Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Χουλιαράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Χουλιαράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

Ζωή, την άλλη φορά

Πάει, τώρα, κάμποσος καιρός που κοιμάμαι.Κοιμάμαι πια κανονικά, αλλά ξυπνάω πάντα, άσκημα. Η μέρα μου αρχινάει, τις πιο πολλές φορές, από μια γραμμή: μια μαύρη γραμμή που με πιέζει - λες κι έχει βάρος - πίσω στην πλάτη, και με χωρίζει από τον ύπνο.

Πάνω απ' τη γραμμή αυτή, νιώθω ένα πράμα κίτρινο που τρέμει: με φως μοιάζει και με κενό, που αναδίνει μια μυρουδιά σαν από θειάφι, κι αμέσως ύστερα, κάτι μικρότερες γραμμές - ψιλές ψιλές σα βελονίτσες - τρέχουν στ' αριστερό μου χέρι και το μουδιάζουν. Ένα παράξενο μυρμήγκιασμα απλώνει, τότε, σ' όλο μου το κορμί και βγαίνω απ' τον ύπνο, άξαφνα, σα να με χτύπησε το ρεύμα. Ξυπνάω, και κάθε φορά, μου φαίνεται ότι ξυπνάω σ' ένα δωμάτιο άγνωστο. Οι τοίχοι του έχουν το χρώμα της γαλαζόπετρας, κι απέναντι, στην πόρτα, βλέπω να κρέμεται κάτι που μοιάζει με σφαχτό. Σα ζώο είν' αυτό το πράμα: ένα ζώο που του λείπουν τα σπλάχνα, το αίμα και το κεφάλι, και κρέμεται στην πόρτα, χωρίς όμως  και να κρατιέται από πουθενά. Μοιάζει ελαφρύ - δίχως κανένα βάρος - κι όλο κουνιέται, πέρα δώθε, σα μπαλόνι, παρόλο που δε φυσάει καθόλου στο δωμάτιο.

Σηκώνομαι με προσοχή απ' το κρεβάτι - γιατί μου φαίνεται, κάθε φορά, πως θα σκορπίσω ολότελα αν δεν προσέξω πού πατάω - και πάω προς το μπάνιο.

Ψαχουλευτά πηγαίνω, σαν τον τυφλό, και βρίσκω το νιπτήρα. Ρίχνω νερό στα μούτρα μου και τρίβομαι γερά με την πετσέτα, κι ύστερα, κοιτάω στον καθρέφτη και βλέπω, λίγο λίγο, να προβάλλει απ' το ζυμάρι, η μύτη που ξέρω, τα μάτια, κι όλα τα υπόλοιπα. Μετ' απ' αυτό, καταλαβαίνω πως είμαι ξυπνητός κι ότι βρίσκομαι ξανά, πίσω, στη ζωή. Κοιτάω, τότε, προς το δωμάτιο, και βλέπω πως οι τοίχοι του είναι κανονικοί και το σφαχτό έχει φύγει. Κανένας άλλος δεν υπάρχει μες στο σπίτι, κι έτσι ξέρω, πάλι, ότι είμαι μοναχός μου.

" Θα τα παίρνεις για λίγο καιρό ακόμα...", μου είπε ο γιατρός, " και σιγά σιγά, θα τα κόψεις εντελώς. Σημασία έχει να κοιμάσαι. Αυτό έχει σημασία τώρα. Εγώ πάντως, βλέπω καλυτέρευση...", είπε. Κι είχε δίκιο ο γιατρός, γιατί είναι τώρα κάμποσος καιρός που έχουν σταματήσει κι οι φωνές. Ο άλλος, που είχα μέσα μου, κι όλο μου μίλαγε με σιγανή φωνή, μ' έχει αφήσει ήσυχο, κι ούτε ο τρόμος, πια, με πιάνει - που μ' έπιανε, συνέχεια, και δε μπορούσα να σταθώ πουθενά - που ολοένα ήθελα να κόψω στα γυαλιά τα χέρια μου, ή να βρω ένα τρόπο, άλλο, για να τελειώνω μ' αυτό το πράμα που με τυράγναγε. Πιο ήσυχος είμαι, τώρα, γιατί κοιμάμαι κιόλας και βρίσκω κάποια ξεκούραση. Δεν ξυπνάω καλά, το ξέρω` αλλά τουλάχιστον κοιμάμαι` γιατί, παλιότερα, δε μπορούσα καθόλου να κοιμηθώ. Καθόμουν, όλη νύχτα, άγρυπνος, κι όλο περίμενα να δω, ποια είναι η στιγμή εκείνη που ο άνθρωπος περνάει από το ξύπνιο στον ύπνο, κι αυτό ήταν που με τέντωνε. Φόβος μεγάλος μ' έπιανε: ένας φόβος, χειρότερος κι από το φόβο του θανάτου, γιατί ήταν ο άγριος ο φόβος της ζωής που φτάνει τον άνθρωπο στις άκρες και τον γκρεμίζει - χωρίς κανένα έλεος - μέσα στα ίδια του τα σκοτάδια.

Τώρα, όμως, είμαι καλύτερα. Προχτές πήρα και στο τηλέφωνο την αδερφή μου τη Φωτούλα.

" Πώς το' παθες, Θεόφιλε!..", μου' πε. " Τι κάνεις;".
" Είμαι καλύτερα, Φωτούλα..", της είπα.
" Να βγαίνεις!..", είπε. " Μη κάθεσαι κλεισμένος εκεί μέσα μοναχός σου...".
" Βγαίνω..", της είπα. " Όσο μπορώ, βγαίνω".
" Πού πας;", μου' πε, " Παρέες έχεις;".
" Πάω καμιά βόλτα εδώ γύρω...Περπατάω στο δρόμο, τρία τέσσερα τετράγωνα. Πάω και μέχρι το δασάκι", της είπα. " Βλέπω κι ανθρώπους".
" Γιατί δεν έρχεσαι καθόλου κι από δω;", μου' πε.
" Αφού ξέρεις, δεν έχω κανέναν άλλον".
" Θα' ρθω , Φωτούλα", της είπα. " Θα δεις.. που θα' ρθω".
" Ναι.. Ολοένα έτσι μου λες, και ποτέ δεν έρχεσαι!.." είπε. " Σπουδαίο πράμα είναι;.. Πάρε το λεωφορείο, κι έλα!..Θα σου φτιάξω και μια μπατσαριά που σ' αρέσει!..Άντε!..Έλα, που σε θέλω..", είπε, κι έβαλε τα κλάματα.
" Τι έχεις, Φωτούλα.." της είπα, " Τι συμβαίνει;"
" Τι θέλεις να'χω;.. Τίποτα δεν έχω!.." έκανε σιγανά. " Δε ζω, Θεόφιλε!.. Μου φαίνεται ότι δε ζω! Περνάει η μέρα, κι εγώ είμαι βουτηγμένη...Στα ίδια και στα ίδια!..Δε μπορώ άλλο, Θεόφιλε, δε μπορώ!.. Ο Αντρέας λείπει συνέχεια απ' το σπίτι, κι εγώ, όλη μέρα, ασχολούμαι με τα παιδιά..Μ' έχουν στραγγίξει!..Το αίμα, μου' χουν πιεί...Έχω και υπόταση, Θεόφιλε.. Όλο ζαλάδες έχω! Μου φαίνεται, μερικές στιγμές, ότι θα σβήσω απ' ώρα σ' ώρα.."
" Μη κάνεις, έτσι, Φωτούλα..", της είπα, " Παράτα τα, πια, τα παιδιά, και κοίταξε τον εαυτό σου λίγο.."
" Πώς να τα παρατήσω..", είπε. " Περάσαμε μια λαχτάρα..Κόντεψα να πεθάνω!.. Ο μικρός.., Θεόφιλε..", είπε, σηκώθηκε κι έφυγε απ' το σπίτι!.. Εξαφανίστηκε για τρεις μέρες!.. Τον ψάχναμε με την αστυνομία!.. Σε κακά χάλια, τον βρήκαμε! Έχει μπλέξει, Θεόφιλε.. Τον έχουν παρασύρει κάτι αλήτες, κι έχει μπλέξει για τα καλά!.. Τον βρήκαμε στην Κάτω Κηφισιά.. σ' ένα σπίτι γκρεμισμένο! Ήταν μ' αυτούς τους αλήτες..και κάπνιζε χασίσι!.. Δε μπορώ άλλο, Θεόφιλε!.. Πάει, θα το χάσω το παιδί!".
" Μη στεναχωριέσαι..", της είπα, " Έτσι είναι τα παιδιά!..Θα του περάσει!. Μη στεναχωριέσαι".
" Πώς να μη στεναχωριέμαι, Θεόφιλε.. Δεκαπέντε χρονώ παιδί, κι έχει αρχίσει από τώρα τέτοια πράματα!.. Πάει, Θεόφιλε!. Δεν ακούει κανέναν! Δε θέλει να κάνει τίποτα!.. Ούτε στο σχολείο θέλει να πηγαίνει!.. Μας έχει πεθάνει, σου λέω!.. Απ' τον μεγάλο δεν έχω παράπονο.. Είναι άλλος χαρακτήρας!.. Ο Ευριπίδης, όμως;.. Ποιανού έμοιασε, Χριστέ μου;.. Από ποιον  πήρε;..Θα με πεθάνει.., δεν αντέχω άλλο!..Δεν είναι ζωή αυτή! Καμιά χαρά δεν παίρνω! Δε ζω!..Πάει η καλή ζωή, Θεόφιλε!.. Θυμάσαι;.. Άντε!.. Έλα, λίγο, να σε δω, που σ' έχω επιθυμήσει!.. Θα σου' χω και μια μπατσαριά που σ' αρέσει!..Έλα λίγο..", είπε, παρακαλετά, κι αμέσως, ύστερα, " Α! ξέχασα να σου πω!..", μου' πε ζωηρά: " Με πήρε στο τηλέφωνο κι ο Λέαντρος, απ' τη Θεσσαλονίκη!.. Με ρώταγε, τι κάνεις.. και, μου' πε, ότι το Πάσχα, που' χε πάει στη Βουλγαρία, εκδρομή, είδε στη Βάρνα - στην παλιά την πόλη - ένα σπίτι αρχοντικό, που είχε πάνω απ' την εξώπορτα μια πλάκα με την επιγραφή: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΟΥΔΑΣ - ΕΜΠΟΡΟΣ, έγραφε, μου΄πε. Πρέπει να' ταν του προπάππου μας, αυτό το σπίτι, που είχε τα εμπόρια εκεί απάνω..Πες το στο Θεόφιλο, μου' πε, θα χαρεί!..".
" Αλήθεια;", είπα, " Καλά..πώς δε με πήρε ο ίδιος να μου το πει;"
Σ' έπαιρνε, μου' πε!..Πολλές φορές σ' έχει πάρει, είπε, αλλά το τηλέφωνο σου δεν απάνταγε..Καλά, μωρέ, Θεόφιλε!..Μήπως εγώ, δε σ' έχω πάρει τόσες φορές, και δεν απαντούσες;".
" Έχεις δίκιο, Φωτούλα", της είπα, " Δεν το σήκωνα..Τώρα όμως είμαι καλύτερα.."
" Άντε, μπράβο!", μ' έκοψε. " Έλα, λίγο, να σε δω,που σ' έχω επιθυμήσει!..Πώς έχουμε χαθεί έτσι; Από τότε που έφυγε κι ο Λέαντρος στη Θεσσαλονίκη, μαύρη πέτρα έριξε!.. Πώς έχουμε σκορπίσει έτσι!..Τι κατάρα είν' αυτή, Θεόφιλε.. Άντε!.. Έλα λίγο, να τα πούμε.. Τον κήπο τον θυμάσαι;..Ζούγκλα ήταν!..Θυμάσαι που μας έλεγε ο πατέρας, τη νύχτα, ότι όποιος θα πάει μέχρι τον αΐλαντο και θα γυρίσει, χωρίς να φοβηθεί, θα του δώσει ένα τάληρο; Έχει μείνει, ξέρεις, ο αΐλαντος!..Ακούς εκεί;..Κρατιέται ακόμα το βρωμόδεντρο!.. Ο μόνος, είναι, που ' χει μείνει στη γειτονιά! Άντε, Θεόφιλε.., έλα! Θα τα πούμε , κιόλας, λίγο. Έλα που σε θέλω".
" Εντάξει, Φωτούλα, θα'ρθω", της είπα, κι έκλεισα το τηλέφωνο. Το' κλεισα, κι αμέσως, στο μυαλό μου, έγραψε η εικόνα του σπιτιού και ο μεγάλος κήπος με τα δέντρα. Το σπίτι, που δεν υπάρχει πια, σκέφτηκα, και τον αΐλαντο: εκείνο το βρωμόδεντρο, που ζει ακόμα και τα φύλλα του κουνιούνται, με τον αέρα, ψηλά και πάνω απ' τις κεραίες που ορθώνονται στο τετραόροφο που έχτισε στον κήπο η αδερφή μου.

Το σκέφτηκα αυτό το δέντρο τ' ουρανού - που ακόμα κι αν το κάνεις κομματάκια, αυτό θα βρει τον τρόπο, έστω κι από ένα κοτσανάκι, να μεγαλώσει πάλι απ' την αρχή και να ξαναζήσει - κι ήρθε στο νου μου, η νύχτα εκείνη του καλοκαιριού, που είδα τη μάνα μου, μαζί με τη Φόνη, να κάθουνται κάτω απ' αυτό το δέντρο.

Στις πάνινες τις πολυθρόνες κάθονταν, αντικρυστά, και κοίταγαν, ψηλά, το θόλο τ' ουρανού. Τ' αστέρια κοίταγαν, που κρέμονταν μες στο στερέωμα, σα να' ταν φωτερά τσαμπιά από σταφύλια, και κουβέντιαζαν, οι δυο τους σιγανά: " Περνάει η ζωή, Λουκία!.." έλεγε η Φόνη. " Πώς πέρασαν, αλήθεια, τόσα χρόνια;.. Ούτε αέρας να' ταν!. Κι εμείς; Τι καταλάβαμε;..Να πεις πως ζήσαμε;..Μπα!.. Όλη αυτή η φασαρία, για το τίποτα!.. Μια με το ένα, μια με τ' άλλο.. Πάει η ζωή, Λουκία!.. Γεράσαμε! Πότε θα ζήσουμε;"
" Δε βαριέσαι, Φόνη..Την άλλη φορά!", είπε, η μάνα, και τράβηξε το βλέμμα της από τον ουρανό. Κατέβασε, ύστερα, και το κεφάλι, κι όλο κοίταγε συλλογισμένη - εκεί μπροστά στα πόδια της - κάτι δεντρολίβανα, που κούναγε τις άκρες τους ο σιγανός αέρας.
( απόσπασμα)

Νίκος Χουλιαράς, Ζωή, την άλλη φορά, Νεφέλη 1985, Δ' έκδοση.

 Ο Νίκος Χουλιαράς είναι ένας από τους αγαπημένους μου Ηπειρώτες λογοτέχνες και δημιουργούς. Ίσως η λέξη αγαπημένος να έχει καταντήσει πολύ κοινή, αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να τον ορίσω.
 Η ανάρτηση αφιερωμένη στη μνήμη του

Το ιστολόγιο τού έχει αφιερώσει σχετικές αναρτήσεις παλιότερα εδώ και εδώ


 





Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα

Οι ταξιδιώτες που τυχαίνει να μπουν για πρώτη φορά σε ξένη πόλη, βλέπουν πάντα αυτά που φαίνονται με την πρώτη ματιά και πάντοτε απέξω.Τους δρόμους βλέπουν και τα σπίτια` το πώς είναι καμωμένα, τις ιδιομορφίες που έχουν και τα τέτοια.
Παρατηρούν και τους ανθρώπους: να μπαινοβγαίνουν στα μαγαζιά ή να περπατούν, έξω, στους δρόμους. Τους ακούνε κιόλας να μιλούν, να λένε τα δικά τους` γιατί η κάθε πόλη έχει το δικό της το ρυθμό, το ιδιαίτερό της ύφος κι αυτό είναι που τραβάει τον ταξιδιώτη. Αυτό είναι κιόλας που τον μελαγχολεί. Τη θέλει όμως, όπως φαίνεται, αυτού του είδους τη μελαγχολία γιατί είναι κάτι που έρχεται απέξω, κι όσο νά' ναι, δεν πρόκειται να κρατήσει για πάντα. Σε δυό - τρεις μέρες θα' χει φύγει από κει και στα δικά του θα γυρίσει πάλι` στο σπίτι του και στις συνήθειες τις δικές του` σε κείνη την καθημερινότητα που τον κρατάει σε κάποια ισορροπία.
Παρόλο όμως που οι ταξιδιώτες, όταν βρίσκονται σε ξένη πόλη, παρατηρούν τα πάντα, τους διαφεύγει κάθε φορά πως αυτό που βλέπουν δεν είναι άλλο παρά μονάχα το σκηνικό. Ένα σκηνικό όπου παίζεται μια παράσταση στα δικά τους τα μέτρα και με τη δική τους τη συμμετοχή, ενώ η πόλη παίζει αλλού και πάντα πίσω απ' τις κουρτίνες: μια άλλη παράσταση δίνεται εκεί, που δεν πρόκειται ποτέ τους να τη δουν, αφού, έτσι κι αλλιώς, αυτοί δε βρίσκονται μέσα στα πρόσωπα του δράματος. Απέξω πάντα θα' ναι , μιας κι είναι μόνο θεατές: οι θεατές ενός μεγάλου σκηνικού, όσο μια πόλη ολόκληρη, με τις χιλιάδες της ψυχές: ψυχές που ξετυλίγουν μπρος στα μάτια τους ένα θέαμα ένα θέαμα όμοιο με κείνο που θα' βλεπαν και σ' οποιαδήποτε άλλη πόλη, γιατί στην εξωτερική εικόνα μόνο θα σταθούν κι αυτή είναι που θα κρατήσουν όταν φύγουν.
Οι άνθρωποι, όμως, της πόλης θα μείνουν εκεί, όπως και πριν` για μια ολόκληρη ζωή θα μείνουν κι  εκεί θα συνεχίσουν. Το ρόλο που τους έταξε η μοίρα θα συνεχίσουν να παίζουν και το βάρος του θα σηκώνουν, κάθε μέρα, μέχρι να πέσει η αυλαία, για τον καθένα χωριστά - κι όσο να γίνει αυτό, σκοινάκια αδιόρατα θα τους ενώνουν: δικτυωτό περίπλοκο, όπου η ζωή, σαν μια τεράστια αράχνη - σκοτεινή και ραδιούργα - θ' απλώνεται συνέχεια. Θα τους κρατάει δεμένους μεταξύ τους και λίγο λίγο θα τους φθείρει, μέσα σ' αυτή την καθημερινότητα των συναλλαγών των συμφερόντων και των ενοχών - σ' αυτό, τέλος πάντων, το πανάρχαιο παιχνίδι που δεν έχει τέλος.

Τα Γιάννενα, αυτή η πόλη, που' ναι χτισμένη ψηλά στο οροπέδιο κι εκατοντάδες χρόνια τώρα ζει με το βραχνά του γρανιτένιου όγκου που της κλείνει τη θέα, δεν αποτελεί εξαίρεση του κανόνα που λέγαμε πιο πριν. Έχει κι αυτή τους κατοίκους τους δικούς της, έχει και τους επισκέπτες: ανθρώπους, ταξιδιώτες, δηλαδή, που έρχονται σ' αυτήν από διάφορα μέρη και σε διαφορετικές εποχές.

Αυτοί οι άνθρωποι, λοιπόν, μπαίνουν στην πόλη από δυό μεριές. Δυό πύλες έχουν τα Γιάννενα. Τη μια στα βόρεια και την άλλη στη νότιά τους την πλευρά.
Εκείνη που βρίσκεται στη βορεινή πλευρά είναι κοντά στο φόρο τον παλιό, λίγο πιο πάνω απ' τη Λιμνοπούλα. Από κει μπαίνουν στην πόλη όσοι κατεβαίνουν ψηλά από το Δρίσκο αφού περάσουν πρώτα την Κατάρα. Είναι αυτοί που έρχονται με αυτοκίνητα απ' τη μεριά της Θεσσαλίας, απ' τη Θεσσαλονίκη και γενικά από τα βόρεια.
Από την ίδια πύλη, όμως, θα περάσουν κι αυτοί που έρχονται απ' τη μεριά του Ιονίου, όπως κι άλλοι που ταξιδεύουν αεροπορικώς. Θα κατεβούν εκεί πιο έξω, δίπλα στα θεόρατα βουνά - στο αεροδρόμιο θα κατεβούν, που γράφει, στη στενή την πεδιάδα, σαν μια γκρίζα κοντυλιά. Ένας διάδρομος στενός που τον ορίζουν μια σειρά χρωματιστά μπαλόνια: κάτι μπαλόνια φουσκωτά που δείχνουν ολοένα προς τα βόρεια` εκεί, κατά τα μέρη τα άγρια που τρέχει ο μεγάλος ποταμός με τα πολλά γεφύρια: στα δυτικά χωριά του Ζαγοριού και στα μαστοροχώρια που σκεπάζονται από τον ίσκιο το βαρύ της γρανιτένιας ραχοκοκαλιάς του Πίνδου.
Από κει πάνω ήταν που κατέβηκε, για πρώτη φορά, στην πόλη των Ιωαννίνων κι ο Βύρωνας ο Ζήνδρος: αυτός που μετά από χρόνια πολλά θα γινόταν γνωστός στην περιοχή με το όνομα Βύρωνας ο κατάσκοπος.
Παιδί είχε έρθει τότε, με τον πατέρα του. Την εποχή του εμφυλίου ήρθε, κι αυτό που ζήλεψε, απ' τα πολλά τα πράγματα που είχε τότε η πόλη, ήταν ένα ποδήλατο` ένα μαύρο Μπίσμαρκ που το' δε να γυαλίζει, πίσω απ' τα τζάμια μιας βιτρίνας, κοντά στο Αρχιμαντρειό, τη μέρα κιόλας που' φευγε πίσω για το χωριό του.
Δεν το πήρε τότε εκείνο το ποδήλατο ο Βύρωνας ο Ζήνδρος ούτε και ξαναγύρισε στην πόλη` για χρόνια ολόκληρα. Έφυγε απ' το πρακτορείο μ' ένα σαράβαλο λεωφορείο που, αφού έκανε στάση, έξω στο φόρο, για έλεγχο, πήρε το δρόμο για τα βόρεια, αφήνοντας πίσω του μια μακριά ουρά μαύρου καπνού που διαλύθηκε, λίγο πιο κάτω, στα μποστάνια της Λιμνοπούλας` εκεί κοντά, στη βορεινή την έξοδο της πόλης.
Τότε τα πράγματα, βέβαια, ήταν ζόρικα και λιγοστοί ήταν αυτοί που πέρναγαν, από κει. Γινόταν έλεγχος αυστηρός. Χρειαζόταν ταυτότητες και άδειες ειδικές, αφού, λίγο πιο πάνω, στα βουνά, γίνονταν μάχες άγριες και αίμα χυνόταν πολύ κι από τις δυό τις παρατάξεις.
Τα χρόνια, όμως, πέρασαν και πέρασαν γρήγορα. Γίναν πολλά μέσα σ' αυτά τα χρόνια και πολλά ξεχάστηκαν. Ο δρόμος άνοιξε πια από κει για όλους και δρόμοι άλλοι φτιάχτηκαν. Διακλαδώσεις πολλές. Κόσμος πολύς περνάει τώρα από την πύλη αυτή όπως περνάει κι απ' την άλλη: αυτήν που έχει η πόλη στη νότια της πλευρά.
Από κει το έμπα γίνεται από δυό μεριές. Από τον πάνω δρόμο το φαρδύ με τα πολλά τα βενζινάδικα και το πανεπιστήμιο κι από τον κάτω, το στενό` το δρόμο της Ανατολής, όπου και ο συνοικισμός Βιετνάμ, με τις παράγκες των φτωχών, καθώς και ο Ακραίος, το στρατόπεδο, που βγάζει στην Καλούτσιανη.
Οι δρόμοι αυτοί φέρνουν στην πόλη όσους έρχονται από τα νότια` κι είναι πολλοί. Μέρα και νύχτα μπαίνουν από κει οι οδηγοί των φορτηγών - με το τσιγάρο, αναμμένο, στο χέρι που κρέμεται μόνιμα έξω απ' το παράθυρο και με το κασετόφωνο στη διαπασών, να εκπέμπει τραγούδια βάρβαρα και νταλκαδιάρικα στη σκοτεινή την πεδιάδα, αλλά κι οι επιβάτες των λεωφορείων γέρνοντας από τη νύστα στα καθίσματα σαν πεθαμένοι μέχρι να πιάσουν τη Μπάφρα, γιατί, μετά, ξυπνάνε ξαφνικά όλοι μαζί κι αρχίζουν να μαζεύουν τις σακούλες.
Εκεί πάνω - κάτω, βρίσκεται το όριο κι από τη θέση αυτή αρχίζει κι η ετοιμασία για την είσοδο στην πόλη.
Αυτοί οι ταξιδιώτες είναι συνήθως ντόπιοι. Μικρέμποροι και φοιτητές από τα Γιάννενα, παιδιά που σπουδάζουν στην Αθήνα, μετανάστες από τη Γερμανία ή και χωριάτες απ' τα κοντινά χωριά, που αρρώστιες ή δουλειές τους τράβηξαν, θέλαν δε θέλαν, στην πρωτεύουσα.
Μαζί μ' αυτούς μπαίνουν στην πόλη από κει κι εκείνοι που έρχονται με τα δικά τους τα αυτοκίνητα. Ντόπιοι κι αυτοί, πιασμένοι: χοντρέμποροι, μεσίτες κι εργολάβοι` γιατροί, καθηγητές κι αεριτζήδες ή και παιδιά πλουσίων, που πετάγονται, δίχως σκοπό, ως τα περίχωρα κι όλο μαρσάρουν, μες στη νύχτα, τρέχοντας με εκατόν πενήντα.
Από τον ίδιο δρόμο, όμως, περνάνε και  οι άλλοι. Οι ξένοι, δηλαδή, που έρχονται στην πόλη για διακοπές. Είναι αυτοί που κόβουν βόλτες, ύστερα, κάτω στη λίμνη και στο Κάστρο` που πηγαίνουν, όλοι μαζί, στη μεγάλη σπηλιά ή στο νησί. Αυτοί που περιεργάζονται, όλη μέρα, τις βιτρίνες με τ' ασημικά και ψάχνουν για μπουγάτσες στην πλατεία.
Είναι οι θεατές που λέγαμε και στην αρχή. Αυτοί που βλέπουν μοναχά το σκηνικό μιας κι είναι αδύνατο να πάρουν μέρος στην παράσταση  που δίνει η πόλη, πίσω απ' τις κουρτίνες, κάθε μέρα. Γι' αυτό και κατεβαίνουν στο Κριθαροπάζαρο, να πούμε. Στέκονται εκεί, για ώρα, και κοιτούν. Τα μαγαζιά, κοιτάζουνε, με τα μαντζούνια και τις περίεργες στοές , με τα παλιά ποτοποιεία. Τα πανδοχεία τα ετοιμόρροπα περιεργάζονται και την αρχιτεκτονική τους σχολιάζουν μεγαλόφωνα.
Τα βλέπουν όλα αυτά, λοιπόν, λες κι είναι μόνο μέρος κάποιου σκηνικού: γκρεμίσματα ωραία και χτίσματα νεκρά. Στοιχεία διακόσμησης - μιας άλλης, έντρομης ζωής - άξια να κρατηθούν στο σκοτεινό το θάλαμο της φωτογραφικής τους μηχανής, χωρίς καθόλου να υποψιάζονται πως λίγο πάνω απ' το κεφάλι τους, εκεί, στο πανδοχείο του Μπαλάνου, στο τρίτο παράθυρο ακριβώς κι αριστερά της πόρτας με τα χρωματιστά τα τζαμιλίκια, βρίσκεται το δωμάτιο όπου είναι κλεισμένος, από ώρες, μόνος του ο Βύρωνας ο Ζήνδρος και υποφέρει.
Μιλάμε βέβαια, για κείνο το παιδί, που πριν σαράντα χρόνια είχε μπει στην πόλη όπως κι αυτοί` σαν ξένος. Από τα βόρεια είχε κατεβεί με τον πατέρα του, μονάχα για μια μέρα και με το κανονικό του το επίθετο. Για το Βύρωνα το Ζήνδρο μιλάμε που στα 1947 είδε την πόλη ολόκληρη κλεισμένη σε μια λάμψη. Στη λάμψη που εξέπεμπε το μαύρο Μπίσμαρκ: εκείνο το ποδήλατο που είχε δει - χαράματα της μέρας κιόλας που έφευγε - πίσω απ' το τζάμι της βιτρίνας αλλά ποτέ του δεν κατόρθωσε να αποχτήσει.
Πέρασαν από τότε σαράντα χρόνια ολόκληρα, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που τον κάνει τώρα να υποφέρει. Ο λόγος είναι πως τα χρόνια αυτά, συγκεντρωμένα και καταγραμμένα σε τρία τετράδια εκατόφυλλα, γεμάτα με λέξεις, με ζωγραφιές και με σχεδιάγραμματα περίτεχνα - καμωμένα από το χέρι του Βύρωνα - χάθηκαν ανεπιστρεπτί και κανένας δεν ξέρει πια, σε ποιο από τα απορριματοφόρα που έχει η πόλη χοροπήδαγαν το προηγούμενο βραδυ, ανάμεσα σε χιλιάδες άχρηστα αντικείμενα: σε τι αποφάγια και σακούλες με βρωμιές ανακατεύτηκαν κι ύστερα θάφτηκαν μαζί κατατρακυλώντας απ' το θλιβερό τον καταρράχτη - μακριά από την πόλη - μέσα σε κείνα τα βουνά των σκουπιδιών που αχνίζουνε σαν ζώα ψόφια από καιρό κι όλο στέλνουν μηνύματα, με τον καπνό, στα κοντινά χωριά πως ο οργανισμός της πόλης λειτουργεί ακόμα καλά` τρώει και χωνεύει κανονικά και τ' απορρίματά του - σαν ζώο κατοικίδιο που είναι, εκπαιδευμένο πια και καθαρό - πάει και τ' αφήνει μακριά και έξω, τέλος πάντων, απ' το σπίτι το δικό του.
Κι είναι γνωστό - πολύ συνηθισμένο είναι - ο οργανισμός αυτός, μες στ' απορρίματά του, μαζί με τ' άχρηστα αντικείμενα, τα αποφάγια κι όλες τις βρωμιές, να βάζει - όταν χρειάζεται - και μερικούς απ' τους ανθρώπους του. Κάτι αγκάθια ενοχλητικά, πλάσματα έρημα και μόνα - που δεν ευθυγραμμίζονται,ας πούμε, με το σύνολο - πάει και τα φτύνει στις γωνιές. Τα αποδιώχνει, σαν τσιμπούρια, από πάνω του κι όλο τα σπρώχνει - όπως το Βύρωνα το Ζήνδρο - σε κάτι πανδοχεία άθλια, με δωμάτια σαν κι αυτό που κάθεται τώρα, έτοιμα απ' ώρα σε ώρα να σωριαστούν στο δρόμο μ' όλον εκείνο τον απερίγραπτο εξοπλισμό τους - τον χρησιμοποιημένο για δεκάδες χρόνια από χιλιάδες μοναχούς ανθρώπους: το τσακισμένο λαβομάνο με την τσιγκούνα τενεκεδένια βρύση, τα κάποτε λευκά και σιδερένια τους κρεβάτια με το περιεχόμενο του στρώματος χυμένο σπάταλα κι από τις δυό πλευρές, τις κάποτε ευέλικτες σούστες του σωμιέ - αράχνες, τώρα, όλο σκουριά - να χάσκουν άναυδες λίγο πιο πάνω απ' το ξεδοντιασμένο πάτωμα, και τα κουτσά τους ξύλινα τραπέζια με την προβιά της βρώμας και του χρόνου στο τραπεζομάντηλο.

Μέσα σ' ένα τέτοιο δωμάτιο λοιπόν - δωμάτιο στο πίσω μέρος του σκηνικού - που οι ταξιδιώτες, κάτω απ' το δρόμο, δεν το βλέπουν, ο Βύρωνας ο Ζήνδρος - για τρία ολόκληρα χρόνια - έγραφε, τις νύχτες, μέχρι που χάραζε. Πάνω σε κάτι βρώμικα τετράδια, έγραφε, δίχως κανένας να το ξέρει.
Με γραμματάκια πλάγια και καλλιγραφικά εξιστορούσε εκεί μέσα ο Βύρωνας τη ζωή του. Μια ζωή σκληρή κι απίστευτη. Γεμάτη περιπέτειες και αναπάντεχα, λες κι ήταν ξεσηκωμένη από κάποιο μυθιστόρημα φοβερό, σαν κι αυτά που τυπώνονται κάθε τόσο σε βιβλία που τα διαβάζουν οι άνθρωποι τις νύχτες ξαπλωμένοι στο κρεβάτι κι όλο απορούν. Πού πήγε, τάχα, και τα βρήκε όλ' αυτά ο συγγραφέας και τι φαντασία έχει ο άνθρωπος, να πούμε.
Τέτοια πράγματα, θαυμαστά, που να σου φεύγει ο νους, έγραφε μέσα σε κείνα τα τετράδια ο Βύρωνας, γιατί τέτοια ήταν κι η ζωή του. Τέτοια και καλύτερη - ή και χειρότερη, ανάλογα πώς θα το πάρεις
( απόσπασμα)

  Νίκος Χουλιαράς, Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα, Νεφέλη 1990