Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατής Τσίρκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατής Τσίρκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Μια Ιταλική Άνοιξη

Ο τίτλος αναφέρεται στο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα  Εμμανουέλ Ρομπλές, ο οποίος στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάχτηκε στην Αεροπορία και από το 1943 υπηρέτησε ως πολεμικός ανταποκριτής. Με την ιδιότητα αυτή επισκέφτηκε όλα τα μέτωπα της Μεσογείου και πήρε μέρος σε βομβαρδιστικές επιδρομές στη Βόρεια Ιταλία και τα Βαλκάνια.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Ρώμη,την άνοιξη του 1944, όταν αυτή βρισκόταν υπό Γερμανική Κατοχή και μέσω της απόκρυψης και προσπάθειας διάσωσης ενός νεαρού Γάλλου αεροπόρου, του Σαιντ - Ροζ, του οποίου το αεροπλάνο του είχε χαθεί στη θάλασσα, ο συγγραφέας δίνει την εικόνα της φασιστικής Ιταλίας αλλά και της Ιταλικής Αντίστασης εναντίον των φασιστών συμπατριωτών τους και των κατακτητών Γερμανών. 
Τον Σαιντ - Ροζ τον σώζουν χωρικοί και μέσα από ένα δίκτυο συνεργατών της Αντίστασης κατορθώνει να κρυφθεί σε ένα "παλάτσο" και να διαφύγει στη Γαλλία.
Η δράση είναι σχεδόν κινηματογραφική. Η ψυχογράφηση των προσώπων διεισδυτική. Ρεαλιστικές σκηνές και αγωνία καθηλωτική. Ο αγώνας εναντίον των φασιστών Ιταλών και των κατακτητών Γερμανών περνάει από πολλά κανάλια και ο συγγραφέας ζωντανά και πολύ παραστατικά προσπαθεί να αποδώσει το μισερό και βίαιο πρόσωπο τους. Παράλληλα κινεί τη συνωμοτική δράση των Ιταλών αντιφασιστών αναδεικνύοντας συγκλονιστικές στιγμές όπως  τις βομβιστικές επιθέσεις εναντίον των Γερμανών και τα φοβερά αντίποινα επικεντρώνοντας στη φρικτή τραγωδία στις σπηλιές της Αρδέα, όπου εκτελέστηκαν 300 όμηροι Ιταλοί.
Και σαν απάντηση στις θηριωδίες ο έρωτας δίνει το δικό του στίγμα στη ζωή των ηρώων του μυθιστορήματος.

" Ο Σαιντ Ροζ θυμήθηκε όλα αυτά τα πρόσωπα, όλα τα γεγονότα που γνώρισε από τότε που έπεσε από τον ουρανό, μια τσουχτερή μέρα του χειμώνα, στα παράλια της θάλασσας της Ιταλίας. Κάτι το λυπητερό και το ενθουσιαστικό μαζί τον είχε κυριέψει σάμπως, στη Ρώμη, την άνοιξη του χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα και στα εικοσιοχτώ του χρόνια είχε πλησιάσει το μυστήριο της ίδιας του της ύπαρξης. Και τη στιγμή που ήταν να αποχαιρετήσει το Λούκα και τον αδελφό του είχε την αίσθηση πως αποχαιρετούσε μαζί και τη νιότη του, και πως απ' εδώ και πέρα δε θα' ναι αυτή πίσω του παρά μια φούχτα χιόνι στο κοίλωμα ενός βράχου".

Στον πρόλογο και στον επίλογο ο συγγραφέας σε παρένθετο ρόλο αφηγητή από τη στιγμή που πληροφορείται ότι ζει ο Σαιντ - Ροζ μέχρι και τη συνάντησή τους κατά την οποία μαθαίνουμε ό,τι δεν περιέχεται στις αναμνήσεις του νεαρού αεροπόρου.

"Αυτόν τον αξιωματικό της αεροπορίας με το ασημένιο σήμα των πιλότων πάνω στη "μπατλ - ντρες" του, τον ήξερα περίφημα: Σαιντ - Ροζ! Ζακ Σαιντ - Ροζ!
- Μα έγώ σε είχα για πεθαμένο! Από πού ξετρύπωσες, Λάζαρε; Μου είχαν αναφέρει πως πάνω στο "Μαρώντερ" του είχε χαθεί στη θάλασσα επιστρέφοντας από μια αποστολή πάνω από την Ιταλία. Σύντομα μου διηγήθηκε πώς τη σκαπούλαρε.
- Ωραία ιστορία! Αν την έκανα άρθρο;
- Παράτα τα.
- Έλα να πιεις κάτι!
- Ευχαριστώ. Βιάζομαι. Χρειάζομαι το τζιπ σου.
- Να σου δανείσω τη " Λαίδη Πάμελα"; Τρελάθηκες;
- Τη χρειάζομαι αμέσως.
- Η αλλαγή στις ταχύτητές της απαιτεί μια λεπτότητα στην αφή που μόνο εγώ την έχω.
- Τότε συνόδεψέ με.
Φύγαμε από το μπαρ, ο Ζακ μού διηγήθηκε πως το πρωί, χαράματα, είχε βομβαρδίσει μ' ένα σχηματισμό από δεκαπέντε Β26 ένα σιδηροδρομικό κόμβο όχι μακριά από τις γερμανικές γραμμές. Ο πίσω πολυβολητής του είχε δεχτεί ένα θραύσμα οβίδας καταπρόσωπο. Σπασμένη μασέλα, το ένα μάτι πειραγμένο. Διαταγή να προσγειωθούν στο πιο κοντινό έδαφος, στη Ρώμη δηλαδή, να παραδώσουν τον τραυματία σ' ένα νοσοκομείο και να ξαναγυρίσουν ύστερα στο στόλο στη Σαρδηνία. Ερχόταν λοιπόν από το νοσοκομείο και γύρευε μεταφορικό μέσο για να συναντήσει το πλήρωμά του.
- Μίλα καθαρά, του είπα. Το νοσοκομείο ή η βάση μπορούσαν να σε βγάλουν απ' τη δυσκολία. Δεν είναι που σιχαίνομαι να σε κάνω βόλτα στη Ρώμη! Ακόμα πιο πολύ γιατί η χαρά μου που σε ξαναβλέπω, σε βλέπω άθιχτο, είναι πραγματική.
- Δεν πρόκειται για βόλτα.
- Α, κλείστο! Μυστική αποστολή! Μπράβο! Μπορείς να βασίζεσαι στην εχεμύθειά μου.
Ήταν μάλλον κοντός αλλά με σωστές αναλογίες, με λεπτό πρόσωπο, λυπημένο βλέμμα. Είχαμε κάνει το ταξίδι Μασσαλία - Αλγέρι πάνω στο ίδιο φορτηγό, λίγο πριν απ' την απόβαση των Συμμάχων στη Βόρειο Αφρική.
Για ν' αποφύγω να μου δανείζονται τη " Λαίδη Πάμελα" λίγο ή πολύ οριστικά, την είχα αφήσει σ' ένα στρατιωτικό γκαράζ στη φύλαξη ενός Μ.Ρ. και για μεγαλύτερη ασφάλεια το βολάν της ήταν δεμένο με ατσαλένια αλυσίδα και κατάλληλη κλειδαριά. Έδειξα το πάσο μου στον Μ.Ρ. και παρακάλεσα τον Σαιντ - Ροζ ν' ανεβεί πλάι μου. Έξω ο φλογερός ήλιος του Ιούλη πονούσε τα μάτια.
- Πού πάμε;
- Θα σε οδηγήσω.
Πριν να γυρίσει στο αεροδρόμιο είχε να κάνει δύο επισκέψεις. Ακολούθησα λοιπόν τις οδηγίες του και στο δρόμο τον έβαλα να μου περιγράψει πώς πέρασε τ' Αββρούζια με τους συντρόφους του της απόδρασης. Ύστερα από μια μακριά, εξαντλητική πορεία μέσα στα χιόνια, μέσα από μιαν ανισόπεδη περιοχή, είχαν φτάσει στα προχωρημένα φυλάκια της 8ης Βρετανικής Στρατιάς. Δυό εγγλέζοι φαντάροι μέσα από ένα μπλοκχάους τους είχαν φωνάξει: " Come on boys" κι απ' τις φωνές αυτές που τις έπνιγε ο παγερός αέρας είχαν καταλάβει πως έφτασαν. Ήταν ξημέρωμα. Θυμόταν πως παντού είχε αναθεματισμένα συρματοπλέγματα, μα πως το φως έτρεμε πάνω απ' τις κορφές. Εγώ πάλι του είπα τα νέα για μερικούς κοινούς μας φίλους , ιδιαίτερα για το Σερζ Λονζερώ, που πληγώθηκε στη μεγάλη επίθεση εναντίον της Ρώμης.
Σε λίγο το τζιπ χώθηκε σε μια μικρή πλατεία. Ο Σαιντ - Ροζ κατέβηκε, πήγε και χτύπησε την πόρτα σ' ένα μέγαρο. Του άνοιξε ένας άντρας, καμπουριασμένος, αδύνατος, με κουρασμένο κεφάλι. Χοντρό χωριάτικο κεφάλι.
- Θα' θελα να δω τη Μαρκέζα Βίττι.
- Τη Μαρκέζα; Μα, κύριε, έχει φύγει.
- Πού πήγε;
- Στο Βιτέρμπο. Στο μεγάλο της γιο. Έχουν ένα χτήμα εκεί πέρα.
- Ξέρω. Δεν υπάρχει κανείς στο σπίτι; Τι έγιναν η Σοφία κι ο Τζιάκομο;
- Α, τους ξέρετς;
- Όταν κατεχόταν η Ρώμη από τους Γεραμνούς κρύφτηκα εδώ.
- Καταλαβαίνω. Η Σοφία κι ο άντρας της ακολούθησαν τη Μαρκέζα.
- Και ο κύριος και η κυρία Παβόνε;
- Κι αυτοί φύγανε, αλλά πήγαν στην οικογένεια της Κυρίας, στο Μπεναβέντε.
- Πώς είναι;
- Η Κυρία είναι πολύ άρρωστη.
- Τι αρρώστια;
- Έκανε κατάχρηση από υπνωτικά, φάρμακα κάθε λογής. Ξέρετε πόσο η ζωή στη Ρώμη εκείνο τον καιρό στραπατσάριζε τα νεύρα.
- Πότε άρχισε η αρρώστια της;
- Δεν ξέρω.
- Όταν απόδρασα στις αρχές του Απρίλη εκείνη ήταν καλά.
- Νομίζω πως η Σοφία μού μίλησε ακριβώς για τις αρχές του Απρίλη! Μην ξεχνάτε πως λίγο πριν ήταν εκείνη η φριχτή τραγωδία στις σπηλιές της Αρδέα.
- Πράγματι.
- Κι η Μαρκέζα λυπήθηκε πάρα πολύ. Τώρα κι οι δυό τους συνήρθαν.
- Χαίρομαι.
Κοίταξα τον Σαιντ - Ροζ. Για κάποιον που χαιρόταν είχε ύφος μάλλον σαστισμένο. Καταλάβαινα ωστόσο πως θα ήθελα να χαιρετήσει εκείνους που με κίνδυνο της ζωής τους τον είχαν βοηθήσει να γλιτώσει από τους Γερμανούς. (...)
(...) Πέρασα πλάι στον Τίβερη που άστραφτε κάτω απ' τον πυρακτωμένο ουρανό κι ο Σαιντ - Ροζ με παρακάλεσε ύστερα να πάρω ένα δρόμο, ύστερα άλλον ώσπου σταμάτησα μπρος σ' ένα μεγάλο κίτρινο κτίριο.
Έκανε πολλή ζέστη. Μόλις έβρισκες λίγη σκιά ένιωθες ανακούφιση. Ένας τρελός ήλιος στριφογύριζε πάνω απ' τις σκεπές και σκέφτηκα εκείνους που μάχονται στα βόρεια της Ρώμης και που θα πήγαινα να συναντήσω την επαύριο. Αφού πήρα τα κατάλληλα μέτρα με τη " Λαίδη Πάμελα", μπήκα μαζί με τον Σαιν - Ροζ στο διάδρομο.
- Σε συνοδεύω, είπα, εκτός αν σου φαίνομαι αδιάκριτος.
- Έλα, λοιπόν.
- Κρύφτηκες κι εδώ πέρα;
- Όχι.
Έβλεπα πως ήταν σκεφτικός και αρνιόταν να μου φανερώσει τις σκέψεις του. Πάνω στην πόρτα, μόλις βγήκα από το ασανσέρ διάβασα: Τσ. Φιλαντζέρι. Μια ηλικιωμένη κυρία μάς υποδέχτηκε. Ήταν η ίδια η κυρία Φιλαντζέρι. Επειδή μιλούσε πολύ σιγανά το μόνο που κατάλαβα ήταν πως ο άντρας της απουσίαζε. Μα ο Σαιντ - Ροζ φάνηκε ξαφνικά τόσο συγκινημένος που αφουγκράστηκα πιο καλά. Και πράγματι αυτός ο Φιλαντζέρι, γλύπτης, απουσίαζε για πάντα. Σα να λέμε ολότελα πεθαμένος. Είμασταν μέσα στο διαμέρισμα όπου βασίλευε μια ξεκουραστική δροσιά. Έμαθα τότε πως ο δύστυχος αυτός είχε δολοφονηθεί από τους ναζιστές στις αρδεατικές ακτές. Περιττό να εκνευρίζεσαι για "άρθρο", την ιστορία την είχαν παραεκμεταλλευτεί οι πιο πολλοί συνάδελφοι. Αδιάφορο. Η γριά κυρία εξήγησε πως ο άντρας της βρισκόταν σε μια κατηγορία εγκλείστων που δεν έπρεπε να περιλαμβάνονται στους καταλόγους των ομήρων. Κανείς ως τώρα δεν είχε μπορέσει να ξεδιαλύνει κάτω από ποιες περιστάσεις είχε περιληφθεί στη σφαγή. Δεν έκλαιε, αν κι η φωνή της έτρεμε. Τα κουρασμένα μάτια της, τριγυρισμένα από ξερά πετσιά, κοίταζαν τον Σαιντ - Ροζ με μιαν απελπισμένη έκφραση. Είχα δει πολλά πράγματα σ' αυτόν τον πόλεμο, μα ο πόνος ενός γέρου με συγκινούσε περισσότερο από πολλών άλλων. Ο Σαιντ - Ροζ της είχε πιάσει τα χέρια και της μιλούσε πολύ σιγανά τόσο, που δυστυχώς δεν μπόρεσα να καταλάβω τίποτε απ' όσα έλεγε. Τους άφησα και μπήκα στο ατελιέ. Ήξερα πως απ' την αρχή του Ιουλίου οι Ιταλοί δουλεύαν για να ξεθάψουν τα πτώματα μέσα σ' αυτές τις σπηλιές που οι ναζί τις είχαν φράξει με νάρκες. Ήξερα πως μόλις είχαν ανακαλύψει τις δυό πελώριες πυραμίδες με τα θύματα, με μιαν απαίσια μυρωδιά, μέσα σε μιλιούνια σκουλίκια, γιγάντιες μύγες και πως ποντίκια φώλιαζαν ως και στα συντριμμένα κρανία. Το παράθυρο του ατελιέ έβλεπε πάνω στο φλογισμένο ουρανό. Ανάμεσα στα κιγκλιδώματα της ταράτσας φαίνονταν κομμάτια από το πανόραμα της Ρώμης, σκεπές με στρογγυλά κεραμίδια, καμπαναριά, θόλοι ασπρισμένοι από τη θύελλα του ήλιου..."

Αξίζει να προσεχτεί η μετάφραση του Στρατή Τσίρκα και για έναν επιπλέον λόγο.
" Γιατί, όμως, ο κύριος όγκος του μεταφραστικού έργου του Στρατή Τσίρκα κυκλοφορεί μεσούσης της απριλιανής χούντας; Τον Μάιο η απριλιανή δικτατορία απαγορεύει την κυκλοφορία του μυθιστορήματος-ποταμού «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Ο Τσίρκας σταματάει, όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς, να δημοσιεύει δικά του κείμενα, αντιδρώντας έτσι στην προληπτική λογοκρισία που επιβάλλει η δικτατορία. Στο διάστημα αυτό κυκλοφορούν μόνο μεταφράσεις του"
Ο Τσίρκας έγινε μεταφραστής για να μη σιωπήσει .



Εμμανουέλ Ρομπλές, Μια Ιταλική Άνοιξη, μετφρ. Στρατής Τσίρκας, Κέδρος, Αθήνα 1982, 2η έκδοση

Ο Εμμανουέλ Ρομπλές γεννήθηκε στο Οράν ( Αλγερία ), στα 1914 από εργατική οικογένεια. Σπούδασε στο Αλγέρι, στην Ecole Normale και κατόπιν στη Faculte des Lettres, όπου συνδέθηκε με τον Αλμπέρ Καμύ.
Μετά τη λήξη του πολέμου αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Έγραψε πολλά μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα.
Το μυθιστόρημά του " Les hauteurs de la ville" βραβεύτηκε με το Prix Femina, ενώ με το θεατρικό του έργο " Montserrat" επιβλήθηκε ως θεατρικός συγγραφέας πρώτης σειράς. 
Συνεργάστηκε με τον Εκδοτικό οίκο Le Seuil, και διεύθυνε τη σειρά " Mediterranee", από όπου παρουσιάστηκαν στο γαλλικό και στο διεθνές κοινό αξιόλογοι συγγραφείς των χωρών της Μεσογείου.



Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Στρα­τῆς Τσίρ­κας: Τὰ κάλαντα


[Ἕ­να πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο δι­ή­γη­μα τοῦ Στρα­τῆ Τσίρ­κα.
Τό­πος: στὸ Κά­ϊ­ρο τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, τρί­α παι­διὰ ποὺ μό­λις ἔ­χουν πεῖ τὰ κά­λαν­τα, πέ­φτουν θύ­μα­τα λη­στεί­ας ἀ­πὸ μιὰ συμ­μο­ρί­α ντα­ή­δων. ΣτΕ]

Ο ΜΕΓΑΛΟ τὸ ζή­τη­μα, κα­τα­λα­βαί­νεις, ἦ­ταν τὸ ταμ­ποῦρ­λο: Ἂν εἶ­χες ταμ­ποῦρ­λο, ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Σύν­τρο­φο ἔ­βρι­σκες ἀ­μέ­σως καὶ τὸ φα­νά­ρι δὲν κό­στι­ζε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να γρό­σι. Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κα­νε ἕ­να με­γά­λο ἔ­ξο­δο. Τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς μοῦ ἔ­φε­ρε ἕ­να ταμ­ποῦρ­λο! Μι­κρού­τσι­κο, βέ­βαι­α, καὶ τε­νε­κε­δέ­νιο. — Ἔ­τσι δὲν θὰ τὸ σπά­σεις εὔ­κο­λα, μοῦ εἶ­πε. Μὰ ἐ­γὼ κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­νο­μί­α. Τὰ πέ­τσι­να ταμ­ποῦρ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ πρῶ­τα χρό­νια με­τὰ τὸν πό­λε­μο κό­στι­ζαν ἕ­ναν κό­σμο λε­φτά.

       Πῆ­γα καὶ βρῆ­κα ἀ­μέ­σως τὸ φί­λο μου τὸ Μι­χά­λη. Ἦ­ταν τὸ πα­λι­κά­ρι τῆς γει­το­νιᾶς κι ὁ κα­λύ­τε­ρος σύν­τρο­φος γιὰ τὰ κά­λαν­τα. Συ­χνὰ τύ­χαι­νε νὰ μᾶς ρι­χτοῦν τὰ ἀ­ρα­πά­κια στὶς γει­το­νι­ὲς καὶ νὰ μᾶς σκί­σουν τὸ φα­νά­ρι ἢ νὰ σπά­σουν τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν πο­λύ­τι­μος.

       — Τὸ ταμ­ποῦρ­λο τὸ ἔ­χου­με, τοῦ φώ­να­ξα. Βγαί­νου­με ἀ­πό­ψε;

       Ὁ Μι­χά­λης δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως. Εἶ­πε, ὅ­μως, πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρου­με μα­ζί μας καὶ τὸν ἀ­δερ­φό του, τὸν Δη­μή­τρη. Ἦ­ταν καλ­λί­φω­νος, λέ­ει, καὶ θὰ βο­η­θοῦ­σε πο­λὺ στὴ δου­λειά. H ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ὁ Δη­μή­τρης τρα­γου­δοῦ­σε σὰν ἄγ­γε­λος. Σοῦ ‘φτα­νε νὰ τὸν ἀ­κού­σεις νὰ ψάλ­λει μιὰ φο­ρὰ «Τῇ Ὑ­περ­μά­χῳ» ἢ νὰ δι­α­βά­ζει τὸν «Ἀ­πό­στο­λο» γιὰ νὰ προ­τι­μή­σεις ἀ­μέ­σως τὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο ὅ­που ἐ­κεῖ­νος ἔ­ψαλ­λε ἀ­πὸ τὸν Ἅ­ϊ Νι­κό­λα. Μὰ ἡ πρό­τα­ση τοῦ Μι­χά­λη εἶ­χε κά­ποι­α ὑ­στε­ρο­βου­λί­α: Τὰ λε­φτὰ ποὺ θὰ κερ­δί­ζα­με θὰ μοι­ρά­ζον­ταν στὰ τρί­α. Ἐ­κεῖ­να θὰ ἔ­παιρ­ναν τὰ πιὸ πολ­λὰ κι ἐ­γώ, μ΄ ὅ­λο το ταμ­ποῦρ­λο μου, τὰ πιὸ λί­γα.

       Κι ὅ­μως, χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, δέ­χτη­κα. Τό­ση ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη ποὺ τοῦ εἶ­χα κι ὁ θαυ­μα­σμός μου!

       Ξε­κι­νή­σα­με βρα­δά­κι. Ὁ Μι­χά­λης φο­ροῦ­σε ἕ­να μαῦ­ρο μα­κρὺ παλ­τό, ποὺ φού­σκω­νε κω­μι­κὰ στὴν κοι­λιά του, σκε­πά­ζον­τας τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Σ’ ἐ­μέ­να ξέ­πε­σε τὸ χάρ­τι­νο φα­να­ρά­κι κι ἡ φρον­τί­δα νὰ τὸ ἀ­να­βο­σβή­νω κά­θε τό­σο. Ὁ Δη­μή­τρης, σὰν πρίγ­κι­πας, μὲ τὰ ὄ­μορ­φα μά­τια του καὶ τὴ γλυ­κιὰ φω­νή του, εἶ­χε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ πή­γαι­νε στὸ δρό­μο πό­τε πιὸ μπρο­στά, πό­τε πιὸ πί­σω μας, σάμ­πως νὰ μὴν μᾶς ἤ­ξε­ρε. Ὁ Μι­χά­λης τὸν πεί­ρα­ζε λέ­γον­τάς του πὼς ἔ­κα­νε τὸν κόν­τε γιὰ χα­τί­ρι τῆς Ρη­νού­λας. Μὰ πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε γιὰ νὰ κα­τα­λά­βω τὴ ση­μα­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ πει­ράγ­μα­τος. Ἡ «πε­λα­τεί­α» τοῦ Μι­χά­λη καὶ τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἡ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πὸ τὶς φτω­χο­γει­το­νι­ές. Ἀμπ­ντίν, Σού­μπρα, Κό­φτι­κο Πα­ζά­ρι. Οἱ εἰ­σπρά­ξεις μέ­τρι­ες. Λέ­γα­με κι «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἂν τύ­χαι­νε νὰ μᾶς δώ­σουν κα­νέ­να γρο­σά­κι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ φουν­τού­κια καὶ τὰ ἀ­μύ­γδα­λα. Τό­τες ἐ­γὼ τοὺς τρά­βη­ξα στὶς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὲς γει­το­νι­ές. Αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Μέ­ρες τώ­ρα τὸ φύ­λα­γα. Στὸ κου­ρεῖ­ο τοῦ πα­τέ­ρα μου ἔρ­χον­ταν ὅ­λο για­τροὶ καὶ δι­κη­γό­ροι.

       Ἀ­πὸ μέ­ρες τώ­ρα μὲ ρω­τοῦ­σαν:

       — Ἔ, πι­τσι­ρί­κο, δὲ θὰ ‘ρθεῖς νὰ μᾶς τὰ πεῖς;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τοῦ­σα ἀ­ό­ρι­στα. Ση­μεί­ω­να, ὅ­μως, τὸ ὄ­νο­μα καὶ φρόν­τι­ζα νὰ μά­θω τὴ δι­εύ­θυν­ση. Ἔ­τσι, στὴν πιὸ ἀ­πελ­πι­στι­κὴ στιγ­μὴ τῆς «ἐ­πι­χεί­ρη­σης» ξε­φούρ­νι­σα στοὺς φί­λους μου μιὰ λί­στα μὲ ἕ­ξι-ἑ­φτὰ ὀ­νό­μα­τα γεν­ναῖα.

       — Πᾶ­με, τοὺς εἶ­πα, παίρ­νον­τας ὕ­φος προ­στα­τευ­τι­κό.

       — Τί λές, μω­ρέ!

       Φώ­να­ξαν κι οἱ δυ­ό τους. Θὰ μᾶς δι­ώ­ξουν μὲ τὶς κλο­τσι­ές.

       — Ἔ­γνοι­α σας, εἶ­πα ἐ­γώ. Ξέ­ρω τὴ δου­λειά μου.

       Ἡ δου­λειά μου ἦ­ταν, μό­λις ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα, νὰ εἰ­δο­ποι­ῶ πὼς ὁ Τά­κης ὁ γιὸς τοῦ Κὺρ Στέ­φα­νου, τοῦ μπαρ­μπέ­ρη, ἦρ­θε νὰ πεῖ τὰ κά­λαν­τα. Ἔ­τσι τὰ πή­γα­με θαυ­μά­σια. Τὰ σε­λι­νά­κια ἦρ­θαν νὰ σκε­πά­σουν τὰ γρο­σά­κια τῶν φτω­χο­γει­το­νι­ῶν.

       Μά, ἕ­να πράγ­μα δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε: Στὰ σπί­τια αὐ­τὰ ποὺ πη­γαί­να­με, σὰν ἄ­κου­γαν ποι­ός εἶ­ναι ἔ­ξω, μὲ φώ­να­ζαν νὰ μπῶ μέ­σα, ἐ­νῶ τοὺς φί­λους μου τοὺς ἄ­φη­ναν στὴν πόρ­τα. Μὲ φί­λευ­αν ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ μοῦ ἔ­δι­ναν στὸ χέ­ρι, κρυ­φά, κα­νέ­να σε­λί­νι, λέ­γον­τάς μου πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι «δι­κό μου, μό­νο δι­κό μου».

       Θυ­μή­θη­κα τὸ κόλ­πο τοῦ Μι­χά­λη ποὺ μοῦ ἐ­πέ­βα­λε τὸ Δη­μή­τρη. Ὅ­μως, ἡ καρ­διά μου δὲν βά­στα­ξε καὶ τοὺς τὰ ὁ­μο­λό­γη­σα ὅ­λα ἀ­μέ­σως. Κι ἔ­τσι τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρά μου μπῆ­καν στὸν κοι­νὸ κουμ­πα­ρά. Ὅ­λα θὰ τε­λεί­ω­ναν μιὰ χα­ρά, θὰ περ­νού­σα­με φί­να τὴν ἐ­παύ­ριο, μὲ κι­νη­μα­το­γρά­φο κ.λπ. κ.λπ., ἂν στὸ γυ­ρι­σμό, ἐ­κεῖ στὰ  μπα­ξε­δά­κια τοῦ Μα­ρου­φιοῦ, δὲ συ­ναν­τού­σα­με τὸ Στρα­βο­σπύ­ρο μὲ τὴν πα­ρέ­α του.

       Ὁ Στρα­βο­σπῦ­ρος ἦ­ταν ἕ­νας ἴ­σα­με κεῖ πά­νω, μόρ­της καὶ βλά­σφη­μος. Τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο που­λοῦ­σε κου­λού­ρια τῆς κα­νέ­λας. Μα­ζί του καὶ δυ­ὸ ἄλ­λοι —Πα­να­γιά μου φύ­λα­γε!— ποὺ κου­βα­λοῦ­σαν μιὰ λα­τέρ­να κι ἕ­να φα­νά­ρι τζά­μι­νο, στο­λι­σμέ­νο μὲ λο­γῆς-λο­γῆς κορ­δέ­λες καὶ χαρ­τιά. Τί ἤ­θε­λε ὁ Δη­μή­τρης σ’ ἐ­κεί­νη τὴ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ νὰ πά­ει νὰ τοὺς παι­νευ­τεῖ γιὰ τὶς εἰ­σπρά­ξεις μας; Ὥ­σπου νὰ τὸ πά­ρου­με χαμ­πά­ρι, μᾶς εἶ­χαν βά­λει κά­τω, μᾶς πῆ­ραν τὰ λε­φτὰ καὶ μᾶς σπά­σαν καὶ τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Τί μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ κά­νει κι ὁ Μι­χά­λης τὸ παι­δὶ μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ντα­γλα­ρά­δες.

       Ἐ­γώ, κλαί­γον­τας καὶ βα­στών­τας πάν­τα τὸ χάρ­τι­νο σβη­σμέ­νο φα­να­ρά­κι μου, τρά­βη­ξα γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ Μι­χά­λης κι ὁ Δη­μή­τρης, ὅ­μως, πῆ­ραν στὸ κα­τό­πι τοὺς μόρ­τες, κα­λών­τας, ἄ­δι­κα, τοὺς τσα­ού­ση­δες νὰ τοὺς πιά­σουν. Δὲν ξέ­ρω πῶς τέ­λει­ω­σαν οἱ φί­λοι μου. Δὲ ρώ­τη­σα ἢ δὲ θυ­μᾶ­μαι πιά. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ εἶ­ναι πὼς πέ­ρα­σα τὶς γι­ορ­τὲς γε­μά­τες πί­κρα καὶ θλί­ψη ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη. Τὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ τό­τε πὼς ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λοι πιὸ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ἀ­πὸ μέ­να καὶ πὼς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μὲ τὸ Στρα­βο­σπῦ­ρο ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀ­δι­κί­ας καὶ τῆς βί­ας ποὺ βα­σί­λευ­ε καὶ  βα­σι­λεύ­ει ἀ­κό­μα στὸν κό­σμο.

Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Δη­μή­τρης Πο­σάν­τζης, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009).

Το δανειστήκαμε από τις Ιστορίες Μπονζάι

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Μνήμη Στρατή Τσίρκα

Μακριά, στην αρχή του τραίνου ακούστηκε η ατμομηχανή να ξεφωνίζει σαν υστερικιά. Έξω, η γη του Δέλτα στραφτάλιζε κάτω από το φεγγάρι. Μαύρη σιλουέτα σε φόντο ασημί: μια γκαμούζα σκυμένη να πίνει από το κανάλι. Δεντροστοιχίες από ευκάλυπτους και πιο κάτω άλλες με συκομουριές. Πλάι σ' ένα χαμηλό χτίσμα κάτι γαζίες, γύρω τους το χώμα είναι περιχαρακωμένο με κοντή πεζούλα από πηλό. Τόπος προσευχής, αλώνι, ή τάφος; Άνθρωποι δε φαίνονται, τα χωριά λουφάζουν σκοτεινά και δίχως κίνηση. Μόνο οι χουρμαδιές, λυγερές κι ολομόναχες, ξεπετάγονται μέσ' από τα λασπόσπιτα και σαλεύουν ψηλά το σπαθωτό τους φύλλωμα σα λοφίο θυμωμένου τσαλαπετεινού. Στο Νταμαχούρ πίσω από το τζάμι του παράθυρου, παρουσιάστηκε το φεγγάρι, κι από τότε τρέχει μαζί μας. Χάνεται, ξανάρχεται, το ιλαρό του πρόσωπο χαμογελά και σωπαίνει, κάνει πως θα περάσει πάνω από την αμαξοστοιχία κι ύστερα μετανιώνει και μένει πίσω, σα να βαρέθηκε όλους εμάς που μερμηγκιάζουμε τρέχοντας απάνω κάτω στην καφεδιά κοιλάδα, κυνηγώντας, κυνηγημένοι, από πάθη, ευγενικά, ή πρόστυχα, μα ποιος θα κάνει το ξεδιάλεγμα, με ποια τσιμπίδα, μέσα σε ποιες στάχτες;
"Βα - σίιι - λη! Γα - ρέε - λα ! Βα - σί - λη Γα - ρέ - λα ", λένε από κάτω μου οι ρόδες καθώς ο μηχανικός βάνει τα δυνατά του για να φτάσουμε με λιγότερη καθυστέρηση. Ο νους μου καρφώθηκε στο Βασίλη. Αν βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια, τα πράματα είναι απλά, θα τον ρωτήσω. Τι συμφέρον έχει να μου κρύψει την αλήθεια; Ποια φιλία, ποια πίστη, ποιαν αλληλεγγύη θα βάλει πάνω από τον αγώνα; Μόνο να βρίσκεται στην Αλεξάντρεια. Ο Φάνης δεν ήταν σίγουρος. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε το σημείωμα: Μα τι θέλει να πει εδώ χάμου; Ο Γαρέλας πρέπει να βρίσκεται στην Μπεγκάζη, με το Όγδοο τάγμα, πώς τον αφήσαν κι έφυγε;
Σιγά σιγά ο αέρας μέσα στο βαγόνι άλλαξε· έρχονται τώρα κάτι μυρωδιές υγρές, ψαρίλα και βούρκος. Κοντεύουμε. Θα είναι καμιά ώρα που περάσαμε το Νταμανχούρ, εξήντα χιλιόμετρα, όπου να' ναι φτάνουμε. Η ατμομηχανή ξανασφυρίζει , απειλητικά. Παρουσιάζεται ένας τσαλακωμένος άνθρωπος με στολή κλητήρα: " Σίντι Γκάμπερ ", μου λέει επίσημα. Ξέρω, είναι η στάση, πέντε λεπτά πριν απ' την Αλεξάνδρεια, εκεί λογαριάζω να κατεβώ. Αυτός μ' εξετάζει, τα μούτρα του παίρνουν όλο και διαφορετική έκφραση: αυστηρή, φοβισμένη, χαμογελαστή. Άξαφνα μου κάνει μια χαιρετούρα από την κοιλιά στο κούτελο και πάλι στην κοιλιά, με φωνάζει και "μπέη"· κατόπι κοιτάζει το δίχτυ πάνω απ' το κεφάλι μου. Δεν έχω αποσκευές, πακέτα, μήτε καν εφημερίδες. Βγάζω και του βάζω στο χέρι δυό γρόσια, το μπαξίσι του. Χαιρετάει με υπόκλιση, ξανακοιτάζει το δίχτυ σα να το μαλώνει, και φεύγει. Στο διπλανό χτυπάει διακριτικά την πόρτα: " Σίντι Γκάμπερ στέισιον ", λέει τώρα στ' αγγλικά.
Σηκώνομαι και κάνω πως πηγαίνω στην τουαλέτα. Το τραίνο κόβει μαλακά τη φόρα του, στους διαδρόμους η σκόνη στροβιλίζεται, μακριά το φεγγάρι τρέχει πάνω από μια λεία κι αστραφτερή έκταση, δεν είναι η θάλασσα, ίσως είναι η λίμνη, τα έλη; Υποχωρώ στα βαγόνια της τρίτης θέσης. Δρασκελώ μπόγους, καφάσια, οι επιβάτες όρθιοι ετοιμάζονται, μιλούν όλοι μαζί με μεγάλες χειρονομίες, μαζεύουν τις κελεμπίες στα σκέλια, τις στριφώνουν μέσα στην παλάμη και τις σηκώνουν ψηλά για να κινούνται πιο ελεύθερα. Μια μπόχα ιδρώτα, κρεμυδίλας και σκόνης. Κάτω από τα πόδια κυλούνε γδούποι, σέρνονται αλυσίδες. Προχωρώ με κόπο και φτάνω στον εξώστη του τελευταίου βαγονιού. Με τους λαθρεπιβάτες και τους ανυπόμονους σαλτάρω κι εγώ μέσα στη νύχτα. Το φαναράκι του τελευταίου βαγονιού απομακρύνεται αργά, κόκκινο· σ' εκατό μέτρα σταματά. Αφήνω τους άλλους να με προσπεράσουν, μερικοί φεύγουνε κόντρα, σκουντουφλώντας πάνω στις τραβέρσες, μέσα στα σκοτεινά.
Δρασκελώ τις ράγιες. Τα κάγκελα είναι από μπετόνι. Κάπου θα βρεθεί κανένα σπασμένο, υπομονή. Δεξιά μου ακούω την κίνηση του δρόμου, βλέπω λιμουζίνες να γλιστρούν με σβησμένους φάρους κι η άσφαλτος αστράφτει στο φως του φεγγαριού. Αριστερά φαίνονται φυτείες, καλαμπόκια ή ζαχαροκάλαμα. Εκείνες οι καμπούρες με τα κρεμασμένα χέρια σίγουρα είναι μπανανιές. Και να το κάγκελο, τριάντα μέτρα από το κόκκινο φαναράκι: έμεινε ο σιδερένιος του σκελετός, μια σκουριασμένη βέργα που κάνει κοιλιά. Γλιστρώ εύκολα, πατώ στο πεζοδρόμι της λεωφόρου Αμπουκίρ. Σαν τους λαθρεπιβάτες, γυρνώ τη ράχη στο σταθμό. Πιο κάτω ανάβω τσιγάρο, χώνω τα χέρια στις τσέπες και περνώ στο αντικρινό πεζοδρόμι. Ύστερα, κάνω ξαφνικά μεταβολή κι ανεβαίνω το δρόμο· τραβώ για το Νοσοκομείο. Στην άλλη πλευρά της λεωφόρου τα χαμηλωμένα φώτα και η κίνηση του σταθμού, οι σκιές που συνωστίζονται, τα ταξιά που κορνάρουν και βάζουν εμπρός, ποια σχέση έχουν μ' ένα νυχτερινό διαβάτη που ήσυχα πηγαίνει στο σπίτι του;
Την Αλεξάνδρεια δεν την ήξερα καλά· κι όμως η μάνα εκεί γεννήθηκε, εκεί την παντρεύτηκε ο πατέρας και την έφερε νιόνυφη στην Κηφισιά. Αλλά τι να μου κάνει ένας μήνας, πέρυσι το φθινόπωρο; Για να γνωρίσω μια τέτοια πόλη εγώ χρειάζομαι μήνες, πολλές μέρες αδειανές. Να τριγυρνάω άσκοπα, να παίρνω δρόμους που δεν ξέρω πού βγάζουνε, να κάνω ανακαλύψεις, μια εσωτερική αυλή με μπλε μαλτεζόπλακες, τα σχέδια μιας ξεγοφιασμένης καγκελόπορτας, ένα μικρό τζαμί με κίτρινες και τριανταφυλλιές ραβδώσεις σαν ποδοσφαιρική φανελλίτσα, και πλάι του ένα δέντρο με γυαλιστερό κορμό και φύλλωμα γεμάτο δεκοχτούρες. Να στέκομαι μπρος σε παλιές πόρτες, να διαβάζω χρονολογίες σκαλισμένες στην πέτρα ή το ξύλο και να ρεμβάζω: Αυτό δεν το ' πιασε  η μεγάλη πυρκαϊά, τούτο χτίστηκε τη χρονιά που γεννήθηκε η μάνα...Ν' ακούω τις ονομασίες  των δρόμων, κι η  φαντασία μου να παραπατάει από τον κόσμο του Ηρόδοτου και του Πλούταρχου στον τωρινό των τοκογλύφων και των βαμπακάδων. Να μπαίνω σε μεγάλα ξεπεσμένα καφενεία, με τους καθρέφτες που διαφημίζαν μάρκες κρασιών και κονιάκ και δυναμωτικών ξεχασμένες σήμερα, με τη μυρωδιά του τουμπεκί χωμένη βαθιά στις βουλιαγμένες ψάθες των καθισμάτων, στις σπαραγμένες τσόχες  των μπιλιάρδων, στις κασετίνες με το τεμπεσίρι και τα σφουγγαράκια, με τη φωνή του γκαρσονιού, συρτή και διαπεραστική, που δίνει παραγγελίες ρωμέικα...Κι ακόμη πρέπει να έχω ελευθερία, να πηγαίνω μέσα στον κόσμο, στους εργατικούς, στο λιμάνι, στα παζάρια, στα σπίτια τους, στα εργοστάσια και τα κέντρα, μέσα στα φώτα, μέσα στο φως. Εγώ το μήνα τον πέρασα κλεισμένος σ' ένα ισόγειο, κάτι σαν κοινόβιο ή κολλεχτίβα για ναυτεργάτες, στη στάση της Κλεοπάτρας, πάνω στην Κορνίς. Τα βράδια έβγαινα για τις συνεργασίες με τους συντρόφους, αλλά κανονίζαμε συνάντηση μόνο σε μέρη όπου μπορούσα να προσανατολίζομαι ή να θυμάμαι τα ονόματα των δρόμων τους. Τα γνώρισα λοιπόν βιαστικά, νύχτα, και με το νου δοσμένο στα μεγάλα νέα που μεταδίναν τα ραδιόφωνα, τη μάχη του Αλαμέιν, την υποχώρηση του Ρόμμελ. Πιο ανατολικά, στη λεωφόρο Αμπουκίρ, βρισκόταν το Ελληνικό Νοσοκομείο. Πέρασα εκεί μέσα δέκα μέρες, το Γενάρη. Μήτε κι αυτή τη φορά σκέφτηκα να ρωτήσω αν ζούσαν τίποτα συγγενείς της μάνας, ξαδέρφια και μικρανήψια της. Ήξερα μόνο πως κάπου στο Ράμλι, στη γειτονιά του Προφήτη Ηλία έπρεπε να ψάξω, αν τ' αποφάσιζα.
Και τώρα, τρίτη φορά, πάλι παράνομος, πάλι φθινόπωρο, και νύχτα. Έκανα ήσυχα το δρόμο μου ως το Νοσοκομείο. Απ' το πορτάκι των Αγίων Θεοδώρων γλίστρησα στον περίβολο, και βαδίζοντας τοίχο τοίχο έφτασα στην πτέρυγα του προσωπικού. Σύνδεσμός μας ήταν ένας μάγερας, μεσόκοπος, και παχύς, λιγάκι σαστισμένος, αλλά πολύ πιστός σύντροφος.
- Ντέε! ξαφνιάστηκε σα με είδε μπρος του και μ' έσπρωχνε με την κοιλιά σ' ένα σκοτεινό διάδρομο: Σε είδανε όταν έμπαινες;
Τον καθησύχασα, του είπα πως μήτε οι χαφιέδες του σταθμού πήρανε χαμπάρι πως έφτασα, και ρώτησα αν λειτουργούσε πάντα το κοινόβιο στην Κλεοπάτρα.
- Τρέχα, μου κάνει.Ίσα που προφταίνεις τη Χήρα. Στις δέκα έχει ραντεβουδάκι.
( απόσπασμα)


Στρατή Τσίρκα, Η νυχτερίδα, Κέδρος, Αθήνα 2000, 31η έκδοση

" Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα καλύπτουν, κατά κύριο λόγο, τα γεγονότα της περιόδου 1942-1944, την πιο κρίσιμη, δηλαδή, περίοδο του Β΄ παγκοσμίου πολέμου ενώ, ταυτόχρονα, το έργο περιλαμβάνει σκηνές από την ιστορία της αποικιακής Αιγύπτου, τον 19ο αιώνα, καθώς επίσης και από την μετεμφυλιακή Ελλάδα του δεκαετίας του ’50. Ο χρόνος και ο τόπος της αφήγησης εναλλάσσεται γύρω από τρεις πόλεις στις οποίες εξελίσσεται η μυθιστορηματική δράση. Στην Ιερουσαλήμ της Λέσχης, στο Κάιρο της Αριάγνης και στην Αλεξάνδρεια της Νυχτερίδας παρακολουθούμε τις μετακινήσεις των μυθιστορηματικών προσώπων, τα οποία παρασύρονται από τις “τύχες του πολέμου”, την προσφυγική διασπορά και τον αντιφασιστικό αγώνα. Σταθμοί της αφήγησης, η επίθεση του Ρόμελ και η αναγκαστική προσφυγιά των πληθυσμών της Μέσης Ανατολής στην Ιερουσαλήμ, το καλοκαίρι του 1942 (Λέσχη), τα γεγονότα της διάλυσης της Β΄ Ταξιαρχίας των ενόπλων δυνάμεων τον Ιούλιο του 1943 (Αριάγνη), και το κίνημα του Απρίλη του 1944 (Νυχτερίδα). Ο συγγραφέας συντάσσει μια λογοτεχνική μαρτυρία με στόχο την αποκατάσταση της αντίστασης στη Μέση Ανατολή αλλά και την παράλληλη ανάδειξη των «κομμένων κεφαλών», των προσώπων και των μηχανισμών που συντέλεσαν στην περιθωριοποίηση και στο στιγματισμό των πρωταγωνιστών του Απρίλη του 1944. Ιστορία, έρωτας και πολιτική: ένα τρίγωνο, που ενώνει τα ανθρώπινα πάθη με τους κοινωνικούς αγώνες. Η περιπλάνηση των ηρώων στον καινούριο, κάθε φορά, χώρο των “ακυβέρνητων πολιτειών” φέρνει στο προσκήνιο την οπτική γωνία του ξένου, του πρόσφυγα, του εξόριστου, του κυνηγημένου. Ένας μικρόκοσμος, που αποτυπώνει όλη την παθολογία του πολέμου: το φόβο του θανάτου και την αγωνία της επιβίωσης, τις ψυχικές αντιστάσεις και το αγωνιστικό φρόνημα, τις ανθρώπινες αδυναμίες, τη συνάντηση και την αναμέτρηση με τον άλλο. Κεντρικός ήρωας της τριλογίας, ο Μάνος Σιμωνίδης· ένας τριαντάρης αριστερός διανοούμενος που έρχεται μετά το αλβανικό μέτωπο στη Μέση Ανατολή, και συνδέεται με τις παράνομες αντιφασιστικές οργανώσεις. Παντού «περαστικός και ξένος», θα ακολουθήσει τους δρόμους της καρδιάς και θα βαδίσει πάνω στα ίχνη της μνήμης. Εστιάζοντας το ιστορικό του βλέμμα στις ακυβέρνητες πολιτείες του 20ού αιώνα, ο Τσίρκας δεν μάς προσφέρει μόνο μια τοιχογραφία των ιστορικών περιπετειών που γνώρισε η μεταπολεμική Ελλάδα, αλλά μάς προσφέρει κι ένα σπουδαίο λογοτεχνικό διαβατήριο για να ταξιδέψουμε στο σήμερα. «Γεροσόλυμα, Κάιρο, Αλεξάνδρεια…. Μεσ’ στις μεγάλες πολιτείες της Ανατολής τριγυρνάμε, δίνουμε ραντεβού, ξαναχωρίζουμε, κι από πάνω μας το ίδιο φεγγάρι· μας κυνηγάει σα να μας μάχεται». Διάλογο με την Ιστορία χαρακτήρισε ο συγγραφέας το έργο του. Μέσα από τον σχολιασμό της νέας έκδοσης της τριλογίας, που φωτίζει τα ιστορικά δρώμενα, αναδεικνύεται επίσης και ο διάλογος του συγγραφέα με τη μεγάλη λογοτεχνική ευρωπαϊκή παράδοση και τον μοντερνισμό.(  Σχόλιο της Χρύσας  Προκοπάκη στην έκδοση του 2005)

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Στρατής Τσίρκας, Αλλαξοκαιριά


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Στις  27 Ιανουαρίου 1980 έφυγε από τη ζωή ένας από τους πιο σημαντικούς και αξιόλογους λογοτέχνες μας, ο Στρατής Τσίρκας. Τον θυμόμαστε σήμερα με το  διήγημα  Αλλαξοκαιριά με το οποίο συμμετείχε στον τόμο Δεκαοχτώ Κείμενα, που εκδόθηκε από τον Κέδρο το 1970 ως πράξη διαμαρτυρίας στο δικτατορικό καθεστώς και στη λογοκρισία που είχε επιβάλει.


Στρατής Τσίρκας, Αλλαξοκαιριά

Δυο κορίτσια κατηφόριζαν την οδό Ναυάρχου Πέρες. Μέσα στο χειμωνιάτικο φως, οι μαύρες μπότες τους κροτούσαν στο πεζοδρόμι ζευγαρωτά. Η πόλη δεν έδειχνε πως εδώ και μήνες, ξαφνικά μέσα στη νύχτα, της είχαν στερήσει τη λευτεριά. Κόπηκε το ραδιόφωνο, τα τηλέφωνα δε λειτουργούσαν` ύστερα οι κιθάρες κλειδώθηκαν. Τραγούδια τέλος, η πόλη βουβάθηκε. Θανάσιμη σιωπή απλώθηκε παντού σα μαύρο χιόνι. Ώρες και ώρες ακούονταν τα μωσαϊκά πλακάκια της πλατείας Σιμόν Μπολιβάρ να ραγίζουν αργά, δυό δυό, κάτω απ’ τις ερπύστριες των αρμάτων μάχης: ένα τρίξιμο φριχτό, σα ραχοκοκκαλιά κρεμασμένου που ξεβιδώνεται.

Το πεζοδρόμι δε χωρούσε τέσσερεις στη σειρά. Οι δυό άντρες που ανηφόριζαν, με τα πακέτα παραμάσχαλα, διστάσαν κάπως. Ο κοντός και παχουλούτσικος ήταν παπάς` ο άλλος, γερασμένος, κοκκαλιάρης και με τριμμένη φορεσιά, κοντοστάθηκε κι αναστέναξε. Τα κορίτσια χωρίστηκαν, παρακάμψανε τους δυό και ξανασμίξαν πίσω τους αμίλητα. Ο ψηλός τσάκωσε τη μελαχροινή να τον κόβει με τη ματιά της` τρίχες απ’ τα ριχτά μαλλιά της ξανθής, που τ’ ανέμιζε το τσουχτερό αεράκι, του χάδεψαν άθελα τ’ αξούριστο μάγουλο.

– Να με συμπαθάς, Πεπίτο, για την αγγαρεία.

– Δεν είναι αυτό. Δεν μπορώ να τις συνηθίσω, τις μίνι θέλω να πω. Τώρα πήγαν μιάμιση πιθαμή πάνω απ’ το γόνατο.

Ο παπάς γέλασε καλόκαρδα` τα μάγουλά του κοκκίνησαν. Ήταν πολύ νέος, μόνο το σκληρό κολλάρο που φορούσε τα πίσω μπρος κι η μαύρη τραχηλιά πάνω απ’ το πουκάμισο φανερώναν την ιερωσύνη του. Κανείς δεν ήξερε να πει με ποια ιδιότητα ήταν αποσπασμένος στην πρεσβεία της Ιρλανδικής Δημοκρατίας. Φίλοι τον είχαν δει μαζί με την πρέσβειρα να μοιράζουν δέματα στις εργατικές συνοικίες.

Λεωφορεία, ταξί και κούρσες τους προσπερνούσαν, σκορτσάριζαν στον ανήφορο και τους γέμιζαν καυσαέρια. Η Ναυάρχου Πέρες είχε γίνει τώρα μονόδρομος` αυτό, κι η βουβαμάρα της νεολαίας – τα κορίτσια και τ’ αγόρια που άλλοτε κατεβαίναν αγκαλιασμένα, συζητώντας έξαλλα – μόνο αυτά δείχναν την αλλαγή. Κατά τα άλλα, τα ίδια μαγαζιά: ένα φωτογραφείο με μπαλλερίνες και στρατηγούς στη βιτρίνα του, κίτρινα λουλούδια σουβλερά σα λόγχες σ’ ενός ανθοπώλη, μια μποτίκ μ’ ένα τόπι πανάκριβο μεταξωτό ξετυλιγμένο και στην άκρη ένα γιγάντιο μπουκάλια παριζιάνικο άρωμα. Κι άλλη μπουτίκ: ανάσκελα πάνω σε τελάρο, κόκκινη ζακέτα κόκκινη φούστα, μπράτσα και σκέλια ολάνοιχτα, σαν κάποια κέρινη  κοπέλα σταυρωμένη που κάηκε αφίνοντας πίσω τα φορέματά της ατσαλάκωτα. Μια Αμερικάνικη Αγορά, ένας αντικαίρ, μια καφετέρια, ένα μανάβικο με βιτρίνα – ψυγείο κι ατσάλινα ράφια. Στην πόρτα, με ποδιά ως κάτω ακηλίδωτη, ο μανάβης.

– Ε, βιέχο! φώναξε αυτός του Πεπίτο αλλά κοίταζε τον αβά. Με το μεσιανό δάχτυλο έστρωσε το ψαρό μουστάκι του με νόημα.

– Ποιος είναι, σε ξέρει; ρώτησε στενοχωρημένος ο αβάς.

– Κι αυτός από πέρα ήρθε, μαζί μας. Είναι ο Ακάθαρτος, αν έτυχε ν’ ακούσεις. Πάνε πόσα, τριάντα χρόνια; Του το κολήσαμε μετά που έπεσε η Μαδρίτη και βγήγκαμε στην αποδημία. Τον κουκούλωσε η απόγνωση, το γύρισε στον κυνισμό, γέμισε ψείρες. Κι αγαπούσε μια – μαυρούκα και στεγνή σαν τσίχλα. Να την έβλεπες πώς πέταγε τις Μολότωφ, διάνα πάνω στους πυργίσκους των θωρακισμένων! Και στον έρωτα, μου έλεγε αυτός, ένα πράμα καυτό, κι αργή, αργή πανάθεμά τη, τον ξεγόφιαζε. Μα όταν της ερχόταν τ’ αστροπέλέκι, ω Μαντρέ ντε Ντιός, άνοιγε ένα στόμα πηγάδι και ούρλιαζε, Υ νο πασαράν, Υ νο πασαρά, και χούφτιαζε τις πλεξούδες της, και μπούκωνε με δαύτες μονάχη το στόμα της να μην ακούγεται, και σπαρταρούσε σαν τη σαρδέλλα στην αμμουδιά…Υ νο πασαράν! Σα να φοβόταν, η άμοιρη, πως θα περνούσαν. Κι αυτός εδώ πια, έπιασε ένα καροτσάκι και πουλούσε λαχανικά, σιγά σιγά μεγαλώσαν οι δουλειές του, ανθρώπεψε. Μα τώρα, με το πραξικόπημα, πήρε πάλι την κάτω βόλτα: ξανάγινε κυνικός.

Κοντοστάθηκαν στη διάβαση περιμένοντας το πράσινο για να περάσουν αντίκρυ, εκεί άρχιζε η πρασιά της πλατείας. Ο αβάς κάτι μουρμούριζε βιαστικά μέσ’ απ’ τα δόντια του` μπορεί και να προσευχόταν για το μανάβη.

– Πάντρε, τον έκοψε ο Πεπίτο, τώρα βρήκες να πεις τα πατερμά σου; Έλα , να περάσουμε. Από μέρες όλο ρωτιέμαι για λόγου σου: Τι με θέλει, πού με πάει αυτός ο …παπιστής; Λίγο το’ χεις να βρισκόταν απ’ την άλλη μεριά όταν πετσοκοβόμαστε για τη Δημοκρατία;

– Καλά είσαι; Δεν έχεις αίσθηση του χρόνου; Στα 1936 εγώ δεν είχα ακόμα γεννηθεί.

– Δε λέω εσύ, απατός σου. Λέω κάποιος σαν και σένα, παπάς, καθολικός. Ποιος διάβολος τα κατάφερε να βρεθούμε, εσύ κι εγώ, μέσα στο ίδιο πηγάδι και να κάνουμε τώρα σκάλα ο ένας στον άλλο για να βγούμε στο φως;

– Θες να σου πω;

– Ξέρω, οι στρατηγοί, τα μονοπώλια, η C.I.A.

– Όχι` μας έσμιξε ο πάσχων Χριστός.

– Ε καλά` παλιό τροπάρι αυτό.

Είχαν φτάσει μπρος στη Λέσχη της Καθολικής Νεολαίας. Πίσω απ’ τη διπλή τζαμόπορτα στεκόταν ο θυρωρός, ένας επιβλητικός τύπος απ’ εκείνους που σου κολλούν πλέγμα κατωτερότητας. Πιο πίσω του πηγαινοερχόταν ένας κακομούτσουνος, στα μαύρα, μ’ ελαστικό περπάτημα. Μήτε σάλεψαν για να τους ανοίξουν, να βοηθήσουν τον αβά και το συνοδό του. Αυτοί βόλεψαν τα δέματα στο καμαράκι του θυρωρού, ο αβάς είπε πως ναι, αυτά να μείνουν εδώ, είναι τα μηχανήματα και οι ταινίες για την κινηματογραφική παράσταση απόψε και να μην τ’ αγγίξει κανείς, εγώ θα σας πω. Ο κακομούτσουνος όλο κοιτούσε το ταβάνι, αδιάφορος.

– Αυτός δε μ’ άρεσε, έκαμε ο αβάς όταν βγήκαν.

– Εμ, αποκρίθηκε ο άλλος μοιρολατρικά. Ειδοποιήθηκε κιόλας η Σεκουριτάδ για το βράδι.

– Σ’ αναγνώρισε;

– Ν’ αναγνωρίσει τι;

– Ευτυχώς δε μίλησες καθόλου.

– Γιατί, αν μιλούσα;

– Τα καστιλιάνικά σου. Δεν έχει πολλούς εδώ…

– Το πολύ να πούνε: Ο αβάς Σην Ο’ Φλάχερτυ με τον Ισπανό βαστάζο του.

– Όχι` θα πούνε: Ο Αντόνιο Αλομάρ, άλλοτε πολιτικός κομμισάριος της 69ης Μεραρχίας με τον μικρό του αβά.

– Αυτό είναι σοβαρό. Δεν το’ ξερα πως ξέρατε…

– Εμ.

– Και ποιος σας είπε πως μπορεί ν’ αλλαξοπίστησα;

– Δεν είσαι εσύ, Πεπίτο. Οι καιροί αλλάξανε. Να καθίσουμε κάπου για να πάρουμε τίποτα;

– Καλύτερα να φεύγουμε απ’ εδώ.

Ήταν αυτός, ο Αντόνιο, που ανησυχούσε τώρα. Μυστικοί, σκορπισμένοι τριγύρω, χάζευαν κάτι μωρά με τα παλτουδάκια τους που μπουσούλιζαν πάνω στην πρασιά. Φίλοι παλιοί και νέοι τον αναγνώριζαν απορημένοι, και τι θα βάζανε στο νου τους. Πήραν οι δυό να κατεβαίνουν τη Ναυάρχου Πέρες. Ο μανάβης, πάλι στην πόρτα του, έκαμε πως δε βλέπει.

– Τι εννοείτε, πάντρε, πως αλλάξαν οι καιροί;

– Αντόνιο Αλομάρ, για ποιον με πέρασες; Δεν καταλαβαίνω, θαρρείς, τι γίνεται; τον έκοψε θυμωμένος ο αβάς.

Είχε μισοτεντώσει τα χέρια μ’ ανοιχτές παλάμες και το στομαχάκι του φούσκωνε κάτω απ’ τη μαύρη τραχηλιά. Στ’ αντικρινό πεζοδρόμι, ένας συνταξιούχος με κασκόλ έδινε το μπράτσο στη γριούλα του. Κι οι δυό φορούσαν μυωπικά γυαλιά. Σταθήκαν και κοίταζαν. Μέσα στο νέο κλίμα της αποκατάστασης των πάντων, ένας ιερωμένος τσακωνόταν μ’ έναν αλήτη. Μήπως θα χρειαστεί να τηλεφωνήσουν στο Περιπολικό;

Ο αβάς κοκκίνισε πάλι` άγγιξε τον Πεπίτο στον αγκώνα για να προχωρήσουν και χαμήλωσε τη φωνή:

– Άλλο θέλω να πω. Εσείς κι εμείς, άσπροι, κίτρινοι, μαύροι, σήμερα, ΣΗΜΕΡΑ ΣΟΥ ΛΕΩ, έχουμε την ίδια μοίρα, μας απειλεί ο ίδιος κίνδυνος.

– Και πώς τον πολεμούν λοιπόν; Με μαγνητοταινίες; Αλλάζοντας τη μουσική κάποιου ντοκυμανταίρ μ’ ένα σπικάρισμα;

– Σπηκάρισμα! Δεν τ’ αναγνώρισες τα λόγια όταν δοκιμάζαμε την ταινία στο στούντιο; Ήταν ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο στο πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα. Μπρος στο φασίστα, το σακάτη και μισότρελο στρατηγό, που είχε κράξει το σύνθημα της Μαροκινής Λεγεώνας: « Βίβα λα Μουέρτε»! ο προφητικός γέρος, δυό βήματα μόλις από τον τάφο, με φωνή ραγισμένη από τη φρίκη της τραγωδίας που πλακώνει αμείλιχτη , κηρύχνει την πίστη του στη ζωή και στις πνευματικές αξίες του ανθρώπου. Πεπίτο, σήμερα, πρέπει να πιάσει πάλι ν’ αντηχεί ο Λόγος για να στυλωθούν οι ψυχές.

– Με κουβέντες, με πλάγιες αναφορές; Σήμερα, πάντρε, αν δεν πεις τα πράγματα με τ’ όνομά τους, αν δεν τα δείξεις με το δάχτυλο, ό,τι κι αν πεις, κι όσο πιο όμορφα το πεις, είναι νερό στο μύλο της τυραννίας. Για δέστε, θα λέει, ποιος παραπονιέται πως δεν υπάρχει ελευθερία;

– Πολύ την υποτιμάς τη νοημοσύνη του κόσμου. Εσύ ο Αντόνιο Αλομάρ;

– Ποιού  κόσμου; Εσείς τι ξέρετε απ’ όσα γίνονται και λέγονται;

– Ξέρω, Πεπίτο. Η Χίλντα Γκομές πέθανε τρελή, γιατί μια μέρα πριν είδε τον άντρα της να ξεψυχάει κάτω απ’ τα βασανιστήρια κι ύστερα με τον ίδιο τρόπο να πεθαίνει το τετράμηνο βρέφος της. Άκου, μιλά η καλόγρια Κάρμεν Μποργκές Σιλβέιρα: «Πάντρε, μ’ αναγκάσανε να γυμνωθώ μπρος στους βασανιστές μου, κι ύστερα μου χώσαν ηλεκτρόδια στα γεννητικά όργανα». Μιλά η Κοντσίτα Μαρία Κοθενθία Αβελάρ: « Με κρεμάσανε από τα γόνατα και τους αγκώνες σ’ ένα κοντάρι και σ’ αυτή τη στάση μου κάμαν ηλεκτροσόκ μ’ ένα τηλέφωνο εκστρατείας των 90 βολτ. Σ’ αυτή τη στάση ο λοχίας Λέο Χερνάντο με βαρούσε με το ρόπαλό του στα πισινά, στα καλάμια, στις πατούσες. Καμιά φορά σταματούσε το ξύλο κι έπιανε τη σεξουαλική δραστηριότητα…Το κορμί μου χαδεύτηκε, φιλήθηκε και κακοποιήθηκε με τέτοιο τρόπο που δεν τολμώ να σας τον περιγράψω, μην κολαστεί, πάντρε, κι η ψυχή σας…»

Είχαν σταθεί κάπου πέντε λεπτά, όρθιοι, στο πεζοδρόμι, εκεί στην αρχή της Ναυάρχου Πέρες. Ο καιρός είχε γυρίσει στα μεταξύ, κάτι σα συννεφόκαμα, με ζέστη όμως και μπουμπουνητά. Όσο μιλούσε ο αβάς, ένα φως περεχούσε το ήρεμο πρόσωπό του. Ένα νευρικό τράνταζε τις κοκκαλιάρικες πλάτες του Αντόνιο. Ιδρώτας ( ή δάκρυα;), σα λεπτότατο ρυάκι γύρευε δρόμο μέσ’ απ’ τ’ αξούριστα γένια του. Πήγε να μιλήσει κι ένας κόμπος του βράχνιασε τη φωνή. Ξέσπασε λυσσάζοντας:

– Αφελείς, είσαστε αφελείς. Με προβολές και πάρλες θα…Αφελείς, απονήρευτοι, ανίδεοι. Παράδειγμα: Πώς μ’ εμπιστεύτηκες να σου πακετάρω μόνος στο στούντιο τα μηχανήματα και τις ταινίες; Κι αν έχω κρύψει μέσα καμιά μπόμπα;

– Ξέρω ποιος είσαι. Δε θα’ θελες να σκοτωθούν αθώοι.

– Όχι απόψε. Τώρα , τώρα, εκείνος ο κακομούτσουνος κι ο άλλος , ο θυρωρός.

– Δε φταίνε κι αυτοί, δεν ξέρουν τι κάνουνε.

Τότε ακούστηκε από πέρα μια έκρηξη.

– Πεπίτο; έκανε αλαφιασμένος ο αβάς κι άπλωσε το χέρι του που έτρεμε.

Ο άλλος τον κοιτούσε χαμογελώντας αινιγματικά. Σε λίγο είπε:

– Ξενοιάσου. Ήταν φουρνέλο στην πλατεία Μπολιβάρ. Ξυλώνουν τα μωσαϊκά για τη μαρμαρόστρωση.



Δεκαοχτώ κείμενα, Κέδρος, Αθήνα 1994 (πανομοιότυπη ανατύπωση του τόμου που είχε εκδοθεί το 1970)

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

"Πώς να σου τραγουδήσω τη φιλία μου;..."


Σ' έναν ποιητή
Πώς ένιωθε
η Παναγία Παρθένα,
στης Βηθλεέμ τους ακάθαρτους στάβλους,
από τις άκρες των σκονισμένων πελμάτων της
ν' ανεβαίνει το γάλα;
Πώς αναβρύζει το κρίνο
μεσ' απ' τον ταπεινό βολβό
και τα βράδια γελάει
στα κοπάδια των άστρων,
γαλανές ρεματιές
σαν περνούν τιντινίζοντας;

Έτσι σε νιώθω!
Μια καταιγίδα από γάλα,
στοργή και κραυγές ανοιξιάτικες,
πλανήτες κι ουράνιους γλυκασμούς,
που με τυλίγει.

Μας δένουν τα ίδια πράματα:
Τα χιονισμένα παράθυρα,
οι ελαιώνες με τα κίτρινα χώματα
οι γλάροι, ω οι γλάροι...κ' η θάλασσα,
οι μουσικές μαρμάρινες βρύσες
και τα πόδια που τρέχουν κάτω απ' τα πλατάνια.

Και μια πίκρα μάς αδερφώνει:
Το αίμα.
Το κόκκινο αίμα που τρέχει
καταγής.

Πώς να σου τραγουδήσω
τη φιλία μου;
Καταλαβαίνω που έρχεται
από τη ρίζα του κορμιού μου
και με γεμίζει
γλύκα και φως.



Στρατής Τσίρκας, Για την Ισπανία και τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στη συλλογή Τα Ποιήματα, Κέδρος 1996, 2η έκδοση
Μνήμη Στρατή Τσίρκα ( 27 Γενάρη 1980)


Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Ο φίλος μου ο Μαραμπού

 Αλεξάνδρεια (1961;). Ο Στρατής Τσίρκας φωτογραφίζεται παρέα με τον Νίκο Καββαδία
Με τον Νίκο Καββαδία, " τον ποιητή της αδελφοσύνης και των μεγάλων οριζόντων", γνωριστήκαμε στην Αλεξάνδρεια το 1947, θα' ταν άνοιξη. Δούλευα τότε διευθυντής στη βιομηχανία δερμάτων " Μικές Χαλκούσης και Σία", που τα γραφεία της εταιρίας τους ήταν πάνω στη θρυλική οδό Τατουίγκ. Από τη θέση που καθόμουν είχα μέσα στα μάτια μου όλο τον Ανατολικό Λιμένα, τον Εύνοστο των Πτολεμαίων` ύστερα από το νερό ερχόταν ο Λιμενοβραχίονας, με το άχαρο, βαρύ ορθογώνιο του Ιχθυολογικού Ινστιτούτου και πιο δεξιά το Φρούριο του Καΐτ Μπέη, χτισμένο πάνω στα ερείπια του αρχαίου Φάρου. Ένα τοπίο φορτωμένο μνήμες: μυθολογικές, ιστορικές, πολεμικές, ποιητικές και λογοτεχνικές, από τον Όμηρο και τον Ηρόδοτο, τον Πλούταρχο και τον Πολύβιο ως τον Σαίξπηρ, τον Ε.Μ. Φόρστερ και τον Καβάφη` από τον Οδυσσέα και τον Μεγαλέξαντρο, τον Μάρκο Αντώνιο και την Κλεοπάτρα, ως τον Ναπολέοντα, τον Κωνσταντίνο Κανάρη, τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Γεώργιο Σκληρό. Σεπτέμβρης 1939 - Ιούλιος 1963: 24 χρόνια εμπρός στο ίδιο τοπίο, δεν θυμάμαι να έπληξα μήτε μια φορά. Τέλος πάντων, ας έρθουμε στον Κόλια.
Ήταν τότε βοηθός ασυρματιστής στο " Κορινθία", που έκανε τη γραμμή Πειραιά - Αλεξάντρεια - Τζένοβα - Μασσαλία - Τζένοβα - Αλεξάντρεια - Πειραιά. Είχε έρθει μ' ένα γνωστό μου, τον Νίκο Κεραμόπουλο, χημικό, " γιατί δεν ήξερε το δρόμο", μάλλον για να παίρνει κουράγιο, γιατί ήταν πραγματικά ντροπαλός. Πριν ακόμα καθίσει άρχισε ν' απαγγέλνει:

Κι εγώ θυμάμαι κάποια δειλινά
στης Εθνικής Βιβλιοθήκης τη μεγάλη σάλα

Ήταν οι πρώτοι στίχοι από το μοναδικό ποίημα που είχα δημοσιέψει στην "Αλεξαννδρινή Τέχνη" ( Μάιος 1930). Το μυαλό του ήταν γεμάτο από στίχους λησμονημένων ή αποτυχημένων ποιητών. Μόλις του σύστηνες κάποιον αμέσως απάγγελνε στίχους του. Ήταν ένας τρόπος να γίνεται πιο γρήγορα η ψυχική επαφή. Τον είδα να κάνει το ίδιο με τον Γλαύκο Αλιθέρση και το Νικόλα Φύλλα. Ο Κεραμόπουλος ήταν από τους Αιγυπτιώτες φοιτητές, που ο πόλεμος είχε αποκλείσει στην Ελλάδα. Τον καιρό της πείνας, για να ενισχύσουν το συσσίτιό τους, διοργάνωσαν μια συγκέντρωση σε θέατρο, όπου απαγγείλανε και Καβάφη, τύπωσαν μάλιστα τις ομιλίες, το πρόγραμμα και μερικά ποιήματα σ' ένα φυλλάδιο και το πουλούσαν για τον ίδιο σκοπό. Έτσι τους γνώρισε ο Καββαδίας. Ορισμένοι τους, τώρα που άνοιξαν οι δρόμοι, είχαν ξαναγυρίσει στη γενέτειρα, και με την πείρα τους από την Αθήνα, βοήθησαν στην ίδρυση και δραστηριοποίηση της " Πνευματικής Εστίας". Ο Κόλιας είχε φέρει μαζί του και καμιά δεκαριά αντίτυπα από το " Πούσι", που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Μου χάρισε ένα αντίτυπο, τα υπόλοιπα ανάλαβα να τα πουλήσω. Γίναν ανάρπαστα από τους φίλους της "Πνευματικής Εστίας".
Εκείνο το πρωί ο Κεραμόπουλος είχε δουλειά. Μου άφησε τον Κόλια κι έφυγε. Σε καμιά ώρα ήρθε το αφεντικό, ο Μικές Χαλκούσης. Ο Κόλιας γνώριζε τον Γιάννη Χαλκούση, της Πόλης, και την κόρη του της Ελένη Χαλκούση, την πρωταγωνίστρια, της έχει μάλιστα αφιερώσει ένα ποίημα στο " Πούσι ":

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
Κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μεσ' στην τιμονιέρα να με δεις.

Ο Μικές ήταν άνθρωπος με καρδιά και καλλιτεχνικό γούστο. Σπίτι του είχε πίνακες του Παρθένη, του Γυαλινά, του Καλμούχου, του Μυταράκη, του Αγγελόπουλου, του Μαγγανάρη, του Αϊζόφσκυ, Γάλλους ιμπρεσιονιστές, Πικασσό κ.α Πιάσανε την κουβέντα και τ' ανέκδοτα, ο Κόλιας έλεγε για τους Χιώτες κι ο Μικές για τους Κεφαλλονίτες. Άντε πια να κάνεις δουλειά, τα δυο τηλέφωνα χαλούν τον κόσμο, και οι πελάτες να  περιμένουν στον αντιθάλαμο. Σηκώθηκε ο Μικές να πάρει τον Κόλια στο γραφείο του. " Εντάξει " τους λέω, "αλλά ο Κόλιας το μεσημέρι θα φάει σπίτι μου, ξηγημένα πράματα". Συμφώνησε ο Κόλιας μόνο μου έβαλε όρο να βρίσκεται στο καράβι του μισή ώρα πριν από το πρώτο σφύριγμα της σειρήνας. Δεν υπήρχε πρόβλημα, είχα αυτοκίνητο. Αργότερα όμως κατάλαβα κι αυτό το πλέγμα του φίλου μου: Ζούσε με την αγωνία μήπως και φύγει το καράβι του και μείνει ξέμπαρκος. Έτυχαν στιγμές μεγάλης έξαρσης και ευτυχίας, που πάντα τις φαρμάκωνε μ' ένα " Τι ώρα είναι;", κάθε τόσο.
Στο σπίτι, άλλη ανάσταση! Η γυναίκα μου, η μάνα μου, τ' αδέλφια μου, ακόμα και ο Άμπντου μας τον έκαναν δικό τους. Από τότε κάθε φορά που το πλοίο του διανυχτέρευε στην Αλεξάντρεια, ο Κόλιας κοιμόταν σπίτι μας. Είχε το δωμάτιό του. Μόνο άλλοι δυο το μεταχειρίζονταν, αν τύχαινε να βρίσκονται στην Αλεξάντρεια: ο διηγηματογράφος Νίκος Νικολαΐδης, κι ο ζωγράφος Τάκης Καλμούχος. Ο Άμπντου κάθε τέταρτη βδομάδα του έστρωνε καθαρά σεντόνια, κι όταν χτυπούσε η πόρτα κι ήταν ο Κόλιας φωτιζόταν το μούτρο του και χαλούσε τον κόσμο από τις φωνές. " Για σετ, ελ Χαουάγκα μπιτάα ελ μπαμπούρ!" ( Κυρία, ο κύριος του βαποριού). " Τι καλοί άνθρωποι που είναι ", μου έλεγε ο Κόλιας κάνοντας ένα μορφασμό, όπως όταν ζαρώνεις τη μύτη σου για να μη δακρύσεις.
Μέναμε τότε στο Κάμπο Τσέζαρε, ένα προάστιο της Αλεξάντρειας με πολύ ελληνισμό, στην οδό Ηλιούπολης αρθ. 41. Δεκαέξι χρόνια, δεν έτυχε να πιάσει το καράβι του το λιμάνι μας και να μη μας έρθει. Ήταν κάτι παραπάνω από φίλος, ήταν ο θαλασσινός μας αδελφός. Όταν μεταφερθήκαμε στην Ελλάδα, τον βλέπαμε πιο σπάνια. Και τώρα θα πω για τη μόνη φορά που τον πίκρανα.
Θα' ταν το 1949 ή το 1950. Πάντως καλοκαίρι. Ο Κόλιας είχε παραλάβει καθήκοντα υπεύθυνου ασυρματιστή στο Επιβατικό " Κυρήνεια", που έκανε τη γραμμή Ινδικός Ωκεανός, Σιγκαπούρη, ως την Ιαπωνία νομίζω. Τότε βέβαια μόνο από γράμματα μαθαίναμε  τα νέα του. Ύστερα τον πήγαν για ένα διάστημα στο Ατμόπλοιο " Ιωνία " που έκανε τη γραμμή της Μεσογείου και τότε μια μέρα μας παρουσιάστηκε. Είχε πολλά να διηγηθεί, μα πιο πολύ περηφανευόταν για μια γοργόνα μπλε και κόκκινη, που ένας μάστορης των τατουάζ του είχε σταμπάρει στα μαλακά του μπράτσου του. Όταν τέντωνε το χέρι κι ανοιγόκλεινε την παλάμη, αυτή χόρευε ένα υποβλητικό χορό της κοιλιάς. Με πολλή σοβαρότητα μου έλεγε, πως όταν το πλοίο του περνούσε από το Κολόμπο της Κεϋλάνης, όπου είχε κάνει το τατουάζ, η γοργόνα, τα μεσάνυχτα, έφευγε, πηδούσε στη θάλασσα κι έκανε έρωτα μέσα στο νερό. Ύστερα ξαναγύριζε. Τα έλεγε αυτά και λαμποκοπούσε ολόκληρος, βρισκόταν στο στοιχείο του ο θαλασσινός μας Σεβάχ ο παραμυθάς.
Ένα πρωί φανερώνεται φουριόζος στο γραφείο και μου λέει να τα παρατήσω όλα και να τον ακολουθήσω, ήταν κάτι πολύ βιαστικό. Εγώ περίμενα τηλεφωνήματα από το Κάιρο, να φύγουμε σε μισή ωρίτσα; Μπα, στάθηκε ανένδοτος. Μα πες μου τι συμβαίνει; Δεν μου έλεγε, μόνο: Πάμε, πάμε, άδικα χάνουμε την ώρα μας. Τέλος πάντων, ειδοποίησα μέσα τ' αφεντικό πως φεύγω για κάτι βιαστικό, δίχως ν' αναφέρω τον Κόλια, γιατί θα μας χασομερούσε. Μπρος ο Κόλιας πίσω εγώ και να κάνει μια ζέστη, έσκαγε η πέτρα κι η άσφαλτος άχνιζε. Είναι μακριά, να πάρουμε ταξί, ένα αμαξάκι; Ποιον τέλος πάντων πάμε να συναντήσουμε; Μόκο ο Κόλιας, μα επειδή τραβούσε για την οδό Καλογραιών κατάλαβα πως θα καταλήγαμε στο λιμάνι. Ήταν τότε καιροί πονηροί, η Ελλάδα σπαράζονταν απ' τον Εμφύλιο, φίλοι μου λογοτέχνες ή και μόνο γνωστοί μου, ποιος νόμιμα, ποιος παράνομα ξεγλιστρούσαν με πρώτο σταθμό της Γαλλία. Για μερικούς απ' αυτούς βάζανε στο μυστικό και τον Κόλια, " για να έχει το νου του". Σώπασα, λοιπόν, έσκυψα το κεφάλι κι έτρεχα μες στο κατακαλόκαιρο να τον προφτάσω.
Μια στιγμή τον βλέπω και με τραβάει αριστερά για το Κομπακίρ, την κακόφημη συνοικία με τις πόρνες. Με πιάσαν τα διαόλια μου, δε μίλησα όμως περιμένοντας να δω. Και πράγματι σταμάτησε μπρος σ' ένα σκοτεινό μαγαζάκι που έδειχνε για κουρείο αφού στα δυο φύλλα της τζαμωτής πόρτας του ήταν γαντζωμένα με σύρμα δυο γυάλινα βαζάκια με νερό και μέσα τους κολυμπούσαν ζωντανές βδέλλες. Στην Αίγυπτο, οι μπαρμπέρηδες είναι που σου παίρνουν το αίμα. Κατάλαβα πως ο μουστερής που θα συναντούσαμε ήταν παράνομος αφού δεν μπόρεσε να ξουριστεί μες στο επιβατικό, τόσες μέρες.
Ο φίλος μου μίλησε στον κουρέα ελληνικά, του ζήτησ ετο άλμπουμ, εκείνο το καλό. Ο άλλος έβγαλε από ένα συρτάρι ένα τετράδιο ιχνογραφίας κι ο Κόλιας το ξεφύλλιζε. Έφτασε σ'ένα σημείο, έβαλε το δάχτυλο και μας φώναξε να σκύψουμε κι εμείς. Ήταν όλο σχέδια για τατουάζ. Αυτό που έδειχνε ήταν πάλι μια γοργόνα. Μου πιάνει το μπράτσο, καλοκαίρι, κυκλοφορούσα με κοντομάνικο.
- Κάνε στον κύριο ένα στο δεξί του, μόνο πρόσεχε μη τον πονέσεις!
Και σε μένα: 
- Θα κάνω κι εγώ ακόμη ένα στο άλλο χέρι, να ενώσουμε τα αίματά μας, να γίνουμε αδελφοποιτοί.
Τότε είναι που πετάχτηκαν οι πόρνες απ' τα καμαράκια τους να δούνε ποιον σφάζουνε, άνθρωπο ή σκυλί. Τον έβρισα πρόστυχα, μα δε θυμάμαι τι του είπα, μήτε με ποιο μέσο βρέθηκα καταϊδρωμένος, βγάζοντας μικρές κραυγές από τη λύσσα μου, στον καναπέ του γραφείου μου.
Όταν πήγα για φαγητό σπίτι, μου άνοιξε ο Αμπντου πριν  βάλω το κλειδί στην κλειδαριά. Είχε ένα ύφος έξαλλου θριαμβευτή:
- Ελ Χαουάγκα μπιτάα ελ μπαμπούρ γκε!( ο κύριος του βαποριού ήρθε).
Στο τραπέζι ο Κόλιας όλο και μου έριχνε κρυφές ματιές να δει αν ξεθύμωσα. Κι όλα πήραν πάλι τον παλιό τους ρυθμό.
                                                                        Στρατής Τσίρκας

Επτά κείμενα για τον Νίκο Καββαδία, Πολύτυπο, Αθήνα 1982
Ο Νίκος Καββαδίας  γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Στρατής Τσίρκας, Ένας πεζογράφος του καιρού μας

Στις 27 του Γενάρη του 1980 φεύγει από τη ζωή ο συγγραφέας των Ακυβέρνητων Πολιτειών Στρατής Τσίρκας. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί εισαγωγικό σημείωμα του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στη "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας. Αφιέρωμα για τα είκοσι χρόνια από το θάνατό του.






Στρατής Τσίρκας, Ένας πεζογράφος του καιρού μας

Είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του, ο Στρατής Τσίρκας δεν είχε πάψει να απασχολεί εν εκτάσει τόσο τους αναγνώστες όσο και τους κριτικούς ή τους ακαδημαϊκούς ερευνητές (τους τελευταίους , μάλιστα , όλο και περισσότερο). Και το κέρδος ενός τέτοιου στοιχήματος είναι, σε κάθε περίπτωση, μεγάλο. Μολονότι ηλικιακά ο Τσίρκας ανήκει στη γενιά του '30, γεννημένος το 1911, τη χρονιά που γεννήθηκε και ο Οδυσσέας Ελύτης, ο ίδιος πέρασε με το έργο του στη συνείδηση των νεότερων ως καθαρά μεταπολεμικός συγγραφέας: ένας συγγραφέας που κατόρθωσε μέσα από τη μείζονα τριλογία του, τις Ακυβέρνητες πολιτείες, να δώσει όχι μόνο το πανόραμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και των απαρχών του ελληνικού Εμφυλίου στη Μέση Ανατολή, αλλά και τα μεγάλα ανθρώπινα πάθη, όπως εκφράζονται, σε διαχρονική κλίμακα, στον έρωτα και στο θάνατο ή στις συγκρούσεις και στις αντιπαραθέσεις για την κατοχή και τη νομή της εξουσίας.
Ο κόσμος του Τσίρκα στις Ακυβέρνητες πολιτείες είναι ο κόσμος ενός τεράστιου ανθρωπολογικού ψηφιδωτού, όπου παίζουν σχεδόν τα πάντα: η πολιτική και η ηθική αντίσταση στο ναζισμό, οι εσωκομματικές διχογνωμίες και ρήξεις της Αριστεράς, οι περιπέτειες των ιδεών και της τέχνης κατά τη διάρκεια μιας έντονα μεταβατικής όσο και εξαιρετικά ολισθηρής εποχής, αλλά και η μεγάλη δύναμη της λαϊκής ψυχής, οι μοιραίες και έκδοτες γυναίκες, οι ταπεινές φιλοδοξίες και τα υψηλά οράματα, ή η ετερογένεια των πολιτισμών και η συνύπαρξη των πιο αντιθετικών διαφορετικοτήτων και ταυτοτήτων. Ένας τέτοιος κόσμος, σχηματισμένος με τα πλέον ζωντανά υλικά, που βρήκαν την έκφρασή τους μέσα από την προχωρημένη πείρα ενός κατά τεκμήριον προικισμένου τεχνίτη, είναι δύσκολο να ξεθωριάσει ακόμη και μετά τα σαράντα χρόνια τα οποία μάς χωρίζουν από την πρώτη δημοσίευση της Λέσχης, του εναρκτηριου τόμου της τριλογίας.
Κι αν στο κέντρο της συζήτησης σε ό,τι αφορά την επικαιρότητα του Τσίρκα παραμένουν , χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, στις ημέρες μας οι Ακυβέρνητες πολιτείες, δεν είναι κακό να θυμόμαστε από καιρό σε καιρό και τις άλλες, εξ ίσου δημιουργικές και γόνιμες πλευρές της λογοτεχνικής του παραγωγής: τη διηγηματογραφία του, εν πρώτοις, στην οποία επιδόθηκε από τα νεανικά του χρόνια και με την οποία ανάστησε ανάγλυφα τους καθημερινούς ανθρώπους της αιγυπτιακής ζωής ( ζωή που γνώρισε από πρώτο χέρι και που φρόντισε  να παρακολουθήσει από πολύ κοντά, με τη φροντίδα και το ζήλο του ταγμένου ανατόμου). Και μαζί με τη διηγηματογραφία του θα πρέπει απαραιτήτως να μνημονεύσουμε την κριτική δουλειά του για τον Κ.Π. Καβάφη, η οποία όποιες αντιρρήσεις (εύλογες, οπωσδήποτε) κι αν προκαλεί στα χρόνια μας, υπήρξε πρωτοπόρα για την εποχή της, τόσο ως προς τη μέθοδο όσο και ως προς την ουσία της. Ως προς τη μέθοδο, ο Τσίρκας ήταν ο πρώτος που διάβασε και βιογράφησε τον Καβάφη με μαρξιστικό τρόπο, τοποθετώντας τον στο πλαίσιο του άμεσου κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού του περιβάλλοντος, και υποδεικνύοντας ένα μάλλον αδιάγνωστο ως τότε υπόστρωμα της ποίησης του. Ως προς την ουσία, ο Καβάφης του Τσίρκα δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να ανοίξει επιτέλους η σχετική συζήτηση στο εσωτερικό της Αριστεράς και να ακουστούν οι φωνές που ήδη απαιτούσαν την απόρριψη των καβαφικών στερεοτύπων της σήψης και της παρακμής και το ριζικό αναπροσανατολισμό της οπτικής γωνίας υπό την οποία όφειλε  να γίνει, στο πλαίσιο της περιπόθητης ανανέωσης, η προσέγγιση του ποιητικού έργου του Αλεξανδρινού.
Οργανικός διανοούμενος της Αριστεράς, προικισμένος διηγηματογράφος, κριτικός με πολιτική οξύνοια και, πρωτίστως, σπουδαίος μυθιστοριογράφος, ο Τσίρκας μπαίνει στον καινούριο αιώνα με όλες τις προϋποθέσεις για μια εγγυημένη συνέχεια. Κι αν το ζήτημα του Καβάφη έχει σήμερα αποκατασταθεί για όλα τα στρατόπεδα, κι αν η Αριστερά ακολουθεί πλέον μια πορεία που ελάχιστα θυμίζει τον ταραγμένο ιστορικό της βίο, κι αν ακόμη τα διηγήματα του Τσίρκα δείχνουν πια αντανακλάσεις ενός κάπως αποσυρμένου και, ενδεχομένως , αρκετά παλαιού κόσμου, οι Ακυβέρνητες πολιτείες δοκιμάζουν από την αρχή την τύχη τους στις νέες γενιές, ξεκινώντας έναν καινούριο κύκλο ερμηνειών και αναπαραστάσεων, που αποδεικνύουν πως τα βιβλία της τριλογίας βρίσκονται σε μιαν εν προόδω δυναμική, η οποία μετά τον κριτικό σάλο της δεκαετίας του '60 και την καθολική αποδοχή της μεταπολιτευτικής περιόδου μπαίνει στα χρόνια μας στην ωριμότερη φάση της: στη φρόνιμη επαναξιολόγηση και στην καλά αιτιολογημένη όσο και εκ των πραγμάτων απροκάληπτη αναγνώριση.
                                                                        Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2000, τεύχος 132


Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Κανένα αστέρι δεν εχάθηκε, τ' ακούς;



Πως έφτασε η στιγμή σου το κατάλαβες
κι άφησες κάθε συστολή και τρόπο.
Μια σκοτεινή αρμαθιά φιδιών κατάντησες
και λάσπης και χολής και κρύου ιδρώτα.
Τις φαγανές εξέσφιξες μασέλες σου
το ματωμένο που δαγκώναν γκέμι
κ' υστερικά κραυγάζεις ολοτρόγυρα
ψέματα, ψέματα, ψέματα!

Κανένα αστέρι δεν εχάθηκε, τ' ακούς;
Καθάρια σαν πλυμένα απ' τη νεροποντή
πάνω απ' τις κεφαλές μας σελαγίζουν.
Όλα τους φέγγουν πιο λαμπρά παρά ποτέ
γιατί φουντώνουν τις θρακιές τα μαϊστράλια.
Αχ να' ταν με το δάχτυλο να μετρηθούν, 
τόσο το φως τους μάς γλυκαίνει το αίμα.

Κανένα αστέρι δεν εχάθηκε, κανένα!

Στρατής Τσίρκας, Προτελευταίος αποχαιρετισμός, Τα Ποιήματα, Κέδρος 1996,2η έκδοση

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Ποια μάγια μάς ετύλιγαν...


Κείνο το θάμα τ' απονύχτερο
με τ' ολοστρόγγυλο φεγγάρι
πάνω απ' τ' ακύμαντα νερά...

Στάλα τη στάλα μ' άγιο φως κι απόκοσμη γαλήνη
το μπάρσαμο μάς γιόμιζε της ξαφνικής χαράς.
Μάς φόρεσε μιαν άβλεπη κι άβαρη πανοπλία
κι άστραψε ο νους μας αργυρός και γαλανή η καρδιά μας.

Κείνο το βράδυ τ' αστρικό με τ' άγρυπνα λουλούδια,
ποια μάγια μάς ετύλιγαν που να μη φτάνουν ως εμάς
του κόσμου η πίκρα, των λαών το πένθος το βαρύ...

Στρατής Τσίρκας( Προτελευταίος Αποχαιρετισμός ) , Τα Ποιήματα, Κέδρος, 1996

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

"...σκύψε στη γης - μα χαμηλά στη γης - κι άκουσε πώς κοχλάζουν οι θυμοί των κολασμένων.."



Marcel Duchamp , Nude Descending a Staircase, No. 2 (1912)
 Επίλογος
Νύχτα βαθιά και σιωπηλή. Κάποια κραυγή
ράγισε τα σκοτάδια απελπισμένη.
Μες στα κανάλια τα νερά αναδεύτηκαν
και ρημαγμένοι κήποι ανατριχιάσαν .
Ω, μη ρωτάς ποιος είναι που πονά και οδύρεται
πάνω στη γης οι κολασμένοι δε μετριούνται.
Ω, μη ρωτάς ποιος είναι που πονά και οδύρεται 
κι είναι η κραυγή τόσο πολύ γνωστή σου...
Καιρός που την προσμένεις να΄ρθει ακράταγη
και να τρανέψει σέρνοντας πίσω χιλιάδες.
Λιμάνια να της απαντήσουνε πολύβοα
και να τη δευτερώσουν φάμπρικες και μίνες.

Σού είναι τόσο γνώριμη η κραυγή αυτή...
Κι αν πίσω της αργούν οι άλλες να' ρθούνε ,
σκύψε στη γης - μα χαμηλά στη γης - 
κι άκουσε πώς κοχλάζουν οι θυμοί των κολασμένων.
Κι έτοιμος - α, να' σαι πάντα έτοιμος - 
με τη βαθιά σου τη φωνή
κράτα το ίσο.





Στρατής Τσίρκας, Φελάχοι, Τα  Ποιήματα, Κέδρος , Αθήνα 1981, 2η έκδοση