Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Αλέξανδρος Πούσκιν, Το παραμύθι του τσάρου Σαλτάν

...του γιου του ένδοξου και δυνατού ήρωα Πρίγκηπα Γκβιντόν Σαλτάνοβιτς και της πεντάμορφης Τσάρεβνας - Κύκνου



Τρεις κόρες στο παράθυρο σιμά

έκλωθαν το βράδυ αργά.
" Αν τσαρίνα ήμουνα γω,-
λέει η πρώτη με καημό,-
σ' όλο το χριστιανικό λαό
θα' κανα τραπέζι αρχοντικό."-
" Αν τσαρίνα ήμουν γω,-
η αδελφή της, λέει, με στεναγμό, -
για όλο τον κόσμο με χαρά 
θα' φαινα εγώ τα πανικά."
" Αν τσαρίνα ήμουνα γω,
λέει η τρίτη με παλμό,-
τότε στον πατέρα τσάρο
θα γεννούσα ήρωα μεγάλο."

Δεν πρόλαβε ακόμα ν' αποπεί,

τρίζει η πόρτα στη στιγμή,
και μπαίνει  μες στη σάλα ο τσάρος,
της χώρας κείνης ο αφέντης ο μεγάλος.
Την ώρα όλη της κουβέντας εστεκόταν
πίσω από το φράχτη κι αφουγκραζόταν·
της τελευταίας πρώτ' απ' όλα
του αρέσανε τα λόγια.
" Πανώρια κόρη μου, της λέει, γεια σου, 
τσαρίνα γίνου, ως είν' το θέλημά σου, 
και γέννησέ μου λεβέντη με ψυχή
ο Σεπτέμβρης πριν να βγη.
Και σεις, περιστεράκια μου αδελφούλες,
βγήτ' έξω από τη σάλα ούλες,
κατοπίσω μου κι οι δυό ελάτε,
μένα και την αδερφή σας ακλουθάτε!
Υφάντρα η μια από σας ας γένει,
κι η άλλη στην κουζίνα μεγείρισσα ας μένει.

Φεύγει ο πατερούλης - τσάρος κι από πίσω όλοι

κίνησαν για το παλάτι καταπόδι.
Ο τσάρος πρώτα λίγο σκέφθη·
κι ευθύς το ίδιο κιόλας βράδυ επαντρεύθη.
Ο τσάρος ο Σαλτάν σε τραπέζι γιορτινό, σιμά
με την τσαρίνα κάθεται τη μορφονιά·
κι οι τιμημένοι οι ξένοι, σε αρχοντικό
από ελεφαντόδοντο κρεβάτι νυφικό
βάλανε ύστερα τους νιους,
και τους αφήσαν μοναχούς.
Η μαγείρισσα βράζει στην κουζίν' από θυμό,
η υφάντρα κλαίει με λυγμούς στον αργαλειό,
και φθονούνε κι οι δυό πολύ
την αρχόντισσα αδερφή.
Μα η τσαρίνα η μορφονιά
δίχως άργητα καμιά, 
απ' την πρώτη κιόλας τη βραδιά
κράτησε το λόγο της πιστά.

Πόλεμο είχε τοτεδά.

Ο τσάρος ο Σαλτάν τη γυναίκα χαιρετά,
σε άτι όμορφο καβάλα, που με βία χρεμετά,
προσταγή της δίνει όσο είν' αυτός μακριά
να φυλάγετ' αγαπώντας τον πιστά.
Καθώς όμως εκείνος μακριά
πολύ χρόνο κι άγρια πολεμά,
της γέννας ήρθε η στιγμή·
του χαρίζει γιο ο θεός σπαθί,
κι η τσαρίνα για το μωρό της λαχταρά
σαν αετίνα πάνω απ' το αετοπούλι ξαγρυπνά·
κήρυκα στέλνει με γραφτό,
χαρά να δώσει στο γονιό.
Κι η μαγείρισσα με την υφάντρα,
και τη νυφοπεθερά κυρά Κασσάντρα
να την αφανίσουν θέλουν,
τον κήρυκα ν' αλλάξουν, παραγγέλλουν·
και στέλνουν κήρυκα άλλον με γραφτό
που' λεγε λέξη λέξη τούτα εδώ:
" Γέννησ' η τσαρίνα απόψε κατιτίς,
ούτ' αγόρι, ούτε κόρη να το πεις·
ποντικός δεν είναι, μήτε βάτραχος αυτό,
κάποιο άγνωστο, παράξενο θεριό."

Σαν εδιάβασ' ο πατέρας - τσάρος τ' άγγελμα το φοβερό,

πολύ συγχύστη κι άναψε απ' άγριο θυμό,
και να κρεμάσει θέλησε τον κήρυκα εκεί,
αλλά χαρίζοντάς του το, με όψη σοβαρή
δίνει του κήρυκα μια προσταγή γραφτή:
" Να προσμένουνε τον τσάρο να γυρίσει,
για τη νόμιμη την κρίση."

Φεύγει ο κήρυκας με τη γραφή

και φτάνει τέλος στην αυλή.
Κι η μαγείρισσα με την υφάντρα,
και τη νυφοπεθερά κυρά Κασσάντρα
να τον ληστέψουν δίνουν προσταγή.
Τον κήρυκα, ως να μεθύσει, ποτίζουν με κρασί
και στο δισάκι τ' αδειανό
άλλο γράμμα βάζουνε πλαστό-
κι ο μεθυσμένος κήρυκας φέρνει στην αυλή
 την ίδια κιόλας μέρα την προσταγή αυτή:
" Ο τσάρος τους μπογιάρους διατάσσει,
χρόνο να μη χάνουν, μα με βιάση
την τσαρίνα ευθύς με τον καρπό
κρυφά να ρίξουν σ' άβυθο νερό."
Τι να κάνουν οι μπογιάροι, θέλοντας και μη,
κλαίγοντας τ' αρχοντοπαίδι από ψυχή
και τη νια βασιλομάνα τη φτωχή,
στο υπνοδωμάτιό της όλοι μπαίνουν με σπουδή·
δήλωσαν την τσαρική βουλή:-
γιου και μάνας τη μοίρα την πικρή·
της διαβάσαν το ουκάζιο με παλλόμενη φωνή,
και την τσαρίνα, κείνη κιόλας τη στιγμή,
σε βαρέλι με το γιο της κλείσαν,
το πισσώσαν, το κυλήσαν
και στον ωκεανό το ρίξαν το βαθύ-
όπως όριζε του Σαλτάν η προσταγή.

Στο γαλανό τον ουρανό τ' αστέρια λαμπυρίζουν,

στη θάλασσα τα κύματα μαστιγωμέν' αφρίζουν·
ένα σύγνεφο κυλάει στον ουρανό,
ένα βαρέλι πλέει μοναχό.
Μέσα του οδύρεται και κλαίει πικρά,
σαν την πονεμένη χήρα, η τσαρίνα η νια·
και μεγαλώνει το παιδί εκεί,
όχι με τις μέρες, μα με τη στιγμή.
Πέρασε μια μέρα, αναφωνεί η τσαρίνα...
Και το παιδί βιάζει το κύμα!
" Κύμα μου, ω κύμα συ, γοργό!
Λεύτερο και βουερό·
όπου κι αν θελήσεις σπάζεις,
θαλασσόβραχους σωριάζεις,
όχθες στ' άβυθα βυθίζεις
και τη γη καταποντίζεις,
τα καράβια ανεβάζεις
κι απ' τα ύψη τα γκρεμίζεις-
μη μας αφανίζεις την ψυχή.
Ρίξε μας σε μιαν ακτή!"
Και την άκουσε το κύμα στη στιγμή!
Κι άξαφνα, ω θάμα, πάνω στην ακτή
εναπόθεσε το κύμα το βαρέλι ελαφρά
και πίσω ξανακύλησε και πάλι απαλά.
Η μάνα με το γιο της πια σωσμένη,
τη γη νιώθει κι ανασαίνει.
Απ' το βαρέλι τώρα πώς θα βγουν;
Έτσι ο θεός θα τους αφήσει να χαθούν;
Ορθώνεται στα πόδια το παιδί, 
στηρίζεται στον πάτο με την κεφαλή,
μια προσπάθεια κάνει δυνατή!
" Παραθυράκι να βλέπει στην αυλή
τι λες ανοίγουμε;", λέει αυτός, και να,
υποχωρεί ο πάτος, πετάγεται μακριά.
Λεύτεροι τώρα μάνα και παιδί, 
λόφο ξανοίγουν στον κάμπο τον πλατύ,
θάλασσα γαλάζια ολόγυρα πλατιά,
μοναχή πάνω στο λόφο μια βαλανιδιά.
Ο γιος σκέφτηκε: ένα καλό δείπνο μοναχά
αυτό είναι που μας λείπει τωραδά.
Απ' τη βαλανιδιά κλαδί αμέσως σπάει
και σε γεροτανυσμένο τόξο το λυγάει, 
κόβει απ' το σταυρό του το κορδόνι το μεταξωτό
και στο δρύινο το τόξο τριπλοδένει τεντωτό·
ένα καλαμάκι λεπτό σπάζει
και σε βέλος ελαφρό το σιάζει,
και για του κάμπου ξεκινά ευθύς την άκρη,
για θήραμα να ψάξει στης θάλασσας τα μάκρη.
Μόλις στη θάλασσα σιμά φτάνει,
σάμπως βόγγο να'κουσε του φάνη...
Η θάλασσα ήρεμη δεν είναι, φανερό·
κοιτάει - και βλέπει κατιτίς κακό:
Κύκνος αγωνίζεται μες στη φουσκοθαλασσιά
και καταπάνω του ένας γύπας άγριος χυμά·
ο φτωχός ο κύκνος χτυπάει γύρω τα φτερά,
το νερό θολώνει και τινάζεται ψηλά...
Ο γύπας με νύχια ορθάνοιχτα, γαμψά,
το αιματηρό του ράμφος προβάλλει φοβερά...
Μα ένα βέλος τότε σφύριξε, και να...
Στο λαιμό του γύπα χώθηκε βαθιά·
πάνω στη θάλασσα αίμα στάζει,
ο τσάρεβιτς το τόξο κατεβάζει·
κοιτάει: ο γύπας μες στη θάλασσα βουλιάζει
κι αφήνει βογγητό που σαν πουλιού δεν μοιάζει·
ο κύκνος πλέει εκεί σιμά,
το μοχθηρό το γύπα ραμφίζει δυνατά
να ταχύνει το χαμό που αγγίζει,
τον χτυπά με το φτερό και τον βυθίζει· -
και στον τσάρεβιτς μετά
τούτα λέει στα ρωσικά:
" Τσάρεβιτς, σωτήρα μου εσύ, 
δυνατέ μου λυτρωτή,
μη λυπάσαι πως για χάρη μου χωρίς
φαγητό θα μείνεις μέρες τρεις,
μη χολοσκάς που' χασες το βέλος.
Αυτή η λύπη, θα γενεί χαρά στο τέλος.
Θα σου πληρώσω το καλό ακριβά,
περετώντας σε πιστά.
Δεν έσωσες έναν κύκνο μοναχά, 
σε μια κόρη χάρισες ζωή ξανά·
δεν εσκότωσες μονάχα έναν γύπα μοχθηρό, 
έναν μάγο τόξεψες μαζί μ' αυτόν κακό.
Αιώνια γι' αυτό θα σε θυμάμαι.
Όπου με γυρέψεις παντού θα' μαι,
αλλά γύρνα πίσω τώρα πάλι, 
και κοιμήσου δίχως έγνοια στο κεφάλι."

Πέταξε το κυκνοπούλι πέρα,
και ολάκερη τη μέρα,
την πέρασαν έτσι εκεί, 
και να κοιμηθούνε γείραν νηστικοί.-
Μα ο τσάρεβιτς τα μάτια ανοίγει, να!
Και της νύχτας διώχνοντας τα όνειρα τ' αχνά
βλέπει θαμπωμένος μπρός του ξαφνικά...
Μια μεγάλη πόλη να φαντάζει ξωτικά,
γύρω γύρω τείχη με επάλξεις στη σειρά,
κι από πίσω από τα τείχη με επάλξεις στη σειρά,
κι από πίσω από τα τείχη τα λευκά
λάμπουν τρούλοι εκκλησιών
κι ιερών μοναστηριών.
Την τσαρίνα ο τσάρεβιτς ξυπνάει στη στιγμή.
" Τι' ναι αυτό;" - αναφωνεί αυτή·
λέει αυτός: " Μου φαίνεται:
ο κύκνος μου αστειεύεται."
Γιος και μάνα πάνε προς την πόλη.
Μόλις σίμωσαν αντίκρυ στο περβόλι,
τις καμπάνες ξεκουφαντικά ακούν
'πο παντού να αντηχούν!
Πλήθη ο λαός να τους προϋπαντήσει πάει,
του ναού η χορωδία το θεό δοξολογάει·
φανταχτερά αμάξια, σωστή πομπή,
τους υποδέχεται η αυλή·
κι όλοι τους ζητωκραυγάζουν
και πριγκιπικό καπέλλο βάζουν
στου τσάρεβιτς την κεφαλή, και με μια φωνή
αρχηγό τους τον ανακηρύσσουν στη στιγμή.-
Κι απ' την πρωτεύουσα του μέσα την τρανή, 
και με της τσαρίνας της καλής του την ευκή,
απ' την ίδια κιόλας μέρα αρχινά
ως πρίγκιπας Γκβιντόν να κυβερνά.( απόσπασμα)




Αλ. Πούσκιν, Το παραμύθι του Τσάρου Σαλτάν,μετφρ. Νίκος Σταματίου,  "Ο Κέδρος", Αθήνα 1957

"Είναι δύσκολο να βρεθεί στη χώρα μας άνθρωπος που να μην ξέρει ή να μην αγαπά τα θαυμάσια έργα του μεγάλου ρώσου ποιητή Α λ έ ξ α ν δ ρ ο υ   Σ ε ρ γ κ έ ι ε β ι τ ς
 Π ο ύ σ κ ι ν. Ακόμα και όταν ζούσε, τον λέγανε "ήλιο της ρωσικής ποίησης". Έχουν περάσει περισσότερα από εκατό χρόνια από τότε που χάθηκε ο ποιητής, κι η αγάπη μας γι' αυτόν μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ και οι στίχοι του μέρα τη μέρα γίνονται όλο και πιο δικοί μας, όλο και πιο ακριβοί και πιο αναγκαίοι. Και στα λόγια των σύγχρονων του Πούσκιν μπορούμε να προσθέσουμε κάτι κι εμείς και να πούμε: " Ο Πούσκιν είναι α β α σ ί λ ε υ τ ο ς ήλιος της ρωσικής ποίησης.
Ο Πούσκιν είναι ο πρώτος από τους ρώσους ποιητές που μίλησε στην απλή γλώσσα του λαού. Η γλώσσα αυτή κυλάει μες στους στίχους του και στα παραμύθια του ελεύθερα και καλόηχα όπως μια λαγαρή πηγή. Ο ποιητής θαύμαζε πάντα τη ρωσική γλώσσα  για τον πλούτο της, για την εκφραστικότητα και για την ακρίβεια, την κατείχε λαμπρά, και σε όλη του τη ζωή δεν έπαψε να τη μελετά.
Ο Πούσκιν είχε πολλούς φίλους. Απ' τα παιδικά του όμως χρόνια ο πιο κοντινός του, ο πιο πιστός του άνθρωπος ήταν μια απλή χωριάτισσα, η νταντά του Αρίνα Ροντιόνοβνα Ματβέιεβα, " φιλενάδα των σκληρών μου ημερών" - την έλεγε ο ποιητής. Απ' αυτήν έμαθε, από τα μικρά του χρόνια, την καθαρή γλώσσα του λαού. Από το στόμα της άκουσε για πρώτη φορά τα θαυμάσια ρωσικά παραμύθια.
Στο χωριό Μιχαηλόβσκοϊε, όπου ο Πούσκιν είχε σταλεί με διαταγή του τσάρου, γνωρίστηκε από πολύ κοντά με τη ζωή του χωριού,την έμαθε, αγάπησε τα τραγούδια της, τους θρύλους και τα παραμύθια της. Πήγαινε συχνά στα πανηγύρια, ανακατεύονταν με το πλήθος των χωρικών, άνοιγε συζητήσεις με αμαξάδες, με ταξιδιώτες, και σημείωνε όλες τις πετυχεμένες λέξεις κι εκφράσεις, μάθαινε τα τραγούδια των τυφλών - τα παλιά εκείνα και φοβερά τραγούδια για την πικρή μοίρα του λαού.
Τ' ατέλειωτα χειιμωνιάτικα βράδια, μέσα στο χαμόσπιτο του Μιχαηλόβσκοϊε, η Αρίνα Ροντιόνοβνα, όπως κι όταν ήταν παιδί, διηγόταν του ποιητή παραμύθια. Έπεφτε το χιόνι, φυσούσε ο αέρας στα χωνιά της σόμπας, σιγοβούιζε τ' αδράχτι - κι ο παραμυθένιος λαϊκός κόσμος άνθιζε  γύρω από τον Πούσκιν.
Ο ποιητής γρατσουνώντας με το φτερό της χήνας, υπομονετικά σημείωνε τα παραμύθια της νταντάς. " Τι θαυμάσια είναι αυτά τα παραμύθια!" έλεγε. " Το καθένα είναι ένα ποίημα". Κάτω από την αλαφρή του και γρήγορη πέννα, μερικά από τα παραμύθια αυτά έγιναν ελεύθεροι και τραγουδιστοί στίχοι, για να σκορπιστούν σε όλη τη χώρα, σε όλο τον κόσμο, να δώσουν χαρά στους ανθρώπους, και να τους αποκαλύψουν τον ανεξάντλητο κι εκπληκτικό πλούτο της ρωσικής ποίησης.
Ο Πούσκιν απαθανάτισε στα παραμύθια του τις θαυμάσιες και ζωντανές εικόνες της λαϊκής φαντασίας: το χρυσόψαρο, την τσαρέβνα - κύκνο, τον Τσερνομόρ και τους θαλασσινούς ήρωες, το χρυσό πετεινό και το γελωτοποιό - σκίουρο. Και μαζί με το λαό, ο Πούσκιν στα παραμύθια του αλύπητα περιγέλασε κι αποδοκίμασε τους ανόητους και κακούς τσάρους, τους αχόρταγους παπάδες, τους πονηρούς κι αγράμματους μπογιάρους.
Τα παραμύθια αυτά έχουν συγκεντρωθεί στο βιβλίο αυτό*. Όποιος θα τα διαβάσει για πρώτη φορά, θα γίνει ευτυχής, και όποιος θα τα ξαναδιαβάσει, θα είναι δυό φορές ευτυχής.
Ο Πούσκιν δε μας άφησε τα υπέροχα αυτά παραμύθια μόνο, αλλά και πολλούς άλλους αρμονικούς και δυνατούς στίχους, ποιήματα, διηγήματα, νουβέλλες.
Το όνομα του Πούσκιν ποτέ δε θα ξεχαστεί! Ο ζωντανός, ο αγαπημένος, ο μεγάλος μας ο Πούσκιν θα ζει πάντα στην καρδιά μας".
                                                                  ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝ ΠΑΟΥΣΤΟΒΣΚΙ
* Το προλογικό αυτό σημείωμα αναφέρεται στο βιβλίο - συλλογή παραμυθιών του Πούσκιν, από το οποίο μεταφράσαμε τούτο δω το παραμύθι του τσάρου Σαλτάν 
( Σημείωση του εκδότη)




Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Τα παραμύθια του Σαρλ Περό

Στις 12 Γενάρη του 1628 γεννήθηκε στη Γαλλία ο Σαρλ Περό. Η οικογένειά του ανήκε σε υψηλή κοινωνική τάξη. Καθώς ο πατέρας τους ήταν μέλος του δημοτικού συμβουλίου του Παρισιού, ο Περό και τα τέσσερα αδέλφια του διακρίθηκαν σε ένα ευρύ πεδίο ενδιαφερόντων, από την αρχιτεκτονική και τη θεολογία, μέχρι τη λογοτεχνία και τα νομικά. Αφού πήρε πτυχίο Νομικής, ο Σαρλ έπιασε δουλειά στο γραφείο του αδελφού του στο Παρίσι, που ήταν φοροεισπράκτορας. Στη συνέχεια κατέλαβε σημαντική θέση στην Υπηρεσία Βασιλικών Κτιρίων, όπου υπήρξε υπεύθυνος για την επιλογή των αρχιτεκτόνων που σχεδίασαν τις Βερσαλλίες και το Λούβρο.
Ο Περό παντρεύτηκε το 1672, σε ηλικία σαράντα τεσσάρων χρονών. Η γυναίκα του πέθανε στον τοκετό αφού του χάρισε τρεις γιους. Το 1683, ο Περό πήρε σύνταξη από την υπηρεσία του και αφοσιώθηκε στην ανατροφή των παιδιών του και στα φιλολογικά του ενδιαφέροντα.



 Το περίφημο βιβλίο παραμυθιών του Περό, με τον τίτλο Ιστορίες από το Παρελθόν με Ηθικά Διδάγματα, εκδόθηκε το 1697, πιο γνωστό με τον τίτλο Ιστορίες της Μαμάς Χήνας. Ήταν ένα βιβλίο που ταύτιζε τον Περό με τους λεγόμενους "μοντερνιστές ", δηλαδή εκείνο το κομμάτι των γαλλικών λογοτεχνικών κύκλων που αντλούσε έμπνευση από τη στιβαρή ενέργεια, τη ζωηρή φαντασία και τον παγανισμό της λαϊκής προφορικής παράδοσης. Για τα δεδομένα της εποχής, όπου κυριαρχούσαν τα κλασικά πρότυπα, ήταν μια ριζοσπαστική θέση.

Η συλλογή παραμυθιών του Περό περιλαμβάνει κάποια από τα πιο γνωστά παραμύθια όλων των εποχών, που συγκαταλέγονται στις αρχέτυπες ιστορίες της δυτικής κουλτούρας: Η Ωραία Κοιμωμένη, Η Κοκκινοσκουφίτσα, Ο Κυανοπώγωνας, Η Σταχτοπούτα, Ο Κοντορεβιθούλης, Οι Νεράιδες και ο Παπουτσωμένος Γάτος. Εισήγαγε τις λαϊκές διηγήσεις των χωρικών σε μια αριστοκρατική κουλτούρα, που έδινε πρωταρχική σημασία στη λογοτεχνικά επιμελημένη γλώσσα. Ιστορίες που θεωρούνταν μέχρι τότε χυδαίες και χοντροειδείς, έγιναν πλέον αποδεκτές μέσα στα πλαίσια μιας πιο εκλεπτισμένης κοινωνίας.

 Για τον Περό, ήταν σημαντικό να προβάλονται μέσα από τα παραμύθια της συλλογής του αρετές όπως η τιμιότητα, η υπομονή, η σύνεση, η εξυπνάδα, η εργατικότητα, η υπακοή. Έγραψε μάλιστα κάποτε σαν ηθικό δίδαγμα ότι " υπάρχουν παιδιά που έγιναν μεγάλοι άρχοντες γιατί υπάκουσαν στον πατέρα και στη μητέρα τους, ενώ άλλα τιμωρήθηκαν με φοβερή κακοτυχία γιατί ήταν μοχθηρά και ανυπάκουα". Κι όμως, μια πιο προσεκτική ματιά σε αρκετά από τα παραμύθια του Περό, μας αποκαλύπτει σοβαρές ηθικές αντιφάσεις. Μπορεί η Κοκκινοσκουφίτσα ( στην εκδοχή του Περό) να πληρώνει με τη ζωή της την ανυπακοή στη μητέρα της, αλλά ο νεαρός γιος του μυλωνά στον Παπουτσωμένο Γάτο ανταμείβεται με ένα ολόκληρο βασίλειο και την αγάπη μιας πριγκίπισσας, παρ' όλο που συστηματικά λέει ψέμματα, εξαπατεί και κλέβει, ενώ ο Κοντορεβιθούλης αρπάζει την περιουσία του δράκου λέγοντας ψέματα στην καλοπροαίρετη γυναίκα του. Εκείνο λοιπόν που τα παραμύθια του Περό μας μεταδίδουν πιο έντονα, δεν είναι απαραίτητα μια αφελής ηθικολογία που ανταμείβει την καλή συμπεριφορά, αλλά κυρίως μια συναρπαστική πλοκή, η οποία όπως επισημαίνει ο Ρόμπερτ Ντάρντον, " μας βοηθά να σκεφτόμαστε". Ο Ντάρντον βλέπει επίσης στις ιστορίες αυτές τη σαφή διαφορά νοοτροπίας ανάμεσα στη Γαλλία, όπου όπως παρατηρεί με αρκετή δόση κακεντρέχειας " είναι καλό να είσαι κακός ", και την πιο συντηρητική και άκαμπτη Βρετανία.
 Σε αντίθεση με τους αδελφούς Γκριμ, ο Περό ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να δώσει έμφαση στη γαλλική φυσιογνωμία των παραμυθιών που συγκέντρωσε στις Ιστορίες της Μαμάς Χήνας. Του αρκούσε να καταγράφει και να ξαναδιηγείται τις παλιές ιστορίες των γιαγιάδων με τις οποίες είχε μεγαλώσει και οι οποίες συνέχισαν να ψυχαγωγούν και τα δικά του παιδιά. Λειτουργώντας ως μεσολαβητής ανάμεσα στη λαϊκή παράδοση και την λόγια  κουλτούρα, έκανε αυτά τα παραμύθια κτήμα της συλλογικής συνείδησης του δυτικού κόσμου.

 [...]Στη Γαλλία του 17ου αιώνα, στα χρόνια του Περό, η ζωή για τους απλούς ανθρώπους ήταν ένας συνεχής αγώνας ενάντια στη φτώχεια, στην αρρώστεια και στην πείνα. Τα επιπλέον στόματα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά ανάμεσα στην επιβίωση και τη λιμοκτονία. Η εγκατάλειψη παιδιών για οικονομικούς λόγους, αν και όχι συχνή, ασφαλώς συνέβαινε.
Ο Κοντορεβιθούλης προβάλλεται σαν ένας ήρωας πανέξυπνος, αλλά χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, που καταφεύγει στην εξαπάτηση για να πετύχει το σκοπό του. Όμως παρά το γεγονός ότι προδίδει τη γυναίκα του δράκου και κλέβει τους θησαυρούς του, παραμένει ένας γοητευτικός κατεργάρης, ο οποίος με την πράξη του κατατροπώνει το κακό, που ενσαρκώνεται από τον δράκο.
 [...] Παρ' όλο που οι παλιότερες παραλλαγές της ιστορίας είναι ιταλικές, η πρώτη ολοκληρωμένη εκδοχή του Παπουτσωμένου Γάτου, εμφανίζεται το 1697 στην περίφημη συλλογή παραμυθιών του Περό Ιστορίες της Μαμάς Χήνας. Η επιτυχία του παραμυθιού υπήρξε από τότε διαχρονική. Για κάποιους, ο Παπουτσωμένος Γάτος αποτελεί τυπικό προϊόν της εποχής του, καθώς ενσαρκώνει το είδος εκείνο της ευγενούς συμπεριφοράς και εθιμοτυπίας, που αποτελούσε απαραίτητο εφόδιο στην αριστοκρατική κοινωνία της Γαλλίας του Λουδοβίκου του ΙΔ΄. Το βέβαιο είναι ότι η εξυπνάδα , η αισιοδοξία και η καλοπροαίρετη διάθεσή του αποτελούν αρετές που εκτιμώνται από κάθε κοινωνία και κάθε εποχή.



Οι πληροφορίες είναι από το βιβλίο Τα παραμύθια της ζωής μας σε επιμέλεια - εισαγωγή Maria Tatar και μετάφραση του Κωνσταντίνου Σταμέλου, που εκδόθηκε το 2005 από τις εκδόσεις Νάρκισσος.

Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

Ο παραμυθάς

Το πιο φημισμένο μνημείο της Κοπεγχάγης είναι το μπρούτζινο άγαλμα μιας
γοργόνας, φόρος τιμής στο πασίγνωστο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν ( 1805 - 1875), που μας μιλάει για ένα παράξενο θαλάσσιο πλάσμα, το οποίο υπερβαίνει τα όριά του και τους περιορισμούς που του επιβάλλει η φύση του, μέσα από τη σιωπή, τον πόνο και την αυταπάρνηση. Παρ' όλο που γνώρισε τη δόξα και τη διεθνή αναγνώριση, ο Άντερσεν ταυτιζόταν πάντοτε, μέχρι το τέλος της ζωής του, με τους χαρακτήρες των παραμυθιών του, που βίωναν την οδύνη, την απογοήτευση και την ταπείνωση. " Υποφέρω μαζί με τους χαρακτήρες μου", έγραψε κάποτε σε ένα φίλο του. " Μοιράζομαι την ψυχική τους διάθεση, καλή ή κακή". Αν και κάποιοι έχουν κατηγορήσει τον Άντερσεν ότι ικανοποιούνταν με το να προκαλέι οίκτο, γράφοντας ιστορίες όπου συμβαίνουν οδυνηρά πράγματα σε καλούς ανθρώπους, ( όπως για παράδειγμα στο Κοριτσάκι με τα σπίρτα) οι περισσότεροι διέκριναν μια λυτρωτική δύναμη στον τρόπο που απεικονίζει τις τραγικές καταστάσεις της μοίρας. Έχοντας γράψει πάνω από εκατόν πενήντα ιστορίες, ο Άντερσεν ήταν εκείνος που έδωσε νέα πνοή και καινούργια διάσταση στο παραμύθι, επεκτείνοντας τα όριά του και τους προβληματισμούς του πέρα από τα συμβατικά πλαίσια που ίσχυαν μέχρι τότε.
Ο ίδιος ο Άντερσεν μας έχει αφήσει την αυτοβιογραφία του, με όλες τις λεπτομέρειες της ζωής του. Γεννημένος στη Δανία, γιος ενός υποδηματοποιού και μιας πλύστρας, ο Άντερσεν αναφέρεται στα παιδικά του χρόνια με διάθεση σχεδόν ρομαντική, όσο και αν προβάλλει έντονα τις ταπεινώσεις που πέρασε. Σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών άφησε την Όντενσε, την πόλη που γεννήθηκε και πήγε στην Κοπεγχάγη, αποφασισμένος να πετύχει στη σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου. Χωρίς μόρφωση και με μια φωνή που άλλαζε στην εφηβεία του, ήταν ασφαλώς μεγάλο ρίσκο για τον Άντερσεν η απόφασή του να μετακομίσει στην πρωτεύουσα. Για καλή του τύχη, ο Γιόνας Κόλιν, ένας από τους διευθυντές του Βασιλικού Θεάτρου, του εξασφάλισε την οικονομική υποστήριξη για να μπορέσει να σπουδάσει. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών, έγινε δεκτός σε σχολείο. Η εμπειρία του ήταν εξαιρετικά δυσάρεστη, καθώς ο δάσκαλός του τον πρόσβαλλε και τον υποτιμούσε διαρκώς, ενώ οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν για την άχαρη περπατησιά του και την εξεζητημένη συμπεριφορά του. Όταν αργότερα ο Γιόνας Κόλιν τον έστειλε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, η ποιότητα της ζωής του βελτιώθηκε σημαντικά, αν και ο Άντερσεν ποτέ δεν έπαψε να παραπονιέται για τις στεναχώριες της προσωπικής του ζωής.
Η πρώτη επαφή του Άντερσεν με τα λαϊκά παραμύθια της πατρίδας του ήταν στο άσυλο στο οποίο εργαζόταν η γιαγιά του. Εκεί, το μικρό αγόρι διασκέδαζε τις γυναίκες, ζωγραφίζοντάς τους σχέδια με κιμωλία και εκείνες τον αντάμειβαν με το να διηγούνται παραμύθια. Όπως είπε κάποτε ο Άντερσεν, στα παραμύθια της χώρας του ανακάλυψε έναν κόσμο " πλούσιο σαν τις Χίλιες και Μία Νύχτες", αλλά επίσης έναν κόσμο που προκαλούσε τρόμο στην παιδική του ψυχή: " Όταν έπεφτε το σκοτάδι, δεν τολμούσα να ξεμυτίσω από το σπίτι".
Το 1830, στον πρόλογο μιας ιστορίας με  τον τίτλο Το Φάντασμα ανακοίνωσε την πρόθεσή του να εκδώσει μια συλλογή δανέζικων παραμυθιών. Το 1835 εξέδωσε ένα φυλλάδιο με τίτλο Ιστορίες Ειπωμένες για Παιδιά, όπου περιλαμβάνονταν κάποια γνωστά παραμύθια του , όπως Τα Λουλούδια της Μικρής  Ίντας και η Η Πριγκίπισσα και το Μπιζέλι. Οι ιστορίες του απέσπασαν αρχικά κάποιες άδικες κριτικές, αλλά τα παιδιά είχαν διαφορετική γνώμη και σύντομα τα παραμύθια του διαβάζονταν και ακούγονταν παντού.
Το 1837, ο Άντερσεν είχε ήδη εκδώσει τρία διαφορετικά τεύχη με παραμύθια και άρχισε να συνειδητοποιεί ότι οι ιστορίες που έγραψε θα μπορούσαν να του ανοίξουν το δρόμο προς τη δόξα. Μέσα στα επόμενα χρόνια έγραψε συνολικά τριάντα πέντε βιβλία με παραμύθια, που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Στη Βαϊμάρη της Γερμανίας και στο Λονδίνο εισέπραξε την αναγνώριση, που ποτέ δεν απόλαυσε στην πατρίδα του. Έγραψε από το Λονδίνο: " Δε θα μπορούσα να καταφέρω περισσότερα σε αυτή τη μητρόπολη απ' όσα έχω ήδη πετύχει...Είναι γεγονός: Είμαι διάσημος! Η εδώ αριστοκρατία με δέχτηκε σαν να ήμουν ένας από αυτούς". Ο Ντίκενς του χάρισε τα Άπαντα των έργων του, σε δώδεκα τόμους, με την αφιέρωση " Στον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, από το φίλο και θαυμαστή του, Τσαρλς Ντίκενς".
Σε αντίθεση με τους Αδελφούς Γκριμ και τον Περό, που απλά συγκέντρωσαν ιστορίες από τη λαϊκή παράδοση των χωρών τους, ο Άντερσεν έγραψε τα δικά του παραμύθια. Αν και κάποιες από τις ιστορίες του τις εμπνεύστηκε από διηγήσεις της παιδικής του ηλικίας, δε χωράει αμφιβολία ότι η δύναμη της ιδιοφυούς φαντασίας του και η εξαιρετική ευαισθησία του έδωσαν μια εντελώς πρωτότυπη και καθαρά λογοτεχνική μορφή στα παραμύθια του. Οι ιστορίες του Άντερσεν ξεφεύγουν από τα στερεότυπα των παραδοσιακών παραμυθιών, καθώς επικεντρώνονται στην ανθρώπινη συμπεριφορά, στις αρετές, στα ελαττώματα, στην αδικία, στην ευσπλαχνία, στη μετάνοια των ανθρώπων. Οι κακοί δεν απαραίτητα οι δράκοι, οι μάγισσες ή κάποια άλλα υπερφυσικά όντα, αλλά άνθρωποι της διπλανής πόρτας που διακατέχονται από εγωισμό, απληστία, ματαιοδοξία, σκληρότητα, προκατάληψη και κοντόφθαλμη ανοησία. Τα παραδοσιακά παραμύθια μάς παρουσιάζουν αρχέτυπους ρόλους και τυποποιημένα πρότυπα για τους ανθρώπους. Αντίθετα, στα παραμύθια του Άντερσεν βρίσκουμε συχνά χαρακτήρες, που ενσαρκώνουν τον ίδιο τον συγγραφέα, εκπροσωπώντας τις καθαρά προσωπικές του φαντασιώσεις, ευαισθησίες και αγωνίες.
Οι ιστορίες του Άντερσεν δεν έχουν πάντα ευτυχές τέλος, υπενθυμίζοντας μας ότι η ζωή δεν ευνοεί πάντα τους καλούς και τους αθώους. Η κοινωνία και η μοίρα είναι πολύ συχνά άδικη με τους αδύναμους. Όσο κι αν αυτή η διαπίστωση μάς θλίβει, πρόκειται ασφαλώς για μια πολύ πιο ρεαλιστική προσέγγιση σε σχέση με αυτή που προβάλλεται στα πιο συμβατικά παραμύθια. Δεν παύει όμως να είναι ένας ρεαλισμός που συνδυάζεται με μια σπάνια ευαισθησία και μια βαθύτατα ανθρωπιστική διάσταση, που καταγγέλλει, μέσα από έξοχους συμβολισμούς και θαυμάσιες λυρικές αλληγορίες, τα δεινά ενός σκληρού κόσμου. Ακόμα και στα πιο σκοτεινά και μελαγχολικά του παραμύθια, εκείνο που κυριαρχεί στο τέλος, είναι η υπόσχεση της λύτρωσης και της κάθαρσης, που έρχεται μέσα από την αγάπη, την ευσπαλχνία και την ειλικρινή μετάνοια.

Τα παραμύθια της ζωής μας,επιμέλεια - εισαγωγή Maria Tatar, μετάφρ. Κωνσταντίνος Σταματέλος, Νάρκισσος 2005

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Ναζίμ Χικμέτ, ο παραμυθάς

Ο Ναζίμ Χικμέτ είναι γνωστός κυρίως για τα ποιήματά του και τους σκληρούς κοινωνικούς αγώνες στους οποίους συμμετείχε. Ασχολήθηκε όμως και με τα παραμύθια προβάλλοντας μια πολύ λεπτή, τρυφερή και ευαίσθητη πλευρά της προσωπικότητάς του. Διασκεύασε παραμύθια που συνέλεξε ο τούρκος λαογράφος Μπορατάβ και τα συγκέντρωσε στο " Ερωτευμένο σύννεφο".
Ο ίδιος δικαιολογεί τη διασκευή και έκδοση των παραμυθιών στο πρόλογο του βιβλίου:
" ...Θα μου πείτε, γιατί έκανα αυτή τη διασκευή. Την έκανα, για να δώσω μια σωστή κατεύθυνση σε μερικά ερωτήματα που προβάλλουν στην εποχή μας. Δεν ξέρω αν σας αρέσει η δουλειά μου. Πιστεύω, όμως, ότι θα σας αρέσουν τα παραμύθια που μάζεψε ο Μπορατάβ, και που στηρίζονται στην προφορική παράδοση. Προτιμότερο ν' ακούει κανείς παραμύθια, παρά να τα διαβάζει.
Ας αρχίσουμε λοιπόν την αφήγηση: Μια φορά κι έναν καιρό...

Σαν ήμουν μικρός, ακουμπούσα το κεφάλι μου στα γόνατα της γιαγιάς μου. Χάιδευε το κεφάλι μου με το χέρι της που είχε πεταμένες τις φλέβες και ήταν κίτρινο σαν μαραμένο φύλλο καστανιάς...
Η γιαγιά μου ήξερε να λέει παραμύθια που φέρνουν τον ύπνο στα μάτια των παιδιών, σαν τ' αστέρια που γεμίζουν τις νύχτες τον ουρανό.
Τα παραμύθια της έμοιαζαν το ένα με το άλλο. Κάθε παραμύθι είχε ένα σημείο, που, όταν έφτανε εκεί η γιαγιά μου, παρ' όλη τη νύστα που μ' έπιανε και κατέβαινε απ' τα μάτια ως τα μάγουλα μου σαν σκοτεινό νερό, σήκωνα το κεφάλι και κοίταζα το πρόσωπό της μορφάζοντας.
Πώς να μη την κοίταζα έτσι σαν έλεγε: " Οι ταξιδιώτες βγήκαν στο δρόμο` ο κασίδης Κέλογλαν φοράει τα σιδερένια παπούτσια του και παίρνει τα βουνά` ο μικρός γιος του βασιλιά ψάχνει να βρει την αγαπημένη του που κλαίει πάνω στο δέντρο κοντά στη βρύση` όλοι τους περπατάνε, διαβαίνουν λιβάδια και βουνά, κι όταν στρέψουν το κεφάλι τους πίσω, βλέπουν πως έκαναν μόνο δυο βήματα..."
Αυτό το " περπατάνε πολύ, διαβαίνουν λιβάδια, βουνά και ρεματιές, κι όταν γυρίσουν το κεφάλι τους πίσω βλέπουν πως δεν προχώρησαν καθόλου" δε χωρούσε με κανένα τρόπο στο παιδικό μου κεφάλι.
Είναι πολύς καιρός που πέθανε η γιαγιά μου. Εγώ, πάει ,γέρασα...Όμως , πώς μπορώ εγώ, ένας άνθρωπος του εικοστού αιώνα, να πιστέψω ένα παραμύθι που απευθυνόταν σε ανθρώπους του μεσαίωνα;
Ακόμα δεν έγινα παππούς, δεν έχω εγγόνια...Έχω όμως γιο, έναν οχτάχρονο λεβέντη. Όταν του διηγιέται παραμύθια η γιαγιά του και φτάνει στο σημείο που λέει: " περπάτησαν κάμποσο", παίρνω  αμέσως το λόγο και δίνοντας έμφαση και πειστικότητα στον τόνο της φωνής μου, συνεχίζω:
" Περπάτησαν πολύ, διαβήκανε βουνά και ρεματιές. Σε μια στιγμή που γύρισαν το κεφάλι τους πίσω, είδαν ότι προχώρησαν πάρα πολύ. Δε φαινόταν πια ο τόπος απ' όπου ξεκίνησαν!"

Jacek Yerka, Dream World
 Παραμύθι στο γιο μου (1)

Μια φορά κι έναν καιρό, παιδί μου, ήταν τρία παλικάρια, που ζούσαν μακριά το ένα από το άλλο, σε τρεις διαφορετικές γωνιές της γης. Και οι τρεις νέοι, που δε γνωρίζονταν μεταξύ τους, είχαν το ίδιο ανάστημα  και την ίδια ηλικία.
Την ίδια μέρα και την ίδια ώρα, τα τρία αυτά παλικάρια που δεν είχαν ιδωθεί ποτές βγήκαν από τον τόπο τους, για να βρουν το κύπελλο της " Αιώνιας ζωής"...
Το κύπελλο αυτό, παιδί μου, βρισκόταν μέσα σ' ένα ματωμένο πηγάδι, πίσω από τα μακρινά βουνά. Τα τρία αυτά παιδιά, ακολούθησαν τρεις διαφορετικούς δρόμους, για να βρουν το κύπελλο της " Αιώνιας ζωής".
Το πρώτο παλικάρι περπάτησε και περπάτησε, ώσπου έλιωσαν απ' το δρόμο τα σιδερένια τσαρούχια που φορούσε. Ύστερα κάθισε στη μέση του δρόμου, για να ξεκουραστεί λίγο. Και, καθώς ήτανε κουρασμένος, αποκοιμήθηκε. Μόλις ξύπνησε, είδε μπροστά του ένα πανέμορφο κορίτσι, με βαμμένα τα νύχια των χεριών της και τις βλεφαρίδες.
" Για πού το' βαλες;" ρώτησε το κορίτσι.
" Για να βρω το κύπελλο της " Αιώνιας ζωής" ", είπε το παλικάρι.
" Αυτό που ζητάς βρίσκεται πίσω από τα μακρινά βουνά, στο ματωμένο πηγάδι", είπε η κοπέλα. " Για να φτάσεις ως εκεί, θα περπατάς σ' όλη σου τη ζωή. Οι άνθρωποι έχουν μετρημένες  μέρες ζωής, πρέπει να χαρούν αυτές τις μέρες. Εσύ είσαι η μέλισσα κι εγώ το λουλούδι. Μείνε μαζί μου. Ρούφηξε το μέλι μου."
Το πρώτο παλικάρι , παιδί μου, έσκυψε το κεφάλι και έμεινε στη μέση του δρόμου.
Και το δεύτερο παλικάρι περπατούσε, όλο περπατούσε συνέχεια. Για να μην αποκοιμηθεί από την κούραση, άνοιγε συνέχεια πληγές στο κορμί του με το μαχαίρι του κι έριχνε πάνω τους αλάτι. Το παλικάρι άντεξε στους πόνους , όχι όμως και στη δίψα. Σαν είδε να λαμποκοπάει απέναντί του το νερό της πηγής, έτρεξε προς τα εκεί. Το δεύτερο  παλικάρι, ήπιε, παιδί μου, μια γουλιά από το χρυσαφένιο νερό και τόσο πολύ δροσίστηκες, που δεν ξεκόλλησε από την πηγή. Έμεινε κι αυτός στη μέση του δρόμου.
Ενώ το πρώτο και το δεύτερο παλικάρι είχαν μείνει μεσοδρομίς, το τρίτο παλικάρι βάδιζε συνέχεια. Διψούσε, αλλά δεν έπινε από το νερό που συναντούσε στο δρόμο του. Κουραζόταν, αλλά δεν ήθελε να ξεκουραστεί στα γόνατα της όμορφης κοπέλας...Προχωρούσε, προχωρούσε, όλο προχωρούσε. Όποιος προχωρεί έτσι , γιε μου, φτάνει στον προορισμό του.
Κι εσύ , παιδί μου, να προχωρήσεις σαν κι αυτόν, αδάμαστος και με πίστη. Όποιος πιστεύει, πετυχαίνει το σκοπό του...



Ναζίμ Χικμέτ , Το ερωτευμένο σύννεφο, μτφ. Έρμος Αργαίος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1991, 10η έκδοση

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Μια ελιά και ένα σπουργίτι

Ένα παραμύθι σαν και εκείνα που ακούγαμε παιδιά ή μια αλληγορική ιστορία για τους δεσμούς και την ανθρώπινη φιλία.Όμορφο και τρυφερό, γραμμένο από τη φίλη μου την Αθηνά. Την ευχαριστώ που μου επιτρέπει τη δημοσίευση.

[Η αξία της φιλίας]

Μιά φορά, μια καλημέρα,

ένα σπουργίτι με φτερά γκρίζα και σταχτιά

ανέβηκε στο κλαδί ενός δέντρου.

Ξεκουράστηκε και ζέσταινε τα φτερά του στον ήλιο.

«Έχω ψηλότερο κλαδί, καλλίτερο από εκείνο που κάθεσαι», του είπε το καλοσυνάτο δέντρο.

Τότε το σπουργίτι ανέβηκε λίγο ψηλότερα.Στο κλαδί αυτό ήταν πιο ζεστά και πιο φωτεινά.Είχε δίκιο λοιπόν το όμορφο δέντρο.

«Πιο ψηλά θα βλέπεις όλον τον κήπο», τον προέτρεψε το καλό μας δέντρο.

Ανοίγει λοιπόν τα φτερά του το σπουργίτι και ανεβαίνει ακόμη πιο ψηλά.

Και τότε είδε όλο τον κήπο, τα άλλα πουλιά, τη γάτα, που τόσο την φοβόταν, το πηγάδι, το νερό, τα κεραμίδια, καινούργιες κρυψώνες.

Μετά, είδε το σπουργίτι, ότι λίγο ακόμη να προσπαθούσε, και θα έφθανε στην κορφή του δέντρου.

Ξαναπέταξε όλο χαρά και στάθηκε περήφανο στην κορυφή.

Ήταν τόσο άξιο λοιπόν και δεν το ήξερε μέχρι τότε;

«Σε ευχαριστώ δέντρο μου καλό, πές μου το όνομά σου για να σε θυμάμαι. Πώς σε λένε»;

«Ελιά» του απάντησε εκείνο.

«Τι μικρό και γλυκό όνομα που έχεις»;

«Και εσένα πώς σε λένε»;

«Εμένα με λένε σπουργίτι και πουλί»!

Ξαναπέταξε τότε ψηλά και δεν χόρταινε να πλησιάζει όλο και πιο κοντά στον ήλιο.

Κι όταν κουράστηκε, επεθύμησε να συναντήσει την φίλη του την ελιά και να ξεκουραστεί στα κλαδιά της.

Ένα ασημένιο δάκρυ έλαμψε στα φύλλα της και το σπουργίτι στάθηκε να το πιεί, να δροσισθεί, να ξεδιψάσει!

Μία φιλία γεννήθηκε από τότε που γέμιζε τους δυό με τρυφερή χαρά.

Η ελιά άνθιζε ευτυχισμένη και το σπουργίτι πετούσε στα φύλλα της και χάιδευε τα κλαδιά της τραγουδώντας το φάλτσο απ΄τη χαρά τραγούδι του.

Κι έζησαν αυτοί καλά και εμείς ονειρεμένα!

Σαν την ελιά με το σπουργίτι!

                                                    Αθηνά Αναστασίου