Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Προσέξτε με, είμαι αυτός που επέζησε, φίλε Οπενχάιμερ!

                                                   
...Είμαι
ένας δραπέτης απ' όλα τα βασίλεια της γης.
Έχω μέσα μου την πατρίδα μου. Κι έχω μες στην καρδιά μου
τους ανθρώπους απ' όλα τα έθνη της γης. Σας τους έφερα!
Εγώ σας τους έφερα, φίλε Οπενχάιμερ!
                                                      Στριγγλίζοντας
οι φωνές τους γυρίζουνε πάνω απ' τον ύπνο σας
και μέσα στον ύπνο σας κρέμονται σαν
κλωστές κεραυνού στ' απροστάτευτα τζάμια σας,
κόβονται απότομα σε σήματα μορς και σκορπίζονται
στο στερέωμα
σπαθίζοντας μέσα στα μάτια σας το παράπονο του αδελφού σας.
Χτυπάμε την πόρτα σας και περνάμε ένας - ένας
και πάλι γυρίζουμε και πάλι χτυπάμε και πάλι και πάλι, 
ουρές ατελείωτες, 
μετρείστε μας, φίλε Οπενχάιμερ, μετρείστε, να ξέρετε πόσες 
είναι περίπου οι στρατιές που προορίσατε για το θάνατο.

Προσέξτε με, είμαι αυτός που επέζησε, φίλε Οπενχάιμερ!
Τα χέρια μου και τα πόδια μου τάχω ξεθάψει απ' τη Χιροσίμα.
Τα χείλη μου γίνηκαν σκόνη και πέσανε.
Μόνο το στόμα μου έμεινε ν' ανοιγοκλείνει.
Τ' άσπρο μου σαν ασβεστωμένο πρόσωπο, 
δεν μπορεί πια να κλάψει, να γελάσει, νάχει ένα όνομα.
Δε μπορεί πια Ρομπέρτ! Κοίταξέ με καλύτερα.
Δυσκολεύεσαι ακόμη; Ρομπέρτ, δε με γνώρισες; Ο αδελφός σας Ρομπέρτ!
Είμαι εγώ, ο αδελφός σας,
που σας ζύμωσα το ψωμί και το ξέρατε.
Που σας ύφανα και το ξέρατε, που σας τάδωσα όλα,
που σας έχτισα τ' αργαστήρι σας με παράθυρα στον ουρανό,
να μελετάτε τον ήλιο, να ψάχνετε
το βάθος του κόσμου, να στοχάζεστε άνετα.
Κ' εσείς αντί να παρακάμψετε τη νύχτα,
να φυλαχτείτε από τη Σκύλα κι απ' τη Χάρυβδη,
που καιροφυλαχτούν ανάμεσα στις μεταμφιεσμένες συμπληγάδες, 
αφήσατε ανοιχτές τις πόρτες του εργαστηρίου σας
και μπήκε μέσα αυτό το μαύρο σκυλί ο Μεφιστοφελής
κ' έκατσε δίπλα σας
κι αφήσατε τα χέρια σας μες στα δικά του
και ψαλιδίζατε το φως
και μαστορεύατε το σκοτάδι.

Τι θέλετε, φίλε Οπενχάιμερ. Τι γυρεύετε τώρα; Δεν έχει, δεν έχει!
Τα μάθαμε όλα: πως φτιάξατε ένα κελί από τύψεις
και κλειστήκατε μέσα,
πως περνάτε τις μέρες σας κλαίγοντας.
Πως το κορμί σας ταράζεται τώρα, σαν ένας
μικρός χωματόλοφος σε ώρα σεισμού. Τα μάθαμε όλα.
Αδιάφορο. Εμείς ήρθαμε να χορέψουμε.
Σαν από χρέος θεϊκό ήρθαμε να σας βασανίσουμε,
γιατί ο κόσμος είναι όμορφος, ο ουρανός στάζει φως,
και σεις, σημαδέψατε στην καρδιά την ημέρα του κόσμου ( απόσπασμα)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Στον Ρομπέρτ Οπενχάιμερ.Τα Ποιήματα, τ.α, Τρία Φύλλα, Αθήνα 1984, 2η έκδοση


Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Γράμμα στον Τσάρλι Τσάπλιν


"Κύριε, φύλαττε αυτούς εις πολλά έτη".
26 Ιουλίου, Ταΰγετος

Αδελφέ Τσάρλι Τσάπλιν.
Με την ψυχή γιομάτη περιστέρια
και γράμματα για όλο τον κόσμο,
πήρα το δρόμο στο πλευρό ενός φίλου
και δυο παιδιών κι ανέβηκα εδώ πάνω,
μ' όλη τη δύναμή μου να φωνάξω
πως κέρδισα τη μοίρα μου! Πως ήρθε
σήμερα ο χρόνος να μετατοπίσω
στης γης το μέσο φωταγωγημένο
το βουνό τούτο ολόκληρο.

Ε, Τσάρλι Τσάπλιν, παιδικέ μου φίλε,
που' μοιαζαν τα παπούτσια μας! Περάσαν
τόσα χρόνια από τότε κι όμως νιώθω
μια ζεστασιά παράξενη, ως να μ' είχες
στα χέρια σου ζεστάνει κάποια νύχτα,
που νιφάδες χιονιού τρύπωναν μέσα
στον κινηματογράφο του χωριού μου
και τα μάτια μου ελάμπαν βλέποντας σε
σαν του αγριμιού, ολοκάθαρα.

                                            Πού να' ξερα,
πως θα' μενες εσύ, Τσάρλι, ως το τέλος
ο φίλος μας στον κόσμο, ο παραστάτης
σε όλους εμάς, και πως εγώ μια μέρα
με τη φτωχή αλφαβήτα που εκεί κάτω
στο ταπεινό σχολειό μας με μαθαίναν,
θα σου' γραφα ένα γράμμα σαν και τούτο,
γιομάτο από φιλί και καρδοχτύπια
για όλο τον κόσμο, Τσάρλι. Για τον άστεγο
λουστράκο που τρεμούλιαζε χτυπώντας
τα δόντια του απ' το κρύο κι έχοντας ρίξει
το κεφάλι του πάνω στο δικό μου
σ' έβλεπε στο πανί και ξεχασμένος
γελούσε απαρηγόρητα. Για κείνον
τον ισχνό γεροντάκο που μπροστά μου
σήκωνε τ' αγγονάκι του, κι αυτό, 
με τα χέρια που κρέμονταν σαν άσπρα
μαραμένα τριαντάφυλλα, γελώντας, 
σου' γνεφε να το ιδείς. Για τους εργάτες
του Μπορινάζ. Για τους μεταλλωρύχους,
που βγαίνοντας στον ήλιο, έχουν στα χείλη
μια γεύση σκοταδιού και στην ψυχή τους
ένα κομμάτι νύχτας. Για τις πόρνες
που είναι πιο μοναχές κι από τις ίδιες
τις Μοναχές του Θεού. Για τις μητέρες
που αγιάζουνε το σύμπαν. Τους κοπιώντες
και τους πεφορτισμένους, Τσάρλι Τσάπλιν.

Τσάρλι Τσάπλιν, καλέ μου ταχυδρόμε,
που πας σ' όλες τις χώρες και χτυπάς
με το διακριτικό σου μπαστουνάκι
των φτωχών τα παράθυρα κι αφήνεις 
στο πατζούρι τους πάνω ένα γαρούφαλο, 
που με το πλάι το βράδι, ακροπατώντας, 
μπαίνεις απ' τις μισάνοιχτες πορτούλες
στον ύπνο των παιδιών, με την ψυχή σου
φορτωμένη παιχνίδια· Τσάρλι, φίλε
των φίλων μου όλων που δεν έχουν φίλους,
που τους πήραν τη χάρη και την πρόνοια
και που σένα έχουν μόνο ανάμεσά τους
να πηγαίνεις και να' ρχεσαι, κουνώντας
τα λοξά σου παπούτσια, διάβασέ τους
την αγάπη μου, Τσάρλι! Ένα λουλούδι
μ' εκατομμύρια φύλλα είναι το γράμμα
που σου στέλνω για όλους. Μοίρασέ τους
την ελπίδα μου, Τσάρλι!

                                         Σ' έναν αιώνα
που αλλοφρόνησε η γης, που οι μηχανές,
μας ταπεινώνουν, Τσάρλι, και που εμείς
μικροί δούλοι ανεπαίσθητοι κοιτάμε
δίχως πρόσωπα απάνω μας τον ήλιο,
πήρε η οθόνη το ύψος και το νόημα
του όρους Σινά. Γι' αυτό ποιος άλλος Τσάρλι,
βουλιάζοντας στη λάσπη θα μπορέσει 
να περπατήσει νύχτα και να φτάσει
στων κάμπων τα καλύβια, να κατέβει
στων ορυχείων τα βάθη, να μπει μέσα 
στις φάμπρικες τρυπώνοντας με τρόπο
πίσω απ' τον επιστάτη, να βαδίσει
στις βαμβακοφυτείες, στα ρυζοχώραφα,
στα καπνοτόπια, Τσάρλι; Εσύ γνωρίζεις
τη γλώσσα του αδελφού σε όλες τις γλώσσες,
και μόνο εσύ μπορείς , με τις συσπάσεις
του τραγικού μετώπου σου κουνώντας
το μαύρο σου καπέλο, να μιλήσεις
προς τους φίλους μου όλους. Να μοιράσεις
μια χάρτα καραμέλες στα Εσκιμώπουλα,
να κάνεις τον πατέρα μες στα σπίτια
που οι πατέρες σκοτώθηκαν, να βγάλεις
τα παιδιά τους στα πάρκα, παίρνοντάς τα
δυο δυο στην αγκαλιά σου. Να μοιράσεις
αυτά που σου προσφέρω: μιαν αγκάλη
άσπρα λουλούδια για όλους.

                                          Πες το σε όλους,
χαιρέτησέτους όλους, Τσάρλι Τσάπλιν,
πες τους πως όπου να' ναι πλησιάζουν
οι ταχυδρόμοι του ήλιου, που θα φέρουν
παπούτσια στο λουστράκο, που θα ρίξουν
στης Παναγίας τους ώμους ένα σάλι
κι ένα ζεστό πλεχτούλι στο παιδί της.

Πες τους πως είναι αλήθεια και πως ένας
φίλος τους απ' του Ομήρου την πατρίδα
τους στέλνει αυτό το γράμμα.

                                            Γεια σου Τσάρλι,
φίλοι γεια σας κι εγώ μια κι ήρθε ο Χρόνος
- σίδερο και φωτιά είναι η αγάπη -
θα βάλω τώρα να μετατοπίσω
σαν μια εκκλησία με αμέτρητες καμπάνες
το μέγα βουνό τούτο. Γεια σας. Γεια σας!

 Νικηφόρος Βρεττάκος (  έφυγε από τη ζωή στις 4 Αυγούστου 1991 )

Από την εξαιρετική ανθολογία  του Ηλία Γκρη,Ο Ταχυδρόμος φέρνει γράμματα. Ποιήματα. Εκδόσεις Ελληνικά Ταχυδρομεία, Αθήνα 2017



Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

Πάτρις Λουμούμπα

Σκοτεινιασμένη η Μπαρμπαριά
κ' εσύ λαμπρή συναστεριά.
Στάθηκα κι απεικάστηκα
κ' έστρωσα κάτω τα χαρτιά.
Όμως εσύ πεθαίνοντας
έλαμψες τόσο δυνατά - 
τα λόγια τα κατάκαψες
κ' είδα τα χέρια μου γυμνά
και τα χαρτιά μου ψεύτικα.

Η ποίηση είναι η σκαλωσιά
για τα λαμπρά για τα υψηλά
μα συ που ως χτες θα σ' έφτανα
ψήλωσες και μεγάλωσες
κι όμορφα ρούχα ντύθηκες.
Είναι τα ξόμπλια μου φτηνά
κ' είναι μικρά τα μέτρα μου
και δεν τα καταδέχεσαι, 
άγγελε μαύρε, ποιητή
φίλε και συνομήλικε.

Για τούτο και δεν το μπορώ
πιότερα λόγια να σου ειπώ.
Τον ήλιο μου παρακαλώ
και της ειρήνης τ' άγιο φως
να στρέξουν στην πατρίδα σου.
Όσο για με, απ' το αίμα σου
κράτησα το μεράδι μου
γιατί βουλήθηκα στη γης
να φτιάξω περιβόλι
- οι μυγδαλιές μου κύματα
κ' οι λεμονιές μου αγέρας -
γιατί βουλήθηκα στη γης
να φτιάξω την αγάπη.


Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα Ποιήματα, τομ. Α, Τρία Φύλλα, Αθήνα 1984, 2η έκδοση
Ο Πάτρις Λουμούμπα ήταν ηγέτης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος του Κονγκό και ο πρώτος πρωθυπουργός του μετά την ανεξαρτησία του. Η κυβέρνηση του ανατράπηκε με πραξικόπημα από τον Μομπούτου που επέβαλε δικτατορία. Ο Πατρίς Λουμούμπα συνελήφθη και  στις 17 Ιανουαρίου του 1961 δολοφονήθηκε.  



Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος, η πρώτη φωνή

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος με την οικογένειά του το 1916, σε ηλικία 2 χρονών

Αν μπορούσαμε να ταξιδέψουμε στον χρόνο...
Αν μπορούσαμε να μεταφερθούμε σ' ένα χωριό της Λακωνίας, εκατό χρόνια πίσω, ένα ξημέρωμα, θα ακούγαμε το δυνατό κλάμα ενός νεογέννητου. Ήταν το μωρό της κυρα - Βγένας, που η φωνούλα του ανέβασε την ψυχή της στα ουράνια. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσε η πιο ευτυχισμένη  γυναίκα στον κόσμο.
" Α, να χαρώ εγώ! Ναι, ναι, σίγουρα με τέτοια φωνή θα σου αρέσει να τραγουδάς, καλό μου. Όπως ο πατέρας σου..." ψιθύρισε. Σηκώθηκε σκυφτή, αδύναμη, να το βάλει στην κούνια, έτριψε λίγο τη μέση της, κι ύστερα, απρόσμενα, έκανε δυο βήματα μπροστά και πίσω σαν να΄θελε να χορέψει...
Την ίδια μέρα ο κύριος Κώστας Π. Βρεττάκος χάραξε στο πίσω μέρος της εικόνας της Παναγιάς:" Γεννήθηκε, σήμερα, 1η του Γενάρη του 1912, ο γιος μου Νικηφόρος".
Το αγοράκι μεγάλωνε στην Πλούμιτσα, στο κτήμα του πατέρα του, έναν τόπο μακριά από τον κόσμο, στη ρίζα του χιονισμένου Ταΰγετου. Είχε σγουρά μαλλιά, έξυπνα μάτια, και ήταν παιδάκι ντροπαλό μα καλότροπο και γελαστό. Στην αγκαλιά της μάνας του άκουσε τα πρώτα νανουρίσματα κι έμαθε να τα λέει χρόνια μετά, όταν ήρθαν στη ζωή τα μικρότερα αδέρφια του. Η Σοφία, η Αγγελική, η Αφροδίτη και ο Μιχάλης.
Έπαιζε ο μικρός Νικηφόρος με τα ξαδέρφια του, αλλά προτιμούσε τη μοναξιά, γιατί διασκέδαζε με τα πιο απλά πράγματα της φύσης. Ένιωθε να του κάνουν παρέα οι ψηλές βελανιδιές δίπλα στο σπίτι τους, παρατηρούσε τις μέλισσες πάνω στα άγρια λουλούδια, και τα βράδια ρωτούσε τον πατέρα του να του πει τι είναι τα αστέρια, ποιος τα έφτιαξε και πόσο χρονών είναι. Μάζευε πασχαλίτσες, τις ανέβαζε στο σπίτι να περπατήσουν στο πάτωμα, τις τάιζε ψίχουλα. Έφτιαχνε ζωντανές συλλογές από μικρόζωα, που και οι μεγάλοι ακόμα τις έβλεπαν με πολλή περιέργεια. Αυτοί ήταν οι φίλοι του που τους αγαπούσε και τον αγαπούσαν .
Η μητέρα του ήταν μια γυναίκα απλοϊκή και δεν ήξερε καθόλου γράμματα. Ήταν όμως γεμάτη από τη σοφία που δίνει η φύση στις μητέρες. Έλεγε πως τα αστέρια είναι οι ψυχούλες των πεθαμένων και τίποτε άλλο.
Ο πατέρας του, ένα γαλήνιος κι ευγενικός άνθρωπος, ήξερε πολλά γράμματα. Αγαπούσε τον κόσμο και είχε τα χέρια του διαρκώς ανοιχτά. Πάντοτε έδινε. Τη ζωή του την έφτιαχνε με την αγνή του ψυχή. Τον καλόκαρδο χαρακτήρα τον είχε κληρονομήσει από τη δική του μητέρα, την Αγγελική Μαυρομιχάλη· μα ο πατέρας του, αντίθετα, ήταν άνθρωπος σκληρός, πολύ πλούσιος, μα σχεδόν βάρβαρος.
Τις βροχερές μέρες ο μικρός Νικηφόρος ήταν ο πρώτος που έβγαινε από το σπίτι. Έτρεχε ξυπόλυτος μες στη λάσπη να ψάξει το πρόσωπό του στα ρυάκια, και να δει πώς χύνονταν στους αδιάβατους λόγκους και τις ρεματιές.
Μεγάλες χαρές έκανε όταν έφτιαχναν με τον πατέρα χαρταετούς από εφημερίδες, βαμμένους κόκκινους, που άλλοτε έμπλεκαν στα δέντρα κι άλλοτε σχίζονταν στα βράχια, κάνοντας την καρδιά του να χοροπηδάει. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, αφού βεβαιωνόταν πως τους άλλους τους είχε πάρει ο ύπνος, σηκωνόταν και, πατώντας στα νύχια, έφτιανε στην κλεισμένη πόρτα και την άνοιγε. Έξω ο καλοκαιριάτικος ήλιος τσουρούφλιζε τον αέρα, κι η γη άχνιζε. Ένιωθε την κάψα τους, αλλά του άρεσε. Ανοιγόταν στο φως από ένστικτο. Από τότε χαράχτηκαν στη μνήμη του εικόνες που αποτυπώθηκαν στα χρόνια της ωριμότητας.

Όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι,
όμοια κι εγώ. Τριγυρίζω
διαρκώς γύρω απ' τη λέξη...
Με το νήμα
των λέξεων, αυτόν τον χρυσό
του χρυσού, που βγαίνει απ' τα βάθη
της καρδιάς μου, συνδέομαι, συμμετέχω
στον κόσμο...
 
    ...Ο αγρός των λέξεων, Τα ποιήματα , τόμος 3

Μια φορά γύρισε δαγκωμένος από μια μέλισσα κι έκλαιγε, έκλαιγε απαρηγόρητα, όχι τόσο γιατί το κάτω χείλος του είχε πρηστεί και πονούσε, όσο για την κακία της μέλισσας που εκείνος δεν την είχε πειράξει.
Άλλη φορά τον βρήκε ο πατέρας του γονατισμένο μπροστά σ' έναν θάμνο, να κοιτάζει ένα κουλουριασμένο φίδι. Έσκυψε, τον άρπαξε απότομα και τον σήκωσε αγκαλιά. Ο μικρός απόρησε γι' αυτό, κι όπως απομακρύνονταν, είχε γυρισμένο το κεφάλι του και κουνούσε το ένα του χεράκι, αποχαιρετώντας το φίδι, σαν του έδινε τη φιλική του υπόσχεση πως θα ξαναγύριζε.
Μα πιο πολύ απ' όλα είχε μείνει στη μνήμη του μια ψηλή καρέκλα. Κάθε φορά που χανόταν στις λαγκαδιές, κι ο πατέρας τον έβρισκε ύστερα από ώρα, τον πήγαινε σπίτι, τον κάθιζε πάνω της, γονάτιζε στο πάτωμα κι έβγαζε τα αγκάθια από τα ξυπόλυτα ποδαράκια του.
Ο Νικηφόρος και τα αδέρφια του κατέβαιναν στα νερά, στο σημείο που βρισκόταν η μεγάλη κληματαριά τους, κι έδιωχναν με δυνατές φωνές ένα σμήνος πουλιών που τσιμοπολογούσαν τα ώριμα σταφύλια.
"Έχουν δικαίωμα κι αυτά στην ίδια τροφή με μας" έλεγε ο πατέρας στα παιδιά του. Πολλά χρόνια μετά θα παρομοίαζε τους στίχους των ποιημάτων του με σμήνος πουλιών.

...Η ψυχή μου ένα σμήνος
Πουλιών μυριάδων πουλιών...
Φτερούγισαν κι έμειναν
Μέσα στις λέξεις.

       ... Η ποίηση, Η εκλογή μου

Εκεί γύρω στα νερά της πηγής μουσκεύονταν τα παιδιά, για να φύγει η σκόνη και ο ιδρώτας του παιχνιδιού. Ένιωθαν ελεύθερα κι ευτυχισμένα όταν μέσ' από τα κλαδιά και τα αγριόχορτα ξεπετάγονταν σουσουράδες και σπουργίτια, πέρδικες και λαγουδάκια. Έτρεχαν προς τα εκεί όπου είχαν φύγει τα πουλιά και τα ζώα, κι αυτό ήταν το καλύτερο παιχνίδι τους.
Η ζωή του Νικηφόρου ήταν ξένοιαστη στα πρώτα παιδικά του χρόνια.
Ακόμα και τα βουνά τα έβλεπε σαν να είχαν ζωντανές φυσιογνωμίες, σαν να ήταν όλα γύρω του μια οικογένεια. Αργότερα θα μπορούσε να θυμάται πως κάποτε ήταν βασιλιάς. Πως κάποτε είχε ένα μεγάλο βασίλειο, πολύ όμορφο και πολύ φωτεινό. Τότε φανταζόταν πως ένα τέτοιο βασίλειο θα ήταν και όλος ο άλλος κόσμος που ακόμα δε γνώριζε. Αυτά ως τα έξι του χρόνια. Και ακριβώς αυτά τα χρόνια θα θεωρούσε κάποτε ευλογημένα, γιατί τότε ζυμώθηκε με την ομορφιά της φύσης.


Από το πολύ όμορφο βιβλιαράκι , για νεαρούς αναγνώστες και αναγνώστριες, της Αθηνάς Μπίνιου, Νικηφόρος Βρεττάκος. Το παιδί που έγινε ποιητής, Εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2012

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Το παιδί με τη σάλπιγγα


Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του κόσμου.
Να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα
αναμμένα για τα Χριστούγεννα - στο τζάκι του νέγρου
ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά
στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ
μπορεί και να μην υπάρχω ως αύριο.
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες 
ορατές νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου.

Να την κάνεις αγάπη.


Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα Ποιήματα, τ.2, Τρία Φύλλα, Αθήνα 1984, 2η έκδοση


Τρίτη 24 Μαΐου 2016

Η σκαλωσιά

Πώς γίνεται είκοσι χρονών ένα παιδί γεννημένο σε μιαν απόμακρη συνοικία, μέσα σε μιαν αυλή, μόνον η μάνα του μπορεί να το ξέρει. Εγώ και σεις τα φανταζόμαστε όλα, νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα, ωστόσο απλώς φιλοσοφούμε μπροστά σ’ αυτόν που τα ζει όλα, μπροστά στη μάνα π.χ. που μεγαλώνει το παιδί της στην αυλή μιας μακρινής συνοικίας. Το μόνο πράσινο που είδε αυτό το παιδί, ήταν το χορταράκι που φύτρωνε το χειμώνα ανάμεσα στις πλάκες αυτής της αυλής, κάτω από τα σύρματα ή τα σκοινιά που κρέμονταν τα βρεγμένα ρούχα. Λίγος ήλιος, λίγος αέρας, λίγο γάλα και πολλά ελπιδοφόρα νανουρίσματα και τραγούδια σε πικρό ρυθμό από τα χείλη αυτής της μάνας, που εναγκαλίζεται όλο τον κόσμο, σφίγγοντας με καθαρό μητρικό πάθος το παιδί της στο στήθος της.

Αν μπορούσε ο Πέτρος ―έτσι λέγονταν το παιδί της― θα γίνονταν κάτι άλλο, γιατί στις τρεις τάξεις του δημοτικού που πήγε ήταν ένας καλός μαθητής. Το είπε στη μάνα του και ο δάσκαλος, αλλά εννιά χρονών χρειάστηκε να πουλάει κάτι μικροπράγματα, πότε πασατέμπο, πότε τσατσάρες, είκοσι δραχμών εμπόρευμα σ’ ένα χαρτονένιο κουτί και δεκατέσσερο χρονών να βοηθάει σ’ ένα γιαπί. Από γιαπί σε γιαπί, έφτασε είκοσι χρονών, είχε μάθει την τέχνη κι η μάνα του δεν ξενόπλενε κάθε μέρα μια που ήταν μισοπιασμένη από τ’ αρθριτικά και μια που ο θεός της τα ’φερε βολικά κι ο Πέτρος της έφερνε κάθε Σάββατο τα μεροκάματά του. Νοιάζονταν το μικρότερό της παιδί που κι αυτό κάτι έφερνε στο σπίτι πουλώντας λάστιχα και κοκαλάκια για το γιακά. Όταν ο Πέτρος δούλευε σε κοντινές οικοδομές, του ’στελνε το ψωμί του με το μικρό, γιατί σφίχτηκε η καρδιά της μια φορά που τον είδε ξανεμισμένον πάνω σε μια ψηλή σκαλωσιά.

Της φάνηκε πως η σκαλωσιά έτρεμε, πως τα σανίδια ήταν σάπια, πως ο γιος της κρεμόταν σχεδόν στον αέρα κι από τότε ποτέ δεν της έλειψε η πικρή αυτή συλλογή. Ο γιος της ένα βράδυ της είπε: «Όλος ο κόσμος μάνα έγινε με σκαλωσιές. Χιλιάδες άνθρωποι δούλεψαν και δουλεύουν στις σκαλωσιές. Μη φοβάσαι, προσέχω…». Εκείνη όμως δεν ησύχασε. Είχε δει πως τα σανίδια ήταν λειψά, της είχε φανεί μάλιστα πως η σκαλωσιά που είχε δει έγερνε. Η αγάπη μεγαλώνει τον κίνδυνο, η φαντασία δουλεύει. Κάθε μέρα που περνούσε, κάθε νέο βράδυ που επέστρεφε τον αγαπούσε περισσότερο. Έτρεχε, του ’βγαζε τα παπούτσια και του ’πλενε τα λασπωμένα πόδια. Αγαπούσε ακόμη και το πουκάμισό του που το καλοσιδέρωνε την ημέρα, για να βγει το βράδυ ο γιος της με τους φίλους του, να κάτσει στο καφενείο ή στην ταβέρνα ή να σεργιανίσει στην κεντρική οδό.

Πώς έγινε εκείνη την μέρα κι άλλαξε ο κόσμος, εκείνη δεν το κατάλαβε. Όταν άκουσε την είδηση έπεσε ξερή. Το παιδί είχε πέσει κι είχε μείνει στον τόπο. Ήταν λίγο πριν το μεσημέρι. Το φαγητό του ήταν δεμένο στην πετσέτα και το περίμενε. Τηλεφώνησαν, ήρθε γρήγορα το ασθενοφόρο. Μάταια πράγματα. Η ανάσα του είχε κοπεί. Ο εργάτης που έχωσε μες στο πουκάμισό του κι ακούμπησε το ασβεστωμένο του χέρι στην καρδιά του, το είπε: «Πέθανε». Το βραδάκι που θα σχόλαγαν οι εργάτες θα ξανασυναντούσαν τον σκοτωμένο τους σύντροφο στο σπίτι του, ξαπλωμένον, αμίλητον, όμορφον όπως πάντα, είκοσι χρονών για πάντα.

Ο ίδιος εργάτης που έβαλε το χέρι στην καρδιά του, πήρε με το σχόλασμα και την πετσέτα με το φαΐ του Πέτρου μαζί του. «Θα το πάω στο σπίτι, είπε, για το άλλο της παιδί». Η μάνα του είχε πλύνει για τελευταία φορά τα πόδια και του είχε φορέσει το καλό του πουκάμισο. Στον κόσμο τα ίδια δάκρυα έχουν διαφορετικό βάρος.

Σας έγραψα σήμερα μια πολύ κοινή ιστορία, που την έμαθα αρχίζοντας από το τέλος της. Ένα βράδυ μου ’δειξαν μια γυναίκα, που ανέβαινε σ’ ένα λόφο, κοιτούσε τις σκαλωσιές των οικοδομών που χτίζονταν κι έκανε το σταυρό της. Παρακαλούσε για τα παιδιά όλου του κόσμου, που δουλεύουν στις σκαλωσιές.



Νικηφόρος Βρεττάκος

Δρόμοι της Ειρήνης, αρ. 56, Σεπτέμβρης 1962

Αναδημοσίευση από το ΕΝΩΜΕΝΟ ΚΤΙΣΤΑΔΙΚΟ

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

"Παίρνω και βγάζω περίπατο την ψυχή μου κάθε που αρχίζει να σκληραίνει το χαμόγελό της..."

Δύο ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου από τη συλλογή "Απογευματινό ηλιοτρόπιο". Μνημόσυνο στον ποιητή που έβγαλε την ψυχή του περίπατο μια καλοκαιρινή μέρα σαν και τη σημερινή το 1991.
Κόπωση
Τα χέρια μου αφήσαν και πάλι το χώρο
της αναζήτησης κ' έπεσαν. Ώρα ν' αναπαυτούν.
Κ' η ψυχή μου κι αυτή που βρίσκεται μέσα τους
( γιατί διαποτίζει το χώμα μου όλο 
με ψιχία χρυσού) ώρα ν' αναπαυτεί.
Και το βλέμμα μου επίσης. Και τ' αυτιά μου
και οι πόροι μου - αόρατοι οδοί που το σύμπαν 
εισρέει διαρκώς, μεταγγίζοντας την αιώνια
εγρήγορση, ώρα ν' αναπαυτούν.
Τα μέσα παράθυρα και τα έξω:
        Όλα κλειστά.




Έξοδος
Παίρνω και βγάζω περίπατο την ψυχή μου
κάθε που αρχίζει να σκληραίνει το χαμόγελό της.
Μου το λέει: πεθύμησα τη βροχή,
τον ήλιο πάνω απ' τα βουνά ή ανάμεσα απ' τα σύννεφα
και τον αγέρα που γεννιέται αδιάκοπα στα δάση
όλος αρώματα και ουσίες, γάλα και μουσική.

Την οδηγώ σαν ένα ελάφι κάθε που διψά
μπρος στον τρεχούμενο λαμπρό μαστό της αιωνιότητας,
ανανεώνει το αίμα - φως μέσα της κ' επιστρέφει
                  στη ζωή πάλι, μ' έναν
καινούριο τόνο αθανασίας στο χαμόγελό της.

(Οι πίνακες του Dima Dmitriev)

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος, Η μητέρα μου στην εκκλησία


 Βάσω Κατράκη, Μάνα (1957). Χάραγμα σε πέτρα. Εθνική Πινακοθήκη. Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου. Ίδρυμα Ευριπίδη Κουτλίδη
Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου κ' ετοιμάστηκε
να πάει στην εκκλησία.
Καθαρή σαν αστέρι,
παρ' όλα τα μαύρα της, κατεβαίνει τα πέτρινα
σκαλοπάτια κοιτάζοντας την ευγένεια του ήλιου
και τις άσπρες πορτοκαλιές. Δεν ξέρει η μητέρα μου
τι είναι ο ήλιος. Τον φαντάζεται αγάπη
που ανατέλλει στον ουρανό - δεν ξέρει η μητέρα μου.

Δεν ξέρει αν ήτανε Σάββατο χτες,
δεν ξέρει αν αύριο είναι Δευτέρα.
Ωστόσο τις μέρες τις γνωρίζει καλά.
Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό
κ' η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά.
Δεν ξέρει πώς γίνεται. Γύρω της όλα
φαίνονται φρέσκα, δείχνουν αλλιώς.
Και τα βράδυα της Κυριακής
λιγνή κ' υψηλή, μοναχή μέσ' στη λύπη της
ανασηκώνει τη μπόλια, στρέφει το πρόσωπο
και χαίρεται πάνω της την τάξη του κόσμου.
Δεν ξέρει η μητέρα μου.

(...)

Τώρα η μητέρα μου πηγαίνει στην εκκλησία.
Από δω κι απο κει, στις άκρες του δρόμου
σαλεύουν οι λεύκες. Καθώς παιχνιδίζουνε
μέσα στο διάφεγγο, νομίζει κανείς
πως είναι ψυχές που χαίρονται οι λεύκες.
Πώς κρέμεται ο ίδιος ο ήλιος
απάνω τους, ψαλιδισμένος σε φύλλα.
Ξεκόβοντας τέσσερα - πέντε σπουργίτια,
καθώς προχωρεί, φτερουγίζουνε παίζοντας
γύρω στους ώμους της.
Κάθε τόσο κονταίνει το βήμα,
αφουγκράζεται. Στις φωνές τους ανάμεσα ,
θαρρεί πως ακούγεται ακόμη η παιδιάστικη
του γιου της φωνή...Προσπαθεί να διακρίνει.
Θυμάται πως κάποτε στον ίδιο αυτό δρόμο
τον κρατούσε απ' το χέρι` πως ήτανε άνοιξη.
Θυμάται, ξεχνιέται, ανοίγει τα δάχτυλα
του ενός της χεριού, σα νάναι να πιάσει
πάλι το χέρι του. Κοιτάζει στο πλάι της.
Φορούν τα καλά τους οι λεύκες.

Τώρα παίρνει η μητέρα μου τη στροφή.
Μουρμουρίζουν απάνω της τα πλατάνια.
Περνά δίπλα στη βρύση που οι τρεις της αυλοί
μπερδεύουν τ' ασήμι τους μέσα στ' αυλάκι.
Τόσα χρόνια κ' ούτε ένας φθόγγος δεν άλλαξε.
Το νερό συνεχίζει να τα ίδια,
τα ίδια, τα ίδια πράγματα πάντοτε.

Δεν άλλαξε τίποτα.
Απαράλλαχτα ίδια τα κλωνάρια της λεμονιάς
ξεπετιούνται απ' τους φράχτες.
Κ' οι μέλισσες ίδιες κι ο βαθύς ολοκάθαρος
ουρανός κ' η φωνή του βάτραχου στη στέρνα.
Μονάχα η παιδική ναυτική του αλλαξιά που δεν είναι
τώρα κοντά της, μονάχα τα χρυσά του 
μαλλιά, κ' εκείνο το φρέσκο γέλιο του
γύρω στ' άσπρα δοντάκια του.

Τώρα φτάνει η μητέρα μου, πατάει το κατώφλι,
χαμηλώνει το βλέμμα της` τώρα μπαίνει στην εκκλησία.
Το πρόσωπό της ανάμεσα στη μαντηλα μοιάζει
μ' ένα ήμερο φως, που αχτιδίζει γλυκύτατα
σ'ένα πλαίσιο μαύρο. Προχωρεί προς το νάρθηκα.
Στέκεται ακίνητη πλάι στο στασίδι της.
Παρ' όλο το γύρω της πλήθος, λιγνή
κ' υψηλή μες στην άχνα
των κεριών, ξεχωρίζοντας, δείχνει ολομόναχη.

(...)

Έχει τώρα σταυρώσει τα χέρια της κι έχει
σκύψει μ' ευλάβεια - τόσο που πια
το πρόσωπό της δεν φαίνεται κάτω απ' τη μπόλια της.
Είναι ώρα πολλή που δεν έχει σαλέψει.
Σιγοψέλνει το πλήθος. Σηκώνει την όψη της,
μισανοίγουν τα χείλη της σκάζει ένα φως.

Πώς μπορεί ένα πρόσωπο που το σκάψαν οι αρμύρες,
οι καιροί και τα πράγματα που ποτέ δεν θα μάθει,
νάχει τόση γαλήνη; Πώς γίνεται αλήθεια,
ν' αναδίνουνε κάτι σαν άνθη οι ρυτίδες του;

" τας θύρας, τα θύρας..."

Προχωρεί με μισά μικρά βηματάκια,
στέκεται ανάμεσα στα δυο μανουάλια
με δεμένα τα χέρια κάτω απ' το στήθος της.
Απλώνει με διάκριση , παίρνει το αντίδωρο, σκύβει,
το διπλώνει μ' ευλάβεια στο άσπρο μαντήλι
με το μαύρο του γύρο, το κρύβει στον κόρφο της.
Η λύπη της διάφανη, της σκέπει το πρόσωπο
σαν παρθενία. Προχωρεί προς την έξοδο.
Κατεβαίνει τα δυο σκαλοπάτια, βαστώντας
ένα βαγιόκλαρο. Στρέφοντας, ρίχνει
πάνω το βλέμμα της: ήλιος και τάξη.

Τώρα ξεντύνεται. Νύχτωσε. Θαρρείς πως στο βάθος
κι ο έσπερος έβγαλε προσεχτικά τα καλά του.
Πως έξω στο σύμπαν όλα ξεντύνονται. Αύριο
ξημερώνει μέρα καθημερινή.
(αποσπάσματα)
Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα Ποιήματα, τομ. α' , Τρία Φύλλα, Αθήνα 1984, 2η έκδοση

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

" Δεν παρατιόμαστε!...Δεν παρατιόμαστε!..."

H ofisofi συμμετέχει στο "ΑΤΕΧΝΩΣ", το νέο ηλεκτρονικό περιοδικό για την πολιτική, τις τέχνες και τα γράμματα. Με τον ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο κάνουμε ποδαρικό στο περιοδικό που θα κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο στις 15 του Γενάρη.
 " Δεν παρατιόμαστε !...Δεν παρατιόμαστε !..." είναι ο τίτλος με τον οποίο αναρτήθηκε στο " ΑΤΕΧΝΩΣ" το μικρό αφιέρωμα στον αγαπημένο ποιητή. 
Καλοτάξιδο! 
Θυμάμαι  με  γλυκιά νοσταλγία τα χρόνια εκείνα τα εφηβικά που  δεχόμουν  τα ευεργετικά ραπίσματα  των πρώτων συλλογών μεγάλων αλλά άγνωστων σε μένα ποιητών . Ευγνωμοσύνη χρωστώ σε εκείνους τους καθηγητές μου που τολμούσαν να διαβάζουν μέσα στην τάξη στίχους ποιητών που δεν υπήρχαν στα σχολικά βιβλία. Αυτούς που προσπάθησαν να μας μυήσουν στην ποίηση. Με ιδιαίτερη συγκίνηση φέρνω στο νου μου την εικόνα της φιλολόγου μου , όρθια στη μέση της τάξης να  απαγγέλει με σιγανή και ήρεμη φωνή : 

« Το τραίνο ακούγονταν ακόμη που απομακρυνόταν

στο βορινό σημείο της νύχτας κάνοντας να πέφτουν

απάνω του σποραδικοί διάττοντες με το δροσερό του

σφύριγμα, όταν μου άγγιξε τα μάτια σαν αφή

ζεφύρου ο ύπνος` και σα νάγειρα το μέτωπο σε στήθος

αγαπημένο μου, αναστέναξα: « δόξα σοι» ή «αλληλούια»

ή κάτι τέτιο` κ’ ευθύς βούλιαξα σε μιαν άλλη σιωπή

όμοια μ’ αυτή που κάποτε υπήρξε για μένα

η ομιλία των ουρανών που μ’ έμαθε τα τέλεια γράμματα.

Κι από σιγά – σιγά η σιωπή θαρρούσα πως γινόταν

πιο ευδιάκριτη` μου φαινόταν πως άκουγα το χρόνο

να μουρμουρίζει κάτω από το μαξιλάρι μου

φεύγοντας  με τα « πάντα ρέοντα» κι αφήνοντας εμένα

στην όχθη, έξω απ’ το ρεύμα του, να νιώθω

και να μη νιώθω: όπως το πράσινο φύλλο που ξαναγίνεται.

Κι άλλοτε πάλι ως να βρισκόμουν πάνω σ’ ένα λίκνο

που σάλευε μελωδικά κάτω από την επίβλεψη

μιας καινούργιας μητρότητας – μιας Πλατυτέρας

όπως η Θεομήτωρ ή η Ποίηση»

Έτσι, όσο που έγινε πρωί ωραίο και το φως

πέρασε απ’ το παράθυρο, περπάτησε στο πρόσωπό μου

και μου ξεσφράγισε τα μάτια και είδα: ο ουρανός

άνοιγε τη βεντάλια του πάνω προς το ατελεύτητο,

σκορπώντας ευαγγελισμούς παντού` και μια φωνή

σημάδεψε από ψηλά πολύ το μικρό σπίτι

κ’ έπεσε

Άρον τον κράββατον σου, λέει ο ήλιος, και περιπάτει!

Το φως μπαίνει στο σώμα μου όπως οι αχτίνες

από τα τζάμια των εκκλησιών

αναζητώντας τον εσταυρωμένο.»

Και έγινε όπως το είπε ο ποιητής : « το φως μου ξεσφράγισε τα μάτια και είδα».  Έτσι γνώρισα τον Νικηφόρο Βρεττάκο και άκουσα τη φωνή του  να ρέει μέσα μου όπως «Το Ποτάμι Μπυές».

« Κ’ ήσουν εσύ ποτάμι, Μπυές, που κάτω από το λόφο

έρρεες ανάμεσα στα δέντρα με τα φρέσκα

φύλλα` που μες στον καθρέφτη σου

σάλευαν οι δαντέλες των βουνών και γίνονταν

κι αυτές ποτάμι. Κ’ έσκυψα κ’ εγώ τότε στη διάφανη

κοίτη σου, όπου σμίγοντας έρρεαν αξεχώριστα

ο ουρανός και το νερό. Κοίταξα  και ξαφνιάστηκα :

Είδα πώς είμαι ακόμη πρόσωπο. Πως έχω

συναντηθεί με τον εαυτό μου. Κ’ έσκυψα περσότερο

και βρήκα το χαμένο μου μαργαριτάρι, εκείνη,

την ιριδίζουσα φωνή που άρθρωνα

από τον πέτρινο εξώστη  της γης, κοιτάζοντας

το γλυκό φως. Και σούλεγα: αν ήξερες 
θα με γνώριζες,Μπυές,απ’ την σκηνή μου 
που ταξιδεύει
 άλλοι δουλεύουν με το χώμα,άλλοι με το χαλκό,

εγώ δουλεύω με τον πόνο` θα με γνώριζες.

Και, ωραίο ποτάμι που είσαι Μπυές, σούλεγα, με τον κόσμο

καθρεφτισμένον στην καλή του ώρα και μ’ ένα κάλλος

που δεν θυμίζει παρελθόν. Και σε κοιτούσα,

τα δέντρα κρέμονταν μες στο νερό σου, κ’ έλεγα:

Καθρεφτίζεις τον ουρανό ή εσύ καθρεφτίζεσαι;

Γιομίζει το στόμα σου λέξεις και φως –

αυτό θα ειπεί άλλωστε ποιητής, ή αγάπη:

Το φως μες στο στόμα σου να γίνεται λέξεις

κ’ οι λέξεις, να γίνονται φως.»

«Το Ποτάμι Μπυές και τα Εφτά Ελεγεία» ήταν η πρώτη συλλογή με την οποία μου συστήθηκε ο ποιητής. Έκτοτε  ταυτίστηκε μέσα μου με το φως, την αισιοδοξία, τη χαρά, την αγάπη για τον άνθρωπο.

« Κι αντίλαμψα όλος` τόσο που μέσα μου

φωτίστηκαν άξαφνα όλες οι μνήμες

κι αφού ντύθηκαν όμορφα βγήκαν έξω στον κόσμο

κ’ ενώθηκαν με τ’ άλλα του πράγματα και περπάταγαν .

Κι όπως περνούσανε μια – μια από εμπρός μου αναγνώριζα

όλες τις αγαθές μέρες που με μεγάλωσαν

ταΐζοντας με φως και αγάπη – δεν γνωρίζω

σε ποιο σημείο χωρίζουνε η αγάπη από το φως

ούτε αν χωρίζουν πουθενά ούτε αν μπορεί

η αληθινή ομορφιά να εννοηθεί

έξω από την αγάπη...»

 Έχει υποστηριχθεί ότι «Ο  Βρεττάκος μετατρέπει τα πιο σοβαρά γεγονότα σε δημιουργικά βιώματα και από τα έργα του μπορούμε να παρακολουθήσουμε τις βαθιές αλλαγές στη ζωή και στις ιδέες που τον συγκινούν και τον κατακτούν. Το κάθε έργο του είναι μέρος όχι μόνο της ποιητικής του βιογραφίας αλλά και ζωντανή μαρτυρία για τους καιρούς και τους ανθρώπους, για τους σύγχρονούς του, για τις δύσκολες στροφές και τα ζικ- ζακ της μοίρας τους, πούγινε μοίρα και του ποιητή»[1]

« Η καρδιά μου είναι σήμερα το πιο υψηλό

κλαδί που υπάρχει σε τούτο τον κόσμο.

Κι αυτό το πουλί που κάθεται πάνω του

η πιο κοντινή ζωή στο Θεό. Ανοίγει το χώμα,

ανοίγει την πέτρα, ανοίγει η πληγή και η ποίηση

αναβρύζει, ως να θέλει να γίνει

ένα έγχρωμο μανιτάρι, αδιαμέτρητο,

να καλύψει τον πρώτο ουρανό κι από εκεί

να κινηθεί , αναδύοντας φως , προς τον έβδομο.

Νιώθω την ψυχή μου γυμνή

καθώς το κορίτσι μες στο ποτάμι

που του κρύβουν το πρόσωπο τα ξανθά

μαλλιά του κι ο ήλιος` κι απλώνει τα χέρια,

παλεύει τη λάμψη τους, νάβρει μιαν έξοδο»

Ο ίδιος ο ποιητής « εξήγησε πώς οι λέξεις «ήλιος» και «Θεός» παίρνουν πολλές φορές στην ποίηση του μια παραπλήσια συμβολική σημασία, συμβολίζουν την τελειότητα, ή μια ποικιλία τελειοτήτων, που συναπαρτίζουν μιαν ιδεατή τελειότητα. Ο όρος « αγάπη» αντιπροσωπεύει μια βαθύτερη εσωτερική ανθρωπιστική έξαρση, που φέρνει την ύπαρξη κοντά στα προβλήματα του άλλου ανθρώπου...»[2]

Λυρικότατος ποιητής ο Νικηφόρος Βρεττάκος με γλώσσα απλή αλλά βαθιά εκφραστική , λέξεις γεμάτες χρώματα και φαντασία  στοχεύει  στην καρδιά και στο συναίσθημα. Ο ανθρωπισμός, η καλοσύνη, η συμπόνια πλημμυρίζουν τα ποιήματά του και διαμορφώνουν μιαν αντίληψη αλτρουιστική και αγωνιστική. Γι ΄αυτό σε  μια εποχή κατ’ εξοχήν αντιποιητική και δύσκολη η ποίηση του Βρεττάκου μπορεί να πέσει σαν  φωτεινή αχτίδα μέσα στο σκοτάδι, καθώς ο δρόμος προς το φως , τη λύτρωση , την έξοδο περνάει μέσα από τους  δρόμους του  αγώνα και της δράσης στο πλευρό του πάσχοντα ανθρώπου που δεν παραιτείται και δεν εγκαταλείπει , αλλά προχωράει πάντα μπροστά.

«... Αν αφήσουμε την καρδιά μας να κλαίει

σαν το βρέφος που εγκαταλείφτηκε ,

θα σαπίσουν οι ρίζες μας. Δε θα γίνουμε δέντρα.

Θα χάσουμε το προορισμένο ύψος μας, ενώ

δεν τελειώνει ο κόσμος μπρος σ’ ένα βουνό.

Πίσω από κάθε άστρο, Μπυές, υπάρχει ένα

άλλο άστρο. Ας προχωρήσουμε...»

Το χρέος του ποιητή είναι « να συλλάβει την ομορφιά και την αλήθεια και μέσα από τα διαχρονικά ποιητικά του σχήματα να τις μεταδώσει στους συνανθρώπους του. Αυτό αποτελεί συμμετοχή στη δημιουργία ενός αρμονικότερου και ομορφότερου κόσμου»[3]

« Δεν πίστευα πως θα είχα τη δύναμη

ν’ ανασηκώσω μια ταφόπετρα και ν’ αναδυθώ

μ’ ένα διάφανο σώμα. Θαρρούσα πως πια

δεν ήμουν  παρά ξερό χώμα μόνο

που αν έριχνε σπόρους πάνω του ο άνεμος

θ’ αποτύχαιναν. Ούτε καν το υποψιαζόμουν

πως ήταν μέσα μου μια κρύπτη που κουλουριασμένο

ακινητούσε ένα ποτάμι, όπου θα κατοπτρίζονταν

κάποτε ο ουρανός – όταν θα κύλαγε

ξεδιπλωμένο μες στο χρόνο...

...Κι ενώ ρέουμε,

ρέουμε , ρέουμε προς τη θάλασσα, κάθε

δευτερόλεπτο , Μπυές, ξεκινάμε από την αρχή, τραβώντας

για τα χωρικά ύδατα

του ήλιου

               ανοίγοντας

κάτω από τις απανωτές μάζες των σκοτεινών

δυνάμεων ένα φωτεινό τούνελ έως την έξοδο.

Κ’ η σκόνη των μάταιων φωνών που διαλύονται

διακρίνεται πίσω μας – είδος νεφέλης.

Ενώ συνεχίζουμε...

Διεκδικούμε το χώρο μας

στο χρόνο αλήθεια

έξω απ’ το χρόνο μας.»

« Ο ποιητής πρέπει να παίρνει θέση στα σύγχρονα πολιτικά προβλήματα;» ρωτήθηκε κάποτε  ο Νικηφόρος Βρεττάκος. « Ναι, χωρίς δισταγμό» ήταν η απάντηση. « Είναι ένας πολίτης κι ο ποιητής κι όπως όλοι οι πολίτες υπόκειται σ’ αυτό το χρέος»[4]

« Λαοί και λαοί με το στήθος τους

κεντημένο απ’ το συρματόπλεγμα και νεκρόν

μες στη θλίψη τους το μεσία, μου ζήτησαν

μια φωνή και την έδωσα. Κι άλλο δεν ήθελα

παρά μόνο: συγκρατώντας το χώμα μου

γύρω από μια μικρή ίνα ζωής

να καταθέσω στη γης στεγνωμένα απ’ τον ύψιστο

ήλιο τα χέρια μου. Να εξασφαλίσω μια θέση

παρουσίας – να μπαίνει απ’ τον ένα

αιώνα στον άλλο η φωνή μου που περικλείει

το πρόσωπό μου, να διαμαρτύρεται.

Γιατί ο άνθρωπος, Μπυές, και παρ’ όλο

που χωράς το είδωλό του, πληρεί το απροσμέτρητο

κενό με τα μέτρα του. Γι’ αυτό κ’ οι ορίζοντες έγιναν

τόσο ευρείς: να χωρούν οι κινήσεις της ψυχής

και η έκταση ενός μάρτυρα που ονειρεύεται.»

Οι μέρες είναι δύσκολες και πονηρές . Πυκνή ομίχλη έχει σκεπάσει τα πάντα. Πολλές φορές νιώθουμε τσακισμένοι και απογοητευμένοι σαν ένα αόρατο χέρι να σφίγγεται γύρω από την αξιοπρέπεια και την περηφάνια μας. Έχουμε ακόμη ελπίδα μέσα σε μια κοινωνία στην οποία οι περισσότεροι άνθρωποι αιμορραγούν καθημερινά , σπαράζουν από πόνο και φαίνονται έτοιμοι να υποκύψουν στα τραύματά τους;

Η φωνή του ποιητή είναι εδώ και διαμηνύει ότι τίποτε δεν χάθηκε ακόμη:

« Συννεφιές ατελεύτητες πορευόντουσαν πάνω μου,

δίχως ραγάδες φωτός, αποστάσεις ελπίδων.

Κρεμούσαν τους ίσκιους τους στην καρδιά μου,

την πλήγωναν` το φως που είχε μέσα της

έβγαζεν αίμα, αλλά έμενε φως,

γιατί υπάρχει  και μέσα μας ένας

μικρός ουρανός κ’ ένας μόνιμος ήλιος

που περιστρέφεται. Κι όταν κλείνουν οι πόρτες

και γίνονται τα παράθυρα ένα

με το σκοτάδι κ’ η μόνωση ανάμεσα

στον κόσμο σε βγάζει έξω απ’ τον κόσμο,

τότε γίνεται μέσα σου ένα σέλας που αλείφει

τα γυμνά πληγωμένα σου

τοπία με χρώματα..»

Ο ποιητής συνεχίζει να είναι επίκαιρος και η ποίησή του συντάσσεται με τον  μαχόμενο άνθρωπο, εκείνον που  ονειρεύεται και πορεύεται μέσα στα αγκαθοτόπια για μια διαφορετική ζωή σε έναν καλύτερο κόσμο.

« Κάποτε η μέρα μας θα γενεί

και μέρα του κόσμου»

« Λοιπόν, συνεχίζουμε: « Δεν παρατιόμαστε!...

« Δεν παρατιόμαστε!...»

                                         «Δεν παρατιόμαστε!...»

Δεν υπάρχει ψηλότερη σκάλα στο λόγο,

δεν υπάρχει στο φλοίσβο μας. Είμαστε ένα ποτάμι:

κι ο αρχάγγελος Γαβριήλ με το τρίφυλλο

αστέρι του κρίνου του` κι από δίπλα του σ’ ένα

κυματάκι σου η μάνα μου με μια σημαιούλα

κ’ ιδανικές πολιτείες σε αναρίθμητα σχέδια`

και άγιες στάχτες και όνειρα ηρώων

και μαρτύρων και παιδιών, που αποκόψαν

τους έγχρωμους χαρταετούς τους οι άνεμοι

πίσω απ’ τα σύννεφα` κι ο στρατιώτης ο άγνωστος

με τα αμέτρητα ονόματα – τόσα

όση είναι η άμμος της θαλάσσης` και ο ήλιος

που καθρεφτίζεται μέσα σου σαν να διδάσκει`

κι ο Ιησούς με τον άνεμο κολπωμένον στο σάβανό του

κ’ οι άλλοι, κ’ οι άλλοι, κ’ οι άλλοι` κι αυτοί

που ακούνε το μέλλον να βράζει στις φλέβες τους

κι απ’ όλα τα γύρω μας σημεία συγκλίνουνε

στο ίδιο ποτάμι` κι αυτοί που σε μέγα

βάθος ακούγονται νάρχονται πίσω τους:

« Δεν παρατιόμαστε!...»

                                     « Δεν παρατιόμαστε!...»

( ofisofi στο " ΑΤΕΧΝΩΣ " )

Πηγές:[1] Μαρίν Ζέτσεφ, Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος

            [2,3,4] Michael Begert, Οδύνη και Ελπίδα
Τα κείμενα βρίσκονται στο συλλογικό τόμο: Νικηφόρος Βρεττάκος, Μελέτες για το έργο του, Διογένης, Αθήνα 1976

Οι στίχοι είναι αποσπάσματα από το Το Ποτάμι Μπυές . Βρίσκεται στον δεύτερο τόμο με Τα Ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τρία Φύλλα το 1984 ( 2η έκδοση)