα δεν πατούσα,
μάγι' ανίκητα γεμάτο
κι όλων μάνα των κριμάτω.

Όσο ακόμα ναι ζεστό,
ξαναγύρε στο κορμί σου
και ποτήρι σού βαστώ 
να ξεχάσουμε δεμένα
αβριανά και περασμένα.

Η ΨΥΧΗ ( μιλώντας μοναχή της)

Της καρδιάς σου την πληγή
για να ξεπορτίσω βρήκα.
Απ' την κόκκινη πηγή
άσπρη σαν το χιόνι βγήκα
κι απ' τον άκρο πόνο γλύκα

ΤΟ ΚΟΡΜΙ ( που δεν άκουσε)

Λίγο λίγο θα σκορπίσω 
στην παγκόσμια καλοσύνη.
΄Ετσι θα ξανάρθω πίσω
με τ' ακίνητα στοιχεία
στην απόλυτ' ησυχία.

ΚΟΡΜΙ ΚΑΙ ΨΥΧΗ ( μαζί, σε λίγο)

Θά πρεπε τα δυο ενωμένα
μ' ένα θέλημα και μ' ένα
έργο για μια πρώτη νίκη
μοναχοί να παίρναμε ό,τι
χρόνια, σ' όλους μας ανήκει.

Κώστας Βάρναλης, Σκλάβοι Πολιορκημένοι στο Ποιητικά, Κέδρος, Αθήνα 1956

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Ο Χριστός στο Βάρναλη

Pieta of Lubiaz (1360 - 1370), άγνωστου καλλιτέχνη, Εθνικό Μουσείο Βαρσοβίας

Επιμέλεια: ofisofi //atexnos

Ο Ανδρέας Λεντάκης στον Πρόλογο του βιβλίου του «Ρωμανός ο Μελωδός – Κώστας Βάρναλης και στρατευμένη τέχνη» αναφέρει ότι, όταν ήταν  φοιτητής στο τρίτο έτος της Φιλοσοφικής, διαβάζοντας τον Ρωμανό έπεσε πάνω στον ΚΑ’ ύμνο του[1] , συγκλονίστηκε κι αμέσως συσχέτισε τον ύμνο με το ποίημα του Βάρναλη «Η Μάνα του Χριστού». Εξόριστος στο Παρθένι της Λέρου το 1968 έδωσε μια διάλεξη σε συγκρατούμενούς του δείχνοντας ότι ο Ρωμανός υπήρξε η πηγή έμπνευσης του Βάρναλη και επισημαίνοντας τα όρια και τους όρους της «στράτευσης» με άξονα αυτούς τους δύο διαφορετικούς ποιητές.

Στο βιβλίο εκθέτει πρώτα τα ποιήματα των δύο δημιουργών και μετά τις διαφορές ανάμεσά τους. Στη συνέχεια επανέρχεται στο ζήτημα της στρατευμένης και αστράτευτης τέχνης.

Το απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται στην πρώτη διαφορά ανάμεσα στα δύο ποιήματα και παρουσιάζει την άποψη του Βάρναλη για το Χριστό..


James Tissot, Ιούδας ο Ισκαριώτης (1886 – 1894), Brooklyn Museum

Στο Βάρναλη ο Χριστός δεν είναι Θεός. Είναι άνθρωπος. Ένας κοινωνικός επαναστάτης που συγκρούστηκε με την καταπιεστική εξουσία του ξένου κατακτητή και την ντόπια ολιγαρχία. Αυτό το στοιχείο στο ποίημα [2]του Βάρναλη δε φαίνεται άμεσα. Το υπονοούν έμμεσα οι στίχοι που αναφέρονται στη θριαμβευτική  του είσοδο στα Γεροσόλυμα όπου τα ενθουσιασμένα πλήθη τον υποδέχτηκαν σαν Καίσαρα, καθώς και οι στίχοι που μιλούν για τη σύλληψή του. Όμως αυτό λέγεται πολύ καθαρά σε άλλα έργα του και συγκεκριμένα στο « Μονόλογο του Μώμου» και σε δυο ποιήματά του, στη «Μαγδαληνή» και στην «Αγωνία του Ιούδα».

Στο «Μονόλογο του» ο Προμηθέας ρωτάει το Μώμο:

«Θα τον ιδούν οι Εβραίοι ν’ ανασταίνεται;».

Κι εκείνος του απαντάει:

«Κανένας. Μονάχα μετά την ανάστασή του θα παρουσιαστεί στους μαθητάδες του. Σαν όραμα».

Κι ο Προμηθέας:

«Δηλαδή σε κεινούς, που τόνε πιστέψανε και πριν πεθάνει! Μα τότες είτανε ολότελα περιττό να πεθάνει. Να παρουσιαστεί στους σταβρωτήδες του! Σε κεινούς, που δεν τόνε πιστέβουνε. Μέρα μεσημέρι στην Αγορά! Κι ολόσωμος! Εδώ τόνε θέλω. Εξόν αν φοβάται».

Κι ο Μώμος του απαντά:

«Τι Έλληνας! Άμα τόνε βλέπανε, τότες ίσα – ίσα δε θα τονε πίστεβε κανένας. Θα μαθεφτεί όμως από στόμα σε στόμα, πως αναστήθηκε. Και τότες όλοι θα πιστέψουνε. Δεν ξέρεις, καημένε, τη λαϊκή ψυχή. Οι λαοί πιστέβουνε πιότερο τ’ αφτιά τους παρά τα μάτια τους. Πιότερο το Μύθο παρά τα γεγονότα. Πιότερο τη φαντασιά τους παρά την κρίση τους. Μήπως εσένα, το Δία, την Αφροδίτη – κιόλους τους άλλους – σας έχουν ιδωμένα οι Έλληνες και σας πιστέβουνε; Εμείς θα σας δείξουμε στους λαούς. Έτσι μονάχα θα πάψουν να σας πιστέβουνε».

Και σ’ άλλο σημείο πάλι ο Μώμος λέει στον Προμηθέα και τον Ιησού:

«Όσο για τον άνθρωπο, τον έπλασε..η μαϊμού! Κ’ εσάς οι ανθρώποι. Σας πλάσαν οι αφέντες της Γης « κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους». Δουλειά σας είναι να διατηρείτε την Ανισότητα και να προστατέβετε την Αδικία. Και μετά θάνατον; – Αέρας φρέσκος! Όξω από το συφέρο των Κροίσων ( με κορώνα και δίχως κορώνα) κι όξω από τη φαντασία των φοβισμένων και των ανίδεων, δεν υπάρχετε πουθενά…»

Στην τελευταία στροφή του ποιήματος του «Η Μαγδαληνή» ο Βάρναλης γράφει:

Κανείς( και πλήθη και σοφοί και μαθητάδες και γονιοί)
δεν ξάνοιγε το σπαραγμό στα θάματά σου πίσω
κι αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή,
Εγώ μονάχα το νιωσα, που είμουνα λάσπη και κοινή…
πόσο Χριστέ σουν άνθρωπος! Κ’εγώ θα σ’ αναστήσω!

Και τώρα θα παραθέσω ολόκληρο το αριστουργηματικό του ποίημα « Η αγωνία του Ιούδα», όπου παρουσιάζει το μαθητή που θεωρήθηκε προδότης, σαν τον επαναστάτη που επεχείρησε την εξέγερση την οποία δεν αποτόλμησε ο Χριστός, μιας και ο τελευταίος πρόσβλεπε στην επουράνια και όχι στη γήινη Ιερουσαλήμ( πρβλ. Παύλος: Προς Εβραίους 12.22 «αλλά προσεληλήθατε Σιών όρει και πόλει Θεού ζώντος, Ιερουσαλήμ επουρανίω»). Το ποίημα αρχίζει με έναν μικρό πρόλογο σε πεζό(ποιητικότατο πεζό):

Μια από κείνες τις ανοιξιάτικες βραδιές, που η κουφόβραση κι η πνιγούρα μαζί με τις μακρινές αστραπές μηνάνε καταιγίδα.
Ο Ιούδας ξέκοψε, κατά τη συνήθειά του, από τους άλλους συντρόφους, που κρυμμένοι μέσα σ’ έν’ αμπέλι, μοιράζονται ό,τι αυτός κατάφερε να τους έβρει για φαγί.
Και προσεύχονται.
Ο ορισμένος από τις Γραφές παράνομος μαθητής ανέβηκε πάνου σ’ έναν λόφο από άμμο. Μορφή αχαμνή, νέος ακόμα, φαίνεται να χει πολύ υποφέρει.
Για πρώτη φορά ο πόνος κ’ η απελπισία καθαρίζουν έτσι καλά τη σκέψη του και της δίνουνε μια τραγική στροφή.
Τα χείλη του καθώς τα σφίγγει παίρνουν, θαρρείς, το σχήμα του φιλιού.

Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μήδ’ αχό,
πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.
Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα – αγκομαχώ!
Άμποτε να με βούλιαξε ξυλάρμενο καράβι,
ω βράδι καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αφτή, που αστράβει.

Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.
Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.
Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,
γλυστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι, –
την ερημιά βαρέθηκα κ’ η πόλη δε μας θέλει!

Ξυπόλητοι, μ’ ένα ραβδί κ’ ένα ταγάρι σταβρωτά,
τη μέρα να κρυβόμαστε, τη νύχτα να δρομάμε,
– ξυπνούν αλάργα τα σκυλιά και μας γαβγίζουν σερπετά`
πόσες ημέρες νηστικοί, θυμάμαι δε θυμάμαι! –
αχ! δε βαστώ, καρδούλα μου, κι ό,τι λογιάζεις κάμε.

Άρχισε να κλονίζεται και δεν το κρύβει πια ο Θωμάς.
Ο Πέτρος κακομίλητος τα φρύδια του ζαρώνει.
Και ξαφνικά ξεκόβοντας ο νιος  Ιωάννης από μας
παραλαλεί κι αλλόκοτα φαντάσματα ξαμώνει.
Όλους μας καταντήσατε φαντάσματ’ άγρια, Πόνοι!

Καρδιά, πουλί τρεμάμενο, χωρίς φωλιά πάνω στη Γη,
κυνηγημένη πας ομπρός και πίσω δε γυρίζεις.
Τι να’ ναι τάχα: θέληση, φόβος, συνήθεια, προσταγή;…
Μα κάπου θα ναι ανάπαψη, κάπου γαλήνια ορθρίζεις
σε θάλασσα και σε πλαγιές, Άνοιξη, που μυρίζεις.

Μα Κείνος τίποτα δε λέει. Διάφανο σώμα κι αδειανό
πάνου απ’ το χώμα σηκωτό βαδίζει  στον αέρα.
Στα νοτισμένα μάτια του κοιτάς τον άπατο ουρανό.
Λόγος γλυκής, που, κι αν μιλά κι αν δε μιλά, κοφτέρα
βυθίζεται μες τις καρδιές σε νύχτα και σε μέρα.

Στην Άγια Πόλη ως μπήκαμε, – βάγια πολλά και φοινικιές! –
και ξένοι αρχόντοι και δικοί κρυμένοι τρέμαν όλοι,
γιατ’ άνεμος ξεσήκωνε τα πλήθη ( ελπίδες ξαφνικές!)
Του πα σιγά: « Τώρα καιρός για τη Μεγάλη Σκόλη!»
– « Ουράνιο το βασίλειο μου κι ουράνια, μάθε, η Πόλη».

Μ’ αρνιέσαι τάφο, Θάνατε, πώς θα με φέρεις στη Χαρά;
Βαθιά στο χώμα, οργιές πολλές, μονάχα κρύα σκουλήκια.
Τούτ’ η καρδιά, και που μισεί και δικιοσύνη λαχταρά,
ζητάει δικά της δω στης Γης δυο πιθαμές χαλίκια,
απ’ τ’ αγαθά, που δώσε ο Θεός, ζητάει μερίδα δίκια!

Ποιος το φτωχό μου το κορμί και την ψυχή μου τη φτωχιά
απ’ τον κρυφό το Φαρισαίο κι απ’ τον τραχή Λατίνο,
από τον ξένο γέρακα θα σώσει κι απ’ την ντόπια οχιά;
Αυτούς σ’ ατάραγη ζωή κι αράθυμη ν’ αφήνω
κ’ εγώ ανεμόσκαλα σωμού στο γαλανό να στήνω;

Δεν είναι μοναχά η δικιά μου μοίρα, που με τυραννά,
μάβροι συντρόφοι της δουλειάς και της απελπισίας.
Ήλιος ζεστός και γόνιμος τα χρόνια μας τα σκοτεινά
για κείνους, που την αρετή μας θέλουν της θυσίας.
Ήρτε γι’ αφτούς, – για μας ακόμ’ αργεί ο ωραίος Μεσσίας.

Σε λογισμό και σε καρδιάν ανάμεσα όχτρητα πολλή.
Καθάρια το πρεπούμενο στο νου μου λαγαρίζει,
μα σίντα πάω να κουνηθώ λίγο, το σώμα παραλεί,
πιότερο σφίγγει τ’ άλυτο σκοινί Του, που μ’ ορίζει`
ψυχή και σώμ’ αντίμαχα σε δυο μου τα χωρίζει.

(Θυμάται τη μάνα του)

Τα κλάηματά σου, μάνα μου, φτάνουν εδώ στην ερημιά.
Μες τα λιγνά χεράκια σου νυχτόημερα δεμένη,
ώρες κοιτώντας χαμηλά τελειώνεις με λιγοθυμιά.
Μες τ’ άδειο σου θυμητικό άλλο από με δε μένει.
Του ζωντανού θανάτου εμείς χρόνια καταραμένοι!

Για σας, μανάδες κι αδερφοί και τώρα κ’ ύστερα, σιγά
θα κάνω απόψε, που νογώ, της ανταρσίας το κρίμα.
Και ξέρω τι καταλαλιά τη μνήμη μου θα κυνηγά!
Αν δεν πετύχει τούτο δα το πρώτο μέγα βήμα,
Θα πουν οι εμπόροι των Θεών: « Τον πρόδωσε για χρήμα!»

Βέβαια το ποίημα αυτό διαφέρει από τη «Μάνα του Χριστού», γιατί ο επαναστάτης εδώ είναι ο Ιούδας, ενώ εκεί είναι ο Χριστός. Όμως και στα δυο ποιήματα ο Χριστός είναι άνθρωπος, το δε επαναστατικό του πρόγραμμα καθώς και ο διπλός του στόχος που είναι η απελευθέρωση απ’ τους Ρωμαίους ( τον τραχή Λατίνο) και την ντόπια ολιγαρχία ( τον Φαρισαίο που τον αποκαλεί ντόπια οχιά) το δίνει μέσα απ’ τον Ιούδα που έκανε την εξέγερση, η οποία όμως απέτυχε αν και εκμεταλλεύτηκε το Πάσχα, γιατί τότε οι Ιουδαίοι πήγαιναν όλοι για τη γιορτή στην αγία πόλη και ήταν συνεπώς μια μεγάλη ευκαιρία. Και πραγματικά το Πάσχα προσφερόταν για εξεγέρσεις, όπως μας πληροφορεί ο Ιώσηπος, μιλώντας για μιαν εξέγερση που έγινε στην Ιερουσαλήμ όταν διοικητής της Ιουδαίας ήταν ο Βεντίδιος Κουμανός, το 49 μ.Χ.

Είχε φτάσει το Πάσχα και όπως ήταν το συνήθειο από παντού συνέρεε στην πόλη το πλήθος των Ιουδαίων. Ο Κουμανός, που φοβήθηκε μήπως αυτή η κοσμοσυρροή αποτελέσει ευκαιρία για εξέγερση, διέταξε ένα τμήμα της φρουράς να φυλάξει με τα όπλα τις στοές του ναού για να αποτραπεί οποιαδήποτε απόπειρα. Κι όπως σημειώνει ο Ιώσηπος, το μέτρο αυτό αποτελούσε τη συνηθισμένη πρακτική των προηγούμενων διοικητών της Ιουδαίας κατά τις γιορτές. Ο ίδιος συγγραφέας μιλώντας σ’ άλλο σημείο για τον πόλεμο του 70 μ.Χ. γράφει ότι σ’ ένα διάλειμμα μικρό του πολέμου που συνέπεσε με το Πάσχα, ο Ελεάζαρ και οι άνδρες του άνοιξαν εν μέρει τις πύλες για να δεχτούν τους πολίτες που ήθελαν να μπουν στην πόλη για να προσκυνήσουν. Τότε ο Ιωάννης, χρησιμοποιώντας ως προκάλυμμα τη γιορτή, πέρασε τους ασημότερους απ’ τους οπαδούς του, οι περισσότεροι απ’ τους οποίους δεν είχαν εξαγνιστεί, έχοντας κάτω απ’ τα ρούχα τους κρυμμένα όπλα και κατέλαβαν το ναό. Ο Βάρναλης γνώριζε καλά το Σουητώνιο αλλά και τον Ιώσηπο, όπως φαίνεται από την ιστορία του ιουδαϊκού πολέμου που τόσο συναρπαστικά δημοσίευσε στη βιογραφία του Τίτου στους «Διχτάτορες». Έχοντας λοιπόν υπόψη του αυτά τα στοιχεία εμφανίζει το Χριστό σαν επαναστάτη που απέτυχε το κίνημά του κι αντιμετώπισε το μαρτυρικό θάνατο του σταυρού.

Η διαφορά από το  Ρωμανό είναι κεφαλαιώδης. Γιατί αυτό ακριβώς το στοιχείο, η ανθρώπινη ιδιότητα του Χριστού, δίνει καινούργιο περιεχόμενο στο ποίημα και μιαν άλλη διάσταση. Δίνει περιεχόμενο κοινωνικό, επαναστατικό, ανθρωπιστικό. Η θυσία τώρα αποκτάει το νόημά της κι αποτελεί τη δραματική κορύφωση της προσπάθειας του κοινωνικού μεταρρυθμιστή, του επαναστάτη, που θέλει να αλλάξει τον κόσμο καταργώντας την αδικία κι ελευθερώνοντας το φτωχό και καταπιεζόμενο λαό. Η θυσία δικαιώνει το επαναστατικό κήρυγμά του, το πρόγραμμα δράσης και το σκοπό του, γιατί μεγαλύνει την προσπάθειά του, μιας και υπάρχει πλήρης αντιστοιχία ανάμεσα στα λόγια και στη δράση του. Η εκούσια επιλογή του θανάτου τη στιγμή που μπορεί να δραπετεύσει στη δύσκολη στιγμή και να σωθεί και η απόφασή του να αποδεχτεί τα βασανιστήρια και τον πόνο, προεκτείνει την ανθρώπινη διάστασή του και τη μεγαλώνει. Της δίνει μια νέα ποιότητα, ακριβώς επειδή δεν είναι θεϊκή. Γιατί ξέρει πως ο θάνατος σημαίνει το οριστικό τέλος, που δεν έχει ούτε συνέχεια σε άλλον κόσμο, ούτε και γυρισμό ξανά σ’ αυτή τη ζωή…


Ανδρέα Λεντάκη, Ρωμανός ο Μελωδός  Κώστας Βάρναλης και στρατευμένη τέχνη, Δωρικός, Αθήνα 1991

 [1] Ο ΚΑ΄ ύμνος του Ρωμανού αποτελείται από 240 στίχους και είναι γραμμένος με τη μορφή διαλόγου και έχει γραφτεί για τη Μ.Παρασκευή. Η Μάνα του Χριστού θρηνεί για το γιο της.

[2] Αναφέρεται στο ποίημα του Κώστα Βάρναλη «Η Μάνα του Χριστού»

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Να σ' αγναντέβω θάλασσα...

Να σ' αγναντέβω θάλασσα, να μη χορταίνω,
απ' το βουνό ψηλά
στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ' τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να' ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερ', όντας
μετ' άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ' τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδέβουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
τ΄ακρογιάλια σα μεταξένιοι αχινοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ' ένα καράβι
ν' ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ' το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορεφτικά
τα πέφκα, τα χρυσόπεφκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά`

κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό
τα ερημικά χιονόσπιτα - κι αφτά μες τ' όνειρό τους
να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω , θάλασσα, παντοτινέ έρωτά μου,
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσαν πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακριά απ' τη μάβρη τούτη Κόλαση,
μακριά πολύ κι από τους μάβρους κολασμένους...

Κώστας Βάρναλης, Το Φως που καίει ( Ποιητικά) , Κέδρος 1956

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης

 Νίκος Εγγονόπουλος, Οδυσσέας και Πηνελόπη
...Πώς τα ξέχασα! Κρίμα! Μα μήπως είχα τα συλλοϊκά μου; Όταν σήμερα το πρωί τα είδα ξαφνικά μπροστά μου, πολύ στεναχωρέθηκα!...
Χτες, μόλις έφυγε, γύρισα βαρυόθυμη στο παλάτι κ' έδωσα διαταγή να κλείσουνε τα παντζούρια της κάμαράς μου: πόρτες και παράθυρα. Να πάρουν από το μπαλκόνι κι από τα πρεβάζια τις γλάστρες με τα γεράνια και τους βασιλικούς. Να σκεπάσουνε τους καθρέφτες με τούλι. Να διώξουνε και το Φήμιο - δε μας χρειάζονται πια τραγούδια. Να μάσουνε και τα σκυλιά και να τα στείλουν όξω στον Έβμαιο, στο βράχο του Κόρακα με τις αγριαπιδιές, κοντά στην Αρεθούσα. Όλα βουβά και σκοτεινά κι ανάνθιστα γύρω μου και μέσα μου. Να μη βλέπω, να μην ακούω τον κόσμο. Να στοχάζομαι μονάχα τον καλό μου. Και τον εαφτό μου.
Έπεσα μπρούμυτα στο κρεβάτι κ' έσφιξα τις φούχτες μου στα μάτια, που γεμίσανε σπίθες και χρώματα. Πώς θά θελα να κλάψω! Μα κρατιέμαι, μην κοκκινίσουνε τα μάτια μου και χαλάσει το δέρμα μου - τόσο βελούδινο που τ' αγγίζω με το χέρι μου και μου φαίνεται το χέρι ξένο.
Μα σήμερα την αυγή μόλις χώθηκαν από τις χαραμάδες των παντζουριών οι πρώτες αχτίδες του Φοίβου, σα χρυσές βελόνες στο κρέας, πήγανε και καρφώθηκαν ίσα πάνου σ' αυτά. Και γύρισα και τα είδα. Τα κέρατα!...
Αλαφήσια, παντοδύναμα, κάθε κλαρί και πήχη. Έλεγα να του τα πάω ρεγάλο και θυμητικό στο καράβι ναν τα φοράει στη μάχη και στο χορό - στη μάχη: να τρομάζει τους οχτρούς` και στο χορό: να με ζηλέβουν οι άλλες! Κανένας δε θά χε μεγαλύτερα. Και τώρα θα φοράει ο Μενέλαος, θα φοράει κι ο Αγαμέμνονας, θα φοράνε κι όλ' οι γενναίοι βασιλιάδες, που σέβονται τον εαφτό τους. Και κείνος μονάχα δε θα φοράει ! Θα λένε, πως εγώ φταίω. Πάω να σκάσω. Ας τον ελεήσουν οι μεγάλοι θεοί κι ας του δανείσουν ο Δίας τα δικά του ( τα κριαρήσια) κι ο Διόνυσος τα δικά του (τα ταυρήσια).
Θα τ' αφήσω κει που βρίσκονται. Πάνου απ' το εικονοστάσι, όπου φυλάνε  τα στεφάνια τους μέσα σε παφιλένιες θήκες οι γυναίκες του λαού. Κι όντας θα κάνω την προσεφκή μου στους θεούς, τη μισή θα τήνε μοιράζονται τα κέρατα.
Θα τα μαλαματώσω, για να του τα χαρίσω, σα γυρίσει!

Είναι τρίτη μέρα, που μένω κλεισμένη στο σκοτάδι και στη σιωπή. Χωρίς θροφή, χωρίς πιοτό. Νιώθω μια γλυκιά ξαλάφρωση κι όρεξη να τανύεμαι. Βουίζουνε λιγάκι τ' αφτιά μου κι αραιώνουν οι χτύποι της καρδιάς μου, μα πληθαίνει μέσα μου η μουσική των νόμων της Πλάσης!
Ακούω την πιστή μου την Εβρύκλεια να χτυπάει την πόρτα και να κλαίει. Δεν ανοίγω. Ακούω και το γέρο Λαέρτη να τήνε ρωτάει τι έχω, μα δεν ακούει τι του απαντάνε. Είναι κουφός.
Μονάχη. Κ' επί τέλους ΕΓΩ. Είμουνα βασίλισσα, μα δεν είμουν πάρεξ η σκιά του. Αρραβωνιασμένη, νιόνυφη, μάνα ( μάνα στους τρεις μήνες ), ζούσα μέσα στη φούχτα του σαν ένα χόρτο, που φύτρωσε κάτου από μια πέτρα και μεγαλώνει δίχως ήλιο και δίχως αέρα μένοντας άσπρο παντοτινά.
Τώρα συνηθίσανε τα μάτια μου στο σκοτάδι και βλέπω τα πάντα καθαρά στην αληθινή τους ουσία, χωρίς το εμπόδιο του φωτός. Είμαι λέφτερη!
Με πήρε παιδάκι από τη μάνα μου. Όντας με ξεμονάχιασε στον κήπο και με ρώτησε με βραχνιασμένη φωνή: " Θέλεις; " σκέπασα το κεφάλι μου με το πέπλο και πνίγηκα στο κλάμα. Στον τόπο που πέσανε τα δάκρυα μου, φύτρωσε την άλλη μέρα τ' άγαλμα της Αιδώς.

Είμουν άμαθη του κόσμου, μα πολύ ωραία. Κι όσο και νάταν άγουρο το κορμί μου, παραείταν ώριμ' η φαντασία μου. Και πλαστουργούσε κόσμους εξαίσιους, καλύτερους από της Φύσης. Όντας, χειμώνα καλοκαίρι, λουζόμουνα στον Εβρώτα, πίσου από τα ψηλά τα καλάμια, μου φωνάζανε σαστισμένες οι φιλενάδες μου: " Εσύ δεν είσαι γυναίκα! Είσαι αγόρι"!
Είταν έτσι εφηβικό το σώμα μου, που, σαν εσήκωνα τα χέρια , μού χανότανε το στήθος. Σαν και τώρα. Όλη  λαστιχένια και σβέλτη σαν τη γουστέρα και σαν τη νυφίτσα. Κι όντας ξαπλωνόμουνα στην αμμουδιά για να λιαστώ και δίπλα μου η ξαδέρφη μου το Λενιό, πώς με ζήλεβε! Αφτή. Κεινής το σώμα κάτασπρο κι αφράτο, πλούσια δεμένο, στρογγυλό κι αράθυμο και βαρύ - σώμ' ανατολίτισσας σουλτάνας. ( Τώρα με τα χρόνια, με τις γέννες και με τους έρωτες θα βάρυνε περισσότερο). Το δικό μου λιγνό και σκούρο. Κεινής τα μαλλιά κατάξανθα σαν το ψιλό το μετάξι. Τα δικά μου κατάμαβρα πηχτά σάμπως  σκαλισμένα στον αμπανό` μου σφίγγανε το κεφάλι μέσα στ' αστραφτερό τους σκοτάδι, καθώς τα κάρβουνα τη θράκα. Κείνη φαινότανε μεγαλύτερη παρ' όσο είτανε` κ' εγώ μικρότερη. Ύλη το Λενιό. Πνέμα το Πηνελοπάκι.

Τότες δεν την έπαιρνα στα σοβαρά. Δεν το φανταζόμουνα, πως μια μέρα τούτ' η χήνα ( "η κόρη του Κύκνου ") θα γέμιζε την Ελλάδα κι ούλον τον κόσμο με τ' όνομά της και με τις μπομπές της. Και πως θα τρέχανε στην άκρα της γης τόσοι βασιλιάδες και παληκάρια να σκοτωθούνε για δάφτη. Την είπανε την ομορφότερη γυναίκα που στάθηκε στους αιώνες. Την κάνανε σύμβολο κ' ιδέα. Τιμή της Ελλάδας! Τυχερή γυναίκα!...Αν μ' έκλεβε και μένα κάποιος, θ' άναβε και για λόγου μου πόλεμος σκληρότερος ανάμεσα στους δύο κόσμους: Ανατολή και Δύση. Και θα γινόμουνα κ' εγώ μεγαλύτερο σύμβολο κ΄ιδέα και τιμή. Μα δεν τήνε θέλω τέτια τιμή. Θα γίνω κ' εγώ κορυφή, πολύ ψηλότερη. Αποθέωση της γυναικείας φρονιμάδας και πίστης.

Κάνω μια σκέψη: Αν ο Πάρης άξαφνα περνούσε πρώτ' από το Θιάκι πριχού σκαλώσει στη Σπάρτη, θα κλεβ' εμένα κι όχι την Ελένη. Κι αν ο γιος του Πρίαμου δε δυσκολέφτηκε να διαλέξει την ομορφότερη από τις τρεις θεές της Ομορφιάς και να της δώσει το χρυσόμηλο, πολύ λιγότερο θα δυσκολεβότανε να διαλέξει κι από μας τις δυο την ομορφότερην - Εμένα!
Έτσι το λέω. Δεν τήνε θέλω τέτια νίκη. Εγώ μπορώ να κάνω το κακό, μα δεν το κάνω. Κείνη δε μπορεί και το κάνει. Αδύνατη θέληση κι αδύναμο μυαλό. Γι' αυτό κι αδίσταχτη. Κι ας χαλάσει ο κόσμος. Και χάλασε!
Μου πήρε τον άντρα μου στο λαιμό της !

Σήμερα δε βάσταξα. Και πάλι πρωί πρωί κλάματα πίσου από την πόρτα μου. Η Εβρύκλεια κι ο Τηλέμαχος. " Γιατί δεν ανοίγεις; Γιατί δεν τρως; Θα πεθάνεις! Εμάς καλά, μη μας συλλογιέσαι. Μα το λαό Σου; Πώς θα τον αφήσεις ορφανό;...", έσκουζ' η παραμάνα.
Άνοιξα. Κι όλο το φως του κόσμου έπεσε απάνου μου σα βράχος. Τα μάτια μου δεν βλέπανε τίποτα. Άκουα μονάχα την Εβρύκλεια να κλαίει από χαρά. Ο Τηλέμαχος τρόμαξε και του κόπηκε η λαλιά.
Έτριψα τα μάτια μου και τίναξα τα μαλλιά μου να φύγουν οι μαβροσκότειν' ήσκιοι που τα γεμίζανε. Κι ανάσανα βαθιά το φως, το χρώμα και την απεραντοσύνη.
Πήρα το δίσκο με το γάλα, το φρέσκο βούτυρο και τις φράουλες. Φτάνει τόσο πένθος και χηρεία. έχω καθήκοντα στην πατρίδα! Να κυβερνήσω γερά. Κι άμα γυρίσει Εκείνος, να το ξανάβρει το βασίλειο πιο νοικοκυρεμένο και καλύτερο...

Τούτ' η σκοτούρα μ'έκανε να κλειστώ τρεις μέρες. Και τούτ' η συλλογή μ' έτρωγε και με πονοκεφαλούσε. Ένας φόβος. Όχι λύπη!...Περισσότερο θυμός. Έλεγα να μην το πω. Από περηφάνεια. Μα δε βαστάω. Εμένα δε με κοίταξε, δε μου μίλησε, δε με φίλησε την ημέρα πού φεβγε. Μονάχα λίγο πριν ανέβει για πάντα στο καράβι, γύρισε και μου είπε σιγά: " Τη Μυρτώ να προσέχεις! " Μήτε τη γυναίκα του συλλογίστηκε μήτε το παιδί του μήτε τον πατέρα του μήτε το βασίλειο. Παρά μια σκλάβα...(απόσπασμα)

Κώστας Βάρναλης, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης (1193 π.Χ - ;) στο Πεζός Λόγος, Κέδρος 1986.
Ο συγγραφέας προλογίζοντας το Ημερολόγιο γράφει: 
" Το συνειθίζουν μερικοί παλιοί και νεότεροι, μεγάλοι και μικροί κοντυλοφόροι , ν' αποδίδουνε την πατρότητα των έργων τους σ' άλλους πιο φημισμένους ή και μονάχα φανταστικούς συναδέρφους.
Έτσι κ΄εγώ παρουσιάζω σήμερα τα ιστορικά της Πηνελόπης σα γραμμένα από την ίδια τη βασίλισσα της Ιθάκης και της Αρετής - γραμμένα με το χέρι της!
Αλλά τέτια ψιλοζητήματα δεν τα λογαριάζουν οι αγνοί προγονολάτρες και νεοπατριώτες. Αφτοί θα σκίσουνε τα ιμάτια τους φωνάζοντας , πως είμαι πλαστογράφος του θυμητικού της Ιδανικής Γυναίκας και διασύρω προδοτικά ένα "μεγάλο εθνικόν κεφάλαιον" - μια Σκιά!
Αφού λοιπόν οι τέτιοι καλοθελητάδες παίρνουνε για πραγματικότητα το Μύθο, γιατί να μην κάνω κ' εγώ το Μύθο πραγματικότητα; Κι αφού σαν ιστοριογράφοι μεταβάλλουνε την ιστορία  σε μυθολογία, γιατί κ' εγώ, σα φαντασιογράφος, να  μη μεταβάλω τη μυθολογία σε ιστορία;
Έχουνε λοιπόν όλο τους το δίκιο να θυμώσουνε. Μα δε θα μολογήσουνε την αληθινήν αιτία του θυμού τους. Ξέρουνε πως οι πράξες , οι στοχασμοί κι ο βίος της Πηνελόπης είναι φαντασίες. Όμως οι πράξες, οι στοχασμοί κι ο βίος της είναι μέσες άκρες ο βίος, οι στοχασμοί και οι πράξες όλων των Αφεντάδων ( που ζουν εις βάρος των λαών τους) όποιο και νάχουν όνομα κι όποιους καιρούς να μαγαρίζουν. Μπορείς , κύριε, μέσα σε πέντε χρόνια να προδώσεις τέσσερις φορές το λαό σε τέσσερις καταχτητές με το αζημίωτο ! Μα να προδώσεις μια φορά το Μύθο! [...]
Το " Ημερολόγιο " της Πηνελόπης είναι μάλλον εξομολόγηση της Πηνελόπης. Λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Τούτο δείχνει πως δεν είχε σκοπό να το δημοσιέψει: πνεβματική της προσφορά στον ηρωικό πολιτισμό του καιρού της. Αν τώρα το παρουσιάζω στο πολύ κοινό, στον τωρινό λαό μας το πολύ παθό και μαθό, ας με συγχωρέσ' η ιερή σκιά της πολυχρονεμένης μας Κυράς και Δέσποινας!"

  40 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο του Κώστα Βάρναλη.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Κώστα Βάρναλη, Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη


Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους...
Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά - Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την " Ακρόπολιν " και διέθεσεν  ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς  υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την  πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας , σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!
Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου ( και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.
Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλη:
- Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! ( ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).
Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύση και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύη δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθή ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται.
Έκαμε τον σταυρόν του κ' εσκεπάσθη με την διάτρητον βατανίαν του, όπως ήτο ντυμένος και με τα υποδήματα - πλην του αριστερού.

Και τότε ευρέθη εις την προσφιλή του νήσον των παιδικών του χρόνων με τα ρόδιν' ακρογιάλια, τας αλκυονίδας ημέρας, τας χλοϊζούσας πλαγιάς, με τα κρίταμα, την κάππαριν και τας αρμυρήθρας των παραθαλασσίων βράχων και με τους απλούς παλαιούς ανθρώπους, θαλασσοδαρμένους ή ναυαγούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους.
Και ήλθεν ο Χριστός  με το τεθλιμμένον πρόσωπον, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα με το λευκόν και ένθεον Βρέφος της, ο Άγιος Στυλιανός, ο φίλος και φρουρός των νηπίων, η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας με τας γενειάδας και τα κομβοσχοίνιά των` και ήλθε και ο όσιος Μωϋσής ο Αιθίοψ, " άνθρωπος την όψιν και θεός την καρδίαν", η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια κρατούσε εις τας χείρας το μικρόν της ληκύθιον, το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και επωδών, ο Άγιος Ελευθέριος, η Αγία Μαρίνα και είτα ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας και τους θώρακάς των - ολόκληρον το Τέμπλον του παρεκκλησίου της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης εκεί επάνω εις τον βράχον τον μαστιζόμενον από θυέλλας και λαιλαπας και λικνιζόμενον από το πολυτάραχον και πολύρροιβδον κύμα...
Φέγγος εαρινόν και θαλπωρή διεχύθησαν εντός του υγρού δωματίου και ο κυρ Αλέξανδρος λησμονήσας τον κάλον του ανεσηκώθη να φορέση και το αριστερόν υπόδημα δια ν' ασπασθή ευλαβώς τους πόδας του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.

Αλλ' η οπτασία εξηφανίσθη και ιδού ευρέθη εις τον Άι - Γιάννην τον Κρυφόν, που εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους κ' εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών. Πλήθος πιστών είχεν ανέλθει από την πολίχνην, ζωντανοί και συγχωρεμένοι, να παρακολουθήσουν την Λειτουργίαν, την οποίαν ετέλει ο παπα - Μπεφάνης βοηθούμενος από τον μπάρμπ' Αναγνώστην τον Παρθένην.
Κατά περίεργον αντινομίαν των στοιχείων, ήτο καλοκαίρι κ' η Λειτουργία είχε τελειώσει και ήτον δεν ήτον τρίτη πρωϊνή, ότε η αμφιλύκη ήρχισε να ροδίζει εις τον αντικρυνόν ζυγόν του βουνού.

Όλοι γείτονες, λάλοι και φωνασκοί, εκάθηντο κατά γης πέριξ εστρωμένης καθαράς οθόνης. Τέσσερ' αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, αστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αυγοτάραχον και εγχέλεις αλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια και μήλα - όλα τα καλούδια, προϊόντα της μικρής και ωραίας νήσου, περιέμενον τους συνδαιτημόνας.
- Καλώς ώρισες κυρ Αλέξαντρε, κάτσε κ' η αφεντιά σου, του είπεν η θειά Αμέρσα.
Αλλά τι βλέπει γύρω του; Όλους τους ήρωας και τας ηρωΐδας των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Εκεί ήτον η θειά - Αχτίτσα, φορούσα καινουργή μανδήλαν και νέα πέδιλα, επιδεικνύουσα μετ' ευγνωμοσύνης το συνάλλαγμα των δέκα λιρών, το οποίον μόλις έλαβε από τον ξενητευμένον εις την Αμερικήν υιόν της. Δίπλα της εκάθητο κι' ο Γιάννης ο Παλούκας, ο προσποιηθείς τον Καλλικάντζαρον την Παραμονήν των Χριστουγέννων και ληστεύσας τον Αγγελήν, τον Νάσον, τον Τάσον - όλα τα παιδιά τα οποία κατήρχοντο από την Επάνω ενορίαν, αφού είχαν ψάλει τα Κάλανδα. Εσηκώθη και παρέδωσεν εις τον κυρ Αλέξανδρον τας κλεμμένας πεντάρας - δεν είχε πώς να μεθύσει και εορτάσει τα Χριστούγεννα εκείνην την χρονιάν ( συχωρεμένος ας είναι!)

Ιδού κι' ο Μπάρμπ' Αλέξης, ο Καλοκαιρής, που δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήση εις τον άλλον κόσμον` είχε το ιδικόν του, υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ήτον κι' ο σύντροφός του ο Γιάννης ο Πανταρώτας ο ναυτολογημένος ως Ιωαννίδης και διατελών εν διαρκεί απουσία κατά τας ώρας της εργασίας.
- Να φροντίσεις, του είπε ο Πανταρώτας, να πάρω την σύνταξή μου!
Και λησμονών την ιερότητα της στιγμής εμούντζωσε το κενόν συνοδεύων την άσεμνον χειρονομίαν με την ασεμνοτέραν βλασφημίαν:
- Όρσε, κουβέρνο!
Εκεί ήτον κι΄ο Μπάρμπα - Διόμας, ευτυχής διότι εγλύτωσεν από το ναυάγιον και ερρόφησεν απνευστί επί του διασώσαντος αυτόν τρεχαντηρίου ολόκληρον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου δια να συνέλθη - ω πενιχρά, αλλ' υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!
Αλλ' ιδού έτρεξε να του σφίξη την χείρα και ο βοσκός ο Στάθ'ς του Μπόζα, του οποίου δύο αίγες είχον  β ρ α χ ω θ ή  εις τον κρημνόν υπεράνω της αβύσσου, όπου έχαινεν ο πόντος και ήτο αδύνατον να σωθούν, αν δεν τον κατεβίβαζαν δια σχοινίου εις τον βράχον με κίνδυνον της ζωής του.
- Την Ψαρή την έχω τάξη ασημένια στην Παναγιά. Τη Στέρφα ( την άλλη αίγα) θα την σφάξω για σένα, να την φάμε.
Και η Ασημίνα του μάστρο - Στεφανή του βαρελά, με τας τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τη Ροδαυγή, την Ελένη, τη Μαργαρώ και την Αφέντρα, η Ασημίνα, που την μίαν ημέραν εώρτασε τους γάμους της Αφέντρας  με τον Γρηγόρη της Μονεβασάς και την άλλην ημέραν επένθησε τον θάνατον του υιού της του Θανάση.

Τέλος, ω ! της εκπλήξεως, ενεφανίσθη και ο έτερος εαυτός του, ο Αλέξανδρος Παπαδημούλης, ο πτωχαλαζών, ο ασχολούμενος εις έργα μη κοινώς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
Ο κυρ Αλέξανδρος ησθάνθη τύψεις, ότι έπλασεν όλους αυτούς τους ανθρώπους του λαού τόσον δυστυχείς και ταπεινούς ή τόσον αμαρτωλούς (ουδείς αναμάρτητος !) και τον εαυτόν του τόσον επηρμένον!...
Αλλά την στιγμήν εκείνην τον διέκοψεν η οκταόκαδος τσότρα, η περιφερόμενη από χειρός εις χείρα. Δεν επρόλαβε να την εναγκαλισθή και ήχησαν τα λαλούμενα ( βιολιτζήδες ντόπιοι και τουρκόγυφτοι με κλαρινέτα) και...εξύπνησεν.
Ποτέ ο κοσμοκαλόγηρος κυρ Αλέξανδρος δεν εξύπνησεν τόσον χορτάτος, όσον εκείνην την αγίαν ημέραν, ο νήστις του Σαρανταημέρου και ο νήστις όλης της ζωής του! - ζωήν να έχη!

Κώστας Βάρναλης, Εις ύφος Παπαδιαμάντη / Πεζός Λόγος, Κέδρος 1986

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Το κελάηδημα της τσίχλας




ΣΙΧΛΑ τὴν πα­ρα­νο­μά­ζα­νε στὸ χω­ριὸ τὴν Ἀν­νού­λα. Κι’ ἔ­ζη­σε καὶ πέ­θα­νε Τσί­χλα.
Εἴ­τα­νε μιᾶς μπου­κιᾶς ἀν­θρω­πά­κι. Ἀ­δύ­να­τη, μὲ ψι­λὰ κα­νιά, δί­χως βά­ρος, πε­τού­με­νη. Δὲν περ­πα­τοῦ­σε – πή­δα­γε κι’ ἔ­τρε­χε.
       Ἀλ­λὰ γιὰ ποι­ό χω­ριὸ μι­λᾶ­με;
      Γιὰ ἕ­ν’ ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ βου­νί­σια, ποὺ σκαρ­φα­λώ­νου­νε στὴν πλα­γιὰ τοῦ βου­νοῦ κ’ εἶ­ναι ὅ­λα τὰ ἴ­δια. Ὄ­μορ­φα, μὰ φτω­χὰ καὶ μί­ζε­ρα κι’ ἀ­φη­μέ­να στὴν τύ­χη τους κι ἀ­πὸ Θε­οὺς κι ἀν­θρώ­πους.
      Μιὰ ρε­μα­τιὰ στὴν κα­τη­φο­ριὰ μὲ τὶς κόκ­κι­νες ρο­δο­δάφ­νες καὶ μιὰ γι­δό­στρα­τα, ποὺ φέρ­νει μὲς ἀ­πὸ τὸ δά­σος τῶν πέφ­κων στὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ. Τό­σο ἀ­πό­με­ρο, ξε­χα­σμέ­νο χω­ριό, ποὺ σχε­δὸν εἶ­χε κι ἀ­φτὸ ξε­χά­σει τ’ ὄ­νο­μά του.
      Δὲν τοῦ χρει­α­ζό­τα­νε, λὲς καὶ τοῦ πε­φτε βά­ρος.
      Ἀλ­λ’ ὅ­σο τοὺς λεί­που­νε τῶν μι­κρῶν ἀ­φτῶν χω­ρι­ῶν, πο­λι­τι­σμός, φρον­τί­δα καὶ χορ­τα­σιά, τό­σο τοὺς πε­ρισ­σέ­β’ ἡ ψυ­χή, ψυ­χὴ τοῦ λα­οῦ!
      Εἴ­μα­στε στὸν τε­λε­φταῖ­ο χρό­νο τῆς κα­το­χῆς.
      Τὸ χω­ριό, ποὺ λέ­με, βρι­σκό­τα­νε στὰ σύ­νο­ρα τῶν δύ­ο Ἑλ­λά­δων: τῆς λέ­φτε­ρης καὶ τῆς συ­νερ­γα­ζό­με­νης. Ἀλ­λὰ πρὸς τὰ ἐ­δῶ.
      Ἕ­να γερ­μα­νι­κὸ φυ­λά­κιο προ­σπα­θοῦ­σε μὲ τοὺς να­ζῆ­δες τοὺς δι­κούς του καὶ τοὺς τσο­λιά­δες τοὺς «δι­κούς μας» νὰ μπο­δί­ζει τὴ λε­φτε­ριὰ νὰ κα­τέ­βει ἀ­π’ τὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ πρὸς τὰ κά­τω – στὸν κάμ­πο. Για­τὶ κεῖ ψη­λὰ στὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ εἴ­χα­νε φω­λιά­σ’ οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ Ἔ­θνους κι ἑ­τοι­μά­ζα­νε «κα­λὰ Χρι­στού­γεν­να» γιὰ τοὺς ἐ­χθρούς.
      Μὲ τὴν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κὴν ἐ­πι­τρο­πὴ τοῦ χω­ριοῦ εἴ­χα­νε συ­χνὴν ἐ­πα­φή. Ἀλ­λὰ πῶς; Μέ­σον τῆς τσί­χλας. Εἴ­τα­νε κό­ρη μιᾶς φτω­χειᾶς χη­ρε­βά­με­νης τοῦ χω­ριοῦ, ποὺ ὁ ἄν­τρας της σκο­τώ­θη­κε στὴν Ἀλ­βα­νί­α. Ὀ­χτὼ μὲ δέ­κα χρο­νῶν ἡ τσί­χλα. Μὰ γε­μά­τη φω­νή, ξυ­πνά­δα καὶ μῖ­σος ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἐ­χθρῶν. Καὶ σβέλ­τη καὶ μπα­σμέ­νη στὴ ζω­ὴ —σὰν ὥ­ρι­μο πλά­σμα— κι ἀ­δεί­λια­στη.
      Κα­λὸς και­ρὸς στὰ τέ­λη τοῦ Δε­κέμ­βρη. Ἥ­λιος καὶ στέ­γνη – μὰ καὶ κρύ­ο τσου­χτε­ρό.
      Ἡ Τσί­χλα, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λα παι­διά (τὰ σκο­λειὰ κλει­σμέ­να!) βγαί­ναν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ σ’ ἕ­να πλά­τω­μα πρὸς τὸ ρέ­μα καὶ παί­ζα­νε μπρο­στὰ στὰ μά­τια τῶν Γερ­μα­νῶν καὶ τῶν τσο­λιά­δων.
      Παί­ζα­νε τό­πι.
      Ἡ Τσί­χλα, πά­νου στὸ φούν­τω­μα τοῦ παι­χνι­διοῦ, τί­να­ζε τὸ τό­πι ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πι­ό­τε­ρο, νὰ τὸ φτά­σει.
      Τὸ τό­πι κυ­λοῦ­σε κά­του στὴ ρε­μα­τιὰ κι ἡ Τσί­χλα κυ­λοῦ­σε κι ἀ­φτή.
      Ὄ­χι πο­λὺ ψη­λά, μέ­σα στὸ δά­σος τὴν πε­ρι­μέ­να­νε κα­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, κά­θε μέ­ρα δυ­ὸ ἀν­τάρ­τες. Τοὺς ἔ­δι­νε τὸ μή­νυ­μα γραμ­μέ­νο ἢ στο­μα­τι­κὰ τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς καὶ ξα­να­γυρ­νοῦ­σε πί­σω λα­χα­νι­α­σμέ­νη (γιὰ νὰ μὴν ἀρ­γή­σει) μὲ τὸ τό­πι στὰ χέ­ρια!
      Ἀλ­λ’ ἀ­φτὸ τὸ τα­χτι­κὸ χά­σι­μο τῆς Τσί­χλας μέ­σα στὸ δά­σος πο­νή­ρε­ψε τοὺς «ἐ­χθροὺς» ξέ­νους καὶ δι­κούς.
      «Πρέ­πει νὰ ἰ­δοῦ­με τὶ τρέ­χει, μὲ τρό­πο – για­τὶ τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι πο­λὺ πο­νη­ρό…».
      Ἀλ­λὰ δὲν χρει­ά­στη­κε τρό­πος. Ὁ πρό­ε­δρος τοῦ χω­ριοῦ, δε­ξὶ χέ­ρι τῶν Να­ζή­δων, ἔ­κα­νε τὴν τε­λε­φταί­α του ὑ­πη­ρε­σί­α «πρὸς τὴν Πα­τρί­δα». Τοὺς πλη­ρο­φό­ρη­σε τὶ συμ­βαί­νει.
      Ὅ­ταν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ἡ Τσί­χλα ξα­νά­κα­νε τὸ «παι­χνί­δι» της, τρέ­ξα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ τό­πι Να­ζῆ­δες καὶ «δι­κοί», στα­μα­τή­σα­νε τὸ τό­πι, στα­μα­τή­σα­νε κι ἀ­φτή­νε καὶ τὴν ψά­ξα­νε.
      Βρή­κα­νε χω­μέ­νο μέ­σα στὰ μαλ­λιά της ἕ­να χαρ­τά­κι.
      «Ἔ­λα δῶ, που­λά­κι μου, τὴ ρώ­τη­σε ὁ πρό­ε­δρος. Ποι­ός σοῦ τό δω­σε τοῦ­το;»
      «Μό­νη μου τό γρα­ψα.»
      «Καὶ τί ξέ­ρεις ἐ­σὺ ἀ­πὸ τέ­τοι­α πρά­μα­τα;»
      «Ὅ­λοι μας ξέ­ρου­με.»
      «Καὶ τί ἄλ­λο “παι­χνί­δι” ξέ­ρεις;»
      «Ὅ­λα. Καὶ νὰ τρέ­χω. Καὶ νὰ πη­δῶ. Καὶ νὰ τρα­γου­δῶ. Νὰ σκαρ­φα­λώ­νω στὰ δέν­τρα, νὰ καρ­πο­λο­γῶ καὶ νὰ πιά­νω που­λά­κια στὶς φω­λι­ές τους.»
      «Γιὰ σκαρ­φά­λω­σε σ’ ἀ­φτή­νε τὴν ἐ­λιὰ νὰ σὲ ἰ­δοῦ­με;»
      Ἡ Τσί­χλα βρέ­θη­κε σ’ ἕ­να λε­πτὸ πά­νω στὸ δέν­τρο.
      «Ξέ­ρεις, εἶ­πες, νὰ τρα­γου­δᾶς. Γιὰ πές μας κα­νέ­να “σκο­πὸ” ν’ ἀ­κού­σου­με; Ὅ,τι σοῦ ἀ­ρέ­σει.»
      Κ’ ἡ Τσί­χλα μὲ λα­γα­ρὴ παι­δι­ά­στι­κη φω­νὴ κε­λά­η­δη­σε.

      «Μά­βρ’ εἶ­ν’ ἡ νύ­χτα στὰ βου­νά…» (Ἀ­φτὸ τὸ τρα­γού­δι εἴ­τα­νε τό­τες τὸ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νο τρα­γού­δι τῶν σκλα­βω­μέ­νων Ἑλ­λή­νων.)

      Μπαμ!, μπάμ!, μπάμ!…
      Οἱ Γερ­μα­να­ρά­δες κι οἱ τσο­λιά­δες τὴ βά­λα­νε στὸ ση­μά­δι καὶ τὴ σκο­τώ­σα­νε σὰν που­λί. Καὶ τὸ που­λὶ σω­ρι­ά­στη­κε χά­μου, μιᾶς φού­χτας σῶ­μα κι ἀ­πέ­ραν­τη ψυ­χή. Ἡ ψυ­χὴ ὅ­λης τῆς Ἑλ­λά­δας.
      Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ καμ­πά­νες δι­α­λα­λού­σα­νε τὴ γέν­νη­ση τοῦ «Σω­τῆ­ρος», πέ­σα­νε ξαφ­νι­κὰ στὸ χω­ριὸ οἱ ἀν­τάρ­τες – καὶ να­ζῆ­δες καὶ «δι­κοὶ» κι ὁ πρό­ε­δρος πλη­ρώ­σαν μὲ τὴ ζω­ή τους τὸ ἄ­ναν­τρό τους ἔγ­κλη­μα.
      Κι ὕ­στε­ρα;
      Ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ ἕ­να χρό­νο ἡ «ἐ­λευ­θε­ρί­α» εἶ­χε κυ­νη­γη­θεῖ στε­ριᾶς καὶ πε­λά­ου ἀ­π’ ὅ­λη τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἀλ­λὰ κά­θε Χρι­στού­γεν­να, με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα, οἱ χα­ρού­με­νοι ἀν­τί­λα­λοι τῆς καμ­πά­νας δὲν μπο­ρ­οῦ­νε νὰ πνί­ξου­νε τὸ θλι­βε­ρὸ κε­λά­­δη­μα τῆς Τσί­χλας καὶ τὸ κλά­μα τῆς Πα­τρί­δας…

Κώστας Βάρναλης

(Έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα 16 Δεκεμβρίου 1974)
Πηγή: Γιὰ τὴν Χι­λι­ά­κρι­βη τὴ Λευ­τε­ριά, Δι­η­γή­μα­τα τῆς Ἀν­τί­στα­σης, Πο­λι­τι­στι­κές καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­δό­σεις, Ἀθήνα, 1961.