Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένη Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2022

Θα ξημερώσει ένα «πρωί»;



Θα ξημερώσει ένα «πρωί»;
Υπάρχει αυτό που λένε «Μέρα»;
Θα το 'βλεπα απ' τα βουνά
Αν ψήλωνα μες στον αιθέρα;

Να ’χει του Νούφαρου τα πόδια;
Να ’χει το φτέρωμα Πουλιού;
Είν’ από μέρη ξακουσμένα
Που δεν τα έχω καν στο νου;

Ε συ Σοφέ! Κι εσύ Θαλασσινέ!
Πολύμαθε απ' τους Ουρανούς, εσύ!
Πείτε σ' έναν Προσκυνητή μικρό
Πού πέφτει ο τόπος που τον λεν «πρωί»;

Ποίηση: Emily Dickinson
Μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς
Μουσική: Γιάννης Μπαϊρακτάρης
Ερμηνεία: Ευτυχία Μητρίτσα

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

Χιόνια λιώνουν στον ήλιο

 

Ο πρωινός αέρας παρέδωσε τα γράμματά του με γραμματόσημα που έκαιγαν.
Το χιόνι έλαμπε κι όλα τα βάρη έγιναν πιο ελαφριά - ένα κιλό ζύγιζε 700 γραμμάρια μόνο.

Ο ήλιος κρεμόταν ψηλά πάνω απ' τον πάγο, αιωρούμενος στο ίδιο σημείο, ζεστός και κρύος συγχρόνως.
Ο άνεμος φυσούσε απαλά σαν να έσπρωχνε παιδικό καροτσάκι.

Οι οικογένειες βγήκαν έξω, είχαν να δουν καθαρό ουρανό εδώ και καιρό.
Βρισκόμασταν στο πρώτο κεφάλαιο μιας πολύ συγκινητικής ιστορίας.

Η λιακάδα κόλλησε πάνω σ' όλα τα γούνινα σκουφιά σαν γύρη πάνω σε αγριομέλισσες
και η λιακάδα κόλλησε πάνω στη λέξη ΧΕΙΜΩΝΑΣ κι έμεινε κει ως το τέλος του χειμώνα.

Μια νεκρή φύση με ξυλεία πάνω στο χιόνι με γέμισε σκέψεις. Τη ρώτησα:
" Έρχεσαι να πάμε μαζί στην παιδική μου ηλικία;" Απάντησε "ναι'.

Μέσα στους θάμνους ακούστηκε μουρμουρητό από λέξεις μιας καινούργιας γλώσσας:
τα φωνήεντα ήταν γαλάζιος ουρανός και τα σύμφωνα μαύρα κλωνάρια,
και μιλούσε τόσο απαλά πάνω απ' το χιόνι.
Όμως το αεριωθούμενο που υποκλίθηκε με φούστα από βροντές
έκανε τη σιωπή πιο βαθιά.


Tomas Tranströmer , ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εισαγωγή - Μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου, Εκδόσεις Printa, Αθήνα 2004            

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Μαγεμένη ψυχή

Ρομαίν Ρολάν 
δεν είχα ξαναδιαβάσει. Το κίνητρο στην προκειμένη περίπτωση ήταν και η προσφορά μεγάλου βιβλιοπωλείου. Πολύ χαμηλή τιμή για έξι μικρούς τόμους. Κάπως έτσι " Η Μαγεμένη Ψυχή" μπήκε στη ζωή μου και με μάγεψε. 
Πρόκειται για την ιστορία της Αννέτας Ριβιέρ και των ανθρώπων που έζησαν και έδρασαν μαζί της. Μαζί όμως με αυτή την ιστορία παρακολουθούμε την ιστορία της Γαλλίας, της Ευρώπης, της ανθρωπότητας ολόκληρης  από το 1900 μέχρι τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εκπληκτική αφήγηση, ωραία αναπτυγμένοι χαρακτήρες, λεπτομερείς περιγραφές τόσο των τόπων όσο και των ανθρώπων. Οι σκέψεις , οι ψυχολογικές διεργασίες και διακυμάνσεις των ηρώων κυριαρχούν σε όλο το έργο. 
Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είναι οι προοδευτικές και επαναστατικές ιδέες του συγγραφέα. Δεν είναι και μικρό πράγμα να παρουσιάζει μια γυναίκα των αρχών του 20ου αι. , η οποία τολμά να υψώσει το ανάστημά της σε όλο το πλέγμα των προκαταλήψεων και του συντηρητισμού της εποχής και να  προσπαθεί να πορευθεί στη ζωή της όπως αυτή ονειρεύτηκε , συχνά με πολύ πόνο, αρνούμενη να συμβιβαστεί ακόμη και με ό,τι αγαπούσε. Ανύπαντρη μητέρα από επιλογή γιατί ο άνδρας που ερωτεύτηκε δεν αγαπούσε αληθινά την ελευθερία και τα δικαιώματα της ως ανθρώπου. 
Ο Ρομαίν Ρολάν στηλιτεύει την υποκρισία και  την ανηθικότητα της γαλλικής κοινωνίας, αναδείχνει την πολιτική ιδιοτέλεια, τη μικρότητα των πολιτικών ανδρών, τη διάσταση της θεωρίας από την πράξη. 
Καταδικάζει τον πόλεμο με την αποκάλυψη του αποτρόπαιου προσώπου του στα πεδία των μαχών και την καταπάτηση κάθε δικαιώματος των ηττημένων. Συνταρακτικές και απόλυτα ρεαλιστικές οι πολεμικές σκηνές  αποτελούν αντιπολεμικό ύμνο.
Προβάλλει τον απόηχο των γεγονότων της Οκτωβριανής Επανάστασης  και όλες τις ιδεολογικές συγκρούσεις ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της Γαλλικής κοινωνίας, αλλά και τις επιδράσεις στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των ηρώων του.
Δείχνει την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία και του ναζισμού στη Γερμανία και παρουσιάζει το πρόσωπο του τέρατος μέσα από τη ζωή των ανθρώπων της ιστορίας του.
Και σε όλη αυτή τη διαδρομή πρωταγωνιστούν κυρίως γυναίκες · γυναίκες δυναμικές, γυναίκες θαρραλέες, τολμηρές σε κάθε βήμα της ζωής τους· γυναίκες που έχουν πάρει τη ζωή στα χέρια τους και ανάλογα αντιμετωπίζουν τα μέλη της οικογένειας τους και πληρώνουν μεγάλο τίμημα για αυτές τους τις επιλογές, συνειδητές επιλογές. Μπόρεσαν όμως και κατέκτησαν την προσωπική ελευθερία , σωματικά και πνευματικά, αγωνιζόμενες συγχρόνως  για την κοινωνική και πολιτική ελευθερία. Και γι' αυτό μαγικές...
Η Αννέτα Ριβιέρ είναι το πρότυπο της αγωνιζόμενης γυναίκας όχι απλά να επιβιώσει , αλλά να εφαρμόσει τις ιδέες της και να πορευτεί με αξιοπρέπεια μέσα από δύσκολους δρόμους χωρίς διδακτισμό με το βλέμμα και τη ψυχή στους πραγματικούς ανθρώπους. Ξεχειλίζει από αγάπη η ταλαιπωρημένη  καρδιά της.

" Όταν γράφω ένα μυθιστόρημα, διαλέγω ένα πλάσμα, που νιώθω  πως συγγενεύω μαζί
του - ( ή καλύτερα , με διαλέγει αυτό). - Άμα τώρα το διαλέξω , τ' αφήνω λεύτερο, δίχως να προσέχω μήπως κι ανακατέψω μαζί του την προσωπικότητά μου. Είναι βαρύ φορτίο να σέρνει κανένας απάνω του μισόν αιώνα μια προσωπικότητα. Η θεία ευεργεσία της τέχνης είναι που μας απολυτρώνει απ' αυτήν, ποτίζοντάς μας άλλες ψυχές, ξαναντύνοντάς μας άλλες υπάρξεις - ( οι φίλοι μας Ινδοί θάλεγαν: " άλλες υπάρξεις μ α ς" : γιατί τα πάντα υπάρχουν στον καθένα...)
Όταν, λοιπόν, διαλέγω τον Ζαν Κριστόφ ή τον Κολά, ή την Αννέτα Ριβιέρ, δεν είμαι πια τίποτ' άλλο παρά ο γραμματέας των στοχασμών τους. Τους ακούω, τους βλέπω να δρουν, και βλέπω με τα μάτια τους. Όσο προχωρούν και μαθαίνουν την καρδιά τους και τους ανθρώπους, προχωρώ και μαθαίνω κ' εγώ μαζί τους· όταν γελιούνται, τρικλίζω· όταν ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους, ξανασηκώνουμαι και ξαναπαίρνουμε το δρόμο. Δε λέω  πως ο δρόμος αυτός είναι ο καλύτερος. Μα ο δρόμος αυτός είναι ο δικός μας. Έχουν δεν έχουν δίκιο, ο Κριστόφ, ο Κολά κ' η Αννέτα, υπάρχουν. Η ζωή δεν είναι η μικρότερη δικαίωση.
Μη ζητάτε αυτού θέση ή θεωρία. Κοιτάξτε μόνο την εσωτερική ιστορία μιας ειλικρινούς, μακριάς, γόνιμης σε χαρές και πόνους ζωής, που δεν είναι απαλλαγμένη από αντιφάσεις, που βρίθει από πλάνες· και που όλο πασκίζει, στη θέση της απρόσιτης Αλήθειας, να φτάσει στην αρμονία του πνεύματος, που είναι η υπέρτατή μας αλήθεια." γράφει ο Ρομαίν Ρολλάν απευθυνόμενος στο αναγνώστη του.
Ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει και αξίζει να το αναζητήσετε. Αν και μεγάλο σε όγκο , είναι ένα μυθιστόρημα καθηλωτικό από κάθε άποψη. 
Ο Ρομαίν Ρολλάν βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1915


Ρομαίν Ρολλάν, Η Μαγεμένη Ψυχή, τόμοι 6,μετφρ. Άρης Νικολετόπουλος,  Εκδόσεις Γκοβόστη χ.χ.
Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το σημείωμα του μεταφραστή


Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

Το σπίτι με τη μουσμουλιά

 

...Ο παππούς με τη Μαρούτσα παρηγοριόταν χτίζοντας παλάτια στην άμμο για το καλοκαίρι που θα πουλούσαν παστές σαρδέλες και φραγκόσυκα κι έκαναν σχέδια να πάνε στο θυννείο για τόνους ή για ξιφιούς, που έδιναν καλό μεροκάματο, και στο μεταξύ ο μαστρο - Τούρι θα διόρθωνε την Προβιντέντσα τους. Τα παιδιά κάθονταν κι άκουγαν προσεχτικά, με το σαγόνι στο χέρι, τις κουβέντες που γίνονταν στο χαγιάτι ή μετά το δείπνο. Ο 'Ντόνι όμως, που είχε ταξιδέψει και γνώριζε τον κόσμο καλύτερα απ' τους άλλους, βαριόταν με τις φλυαρίες τους και προτιμούσε να σεργιανάει στο καπηλειό, όπου σύχναζαν ένα σωρό άνθρωποι που δεν έκαναν τίποτε, όπως ο θείος Σαντόρο, που, ενώ βρισκόταν στη χειρότερη μοίρα απ' όλους, έκανε αυτή την εύκολη δουλειά, ν' απλώνει το χέρι στους περαστικούς και να ψελλίζει το " Άβε Μαρία". Άλλοτε πάλι πήγαινε στον κουμπάρο Τσουπίντου με την πρόφαση να δει σε ποιο στάδιο βρισκόταν η Προβιντέντσα, για να τα πει λίγο με τη Μπάρμπαρα που όταν ήταν εκεί ο κουμπάρος ' Ντόνι πήγαινε κι έβαζε ξερόκλαδα κάτω από το καζάνι με την πίσσα.
"Στιγμή δεν κάθεστε, κουμπάρα Μπάρμπαρα", της έλεγε ο Ντόνι, " είστε το δεξί χέρι του σπιτιού· γι' αυτό δε θέλει να σας παντρέψει ο πατέρας σας".
" Δε θέλει να με παντρέψει μ' αυτούς που δεν είναι για μένα", απαντούσε η Μπάρμπαρα. " όμοιος στον όμοιο..."
" Θα ήμουν κι εγώ ένας απ' τους όμοιούς σας αν το θέλατε σεις, κουμπάρα Μπάρμπαρα..."
" Τι λόγια είναι αυτά, κουμπάρε ' Ντόνι; Η μαμά γνέθει στην αυλή κι ακούει τι λέμε".
"Έλεγα για τα κλαδιά που είναι χλωρά και δε λένε ν' ανάψουν. Αφήστε με να σας βοηθήσω".
" Είναι αλήθεια πως έρχεστε εδώ για να βλέπετε τη Μαντζιακαρούμπε που βγαίνει στο παράθυρο;"
" Γι' άλλο λόγο έρχομαι εγώ εδώ, κουμπάρα Μπάρμπαρα. Έρχομαι για να βλέπω πώς πάει η Προβιντέντσα".
" Μια χαρά πάει κι ο μπαμπάς λέει ότι παραμονή Χριστουγέννων θα τη ρίξετε στη θάλασσα".
Όσο πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, οι Μαλαβόλια δεν έκαναν άλλο από το να πηγαινοέρχονται στην αυλή του μαστρο - Τούρι Τσουπίντου. Στο μεταξύ όλο το χωριό είχε σηκωθεί στο πόδι. Οι εικόνες των αγίων σ' όλα τα σπίτια στολίζονταν με κλαδιά και πορτοκάλια και τα παιδιά έτρεχαν πίσω από την γκάιντα που πήγαινε  κι έπαιζε μπροστά από τα φωτισμένα παρεκκλήσια, δίπλα στις εισόδους. Μόνο στο σπίτι των Μαλαβόλια το άγαλμα του Ιησού Χριστού ήταν παραμελημένο, ενώ ο 'Ντόνι του αφέντη 'Ντόνι έκανε τον κόκορα από δω κι από εκεί και η Μπάρμπαρα Τσουπίντα τού έλεγε: " Θα σκεφτόσαστε καμιά φορά τουλάχιστον ότι εγώ έλιωνα την πίσσα για την Προβιντέντσια όταν θα βρίσκεστε στη θάλασσα;"
Ο Πιεντιπάπερα όπου καθόταν κι όπου στεκόταν έλεγε ότι αυτόν θα τον έτρωγαν τα κορίτσια.
" Εμένα τρώνε όλοι και κανέναν άλλο", γκρίνιαζε ο θείος Κροτσιφίσο. " Θέλω να δω πού θα βρουν τα λεφτά για τα λούπινα άμα παντρευτεί και ο 'Ντόνι και δώσουν και προίκα στη Μένα, χώρια το φόρο που έχουν να δίνουν για το σπίτι κι όλα εκείνα τα μπλεξίματα με την υποθήκη που βγήκαν στη φόρα. Τα Χριστούγεννα έφτασαν, αλλά οι Μαλαβόλια ούτε φωνή ούτε ακρόαση".
Ο αφέντης 'Ντόνι πήγαινε και τον έβρισκε στην πλατεία ή κάτω από το υπόστεγο και του έλεγε: " Τι θέλετε να κάνω αφού δεν έχω χρήματα; Εσείς στίβετε την πέτρα για να βγάλει αίμα! Περιμένετε ως τον Ιούνιο, κάντε μου αυτή τη χάρη, αλλιώς πάρτε την Προβιντέντσα και στο σπίτι με τη μουσμουλιά! Δεν έχω τίποτε άλλο".
" Εγώ θέλω τα λεφτά μου", επέμενε ο Καμπάνα ντι λένιο ακουμπισμένος με την πλάτη στον τοίχο. " Εσείς είπατε ότι είστε τίμιοι και δεν ξοφλάτε τα χρέη σας με λόγια του αέρα για την Προβιντέντσα και για το σπίτι με τη μουσμουλιά".
Είχε μαραζώσει. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν κι ούτε μπορούσε να ξεθυμάνει απειλώντας με τον κλητήρα, γιατί αμέσως, ο αφέντης 'Ντόνι τού έστελνε τον Τζιαμαρία ή το γραμματέα να ζητήσουν έλεος. Δε μπορούσε ούτε στην πλατεία να πάει πια για τις δουλειές του χωρίς να μπλεχτούν στα πόδια του, κι όλοι έλεγαν πως εκείνα τα λεφτά ήταν λεφτά του διαβόλου. Με τον Πιεντιπάπερα δε μπορούσε να ξεθυμάνει, γιατί αμέσως του έλεγε ότι τα λούπινα ήταν χαλασμένα κι ότι εκείνος ήταν απλός μεσίτης. " Αυτή την εξυπηρέτηση όμως μπορεί να μου την κάνει", μουρμούρισε μόνος του κάποια στιγμή κι αναστατώθηκε τόσο πολύ με την ιδέα του, που δε μπόρεσε να ξανακλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα. Μόλις ξημέρωσε, πήγε να βρει τον Πιεντιπάπερα, που ακόμη τεντωνόταν και χασμουριόταν στην πόρτα του σπιτιού του. " Θα πούμε ότι σας πούλησα την πίστωση", του είπε αμέσως, " έτσι θα στείλουμε κλητήρα στους Μαλαβόλια χωρίς να μπορούν να πουν ότι είστε τοκογλύφος όταν ζητήσετε τα λεφτά σας κι ούτε ότι είναι λεφτά του διαβόλου".
" Χθες βράδυ σάς ήρθε αυτή η φαεινή ιδέα;" ειρωνεύτηκε ο Πιεντιπάπερα. " Αυτό θέλατε να μου πείτε και με ξυπνήσατε απ' τ' άγρια χαράματα;"
" Ήρθα να σας πω και για τις κληματσίδες. Αν τις θέλετε, πάτε να τις πάρετε".
" Στείλτε τότε τον κλητήρα", απάντησε ο Πιεντιπάπερα, "αλλά τα έξοδα δικά σας".
Εκείνη η αγαθή γυναίκα η κουμπάρα Γκράτσια βγήκε επί τούτου με το νυχτικό για να πει στον άντρα της: " Τι μαγειρεύει πάλι ο θείος Κροτσιφίσο; Αφήστε τους πια ήσυχους τους φουκαράδες τους Μαλαβόλια, αρκετά βάσανα έχουν στο κεφάλι τους".
" Άντε να γνέσεις εσύ", απάντησε ο κουμπάρος Τίνο.
" Οι γυναίκες έχουν μακριά μαλλιά και κοντή γνώση", κι έφυγε κουτσαίνοντας να πάει να πιεί το αψέντι του στον κουμπάρο Πιστούτο.
" Μαύρα Χριστούγεννα θα περάσουν οι κακομοίρηδες", μουρμούριζε η κουμπάρα Γκράτσια με τα χέρια στην κοιλιά.
Μπροστά σε κάθε σπίτι υπήρχε κι ένα παρεκκλήσι στολισμένο με κλαδιά και πορτοκάλια και το βράδυ, όταν ερχόταν η γκάιντα, άναβαν τα καντήλια κι έψελναν, γιατί αυτή η γιορτή ήταν για όλον τον κόσμο. Τα παιδιά έπαιζαν  στο δρόμο με φουντούκια κι άμα ο Αλέσι σταματούσε λίγο να κοιτάξει με τα ποδαράκια ανοιχτά τού έλεγαν:
" Να φύγεις άμα δεν έχεις φουντούκια να παίξεις. Τώρα θα σας πάρουν και το σπίτι".
Πραγματικά, παραμονή Χριστουγέννων κατέφθασε ο κλητήρας με το αμάξι του ειδικά για τους Μαλαβόλια κι αναστατώθηκε όλο το χωριό. Άφησε ένα φύλλο χαρτί με σφραγίδες πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο άγαλμα του Ιησού Χριστού. 
" Είδατε τον κλητήρα που ήρθε στους Μαλαβόλια;" έλεγε η κουμπάρα Βένερα. " Τώρα την έχουν άσχημα".
Ο άντρας της δε μπορούσε να το πιστέψει ότι εκείνη είχε δίκιο, άρχισε να φωνάζει και να χαλάει τον κόσμο.
" Το είχα πει εγώ, Άγιοι Απόστολοι, ότι δε μου άρεσε εκείνος ο 'Ντόνι που τριγύριζε στο σπίτι μας".
" Εσείς να μη μιλάτε γιατί δεν ξέρετε τίποτε", τον απόπαιρνε η Τσουπίντα. " Αυτές είναι δικές μας δουλειές. Έτσι παντρεύονται τα κορίτσια, αλλιώς μένουν στο ράφι σαν παλιές κατσαρόλες".
" Τι γάμους ονειρεύεσαι, δεν είδες που ήρθε ο κλητήρας;"
Η Τσουπίντα τον φασκέλωσε. " Γιατί, εσείς ξέρατε ότι θα ερχόταν ο κλητήρας; Μια ζωή γαβγίζετε, αλλά πάντα κατόπιν εορτής κι ούτε το δαχτυλάκι δεν κουνάτε για κάνετε κάτι. Στο τέλος - τέλος ο κλητήρας δεν τρώει πια ανθρώπους!"
Ο κλητήρας δεν τρώει βέβαια ανθρώπους, αλλά οι Μαλαβόλια απόμειναν ξεροί, λες και τους ήρθε αποπληξία, και καθισμένοι ένα γύρο στην αυλή κοιτάζονταν αμίλητοι· εκείνη τη μέρα, που ήρθε ο κλητήρας, δε στρώθηκε τραπέζι στο σπίτι των Μαλαβόλια...


Giovanni Verga, Το σπίτι με τη μουσμουλιά ( Οι Μαλαβόλια ), μετφρ.Κούλα Κυριακίδου - Καφετζή, Εξάντας, Αθήνα 1991
" Τούτη η ιστορία είναι μια αληθινή και αντικειμενική μελέτη όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα στις ταπεινές τάξεις, των πρώτων ανησυχιών τους για καλύτερη ζωή και της αναστάτωσης που φέρνει μέσα σε μια σχετικά ευτυχισμένη ως τώρα οικογένεια η ακαθόριστη λαχτάρα για το άγνωστο, η συνειδητοποίηση ότι δεν ζει καλά ή ότι πάντως θα μπορούσε να ζει καλύτερα...
...Στο Σπίτι με τη μουσμουλιά, βρισκόμαστε ακόμη μπροστά στον αγώνα για την απόκτηση βασικών υλικών αγαθών...
...Οι Μαλαβόλια είναι οι ηττημένοι. Αυτοί που το ρεύμα ξέβρασε στην ακτή αφού πρώτα τους παρέσυρε, τους καταπόντισε, τον καθένα με τη σφραγίδα των αμαρτιών του που θα' πρεπε να' ναι η ακτινοβολία της αρετής του..." ( Giovanni Verga, 1881)

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2020

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Ιστορική φωτογραφία με τον αρχιεπίσκοπο του Σαν Σαλβαδόρ, Αρτούρο Ριβέρα ι Ντάμας και δημοσιογράφους μπροστά στις σορούς των ιερέων και των γυναικών που δολοφονήθηκαν τον Νοέμβριο του 1989 ( η φωτογραφία από εδώ)

 "Προσέξατε ότι το φως είναι πιο καθαρό;" λέει ο Φρανσίσκο Αντρές Εσκομπάρ.
" Η αλήθεια είναι πως δεν το είχα προσέξει".
Ήταν αρχές Νοεμβρίου του 1993. Ελάχιστα ήξερα για τη ζωή των Ιησουιτών που είχαν δολοφονηθεί στο UCA, αν και είχα δει στην τηλεόραση τη δίκη των δραστών που είχε γίνει πριν από χρόνια. Τη μετέδιδαν ως θέαμα. Και όλοι την παρακολουθούσαμε τη μια μέρα μετά την άλλη, λες και βλέπαμε το πιο μεγάλο θεατρικό έργο που υπήρχε.
" Πάντα έτσι είναι τον Νοέμβριο. Πάντα. Ακόμη κι εκείνη τη χρονιά".
" Το 1989;'
"Ναι...'
" Πώς μάθατε γι' αυτό που είχε συμβεί;"
" Από το ραδιόφωνο. Άρχισαν να το μεταδίδουν από νωρίς. Εγώ ήρθα στο πανεπιστήμιο αμέσως μόλις το έμαθα".
" Εσείς είχατε πιο στενή σχέση με τον Εγιακουρία, σωστά;"
" Ναι, ο Εγιακουρία ήταν σαν πατέρας για μένα. Αυτός με είχε φέρει να δουλέψω εδώ".
Ο Φρανσίσκο Αντρές δίδασκε Έκθεση και άλλα μαθήματα στη σχολή της Λογοτεχνίας. Ήταν και συγγραφέας. Μου είπε κάμποσες φορές ότι ο Εγιακουρία τον εκτιμούσε γι' αυτό. Το 1978 είχε κερδίσει ένα διεθνές βραβείο ποίησης, το βραβείο της πόλης Κετσαλτενάγκο της Γουατεμάλας, που είχε μεγάλο κύρος στην περιοχή, και ο Εγιακουρία είχε γράψει έναν πρόλογο γι' αυτά του τα ποιήματα, τον οποίο συμπεριέλαβε στο βιβλίο όταν εκδόθηκε. Ο καθηγητής Εσκομπάρ ήταν ένας πράος άνθρωπος, με ύψος γύρω στο ένα εβδομήντα, που φορούσε πάντα τζιν και άσπρα βαμβακερά μπλουζάκια. Ήδη εκείνη την εποχή είχε άσπρα μαλλιά, ασημένια, αν και δεν είχε φτάσει ακόμη τα εξήντα.
" Ξέρετε", λέει ο Φρανσίσκο Αντρές, " ο Εγιακουρία μού έλεγε πάντα ότι ήταν πεπεισμένος πως θα μπορούσε να γλιτώσει απ' τη δολοφονία μιλώντας με τον εκτελεστή του. Πίστευε ότι μπορούσε να πείσει τον οποιονδήποτε".
" Το σκεφτόσασταν αυτό; Ότι κινδυνεύατε;"
" Ναι, το σκεφτόμασταν. Κάποιες φορές το ξεχνούσαμε, άλλες το θυμόμασταν και το σκεφτόμασταν. Ήταν πιθανό. Τόσο πιθανό, βέβαια, που τελικά έγινε κιόλας".
Βρισκόμαστε στη βεράντα του κτιρίου της Σχολής Επικοινωνιών. Απέναντί μας ένα δέντρο με μεγάλα κλαδιά, σχεδόν γυμνά από φύλλωμα. Είναι λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα. Κάτω οι διάδρομοι είναι γεμάτοι σπουδαστές που βγαίνουν από τις τάξεις τους. Εκείνη τη μέρα τελειώνουν πιο νωρίς απ' το συνηθισμένο, είναι 16 Νοεμβρίου, το βράδυ θα γίνει μια λιτανεία, μια Λειτουργία και μια αγρυπνία εις μνήμην των δολοφονημένων Ιησουιτών ιερέων. Το ελαφρύ αεράκι φέρνει από κάπου μια μυρωδιά από λιβάνι. Εμείς καθόμαστε ακουμπισμένοι στο τσιμεντένιο παραπέτο. Κανένας μας δε σχολιάζει εκείνο το άρωμα.
" Σας έχει μείνει καθόλου πικρία; Σκέφτομαι πως, αν λέτε ότι ο Εγιακουρία ήταν σαν πατέρας σας, θα πρέπει να σας ήταν πολύ δύσκολο να αποδεχθείτε αυτή την κατάσταση. Αν ταράζεται κανείς βλέποντας μερικές φωτογραφίες και μόνο, δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν να έχεις δει όλη τη σκηνή ζωντανά, να τους έχεις δει να κείτονται εκεί πέρα".
" Όταν βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με κάτι τέτοιο, είναι λες κι αυτό που βλέπει δεν αποτελεί μέρος της πραγματικότητας. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Πολύ σκληρό. Απίστευτα θλιβερό. Αλλά έχει και μια ισχυρή δόση από κάτι το μη πραγματικό. Και όσο γι' αυτό που με ρωτήσατε, σ' αυτούς που τους σκότωσαν , όχι, δεν κρατάω κακία. Σ' αυτούς που πυροβόλησαν εννοώ. Αυτοί δεν ήταν παρά άβουλα πιόνια. Με καταλαβαίνετε;"
" Ναι. Καταλαβαίνω".
" Αυτοί δεν μπορούσαν να πουν και όχι. Δεν μπορούσαν να βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή τους για τη ζωή κάποιων παπάδων. Στρατιωτάκια ήταν. Τους έλεγαν " πηγαίνετε να σκοτώσετε παπάδες", και γι' αυτούς ήταν σαν να τους έλεγαν να σκοτώσουν περιστέρια στην πλατεία".
" Επομένως, δεν τους κρατάτε κακία."
" Σ' αυτούς όχι. Δεν είναι αυτοί οι πραγματικοί ένοχοι. Και όλοι το ξέρουμε. Αυτοί που δικάστηκαν και πήγαν φυλακή είναι τα λιοντάρια του τσίρκου, αυτά που πηδάνε μέσα απ' τα πυρακτωμένα στεφάνια, αλλά οι ιδιοκτήτες του τσίρκου είναι άλλοι. Οι ιδιοκτήτες είναι αυτοί που έδωσαν τη διαταγή. Το Γενικό Επιτελείο. Αυτοί, ναι. Αυτοί είναι οι πραγματικοί δολοφόνοι. Και ζουν ήρεμα κι ωραία. Για τους συγκεκριμένους τα συναισθήματά μου είναι διαφορετικά. Είναι φρικτό που δεν αλλάζει αυτή η κατάσταση και δε δικάζονται όπως θα έπρεπε να είχε γίνει από την αρχή".
" Η αλήθεια είναι πως δε φαίνεται ότι θ' αλλάξει κιόλας κάποτε".
" Ποτέ δεν ξέρει κανείς, μπορεί με τα χρόνια".
"Μπορεί".

Για το βιβλίο του Χόρχε Γκαλάν "ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ" ο λόγος. Πρόκειται για ένα συνταρακτικό βιβλίο που πότε με μυθιστορηματική αφήγηση και πότε με παράθεση συνεντεύξεων εξιστορεί την αληθινή ιστορία της σφαγής των Ιησουιτών μοναχών του Καθολικού Πανεπιστημίου του Ελ Σαλβαντόρ το Νοέμβριο του 1989 από μια παραστρατιωτική ομάδα, καθώς και δύο γυναικών. Η αιτία της δολοφονίας των ιερέων ήταν η προσπάθειά τους να μεσολαβήσουν ανάμεσα στους αντάρτες του Φαραμπούντο Μαρτί και στις κυβερνητικές δυνάμεις για τη λήξη του εμφυλίου πολέμου.
Δεκάδες ιερείς και κληρικοί αποπέμπονται για συμμετοχή σε διαδηλώσεις και πολλοί δολοφονούνται. Μεταξύ αυτών είναι ο Ιγκνάσιο Εγιακουρία, πρύτανης του Κεντροαμερικανικού Πανεπιστημίου και ο Αρχιεπίσκοπος Ρομέρο του Ελ Σαλβαδόρ. Η δράση του δεύτερου, εκλήφθηκε ως διείσδυση του κομμουνιστικού κινδύνου μέσα στην Εκκλησία, καθώς στους δημόσιους λόγους του εναντιωνόταν στην κυβέρνηση και στην επέμβαση των Η.Π.Α., ενώ μία μέρα πριν από τη δολοφονία του, είχε καλέσει τους στρατιώτες να αφήσουν τα όπλα και να πάψουν να εκτελούν διαταγές." *
Ο Χόρχε Γκαλάν, συγγραφέας και ποιητής,  είναι από το Ελ Σαλβαντόρ και τολμά να μιλήσει για αυτό το γεγονός σπάζοντας τη σιωπή που έχει καλύψει το έγκλημα και τους αυτουργούς, φυσικούς και ηθικούς, σε μια προσπάθεια να ακουστεί η φωνή των φτωχών και καταπιεσμένων. Το βιβλίο στηρίχτηκε σε στοιχεία έρευνας που διήρκεσε δέκα χρόνια και η δημοσίευσή του οδήγησε το συγγραφέα σε αυτοεξορία στην Ισπανία, καθώς δέχτηκε απειλές για τη ζωή του.
" Δεν είναι πρωτόγνωρα τέτοιου είδους συμβάντα. Το πιο βαρύ για εμένα ήταν η αίσθηση που είχα ότι είμαι παγιδευμένος στον κόσμο, επειδή δεν μπορούσα να γυρίσω στην πατρίδα μου, στο σπίτι μου. Είμαστε μια από τις πιο επικίνδυνες χώρες του κόσμου, πέρσι είχαμε μια δολοφονία ανά ώρα. Είμαστε μια κοινωνία που νοσεί. Και έχω αρχίσει να πιστεύω ότι δε θα βρούμε λύση γιατί η βία κάνει κύκλους στην ιστορία της χώρας μου και τον τελευταίο αιώνα είναι πάντοτε παρούσα. Στην κοινωνία μας κυριαρχεί το αντάρτικο και το εμπόριο ναρκωτικών, είμαστε μια κοινωνία κατεστραμμένη και είναι πολύ δύσκολο να βρούμε κάποια διέξοδο, γιατί όλες αυτές οι συνθήκες, που οδήγησαν στον πόλεμο μια χώρα με σαθρή κοινωνική οργάνωση χωρίς ευκαιρίες, εξακολουθούν να ισχύουν ακόμα. Υπάρχουν παιδιά κάτω των είκοσι ετών που δε γνώριζαν τίποτα για την ιστορία της δολοφονίας των Ιησουιτών. Αν δεν έχουμε ιστορική μνήμη, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τα σφάλματα του παρελθόντος. Η λογοτεχνία ίσως πρέπει να κάνει ακριβώς αυτό, να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη για τις επόμενες γενιές. Και να ξαναθυμηθούμε ότι κάποτε ήμασταν μια υπέροχη χώρα για να ζει κανείς." ( Απόσπασμα από συνέντευξη του συγγραφέα στο in.gr )


Χόρχε Γκαλάν, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ, μετφρ. Βασιλική Κνήτου, Ψυχογιός, Αθήνα 2017.




Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Το στομάχι του Παρισιού


 Léon Lhermitte, Les Halles (1895 )
...Κι εκεί, ανάμεσα στη σύνοψη και τον Ονειροκρίτη, ανακάλυψε αυτό που έψαχνε, κάτι σημειώσεις που σε εξέθεταν πολύ, προφυλαγμένες σε γκρίζο χάρτινο κάλυμμα. Η ιδέα μιας επανάστασης, της ανατροπής της Αυτοκρατορίας μ' ένα δυναμικό χτύπημα που είχε πετάξει ένα βράδυ ο Λογκρ στου κυρίου Λεμπίγκρ, είχε ωριμάσει αργά μέσα στο ορμητικό μυαλό του Φλοράν. Είχε σύντομα δει σ' αυτό ένα χρέος, μια αποστολή. Είχε βρει, επιτέλους, το σκοπό της απόδρασης από την Καγιέν και της επιστροφής του στο Παρίσι. Πιστεύοντας ότι αυτός, ο Αδύνατος, έπρεπε να εκδικηθεί εκείνη την παραφουσκωμένη από το φαΐ πόλη, την ώρα που οι υπερασπιστές του δίκιου πέθαιναν από την πείνα στην εξορία, αυτοανακηρύχτηκε σε αδέκαστο δικαστή, ονειρευόταν να ανυψωθεί, και πάνω από τις Αλ ακόμα, για να τσακίσει το βασίλειο των τροφίμων και της ευωχίας. Σ' εκείνο το τρυφερό ταμπεραμέντο η έμμονη ιδέα εύκολα φύτευε το καρφί της. Όλα διογκούνταν κατά τρόπο απίθανο, κατασκευάζονταν οι πιο παράξενες ιστορίες, εκείνος φανταζόταν ότι οι Αλ είχαν γατζωθεί πάνω του, στην άφιξή του, για να τον κάνουν μαλθακό, να τον δηλητηριάσουν με τις μυρωδιές τους.... 

... Δυο μήνες αργότερα, ο Φλοράν καταδικάστηκε πάλι σε εξορία. Η υπόθεση έκανε πάταγο. Οι εφημερίδες άρπαξαν και την παραμικρή λεπτομέρεια, έδωσαν τα πορτρέτα των κατηγορουμένων, τα σκίτσα από τα εμβλήματα και τις εσάρπες, τα σχεδιαγράμματα των σημείων όπου συνεδρίαζε η οργάνωση. Επί δεκαπέντε μέρες δε συζητούσαν τίποτ' άλλο μες στο Παρίσι πέρα από τη συνωμοσία των Αλ. Η αστυνομία αποκάλυπτε λεπτομέρειες όλο και πιο ανησυχητικές. Στο τέλος, είχαν αρχίσει να λένε ότι όλη η συνοικία της Μονμάρτρ ήταν μπλεγμένη...( αποσπάσματα)

Εμίλ Ζολά, Το στομάχι του Παρισιού, μεταφρ. Ντορέτα Πέππα, Στάχυ, Αθήνα 2001

" Όταν οι Γάλλοι λένε " Le ventre de Paris" ( " Το στομάχι του Παρισιού", όπως έχει περάσει στα ελληνικά), εννοούν τις Αλ, την κεντρική αγορά του Παρισιού. Κι όταν ο Ζολά αναφέρεται στις Αλ, κυριολεκτεί αποκαλώντας τις " Το στομάχι του Παρισιού", ένα "στομάχι" καλοθρεμμένο, απαιτητικό, μακάριο, γεμάτο βουλιμία, πληθωρικό.
Ένας γνήσιος νατουραλιστής σαν το Ζολά δε θα μπορούσε να αγνοήσει τη γεύση, τον αισθησιασμό και την απόλαυση που αποπνέει. Εδώ σ' αυτό το βιβλίο, η γεύση αναδύεται σ' όλο της το μεγαλείο, κυλάει μαζί με τις άμαξες και τα κάρα στα στενοσόκακα, τρυπώνει πίσω από τις φούστες των τροφαντών γυναικών, διεισδύει στα ετοιμόρροπα σπίτια των υποβαθμισμένων συνοικιών του 19ου αιώνα ή στις πλούσια διακοσμημένες μπουτίκ, είναι το σύμβολο μιας κάστας και ενός κοινωνικού σκεπτικού, συγκρινόμενου και αιώνια επαναλαμβανόμενου.
Οι Αλ και οι γυναίκες. Οι εμπόρισσες, οι μανάβισσες, οι αλλαντοπώλισσες, οι πλανόδιες, καθισμένες πίσω απ' τους πάγκους τους στα περίπτερα των Αλ ή στο ταμείο του μαγαζιού τους ή ακόμα σέρνοντας, στήνοντας και ξεστήνοντας το ταπεινό ή πλούσιο εμπόρευμά τους στις άκρες ή τα παζάρια της αγοράς. Σ' αυτά τα δύο αντικείμενα, στις Αλ και τις γυναίκες στρέφεται κυρίως το συγγραφικό ενδιαφέρον του Εμίλ Ζολά, που δε σταματά στις εικόνες αλλά προχωρεί πίσω από το απλωμένο εμπόρευμα, τα τσιτωμένα κορσάζ και τα πληθωρικά μπράτσα και αγγίζει, αναλύει τον εσωτερικό κόσμο αυτών των ηρωίδων, που είναι κι αυτός γεμάτος ορέξεις, παραφορά, εκρήξεις.
Άλλοτε τρυφερές κι ανθρώπινες, άλλοτε γεμάτες μικροκακίες, άλλοτε όμορφες κι άλλοτε αηδιαστικές, οι γυναίκες των Αλ, έντιμες αλλά και πονηρές, περήφανες αλλά και κουτσομπόλες, βρίζοντας σαν αμαξάδες ή χαριτολογώντας σαν μαρκησίες, είναι φτιαγμένες από σκληρό υλικό καθώς η βιοπάλη τις έχει σπρώξει ν' αρπάζουν τη ζωή και τις ευκαιρίες, με μάτι πάντα άγρυπνο και σβέλτο. Αλίμονο σ' εκείνον που θα διεισδύσει στον κόσμο τους εισάγοντας " καινά δαιμόνια", ταράζοντας τα λασπωμένα νερά των δρόμων. Ένας παρείσακτος μέσα στις Αλ δε θα αντέξει στην αναμέτρηση μαζί τους, θα συντριβεί κάτω από τον τεράστιο όγκο της αυτοκρατορίας της τροφής...
Έτσι, όταν ο Φλοράν, ο ήρωας της ιστορίας, επιστρέφει κρυφά δραπέτης από το κάτεργο της Καγιέν, όπου τον είχαν στείλει οι πολιτικές του ιδέες, και εγκαθίσταται στις Αλ, είναι εξαρχής καταδικασμένος να αντιμετωπίσει την εχθρότητα και να ξαναγυρίσει μοιραία στον τόπο του μαρτυρίου του.
Ο Ζολά στο " Στομάχι του Παρισιού" κάνει σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στους Χοντρούς και τους Αδύνατους, μη δίνοντας καμιά ελπίδα στους τελευταίους. Ο Φλοράν, επαναστάτης μόνο στο όνειρο, θα κάνει το λάθος να μην ενταχθεί στο κλίμα των Αλ, να παραμείνει Αδύνατος, απειλώντας έτσι την αισθητική, την ισορροπία και την εικόνα της αγοράς. Και παρ' όλο που οι ριζοσπαστικές του θέσεις παραμένουν στα χαρτιά, η ονειροπόλα φύση του εκλαμβάνεται από αυτόν τον κόσμο των γιγάντων σαν προσβολή κατά της ευημερίας και της εντιμότητας και ο εκπεσών πρωτόπλαστος " Αδύνατος" εκδιώκεται από τον παράδεισο των τροφίμων και της ευωχίας...( από τον Πρόλογο της μεταφράστριας Ντορέτας Πέππα)

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Λέων Τολστόη

Όσοι ασχολήθηκαν με τον Τολστόη έγραψαν για το μεγάλο θέμα που τον βασάνιζε, το θέμα του θανάτου και της αθανασίας - αν ο θάνατος θα τον διαλύσει όλον ή θ' αφήσει κάτι δικό του να συνεχίζει τη ζωή.

" Κάποτε, γράφει ο Γκόρκι, μου φαινόταν πως ο γερομάγος αυτός παίζει με το θάνατο, ερωτοτροπεί μαζί του, κάποιο πονηρό παιχνίδι πάει να του παίξει: δε σε φοβάμαι, σα να του λέει, σ' αγαπώ και σε περιμένω. Αλλά την ίδια στιγμή τον ραμφίζει με τα μικρά μυτερά του του μάτια: τι νάσαι άραγε εσύ; Τι βρίσκεται εκεί πιο πέρα από σένα; Όλον  τελοσπάντων θα με φας ή θ' αφήσεις κάτι από μένα να συνεχίζει τη ζωή μου;"

Ο Γκόρκι, που δεν ήταν οπαδός του και λίγο έζησε στο περιβάλλον του, κατάλαβε τον Τολστόη καλύτερα από πολλούς άλλους. Είδε τα εχθρευόμενα στοιχεία που συνθέταν την προσωπικότητά του, "τα χίλια μάτια" όπως λέει  με τα οποία κοιτούσε τον κόσμο, τις βαθιές ρεματιές που χώριζαν τις σκέψεις του και τις επιθυμίες του, τη ζωή του από τους σκοπούς της ζωής του κ.λ.π. Μέσα του ζούσαν πλήθος πρόσωπα, σημειώνουν οι βιογράφοι του, και δε θα μπορούσε κανείς να ταυτίσει τον Τολστόη με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Μα δε θάταν επίσης ορθή και η άποψη που θα αποξένωνε εντελώς το δημιουργό από τα δημιουργήματά του. Ο Τουργκένιεφ, όταν διάβασε το διήγημα του Τολστόη " Ο Χολστομέρ", την ιστορία ενός αλόγου, του είπε με κατάπληξη " Εσύ, φίλε μου, κάποτε σίγουρα ήσουν άλογο!". Δεν πρόκειται μόνο για την ικανότητα του καλλιτέχνη να μετουσιώνεται στα πρόσωπα που δημιουργεί. Ένα από τα γνωρίσματα του Τολστόη είναι πως, παρόλη την πολυπροσωπία του, τον ξεχωρίζει σπάνια ακεραιότητα που τη νοιώθουμε κυρίως στην επιμονή να κυριαρχήσει κάθε ένα από τα στοιχεία που αγωνίζονταν μέσα του, στην ένταση του πάθους, και, τέλος, στο δραματισμό, στην τραγωδία της ζωής του. Αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του θα την βρούμε σ' όλα τα κύρια πρόσωπα των έργων του. Χωρίς το στοιχείο αυτό είναι αδιανόητες οι κλασικές μορφές του Νεχλιούντωφ, της Άννας Καρένινας, του πρίγκηπα Αντρέα και του Πιέρου, του Κωνσταντίνουν Λέβιν κλπ.
Να μερικές παρατηρήσεις του Γκόρκι:

" Θαρρώ πως εκτός από εκείνα που μας λέει, υπάρχουν κι άλλα πολλά για τα οποία δε μιλάει ποτέ του - ούτε στο ημερολόγιό του. Τ' αποσιωπά. Το πιθανότερο είναι πως δε θα μιλήσει γι' αυτά σε κανέναν ποτέ. Είναι "κάτι" που σπάνιες φορές γλυστρούσε ανάμεσα στις λέξεις...κάτι που θα μπορούσε να το πει κανείς " άρνηση  κάθε κατάφασης", γέννημα ενός απέραντου κι ακαταμάχητου αισθήματος απόγνωσης και μοναξιάς, τέτιας που μάλλον κανένας άνθρωπος ως τώρα δε την δοκίμασε με τόσο φριχτή δύναμη. Συχνά νόμιζα  πως είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο που η ψυχή του είναι ανεπανόρθωτα διαποτισμένη από την αδιαφορία για τον άλλον. Τόσο ψηλότερα στέκει από τους άλλους, αποτραβηγμένος σε κάποιαν έρημο, τανύζοντας όλες τις φοβερές δυνάμεις του πνεύματός του, έρημος και μόνος προσπαθεί να δει από κοντά εκείνο που είναι το πρώτο απόλα - το θάνατο..."
"...Είναι μερικές στιγμές που θαρρείς ότι μόλις έφτασε από κάποιο πολύ μακρινό μέρος, όπου οι άνθρωποι σκέφτονται κι αισθάνονται αλλοιώς, αλλοιώς βλέπει ο ένας τον άλλον, ίσως μάλιστα κι αλλοιώτικα να περπατάν και σ' άλλες γλώσσες να μιλάνε. Κάθεται στην άκρη κουρασμένος, γκριζωπός, πασπαλισμένος θαρρείς από τη σκόνη εκείνης της άλλης γης και κοιτάζει όλους τους άλλους εξεταστικά σαν ξένος, σαν κωφάλαλος".
"...Έχει κάτι θαυμάσια χέρια, που είναι κακοφτειαγμένα, γιομάτα γωνιές από τις φουσκωμένες φλέβες, μα αναδίνουν μιαν ιδιαίτερη εκφραστικότητα, ξεχωριστή δύναμη δημιουργίας. Κάπως έτσι έπρεπε νάταν τα χέρια του Λεονάρδου ντα Βίντσι. Μ' αυτά τα χέρια φτειάχνει κανείς ό,τι θέλει. Κάποτε ενώ μιλά, σαλεύει, τα δάκτυλά του, σιγά - σιγά η γροθιά σφίγγεται για ν' ανοίξει ξαφνικά εκεί που θα πει κάτι σπουδαίο, ένα βαθύ νόημα. Μοιάζει με θεό, όχι όμως με το Σαβαώθ ή κάποιον από τους θεούς του Ολύμπου, αλλά μ' έναν από εκείνους τους ρώσους θεούς...που χωρίς νάναι πολύ μεγαλοπρεπείς, δεν αποκλείεται νάναι οι πονηρότεροι απόλους τους θεούς..."
" Οι σχέσεις του με το θεό είναι κάπως ανεξιχνίαστες. Κάποτε θαρρείς πως θεός και Τολστόη είναι δυό αρκούδια στην ίδια σπηλιά".

Ο Τολστόη ήταν ένας πανίσχυρος οργανισμός. " Μέσα του έβραζε πάλη γιγάντων" λέει ο Λουνατσάρσκι. Η σάρκα, που ήθελε να ζήσει γιομάτα τη ζωή της, και το πνεύμα, που πάσχιζε να φυλαχτεί από την αμαρτία.Ο αδυσώπητος διάλογος μεταξύ τους αντηχεί σ' όλα τα έργα του. Αν λοιπόν κανένας από τους ήρωές του δε μπορεί νάναι ο ίδιος ο Τολστόη είναι γιατί μόνο ένας άλλος Τολστόη θα μπορούσε να χωρέσει μέσα του αυτόν τον εκπληχτικό άνθρωπο που έσφυζε από σωματική δύναμη και υγεία κι είχε συνάμα καλλιεργήσει και ραφινάρει τόσο το πνεύμα του. Σε σχέση με τον ίδιον τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του είναι φύλλα και καρποί πάνω στο πελώριο δέντρο. Σάρκα από τη σάρκα του, αλλά ένα μέρος μόνο από τη σάρκα του - το καθένα μια στιγμή, μια φάση της ζωής του. Υπάρχουν βέβαια και τα πρόσωπα που καθρεφτίζουν αντιπροσωπευτικότερα από  άλλα το δικό του πρόσωπο. Ο κεντρικός ήρωας της Παιδικής Τριλογίας Νικολάκης Ιρτένιεφ, τ' αδέρφια Κοζελτσώφ από τα " Διηγήματα της Σεβαστούπολης", ο Ολένιν από τους " Κοζάκους", ο Πιέρος κι ο πρίγκηπας Αντρέας, ο Λέβιν, ο Νεχλιούντωφ - όλοι τους σημαδεύονται από το βιογραφικό στοιχείο και παρακολουθώντας κανείς την ανέλιξη αυτών των κεντρικών ηρώων μπορεί κιόλας να έχει πιστή εικόνα της βιογραφίας του Τολστόη, αναφορικά τόσο με τα χτυπητά περιστατικά της ζωής του, όσο και με την πλούσια και συνεχή θυελλώδη ψυχική ζωή του. Συνεπώς η απομόνωση του Τολστόη από τα πλάσματά του, όπως επιχειρείται κάποτε, δε μπορεί να είναι πειστική. Από την άποψη αυτή γίνονται συχνά συγκρίσεις με το Ντοστογιέφσκι.Ο Ντοστογιέφσκι, είναι η αλήθεια, εντονότερα από τον Τολστόη παρασύρει στην τάση  να τον ταυτίζουμε με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Αλλά μόνο ένας από τους ήρωες του, ο Αλιόσια Καραμάζωφ, θα μπορούσε να βολέψει μέσα του τη φοβερά διχασμένη προσωπικότητα του δημιουργού. Είπαμε όμως μιλώντας για τους "Αδελφούς Καραμάζωφ", πως η μορφή του Αλιόσια έμεινε ασυμπλήρωτη και μόλις αχνοφαίνεται. Το μέλλον του Αλιόσια ήταν όλο μπροστά. Σε σύγκριση με τ' άλλα πρόσωπα του Ντοστογιέφσκι, θα ήταν μια καινούρια φυσιογνωμία που θα χαροπάλευε πολλές φορές ανάμεσα στις δύο σκάλες της ζωής, το καλό και το κακό. Ανάμεσα στον αρνητή Ιβάν και στον άνθρωπο του Θεού, τον πάτερ Ζωσιμά. Κι όπως φαίνεται από τα σημειώματα του Ντοστογιέφσκι το διαδοχικό πέρασμα από το θεό στην άρνηση κι από εκείνη πάλι στο θεό και πάλι στο δαίμονα κλπ. δε θα γινόταν για να συμφιλιωθούν τ' ασυμφιλίωτα, παρά για να φανεί, με το κλείσιμο στην ίδια ψυχή, τι άβυσσος τα χωρίζει. Στους " Αδελφούς Καραμάζωφ " είχε αρχίσει να διαγράφεται η μελλοντική πορεία του Αλιόσια. Είχαν φανεί τα φύτρα  του Καραμαζοφισμού.

- Τι θα τον κάνουμε, Αλιόσια, το στρατηγό; τον ρωτάει το μεγάλο αδέρφι, ο Ιβάν, αφού του έχει αφηγηθεί την ιστορία του στρατηγού, που σπάραξε  με τα σκυλιά του το μικρό αγοράκι. - Τι θα τον κάνουμε τον στρατηγό; Για να ικανοποιήσουμε το αίσθημα του δικαίου πρέπει να τον σκοτώσουμε ή όχι;  Αποκρίσου Αλιόσια!
- Να τον τουφεκίσουμε! απαντά σιγανά ο Αλιόσια, ατενίζοντας μ' ένα ωχρό άμορφο χαμόγελο τον αδελφό του.
- Μπράβο! αναφώνησε με αγαλλίαση ο Ιβάν. Αφού το λες κι εσύ, τότε θα πει..Άι, να μου ζήσεις, καλογεράκι μου! Να λοιπόν που και στη δική σου καρδούλα φωληάζει ένας μικρός δαίμονας, Αλιόσια Καραμάζωφ!

Όπως και στο Ντοστογιέφσκι, η βιογραφία του Τολστόη είναι σκόρπια στα γραφτά του. Μια πρώτη ιδέα αποκτάμε από τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, από τη γνωριμία μας με τους ήρωες του. Τη συμπληρώνουμε μελετώντας τα πολυάριθμα γράμματά του, τα πολύτιμα ημερολόγια του, τα φιλοσοφικά του συγγράμματα, την πολιτική αρθρογραφία του, τα κοινωνιολογικά του δοκίμια. Πολύ διαφωτιστικές επίσης είναι οι μαρτυρίες των συγχρόνων του, κατά πρώτο λόγο τα ημερολόγια της γυναίκας του, οι αναμνήσεις των γραμματικών του.
Μας κάνει πρώτα εντύπωση μια χτυπητή δυσαναλογία ανάμεσα στην ήσυχη, λιγοκίνητη εξωτερικά ζωή του και στην ανήσυχη όλο βαθιές ρεματιές και ψηλά ανεβάσματα ζωή του πνεύματός του. Εξωτερικές θύελλες στη ζωή του Τολστόη δε θα βρούμε, όπως στο Ντοστογιέφσκι, τον Τσερνισέφσκι, το Χέρτσεν κι άλλους ρώσους κλασικούς. Αν αφαιρέσει κανείς μια ζωηρή περίοδο αναζητήσεων τους πρώτους καιρούς της νεότητας, πολύ σύντομη κι εκείνη, εξωτερικά η ζωή του είναι ήρεμη, καλοβαλμένη, δίχως πολλά περπατήματα. Εκεί που γεννήθηκε, στο χτήμα της μητέρας του, τη Γιάσναγια Πολιάνα, έζησε όλη σχεδόν τη ζωή του. Εκεί είναι κι ο τάφος του, μόνος κι έρημος μες στο δάσος. Πολλά ταξίδια δεν έκανε. Έζησε λίγο στο Καζάν, στη Μόσχα, ύστερα στον Καύκασο, πολέμησε το 1855 στη Σεβαστούπολη για να ξαναγυρίσει στη Γιάσναγια Πολιάνα, απόπου με εξαίρεση τα δυό ταξίδια του στο εξωτερικό ( 1857 και 18610 και τις λίγες φορές που πεταγόταν ως τη Μόσχα ή στην Κριμαία για θεραπεία, δεν το κούνησε ως το τέλος. Η Γιάσναγια Πολιάνα ήταν γι' αυτόν κάτι πολύ σπουδαιότερο απότι το σπίτι, η οικογένεια, ο τόπος της δουλιάς. Ήταν η ψηλή βίγλα απόπου κοίταζε τον κόσμο, τον ταξινομούσε και ρύθμιζε τη στάση του απέναντί του. Ήταν έπειτα ο κρίκος που έδενε τη μια ζωή με την άλλη - την πόλη με την ύπαιθρο, τον πολιτισμό με τη φύση την τόσο απαραίτητη στον Τολστόη. Ήταν ο τόπος όπου ο γίγας αυτός έπρεπε να σταθεί, να στερεώσει κάτω τα πόδια του. Έλεγε ο ίδιος τότε που ήταν νέος: " Χωρίς τη Γιάσναγια Πολιάνα μου δυσκολεύομαι να καταλάβω τη Ρωσία, δυσκολεύομαι να καταλάβω τον εαυτό μου μέσα στη Ρωσία". Άλλαζαν όμως οι καιροί κι άλλαζε κι η Γιάσναγια Πολιάνα. Σα μαραμένα φύλλα πέφταν από πάνω της τα πολλά χαρίσματά της κι έμεινε στο τέλος ό,τι ο Τολστόη δε μπορούσε να μη μισήσει μ' όλη την ψυχή του - νησίδα αφθονίας και πολυτέλειας μες στη θάλασσα της ανομολόγητης λαϊκής δυστυχίας. Ο Τολστόη τη μίσησε όπως μισεί κανείς τη φυλακή του. Δεκαετίες ολόκληρες κλεισμένος εκεί μέσα, πολιορκημένος από τη χλιδή της οικογενειακής ζωής ( που στην πραγματικότητα κάθε άλλο ήταν παρά χλιδή) κατάστρωνε το σχέδιο της απόδρασης, την ηρωική έξοδο.

Εκείθε με τους αδελφούς , εδώθε με το χάρο.

Μόλο που το σχήμα είναι οξύμωρο, μπορεί να πει κανείς πως ο Τολστόη έπεσε με το σπαθί στο χέρι, σαν ένας πολιορκημένος που αποφάσισε να σπάσει τον κλοιό κι ας ήξερε πως η έξοδος δεν έχει ελπίδα. Η φυγή από τη Γιάσναγια Πολιάνα ήταν περισσότερο μια πράξη διαμαρτυρίας, η τελευταία. Φυγή από το ρέμα που μαύριζε πίσω του, ενώ φαινόταν και το άλλο που βάθαινε μπροστά...



Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Πέντε Ρώσοι Κλασικοί, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, 2η έκδοση

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

Σπίτι από γη

"Στις δεκατέσσερις του Απρίλη,
του χίλια εννιακόσια τριάντα πέντε
χτύπησε η χειρότερη από τις καταιγίδες της σκόνης
που γέμισαν ποτέ στον ουρανό.
Έβλεπες την καταιγίδα να πλησιάζει
μαύρη σαν την πίσσα και φοβερή,
πέρασε μέσα απ' τη μικρή μας πόλη
Και άφησε πίσω της καταστροφή"

με αυτούς τους στίχους ο αμερικανός τραγουδοποιός  Γούντι Γκάθρι τραγούδησε την Dust Bowl, τη μεγάλη οικολογική καταστροφή που συνέβη την άνοιξη του 1935 και συγκεκριμένα την Κυριακή των Βαΐων. 
Ο Γούντι Γκάθρι βρισκόταν στο σπίτι του στην κωμόπολη Πάμπα του Τέξας όταν ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης κάλυψε τα πάντα και πήρε στο πέρασμά του ζώα, σπίτια και ανθρώπους. Όσοι επέζησαν αντιμετώπισαν μεγάλα και σοβαρά προβλήματα υγείας. 

" Την άνοιξη του 1935, το Πάμπα δεν ήταν η μοναδική κωμόπολη που είχε τιμωρηθεί από τον όλεθρο και τις απώλειες της τετράχρονης ξηρασίας. Ξαφνικοί κυκλώνες σκόνης - μαύροι, γκρίζοι, καφετιοί και κόκκινοι - είχαν επιπλέον ρημάξει τις ψηλές, στεγνές πεδιάδες του Κάνσας, της Νεμπράσκα, της Οκλαχόμα, του Αρκάνσας, του Τέξας, του Κολοράντο και του Νέου Μεξικού. Ωστόσο, τίποτε δεν είχε προετοιμάσει τους αγρότες, τους κτηματίες, τους εργάτες γης και τους ανέστιους περιπλανώμενους της περιοχής για αυτό που θα συνέβαινε την Κυριακή των Βαΐων όταν μια τεράστια  μαύρη μάζα και δεκάδες άλλα, μικρότερα σύννεφα σκόνης γρήγορα εξελίχθηκαν σε μια από τις χειρότερες οικολογικές καταστροφές της ιστορίας. Η βλάστηση και η άγρια πανίδα καταστράφηκαν ολοσχερώς. Μέχρι το καλοκαίρι, οι θερμοί άνεμοι είχαν παρασύρει εκατομμύρια κυβικά μέτρα επιφανειακού εδάφους, και η συνεχιζόμενη ξηρασία ερήμωσε τις αγροτικές καλλιέργειες στα πεδινά. Οι φτωχοί αγρότες που μίσθωναν τη γη έγιναν ακόμα πιο φτωχοί, καθώς τα χωράφια τους έμειναν άκαρπα. Σε όλη τη Μεγάλη Κρίση, οι Μεγάλες Πεδιάδες πέρασαν αφόρητα μαρτύρια. Η παρατεταμένη ξηρασία των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1930 είχε καταστρέψει τις σοδειές, είχε διαβρώσει το έδαφος και είχε προκαλέσει πολλούς θανάτους. Χιλιάδες τόνοι σκούρου επιφανειακού εδάφους, ανάμεικτου με κόκκινο πηλό, έφταναν στο Τέξας από την Ντακότα και τη Νεμπράσκα, παρασυρμένοι από ανέμους ταχύτητας ογδόντα με εκατόν  δέκα χιλιομέτρων την ώρα. Μια αίσθηση απελπισίας κατέκλυζε τα πάντα. Όμως ο ακάματος Γκάθρι, που βαθιά μέσα του ήταν ένας καταγραφέας, αποφάσισε ότι το να γράφει φολκ τραγούδια θα ήταν ένας ηρωικός τρόπος για να ανυψώσει το πεσμένο ηθικό των ανθρώπων.
Αντιμέτωπος με τη θλίψη και τον παραλογισμό, με φτωχούς φουκαράδες σε άθλια κατάσταση, πολλοί από τους οποίους είχαν καταστραφεί οικονομικά από το Νταστ Μπόουλ, ο Γκάθρι άρχισε να εξετάζει το ζήτημα από φιλοσοφική σκοπιά. Έπρεπε να υπάρχει κάποιος καλύτερος τρόπος για να ζει κάποιος απ' ό, τι στα ετοιμόρροπα υπόστεγα  που σκέβρωναν από την υγρασία του καλοκαιριού, ήταν ευάλωτα στην προσβολή από τερμίτες, δεν διέθεταν μόνωση σε θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν και μια αμμοθύελλα ή μια χιονοθύελλα μπορούσε να τα γκρεμίσει. Ο Γκάθρι συνειδητοποίησε ότι για να επιβιώσουν από την Κρίση,οι γείτονες του χρειάζονταν τρία πράγματα: τροφή, νερό και στέγη. Αποφάσισε να ασχοληθεί με το τρίτο στο μοναδικό ολοκληρωμένο του μυθιστόρημα, το εύστοχο και σπαρακτικό Σπίτι από γη."

Ο Γούντι Γκάθρι άρχισε να γράφει το μυθιστόρημά του στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και το ολοκλήρωσε το 1947. Το βιβλίο θεωρήθηκε ότι κινείται στο ίδιο κλίμα με τον κύκλο τραγουδιών του, Dust Bowl Ballads, που κυκλοφόρησε το 1940. Επιπλέον το Σπίτι από γη συμπληρώνει το τραγούδι - λαϊκό μανιφέστο,"This Land is Your Land"

"Είναι ένας όχι και τόσο εκλεπτυσμένος παιάνας για τα βάσανα του απλού ανθρώπου. Στο κάτω - κάτω, σε μια σοσιαλιστική ουτοπία, μόλις μια οικογένεια από τις Μεγάλες Πεδιάδες αποκτούσε γη, θα έπρεπε να χτίσει στο οικόπεδό της μια στέρεη κατοικία. Το μυθιστόρημα  συνεπώς ισορροπεί κάπου ανάμεσα στον αγροτικό ρεαλισμό και την προλεταριακή διαμαρτυρία, με στατική αφήγηση, αλλά και μια υπέροχη απεικόνιση του Πανχάλντ και των περιθωριοποιημένων ανθρώπων  που ζούσαν εκεί τη δεκαετία του'30. Είναι ο Γκάθρι που θίγει το στοιχειώδες ερώτημα με ποιον τρόπο ένα ζευγάρι αγρολήπτες, εργάτες γης, μπορούσαν να ζήσουν στο δυτικό Τέξας, μια περιοχή που μαστιζόταν από καταιγίδες σκόνης. Παγιδευμένοι σε αντίξοες οικονομικές συνθήκες, ανίκανοι να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους ή να κερδίσουν κάτι παραπάνω από έναν μισθό κάτω από το όριο της επιβίωσης, οι κεντρικοί χαρακτήρες του Γκάθρι ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή...
...Αυτό που ήθελε να ερευνήσει ο Γκάθρι στο Σπίτι από γη ήταν  με ποιον τρόπο μέρη όπως το Πάμπα θα μπορούσαν να είναι κάτι άλλο εκτός από πόλεις - φαντάσματα, ή με ποιον τρόπο οι φτωχές αγροτικές οικογένειες θα μπορούσαν να ριζώσουν μόνιμα στο Δυτικό Τέξας. Ήθελε να θίξει ζητήματα όπως η υπερβόσκηση και οι οικολογικές απειλές που ενυπήρχαν στον κατακερματισμό του φυσικού περιβάλλοντος. Αποσαφήνισε την ανάγκη για ταξικό πόλεμο στο Δυτικό Τέξας, για μια εξέγερση του 99% των εργατών ενάντια στο 1% των τραπεζιτών. Η σκοπιά του ήταν σοσιαλιστική. ( Τούβλα στους γαιοκτήμονες! Να χρεοκοπήσουν όλοι οι έμποροι ξυλείας! Κατάρα στις βδέλλες της αγοράς ακινήτων που χορταίνουν από το αίμα των φτωχών!) Και απερίφραστα δηλώνει ότι το να είσαι αγρότης είναι η υψηλότερη αποστολή στα μάτια του Θεού."
Η γραφή του Γκάθρι διακρίνεται για τον ρεαλισμό της. Κάποιοι έγραψαν για τραχύ ρεαλισμό. Αυτός αφορά όχι μόνο τη λεπτομερή περιγραφή των αντικειμένων και των συναισθημάτων, αλλά την ίδια τη ζωή συμπεριλαμβανομένων των ερωτικών σκηνών και της στιγμής του τοκετού. 

" Στο κτήμα, η ζωή επιμένει και ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας μιας παρατεταμένης, γήινης ερωτικής σκηνής. Αυτή η μύχια περιγραφή εξυπηρετεί έναν σκοπό: Ο Γκάθρι ανάγει τη βιολογική πράξη σε έκφραση της ένωσης του Τάικ και της Έλα Μέι με τη γη, με το κτήμα, καθώς και του ενός με τον άλλο. Και παρ' όλα αυτά, η γη δεν ανήκει στους Χάμλιν για να την κάνουν ό,τι θέλουν· έτσι το χτίσιμο του πλίνθινου σπιτιού τους παραμένει με επώδυνο τρόπο μια χίμαιρα." 

Ο Γκάθρι πίστευε ότι το βιβλίο του θα γυριζόταν ταινία, κάτι που δεν έγινε, και το βιβλίο ξεχάστηκε. Τα τελευταία χρόνια και μετά από το ενδιαφέρον που εκδήλωσε το Πανεπιστήμιο του Τάλσα για το έργο του Γούντι Γκάρθρι, το μυθιστόρημα αυτό ήλθε στο προσκήνιο.

" Το ερώτημα που προκύπτει είναι προφανές: Γιατί το Σπίτι από γη δεν εκδόθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1940; Γιατί ο Γκάθρι εργάστηκε με τέτοιο ζήλο για ένα μυθιστόρημα κι έπειτα το άφησε να μαραζώσει αγνοημένο; Υπάρχουν κάποιες πιθανές απαντήσεις. Το πιο πιθανό είναι ότι ήλπιζε πως θα προέκυπτε ένα κινηματογραφικό συμβόλαιο· κάτι τέτοιο ήθελε υπομονή. Ίσως ο Γκάθρι καταλάβαινε ότι ένα μέρος από το περιεχόμενο του βιβλίου ήταν ξεπερασμένο... ή ότι η σεξουαλικά προκλητική του γλώσσα ήταν μπροστά από την εποχή του...Άλλο ένα εμπόδιο για την έκδοση ίσως ήταν η ενασχόληση του Γκάθρι με τη διάλεκτο των ανθρώπων της υπαίθρου των νότιων πολιτειών...Επίσης ένα αυθεντικά αριστερό έργο ήταν δύσκολο να βρει μαζική πρόσβαση στην αγορά στην εποχή του Τρούμαν, όταν ο σοβιετικός κομμουνισμός ήταν ο υπ' αριθμόν ένα δημόσιος κίνδυνος. Και οι κριτικοί της εποχής ήταν γραφτό να απορρίψουν το ενθουσιώδες ενδιαφέρον του μυθιστορήματος για τις πλίνθους των νοτιοδυτικών πολιτειών ως φετιχιστικό..."

Το Σπίτι από γη είναι ένα πολιτικό- ταξικό μυθιστόρημα  γιατί:
"...Διαβάζοντας τη φωνή του Γκάθρι, ακούει κανείς τις πολλές φωνές των ανθρώπων, των δικών του ανθρώπων, των σκληρά εργαζόμενων κατοίκων των Μεγάλων Πεδιάδων που δεν διέθεταν κάποιον χώρο δημόσιας συζήτησης απ' όπου θα μπορούσε να ακουστεί το πικρό τους μαρτύριο. Η φωνή του είναι η γνήσια έκφραση των χαμένων, των περιθωριοποιημένων, των ξεχασμένων Αμερικανών που ζούσαν στο όριο της πείνας στη ζωτική ενδοχώρα.
Ενώ ο Γκάθρι ήταν ο ίδιος ένας συνηθισμένος άνθρωπος, η ένταση της προσπάθειάς του να υμνήσει το προλεταριάτο στην τέχνη του είναι ασυνήθιστη. Ήλπιζε ότι κάποια μέρα οι Αμερικανοί θα μάθαιναν πώς να καταργήσουν τους νόμους του χρέους και της εξόφλησης. Απαίτησε οι πολιτικές του πεποιθήσεις να αναγνωρίζονται, να γίνονται σεβαστές και να αντιμετωπίζονται με αξιοπρέπεια. Όπως δηλώνουν οι ερωτικές σκηνές, δεν φοβόταν κανέναν. Δεν είχε φόβο. Ζούσε την τέχνη του. Εν ολίγοις, ο Γκάθρι ενέπνευσε όχι μόνο ανθρώπους των καιρών του, αλλά ανθρώπους μεταγενέστερων εποχών που εξοργίζονταν από την αδικία, διψούσαν για αλήθεια και αναζητούσαν τη δυσκολοθεώρητη κατάργηση των ταξικών ανισοτήτων..."


Γούντι Γκάθρι, Σπίτι από γη, μετφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, Εκδόσεις Αίολος, Αθήνα 2018.
Τα αποσπάσματα είναι από τον εξαιρετικό  Πρόλογο των Ντάγκλας Μπρίνλεϊ και Τζόνι Ντεπ.


Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

Άγγελος Πεπτωκώς


Στις 25 Απριλίου 2020 πέθανε σε ηλικία 85 ετών ο Περ Όλοβ Ένκβιστ , ένας από τους σπουδαιότερους Σουηδούς συγγραφείς. Το έργο του θεωρείται εμβληματικό και χαρακτηρίζει τη σκανδιναβική λογοτεχνία του 20ουαι. Μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, τα γραπτά του μεταφράσθηκαν σε δέκα γλώσσες -από το «Κρυστάλλινο μάτι» που εκδόθηκε το 1961 μέχρι το «Βιβλίο των παραβολών», το 2013.
Ο Περ Όλοβ Ένκβιστ γεννήθηκε το 1934 στο Βέστερμπότεν της Σουηδίας, πρωτοεμφανίστηκε στα 1961 με το μυθιστόρημα " Το κρυστάλλινο μάτι" και καθιερώθηκε με το δεύτερο βιβλίο του " Ο πέμπτος χειμώνας του υπνωτιστή".
 Το πρώτο έργο του που κυκλοφόρησε στα ελληνικά είναι το " Άγγελος Πεπτωκώς"
Ο " Άγγελος Πεπτωκώς" , ένα μυθιστόρημα αγάπης, έγινε δεκτό με διθυραμβικά σχόλια όταν κυκλοφόρησε στη Σουηδία το 1988. Θεωρήθηκε από" τα πιο σημαντικά της νεότερης σκανδιναβικής λογοτεχνίας", "πρωτότυπα και αριστοτεχνικά γραμμένο", " ότι ο συγγραφέας κινείται  αδιάκοπα κοντά στο όριο του ανθρώπου" και ότι είναι " αυτό το ολιγοσέλιδο, μεγάλο μυθιστόρημα, αυτό το τρομακτικό και όμορφο αφήγημα αγάπης".
Από αυτό το μυθιστόρημα είναι το απόσπασμα που ακολουθεί,  πολύ μικρή συμβολή στη γνωριμία με το έργο του.

Το όνομά του ήταν Πασκουάλ Πινόν κι είχε γεννηθεί με δύο κεφάλια.
Το δεύτερο κεφάλι ήταν κεφάλι γυναίκας.
Υπήρχε πάντοτε μια στιγμή σύγχυσης όταν μιλάγανε για τον Πινόν - για "εκείνον" ή "εκείνους", κανείς δεν μπορούσε ν' αποφασίσει με σιγουριά. Όταν οι πρώτες φήμες για την παράδοξη ιστορίας της αγάπης τους διαδόθηκαν στον κόσμο, εκεί γύρω στο Φεβρουάριο του 1922, οι δυο τους βρίσκονταν σ' ένα ορυχείο στο βόρειο Μεξικό. Εκεί βρίσκονταν, εκεί εκτελούσαν την αποστολή τους, που κατ' αρχήν δεν ήταν εργασία, αλλά μάλλον παρουσία.
Ήταν παρόντες. Ήταν επίσης παγιδεμένοι. Αυτή ήταν η αποστολή τους στη ζωή.
Μπορούμε να πούμε: Εκείνη την άνοιξη του 1922 έγιναν ορατοί. Οι φήμες έφτασαν μέχρι τον πολιτισμένο κόσμο, και μέχρις έναν ιμπρεσάριο στο Σαν Ντιέγκο, ονόματι Τζων Σίντελερ.
Τους αναζήτησε, τους έκανε ορατούς, όταν τους είδε τότε φανερώθηκαν. Υπήρχαν και πριν αλλά δε φαίνονταν. Έτσι γίνεται με πολλούς ανθρώπους. Αυτός όμως τους έκανε ορατούς. Τους ονόμασε ανδρόγυνο, το διασημότερο ζευγάρι εραστών στην αμερικάνικη δύση, αρχικά ένα παράδειγμα αδιασάλευτης δυστυχίας και αργότερα αδιασάλευτης ευτυχίας.
Αχώριστοι στο θάνατο, ένας γάμος για καλό και για κακό, αλλά και αδύνατο να διαλυθεί. Μπορούμε να πούμε: μας τους παρουσίασε, σαν έμβλημα.
Όταν τον ανακάλυψαν, ο Πινόν βρισκότανε μέσα σ' ένα χαλκωρυχείο στο βόρειο Μεξικό. Από πού ερχότανε, δεν ξέρει κανείς. Κανείς δεν ξέρει πού γεννήθηκε ή πότε, κανείς δεν ξέρει ποιοι ήταν οι γονείς του. Ίσως να ντρέπονταν· όταν πέθανε δεν ήρθε κανένας συγγενής. Πιθανότατα είχε γεννηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1880, ήταν η πιο αληθοφανής εκδοχή. Είχε γεννηθεί τέρας.
Τέρας είναι η σωστή περιγραφή του. Αυτήν χρησιμοποιούσε και ο ίδιος.
Το ένα του κεφάλι, το κάτω, ήταν κεφάλι ανδρός, απόλυτα κανονικό, ίσως και όμορφο. Το ανδρικό του κεφάλι το κρατούσε πάντα πολύ ψηλά και ίσια, με μια θλιμμένη αξιοπρέπεια. Είχε πυκνά γένια, καλοπεριποιημένα. Πάνω όμως από αυτό το κεφάλι είχε φυτρώσει ένα άλλο κεφάλι, που ξεπρόβαλε σαν μπουμπούκι από το μέτωπό του ή σαν φυλακισμένος που προσπαθεί απελπισμένα να ξεφύγει διαπερνώντας τον τοίχο της φυλακής, χωρίς να το πετυχαίνει και καταδικάζεται σε ισόβια φυλάκιση κτισμένος ο μισός μέσα στον τοίχο.
Το άλλο, το επάνω, ήταν κεφάλι γυναίκας. Τα δυο κεφάλια του Πασκουάλ Πινόν τα βλέπει κανείς σε μια σειρά φωτογραφίες του '20 κα του '30· την τελυταία την πήρανε λίγες μόνο μέρες πριν πεθάνει. Άλλωστε τότε ήταν κιόλας διεθνώς αρκετά διάσημος και μια βιογραφία του δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του· τη βιογραφία A Monster's Life, την είχε γράψει ο ιμπρεσάριός του, ο Τζων Σίντελερ.
Φωτογραφίες υπάρχουν πολλές.
Δίνουν όλες την εντύπωση θλίψης και αξιοπρέπειας· λες και τα δυο κεφάλια κοιτάζανε πάντα το φακό γνωρίζοντας ότι αργότερα κανείς δε θα τους καταλάβαινε ποτέ, ότι αυτοί που κοιτάζανε τις φωτογραφίες δεν θα καταλάβαιναν ποτέ. Μπορούμε να πούμε: Ο Πασκουάλ Πινόν κουβαλούσε το δεύτερό του κεφάλι όπως ένας μεταλλωρύχος φοράει τη λυχνία στο μέτωπό του. Έτσι κι εκείνος την κουβαλούσε σ' όλη του τη ζωή: όπως ο μεταλλωρύχος κουβαλάει τη λυχνία του στο σκοτάδι όπου διάλεξε ο ίδιος να ζήσει, με τον ίδιο τρόπο και κείνος την κουβαλούσε διασχίζοντας το απίστευτο φως της ζωής. Από τη δική του λυχνία όμως δεν έβγαινε φως. Οι φωτογραφίες λένε κάτι άλλο: μάλλον μέσα απ' αυτή τη λυχνία εισχωρούσε το σκοτάδι ορμητικά, μέσα της και μέσα του.

Στην αρχή δεν είχαν μπορέσει να το φανταστούν.
Ότι δηλαδή το πάνω κεφάλι είχε στ' αλήθεια δική του προσωπικότητα, ότι ήταν ένα άτομο, ένας άνθρωπος. Αφού στον ορισμό του ανθρώπου ενυπάρχει κάτι πιο μεγάλο, κάτι πιο απόλυτο. Ο Πινόν ήταν πάντα για όλους " Αυτός". Τα όρια του ανθρώπου μπορούν έτσι κι αλλιώς να χαραχτούν μόνο με έναν τρόπο: γύρω από τον άνθρωπο τον άνθρωπο τον ίδιο ως ολότητα. Επομένως εκείνη ήταν δικό του κομμάτι.
Μετά άρχισαν να τον θεωρούν ως "Αυτοί".Ο λόγος ήταν πολύ απλός: Κατάλαβαν, στο τέλος, ότι και κείνος αυτό έκανε. Της έδωσε ένα όνομα: Μαρία. Τότε κατάλαβαν. Και τότε άρχισε να υπάρχει και κείνη.
Στην αρχή υπήρχε μόνο αυτός. Μετά της έδωσε ένα όνομα. Και τότε άρχισε να υπάρχει κι αυτή.
Όλα άρχισαν όταν οι φήμες για την ύπαρξή τους είχαν φτάσει στον πολιτισμένο κόσμο χάρη σ' έναν ιμπρεσάριο στο Σαν Ντιέγκο· τον έλεγαν Τζων Σίντελερ και διηύθυνε έναν από τους μικρούς περιοδεύοντες θιάσους βαριετέ στη δυτική ακτή. Είχε κατέβει μέχρι το Μεξικό για να δει αν οι φήμες ήταν αληθινές, σύμφωνα με τις δικές του διηγήσεις, είχε φτάσει καταϊδρωμένος και κουρασμένος κι έκανε ένα γύρο και ρωτούσε στο χωριό και τους μεταλλωρύχους. Κανένας όμως δεν είχε ακούσει για τέρας με δυο κεφάλια.
Κανένας.
Υπήρχε μάλιστα κι ένα είδος εχθρότητας σ' όσους ρωτούσε και δεν είχε καταλάβει γιατί. Αλλά, όπως κάπως μελοδραματικά γράφει στο βιβλίο του, "ακριβώς πάνω από την είσοδο του ορυχείου ανακάλυψα τότε ψηλά στον ουρανό, ένα λευκό άλμπατρος που, με τεράστιους κύκλους, έμοιαζε να σημαδεύει τον τόπο για μένα: οπλίστηκα κι εγώ με θάρρος και μπήκα, παρ' όλες τις εχθρικές χειρονομίες των ντόπιων μεταλλωρύχων, μέσα στο ορυχείο για να συναντήσω το αντικείμενο των επιθυμιών μου".
Φαίνεται πως έφτασε ως εκεί με δωροδοκίες.
Το πρόβλημα, όπως αποδείχτηκε, ήτανε ότι ο Πινόν υπήρχε στ' αλήθεια, αλλά τον κρατούσανε μέσα στο ορυχείο όχι ως εργάτη αλλά ως όμηρο. Τον κρατούσανε φυλακισμένο για να τους προστατεύει από ατυχήματα. Οι δεισιδαίμονες μεταλλωρύχοι, γράφει ο Σίντελερ, πίστευαν ότι τούτο το τέρας ήταν τέκνο του Σατανά κι ότι μ' αυτόν τον τρόπο, από μια ευτυχή συγκυρία, είχανε όμηρό τους το τέκνο του Σατανά.
Και τώρα τον κρατάγανε να τους προστατεύει από ατυχήματα, μια και δε θα' τανε δυνατόν ο Σατανάς να θέλει να χαλάσει ένα απ' τα παιδιά του αφήνοντας να γκρεμιστεί το ορυχείο.
Όπως έναν " άγγελο πεπτωκότα εξ ουρανών" τον κρατούσαν όμηρο εναντίον του ίδιου του Κακού.
Η διεύθυνση του ορυχείου, με την οποία είχε αρχικά έρθει σ' επαφή ο Σίντελερ, έδειξε ενοχλημένη και ανήσυχη. Δε συμμερίζονταν τις δεισιδαιμονίες των εργατών, ισχυρίστηκαν, αλλά θεωρούσαν πως ο Πινόν με την παρουσία του παρ' όλα αυτά δημιουργούσε ένα κλίμα ηρεμίας στο ορυχείο. Ταυτόχρονα ανησυχούσαν μήπως η υπόθεση βγει στον τύπο και προκαλέσει σκάνδαλο.
Οδήγησαν τον ιμπρεσάριο στον Πινόν.
Τον κρατάγανε σ' ένα μικρό άνοιγμα μιας στοάς. Του δίνανε άφθονο φαΐ και νερό, αλλά τον είχανε πάντα δεμένο. Ήταν ξαπλωμένος σ' ένα ξυλοκρέβατο κι από κάτω του είχε άχυρα και προβιές. Τις ακαθαρσίες του τις φτυαρίζανε κάθε μέρα.
Ο ιμπρεσάριος είχε προφανώς πετύχει στη διαπραγμάτευσή του με τη διεύθυνση, δωροδοκώντας και απειλώντας. Η γνώμη του Πινόν δε ζητήθηκε ποτέ. Μόνο ύστερα από δυο χρόνια, τον ρώτησε κάποιος αν ήταν ευτυχισμένος που τον λευτέρωσαν. Κι είχε τότε απαντήσει κοφτά:
- Το' θελε η Μαρία.
Αυτό όμως ήταν πολύ αργότερα, την εποχή που την έλεγε με τ' όνομά της και ο κόσμος γύρω του είχε καταλάβει ότι ήταν κι αυτή άνθρωπος.

Δε μίλαγε σχεδόν ποτέ για το διάστημα που ήταν στο ορυχείο.
Ανέφερε μια λεπτομέρεια: ότι την είχε τυλιγμένη μ' ένα κομμάτι πανί, για να την προστατεύει. Δεν είπε ποτέ από τι. Ίσως από τις βρομιές ή τα βλέμματα. Στο ορυχείο, έλεγε, ήταν δυστυχισμένοι. Καθόταν στα άχυρα με την αλυσίδα γύρω στα πόδια του και το πανί τυλιγμένο γύρω της, και δεν μπορούσανε να συμφωνήσουνε. Ήταν κρίμα που δεν μπορούσανε να συμφωνήσουνε. Ούτε μια φιλική σκέψη δεν κάνανε ο ένας για τον άλλον, μάλλον εχθρικά σκέφτονταν. Πολλές φορές καθόταν εκεί στο σκοτάδι και τη μισούσε. Μόνο όταν οι εξωτερικές συνθήκες άλλαξαν κάπως και βγήκαν από το ορυχείο, άρχισε η αγάπη τους ν' ανθίζει. Άρχισε ν' ανθίζει για πρώτη φορά το Μάρτη του 1922 κι ύστερα ήταν όλο και καλύτερα.
Στο τέλος, ήταν πια υπόθεση αδιάλειπτης αγάπης με μια πολύ σύντομη εξαίρεση.
Στις συνομιλίες του με την Έλεν Πόρτιτζ, τη νοσοκόμα που τον φρόντιζε εκείνη τα τελευταία χρόνια, είχε διηγηθεί τα πράγματα κάπως έτσι. Μίλαγε με σχετικά σύντομες και σχεδόν ενοχλημένες φράσεις και για το διάστημα στο ορυχείο και για τη σχέση της Μαρίας μαζί του ( όταν ήταν φυλακισμένοι στο σκοτάδι)· είχε πει ότι ποτέ δεν κατάλαβε καλά τι ήθελε εκείνη. Μόνο πως ήτανε δυσαρεστημένη μαζί του. Έμοιαζε μ' ένα μεγάλο μακρύ στεναγμό, ένα ατελείωτα μακρόσυρτο, χαμηλόφωνο κλάμα που μέρα - νύχτα στριφογύριζε στο κεφάλι του.
Γι' αυτό και η σχέση τους δεν ήτανε και τόσο ευτυχισμένη.
Πώς θα μπορούσε να' ναι διαφορετικά, έλεγε. Αφού απ' τη δικιά του μεριά δεν μπορούσε ν' αγαπήσει ένα μακρύ απελπισμένο κλάμα. Ήταν αβάσταχτο. Δεν ήταν καθόλου αγάπη.

Το κεφάλι της ήτανε μικρότερο από το δικό του.
Τη νύχτα τους βγάλανε από το ορυχείο και το άλμπατρος δε φαινότανε πουθενά. Τους έφερε στο ξενοδοχείο και τους καθάρισε. Δεν έγινε με την πρώτη, η βρόμα είχε ριζώσει πάνω τους, αλλά είχε πληρώσει έναν κουρέα να τον βοηθήσει, και τους κούρεψε και τους έλουσε κάμποσες φορές και με κάθε πλύσιμο το πετσί τους άσπριζε· αργά, αργά, σχεδόν μυστηριωδώς, αποκαλύπτονταν τα πρόσωπά τους, όπως μια φωτογραφία γίνεται σιγά σιγά ορατή μέσα στο εμφανιστικό υγρό.
Την άλλη μέρα ταξίδεψαν βόρεια κι ο Πινόν είχε για πρώτη φορά δει τη γυναίκα του στον καθρέφτη.
Ήταν η πρώτη φορά που την είδε. Μετά θα την έβλεπε πολλές φορές. Αργότερα, του άρεσε πολύ να τη βλέπει.

Αργότερα, την έβρισκε όμορφη.
Στον καθρέφτη μπορούσε να δει το πρόσωπό της με τα λοξά, πολύ όμορφα μάτια, τα ψηλά ζυγωματικά, τη λεπτή μύτη. Ό,τι ήτανε άσχημο πάνω του το έβρισκε όμορφο σε κείνη. Όσο ζούσανε στο ορυχείο ντρεπότανε πάντα για κείνη, καταλάβαινε πως η ύπαρξή της τους έκανε αλλιώτικους και ντρεπότανε γι' αυτό. Τότε δεν ήξερε πως ήτανε όμορφη. Μπορούσε μόνο να την αγγίξει με το χέρι του, ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνο τον καιρό, σήκωνε το χέρι και χάιδευε το πρόσωπό της· και τίποτα απ' ό,τι άγγιζε δεν του φανέρωνε πως τα μάτια της ήταν όμορφα και λοξά κι ότι τα μήλα στο πρόσωπό της ήταν ψηλά σαν τόξα κι ότι η μύτη ήταν λεπτή και τα πτερύγια της μύτης αισθαντικά και το στόμα φίνο· την είχε αγγίξει με το χέρι και νόμιζε ότι ήταν άσχημη. Αφού το είχε μάλιστα δει στα μάτια των μεταλλωρύχων, όταν πλησιάζανε με τις λυχνίες τους και ξεκολλάγανε το πανί γύρω απ' το κεφάλι του, πως ήταν άσχημη. Αλλιώς γιατί αυτός ο τρόμος στα μάτια τους. Και αυτός ήταν ο λόγος που πάντα προσπαθούσε να' χει ένα πανί τυλιγμένο γύρω της. Και τώρα, που ο ιμπρεσάριος πλένοντάς τους, είχε βγάλει τα πρόσωπά τους από το σκοτάδι, τώρα που τους είχε κουρέψει και τελικά τους έδωσε έναν καθρέφτη, τώρα την έβρισκε όμορφη.
Πιο ζωντανά ήταν τα μάτια της: ανοιγόκλειναν συνεχώς, καμιά φορά ανήσυχα, κι άλλοτε θλιμμένα και σιγανά. Μπορούσε κανείς να δει πως παρακολουθούσαν τα πάντα, κινούνταν από τη μια μεριά στην άλλη: αν κάποιος έμπαινε αναπάντεχα στο δωμάτιο τα μάτια αντιδρούσαν, πηγαίνοντας μπρος πίσω, και περνούσαν μερικές στιγμές μέχρι να ηρεμήσουν. Άλλοτε πάλι τα μάτια ανοιγόκλειναν πιο ανυπόμονα σαν να' θελε με τις κινήσεις να προσελκύσει την προσοχή ή να πει κάτι.
Ή, άλλες φορές, όταν εκείνος στέκονταν μπροστά στον καθρέφτη και την κοιτούσε σιωπηλά, σαν να' θελε να του απαγορέψει να κοιτιέται.
Ήταν σαν να' βλεπες δορκάδα παγιδευμένη και ανυπεράσπιστη ν' ανοιγοκλείνει μ' αγωνία τα μάτια· λες και τα μάτια πάσκιζαν να πούνε κάτι, αυτό το κατάλαβαν όλοι με τον καιρό, αλλά τι - όχι - αυτό ήταν αδύνατο να το καταλάβουν.
Μόνο ένας είχε το κλειδί αυτού του μυστικού: ο Πασκουάλ. Μόνον αυτός...

Περ Όλοβ Ένκβιστ, Άγγελος Πεπτωκώς, μετφρ. Ζάννης Ψάλτης, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 1996

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Μια Ιταλική Άνοιξη

Ο τίτλος αναφέρεται στο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα  Εμμανουέλ Ρομπλές, ο οποίος στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάχτηκε στην Αεροπορία και από το 1943 υπηρέτησε ως πολεμικός ανταποκριτής. Με την ιδιότητα αυτή επισκέφτηκε όλα τα μέτωπα της Μεσογείου και πήρε μέρος σε βομβαρδιστικές επιδρομές στη Βόρεια Ιταλία και τα Βαλκάνια.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Ρώμη,την άνοιξη του 1944, όταν αυτή βρισκόταν υπό Γερμανική Κατοχή και μέσω της απόκρυψης και προσπάθειας διάσωσης ενός νεαρού Γάλλου αεροπόρου, του Σαιντ - Ροζ, του οποίου το αεροπλάνο του είχε χαθεί στη θάλασσα, ο συγγραφέας δίνει την εικόνα της φασιστικής Ιταλίας αλλά και της Ιταλικής Αντίστασης εναντίον των φασιστών συμπατριωτών τους και των κατακτητών Γερμανών. 
Τον Σαιντ - Ροζ τον σώζουν χωρικοί και μέσα από ένα δίκτυο συνεργατών της Αντίστασης κατορθώνει να κρυφθεί σε ένα "παλάτσο" και να διαφύγει στη Γαλλία.
Η δράση είναι σχεδόν κινηματογραφική. Η ψυχογράφηση των προσώπων διεισδυτική. Ρεαλιστικές σκηνές και αγωνία καθηλωτική. Ο αγώνας εναντίον των φασιστών Ιταλών και των κατακτητών Γερμανών περνάει από πολλά κανάλια και ο συγγραφέας ζωντανά και πολύ παραστατικά προσπαθεί να αποδώσει το μισερό και βίαιο πρόσωπο τους. Παράλληλα κινεί τη συνωμοτική δράση των Ιταλών αντιφασιστών αναδεικνύοντας συγκλονιστικές στιγμές όπως  τις βομβιστικές επιθέσεις εναντίον των Γερμανών και τα φοβερά αντίποινα επικεντρώνοντας στη φρικτή τραγωδία στις σπηλιές της Αρδέα, όπου εκτελέστηκαν 300 όμηροι Ιταλοί.
Και σαν απάντηση στις θηριωδίες ο έρωτας δίνει το δικό του στίγμα στη ζωή των ηρώων του μυθιστορήματος.

" Ο Σαιντ Ροζ θυμήθηκε όλα αυτά τα πρόσωπα, όλα τα γεγονότα που γνώρισε από τότε που έπεσε από τον ουρανό, μια τσουχτερή μέρα του χειμώνα, στα παράλια της θάλασσας της Ιταλίας. Κάτι το λυπητερό και το ενθουσιαστικό μαζί τον είχε κυριέψει σάμπως, στη Ρώμη, την άνοιξη του χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα και στα εικοσιοχτώ του χρόνια είχε πλησιάσει το μυστήριο της ίδιας του της ύπαρξης. Και τη στιγμή που ήταν να αποχαιρετήσει το Λούκα και τον αδελφό του είχε την αίσθηση πως αποχαιρετούσε μαζί και τη νιότη του, και πως απ' εδώ και πέρα δε θα' ναι αυτή πίσω του παρά μια φούχτα χιόνι στο κοίλωμα ενός βράχου".

Στον πρόλογο και στον επίλογο ο συγγραφέας σε παρένθετο ρόλο αφηγητή από τη στιγμή που πληροφορείται ότι ζει ο Σαιντ - Ροζ μέχρι και τη συνάντησή τους κατά την οποία μαθαίνουμε ό,τι δεν περιέχεται στις αναμνήσεις του νεαρού αεροπόρου.

"Αυτόν τον αξιωματικό της αεροπορίας με το ασημένιο σήμα των πιλότων πάνω στη "μπατλ - ντρες" του, τον ήξερα περίφημα: Σαιντ - Ροζ! Ζακ Σαιντ - Ροζ!
- Μα έγώ σε είχα για πεθαμένο! Από πού ξετρύπωσες, Λάζαρε; Μου είχαν αναφέρει πως πάνω στο "Μαρώντερ" του είχε χαθεί στη θάλασσα επιστρέφοντας από μια αποστολή πάνω από την Ιταλία. Σύντομα μου διηγήθηκε πώς τη σκαπούλαρε.
- Ωραία ιστορία! Αν την έκανα άρθρο;
- Παράτα τα.
- Έλα να πιεις κάτι!
- Ευχαριστώ. Βιάζομαι. Χρειάζομαι το τζιπ σου.
- Να σου δανείσω τη " Λαίδη Πάμελα"; Τρελάθηκες;
- Τη χρειάζομαι αμέσως.
- Η αλλαγή στις ταχύτητές της απαιτεί μια λεπτότητα στην αφή που μόνο εγώ την έχω.
- Τότε συνόδεψέ με.
Φύγαμε από το μπαρ, ο Ζακ μού διηγήθηκε πως το πρωί, χαράματα, είχε βομβαρδίσει μ' ένα σχηματισμό από δεκαπέντε Β26 ένα σιδηροδρομικό κόμβο όχι μακριά από τις γερμανικές γραμμές. Ο πίσω πολυβολητής του είχε δεχτεί ένα θραύσμα οβίδας καταπρόσωπο. Σπασμένη μασέλα, το ένα μάτι πειραγμένο. Διαταγή να προσγειωθούν στο πιο κοντινό έδαφος, στη Ρώμη δηλαδή, να παραδώσουν τον τραυματία σ' ένα νοσοκομείο και να ξαναγυρίσουν ύστερα στο στόλο στη Σαρδηνία. Ερχόταν λοιπόν από το νοσοκομείο και γύρευε μεταφορικό μέσο για να συναντήσει το πλήρωμά του.
- Μίλα καθαρά, του είπα. Το νοσοκομείο ή η βάση μπορούσαν να σε βγάλουν απ' τη δυσκολία. Δεν είναι που σιχαίνομαι να σε κάνω βόλτα στη Ρώμη! Ακόμα πιο πολύ γιατί η χαρά μου που σε ξαναβλέπω, σε βλέπω άθιχτο, είναι πραγματική.
- Δεν πρόκειται για βόλτα.
- Α, κλείστο! Μυστική αποστολή! Μπράβο! Μπορείς να βασίζεσαι στην εχεμύθειά μου.
Ήταν μάλλον κοντός αλλά με σωστές αναλογίες, με λεπτό πρόσωπο, λυπημένο βλέμμα. Είχαμε κάνει το ταξίδι Μασσαλία - Αλγέρι πάνω στο ίδιο φορτηγό, λίγο πριν απ' την απόβαση των Συμμάχων στη Βόρειο Αφρική.
Για ν' αποφύγω να μου δανείζονται τη " Λαίδη Πάμελα" λίγο ή πολύ οριστικά, την είχα αφήσει σ' ένα στρατιωτικό γκαράζ στη φύλαξη ενός Μ.Ρ. και για μεγαλύτερη ασφάλεια το βολάν της ήταν δεμένο με ατσαλένια αλυσίδα και κατάλληλη κλειδαριά. Έδειξα το πάσο μου στον Μ.Ρ. και παρακάλεσα τον Σαιντ - Ροζ ν' ανεβεί πλάι μου. Έξω ο φλογερός ήλιος του Ιούλη πονούσε τα μάτια.
- Πού πάμε;
- Θα σε οδηγήσω.
Πριν να γυρίσει στο αεροδρόμιο είχε να κάνει δύο επισκέψεις. Ακολούθησα λοιπόν τις οδηγίες του και στο δρόμο τον έβαλα να μου περιγράψει πώς πέρασε τ' Αββρούζια με τους συντρόφους του της απόδρασης. Ύστερα από μια μακριά, εξαντλητική πορεία μέσα στα χιόνια, μέσα από μιαν ανισόπεδη περιοχή, είχαν φτάσει στα προχωρημένα φυλάκια της 8ης Βρετανικής Στρατιάς. Δυό εγγλέζοι φαντάροι μέσα από ένα μπλοκχάους τους είχαν φωνάξει: " Come on boys" κι απ' τις φωνές αυτές που τις έπνιγε ο παγερός αέρας είχαν καταλάβει πως έφτασαν. Ήταν ξημέρωμα. Θυμόταν πως παντού είχε αναθεματισμένα συρματοπλέγματα, μα πως το φως έτρεμε πάνω απ' τις κορφές. Εγώ πάλι του είπα τα νέα για μερικούς κοινούς μας φίλους , ιδιαίτερα για το Σερζ Λονζερώ, που πληγώθηκε στη μεγάλη επίθεση εναντίον της Ρώμης.
Σε λίγο το τζιπ χώθηκε σε μια μικρή πλατεία. Ο Σαιντ - Ροζ κατέβηκε, πήγε και χτύπησε την πόρτα σ' ένα μέγαρο. Του άνοιξε ένας άντρας, καμπουριασμένος, αδύνατος, με κουρασμένο κεφάλι. Χοντρό χωριάτικο κεφάλι.
- Θα' θελα να δω τη Μαρκέζα Βίττι.
- Τη Μαρκέζα; Μα, κύριε, έχει φύγει.
- Πού πήγε;
- Στο Βιτέρμπο. Στο μεγάλο της γιο. Έχουν ένα χτήμα εκεί πέρα.
- Ξέρω. Δεν υπάρχει κανείς στο σπίτι; Τι έγιναν η Σοφία κι ο Τζιάκομο;
- Α, τους ξέρετς;
- Όταν κατεχόταν η Ρώμη από τους Γεραμνούς κρύφτηκα εδώ.
- Καταλαβαίνω. Η Σοφία κι ο άντρας της ακολούθησαν τη Μαρκέζα.
- Και ο κύριος και η κυρία Παβόνε;
- Κι αυτοί φύγανε, αλλά πήγαν στην οικογένεια της Κυρίας, στο Μπεναβέντε.
- Πώς είναι;
- Η Κυρία είναι πολύ άρρωστη.
- Τι αρρώστια;
- Έκανε κατάχρηση από υπνωτικά, φάρμακα κάθε λογής. Ξέρετε πόσο η ζωή στη Ρώμη εκείνο τον καιρό στραπατσάριζε τα νεύρα.
- Πότε άρχισε η αρρώστια της;
- Δεν ξέρω.
- Όταν απόδρασα στις αρχές του Απρίλη εκείνη ήταν καλά.
- Νομίζω πως η Σοφία μού μίλησε ακριβώς για τις αρχές του Απρίλη! Μην ξεχνάτε πως λίγο πριν ήταν εκείνη η φριχτή τραγωδία στις σπηλιές της Αρδέα.
- Πράγματι.
- Κι η Μαρκέζα λυπήθηκε πάρα πολύ. Τώρα κι οι δυό τους συνήρθαν.
- Χαίρομαι.
Κοίταξα τον Σαιντ - Ροζ. Για κάποιον που χαιρόταν είχε ύφος μάλλον σαστισμένο. Καταλάβαινα ωστόσο πως θα ήθελα να χαιρετήσει εκείνους που με κίνδυνο της ζωής τους τον είχαν βοηθήσει να γλιτώσει από τους Γερμανούς. (...)
(...) Πέρασα πλάι στον Τίβερη που άστραφτε κάτω απ' τον πυρακτωμένο ουρανό κι ο Σαιντ - Ροζ με παρακάλεσε ύστερα να πάρω ένα δρόμο, ύστερα άλλον ώσπου σταμάτησα μπρος σ' ένα μεγάλο κίτρινο κτίριο.
Έκανε πολλή ζέστη. Μόλις έβρισκες λίγη σκιά ένιωθες ανακούφιση. Ένας τρελός ήλιος στριφογύριζε πάνω απ' τις σκεπές και σκέφτηκα εκείνους που μάχονται στα βόρεια της Ρώμης και που θα πήγαινα να συναντήσω την επαύριο. Αφού πήρα τα κατάλληλα μέτρα με τη " Λαίδη Πάμελα", μπήκα μαζί με τον Σαιν - Ροζ στο διάδρομο.
- Σε συνοδεύω, είπα, εκτός αν σου φαίνομαι αδιάκριτος.
- Έλα, λοιπόν.
- Κρύφτηκες κι εδώ πέρα;
- Όχι.
Έβλεπα πως ήταν σκεφτικός και αρνιόταν να μου φανερώσει τις σκέψεις του. Πάνω στην πόρτα, μόλις βγήκα από το ασανσέρ διάβασα: Τσ. Φιλαντζέρι. Μια ηλικιωμένη κυρία μάς υποδέχτηκε. Ήταν η ίδια η κυρία Φιλαντζέρι. Επειδή μιλούσε πολύ σιγανά το μόνο που κατάλαβα ήταν πως ο άντρας της απουσίαζε. Μα ο Σαιντ - Ροζ φάνηκε ξαφνικά τόσο συγκινημένος που αφουγκράστηκα πιο καλά. Και πράγματι αυτός ο Φιλαντζέρι, γλύπτης, απουσίαζε για πάντα. Σα να λέμε ολότελα πεθαμένος. Είμασταν μέσα στο διαμέρισμα όπου βασίλευε μια ξεκουραστική δροσιά. Έμαθα τότε πως ο δύστυχος αυτός είχε δολοφονηθεί από τους ναζιστές στις αρδεατικές ακτές. Περιττό να εκνευρίζεσαι για "άρθρο", την ιστορία την είχαν παραεκμεταλλευτεί οι πιο πολλοί συνάδελφοι. Αδιάφορο. Η γριά κυρία εξήγησε πως ο άντρας της βρισκόταν σε μια κατηγορία εγκλείστων που δεν έπρεπε να περιλαμβάνονται στους καταλόγους των ομήρων. Κανείς ως τώρα δεν είχε μπορέσει να ξεδιαλύνει κάτω από ποιες περιστάσεις είχε περιληφθεί στη σφαγή. Δεν έκλαιε, αν κι η φωνή της έτρεμε. Τα κουρασμένα μάτια της, τριγυρισμένα από ξερά πετσιά, κοίταζαν τον Σαιντ - Ροζ με μιαν απελπισμένη έκφραση. Είχα δει πολλά πράγματα σ' αυτόν τον πόλεμο, μα ο πόνος ενός γέρου με συγκινούσε περισσότερο από πολλών άλλων. Ο Σαιντ - Ροζ της είχε πιάσει τα χέρια και της μιλούσε πολύ σιγανά τόσο, που δυστυχώς δεν μπόρεσα να καταλάβω τίποτε απ' όσα έλεγε. Τους άφησα και μπήκα στο ατελιέ. Ήξερα πως απ' την αρχή του Ιουλίου οι Ιταλοί δουλεύαν για να ξεθάψουν τα πτώματα μέσα σ' αυτές τις σπηλιές που οι ναζί τις είχαν φράξει με νάρκες. Ήξερα πως μόλις είχαν ανακαλύψει τις δυό πελώριες πυραμίδες με τα θύματα, με μιαν απαίσια μυρωδιά, μέσα σε μιλιούνια σκουλίκια, γιγάντιες μύγες και πως ποντίκια φώλιαζαν ως και στα συντριμμένα κρανία. Το παράθυρο του ατελιέ έβλεπε πάνω στο φλογισμένο ουρανό. Ανάμεσα στα κιγκλιδώματα της ταράτσας φαίνονταν κομμάτια από το πανόραμα της Ρώμης, σκεπές με στρογγυλά κεραμίδια, καμπαναριά, θόλοι ασπρισμένοι από τη θύελλα του ήλιου..."

Αξίζει να προσεχτεί η μετάφραση του Στρατή Τσίρκα και για έναν επιπλέον λόγο.
" Γιατί, όμως, ο κύριος όγκος του μεταφραστικού έργου του Στρατή Τσίρκα κυκλοφορεί μεσούσης της απριλιανής χούντας; Τον Μάιο η απριλιανή δικτατορία απαγορεύει την κυκλοφορία του μυθιστορήματος-ποταμού «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Ο Τσίρκας σταματάει, όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς, να δημοσιεύει δικά του κείμενα, αντιδρώντας έτσι στην προληπτική λογοκρισία που επιβάλλει η δικτατορία. Στο διάστημα αυτό κυκλοφορούν μόνο μεταφράσεις του"
Ο Τσίρκας έγινε μεταφραστής για να μη σιωπήσει .



Εμμανουέλ Ρομπλές, Μια Ιταλική Άνοιξη, μετφρ. Στρατής Τσίρκας, Κέδρος, Αθήνα 1982, 2η έκδοση

Ο Εμμανουέλ Ρομπλές γεννήθηκε στο Οράν ( Αλγερία ), στα 1914 από εργατική οικογένεια. Σπούδασε στο Αλγέρι, στην Ecole Normale και κατόπιν στη Faculte des Lettres, όπου συνδέθηκε με τον Αλμπέρ Καμύ.
Μετά τη λήξη του πολέμου αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Έγραψε πολλά μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα.
Το μυθιστόρημά του " Les hauteurs de la ville" βραβεύτηκε με το Prix Femina, ενώ με το θεατρικό του έργο " Montserrat" επιβλήθηκε ως θεατρικός συγγραφέας πρώτης σειράς. 
Συνεργάστηκε με τον Εκδοτικό οίκο Le Seuil, και διεύθυνε τη σειρά " Mediterranee", από όπου παρουσιάστηκαν στο γαλλικό και στο διεθνές κοινό αξιόλογοι συγγραφείς των χωρών της Μεσογείου.