Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένοι Λογοτέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένοι Λογοτέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

Στο όριο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας...


Ήρθε ο Αύγουστος -ένα καυτό καλοκαίρι με μοναδικό του στολίδι το όνομα του αυτοκράτορα. Κάτω από τον ήλιο αυτού του μήνα, κάηκε ό,τι δεν είχε την ανθεκτικότητα του κάκτου, του γαϊδουράγκαθου ή της μυρίκης. Τις μεσημβρινές ώρες η φασαρία των τζιτζικιών ήταν τόσο ανυπόφορη που οι γυναίκες της σιδερένιας πόλης έκλειναν τα αφτιά των παιδιών τους με αγιασμένο κερί, για να τα προφυλάξουν από τη δαιμονική μουσική που πίστευαν ότι ακουγόταν πίσω από τα τερετίσματα. Γυαλιστερές σαύρες έβγαιναν έρποντας εκείνες τις ώρες από ρωγμές τοίχων και σχισμές βράχων, για να γλείψουν τις μύγες πάνω από τις ζεστές πέτρες της πόλης. Φίδια λιάζονταν πάνω στις στέγες από σχιστόλιθο.
Μόνο μια φορά, όταν ο Πλούτων ο Γερμανός έψαχνε αρωματικά φυτά για τα βάμματά του, στα ερείπια ενός δρόμου ακατοίκητου εδώ και δεκαετίες ανακάλυψε αράχνες μεγάλες σαν γροθιές· τα δίχτυα τους ήταν τόσο γερά, που εκεί δεν αφανίζονταν μόνο τζιτζίκια, αλλά και πλοκείς και σιταρήθρες, που μόλις είχαν μάθει να πετάνε.
Η φρίκη απ' αυτά τα πρωτόφαντα έντομα δεν κράτησε πολύ, η σιδερένια πόλη, εξαντλημένη από τη γοργή εναλλαγή των εποχών και τον καύσωνα, άρχισε να συνηθίζει στις νέες αυτές πληγές και στις καταιγίδες του νέου κλίματος. Μόνο ο Τηρεύς εξοργίστηκε. Μια μέρα, καθώς σερνόταν στα τέσσερα πάνω στη στέγη του σφαγείου για να σκοτώσει φίδια με τον αναδευτήρα της φωτιάς, στην αυλή του διπλανού σπιτιού μαζεύτηκε ένα αλαλάζον μπουλούκι παιδιών και θαμώνων από το υπόγειο του Φινέως, ένα κοινό που τον παρακολουθούσε εκεί ψηλά και τον παρόξυνε· το ίδιο κοινό τον ακολουθούσε αργότερα από απόσταση ασφαλείας, καθώς εκείνος έτρεχε μέσα στα μολυσμένα από τις αράχνες χαλάσματα με ένα δαδί και το σκαληστήρι του, σκίζοντας ιστούς, βαρυφορτωμένους τζιτζίκια και πουλιά σε αποσύνθεση, και καίγοντας τις αράχνες με το δαδί του. Έπειτα, ενώ το πλήθος σφύριζε και επευφημούσε, ο παραγιός του Φινέως βούτηξε το δάχτυλο στο σκούρο πηχτό έκκριμα, που ξεχυνόταν κοχλαστό από τις κοιλιές των εντόμων, και ζωγράφισε σύμβολα στο μέτωπο και στα μάγουλα του.
Εκείνες τις ημέρες, δεν υπήρχε μάλλον τίποτε, που να αδυνατεί να το συνηθίσει η σιδερένια πόλη, μετά την πρώτη στιγμή τρόμου ή έκπληξης , όσο παράξενο κι αν ήταν, μέσα σε μια ώρα η πόλη έμοιαζε να αδιαφορεί ήδη για το νέο φαινόμενο(...)

(...) Η ζέστη του Αυγούστου είχε κάτσει πάνω στην πόλη σαν εφιάλτης, απ' το οποίο κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει, εφιάλτης που βάραινε ακόμα και τα ζωντανά και επιβράδυνε όλες τις κινήσεις της ζωής...( απόσπασμα)

Κρίστοφ Ρανσμάγερ, Έσχατος κόσμος, μετφρ. Τούλα Σιετή, Οδυσσέας, Αθήνα 1990

"...μια ιστορία δραματική και γοητευτική, ένα "μεταφυσικό θρίλερ" που φέρνει στο νου ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ του Έκκο. Ο ΕΣΧΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ είναι η εξιστόρηση ενός φανταστικού ταξιδιού σ' έναν κόσμο στα σύνορα διαφορετικών εποχών και μύθων, ένα βιβλίο ποιητικό για το τέλος του κόσμου, για το πέρασμα του χρόνου και την απώλεια της ποίησης..." ( από το σημείωμα της Τούλας Σιετή)

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Οι άνθρωποι της Αβύσσου


Το 1902 ο Τζακ Λόντον είχε συμφωνήσει με το Αμερικάνικο Πρακτορείο Ειδήσεων να πάει στην Αφρική ως ανταποκριτής σχετικά με την κατάσταση που ακολούθησε τον πόλεμο των Μπόερς. Σκέφτηκε όμως να λοξοδρομήσει για δυό μέρες και να επισκεφθεί το Λονδίνο και με την ευκαιρία να καλύψει και τη στέψη του Εδουάρδου του Ζ' κάνοντας μια ανταπόκριση από σοσιαλιστική σκοπιά καθώς είχε ενστερνιστεί τις σοσιαλιστικές ιδέες και είχε διαβάσει Μαρξ τον οποίο αγαπούσε ιδιαίτερα, αν και ορισμένες αντιδραστικές απόψεις της νεότητάς του τον ακολουθούσαν και σε πιο προχωρημένη ηλικία.
Ενώ, λοιπόν, βρισκόταν στο Λονδίνο ματαιώθηκε το ταξίδι στην Αφρική και αποφάσισε να υλοποιήσει μια ιδέα που είχε ήδη συζητήσει με έναν Αμερικανό εκδότη . Η ιδέα ήταν να γράψει ένα άρθρο σχετικό με την κατάσταση που επικρατούσε στις φτωχογειτονιές του Λονδίνου και συγκεκριμένα στην περιοχή Ηστ Εντ. 
Τα άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε συνέχειες από το Μάρτιο του 1903 ως τον Ιανουάριο του 1904 σε ένα σοσιαλιστικό περιοδικό μικρής κυκλοφορίας. Τα άρθρα γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και εκτίναξαν τη φήμη του Λόντον στα ύψη. Γνωστός τώρα όχι μόνο στους σοσιαλιστές της πατρίδας του αλλά και στο Λονδίνο. Το Νοέμβριο του 1903 τα άρθρα έγιναν βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αμερική και λίγο αργότερα στο Λονδίνο.
" The people of the Abyss" - "Οι άνθρωποι της Αβύσσου" ο τίτλος του. Το βιβλίο αυτό είναι το δεύτερο μετά τη Σιδερένια Φτέρνα στο οποίο ο Τζακ Λόντον διατυπώνει τη σοσιαλιστική του ιδεολογία.
Πολλοί είχαν περιγράψει την αθλιότητα της ζωής των κατοίκων του Ανατολικού Λονδίνου. Το βιβλίο όμως του Τζακ Λόντον θεωρείται ότι έδωσε κάτι καινούριο: Ο ίδιος ο συγγραφέας ντύθηκε με τα ρούχα τους, έζησε μαζί τους, έφτασε μέχρι τον πάτο της Αβύσσου,ταυτίστηκε μαζί τους και προσπάθησε να εξηγήσει την αιτία της αθλιότητας.
" Συγχρόνως όμως αισθανόταν και όλους τους απόβλητους της κοινωνίας σαν αδέρφια του, όμοια με κείνον, χωρίς ν' αφήνει τη συναισθηματικότητα να θολώσει την άποψή του. Μπόρεσε τότε να δοθεί μ' όλο του το είναι στις καταστάσεις και να τις νιώσει από μέσα, ενώ συγχρόνως τις περιέγραφε απέξω. Αποτέλεσμα είναι αυτό το παθιασμένο ντοκουμέντο, μ' όλη την ιστορική του αξία και τη ζωντάνια που θα μπορούσε να ήταν ένα μυθιστόρημα." έγραφε  ο συγγραφέας Jack Lindsay.


Dorset Street, Spitalfields, φωτογραφία του 1902 για το βιβλίο του Τζακ Λόντον " Οι άνθρωποι της Αβύσσου"

Ο ίδιος ο Τζακ Λόντον προλογίζοντας το βιβλίο έγραφε:
" Τις εμπειρίες που αναφέρω σ' αυτό το βιβλίο τις έζησα το καλοκαίρι του 1902. Κατέβηκα στον υπόκοσμο του Λονδίνου, και δε διέφερα σε τίποτα από έναν εξερευνητή. Έδινα περισσότερη βάση στα ίδια μου τα μάτια παρά στις διηγήσεις όσων δεν είχαν δει, ή στις λέξεις όσων είχαν δει και εξερευνήσει πριν από μένα. Χρησιμοποίησα επίσης ορισμένα απλά κριτήρια για να μετρήσω τη ζωή του υπόκοσμου. Ό,τι επιδρούσε θετικά στη ζωή, για φυσική και πνευματική δύναμη, ήταν καλό· ό,τι επιδρούσε αρνητικά, την πλήγωνε, τη μείωνε και την παραμόρφωνε, ήταν κακό.
Ο αναγνώστης θα καταλάβει αμέσως ότι είδα πολλά κακά. Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι η εποχή, στην οποία αναφέρομαι, είναι εποχή "ευημερίας" για την Αγγλία. Ο υποσιτισμός και η έλλειψη στέγης που συνάντησα είναι μια χρόνια κατάσταση μιζέριας που ποτέ δεν έχει εκλείψει, ακόμα και σε περιόδους μεγάλης ευημερίας.
Μετά το καλοκαίρι στο οποίο αναφέρομαι, έπιασε βαρύς χειμώνας. Πολλοί από τους ανέργους πήγαιναν παρέες παρέες, γύρω στα δώδεκα άτομα, πάνω κάτω στους δρόμους του Λονδίνου και ζητούσαν ένα κομμάτι ψωμί..."

Ο συγγραφέας μπήκε  "εκεί  όπου δεν μένουν οι πλούσιοι και οι ισχυροί, εκεί όπου ο ταξιδιώτης δεν πάει ποτέ, και όπου δυο εκατομμύρια εργάτες ο ένας πάνω στον άλλο, γεννούν και πεθαίνουν..."

Το Ηστ Εντ ήταν μια τεράστια τρώγλη και " για έναν καθώς πρέπει και καθαρό άνθρωπο, κάθε άθλιος δρόμος, απ' όλους τους άθλιους δρόμους του είναι και μια μεγάλη τρώγλη. Εκεί όπου βλέπει κανείς και ακούει σημεία και τέρατα, εκεί όπου ούτε σεις ούτε γω θ' αφήναμε τα παιδιά μας να βλέπουν και ν' ακούν, κανένα άλλο παιδί δε θάπρεπε να ζει, ν' ακούει ή να βλέπει. Εκεί όπου ούτε σεις ούτε γω θα θέλαμε να ζούνε οι γυναίκες μας, κανενός άλλου η γυναίκα δε θα' πρεπε να ζει. Γιατί εδώ, στο Ηστ Εντ, η βρομιά και η χυδαιότητα είναι σε ημερήσια διάταξη. Δεν υπάρχει ιδιωτικός βίος. Το κακό φθείρει το καλό και όλα μπερδεύονται μεταξύ τους..."


Είναι σωστό όταν η Επιστήμη προοδεύει, δοξάζοντας τους καιρούς.
Τα παιδιά της πόλης, οι μεθυσμένες και μαυρισμένες ψυχές
 να βουλιάζουν στο βούρκο της πόλης;
Εκεί στις σκοτεινές αλέες αναγκάζεται η πρόοδος 
να σταματήσει με τρεμάμενα πόδια·
Το έγκλημα και η πείνα έχει ρίξει χιλιάδες νεαρά κορίτσια στο δρόμο·
Εδώ ο αφέντης δίνει με μεγάλη τσιγκουνιά το καθημερινό ψωμί στις ράφτρες του·
Εδώ οι στενές και ελεεινές σοφίτες δέχονται ζωντανούς και νεκρούς·
Εδώ η σιγανή φωτιά του πυρετού σέρνεται στο σάπιο πάτωμα·
Και η αιμομειξία των φτωχών θριαμβεύει μέσα σ' αυτόν τον κυκεώνα.

Αφού ο Λόντον έζησε την απόλυτη αθλιότητα, πείνασε, δίψασε, κοιμήθηκε σε βρόμικα δωμάτια, πέρασε από πτωχοκομεία και "φιλανθρωπικά" στέκια και συζήτησε με πολλούς από τους ανθρώπους που συνάντησε εκεί, αναρωτιέται αν "Έχει ο πολιτισμός καλυτερέψει τη ζωή του μέσου ανθρώπου;" όπου διευκρινίζει ότι χρησιμοποιεί τη λέξη " άνθρωπος" με το δημοκρατικό της νόημα, δηλαδή το μέσο άνθρωπο.
Για να απαντήσει κάνει συγκρίσεις ανάμεσα στον πρωτόγονο λαό των Ιννουίτ, στην Αλάσκα και στο λαό των Εγγλέζων, ένα λαό πολιτισμένο και διατυπώνει νέα ερωτήματα: " Έχει αυξήσει ο πολιτισμός την παραγωγικότητα του μέσου ανθρώπου;" και " Αν ο πολιτισμός έχει αυξήσει την παραγωγικότητα του μέσου ανθρώπου, γιατί δεν καλυτέρεψε και τη ζωή του;"
Σύμφωνα με τον συγγραφέα :
" Η απάντηση μπορεί να είναι μόνο μία: Η ΚΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ. Ο πολιτισμός έφερε κοντά μας κάθε λογής ανέσεις και όλα όσα λαχταράει η καρδιά μας. Κι όμως όλα αυτά δεν τα απολαμβάνει ο μέσος Εγγλέζος. Αν δεν πρόκειται να τα χαρεί ποτέ, ο πολιτισμός τότε δεν έχει καταφέρει τίποτα. Δεν υπάρχει λόγος να κρατάμε ένα τέτοιο επινόημα, αν έχει αποδειχθεί μια τόσο κραυγαλέα αποτυχία. Μα είναι δυνατόν να ύψωσαν μάταια οι άνθρωποι ένα τέτοιο οικοδόμημα; Δεν το χωράει το μυαλό μου. Αν παραδεχτούμε μια τόσο παταγώδη αποτυχία πρέπει να δώσομε τη χαριστική βολή στο μόχθο και την πρόοδο.
Μια και μόνο άλλη εκδοχή μπορεί να υπάρξει: Ο πολιτισμός θα πρέπει να υποχρεωθεί να καλυτερέψει τη ζωή του μέσου ανθρώπου. Αν το παραδεχθούμε αυτό, τίθεται αυτομάτως το πρόβλημα της διαχείρισης. Πρέπει να συνεχίσουμε να παράγομε επικερδή πράγματα και να σταματήσομε να παράγομε τα μη επικερδή. Η αυτοκρατορία είναι για την Αγγλία κέρδος ή ζημιά. Αν είναι ζημιά, τότε θα πρέπει να τη διαλύσει. Αν είναι κέρδος, η διαχείριση της πρέπει να γίνεται κατά τρόπον ώστε να παίρνει το μερίδιό του απ' το κέρδος και ο μέσος Εγγλέζος.
Αν ο πόλεμος για την πρωτοκαθεδρία στο εμπόριο είναι επικερδής, συνεχίστε τον. Αν όχι, αν πληγώνει τον εργάτη και τον κάνει να ζει χειρότερα κι απ' τους άγριους, τότε ξεφορτωθείτε τις αγορές του εξωτερικού και τη βιομηχανική σας αυτοκρατορία. Γιατί είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι αν 40.000.000 άτομα με τη βοήθεια του πολιτισμού κατέχουν παραγωγική δύναμη μεγαλύτερη από τους Ίννουιτ, τότε αυτά τα 40.000.000 άτομα θα πρέπει να ζουν καλύτερα απ' τους Ίννουιτ και να έχουν ό,τι λαχταράει η ψυχή τους.
Αν οι 400.000 άνεργοι Εγγλέζοι ευπατρίδες, όπως δήλωσαν οι ίδιοι στην απογραφή του 1881, δεν προσφέρουν κέρδος, διώξτε τους. Βάλτε τους να δουλέψουν στ' αλέτρι, να βοσκάνε κοπάδια και να φυτεύουν πατάτες. Αν αποφέρουν κέρδος στη χώρα, κρατήστε τους οπωσδήποτε, φτάνει να πάρει και ο μέσος Εγγλέζος ένα μερίδιο από τα κέρδη που προσφέρουν συνεχίζοντας να μην κάνουν τίποτα.
Με λίγα λόγια η κοινωνία πρέπει να αναδιοργανωθεί και η διαχείρισή της να εξυγιανθεί. Δε συζητάμε καν το ότι η τωρινή διαχείριση είναι ανίκανη. Έχει στραγγίξει την Αγγλία από το αίμα που τη ζει. Έχει αδυνατίσει τους ανθρώπους που κατοικούν τη χώρα τους και τους έχει κάνει ανίκανους ν' ανταγωνιστούν στην πορεία των ανταγωνιζομένων εθνών. Έχει φτιάξει ένα Γουέστ Εντ και ένα Ηστ Εντ στο μέγεθος όλης της χώρας, όπου το ένα είναι αχαλίνωτο και διεφθαρμένο και το άλλο άρρωστο και υποσιτισμένο...
Οι διαχειριστές αυτοί, πρέπει αναγκαστικά να φύγουν από τη μέση, αφού έκαναν τόσο εγκληματικά κακή δουλειά. Γιατί, όχι μόνον έκαναν σπατάλες και δεν κατάφεραν τίποτα, αλλά και έκαναν κακό και στις ζωτικές πηγές της χώρας. Κάθε τσακισμένος και ταλαιπωρημένος φτωχός, κάθε τυφλός, κάθε παιδί που γεννιέται στη φυλακή, κάθε άντρας, γυναίκα και παιδί που υποφέρει από την πείνα, υποφέρει γιατί οι κυβερνήσεις αυτής της χώρας δεν διαχειρίστηκαν σωστά τις ζωτικές πηγές που είχαν στη διάθεσή τους.
Και δεν μπορεί κανένα μέλος της τάξης των διαχειριστών να ισχυριστεί μπροστά στο δικαστήριο της Ανθρωπότητας ότι είναι αθώος. " Οι ζωντανοί στα σπίτια τους, οι νεκροί στους τάφους τους" δέχονται την πρόκληση από κάθε παιδί που πεθαίνει από ασιτία, από κάθε κοπέλα που φεύγει απ' την τρώγλη και κάνει τη νύχτα πεζοδρόμιο στο Πικκαντίλλυ, από κάθε άνεργο μεροκαματιάρη που πέφτει να πνιγεί στο κανάλι. Η τροφή που τρώει αυτή η τάξη των διαχειριστών,το κρασί που πίνει, οι γιορτές που οργανώνει και τα ωραία ρούχα που φοράει, είναι πρόκληση για τα οχτώ συν οχτώ εκατομμύρια στόματα που ποτέ δεν είχαν αρκετή τροφή για να χορτάσουν και για τα είκοσι εκατομμύρια κορμιά που δεν έχουν ρούχα να φορέσουν και σπίτι να μείνουν.
Δεν μπορεί να κάνω λάθος. Ο πολιτισμός αύξησε την παραγωγικότητα του ανθρώπου εκατό φορές. Κι όμως, εξ αιτίας της κακής διαχείρισης, οι πολιτισμένοι άνθρωποι ζουν χειρότερα κι από τα ζώα, έχουν λιγότερα να φάνε, να φορέσουν και να προστατευθούν από τα στοιχεία της φύσης, απ' όσα έχει ο άγριος Ίννουιτ, που έχει ν' αντιμετωπίσει ένα παγωμένο κλίμα και ζει σήμερα όπως ζούσε πριν από δέκα χιλιάδες χρόνια, στην παλαιολιθική εποχή"(1)

Αν ο Τζακ Λόντον είχε διαβάσει τον Ένγκελς  δεν θα απέδιδε την αθλιότητα απλά και μόνο στην κακή διαχείριση των κυβερνήσεων . Θα διάβαζε ότι " η αιτία της αθλιότητας της εργατικής τάξης δεν πρέπει να αναζητηθεί σε κείνα τα μικρά δεινά, αλλά στο ί δ ι ο τ ο κ ε φ α λ α ι ο κ ρ α τ ι κ ό  σ ύ σ τ η μ α. Ο εργάτης πουλά στον κεφαλαιοκράτη την εργατική του δύναμη για ένα ορισμένο ημερήσιο χρηματικό ποσό. Ύστερα από δουλιά λίγων ωρών ο εργάτης έχει αναπαραγάγει την αξία αυτού του ποσού. Όμως το συμβόλαιο εργασίας που έκλεισε λέει ότι πρέπει τώρα να εξακολουθήσει να δουλεύει μια σειρά ώρες ακόμα για να συμπληρώσει την εργάσιμη μέρα του. Η αξία λοιπόν που παράγει ο εργάτης σ' αυτές τις πρόσθετες ώρες της υπερεργασίας, είναι υπεραξία, που δεν στοιχίζει τίποτα στον κεφαλαιοκράτη, μα που ωστόσο κυλά στην τσέπη του. Αυτή είναι η βάση του συστήματος που χωρίζει  ολοένα και περισσότερο την πολιτισμένη κοινωνία, από τη μια μεριά σε μερικούς Ρότσιλντ και Βάντερμπιλτ, τους κατόχους όλων των μέσων παραγωγής και συντήρησης, κι απ' την άλλη, σε μια τεράστια μάζα μισθωτούς εργάτες που δεν κατέχουν τίποτα άλλο, εκτός από την εργατική τους δύναμη. Και ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν οφείλεται σε τούτο ή σε κείνο το δευτερεύον κακό, αλλά μονάχα στο ίδιο το σύστημα - το γεγονός αυτό έγινε σήμερα φως- φανερό με την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Αγγλία..."(2)


(1) Τζακ Λόντον , Οι άνθρωποι της Αβύσσου,μετφρ. Γιάννης Παπαδάκης, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988

(2) Μαρξ - Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα τ. 2 : Φρίντριχ Ένγκελς, Πρόλογος στην " Κατάσταση της εργαζόμενης τάξης"(1892)

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Virginia Woolf, σελίδες ημερολογίου

Christiaan Tonnis ~ Virginia Woolf ( 1998)

Στις 28 Μαρτίου 1941 η Βιρτζίνια Γουλφ έβαλε μια μεγάλη πέτρα στην τσέπη της και πέρασε στην άλλη όχθη μέσα από το βυθό των παγωμένων νερών του ποταμού Ουζ.
Λίγα χρόνια πριν είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα, την άνοιξη του 1932. Ήταν το δεύτερο ταξίδι της. Για πρώτη φορά είχε έλθει στην Ελλάδα το 1906. Η Βιρτζίνια Γουλφ συνοδευόταν από τον άντρα της Λέναρντ Γουλφ, τον κριτικό Ρότζερ Φράι και την αδελφή της Μάρτζερυ. Έφτασαν στη Βενετία με το τρένο και από εκεί με ατμόπλοιο , μέσω Μπρίντιζι, στον Πειραιά. Το ταξίδι κράτησε από τις 15 Απριλίου έως τις 12 Μαΐου 1932.
Τα ημερολόγιο και τα γράμματα που έγραψε από την Ελλάδα η Βιρτζίνια Γουλφ κυκλοφόρησαν σε ένα μικρό βιβλίο  από τις εκδόσεις Κρύσταλλο με τίτλο "Ελλάδα και Μάης μαζί! Εγγραφές ημερολογίου και γράμματα" σε μετάφραση Μαρίας Τσάτσου και επιμέλεια Άρη Μπερλή.
Γράφει ο  Άρης Μπερλής " Διαβάζοντας το ημερολόγιο που κράτησε και τα γράμματα που έγραψε από την Ελλάδα η Βιρτζίνια Γουλφ, την άνοιξη του 1932, έχεις την εντύπωση πως αυτό που περιγράφεται δεν είναι η Ελλάδα, είναι μια άλλη χώρα:

Η Ελλάδα είναι χωρίς αμφιβολία η πιο όμορφη χώρα που έχει απομείνει.
Οι άνθρωποι είναι οι πιο συμπαθητικοί που γνώρισα ποτέ. Όλοι χαμογελάνε.
Γιατί δεν μου είπες ότι η Ελλάδα είναι τόσο όμορφη;
Αυτή η θάλασσα ήταν παρθένα.
Κι έκοψα άγρια κρίνα και κίτρινα αστεράκια που δεν τα' χα ξαναδεί, και μικρά βυσσινιά, μωβ, μπλε, άσπρα λουλουδάκια, σαν μαργαρίτες.
Ολόκληρο το βουνό ήταν κόκκινο από τα ηλιάνθεμα και τις παπαρούνες.
Τα ξενοδοχεία λάμπουν από καθαριότητα.
Κρυστάλλινη θάλασσα και πεντακάθαρη άμμος.
Είναι τρέλα να χάνει κανείς τα καλύτερά του χρόνια πασχίζοντας να πλουτίσει, όταν υπάρχει αυτή η άγρια αλλά πολύ πολιτισμένη και πανέμορφη χώρα όπου μπορείς να ζήσεις.

Σε ποιο τόπο αναφέρεται αυτή η συγγραφεύς; Και τι νόημα έχει τούτη η έκδοση, σε τούτη τη χώρα, τούτα τα χρόνια που επήλθαν " χυμένα θα' λεγες ακάθαρτο πετρέλαιο που του βάλανε φωτιά"; Μνημόσυνο για μια προώρως χαμένη ομορφιά; Αφορμή για τόνωση μιας φενακίζουσας εθνικής υπερηφάνειας; Διδαχή και φρονηματισμός για να περισωθεί ό,τι απόμεινε στο παρόν και να διαφυλαχθεί στο μέλλον;
 Η Ελλάδα του 1932, όπως την είδε και την περιέγραψε η Βιρτζίνια Γουλφ, φύση και χαρακτήρας της φύσης της και των ανθρώπων της, δεν μας ανήκει. Σε κανέναν δεν ανήκει τίποτα που δεν αγαπά. Ούτε τα ερείπια και τα πληγωμένα της βουνά, χωρίς "ένταση" πια " να ακεραιωθούν ξανά". Μόνο τ' αγριολούλουδα, φυτικές κατσαρίδες που επέζησαν του ολοκαυτώματος, συνεχίζουν κάθε Μάη ν' ανθίστανται. Καθώς η ίδια η Γουλφ παρατηρεί με πρωτοφανή οξυδέρκεια  στο ημερολόγιο της:" Ο τόπος είναι τόσο εξουθενωμένος που δεν μπορεί πια να διαφυλάξει τα συμφέροντά του".
Τούτη λοιπόν η έκδοση δεν μπορεί να έχει άλλη σημασία από το να διαβάσουμε τη ζωντανή περιγραφή μιας όμορφης χώρας, μιας ουτοπίας, που μια μεγάλη συγγραφεύς κάποτε επισκέφτηκε. Μιας χώρας παραμυθένιας τόσο για κείνη όσο και για μας".

Από αυτό το βιβλίο η παρακάτω ημερολογιακή σημείωση της Βιρτζίνια Γουλφ:

" Πέμπτη 21 Απριλίου
Αθήνα { Ξενοδοχείο Ματζέστικ* }

Ναι, αλλά τι μπορώ να πω για τον Παρθενώνα - ότι ήρθε να με βρει το φάντασμά μου, το κορίτσι των 23 ετών, με όλη τη ζωή μπροστά του· αυτό· κι ακόμη, ότι είναι πιο συμπαγής και μεγαλοπρεπής, πιο στιβαρός απ' ό,τι θυμόμουνα. Οι κίτρινοι κίονες - πώς να στο πω; όλοι μαζί σαν σύνολο, ακτινοβολούσαν εκεί πάνω στο βράχο, με φόντο τον πιο βίαιο ουρανό, χτυπητό ψυχρό γαλάζιο, κι ύστερα μαύρο του ανθρακίτη. Πλήθη περνούν φευγαλέα σαν ικέτες ( πρόκειται για ελληνόπουλα που τα' φεραν με το σχολείο). Ο ναός σαν πλοίο, δονείται, τεντώνεται, πλέει, αν και ακίνητος, διασχίζοντας τους αιώνες. Είναι μεγαλύτερος απ' ό,τι θυμόμουνα, με μεγαλύτερη συνοχή. Ίσως ξεθύμανε κάτι από τον νεανικό συναισθηματισμό που κάνει τα πράγματα μελαγχολικά. Τώρα που είμαι πενήντα ( το' γραψα με θάρρος στο βιβλίο του ξενοδοχείου - το καλό μας Γιακ το απέφυγε, άλλη μια απόδειξη του συμπλέγματος κατωτερότητος), έχω γκρίζα μαλλιά κι η ζωή μου σχεδόν τέλειωσε, μ' αρέσει υποθέτω ό,τι έχει ζωντάνια, το λουλούδισμα μπροστά στο θάνατο. Από κάτω η Αθήνα σαν σπασμένο τσόφλι, και τα τα γκριζόμαυρα θαμνώδη βουνά. " Οι Γερμανοί  προβάλλουν σαν πράγματα χωμένα σε μια τσέπη", είπα. Και όπως το είπα, μόλις πέρασε η καταιγίδα, να τοι, εντιμότατοι, κάθιδροι, διόλου ελκυστικοί, σαν να διεκδικούν, σκεφτήκαμε, την Ακρόπολη περισσότερο απ' οποιοδήποτε άλλο έθνος. Χαζεύαμε. Ο Ρότζερς έλεγε: Σπουδαίο, σπουδαίο. Το πρωί στο Μουσείο έλεγε: Δεν υπάρχει σύνθεση. Αυτό είναι το σχήμα ενός αστερία. Κοιτάξτε πόσο λεπτές είναι οι γραμμές. Και κανένα φόντο. Υπήρχανε - κι ακόμη υπάρχουν - μυριάδες μαύρα και κόκκινα και κόκκινα και μαύρα ελληνικά αγγεία, που για το καθένα τους μπορούν να γραφτούν τόμοι ολόκληροι, και μπροστά τους παρελαύνανε κουρασμένα παιδιά, κουρασμένες μητέρες, αξιοθρήνητες κακοντυμένες καμαριέρες και υπάλληλοι, που ξόδεψαν όλη τους την περιουσία για ένα ταξίδι στην Ελλάδα, και θα γυρίσουν πίσω για να εξουσιάσουν κάποιο δρομάκι των προαστίων με το κύρος του " Ήμουν στην Αθήνα τον Απρίλη του 1932". Απόδειξη αυτό το μπούστο από γνήσιο λευκό μάρμαρο, απομίμηση του Φειδία, πάνω στο τζάκι. Αυτό είναι το θλιβερό στα μουσεία.
Η Αθήνα μ' αρέσει γύρω στις 7, όταν οι δρόμοι γεμίζουν από ένα βιαστικό και πολύβουο πλήθος, μαυροφόρες γυναίκες με λευκά πρόσωπα και γυναίκες με σάλια, και κομψευόμενοι μικροκαμωμένοι άντρες, που βγαίνουν το βράδυ με τις νυχτερίδες και τα δειλινά στις πολιτείες του Νότου, άρι λάλαγες**. Η Μάρτζερυ, ακούγοντάς τους να μιλάνε απόψε στου Αβέρωφ***, είπε ότι ο τόνος είναι όπως στ' αγγλικά. Βρίθει από παρατηρήσεις εύλογες και εμπεριστατωμένες - όπως ότι δεν ζωγραφίζουνε ποτέ τον Χριστό όταν πλένεται· ότι δίνουνε στους παπάδες φουρκέτες δωρεάν, επειδή έχουνε μακριά μαλλιά και μπορεί να μπουν στον πειρασμό να χρησιμοποιήσουνε θηλυπρεπή στολίδια. Αυτό ελέχθη στον κήπο, όπου όλα τα λουλούδια ήταν εκεί σήμερα το πρωί - νεραγκούλες σαν αχιβάδες ροζ και βιολετιές με πολλές πτυχώσεις· ίριδες μαύρες με λευκά στίγματα. Η άλλη παρατήρηση έγινε στη βυζαντινή εκκλησία του Δαφνιού: "Σπουδαίο - ξεπερνάει κάθε φαντασία" είπε ο Ρότζερ, και απόθεσε καπέλο, μπαστούνι, σχέδια, δυό - τρεις οδηγούς και λεξικά πάνω σε μια κολόνα. Ύστερα κοιτάξαμε όλοι μαζί ψηλά τον Χριστό τιμωρό, μεγαλύτερο κι από εφιάλτη, σε μπλε και λευκό ψηφιδωτό. Αυτή η εκκλησία μάς άρεσε πολύ. Είναι ψηλή και τραχιά και αψιδωτή, και τα ψηφιδωτά είναι πολύ φθαρμένα. Και κοιτάζεις έξω απ' την πόρτα εκείνα τα πράσινα φουντωτά δέντρα, που το καθένα μοιάζει να' χει μια τούφα από ήλιο και σύννεφο που κυματίζει - έτσι λαμπερά, έτσι σκοτεινά είναι τα πράσινα κύματα στο δάσος που περπατήσαμε. Μια ελληνική οικογένεια φροντίζει την εκκλησία - μεσόκοποι άντρες και γυναίκες, κάθονται με τα καλά τους (οι άντρες) με πανωφόρια και δαχτυλίδια χρυσά και διαβάζουνε την εφημερίδα τους στις 3.30 το απόγευμα. Τέτοιο καθισιό, τέτοια ξενοιασιά δεν είδα ποτέ στην Αγγλία. Τέλος η πιο νέα, μια γυναίκα με σάλι, παντόφλες και φόρεμα βαμβακερό, απομακρύνεται, σκαρφαλώνει πάνω σ' έναν γκρεμισμένο τοίχο κι αρχίζει να κόβει κίτρινα λουλούδια - τι άλλο να κάνει. Από κει κατεβήκαμε με το αυτοκίνητο στη θάλασσα - και πόσο όμορφα είναι τ' ανέγγιχτα χείλη της θάλασσας όταν αγγίζουνε μιαν άγρια παραλία· πίσω μας λόφοι και πράσινες πεδιάδες, στο βάθος η Ελευσίνα, πράσινα και κόκκινα βράχια, ένα ατμόπλοιο ξεκινά."

* Ξενοδοχείο στην οδό Σταδίου
** πολύλογοι, φωνακλάδες
***το παλιό εστιατόριο της Αθήνας



Βιρτζίνια Γουλφ, Ελλάδα και Μάης μαζί! μτρφ. Μαρίας Τσάτσου, Κρύσταλλο, Αθήνα 1987

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Αλέξανδρος Πούσκιν, Το παραμύθι του τσάρου Σαλτάν

...του γιου του ένδοξου και δυνατού ήρωα Πρίγκηπα Γκβιντόν Σαλτάνοβιτς και της πεντάμορφης Τσάρεβνας - Κύκνου



Τρεις κόρες στο παράθυρο σιμά

έκλωθαν το βράδυ αργά.
" Αν τσαρίνα ήμουνα γω,-
λέει η πρώτη με καημό,-
σ' όλο το χριστιανικό λαό
θα' κανα τραπέζι αρχοντικό."-
" Αν τσαρίνα ήμουν γω,-
η αδελφή της, λέει, με στεναγμό, -
για όλο τον κόσμο με χαρά 
θα' φαινα εγώ τα πανικά."
" Αν τσαρίνα ήμουνα γω,
λέει η τρίτη με παλμό,-
τότε στον πατέρα τσάρο
θα γεννούσα ήρωα μεγάλο."

Δεν πρόλαβε ακόμα ν' αποπεί,

τρίζει η πόρτα στη στιγμή,
και μπαίνει  μες στη σάλα ο τσάρος,
της χώρας κείνης ο αφέντης ο μεγάλος.
Την ώρα όλη της κουβέντας εστεκόταν
πίσω από το φράχτη κι αφουγκραζόταν·
της τελευταίας πρώτ' απ' όλα
του αρέσανε τα λόγια.
" Πανώρια κόρη μου, της λέει, γεια σου, 
τσαρίνα γίνου, ως είν' το θέλημά σου, 
και γέννησέ μου λεβέντη με ψυχή
ο Σεπτέμβρης πριν να βγη.
Και σεις, περιστεράκια μου αδελφούλες,
βγήτ' έξω από τη σάλα ούλες,
κατοπίσω μου κι οι δυό ελάτε,
μένα και την αδερφή σας ακλουθάτε!
Υφάντρα η μια από σας ας γένει,
κι η άλλη στην κουζίνα μεγείρισσα ας μένει.

Φεύγει ο πατερούλης - τσάρος κι από πίσω όλοι

κίνησαν για το παλάτι καταπόδι.
Ο τσάρος πρώτα λίγο σκέφθη·
κι ευθύς το ίδιο κιόλας βράδυ επαντρεύθη.
Ο τσάρος ο Σαλτάν σε τραπέζι γιορτινό, σιμά
με την τσαρίνα κάθεται τη μορφονιά·
κι οι τιμημένοι οι ξένοι, σε αρχοντικό
από ελεφαντόδοντο κρεβάτι νυφικό
βάλανε ύστερα τους νιους,
και τους αφήσαν μοναχούς.
Η μαγείρισσα βράζει στην κουζίν' από θυμό,
η υφάντρα κλαίει με λυγμούς στον αργαλειό,
και φθονούνε κι οι δυό πολύ
την αρχόντισσα αδερφή.
Μα η τσαρίνα η μορφονιά
δίχως άργητα καμιά, 
απ' την πρώτη κιόλας τη βραδιά
κράτησε το λόγο της πιστά.

Πόλεμο είχε τοτεδά.

Ο τσάρος ο Σαλτάν τη γυναίκα χαιρετά,
σε άτι όμορφο καβάλα, που με βία χρεμετά,
προσταγή της δίνει όσο είν' αυτός μακριά
να φυλάγετ' αγαπώντας τον πιστά.
Καθώς όμως εκείνος μακριά
πολύ χρόνο κι άγρια πολεμά,
της γέννας ήρθε η στιγμή·
του χαρίζει γιο ο θεός σπαθί,
κι η τσαρίνα για το μωρό της λαχταρά
σαν αετίνα πάνω απ' το αετοπούλι ξαγρυπνά·
κήρυκα στέλνει με γραφτό,
χαρά να δώσει στο γονιό.
Κι η μαγείρισσα με την υφάντρα,
και τη νυφοπεθερά κυρά Κασσάντρα
να την αφανίσουν θέλουν,
τον κήρυκα ν' αλλάξουν, παραγγέλλουν·
και στέλνουν κήρυκα άλλον με γραφτό
που' λεγε λέξη λέξη τούτα εδώ:
" Γέννησ' η τσαρίνα απόψε κατιτίς,
ούτ' αγόρι, ούτε κόρη να το πεις·
ποντικός δεν είναι, μήτε βάτραχος αυτό,
κάποιο άγνωστο, παράξενο θεριό."

Σαν εδιάβασ' ο πατέρας - τσάρος τ' άγγελμα το φοβερό,

πολύ συγχύστη κι άναψε απ' άγριο θυμό,
και να κρεμάσει θέλησε τον κήρυκα εκεί,
αλλά χαρίζοντάς του το, με όψη σοβαρή
δίνει του κήρυκα μια προσταγή γραφτή:
" Να προσμένουνε τον τσάρο να γυρίσει,
για τη νόμιμη την κρίση."

Φεύγει ο κήρυκας με τη γραφή

και φτάνει τέλος στην αυλή.
Κι η μαγείρισσα με την υφάντρα,
και τη νυφοπεθερά κυρά Κασσάντρα
να τον ληστέψουν δίνουν προσταγή.
Τον κήρυκα, ως να μεθύσει, ποτίζουν με κρασί
και στο δισάκι τ' αδειανό
άλλο γράμμα βάζουνε πλαστό-
κι ο μεθυσμένος κήρυκας φέρνει στην αυλή
 την ίδια κιόλας μέρα την προσταγή αυτή:
" Ο τσάρος τους μπογιάρους διατάσσει,
χρόνο να μη χάνουν, μα με βιάση
την τσαρίνα ευθύς με τον καρπό
κρυφά να ρίξουν σ' άβυθο νερό."
Τι να κάνουν οι μπογιάροι, θέλοντας και μη,
κλαίγοντας τ' αρχοντοπαίδι από ψυχή
και τη νια βασιλομάνα τη φτωχή,
στο υπνοδωμάτιό της όλοι μπαίνουν με σπουδή·
δήλωσαν την τσαρική βουλή:-
γιου και μάνας τη μοίρα την πικρή·
της διαβάσαν το ουκάζιο με παλλόμενη φωνή,
και την τσαρίνα, κείνη κιόλας τη στιγμή,
σε βαρέλι με το γιο της κλείσαν,
το πισσώσαν, το κυλήσαν
και στον ωκεανό το ρίξαν το βαθύ-
όπως όριζε του Σαλτάν η προσταγή.

Στο γαλανό τον ουρανό τ' αστέρια λαμπυρίζουν,

στη θάλασσα τα κύματα μαστιγωμέν' αφρίζουν·
ένα σύγνεφο κυλάει στον ουρανό,
ένα βαρέλι πλέει μοναχό.
Μέσα του οδύρεται και κλαίει πικρά,
σαν την πονεμένη χήρα, η τσαρίνα η νια·
και μεγαλώνει το παιδί εκεί,
όχι με τις μέρες, μα με τη στιγμή.
Πέρασε μια μέρα, αναφωνεί η τσαρίνα...
Και το παιδί βιάζει το κύμα!
" Κύμα μου, ω κύμα συ, γοργό!
Λεύτερο και βουερό·
όπου κι αν θελήσεις σπάζεις,
θαλασσόβραχους σωριάζεις,
όχθες στ' άβυθα βυθίζεις
και τη γη καταποντίζεις,
τα καράβια ανεβάζεις
κι απ' τα ύψη τα γκρεμίζεις-
μη μας αφανίζεις την ψυχή.
Ρίξε μας σε μιαν ακτή!"
Και την άκουσε το κύμα στη στιγμή!
Κι άξαφνα, ω θάμα, πάνω στην ακτή
εναπόθεσε το κύμα το βαρέλι ελαφρά
και πίσω ξανακύλησε και πάλι απαλά.
Η μάνα με το γιο της πια σωσμένη,
τη γη νιώθει κι ανασαίνει.
Απ' το βαρέλι τώρα πώς θα βγουν;
Έτσι ο θεός θα τους αφήσει να χαθούν;
Ορθώνεται στα πόδια το παιδί, 
στηρίζεται στον πάτο με την κεφαλή,
μια προσπάθεια κάνει δυνατή!
" Παραθυράκι να βλέπει στην αυλή
τι λες ανοίγουμε;", λέει αυτός, και να,
υποχωρεί ο πάτος, πετάγεται μακριά.
Λεύτεροι τώρα μάνα και παιδί, 
λόφο ξανοίγουν στον κάμπο τον πλατύ,
θάλασσα γαλάζια ολόγυρα πλατιά,
μοναχή πάνω στο λόφο μια βαλανιδιά.
Ο γιος σκέφτηκε: ένα καλό δείπνο μοναχά
αυτό είναι που μας λείπει τωραδά.
Απ' τη βαλανιδιά κλαδί αμέσως σπάει
και σε γεροτανυσμένο τόξο το λυγάει, 
κόβει απ' το σταυρό του το κορδόνι το μεταξωτό
και στο δρύινο το τόξο τριπλοδένει τεντωτό·
ένα καλαμάκι λεπτό σπάζει
και σε βέλος ελαφρό το σιάζει,
και για του κάμπου ξεκινά ευθύς την άκρη,
για θήραμα να ψάξει στης θάλασσας τα μάκρη.
Μόλις στη θάλασσα σιμά φτάνει,
σάμπως βόγγο να'κουσε του φάνη...
Η θάλασσα ήρεμη δεν είναι, φανερό·
κοιτάει - και βλέπει κατιτίς κακό:
Κύκνος αγωνίζεται μες στη φουσκοθαλασσιά
και καταπάνω του ένας γύπας άγριος χυμά·
ο φτωχός ο κύκνος χτυπάει γύρω τα φτερά,
το νερό θολώνει και τινάζεται ψηλά...
Ο γύπας με νύχια ορθάνοιχτα, γαμψά,
το αιματηρό του ράμφος προβάλλει φοβερά...
Μα ένα βέλος τότε σφύριξε, και να...
Στο λαιμό του γύπα χώθηκε βαθιά·
πάνω στη θάλασσα αίμα στάζει,
ο τσάρεβιτς το τόξο κατεβάζει·
κοιτάει: ο γύπας μες στη θάλασσα βουλιάζει
κι αφήνει βογγητό που σαν πουλιού δεν μοιάζει·
ο κύκνος πλέει εκεί σιμά,
το μοχθηρό το γύπα ραμφίζει δυνατά
να ταχύνει το χαμό που αγγίζει,
τον χτυπά με το φτερό και τον βυθίζει· -
και στον τσάρεβιτς μετά
τούτα λέει στα ρωσικά:
" Τσάρεβιτς, σωτήρα μου εσύ, 
δυνατέ μου λυτρωτή,
μη λυπάσαι πως για χάρη μου χωρίς
φαγητό θα μείνεις μέρες τρεις,
μη χολοσκάς που' χασες το βέλος.
Αυτή η λύπη, θα γενεί χαρά στο τέλος.
Θα σου πληρώσω το καλό ακριβά,
περετώντας σε πιστά.
Δεν έσωσες έναν κύκνο μοναχά, 
σε μια κόρη χάρισες ζωή ξανά·
δεν εσκότωσες μονάχα έναν γύπα μοχθηρό, 
έναν μάγο τόξεψες μαζί μ' αυτόν κακό.
Αιώνια γι' αυτό θα σε θυμάμαι.
Όπου με γυρέψεις παντού θα' μαι,
αλλά γύρνα πίσω τώρα πάλι, 
και κοιμήσου δίχως έγνοια στο κεφάλι."

Πέταξε το κυκνοπούλι πέρα,
και ολάκερη τη μέρα,
την πέρασαν έτσι εκεί, 
και να κοιμηθούνε γείραν νηστικοί.-
Μα ο τσάρεβιτς τα μάτια ανοίγει, να!
Και της νύχτας διώχνοντας τα όνειρα τ' αχνά
βλέπει θαμπωμένος μπρός του ξαφνικά...
Μια μεγάλη πόλη να φαντάζει ξωτικά,
γύρω γύρω τείχη με επάλξεις στη σειρά,
κι από πίσω από τα τείχη με επάλξεις στη σειρά,
κι από πίσω από τα τείχη τα λευκά
λάμπουν τρούλοι εκκλησιών
κι ιερών μοναστηριών.
Την τσαρίνα ο τσάρεβιτς ξυπνάει στη στιγμή.
" Τι' ναι αυτό;" - αναφωνεί αυτή·
λέει αυτός: " Μου φαίνεται:
ο κύκνος μου αστειεύεται."
Γιος και μάνα πάνε προς την πόλη.
Μόλις σίμωσαν αντίκρυ στο περβόλι,
τις καμπάνες ξεκουφαντικά ακούν
'πο παντού να αντηχούν!
Πλήθη ο λαός να τους προϋπαντήσει πάει,
του ναού η χορωδία το θεό δοξολογάει·
φανταχτερά αμάξια, σωστή πομπή,
τους υποδέχεται η αυλή·
κι όλοι τους ζητωκραυγάζουν
και πριγκιπικό καπέλλο βάζουν
στου τσάρεβιτς την κεφαλή, και με μια φωνή
αρχηγό τους τον ανακηρύσσουν στη στιγμή.-
Κι απ' την πρωτεύουσα του μέσα την τρανή, 
και με της τσαρίνας της καλής του την ευκή,
απ' την ίδια κιόλας μέρα αρχινά
ως πρίγκιπας Γκβιντόν να κυβερνά.( απόσπασμα)




Αλ. Πούσκιν, Το παραμύθι του Τσάρου Σαλτάν,μετφρ. Νίκος Σταματίου,  "Ο Κέδρος", Αθήνα 1957

"Είναι δύσκολο να βρεθεί στη χώρα μας άνθρωπος που να μην ξέρει ή να μην αγαπά τα θαυμάσια έργα του μεγάλου ρώσου ποιητή Α λ έ ξ α ν δ ρ ο υ   Σ ε ρ γ κ έ ι ε β ι τ ς
 Π ο ύ σ κ ι ν. Ακόμα και όταν ζούσε, τον λέγανε "ήλιο της ρωσικής ποίησης". Έχουν περάσει περισσότερα από εκατό χρόνια από τότε που χάθηκε ο ποιητής, κι η αγάπη μας γι' αυτόν μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ και οι στίχοι του μέρα τη μέρα γίνονται όλο και πιο δικοί μας, όλο και πιο ακριβοί και πιο αναγκαίοι. Και στα λόγια των σύγχρονων του Πούσκιν μπορούμε να προσθέσουμε κάτι κι εμείς και να πούμε: " Ο Πούσκιν είναι α β α σ ί λ ε υ τ ο ς ήλιος της ρωσικής ποίησης.
Ο Πούσκιν είναι ο πρώτος από τους ρώσους ποιητές που μίλησε στην απλή γλώσσα του λαού. Η γλώσσα αυτή κυλάει μες στους στίχους του και στα παραμύθια του ελεύθερα και καλόηχα όπως μια λαγαρή πηγή. Ο ποιητής θαύμαζε πάντα τη ρωσική γλώσσα  για τον πλούτο της, για την εκφραστικότητα και για την ακρίβεια, την κατείχε λαμπρά, και σε όλη του τη ζωή δεν έπαψε να τη μελετά.
Ο Πούσκιν είχε πολλούς φίλους. Απ' τα παιδικά του όμως χρόνια ο πιο κοντινός του, ο πιο πιστός του άνθρωπος ήταν μια απλή χωριάτισσα, η νταντά του Αρίνα Ροντιόνοβνα Ματβέιεβα, " φιλενάδα των σκληρών μου ημερών" - την έλεγε ο ποιητής. Απ' αυτήν έμαθε, από τα μικρά του χρόνια, την καθαρή γλώσσα του λαού. Από το στόμα της άκουσε για πρώτη φορά τα θαυμάσια ρωσικά παραμύθια.
Στο χωριό Μιχαηλόβσκοϊε, όπου ο Πούσκιν είχε σταλεί με διαταγή του τσάρου, γνωρίστηκε από πολύ κοντά με τη ζωή του χωριού,την έμαθε, αγάπησε τα τραγούδια της, τους θρύλους και τα παραμύθια της. Πήγαινε συχνά στα πανηγύρια, ανακατεύονταν με το πλήθος των χωρικών, άνοιγε συζητήσεις με αμαξάδες, με ταξιδιώτες, και σημείωνε όλες τις πετυχεμένες λέξεις κι εκφράσεις, μάθαινε τα τραγούδια των τυφλών - τα παλιά εκείνα και φοβερά τραγούδια για την πικρή μοίρα του λαού.
Τ' ατέλειωτα χειιμωνιάτικα βράδια, μέσα στο χαμόσπιτο του Μιχαηλόβσκοϊε, η Αρίνα Ροντιόνοβνα, όπως κι όταν ήταν παιδί, διηγόταν του ποιητή παραμύθια. Έπεφτε το χιόνι, φυσούσε ο αέρας στα χωνιά της σόμπας, σιγοβούιζε τ' αδράχτι - κι ο παραμυθένιος λαϊκός κόσμος άνθιζε  γύρω από τον Πούσκιν.
Ο ποιητής γρατσουνώντας με το φτερό της χήνας, υπομονετικά σημείωνε τα παραμύθια της νταντάς. " Τι θαυμάσια είναι αυτά τα παραμύθια!" έλεγε. " Το καθένα είναι ένα ποίημα". Κάτω από την αλαφρή του και γρήγορη πέννα, μερικά από τα παραμύθια αυτά έγιναν ελεύθεροι και τραγουδιστοί στίχοι, για να σκορπιστούν σε όλη τη χώρα, σε όλο τον κόσμο, να δώσουν χαρά στους ανθρώπους, και να τους αποκαλύψουν τον ανεξάντλητο κι εκπληκτικό πλούτο της ρωσικής ποίησης.
Ο Πούσκιν απαθανάτισε στα παραμύθια του τις θαυμάσιες και ζωντανές εικόνες της λαϊκής φαντασίας: το χρυσόψαρο, την τσαρέβνα - κύκνο, τον Τσερνομόρ και τους θαλασσινούς ήρωες, το χρυσό πετεινό και το γελωτοποιό - σκίουρο. Και μαζί με το λαό, ο Πούσκιν στα παραμύθια του αλύπητα περιγέλασε κι αποδοκίμασε τους ανόητους και κακούς τσάρους, τους αχόρταγους παπάδες, τους πονηρούς κι αγράμματους μπογιάρους.
Τα παραμύθια αυτά έχουν συγκεντρωθεί στο βιβλίο αυτό*. Όποιος θα τα διαβάσει για πρώτη φορά, θα γίνει ευτυχής, και όποιος θα τα ξαναδιαβάσει, θα είναι δυό φορές ευτυχής.
Ο Πούσκιν δε μας άφησε τα υπέροχα αυτά παραμύθια μόνο, αλλά και πολλούς άλλους αρμονικούς και δυνατούς στίχους, ποιήματα, διηγήματα, νουβέλλες.
Το όνομα του Πούσκιν ποτέ δε θα ξεχαστεί! Ο ζωντανός, ο αγαπημένος, ο μεγάλος μας ο Πούσκιν θα ζει πάντα στην καρδιά μας".
                                                                  ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝ ΠΑΟΥΣΤΟΒΣΚΙ
* Το προλογικό αυτό σημείωμα αναφέρεται στο βιβλίο - συλλογή παραμυθιών του Πούσκιν, από το οποίο μεταφράσαμε τούτο δω το παραμύθι του τσάρου Σαλτάν 
( Σημείωση του εκδότη)




Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

Confiteor

Όταν φτάνεις στην τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος του Καταλανού συγγραφέα Jaume Cabre, Confiteor , η σκέψη να γράψεις κάτι σχετικό με αυτό στριφογυρίζει επίμονα στο μυαλό. Αν όμως μπεις στον πειρασμό και αναζητήσεις πληροφορίες και κριτικές για το βιβλίο, τότε αποθαρρύνεσαι εντελώς. Τι να γράψεις εσύ η ταπεινή αναγνώστρια , όταν έχουν γράψει τόσα και τόσα κριτικοί λογοτεχνίας και διάφοροι άλλοι.
Μάλλον δεν χρειάζονται πολλά λόγια.
Το Confiteor είναι ένα εξαιρετικό και συναρπαστικό μυθιστόρημα , που σε καθηλώνει με την περίτεχνη πλοκή του και την αριστουργηματική αφήγησή του. Όλα είναι σαν ένα μπερδεμένο κουβάρι, που ξετυλίγεται σιγά - σιγά και οδηγεί μέσα από τους λαβύρινθους της μνήμης και της φαντασίας σε μια σπαρακτική έξοδο. Πολλές ιστορίες και ιστορία, πολλά πρόσωπα και πολλές φωνές εγκιβωτισμένες η μία μέσα στην άλλη  επιβάλλονται συναισθηματικά και δημιουργούν μια ατμόσφαιρα άλλοτε υποβλητική και άλλοτε επώδυνα μελαγχολική.
Το Confiteor είναι η εξομολόγηση ενός ανθρώπου ευφυούς  που δεν ευτύχησε να γνωρίσει τη γονεϊκή αγάπη και περιπλέχτηκε πολύ η ερωτική του ζωή. Είναι η αναζήτηση της προέλευσης του κακού και της επίδρασης του στη ζωή και στη συμπεριφορά των ανθρώπων. Είναι μια κατάθεση ψυχής για το θάνατο και την απώλεια, τη ζωή και την αγάπη, τη μουσική και τα βιβλία, τη φιλία και τις ανθρώπινες σχέσεις, τη μετάνοια και τη συγχώρεση, την ενοχή, την  εκδίκηση και την αντεκδίκηση. Και όλα γραμμένα πριν το Αλτσχάιμερ καταστρέψει κάθε μορφή επικοινωνίας και επαφής με τους ανθρώπους του και την καθημερινοτητά του. Ή μήπως όλη αυτή η ιστορία είναι αποτέλεσμα της αρρώστιας που ερχόταν να καταλάβει το μυαλό του καλπάζοντας; 
Το Confiteor δεν είναι ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται γρήγορα αν και δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Χρειάζεται να είσαι προσηλωμένος για να μπορείς να παρακολουθείς την αφήγηση και την πλοκή. Επομένως είναι ένα βιβλίο για απαιτητικούς αναγνώστες και λάτρεις της καλής λογοτεχνίας. 
Αξίζει όμως να αφιερώσει κανείς χρόνο και να το διαβάσει.

Jaume Cabre,Confiteor,μτφρ. Ευρυβιάδης Σοφός, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2016


Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

“Home” by Warsan Shire


Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις
ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη
οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους
το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου
που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου
κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του
αφήνεις την πατρίδα
μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.
Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά
φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου
ζεστό αίμα στην κοιλιά σου
δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες
μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου
και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο
ανάμεσα στα δόντια σου
και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού
δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.
πρέπει να καταλάβεις
ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα
εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά
κανένας δεν καίει τις παλάμες του
κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια
κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού
τρώγοντας εφημερίδες
εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει
σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.
Κανένας δε σέρνεται
κάτω από φράχτες
κανένας δε θέλει να τον δέρνουν
να τον λυπούνται
κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων
ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία
όπου το σώμα σου πονούσε
ή τη φυλακή,
επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη
από μια πόλη που φλέγεται
και ένας δεσμοφύλακας το βράδι
είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό
γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου
κανένας δε θα το μπορούσε
κανένας δε θα το άντεχε
κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό
για να ακούσει τα:
γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι
πρόσφυγες
βρομομετανάστες
ζητιάνοι ασύλου
που ρουφάτε τη χώρα μας
αράπηδες με τα χέρια απλωμένα
μυρίζετε περίεργα
απολίτιστοι
κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε
να κάνετε και τη δική μας
πώς δε δίνουμε σημασία
στα λόγια
στα άγρια βλέμματα
ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά
από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού
ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά
από δεκατέσσερις άντρες
ανάμεσα στα πόδια σου
ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο
να καταπιείς
από τα χαλίκια
από τα κόκαλα
από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.
Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,
αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου
και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές
εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα
να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου
να συρθείς στην έρημο
να κολυμπήσεις ωκεανούς
να πνιγείς
να σωθείς
να πεινάσεις
να εκλιπαρήσεις
να ξεχάσεις την υπερηφάνεια
η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.
Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι
μια ιδρωμένη φωνή στο αυτή σου
που λέει
φύγε,
τρέξε μακριά μου τώρα
δεν ξέρω τι έχω γίνει
αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού
θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ»

                                   Warsan Shire – Ουαρσάν Σάϊρ

Το ποίημα κυκλοφορεί μεταφρασμένο στο διαδίκτυο , αλλά δεν εντόπισα κάπου το όνομα του μεταφραστή. Το ποίημα στα αγγλικά εδώ

 H Warsan Shire είναι Κενυάτισα ποιήτρια, γεννημένη στη Σομαλία το 1988.Συγγραφέας και παιδαγωγός. Ζει στην Μ.Βρετανία και το έργο της με διεθνή απήχηση  έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Το 2013 βραβεύτηκε με το Αφρικανικό Βραβείο Ποίησης.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Το άσπρο χελιδόνι


Ο ΠΕΤΡΟΣ ΜΟΚΑΝΙΝ, καθώς μαύλιζε τα σκυλιά του, κατάλαβε πως ο άγνωστος χωρικός δεν ερχόταν έτσι δίχως λόγο κατά τη μεριά του, μα πως κάποια στενοχώρια τον έφερνε. Τα ’βαζε με τα σκυλιά του που γάβγιζαν κι ύστερα κοίταξε ξανά το χωρικό. Απ’ το κόκκινο γιλέκι του, το ’βλεπες πως δεν ήταν απ’ τα μέρη του Ντελή-Ορμάν. Μεγαλόσωμος και γεροδεμένος — ωστόσο ξεσπούσε αμέσως στο μάτι σου πως ήταν φτωχός κι από φτωχικιά φαμίλια. Το πουκάμισο του ήταν γιομάτο χοντρομπαλώματα, το ίδιο κι η ζώνη του. Ήταν ξυπόλυτος. Από πρώτη ματιά φαινότανε ασίκης, λεβέντης, μα ο Μοκάνιν είδε πως έχει να κάμει μ’ έναν από κείνους τους αγαθούς ανθρώπους που, όπως λένε, παραμερίζουνε μπροστά και σ’ ένα μερμήγκι.
Ο χωρικός χαιρέτησε, κάτι μουρμούρισε, κάτι σαν: «πώς τα πορεύετε δω;», μα ήταν ολοφάνερο πως αλλού γύριζε το μυαλό του, πως μεγάλες έγνοιες τον βασάνιζαν.
Κοίταξε ίσα μπροστά και, κουνώντας έτσι τα χέρια, ρώτησε αν έχει πολύ δρόμο ακόμα ως το χωριό Μαντζιλάρι. Ο Μοκάνιν, καθώς του αποκρίθηκε, είδε κάτου στο δρόμο ένα κάρο ζεμένο σ’ ένα άλογο. Το δίχως άλλο θα ’ταν τουτουνού του χωρικού και θα το ’χε αφήσει εκεί για νά ’ρθει να ρωτήσει. Μέσα στο κάρο καθόταν μια γυναίκα, διπλωμένη στα δυο, με τα χέρια της κρυμμένα κάτου απ’ το ζακέτο της, και με λυτό το τσεμπέρι της που οι δυο άκρες του πέφταν στους ώμους της. Έκανε πολλή ζέστη, μα ο Μοκάνιν ήξερε πως οι γυναίκες λύνουν έτσι το τσεμπέρι τους σαν είναι τσακισμένες όχι τόσο απ’ τη ζέστη, μα από κάποια βαριά έγνοια. Στο βάθος του αμαξιού ήταν και μια άλλη γυναίκα, πιο αχαμνή — μια νέα κοπέλα φαινότανε, ξαπλωμένη και τυλιγμένη με μια κουβέρτα, με το κεφάλι της χωμένο σε κάτι χωριάτικα σκουρόχρωμα μαξιλάρια. Κοίταζε πλάι, και δε φαινότανε το πρόσωπό της.
— Έχεις κάναν άρρωστο; ρώτησε ο Μοκάνιν.
— Ναι. Η θυγατέρα μου είναι άρρωστη.
Ο χωρικός έριξε τη ματιά του στα πρόβατα που στάλιαζαν για το μεσημέρι στο ξέφωτο, μα δεν τα ’βλεπε — τα μάτια του έδειχναν μονάχα τη στενοχώρια του.
— Αν σου ’λεγα τα βάσανά μας, είπε, μα κάλλιο μη μιλάμε γι’ αυτά.
— Δεν είσαι απ’ τα μέρη μας· από πού είσαι; ρώτησε ο Μοκάνιν.
— Απ’ το Κιτσούκ-Ακμέντ — το λένε Ναντέζντα τώρα, εκεί σιμά στο Ροκ. Πέρασα κιόλας από κει. Παγαίνω από χωριό σε χωριό πουλώντας αργιλόχωμα για λεύκασμα. Πολλοί δω πέρα, και οι γυναίκες αγοράζουν. Σαν φτάνω ως κάτου στη θάλασσα αγοράζω τίποτα ψάρια, τίποτα σταφύλια — ό,τι βρεθεί. Δόξα σοι ο Θεός, κουτσά στραβά τα βολεύουμε. Αν δε μας είχε βρει τούτο το κακό...
Κάθισε καταγής, έβγαλε την πέτσινη καπνοσακούλα του κι άρχισε να στρίβει τσιγάρο. Ο Μοκάνιν κάθισε δίπλα του και πρόσεξε που τα χοντρά, ροζιασμένα του δάχτυλα τρέμανε.
— Δεν είχαμε τύχη με τα παιδιά μας, άρχισε. Τα τρία πεθάνανε μικρά μικρά. Δε μας έμεινε πάρεξ ετούτη. Έριξε μια ματιά εκεί που ήταν το κάρο. Τήνε κοιτάζαμε σαν την κόρη του ματιού μας. Έβγαζα τη μπουκιά μου απ’ το στόμα, μη και της λείψει το καλό φουστάνι και δει τις άλλες ομορφοντυμένες και μου κακοκαρδιστεί. Ο Θεός βοήθησε και τη φυλάξαμε ως τα τώρα. Μα δω και λίγον καιρό άρχισε να μαραζώνει. Αρρώστια δεν έχει τίποτες, κι ώρα την ώρα σβήνει. Άκουσα που ’λεγε στη μάνα της, οι άλλες, λέει, οι φιλενάδες της παντρευτήκανε κι αυτή δεν παντρεύτηκε γι’ αυτό είναι πικραμένη.
— Ε, της λέω, τι σκας μωρέ παιδί μου, θά ’ρθει κι η αράδα σου. Τις άλλες τηράς; Ελόγου τους είναι πλούσιες. Τα παλικάρια σήμερις κοιτάνε τον παρά. Έγνοια σου, θα παντρευτείς κι εσύ, μη χολοσκάς, δε σε πήρανε δα τα χρόνια. Καλή καρδιά.
— Πόσω χρονώ είναι;
— Κοντεύει τα είκοσι. Της Παναγίας θα τα κλείσει.
— Αμ’ τότες είναι νια.
— Έτσι λέω και λόου μου — νια.
Ο χωρικός σώπασε κι έριξε πάλι τη ματιά του στα πρόβατα χωρίς να τα δει. Κει πλάι, στον πυρωμένο αέρα, υψώθηκε η στριγγιά κραυγή του τζίτζικα.
— Τούτο το καλοκαίρι μ’ άρχεψε στα παρακάλια ναν την αφήκω να θερίσει μαζί με τις άλλες. Τι να κάνω; Φτωχοί ανθρώποι είμαστε, ανάγκη από τίποτις παράδες έχουμε, μα έτσι που την έγλεπα αχαμνή, σαν αρρωστεμένη, δε μου ’κανε καρδιά να την αφήκω. Παρακάλια πάλι: «άσε με, πατέρα, άσε με να πάω κι εγώ με τις άλλες». Τι να ’κανα; Καλά, μια και το θες, πάγαινε. Δεν ξέρω τι έτρεξε — δεν ήμαστε κει να δω. Πλαγιάζανε, λέει, στα χωράφια. Δεν ξέρω πώς μου τα ’πε. Μια φορά, λέει, είχανε ολημερίς θερίσει, το βραδάκι δειπνήσανε, τραγουδήσανε, γλεντήσανε κι απέ πλαγιάσανε. Η Νόνκα, έτσι τη λένε τη θυγατέρα μου, πλάγιασε κι αυτή όπως κι οι άλλες. «Είχα πλαγιάσει, πατέρα», μου ’πε, «ανάμεσα στα δεμάτια, πίσω από μια θημωνιά, είχα κουκουλωθεί κι αποκοιμήθηκα. Ξάφνου, κάτι ένιωσα στο στήθος μου, κάτι βαρύ και κρύο. Άνοιξα τα μάτια μου. Ένα φίδι».
— Λοιπόν;
— Ναι, ένα φίδι. Πλαγιασμένο στον κόρφο της, κουλούρα. Η θυγατέρα μου φώναξε και μ’ όλο της τον τρόμο, άρπαξε το φίδι και το πέταξε μακριά.
— Το πέταξε, λοιπόν; Κάτι τέτοια λαχαίνουν το θέρο. Έχω ακουστά που μια βολά ένα φίδι μπήκε στο στόμα μιας γυναίκας. Δεν τήνε δάγκωσε όμως; Δεν τήνε δάγκωσε, ε;
— Όχι. Ήταν στον κόρφο της. Τ’ άρπαξε και το πέταξε. Αυτό μου ’πε. Αλήθεια έγινε, τίποτες όνειρο ήταν; δεν ξέρω. Μα από κείνη τη μέρα, όλο και χειρότερα. Η κόρη μου ξεραίνεται σαν το κλαδί. Πονάει στο στήθος. Έχω πόνο, λέει, εκεί που είχε πλαγιάσει το φίδι.
— Άκου πράματα, είπε ο Μοκάνιν σαστισμένος. Και πού την πηγαίνεις τώρα; Σε κάνα γιατρό;
— Α, οι γιατροί... Την είδανε τόσοι και τόσοι! Τώρα την παγαίνω... πώς να στο πω... Αν ήτανε μονάχα στο χέρι μου... ελόου μου δεν τα πιστεύω αυτά... μα, ξέρεις, σαν έχεις να κάνεις με γυναίκες... Κι ύστερις, είναι άρρωστη, κι είναι παιδί μου...
Η φωνή του τρεμούλιασε. Σώπασε. Έριξε πάλι γύρω μια ματιά, κι ύστερα τράβηξε μια το ’να μια τ’ άλλο μουστάκι του, και τα ψαρά, σκληρά, κακοξυρισμένα γένια του. Ο Μοκάνιν καταλάβαινε καλά πως όλες τούτες οι άσπρες τρίχες ήταν απ’ τις πολλές έγνοιες.
— Τ’ άλλο βράδυ, ξανάρχισε ο χωρικός, είχαν γυρίσει απ’ τα καρνάγια κάτι ντόπιοι που δούλευαν εκεί. Είπαν το ’να, είπανε τ’ άλλο, ξέρω κι εγώ... Αυτοί δεν έχουνε σκοτούρες. Μπορεί να χωράτευαν κιόλας. Και να, που καταφτάνει σπίτι μας η Στογιένιτσα, η πολυλογού, που δεν είναι πράμα στον κόσμο που να μην το ξέρει.
— Γκούντσο, φώναξε απ’ το κατώφλι, είσαι τυχερός. Κι εσύ, Νόνκα — άνοιξε η τύχη σου. Όλα θα πάνε μια χαρά.
— Μα τι τρέχει; λέω. Το και το. Ο Νικόλας κι ο Πένυ Σιντεβόρι γυρίσανε από τα καρνάγια. Λένε το λοιπόν πως στο Μαντζιλάρι έχει φανεί... λέει, έχει φανεί ένα άσπρο χελιδόνι. Ολόασπρο σαν το χιόνι. — Ε, και; — Μα δεν ξέρεις, λοιπόν, που άμα ένας άρρωστος το δει γιατρεύεται μεμιάς ό,τι αρρώστια να ’χει; Ένα άσπρο χελιδόνι, μια φορά στα ’κατό χρόνια φαίνεται. Ξέρεις, Γκούντσο, λέει, δεν πρέπει ν’ αργοποράς! Πάγαινε τη Νόνκα κει κάτου! Δεν μπόραγα να κάνω αλλιώς, η μικρή έβαλε τα κλάματα, το ίδιο κι η μάνα της και να μας.
— Μα να ’ναι αλήθεια, τάχα; Και πού βρίσκεται αυτό το χελιδόνι;
— Σου το ’πα, φάνηκε στο Μαντζιλάρι.
— Άσπρο είπες;
— Ολόασπρο.
Ο Μοκάνιν, παραξενεμένος, έριξε μια ματιά κατά το δρόμο. Αυτός, κάθε μέρα, σταμάταγε σε τούτο το ξέφωτο με τα πρόβατά του, μα του φαίνεται ποτέ δεν είχε δει τόσα χελιδόνια, όσα σήμερα, πάνω στα τηλεγραφικά σύρματα. Και τι το παράξενο, μαθές; Κοντοζύγωνε της Μεταμορφώσεως και σε τούτηνα την εποχή τα χελιδόνια και τα λελέκια μαζεύονται για να ξαναγυρίσουν στις ζεστές χώρες. Ήταν τόσα χελιδόνια κολλητά κολλητά, που το σύρμα λύγιζε απ’ το βάρος του κι έμοιαζε σαν κομπολόι. Μιλιούνια χελιδόνια, μα όλα μαύρα.
— Να γιατί βρέθηκα στα μέρη σας, είπε ο χωρικός, τούτη τη φορά ξεθαρρεμένος και ξαλαφρωμένος. Και σαν είδα του λόγου σου, συλλογίστηκα: δεν παγαίνω ναν τόνε ρωτήσω, μπορεί και να ’δε τ’ άσπρο χελιδόνι, μπορεί να ’χει ακούσει να λένε...
— Όχι, αδερφέ μου. Άσπρο χελιδόνι; Μήτε είδα, μήτε άκουσα να λένε.
Μα την ίδια στιγμή σκέφτηκε πως θ’ απόλπιζε ολότελα τούτους τους ανθρώπους και ξανάπε:
— Μα μπορεί μια χαρά να υπάρχει. Ναι, και βέβαια μπορεί. Γιατί όχι; Υπάρχουνε άσπρα βουβάλια, άσπρα ποντίκια, άσπρες κουρούνες. Γιατί τότενες να μην υπάρχει κι ένα άσπρο χελιδόνι; Και τη στιγμή που μιλάμε γι’ αυτό, στα σίγουρα θα υπάρχει...
— Ποιος ξέρει; έκανε ο χωρικός μ’ ένα στεναγμό. Εγώ δεν τα πιστεύω, μα οι γυναίκες, ξέρεις...
Σηκώθηκε να φύγει. Συγκινημένος ο Μοκάνιν σηκώθηκε κι αυτός να τον ξεβγάλει και για να δει τη νέα. Όταν κοντοζύγωσαν στο δρόμο, η μάνα, μια γυναίκα χλωμή, σκελετωμένη απ’ το μόχτο και τα βάσανα, ξεψάχνισε από μακριά ακόμα το πρόσωπο του άντρα της, πασκίζοντας να μαντέψει τι μαντάτα έφερνε. Η κοπέλα, έμενε πάντα γυρισμένη στο πλάι και κοίταζε τα χελιδόνια που είχαν κουρνιάσει στο τηλεγραφικό σύρμα.
Η κοπέλα, ακούγοντας τη φωνή του, γύρισε. Ήταν λεπτοκαμωμένη. Το κορμί της καταφαγωμένο απ’ την αρρώστια ό,τι που σχεδιάζονταν κάτω απ’ την κουβέρτα. Στο κέρινο πρόσωπό της μονάχα τα μάτια έλαμπαν ακόμη με την αστραπή της νιότης. Κοίταζε πότε τον πατέρα της, πότε τον Μοκάνιν.
— Νόνκα, αυτός εδώ, το ’χει δει κιόλας το χελιδόνι, είπε ο χωρικός βάζοντας μάρτυρα τον Μοκάνιν. Είναι κει κάτω, στο χωριό. Φτάνει μονάχα να το δούμε κι εμείς.
Ο Μοκάνιν ένιωσε ένα βάρος, ένα σφίξιμο στο λαιμό, τα μάτια του βούρκωσαν.
— Θα το δείτε κι εσείς, παιδί μου, είπε δυναμώνοντας τη φωνή του. Μια και το δα εγώ, γιατί τάχα να μην το δείτε κι εσείς; Το ’δα με τα ίδια μου τα μάτια, ένα άσπρο χελιδόνι, κάτασπρο. Θα το δεις κι εσύ. Ο Θεός θα σου κάνει τούτη τη χάρη, θα το δεις, παιδί μου, και θα γιάνεις... είσαι τόσο νέα! Στο λέω, θα το δεις και θα γιάνεις, μη φοβάσαι τίποτις...
Η μητέρα έκρυψε τα μάτια της στα χέρια της και ξέσπασε σ’ αναφιλητά. Ο μεγαλόσωμος γεροδεμένος άντρας σιγόβηξε, άρπαξε τα γκέμια του αλόγου και ξεκίνησε.
— Άντε τε, στο καλό, καλή τύχη! φώναξε ο Μοκάνιν. Το χωριό δεν είναι μακριά. Θα τραβήξετε ίσα όπως πάνε τα σύρματα του τηλέγραφου!
Έμεινε κάμποσο στο δρόμο κοιτάζοντας το κάρο που μάκραινε. Μια κοίταζε τη μάνα με το μαύρο τσεμπέρι, μια την κοπέλα πλαγιασμένη στο πλευρό της, μια τον ψηλόκορμο χωρικό που πήγαινε σκυφτός τραβώντας τ’ άλογο απ’ τα γκέμια, και τα χελιδόνια που φτερούγιζαν πάνω τους, καθώς εκείνοι περνούσαν, κι αμέσως ύστερα ξαναγύριζαν να κάτσουν στα τηλεγραφικά σύρματα.
Ο Μοκάνιν ξαναγύρισε συλλογισμένος στο κοπάδι του και ξανάρχισε τη δουλειά του — έκοβε από πετσί αλόγου τσαρούχια. Ένα άσπρο χελιδόνι, έλεγε και ξανάλεγε. Και μήπως είναι αυτό μονάχα;
Ένιωθε μεγάλο βάρος στο στήθος, κάτι τον τυραγνούσε. Ύστερα, παρατώντας το σουβλί του απ’ το χέρι, σήκωσε τα μάτια στον ουρανό κι είπε:
— Κύριε Μεγαλεύσπλαχνε, τι βάσανα σε τούτη τη γης!
Κι έριξε ξανά τη ματιά του στο κάρο που μάκραινε πέρα στο δρόμο.

         Γιορντάν Γιόφκωφ      (  μτφρ. Γιάννης Ρίτσος )

JORDAN JOVKOV (Τσεράβνα 1880 – Πλόβντιβ 1937). Βούλγαρος πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Δεν μπόρεσε να τελειώσει τα νομικά και αναγκάστηκε να δουλέψει, αρχικά, ως δάσκαλος. Αργότερα, υπηρέτησε ως πρεσβευτής στο Βουκουρέστι. Πηγή έμπνευσης και χώρος δράσης των έργων του είναι τα Βαλκάνια.

Έγραψε διηγήματα (Θρύλοι του βουνού Στάρα Πλάνινα, 1927), μυθιστορήματα (Το τσιφλίκι κοντά στο σύνορα, 1934) και θεατρικά έργα (Βραδιές στο πανδοχείο του Αντίμοβο, 1928· Ο εκατομμυριούχος, 1930· Η καρδιά μιας γυναίκας, 1935).

Πηγή:digitalschool.minedu.gov.gr

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!